Ανάληψις
Ιωάννου Μ. Φουντούλη
Eἶπε δὲ ὁ Κύριος πρὸς αὐτούς· Λήψεσθε δύναμιν ἐξ ὕψους, ἐπελθόντος τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐφ᾽ ὑμᾶς καὶ ἔσεσθαί μοι μάρτυρες ἔν τε Ἱερουσαλὴμ καὶ ἐν πάσῃ τῇ Ἰουδαίᾳ καὶ Σαμαρείᾳ καὶ ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς. Ἐξήγαγε δὲ αὐτούς ἔξω ἕως τὴν Βηθανίαν καί ἐπάρας τὰς χεῖρας αὑτοῦ, εὐλόγησεν αὐτούς. Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ εὐλογεῖν αὐτὸν αὐτούς, διέστη ἀπ᾽ αὐτῶν καὶ ἀνεφέρετο εἰς τὸν οὐρανόν… Βλεπόντων αὐτῶν ἐπῄρθη καὶ νεφέλη ὑπέλαβεν αὐτὸν ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν. Καὶ ὡς ἀτενίζοντες ἦσαν εἰς τὸν οὐρανόν, πορευομένου αὐτοῦ, καὶ ἰδοὺ ἄνδρες δύο παρειστήκεισαν αὐτοῖς ἐν ἐσθῆτι λευκῇ, οἳ καὶ εἶπον. Ἄνδρες Γαλιλαῖοι, τί ἑστήκατε ἐμβλέποντες εἰς τὸν οὐρανόν; Οὗτος ὁ Ἰησοῦς, ὁ ἀναληφθεὶς ἀφ᾽ ὑμῶν εἰς τὸν οὐρανόν, οὕτως ἐλεύσεται πάλιν, ὃν τρόπον ἐθεάσασθε αὐτὸν πορευόμενον εἰς τὸν οὐρανόν. Τότε ὑπέστρεψαν εἰς Ἱερουσαλήμ -μετά χαρᾶς μεγάλης- ἀπὸ ὄρους τοῦ καλουμένου Ἐλαιῶνος. Καί ἦσαν διαπαντὸς ἐν τῷ ἱερῷ αἰνοῦντες καὶ εὐλογοῦντες τὸν Θεόν».
Με αυτές τις αδρές γραμμές, ο ιερός ευαγγελιστής Λουκάς περιγράφει στο τέλος του Ευαγγελίου του και στην αρχή των Πράξεων των Αποστόλων, την τελευταία εμφάνιση του αναστάντος Κυρίου στους μαθητές Του.[1] Όπως στα δύο αυτά βιβλία του ιερού Λουκά, έτσι η ανάληψις του Κυρίου κατακλείει την ιστορία του επί γης βίου του Χριστού και ανοίγει την ιστορία των μαθητών – της Εκκλησίας. Είναι με άλλα λόγια ο συνδετικός κρίκος, η μετάβασις από την μία φάση του σωτηριώδους έργου του Θεού στην άλλη. Το κλείσιμο της πρώτης σκηνής και το άνοιγμα της δευτέρας. Ακριβώς δε την τεσσαρακοστή από την ανάσταση ημέρα, αφού υμνήσαμε και δοξολογήσαμε μαζί με τους μαθητές την δόξα του αναστάντος, αφού ζήσαμε επί 40 ημέρες στην χαρούμενη ατμόσφαιρα της παρουσίας Του, θα κληθούμε από την Εκκλησία να παραστούμε νοητά στο όρος των Ελαιών, για να αποχαιρετίσουμε τον απερχόμενο Σωτήρα.