ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026

 Κυριακή 1η Φεβρουαρίου 2026

Κυριακὴ τοῦ Τελώνου καὶ Φαρισαίου

(Λκ. ιη´ 10 – 14)

«Δεδικαιωμένος» (Λκ. ιη´ 14)

Σήμερον ἀνοίγει ἡ εὐλογημένη καὶ πολύκαρπη περίοδος τοῦ Τριωδίου. Ἀρχίζει μία διαδρομὴ ἀτογνωσίας καὶ θεογνωσίας, ποὺ ὁδηγεῖ εἰς τὴν ἐμπειρίαν τοῦ μεγάλου μυστηρίου τῆς Ἀναστάσεως. Σήμερον δύο ἄνθρωποι ἀνεβαίνουν εἰς τὸν Ναόν, διὰ νὰ συνομιλήσουν μὲ τὸν Θεόν. Σκοπὸν ἔχουν νὰ λάβουν τὴν θείαν δικαίωσιν. Ὅταν τελειώσουν τὴν συνομιλίαν των μὲ τὸν Κύριον καὶ κατέλθουν ἀπὸ τὸν Ναόν, ὁ μὲν τελώνης κατέβη «δεδικαιωμένος», ὁ δὲ Φαρισαῖος κατέβη «κατακεκριμένος».

Ὅσοι πηγαίνομε εἰς τὸν Ναόν διὰ νὰ δικαιωθῶμεν ἀπὸ τὸν Κύριον, ζητοῦμεν τὴν θείαν δικαίωσιν, διότι μόνον ἐν αὐτῇ βρίσκεται ἡ σωτηρία μας. Ἐλπίζομεν εἰς τὴν δικαιοσύνην τοῦ Θεοῦ, διότι γνωρίζομεν ὅτι θὰ ἀντλήσει ἀπὸ τὰ περιθώρια τῆς πατρικῆς του ἀγάπης, διὰ νὰ μᾶς δικαιώσει. Ἀρχίζομεν ἀπὸ σήμερον τὸν πνευματικὸν ἀγῶνα τῆς νηστείας, διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν Ἀνάστασιν δεδικαιωμένοι καὶ γαλουχημένοι μετὰ τῆς συνειδήσεως ἡμῶν.

Ποῖος εἶναι ὁ «δεδικαιωμένος» ἄνθρωπος; Τί τὸν κάνει ἄνθρωπον νὰ προσελκύσει τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ; Ποῖα χαρακτηριστικὰ κεντρίζουν τὴν πατρικὴν εὐσπλαχνίαν καὶ κάνουν τὸν Θεὸν Πατέρα νὰ ἀνοίγει τὴν ἀγκάλην του καὶ νὰ κλείνει μέσα του ἀκόμη καὶ τὸν μεγαλύτερον ἁμαρτωλόν;

Τὸ πρῶτο ποὺ χρειάζεται νὰ ἔχει ὁ «δεδικαιωμένος» ἄνθρωπος εἶναι ἡ ταπείνωσις. Ἡ ταπείνωσις δικαιώνει καὶ τὸν μεγαλύτερον ἁμαρτωλόν. Ὁ ταπεινὸς δὲν φαντάζεται τίποτε μέγα διὰ τὸν ἑαυτόν του. Ἄν καὶ ἔχει πετύχει πολλὰ καὶ σημαντικά, ὑποβιβάζει τὸν ἑαυτόν του κάτω ἀπ’ ὅλους τοὺς ἄλλους καὶ κάτω ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὰ λογικὰ καὶ ἄλογα πλάσματα. Ὁ ταπεινὸς δὲν ἐπαινεῖται, οὐδὲ περισσεύει, οὐδὲ ἀποθαῤῥύνεται. Δὲν ἔχει μέσα του τὴν κούφιαν πεποίθησιν ὅτι εἶναι ἐξαίρετος. Ὅσο ἀναβαίνει, τόσο προσπαθεῖ νὰ κρύπτεται. Ὅσο προοδεύει, τόσο προσπαθεῖ νὰ γίνεται ἀόρατος. Μένει εἰς τὸν ἑαυτόν του, ὄχι ἀπὸ σύμπλεγμα κατωτερότητος, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν βαθεῖαν γνῶσιν ὅτι τὰ καλὰ εἶναι δῶρα τοῦ Θεοῦ καὶ δικά του εἶναι μόνον αἱ πτώσεις καὶ τὰ λάθη. Ἔτσι, ὅσο λαμπρύνεται, τόσο περισσότερον βλέπει τὰς ἀβελτερίας καὶ τὰ ὁλέτηρά του. Ὁ ταπεινὸς προσελκύει τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαίωσιν ἀπὸ τὸν Κύριον, διότι δὲν ἐλπίζει εἰς τὸν ἑαυτόν του, ἀλλὰ κτίζει μὲ ὑποταγὴν σχέσιν ἀπὸ τὴν ἀρχὴν ἀπὸ τὸν Πατέρα. Ὅπως τὸ μικρὸν παιδὶ λαμβάνει τὴν πατρικὴν δικαίωσιν, ἄν καὶ ἄτακτον, ἂν τὸ θέλῃ καὶ συγχωρῇ, ἔτσι καὶ ὁ ταπεινὸς ἄνθρωπος ἀρνοεῖται τὸν ἑαυτόν του καὶ γι’ αὐτὸ δικαιοῦται.

Τὸ δεύτερο ποὺ κάνει τὸν ἄνθρωπον νὰ εἶναι «δεδικαιωμένος» εἶναι ἡ προσδοκία τοῦ θείου ἐλέους. Ὅποιος ἐλπίζει εἰς τὴν συγχώρησιν τοῦ Θεοῦ καὶ ταπεινώνεται ἐνώπιον τοῦ Κυρίου, δικαιοῦται. Ὁ Ἰατρὸς τοῦ Χριστοῦ χαρίζεται εἰς ἐκείνους ποὺ τὸν ζητοῦν. Ὁ Ἰησοῦς βεβαιώνει πόσον χαίρει τὴν θεραπείαν του ἀπὸ τὰς ἀσθενείας τοῦ ἀνθρώπου ὅσοι αἰσθάνονται «πρόσωθεν». Ὅσοι νομίζουν ὅτι εἶναι καλά, δὲν ζητοῦν θεραπείαν. Ἔτσι ὁ Ἰησοῦς δὲν ἀσχολεῖται μαζί των. Ὅποιος πονεῖ ἀπὸ τὰ λάθη του, ζητεῖ τὴν θείαν βοήθειαν καὶ τὴν λαμβάνει. Ὅποιος πονεῖ ἀπὸ τὰς πτώσεις του, πέφτει εἰς τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ καὶ δικαιοῦται. Ὁ Ἰατρὸς τοῦ Θεοῦ ὁρίζει τὴν δικαίωσιν τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ δικαιοσύνη τοῦ Κυρίου δὲν εἶναι ὡς ἡ ἀνθρωπίνη. Δὲν ἔχει χαρακτῆρα ἀνταποδοτικόν. Ἡ θεία δικαιοσύνη δὲν ὑπάρχει διὰ νὰ τιμωρῇ. Ἡ θεία δικαιοσύνη ὁρίζεται ἀπὸ τὴν θείαν εὐσπλαχνίαν. Ὁ Κύριος εἶναι οἰκτίρμων, ἐλεήμων, μακρόθυμος καὶ πολυεύσπλαχνος. Δὲν ὀργίζεται καὶ δὲν κρατεῖ μνησικακίαν εἰς τὸν χρόνον. Τὸ ἔλεός του χύνεται εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἐλεεῖ τὸν ἄνθρωπον, διότι εἶναι πλάσμα του. Γνωρίζει τὴν ἀνθρωπίνην ἀσθένειαν καὶ δὲν σκανδαλίζεται ἀπὸ τὴν πτῶσιν. Ὅποιος στέκεται «πρόσωθεν» τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν θέλει εἰς τὴν ἀγκάλην του, λαμβάνει τὴν συγχώρησιν. Ἡ συγχώρησις, ἡ ἄφεσις τῶν ἁμαρτιῶν, ἡ θεραπεία τῶν παθῶν, ἡ ἀμνηστεία, ἡ υἱοθεσία εἶναι ἡ θεία δικαιοσύνη. Ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ δὲν καταστρέφει. Ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ ὑπάρχει διὰ νὰ φέρει τὸν ἄνθρωπον κοντά της μὲ ἐμπιστοσύνην καὶ ὑπακοὴν εἰς τὸν Θεὸν τῆς συγγνώμης καὶ τῆς ἀγάπης. Ὁ τελώνης κατέβη «δεδικαιωμένος» ἀπὸ τὸν Ναόν, διότι ἦτο ἀσεβής, ἀλλὰ διότι εἶδε τὸν Θεὸν ὡς Πατέρα καὶ ἔσπευσε ὡς δικασθείς.

Τέλος, «δεδικαιωμένος» εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποὺ δὲν ἀσχολεῖται μὲ τὰ σφάλματα τῶν ἄλλων, ἀλλὰ μελετᾶ καὶ θλίβεται διὰ τὰ δικά του ἁμαρτήματα. Ἡ ἐσωτερικὴ αὐτοσκοπεία φανερώνει τὴν ἀληθῆ ἀυτογνωσίαν. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος παρατηρῇ τὸν ἑαυτόν του, δὲν κατακρίνεται μὲ τὰς ἀσθενείας τῶν ἄλλων. Ὅποιος κατακρίνει καὶ στολίζει τὰ λάθη τῶν ἄλλων, δὲν ἔχει γνῶσιν τῶν ἰδίων του λαθῶν. Φωτισμένος ἀπὸ τὸν ἐγωισμὸν τυφλώνεται. Βλέπει τὴν ξένην βρῶμα καὶ μένει εἰς τὴν ἰδίαν βρῶμα καὶ ἀγαπᾷ νὰ τὴν κατακρίνει. Δὲν ἀγαπᾷ κανέναν, γι’ αὐτὸ χωρίζεται ἀπὸ τὸν Θεὸν τῆς ἀγάπης. Δὲν συγχωρεῖ, ἄρα δὲν δικαιοῦται. Ὁ ἁμαρτωλός, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν ταπείνωσιν νὰ παραδεχθῇ τὰ ἁμαρτήματά του καὶ δὲν προσκολλᾶται εἰς τὰ ὡραία τοῦ ἄλλου, καθίσταται «δεδικαιωμένος» τοῦ Θεοῦ. Μὲ τὸ ταπεινὸν φρόνημα δίδεται ἡ χάρις καὶ ἡ δικαίωσις. Ὅποιος δὲν ἀσχολεῖται μὲ τοὺς ἄλλους, ἀσχολεῖται μὲ τὸν ἑαυτόν του καὶ τὸν γεμίζει ἀπείρους εὐλογίας καὶ δωρεάς.

Σήμερον, ποὺ ἀρχίζομε τὴν πορείαν μας εἰς τὸ μυστήριον τοῦ Τριωδίου, ἄς βάλωμε στόχον νὰ γίνωμε «δεδικαιωμένοι» ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Δὲν θὰ δικαιωθῶμε ἀπὸ τὰ κατορθώματα καὶ τὴν ἀρετήν μας. Θὰ δικαιωθῶμε ἀπὸ τὴν ταπείνωσιν, ἀπὸ τὴν ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ θεῖον ἔλεος καὶ ἀπὸ τὴν ἀφιέρωσιν τῆς ζωῆς μας εἰς τὸν ἄλλον. Ὅποιος ταπεινοῦται ἀπλῶς, ἐμπιστεύεται τὴν εὐσπλαχνίαν τοῦ Πατρός του καὶ δὲν κατακρίνει κανέναν καὶ γιὰ τίποτε, ἐκεῖνος θὰ καθισταται «δεδικαιωμένος», ὡς ὁ εὐλογημένος τελώνης τῆς σημερινῆς παραβολῆς. Θὰ κατεβαίνει εἰς τὸν στίβον τῆς ζωῆς φωτισμένος μὲ τὰς θείας εὐλογίας, ἕτοιμος νὰ λάβει τὸν καρπὸν τῆς δικαιώσεως του, ποὺ εἶναι ἡ σωτηρία καὶ ἡ ἀπελευθέρωσις.

Αμήν.

ΠΗΓΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου