ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Σάββατο, 29 Αυγούστου 2020

Κυριακή ΙΒ΄ Ματθαίου

Ὑπάρχει πόθος αἰωνίου ζωῆς;

του μακαριστού Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου

«Διδάσκαλε ἀγαθέ, τί ἀγαθὸν ποιήσω ἵνα ἔχω ζωὴν αἰώνιον;» (Ματθ. 19,16)

Ἀκούσατε, ἀγαπητοί μου, τὸ ἱερὸ καὶ ἅγιο εὐαγγέλιο. Ὅταν ὁ Χριστός μας βρισκόταν σωματικῶς ὡς ἄνθρωπος ἐδῶ στὴ γῆ, πολλοὶ ἔτρεχαν κοντά του· τυφλοί, λεπροί, ἄρρωστοι ἀπὸ διάφορες ἀσθένειες, γονεῖς μὲ ἄρρωστα παιδιά. Τὸν παρακαλοῦσαν νὰ τοὺς θεραπεύσῃ. Κι᾿ ἐκεῖνος, ὠκεανὸς ἀγάπης, τοὺς χάριζε ὅ,τι ζητοῦσαν. Νά γιατί ἔτρεχαν κοντά του. Καὶ σήμερα στὸ εὐαγγέλιο βλέπουμε κάποιον νὰ τὸν παρακαλῇ.
Κυριακή ΙΒ. Ματθαίου

ο πλούτος και η αιώνια ζωή

Ιερομ. Κοσμά του Δοχειαρίτου.

(Ματθ. ιθ, 16-26. Μάρκ. ι, 17-27. Λουκ. ιη, 18-30).

Πλησίασε κάποιος τον Ιησού και τον ρώτησε: «Αγαθέ Διδάσκαλε, τι καλό να κάνω για ν’ αποκτήσω αιώνια ζωή;». Ο Ιησούς του είπε: «Γιατί με ονομάζεις αγαθό; Κανένας δεν είναι αγαθός, παρά μόνο ένας, ο Θεός.1

Αν θέλεις πάντως να μπεις στη ζωή, τήρησε τις εντολές». «Ποιές»; Του λέει. Κι ο Ιησούς είπε: «Το μη σκοτώσεις, μη μοιχεύσεις, μην κλέψεις, μην ψευδομαρτυρήσεις, τίμα τον πατέρα και τη μητέρα σου και αγάπα τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου». «Όλα αυτά τα τηρώ από πολύ μικρός», του λέει ο νεαρός. «Σε τί ακόμα υστερώ;». ο Ιησούς τότε τον κοίταξε γεμάτος αγάπη και του είπε: «Ένα πράγμα σου λείπει: εάν θέλεις να είσαι τέλειος, πήγαινε, πούλησε τα υπάρχοντά σου και δώσε τα χρήματα στους φτωχούς. Έτσι θα έχεις θησαυρό κοντά στον Θεό˙ κι έλα να με ακολουθήσεις, σηκώνοντας τον σταυρό σου». Μόλις άκουσε την απάντηση ο νεαρός, έφυγε λυπημένος, γιατί είχε μεγάλη περιουσία.2
Κυριακή ΙΒ. επιστολών 

το Αποστολικόν Ανάγνωσμα της Θ. Λ., 

Το άγαλμα! 

Λόγος του αειμνήστου Μητροπ. Νικαίας Γεωργίου Παυλίδου.

ΤΟ ΑΓΑΛΜΑ!

«Χάριτι Θεού ειμί ο ειμί».
Ο Απόστολος Παύλος, αγαπητοί, είχε κληθεί να φέρη εις πέρας ένα έργον μεγάλο και δύσκολον. Να συντρίψη τα ιερά της ειδωλολατρίας, να ξυπνήση τις συνειδήσεις των ανθρώπων, να φέρη παντού το μέγα μήνυμα της εν Χριστώ σωτηρίας. Είχε, βέβαια, πολλήν δύναμιν ψυχής ο αετός αυτός της Εκκλησίας. Είχε θέλησιν. Όμως θα του ήτο τελείως αδύνατον να πραγματοποιήση αυτάς τας κατακτήσεις, αν δεν είχε την βοήθειαν του Θεού. Ήσαν τόσες οι δυσκολίες, τόσοι οι εχθροί του, τόσες οι αντιδράσεις, ώστε ασφαλώς θα εβυθίζετο μέσα εις τον ωκεανόν αυτόν των δυσχερειών. Παρά ταύτα όμως ενίκησε. Ανεδείχθη ακατανίκητος μαχητής και γενναίος παλαιστής. Και αυτήν την νίκην την οφείλει εις την χάριν του Θεού. «Χάριτι Θεού ειμί ό ειμί», γράφει εις τους Κορινθίους. Αλλά με τα λόγια του αυτά ο Απόστολος Παύλος μας ανοίγει ένα σοβαρόν θέμα, το οποίον ωφέλιμον θα είναι να μελετήσωμεν βαθύτερον:

1. Ο αγών μας.
Κυριακή ΙΒ’ Ματθαίου: 

Ευλογημένη φτώχεια! 

Μακαριστού Μητροπ. Πρ. Φλωρίνης, Αυγουστίνου Καντιώτου.

Ματθ. 19, 16-26

«Ει θέλεις τέλειος είναι, ύπαγε πώλησόν
σου τα υπάρχοντα και δος πτωχοίς, και
έξεις θησαυρον εν ουρανώ»
(Ματθ. 19,21)

Ακούσατε, αγαπητοί μου, το σημερινό Ευαγγέλιο. Ο ευαγγελιστής Ματθαίος περιγράφει τη συνάντησι του Χριστού με ένα νέο, που είχε μεγάλη κτηματική περιουσία. Ο άνθρωπος αυτός, παρά τα πλούτη του, έδειξε ότι τον συγκινούν και πνευματικά ενδιαφέροντα. Ήρθε στο Χριστό για να του υποβάλει ένα ερώτημα, που τον απασχολούσε· Τί πρέπει νά κάνω, για ν’ αποκτήσω την αιώνια ζωή; (Ματθ. 19,16). Ο Κύριος του υπενθύμισε τις εντολές του Μωϋσέως, και τέλος την εντολή της αγάπης προς τον πλησίον. Ο νέος απήντησε, ότι τα τηρεί όλα αυτά, αλλά δεν ικανοποιείται· θέλει κάτι περισσότερο. Βλέποντάς το νέο να εκφράζη ένα ανώτερο πόθο, ο Χριστός του είπε· «Ει θέλεις τέλειος είναι, ύπαγε πώλησόν σου τα υπάρχοντα και δος πτωχοίς, και έξεις θησαυρόν εν ουρανώ, και δεύρο ακολούθει μοι», δηλαδή·
Κυριακή ΙΒ’ Ματθαίου: Για τον πλούσιο νεανίσκο που επιθυμούσε να κληρονομήσει την αιώνια ζωή 

Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος

(Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, κεφ.  19, χωρία 16 έως 26)

«Καὶ ἰδοὺ εἷς προσελθὼν εἶπεν αὐτῷ· διδάσκαλε ἀγαθέ, τί ἀγαθὸν ποιήσω ἵνα ἔχω ζωὴν αἰώνιον; (: Και ιδού Τον πλησίασε κάποιος και Του είπε: ‘’Διδάσκαλε αγαθέ, τι καλό να κάνω για να κληρονομήσω την αιώνια ζωή;’’)» Ορισμένοι κατηγορούν τον νέο αυτόν ως κάποιον ύπουλο και πονηρό και εκτιμούν ότι πλησίασε τον Ιησού με σκοπό να Τον πειράξει· εγώ όμως δε θα μπορούσα, βέβαια, να αρνηθώ ότι ήταν φιλάργυρος και δούλος των χρημάτων, επειδή και ο Χριστός τον έλεγξε ως άνθρωπο αυτού του είδους, ύπουλο όμως δε θα μπορούσα να τον χαρακτηρίσω με κανέναν τρόπο, και διότι δεν είναι ασφαλές το να επιχειρεί κανείς να καταλήγει σε τολμηρές κρίσεις για ζητήματα που αφορούν τον εσωτερικό κόσμο κάποιου ανθρώπου και πόσο μάλιστα όταν πρόκειται να τον κατηγορήσει για κάτι, καθώς επίσης και για τον πρόσθετο λόγο ότι ο ευαγγελιστής Μάρκος έχει αναιρέσει αυτήν την υποψία για τυχόν δόλιες προθέσεις του συγκεκριμένου νέου· πιο συγκεκριμένα, λέγει τα εξής για τον νεανίσκο αυτόν:
Διδαχή τη IB’ Κυριακή του Ματθαίου για τη σωτηρία

Άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσανίνωφ

«Διδάσκαλε αγαθέ, τι αγαθόν ποιήσω ίνα έχω ζωήν αιώνιον;» (Ματθ. 19, 16)

«ΑΓΑΘΕ Διδάσκαλε», ρώτησε τον Κύριό μας Ιησού Χριστό κάποιος νεαρός, «τι καλό να κάνω για ν’ αποκτήσω την αιώνια ζωή;». Δηλαδή: “Τι να κάνω για να σωθώ;”. Ερώτημα πολύ σοβαρό. Ερώτημα για ένα ζήτημα που πρέπει ν’ απασχολεί κάθε άνθρωπο σ’ όλη τη διάρκεια του ταξιδιού της επίγειας ζωής του. Όπως ο ταξιδιώτης που διαπλέει μια μεγάλη και φουρτουνιασμένη θάλασσα, δεν συλλογίζεται παρά ένα ήσυχο λιμάνι, έτσι κι εμείς, που ταλαιπωρούμαστε μέσα στα κύματα της θάλασσας του βίου, πρέπει ακατάπαυστα να έχουμε μπροστά στα μάτια του νου μας την αιωνιότητα και, όσο βρισκόμαστε στην πρόσκαιρη τούτη ζωή, να φροντίζουμε για τη μεταθανάτια κατάσταση της ψυχής μας. Τι είναι αυτό που μπορούμε να το αποκτήσουμε στη γη και να το διατηρήσουμε παντοτινά ως αναφαίρετο κτήμα μας; Μόνο η σωτηρία μας!
Κυριακή ΙΒ’ Ματθαίου: Ομιλία προς τους πλουτούντας

Μέγας Βασίλειος

(Επιμέλεια κειμένου: Ιωάννης Τρίτος)

Ομιλία του Αγίου Βασιλείου Αρχιεπισκόπου Καισαρείας της Καππαδοκίας του Μεγάλου, προς τους πλουτούντας

Ωμιλήσαμε και παλαιότερα περί του πλουσίου αυτού νέου και θα ενθυμήται οπωσδήποτε ο επιμελής ακροατής αυτά που είχαμε εξετάσει τότε. Και πρώτον, ότι δεν είναι ο ίδιος με τον νομικό που αναφέρει ο Λουκάς (Λουκ. ι’ 25 κ.ε.). Διότι εκείνος μεν είχε πειρακτικήν διάθεση και έκαμεν ερωτήσεις ειρωνικές, ενώ αυτός ερωτούσε με υγιή διάθεσιν, αλλά δεν εδέχετο τις αποκρίσεις με ευπείθειαν. Επειδή εάν απηύθυνε τις ερωτήσεις περιφρονητικώς, δεν θα έφευγε λυπημένος από τις απαντήσεις του Κυρίου. Γι’ αυτό η συμπεριφορά του μας φαίνεται κάπως ανάμικτος. Διότι άλλοτε η διήγησις μας τoν παρουσιάζει αξιέπαινον, άλλοτε δε αθλιώτατον και εντελώς απηλπισμένον.
Πράγματι, το να αναγνωρίση τoν αληθινόν διδάσκαλο και να παραβλέψη την αλαζονεία των Φαρισαίων, την οίηση των νομικών και την φορτικότητα των γραμματέων, και να αποδώση τoν τίτλον αυτόν στον μόνον αληθινόν και αγαθόν διδάσκαλον, αυτό τoν καθιστά άξιον επαίνου. Επίσης, το γεγονός ότι έδειξεν ενεργόν ενδιαφέρον για το πώς θα ημπορούσε να κληρονομήση την αιωνίαν ζωή, και αυτό οφείλουμε να το εκτιμήσωμε. Εκείνο όμως που κακοχαρακτηρίζει όλην του την προαίρεση και φανερώνει ότι δεν αποβλέπει στο όντως καλόν, αλλά τoν απασχολεί το τι αρέσει στους πολλούς, είναι το εξής: αφού εδιδάχθη από τoν αληθινόν διδάσκαλο σωτήρια μαθήματα, δεν τα εχάραξε στην καρδία του ούτε εφήρμοσε τα μαθήματα αυτά στην πράξιν, αλλά απήλθε λυπημένος, επειδή είχε τυφλωθή από το πάθος της φιλοπλουτίας. Αυτό είναι που ελέγχει την ανωμαλίαν της συμπεριφοράς του και την ασυμφωνία προς τον εαυτόν του. Τον αποκαλείς διδάσκαλον και δεν ενεργείς ως μαθητής; Τον ομολογείς αγαθόν και περιφρονείς αυτά που δίδει; Και όμως είναι φανερόν ότι ο αγαθός αγαθά παρέχει. Και ερωτάς μεν περί της αιωνίου ζωής, αποδεικνύεσαι όμως ότι είσαι ολοκληρωτικώς δεμένος στην απόλαυση της παρούσης ζωής. Ποίος είναι ο δύσκολος ή ο βαρύς ή ο δυσβάστακτος λόγος που σου απηύθυνεν ο διδάσκαλος; «Πώλησόν σου τα υπάρχοντα και δος πτωχοίς». Εάν σου επρότεινε κόπους γεωργικούς ή τους κινδύνους του εμπορίου, ή όσα άλλα επίπονα ακολουθούν αυτούς που κερδοσκοπούν, τότε έπρεπε να λυπηθής δυσφορώντας για την προσταγήν. Εάν ομως υπόσχεται να σε καταστήση κληρονόμον της αιωνίου ζωής με έναν τόσον εύκολον δρόμον, ο οποίος κανένα κόπον ή ιδρώτα δεν έχει, δεν χαίρεσαι για την ευκολία της σωτηρίας, αλλά φεύγεις με οδύνη στην ψυχή και πενθείς, και καθιστάς άχρηστα για τον εαυτόν σου όλα εκείνα για τα οποία έχεις κοπιάσει μέχρι τώρα. Διότι εάν δεν εφόνευσες, όπως λέγεις εσύ, ούτε εμοίχευσες ούτε έκλεψες ούτε εψευδομαρτύρησες εναντίον κάποιον, καθιστάς ανώφελον για τον εαυτόν σου τον αγώνα που έκαμες γι’ αυτά, εάν δεν προσθέσης αυτό που υπολείπεται, με το οποίον και μόνο θα ημπορέσης να εισέλθης στην Βασιλείαν του Θεού. Και αν μεν ο ιατρός σου έδιδεν υπόσχεσιν ότι θα διορθώση αναπηρίες των μελών σου τις οποίες έχεις εκ φύσεως ή από κάποιαν ασθένεια, δεν θα χαιρόσουν ακούγοντάς το; Τώρα δε που ο μέγας ιατρός των ψυχών θέλει να σε καμει τέλειον ως προς τα βασικώτατα που υστερείς, δεν δέχεσαι την χάριν, αλλά πενθείς και σκυθρωπιάζεις. Είναι φανερό λοιπόν ότι ευρίσκεσαι μακριά από εκείνην την εντολήν και ψευδώς διεκήρυξες ότι έχεις κατορθώσει να αγαπήσης τον πλησίον σου ωσάν τον εαυτόν σου. Ιδού ότι αυτό που σε προσέταξεν ο Κύριος σε αποδεικνύει ότι απέχεις πάρα πολύ από την αληθινήν αγάπη.
Πράγματι, αν αυτό που διεβεβαίωσες ήταν αληθινόν, ότι εφύλαξες από τη νεότητά σου την εντολήν της αγάπης και απέδιδες στον καθένα τόσα όσα και στον εαυτόν σου, τότε από πού έχεις συγκεντρώσει αυτήν την χρηματικήν περιουσία; Διότι η ικανοποίησις των αναγκών των πτωχών καταναλώνει τον πλούτον, όταν δηλαδή κάποιος δέχεται ολίγα για την ικανοποίησιν των αναγκών του, όλοι δε μαζί μοιράζονται όσα υπάρχουν και εξοδεύονται γι’ αυτούς. Ώστε εκείνος που αγαπά τον πλησίον ωσάν τον εαυτόν του δεν κατέχει τίποτε περισσότερον από τον πλησίον. Αλλά όμως φαίνεσαι να έχης κτήματα πολλά. Από πού αυτά; Είναι φανερόν. Έχεις προτιμήσει την ιδικήν σου απόλαυσιν από την ανακούφιση των πολλών. Όσο λοιπόν υπερέχεις κατά τον πλούτον, τόσον υστερείς στην αγάπην. Επειδή αν είχες αγαπήσει τον πλησίον, θα είχες σκεφθή προ πολλού να απαλλαγής από τα χρήματα. Τώρα όμως τα χρήματα έχουν προσκολληθεί επάνω σου περισσότερον από τα μέλη του σώματός σου, και σε λυπεί ο αποχωρισμός τους σαν να επρόκειτο για ακρωτηριασμόν των χρησιμωτέρων μελών σου. Διότι εάν είχες ενδύσει γυμνόν, εάν είχες δώσει τον άρτο σου στον πεινασμένον, εάν η θύρα σου ήταν ανοικτή σε κάθε ξένον, εάν είχες γίνει πατέρας ορφανών, εάν συνέπασχες με τον αδύνατον, για ποία χρήματα θα ελυπόσουν τώρα; Και πώς θα εδυσκολευόσουν να διαθέσης τα υπόλοιπα, αν είχες προ πολλού σκεφθεί να τα διανείμης στους ενδεείς; Έπειτα, σε μίαν πανήγυρη κανείς δεν λυπείται να διαθέση αυτά που έχει για να αποκτηση αντ’ αυτών ό,τι χρειάζεται. Αλλά με όσον μικροτέραν τιμήν αγοράζει τα πολύτιμα πράγματα τόσον περισσότερο χαίρεται για την λαμπρά συναλλαγήν του. Ενώ εσύ λυπείσαι που δίδεις χρυσόν και άργυρον και κτήματα, που προσφέρεις δηλαδή απλώς λίθους και χώμα, για να αποκτήσης την αιώνιον ζωήν.
Αλλά τι θα σου χρησιμεύση ο πλούτος; Θα περιβληθής με πολύτιμον ένδυμα; Ωστόσον είναι βέβαιον ότι δύο πηχών χιτωνίσκος σου φθάνει και ένα εξωτερικόν ιμάτιο θα καλύψη την ανάγκην όλων των ενδνμάτων. Μήπως θα εξοδεύσης τον πλούτο για την διατροφή σου; Ένας άρτος είναι ικανός να γεμίση την κοιλία σου. Τι λυπείσαι λοιπόν; Σαν τι να στερήσαι; Μήπως την δόξα που προξενεί ο πλούτος; Εάν όμως δεν αναζητήσης την δόξα στα επίγεια θα εύρης την αληθινήν εκείνην και ολόλαμπρον η οποία σε αναμένει στην Βασιλείαν των Ουρανών. Και το να έχης όμως απλώς τον πλούτον είναι αγαπητόν, έστω και αν δεν προέλθη από αυτόν κανένα όφελος. Αλλά και το ότι είναι ανόητος η μέριμνα για τα άχρηστα πράγματα, σε όλους είναι γνωστόν. Ίσως σου φανή παράδοξον αυτό που θα ειπώ, πλήν όμως είναι το αληθέστερον από όλα. Όταν ο πλούτος σκορπίζεται κατά τον τρόπον που παραγγέλλει ο Κύριος, έχει την ιδιότητα να παραμένη, ενώ όταν φυλάσσεται, να μας εγκαταλείπη. Εάν τον φυλάσσης, δεν θα τον έχης, εάν τον σκορπίσης, δεν θα τον χάσης. Αλλά ο πλούτος είναι περιζήτητος από τους περισσοτέρους όχι για τα ενδύματα ούτε για τις τροφές. Έχει επινοηθή από τον διάβολο κάποιο τέχνασμα το οποίον υποβάλλει στους πλουσίους αναρίθμητες αφορμές για δαπάνες, ώστε να κυνηγούν τα περιττά και άχρηστα ως αναγκαία, και ποτέ να μην αισθάνονται κορεσμόν από του να επινοούν αφορμές για έξοδα. Επειδή όταν μεν διαμοιράζουν τον πλούτο, λαμβάνουν υπ’ όψιν και την παρούσαν ανάγκην και την μελλοντικήν. Και αποθηκεύουν το ένα μέρος για τους εαυτούς των, το δε άλλο για τα παιδιά τους. Έπειτα ευρίσκουν διάφορες αφορμές για να δαπανήσουν τον πλούτον αυτόν.
Όταν όμως ο πλούτος, που διασπάται σε τόσα κομμάτια, ακόμη περισσεύει, παραχώνεται στη γη και φυλάσσεται σε απόρρητα μέρη. «Διότι το μέλλον είναι άγνωστον, μήπως μας εύρουν κάποιες απρόβλεπτες ανάγκες». Είναι βεβαίως άγνωστον, εαν εννοής την χρησιμότητα του χρυσού που έχεις κρύψει, είναι όμως φανερά η ζημία από την απανθρωπία της ενεργείας αυτής. Διότι αφού δεν ημπόρεσες να εξοδεύσης με τις αναρίθμητες επινοήσεις τον πλούτο, τότε τον απέκρυψες στη γη. Τι φοβερά μανία! Όσον ο χρυσός ήταν ακόμη μετάλλευμα εξερευνούσες την γη, και όταν εφανερώθη τον εξαφανίζεις πάλι στην γη. Έπειτα, έχω την γνώμην ότι σου συμβαίνει μαζί με τον πλούτο να παραχώνης και την καρδία σου. «Όπου γαρ ο θησαυρός σου», λέγει, «εκεί και η καρδία» (Ματθ. στ’ 21). Γι’ αυτό λυπούν οι εντολές, διότι τους γίνεται ο βίος αβίωτος όταν δεν ασχολούνται με τις ανωφελείς δαπάνες. Και μου φαίνεται ότι το πάθος του νεανίσκου και των ομοίων του είναι παρόμοιον ωσάν κάποιου οδοιπόρου, ο οποίος από την επιθυμία του να φθάση σε κάποιαν πόλη διήνυσε προθύμως τον δρόμο μέχρις εκεί, έπειτα όμως κατέλυσε σε κάποιο από τα ξενοδοχεία που είναι έξω από τα τείχη. Από την οκνηρία του δηλαδή να βαδίση λίγο ακόμη αχρήστευσε και τον προηγούμενον κόπο και απέκλεισε τον εαυτόν του από το να απολαύση τα αξιοθέατα της πόλεως. Τέτοιοι είναι όσοι δέχονται μεν να πράξουν τα άλλα, αρνούνται όμως να απαλλαγούν από τα υπάρχοντά τους. Γνωρίζω πολλούς οι οποίοι νηστεύουν, προσεύχονται, στενάζουν, δεικνύουν όλην την ανέξοδον ευλάβεια, δεν εξοδεύουν όμως ούτε μία δραχμή για τους θλιβομένους. Ποίον είναι το όφελός τους από την λοιπήν αρετήν; Η Βασιλεία των Ουρανών δεν τους δέχεται, διότι λέγει, «ευκοπώτερον εστί κάμηλον δια τρυμαλιάς (τρυπήματος) ραφίδος εισελθείν, ή πλούσιον εις την βασιλείαν των ουρανών εισελθείν» (Μάρκ. ι’ 25 – Λουκ. ιη’ 25). Αλλά αν και η απόφασις είναι τόσο φανερά και αυτός που την είπε αψευδής, εκείνοι που πείθονται σ’ αυτήν είναι σπάνιοι.
─Και πως θα ζήσωμε όταν παραιτηθούμε από όλα; Λέγει. Και ποία θα είναι η μορφή του κόσμου όταν όλοι παραχωρούν και όλα εγκαταλείπονται;
Μη μου ζητείς να σου δικαιολογήσω τα προστάγματα του Δεσπότου. Αυτός που το ενομοθέτησε γνωρίζει, και θα προσαρμόση το αδύνατον στον νόμο. Η καρδία σου όμως με τον τρόπον αυτό σαν σε ζυγαριά δοκιμάζεται προς τα πού κλίνει. Προς την αληθινήν ζωην ή προς την πρόσκαιρον απόλαυσιν. Διότι αυτοί που σκέπτονται συνετώς, αρμόζει να θεωρούν ότι χρησιμοποιούν τον πλούτον για να τον οικονομούν κατά Θεόν και όχι για να τον απολαμβάνουν. Και όταν τον αποχωρίζονται, να χαίρωνται σαν να απαλλάσσωνται από τα ξένα, και όχι να δυσανασχετούν σαν να εγκαταλείπουν τα ιδικά τους. Γιατί λοιπόν λυπείσαι; Γιατί κυριεύεται από πένθος η ψυχή σου όταν ακούης το πώλησόν σου τα υπάρχοντα; Διότι εάν σε συνώδευαν στο μέλλον, ούτε στην περίπτωσιν αυτή θα άξιζε να τα επιζητής με τόσον πόθον, αφού επισκιάζωνται από τα εκεί πολύτιμα αγαθά. Εάν όμως κατ’ ανάγκην παραμένουν εδώ, γιατί να μην αποκομίσωμε κέρδος από αυτό με το να τα πωλήσωμε; Αλλά συ όταν δης χρυσόν και αποκτάς ίππο, δεν λυπείσαι, όταν όμως διαθέτης πράγματα φθαρτά και αντ’ αυτών λαμβάνεις βασιλείαν ουρανών, δακρύζεις και αρνείσαι αυτόν που σου τα ζητεί και δεν συγκατατίθεσαι να δώσης, επινοώντας χίλιες δύο προφάσεις για να τα καταναλώσης. Τι θα αποκριθής στoν κριτήν, εσύ που καλλωπίζεις με καλύμματα τους τοίχους και άνθρωπο δεν ενδύεις; Που στολίζεις τους ίππους και παραβλέπεις τον αδελφό σου που είναι γυμνός; Που αφήνεις το σιτάρι να σαπίση και δεν τρέφεις τους πεινασμένους; Που παραχώνεις τον χρυσό και περιφρονείς τον καταπιεζόμενον; Και εάν ζη μαζί σου γυναίκα και αγαπά τον πλούτο, η νόσος είναι διπλή. Διότι και στις διασκεδάσεις παρακινεί, και μαζί μ’ αυτές αυξάνει τις φιληδονίες και κεντρίζει τις περίεργες επιθυμίες, επινοώντας διάφορα είδη λίθων, μαργαριτάρια και σμαράγδια και υακίνθους και χρυσό, και άλλον τον επεξεργάζεται για κοσμήματα, άλλον τον υφαίνει και αυξάνει την ασθένεια με κάθε πολυτέλεια. Και δεν αποτελεί πάρεργον η ενασχόλησις με αυτά, αλλά νύκτα και ημέρα γι’ αυτά φροντίζει. Πάμπολλοι δε κόλακες που συντρέχουν στις επιθυμίες της, συγκεντρώνουν τους χρωματουργούς, τους χρυσοχόους, τους αρωματοποιούς, τους ράπτες, τους διακοσμητάς. Δεν αφήνει τον άνδρα να αναπνεύση από τις συνεχείς παραγγελίες της. Κανένας πλούτος δεν επαρκεί να εξυπηρετήση τις γυναικείες επιθυμίες, ούτε και αν ακόμη ρέη ως ποταμός. Πώς να επαρκέση, όταν αυτές θέλουν να προμηθεύωνται τα μύρα από την ανατολή σαν το λάδι από την αγοράν, αναζητούν δε θαλάσσια άνθη, πολύτιμα κογχύλια και μαργαριτάρια περισσότερα και από το μαλλί των προβάτων. Και ο χρυσός που περισφίγγει τα πολύτιμα πετράδια, άλλος μεν γίνεται στολίδι για το μέτωπον, άλλος περιδένει τον λαιμό τους, άλλος τοποθετείται στις ζώνες και άλλος μετατρέπεται σε δεσμά για τα χέρια και τα πόδια τους. Διότι χαίρονται οι γυναίκες να δένωνται με χειροπέδες, αρκεί μόνον να είναι, χρυσές. Πότε λοιπόν θα φροντίση για την ψυχή του αυτός που υπηρετεί γυναικείες επιθυμίες; Επειδή όπως οι καταιγίδες και οι τρικυμίες καταποντίζουν όσα πλοία είναι σαθρά, έτσι και οι πονηρές διαθέσεις των γυναικών, καταπνίγουν τις αδύνατες ψυχές των συζύγων. Όταν λοιπόν ο πλούτος καταναλώνεται σε τόσα πολλά πράγματα από τον άνδρα και την γυναίκα, οι οποίοι συναγωνίζονται μεταξύ τους στις επινοήσεις των ματαίων, είναι επόμενον να μη μένη καθόλου καιρός να ενδιαφερθούν για τους άλλους. Αλλά εάν μεν ακούσης «πώλησόν σου τα υπάρχοντα και δος πτωχοίς», για να έχης εφόδια για την αιωνίαν απόλαυση, τότε απέρχεσαι λυπούμενος. Εάν όμως ακούσης: δώσε χρήματα στις γυναίκες που ζουν πολυτελώς, δώσε στους γλύπτες, στους οικοδόμους στους τεχνίτες των ψηφιδωτών, στους ζωγράφους, χαίρεσαι σαν να κατακτάς κάτι πολυτιμότερον από τα χρήματα. Δεν βλέπεις αυτούς τους τοίχους που με τον χρόνον έχουν καταρρεύσει; Τα λείψανά τους ωσαν κάποιοι σκόπελοι αναδύονται σε όλη την πόλη. Όταν ανεγείροντο αυτοί οι τοίχοι, πόσοι πτωχοί υπήρχαν στην πόλιν αυτήν, οι οποίοι παρεβλέποντο από τους τότε πλουσίους λόγω της φροντίδος τους γύρω από αυτά; Πού είναι λοιπόν η κατασκευή των λαμπρών αυτών έργων; Πού είναι αυτός που εκαυχάτο για την μεγαλοπρέπειά τους; Δεν διελύθησαν και εξηφανίσθησαν όπως αυτά που κατασκευάζουν τα παιδιά παίζοντας στην αμμουδιά, ενώ εκείνος ευρίσκεται στον άδη, μετανοιωμένος για την φροντίδα των ματαίων;
Αλλά αποκαλείς τον εαυτόν σου πτωχόν. Συμφωνώ και εγώ. Διότι πτωχός είναι αυτός που χρειάζεται πολλά. Και εσάς η αχόρταστος επιθυμία σας κάνει να έχετε πολλές ανάγκες. Στα δέκα τάλαντα προσπαθείς να προσθέσης και άλλα δέκα. Όταν γίνουν είκοσι, επιζητείς άλλα τόσα, και πάντοτε καθετί που προστίθεται δεν σταματά την ορμή σου. Αντιθέτως, σου ανοίγει την όρεξη. Διότι όπως ακριβώς στους μέθυσους η προσθήκη του οίνου γίνεται αφορμή για να συνεχίσουν να πίνουν, έτσι και οι νεόπλουτοι, αφού αποκτήσουν πολλά, επιθυμούν περισσότερα, τρέφοντας την ασθένειά τους με την συνεχή επαύξηση, και κατ’ αυτόν τον τρόπον η προσπάθειά τους φέρει το αντίθετον αποτέλεσμα. Επειδή δεν τους ευχαριστούν όσα έχουν, αν και είναι τόσα πολλά, όσον τους λυπούν τα ελλείποντα, όσα δηλαδή αυτοί υποθέτουν ότι τους λείπουν. Ώστε πάντοτε η ψυχή τους λειώνει από τoν αγώνα που κάνουν να αποκτήσουν υπερβολικά αγαθά. Και ενώ θα έπρεπε να ευφραίνωνται και να ευχαριστούν για το ότι είναι πλουσιώτεροι από τόσους άλλους, αυτοί δυσφορούν και θλίβονται επειδή υστερούν από έναν ή δύο πάμπλουτους. Όταν φθάσουν αυτόν τoν πλούσιον, αμέσως αγωνίζονται να εξισωθούν με τον πλουσιώτερον, και όταν φθάσουν εκείνον, μεταφέρουν την προσπάθειά τους προς τoν άλλον. Όπως εκείνοι που ανεβαίνουν τις σκάλες ανυψώνουν το βήμα τους συνεχώς πρoς υψηλότερο σκαλοπάτι και δεν σταματούν πριν φθάσουν στο άκρον της σκάλας, έτσι και αυτοί δεν παύουν την κατακτητικήν ορμήν τους μέχρι να μείνουν μετέωροι υψηλά, τόσο ώστε η πτώσις τους να είναι καταστροφική. Όσα βλέπει ο οφθαλμός, τόσα πολλά επιθυμεί ο πλεονέκτης. «Δεν θα χορτάση ο οφθαλμός από το να βλέπη» (Εκκλ. α’ 8) και ο φιλάργυρος από το να παίρνη. Ο πλεονέκτης δεν είπε ποτέ αρκεί. Πότε θα χρησιμοποιήσης αυτά που έχεις τώρα; Πότε θα τα απολαύσης, αφού διακατέχεσαι πάντοτε από τους κόπους της αποκτήσεως;
Θα ήθελα να σε ελαφρώσω λίγο από τα έργα της αδικίας, ώστε να εύρης κάποιαν άνεση στους λογισμούς σου και να ιδής την κατάληξιν όλων αυτών των πραγμάτων. Έχεις τόσα και τόσα πλέθρα [Αρχαία μονάς μετρήσεως επιφανειών ίση με 8.740 τ.μ.] καλλιεργησίμου γης, άλλα τόσα φυτευμένα, βουνά, πεδιάδες, κοιλάδες, ποταμούς, λιβάδια. Τι θα γίνει λοιπόν με όλα αυτά; Δεν σε περιμένουν τρεις πήχεις όλοι κι όλοι; Δεν θα αρκέση το βάρος ολίγων λίθων να φυλάξη την δυστυχή σου σάρκα; Για ποίον λοιπόν κοπιάζεις; Για ποίον παρανομείς; Γιατί με τα χέρια σου συνάζεις ακαρπίαν; Είθε να ήταν ακαρπία και όχι προσάναμμα για το αιώνιον πυρ. Δεν θα απαλλαγής ποτέ από την μέθην αυτή; Δεν θα υγιάνουν οι λογισμοί σου; Δεν θα έλθης στον εαυτόν σου; Δεν θα φέρης προ των οφθαλμών σου το δικαστήριον του Χριστού; Τι θα απολογηθής όταν σε περικυκλώσουν οι αδικημένοι και θα σε κατηγορούν ενώπιον του δικαίου κριτού; Τι θα κάμης λοιπόν; Ποίους συνηγόρους θα πληρώσης; Ποίους μάρτυρες θα παρουσιάσης; Πώς θα μεταπείσης τον δικαστή που ποτέ δεν εξαπατάται; Δεν υπάρχει δικηγόρος εκεί, δεν υπάρχει η τέχνη των λόγων, η οποία ημπορεί να κλέψη την αλήθειαν από τον δικαστή. Δεν συνοδεύουν οι κόλακες, ούτε τα χρήματα, ούτε το ύψος του αξιώματος. Μόνος, χωρίς φίλους, χωρίς βοηθούς, χωρίς συνηγόρους, χωρίς απολογία, θα απομακρυνθής γεμάτος εντροπήν, σκυθρωπός, κατηφής, ολομόναχος, χωρίς κανένα θάρρος. Διότι όπου και αν περιφέρης το βλέμμα σου, θα αντικρύσης καθαρά τις εικόνες των κακών έργων. Από το ένα μέρος τα δάκρυα του ορφανού, από το άλλο τους αναστεναγμούς της χήρας, τους γρονθοκοπημένους από σε πτωχούς, τους υπηρέτες σου των οποίων εξέσκιζες τις σάρκες, τους γείτονες που εξώργιζες. Όλα θα ξεσηκωθούν εναντίον σου, ο πονηρός χορός των κακών σου πράξεων θα σε περιστοιχίση. Διότι οι αμαρτίες ακολουθούν τις ψυχές όπως η σκιά το σώμα, αποτυπώνοντας επάνω τους ολοκάθαρα τις πράξεις. Γι’ αυτό δεν χωρεί άρνησις εκεί, αλλά φράσσεται κάθε στόμα, όσον αδιάντροπο κι αν είναι. Επειδή καταθέτουν ως μάρτυρες τα ίδια τα πράγματα που σχετίζονται με τον καθένα, χωρίς να εκβάλουν φωνήν, αλλά φαίνονται όπως ακριβώς έχουν διαπραχθή από εμάς. Πώς θα ημπορέσω να σου παρουσιάσω τα φρικτά; Εάν βεβαίως ακούσης, εάν μετανοήσης, ενθυμήσου την ημέραν εκείνην κατά την οποίαν «αποκαλύπτεται οργή Θεού απ’ ουρανού» (Ρωμ. α’ 18). Ενθυμήσου την ένδοξον παρουσία του Χριστού, όταν θα αναστηθούν «οι μεν τα αγαθά πράξαντες εις ανάστασιν ζωής, οι δε τα φαύλα εις ανάστασιν κρίσεως» (πρβλ. Ιω. ε’ 29). Τότε αιώνιος εντροπή για τους αμαρτωλούς και φωτιά που μέλλει να καταφάγη όσους εναντιώθησαν στον Θεόν (Εβρ. ι’ 27). Αυτά να σε λυπούν και όχι η εντολή.
Πώς να σου απαλύνω την ψυχή; Τι να ειπώ; Δεν επιθυμείς την βασιλεία; Δεν φοβείσαι την γέενναν; Από πού θα ευρεθή ίασις για την ψυχήν σου: Διότι εάν τα φρικτά δεν σε πτοούν, τα λαμπρά δεν σε προτρέπουν, τότε απευθύνομαι σε λιθίνην καρδία. Εξέτασε, άνθρωπε, την φύση του πλούτου. Γιατί τόσον πολύ υπολογίζεις τον χρυσό; Λίθος είναι ο χρυσός, λίθος ο άργυρος, λίθος ο μαργαρίτης, όλοι λιθοι, δηλαδή πέτρες: η χρυσόπετρα και το βηρύλλιον, και ο αχάτης και ο υάκινθος, και ο αμέθυστος, και ο ίασπις. Αυτά είναι τα άνθη του πλούτου, από τα οποία σύ άλλα τα αποθηκεύεις με το να τα παραχώνης, ενώ όσους λίθους είναι διαυγείς τους καλύπτεις στο σκότος. Άλλους δε, τους πλέον πολυτίμους, τους περιφέρεις καμαρώνοντας για την λάμψη τους. Ειπέ μου, τι ωφελείσαι όταν περιστρέφης το χέρι σου που λάμπει από τα πετράδια; Δεν κοκκινίζεις όταν κατέχεσαι από επιθυμία των λίθων ωσάν τις γυναίκες που εγκυμονούν; Διότι και εκείνες λίθους ορέγονται, και συ κατέχεσαι από λαιμαργία για τα άνθη των λίθων, αφού αναζητής σαρδόνυχες και ιάσπιδες και αμεθύστους. Ποιος στολιζόμενος κατώρθωσε να προσθέση στον βίο του μίαν ημέρα; Ποίον ελυπήθη ο θάνατος για τα πλούτη του; Ποίος εγλύτωσε από την αρρώστιαν χάριν των χρημάτων του; Έως πότε ο χρυσός θα είναι η αγχόνη των ψυχών, το άγκιστρο του θανάτου, το δόλωμα της αμαρτίας; Έως πότε ο πλούτος θα είναι η αιτία του πολέμου, για τον οποίον κατασκευάζονται όπλα και ακονίζονται ξίφη; Εξ αιτίας αυτού οι συγγενείς παραβλέπουν την φυσικήν συγγένειαν, αδελφοί υποβλέπονται με φονικήν διάθεσιν, ο ένας εναντίον του άλλου. Εξ αιτίας του πλούτου οι ερημίες φιλοξενούν τους φονείς, η θάλασσα τους πειρατάς, οι πόλεις τους συκοφάντες.
Ποίος είναι ο πατήρ του ψεύδους, ποιος ο δημιουργός της πλαστογραφίας; Ποίος εγέννησε την επιορκίαν; Όχι ο πλούτος; Όχι η μέριμνα για την απόκτησή του; Τι παθαίνετε, ω άνθρωποι; Ποιος έστρεψε τα ιδικά σας εναντίον σας; Τα χρήματα είναι μέσον για την ζωή. Μήπως έχουν δοθή ως εφόδια κακών; Είναι λύτρα της ψυχής. Μήπως είναι αφορμή καταστροφής;
Αλλά ο πλούτος είναι αναγκαίος για τα τέκνα. Αυτή είναι μία ευλογοφανής δικαιολογία της πλεονεξίας. Τα τέκνα επικαλείσθε, αλλά για τον εαυτόν σας φροντίζετε. Μην ενοχοποιής τον αναίτιον, έχει τον κύριόν του, τον οικονόμον του. Από άλλον έλαβε την ζωήν, από αυτόν περιμένει τα απαραίτητα για την ζωή. Μήπως για τους εγγάμους δεν έχουν γραφή τα Ευαγγέλια; «Ει θέλεις τέλειος είναι, πώλησόν σου τα υπάρχοντα και δος πτωχοίς». Όταν εζητούσες από τον Κύριον την καλλιτεκνίαν (ενν. στο μυστήριον του γάμου), όταν ηξίωνες να γίνης πατέρας παιδιών, μήπως είχες προσθέσει και τούτο: δώσε μου τέκνα για να παρακούσω τις εντολές σου; Δώσε μου τέκνα για να μη φθάσω στην Βασιλείαν των Ουρανών; Και εκτός αυτού, ποίος θα σου εγγυηθή για την προαίρεση του παιδιού, ότι θα χρησιμοποιήση σωστά αυτό που θα του δώσης; Διότι ο πλούτος για πολλούς έγινεν υπηρέτης της ακολασίας. Ή δεν ακούεις τον Εκκλησιαστήν που λέγει: «Είδον αρρωστίαν δεινήν, πλούτον φυλασσόμενον τω παρ’ αυτού (από τον κάτοχόν τον) είς κακίαν αυτώ (γιά το κακόν του)» (Εκκλ. ε’ 12). Πρόσεξε λοιπόν μήπως, ενώ εσύναξες τον πλούτο με χιλίους κόπους, προετοιμάσεις για άλλους υλικόν αμαρτημάτων και έπειτα ευρεθείς διπλά τιμωρούμενος, για αυτά που ο ίδιος έχεις αδικήσει και γι’ αυτά με τα οποία εφωδίασες άλλους. Μήπως η ψυχή δεν σου είναι οικειοτέρα από κάθε τέκνο; Μήπως δεν συγγενεύει μαζί σου περισσότερον από όλα; Απόδοσε σ’ αυτήν πρώτην τα πρεσβεία της κληρονομιάς, δώσε της πλούσιες προϋποθέσεις για να ζήση, και τότε να μοιράσης την περιουσία στα παιδιά σου. Διότι τα τέκνα πολλές φορές, αν και δεν εκληρονόμησαν από τους γονείς, έκαμαν οίκους για τον εαυτόν τους, η ψυχή σου όμως, εάν εγκαταλειφθή από σε, από ποίον θα ελεηθή;
Προς τους πατέρας ελέχθησαν όσα ήσαν να λεχθούν. Οι άτεκνοι ποίαν ευλογοφανή δικαιολογίαν της φιλαργυρίας των επικαλούνται; Δεν πωλώ τα υπάρχοντά μου, ούτε τα δίδω στους πτωχούς, λόγω των αναγκών της ζωής. Λοιπόν δεν είναι ο Κύριος διδάσκαλός σου, ούτε το Ευαγγέλιον ρυθμίζει την ζωήν σου, αλλά συ ο ίδιος γίνεσαι νομοθέτης του εαυτού σου. Πρόσεξε όμως σε ποίον κίνδυνον εμπίπτεις όταν σκέπτεσαι κατ’ αυτόν τον τρόπον. Διότι εάν αυτά που ο Κύριος μας διέταξε ως αναγκαία, συ τα διαγράφεις ως ανεφάρμοστα, δεν κάνεις τίποτε άλλο από το να θεωρής τον εαυτόν σου φρονιμώτερον από τον νομοθέτη.
– Αλλά αφού τα απολαύσω αυτά σε όλην μου την ζωήν, λέγεις, μετά το τέλος της θα κάμω κληρονόμους της περιουσίας μου τους πτωχούς, αφού με γράμματα και διαθήκες τους αναθέσω την κυριότητα των υπαρχόντων μου.

Όταν δεν θα ευρίσκεσαι πλέον μεταξύ των ανθρώπων, τότε θα γίνης φιλάνθρωπος. Όταν σε αντικρύσω νεκρόν, τότε θα σε ονομάσω φιλάνθρωπον. Σου οφείλεται μεγάλη ευχαριστία για την φιλοτιμίαν σου, διότι ενώ κείσαι στο μνήμα και έχεις μεταβληθή με την διάλυση σε χώμα, έγινες γενναιόδωρος και μεγαλόψυχος στις δαπάνες. Ειπέ μου, όμως, ποιού καιρού τους μισθούς θα απαιτήσης; Για τον χρόνον της ζωής σου ή για μετά τον θάνατον; Αλλά τον καιρό που ευρισκόσουν στην ζωήν, τότε είχες δοθεί στα πάθη και στις ηδονές και κολυμβούσες μέσα στις απολαύσεις, και ούτε να αντικρύσης καταδεχόσουν τους πτωχούς, τώρα δε που απέθανες, ποίες είναι οι πράξεις σου; Ποίος μισθός εργασίας σου οφείλεται; Δείξε τα έργα και ζήτα τις ανταποδόσεις. Κανένας μετά την λήξη της πανηγύρεως δεν εμπορεύεται, ούτε προσερχόμενος μετά τους αγώνες στεφανώνεται, ούτε ανδραγαθεί μετά τον πόλεμο. Είναι λοιπόν φανερόν, πως ούτε μετά την ζωήν είναι δυνατόν να ευσεβή κανείς. Συ με την μελάνην και τα γράμματα δίδεις υποσχέσεις για ευεργεσίες. Ποίος λοιπόν θα σου αναγγείλη τον καιρό της εξόδου; Ποίος θα σου εγγυηθή τον τρόπον του θανάτου; Πόσοι έχουν αρπαγή αιφνιδίως, χωρίς να τους επιτρέψη το πάθημά τους ούτε φωνήν να αφήσουν; Πόσοι δεν παρεφρόνησαν από τον πυρετό; Γιατί λοιπόν αναμένεις ευκαιρίαν, αφού πολλές φορές δεν είσαι κύριος ούτε των λογισμών σου; Νύκτα βαθεία και νόσος βαρεία και βοηθός πουθενά, και αυτός που παραμονεύει για την κληρονομίαν είναι έτοιμος. Κανονίζει τα πάντα προς το συμφέρον του και σου ματαιώνει τα σχέδια. Εκείνη την ώρα, αφού στρέψης εδώ κι εκεί το βλέμμα σου και ιδής να σε έχη περικυκλώσει η ερημία, τότε θα αισθανθής την απερισκεψία σου, τότε θα αναστενάξης για την παραφροσύνη σου, για ποίον καιρόν εφύλασσες την εντολήν. Για όταν η γλώσσα παραλύη, το δε χέρι ήδη τρέμει και αρχίζουν οι απότομες συσπάσεις, ώστε ούτε με την φωνήν ούτε με τα γράμματα να ημπορής να εκφράσης την γνώμη σου. Ακόμη και στην περίπτωση που όλα θα είχαν γραφή με σαφήνεια και κάθε λέξις θα είχε διακηρυχθή απεριφράστως, θα ήταν αρκετόν ένα γράμμα να αλλοιώση εντελώς την απόφαση. Μία σφραγίδα εάν παραποιηθή, δύο ή τρείς ψευδομάρτυρες αν παρουσιασθούν, όλη η κληρονομία θα ημπορούσε να μεταφερθή σε άλλους.

Γιατί λοιπόν εξαπατάς τον εαυτόν σου διαθέτοντας τώρα κακώς τον πλούτον σου στις σαρκικές απολαύσεις, και δίδεις υποσχέσεις για το μέλλον περί πραγμάτων των οποίων δεν θα είσαι πλέον κύριος; Όπως το απέδειξεν ο λόγος, η σκέψις αυτή είναι πονηρά: όσον ζώ, θα απολαύσω τις ηδονές, όταν δε αποθάνω, θα πράξω ό,τι έχω διαταχθή. Θα ειπή τότε και σε σένα ο Αβραάμ: «απέλαβες τα αγαθά σου εν τη ζωή σου» (Λουκ. ιστ’ 25). Δεν σε χωρά η στενή και τεθλιμμένη οδός (Προβλ. Ματθ. ζ’ 14), εάν δεν αποβάλης τον όγκον του πλούτου. Εξήλθες από την ζωή βαστάζοντάς τον μαζί σου, δεν τον απέρριψες προηγουμένως, όπως είχες προσταχθή. Όταν ήσουν στην ζωήν, προτιμούσες από την εντολή τoν εαυτό σου. Μετά τον θάνατον και τη διάλυση, τότε προετίμησες την εντολήν από τους εχθρούς σου. Για να μη τα πάρη δηλαδή ο τάδε, λέγει, ας τα πάρη ο Κύριος. Και πώς να το ονομάσωμεν αυτό; Άμυναν προς τους εχθρούς ή αγάπην προς τον πλησίον; Ανάγνωσε τις διαθήκες σου: «Θα ήθελα να ζω ακόμη και να απολαμβάνω τα ιδικά μου». Άρα η χάρις ανήκει στον θάνατον, όχι σε σένα. Διότι εάν ήσουν αθάνατος, δεν θα ενθυμόσουν τις εντολές. Μην πλανάσθε. Ο Θεος ου μυκτηρίζεται (δεν εμπαίζεται) (Γαλ. στ’ 7). Το νεκρό δεν προσφέρεται στο θυσιαστήριον. Την θυσία να την προσφέρης ζωντανήν. Αυτός που προσφέρει από το περίσσευμα δεν γίνεται δεκτός. Και συ προσφέρεις στον ευεργέτην αυτά που σου επερίσσευσαν μετά από ολόκληρον την ζωή σου. Εάν δεν τολμάς από τα περισσεύματα της τραπέζης να δεξιωθής τους επισήμους, πώς λοιπόν τολμάς να εξιλεώνης τον Θεόν από τα περισσεύματα; Κοιτάξτε οι πλούσιοι το τέλος της φιλοχρηματίας και παύσετε να είσθε παθιασμένοι με τα χρήματα. Όσο φιλόπλουτος είσαι, τόσο περισσοτέραν προσπάθεια καταβάλλεις να μην αφήσης τίποτε από τα υπάρχοντά σου. Κάμε τα όλα ιδικά σου, αξιοποίησέ τα όλα για τoν εαυτόν σου, μην εγκαταλείψης σε άλλους τον πλούτον. Ίσως ουτε θα σε στολίσουν οι υπηρέτες με τον τελευταίον στολισμόν, αλλά θα εξαγνίσουν την ταφή προσπαθώντας με αυτά που απέμειναν να αποκτήσουν την εύνοια των κληρονόμων. Ίσως μάλιστα και να φιλοσοφήσουν τότε εναντίον σου. Είναι άγνοια της καλαισθησίας, θα είπουν, το να στολίζης νεκρόν και να κάμης με πολυτέλεια την εκφοράν αυτού που δεν αισθάνεται πλέον. Τι λοιπόν, δεν είναι καλλίτερον να στολίζης τους ζωντανούς με την λαμπρά και πολυτελή στολήν από το να κατασαπίζουνν μαζί με τον νεκρό τα πολύτιμα ενδύματα; Ποίον το όφελος από ένα επίσημο μνήμα, από πολυτελή ταφή και από δαπάνην χωρίς κέρδος; Αυτά πρέπει να χρησιμοποιηθούν από τους επιζώντες για τις ανάγκες της ζωής.
Όλα αυτά σου τα είπα για να σε απαλλάξω από το βάρος, αλλά και χάριν εκείνων που θα κληρονομήσουν τα ιδικά σου. Όσον λοιπόν είναι καιρός, ετοίμασε τα εντάφια εφόδια. Καλόν εντάφιον είναι η ευσέβεια. Χρησιμοποίησε ως ένδυμα όλα αυτά και έτσι να εξέλΘης από την ζωήν αυτήν. Κόσμημά σου κάμε τον πλούτο σου, πάρε τον μαζί σου. Να πεισθής στον καλό σου σύμβουλο, στον Χριστόν, που σε ηγάπησε. Σ’ αυτόν που επτώχευσε προς χάριν μας, «ίνα ημείς τη εκείνου πτωχεία πλουτήσωμεν» (Β’ Κορ. η’ 9). Να τον πιστεύσωμεν ως σοφόν που γνωρίζει καλά το συμφέρον μας, ή να τον υπομείνωμε εμπιστευόμενοι την αγάπην του, ή να τον ανταμείψωμεν ως ευεργέτην. Οπωσδήποτε όμως να κάμωμε τα όσα μας έχουν διαταχθή, για να γίνωμε κληρονόμοι της αιωνίου ζωής «της εν αυτώ τω Χριστώ, ω η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν».
(4ος αιών, ΕΠΕ, Μεγ. Βασιλείου, τόμ. 6, σελ. 284 – από το βιβλίο "Πατερικόν Κυριακοδρόμιον", σελίς 243-255. Επιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλάς)

IB’ ΜΑΤΘΑΙΟΥ Mατθ. ιθ 16-26

του Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου Ν. Καντιώτου

ΠΛOYΣIOI

«Δυσκόλως πλούσιος εισελεύσεται εις την βασιλείαν των ουρανών»

Eνας νέος πλησιάζει το Xριστό.
Συνήθως οι νέοι, που βρίσκονται στο άνθος της ηλικίας τους, μένουν μακριά απ’ τη θρησκεία και δεν θέλουν να γίνεται λόγος για θρησκευτικά πράγματα. Tρυγούν το μέλι των ηδονών, ζουν τη λεγόμενη γλυκειά ζωή κ’ έχουν για σύνθημα το «Φάγωμεν, πίωμεν· αύριον γαρ αποθνήσκομεν». Tο παρόν τους αποσχολεί, όχι το μέλλον. Σπάνιο πράγμα νέος θρήσκος. Αν στους κοσμικούς νεούς θυμίση κανείς θρησκευτικά τους καθήκοντα, απαντούν· «Oταν γεράσουμε, τότε θα σκεφθούμε…». Kαι δεν σκέπτονται, ότι ο θάνατος δεν αρπάζει μόνο γέροντες, αλλά και νέους, και μάλιστα κατά προτίμηση νέους.
Κυριακή ΙΒ’ Ματθαίου

 Περί πλούτου και πλουσίων

Αγ. Λουκάς Κριμαίας

Ακούσατε σήμερα το ευαγγελικό ανάγνωσμα περί του πλούσιου νεανίσκου, ο οποίος δεν ήθελε να μοιράσει την περιουσία του για να γίνει κληρονόμος της Βασιλείας των Ουρανών. Τότε ο Κύριος είπε στους μαθητές του ότι είναι πιο εύκολο να περάσει καμήλα από βελονότρυπα παρά να μπει πλούσιος στην Βασιλεία των Ουρανών.

Πριν δώσουμε ερμηνεία για τον λόγο που είπε ο Χριστός στον πλούσιο νεανίσκο, ακούστε τι λέει ο απόστολος Ιάκωβος για τους πλούσιους:
ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

Μητροπολίτου Νικαίας Γεωργίου Παυλίδου

Τὸ Πεσμένο Γεφύρι!

"Δὸς πτωχοῖς καὶ ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανῷ...".

2020 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 30 - ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

Ο ΠΛΟΥΣΙΟΣ ΝΕΑΝΙΣΚΟΣ (Ματθ. 19, 16-26)

†ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ

(Διασκευή ομιλίας στη Μυρσίνη, στις 25/8/1996)

Ενθουσιάζει τον Πατέρα μας

Ακούσαμε στο ευαγγέλιο, ότι ένας νέος πήγε στον Κύριό μας Ιησού Χριστό και τον ρώτησε: «Διδάσκαλε αγαθέ, τι πρέπει να κάνω για να κληρονομήσω την αιώνια ζωή;». Μας λέει κατ’ αρχήν το Ευαγγέλιο, ότι το θέμα της αιώνιας ζωής είναι κάτι το πολύ σοβαρό και πρέπει να απασχολεί γέρους και νέους. Και ότι το πρόβλημα της αιώνιας ζωής συνάπτεται πάντοτε με τις καλές πράξεις.
ΚΥΡΙΑΚΗ 30 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2020 – ΙΒ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

(Ματθ. ιθ΄ 16-26) (Α΄ Κορ. ιε΄1-11)

Ουράνια κατάκτηση

«απήλθε λυπούμενος»

Το ευαγγέλιο της Βασιλείας του Θεού κήρυσσε ο Ιησούς Χριστός σε περιοδείες που έκανε και ερχόταν σε επικοινωνία με το λαό «διδάσκων εν ταις συναγωγαίς αυτών και θεραπεύων πάσαν νόσον». Όπου μιλούσε όλοι τον άκουαν με ιδιαίτερο θαυμασμό. Τον πλησίαζαν πονεμένοι άνθρωποι για να θεραπεύσει ασθενείς τους ή για να συζητήσουν μαζί Του ζητήματα που τους απασχολούσαν. Εκείνος βέβαια άλλους ευεργετούσε, ενώ σε άλλους έλεγε: «ουκ οίδατε τι αιτείσθε». Ανάμεσα σ’  εκείνους που πλησίασαν τον Χριστό ήταν και ένας νέος που ήθελε να πληροφορηθεί από πρώτο χέρι πώς θα μπορέσει να κληρονομήσει την αιώνια ζωή. Τα πρώτα λόγια του έδειχναν ότι τον συνείχε ιερός πόθος. Μάλλον όμως σκέφθηκε να δοκιμάσει τί απάντηση θα του έδινε ο Χριστός.
«ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ»

Κυριακή ΙΒ’ Ματθαίου

(30 Αυγούστου 2020)

Βρισκόμαστε μια ημέρα μετά από την εορτή του Τιμίου Προδρόμου, μετά το θλιβερό γεγονός του μαρτυρίου, της αποτομής της τιμίας κεφαλής του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου και Βαπτιστού του Χριστού μας. Μια μέρα μετά και σήμερα το Ευαγγέλιο μας παρουσιάζει έναν πλούσιο που δεν μπορούσε να αποχωριστεί τα υλικά αγαθά του διότι ήταν προσκολλημένος σε αυτά.
ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ – 30 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2020

(Μτθ. ιθ΄ 16-26)

«Λέγω ὑμῖν ὅτι δυσκόλως πλούσιος εἰσελεύσεται εἰς τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν»

Ἀγαπητοί μου αδελφοί,

Ἦταν εὐσεβής καί καλός ἀπό τήν παιδική του ἡλικία ὁ νεανίσκος τοῦ σημερινοῦ Εὐαγγελίου. Τηροῦσε τίς θεῖες ἐντολές καί οἱ σχέσεις του μέ τό Θεό καί τούς ἀνθρώπους ἦταν ἄψογες. Ζητοῦσε ὅμως τό τέλειο καί γι’ αὐτό πλησίασε τόν Χριστό καί τόν παρακαλοῦσε νά τοῦ ὑποδείξει τόν τρόπο τῆς κατακτήσεως τῆς αἰωνίου ζωῆς. Ὁ Κύριος τοῦ πρότεινε τήν τελεία ἀπογύμνωση ἀπό κάθε πρόσκαιρο θησαυρό. «Πώλησόν σου τά ὑπάρχοντα καί δός πτωχοῖς καί ἕξεις θησαυρόν ἐν οὐρανῷ καί δεῦρο ἀκολούθει μοι». Ὁ δρόμος τῶν τελείων περνᾶ ἀπό τήν ἐλεημοσύνη καί τήν ὑποταγή, τοῦ λέγει. Ὁ νεός ὅμως κλονίζεται. Ἀγαπᾶ περισσότερο τά κτήματά του ἀπό τόν Χριστό καί μέ τήν πικρία τῆς ἀπογοητεύσεως στρέφει τά νῶτα του καί ἀπομακρύνεται. Ἀλήθεια, πολύ δύσκολα πλούσιος θά εἰσέλθει στή Βασιλεία τῶν οὐρανῶν.
ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ
Απόστολος: Α' Κορ. ιε' 1 - 11
Ευαγγέλιο: Ματθ. ιθ' 16 - 26
30 Αυγούστου 2020

«Ει δε θέλεις εισελθείν εις την ζωήν, τήρησον τας εντολάς».( Ματθ. ιθ' 17 )

Η ζωή, σαν ένα από τα μεγαλύτερα δώρα του Θεού προς τον άνθρωπο, προσφέρεται με διπλή μορφή. Την παρούσα και τη μέλλουσα ζωή. Αναφέρεται χαρακτηριστικά σε μια ευχή της Θείας Λειτουργίας: Συ εκ του μη όντος εις το είναι ημάς παρήγαγες και παραπεσόντας ανέστησας πάλιν, και ουκ απέστης πάντα ποιών, έως ημάς εις τον ουρανόν ανήγαγες και την Βασιλείαν σου εχαρίσω την μέλλουσαν».
Ο Θεός, λοιπόν, δημιούργησε τον άνθρωπο, «εκ του μη όντος εις το είναι». 
ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ’ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (30-08-2020)

ΓΡΑΠΤΟΝ Θ. ΚΗΡΥΓΜΑ

Ἡ βάση τῆς Πίστεώς μας

     Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, στό σημερινό ἀνάγνωσμα ὑπενθυμίζει στούς Χριστιανούς τῆς Κορίνθου τό χαρμόσυνο μήνυμα, πού τούς εἶχε κηρύξει, τό Εὐαγγέλιό Του. Μέ αὐτό τό κήρυγμα ἀρκετοί Κορίνθιοι πίστευσαν στόν Χριστό, συγκροτώντας τήν πρώτη Ἐκκλησία στήν Πελοπόννησο.
      Κεντρικό θέμα στήν ἐπιστολή του εἶναι τό Πάθος καί ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Γεγονότα πού εἶχαν προαναγγελθεῖ στήν Παλαιά Διαθήκη˙ καί αὐτό ὁ Παῦλος τό ἐπισημαίνει. Ἐπισημαίνοντας ταὐτόχρονα ὅτι τούς παραδίδει αὐτό πού καί ὁ ἴδιος παρέλαβε. Καί τό παρέλαβε ἀπό τόν ἴδιο τόν Ἰησοῦ ἔξω ἀπό τήν Δαμασκό, ἀλλά καί ἀπό τούς ἄλλους Ἀποστόλους, κατά τήν παραμονή του στά Ἱεροσόλυμα, ἀρκετά χρόνια πρίν ξεκινήσει τίς κοσμοσωτήριες περιοδεῖες του. Τήν ἐπιστολή του (τήν Α’ πρός Κορινθίους) ὁ Ἀπόστολος τήν στέλνει περίπου 5 χρόνια μετά τήν ἵδρυση τῆς Ἐκκλησίας τους, πιθανῶς ἀπό τήν Ἔφεσο, τό 55 μ.Χ.
ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ «ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ»

Εἶναι συμπαθὴς ἡ περίπτωση τοῦ Ἰουδαίου ἄρχοντα ποὺ ἔχοντας τηρήσει ἀπὸ τὴ νεότητά του ὅλες τὶς ἐντολὲς τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου ρωτάει τὸν Χριστό, τί τοῦ μένει ἀκόμη νὰ κάνει γιὰ νὰ ἐξασφαλίσει τὴν αἰωνιότητα. Καὶ ὁ Κύριος, γνωρίζοντας πολὺ καλὰ τί κρατᾶ συνήθως τὸν ἄνθρωπο γερὰ δεμένο στὴ γῆ, τοῦ ἀπαντᾶ: « Ἕνα σοῦ λείπει ἀκόμη, πούλησε τὴν περιουσία σου καὶ δῶσε τὰ χρήματα στοὺς φτωχούς. Ἔτσι θὰ ἔχεις θησαυροὺς στὸν οὐρανό, κι ἔλα νὰ μὲ ἀκολουθήσεις στὸ δύσκολο δρόμο τοῦ σταυροῦ».

Σάββατο, 22 Αυγούστου 2020

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

Ομιλία Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου

Ομιλία εις την Παραβολήν του τα μύρια τάλαντα οφείλοντος και τα εκατό δηνάρια απαιτούντος

Ωσάν να έχω επιστρέψει κοντά σας από μακρινό ταξίδι έτσι αισθάνομαι σήμερα· διότι γι΄ αυτούς πού αγαπούν, όταν δεν μπορούν νά ευρίσκονται μαζί με τους αγαπωμένους δεν έχουν κανένα όφελος, έστω και αν μένουν σε γειτονική οικία. Για αυτό και εγώ, μολονότι δεν απομακρύνθηκα από την πόλη, δεν αισθάνομαι καλλίτερα από όσον εάν απουσίαζα, επειδή τον τελευταίον καιρό δεν κατέστη δυνατόν να σας ομιλήσω.
ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

Περί σκληροκαρδίας

Αγ.Λουκά Κριμαίας

Ποιος άνθρωπος δεν θα θυμώσει και δεν θα δια­μαρτυρηθεί ακούγοντας την παραβολή του κάκου δού­λου στον όποιο ό κύριος του συγχώρεσε ένα μεγάλο χρέος ενώ αυτός δεν ήθελε να συγχωρέσει στον πλη­σίον του ένα μικρό;
Ταράζεται ή καρδιά μας όταν βλέπουμε τίς χειρό­τερες εκδηλώσεις των παθών καί της άμ»ρτωλότητας των ανθρώπων. Σωστά είπε ό προφήτης Δαβίδ «Καί έρρύσατο την ψυχήν μου εκ μέσον σκύμνων, έκοιμήθην τεταραγμένος υιοί ανθρώπων, οι οδόντες αυτών όπλα καί βέλη, καί ή γλώσσα αυτών μάχαιρα οξεία» (Ψαλ. 56, 5). Καί δεν το λέει για τους φονιάδες καί τους κακούργους αλλά για μας τους απλούς ανθρώ­πους. Εμάς μας αποκαλεί λιοντάρια καί λέει ότι τα δόντια μας είναι όπλα καί βέλη και ή γλώσσα - ακο­νισμένο σπαθί. Καί το σπαθί είναι όργανο του φόνου.
Κυριακὴ ΙΑ΄ Ματθαίου (Ματθ. 18,23-35) - Δύο αριθμοὶ.

+Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου

Δύο ἀριθμοὶ

Συγχώρησις, ἀγαπητοί μου, εἶνε τὸ θέμα τοῦ κηρύγματός μας. —Ὤχ, ἀδερφέ, θέμα ποὺ διάλεξες! θὰ πῇ κάποιος. Σήμερα, ποὺ τὰ πάντα φωνάζουν ἐκδίκησι, ἐσὺ ἔρχεσαι καὶ μὲ καλεῖς νὰ συγχωρήσω; Ποιόν, τὸν ἐχθρό μου;
Ἀλλ᾽ αὐτὸς δὲν εἶνε ἄνθρωπος. Μὲ ἔκλεψε, μοῦ ξερρίζωσε τὰ δέντρα, μοῦ ἔκαψε τὸ σπίτι, μοῦ σκότωσε ἄνθρωπο, μὲ πέταξε στὸ δρόμο… Κ᾽ ἐσὺ μοῦ λὲς «συγχώρησι»; Πάψε νὰ τὸ λές.
2020 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 23 – ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

ΜΥΡΙΩΝ ΤΑΛΑΝΤΩΝ (Ματθ. 18, 23-35)

†ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ

(Διασκευή ομιλίας στη Φιλιππιάδα, στις 10/8/1980) 

Μη ξεχνάμε τις δωρεές του Θεού

Ακούσαμε στο ευαγγέλιο ότι ένας άνθρωπος με μεγάλο αξίωμα, αποφάσισε να ξεκαθαρίσει τούς λογαριασμούς του με τούς χρεωφειλέτες του. Άρχισε λοιπόν ο έλεγχος και του παρουσίασαν κάποιον δούλο του που του χρωστούσε 10.000 τάλαντα. Αστρονομικό ποσό! Με τόσα χρήματα εκείνη την εποχή αγόραζες ολόκληρη πόλη. Επειδή όμως ο χρεωφειλέτης δεν είχε να τα δώσει, άρχισε να τον παρακαλεί τον άρχοντα να του δώσει κάποια προθεσμία. Και τρομοκρατημένος καθώς ήταν, μια και ο άρχοντας είχε το δικαίωμα να τον πουλήσει δούλο –αυτόν, τους δικούς του- και να βγάλει σε πλειστηριασμό ό,τι είχε, έκλαιε, ορκιζόταν και υποσχόταν ότι θα εξοφλούσε το χρέος του. Αλλά ο Κύριός του ήταν εύσπλαχνος και βλέποντας ότι ο άνθρωπος αυτός δεν πρόκειται να του δώσει τίποτε γιατί είχε πέσει σε μεγάλη φτώχεια, του φέρθηκε μεγαλόψυχα και του χάρισε ολόκληρο εκείνο το ποσό.
Η ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΜΑΣ

Ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, ὁ ἄπειρος Θεὸς τοῦ οὐρανοῦ καί τῆς γῆς, ὁ Δημιουργός, «δι ̓ οὗ τά πάντα ἐγένετο», ἔκρυψε τήν θεία Του μεγαλειότητα καί ἔγινε ἄνθρωπος, ὅμοιος μέ ἐμᾶς, χωρίς ἁμαρτία. Ἀσύλληπτη ἡ συγκατάβασή Του, καί γι ̓ αὐτό καί ἄπειρη ἡ ὕψωση καί ἡ δόξα Του. Ὅσο χαμηλά κατέβηκε, τόσο ψηλά ἀνῆλθε! Ὁ Θεός Πατήρ ὑπερύψωσε τόν Υἱό Του, καί ὡς ἄνθρωπο, στήν ἐξουσία καί τιμή τῆς Θεότητος. Τοῦ δίνει τήν πρώτη θέση στήν Ἱεραρχία τοῦ ὁρατοῦ καί ἀοράτου κόσμου.
ΚΥΡΙΑΚΗ 23 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2020

ΑΠΟΔΟΣΗ ΕΟΡΤΗΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

(Λουκ. ι΄ 38-42, ια΄ 27-28), (Φιλιπ. β΄ 5-11)

Το πλήρωμα του χρόνου

“Ευλογημένη Συ, η χωρήσασα Χριστόν”

Στη σημερινή ευαγγελική περικοπή διαβάζεται το ίδιο ανάγνωσμα που ακούστηκε κατά τη μεγάλη εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, στις 15 Αυγούστου. Η σοφία των πατέρων της Εκκλησίας όρισε όπως οκτώ μέρες, μετά την μετάσταση στους ουρανούς της Υπεραγίας Θεοτόκου, θυμούμαστε και πάλι το ίδιο γεγονός λόγω της σημαντικότητας του στο θείο σχέδιο για τη σωτηρία του ανθρώπου.
ΤΟ ΘΕΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 23 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2020

ΑΠΟΔΟΣΙΣ ΕΟΡΤΗΣ ΚΟΙΜ. ΘΕΟΤΟΚΟΥ

 (Λουκ. Ι΄ 38 - 42)

ΤΟ ΘΕΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ

Δὲν ὑπάρχει πλάσμα τοῦ Θεοῦ μέσα σὲ ὅλη τὴ Δημιουργία, ποὺ νὰ ξεπερνᾶ σὲ ἀξία τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο Μαρία, τὴν Μητέρα τοῦ Κυρίου μᾶς Ἰησοῦ Χριστοῦ. Αὐτὴ εἶναι ἡ «μετὰ Θεὸν ἡ Θεός, τὰ δευτερεία τῆς Τριάδος ἡ ἔχουσα», ἡ τιμιωτέρα τῶν Χερουβεὶμ καὶ ἐνδοξοτέρα ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ», εἶναι «ἡ κλίμαξ ἡ ἐπουράνιος, δὶ’ ἢς κατέβη  ὁ Θεός, ἡ γέφυρα ἡ μετάγουσα τοὺς ἐκ γὴς πρὸς οὐρανόν». Εἶναι ἡ μεσίτρια τοῦ ἀνθρωπίνου γένους πρὸς τὸν Θεό, εἶναι ἡ γλυκιὰ μάνα ὅλων τῶν πονεμένων καὶ παντοιοτρόπως κατατρεγμένων αὐτοῦ του κόσμου. Γι’ αὐτὸ καὶ τὴν ὑπεραγαποῦμε, τὴν τιμοῦμε σὲ κάθε λατρευτικὴ εὐκαιρία καὶ παντοτινὰ τὴν ἐπικαλούμαστε μὲ πόθο νὰ ἔρθει νὰ μᾶς βοηθήσει σὲ κάθε δοκιμασία μας καὶ σὲ κάθε πρόβλημά μας. «Παναγιά μου!», ἀνακράζει ὁ ἀναγκεμένος πιστὸς καὶ αὐτὴ ὡς γοργοεπήκοος ἔρχεται νὰ βοηθήσει, νὰ δώσει τὴ λύση μὲ τὸν τρόπο ποὺ ἡ ἴδια γνωρίζει, πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος.
ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ – 23 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2020

(Μτθ. ιη΄ 23-35)

 «οὕτω καὶ ὁ Πατὴρ μου ὁ ἐπουράνιος ποιήσει ὑμῖν, ἐὰν  μὴ ἀφῆτε ἕκαστος τῷ ἀδελφῷ αὑτοῦ ἀπὸ τῶν καρδιῶν ὑμῶν τὰ παραπτώματα αὐτῶν».

Μὲ τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ,  ἀγαπητοὶ μου ἀδελφοί, κηρύχθηκε σὲ ὅλα τά ἔθνη τὸ μήνυμα τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ἀνεξικακίας. Τὸ μήνυμα αὐτὸ ἔρχεται νὰ μᾶς ὑπενθυμίσει καὶ ἡ Ἐκκλησία μας μὲ τήν παραβολὴ τοῦ σκληρόκαρδου δούλου, πού ἀκούσαμε σήμερα.
ΑΠΟΔΟΣΙΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΗΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ
Απόστολος: Φιλιπ. β΄5- 11
Ευαγγέλιο: Λουκ. ι΄ 38-42 και ια΄ 27-28
23 Αυγούστου 2020

«Εν τη Κοιμήσει τον κόσμον ου κατέλιπες Θεοτόκε»

Με πνευματική χαρά και ευφροσύνη γιορτάζει και σήμερα, ημέρα απόδοσης της εορτής, ο ευσεβής ορθόδοξος λαός το μεγάλο γεγονός της ενδόξου Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Όπου υπάρχει ενορία ή μοναστήρι ή προσκύνημα αφιερωμένο στη μνήμη της κατακλείστηκε, πριν από οκτώ ημέρες, από χιλιάδες πιστών που αυθόρμητα έσπευσαν να εκδηλώσουν την υιική αφοσίωση και αγάπη τους προς Εκείνην, που δεν παύει στον ουρανό και στη γη να πρεσβεύει γι’ αυτούς. Γιόρτασαν, την Κοίμησή της με χαρά, όχι με θρήνους και κατήφεια, γιατί πιστεύουν, ότι την Θεοτόκο «τάφος και νέκρωσις ουκ εκράτησεν» και ότι τώρα που βρίσκεται «εκ δεξιών του Σωτήρος» θα πρεσβεύει πιο αποτελεσματικά στον Μονογενή της και θα ανταποκρίνεται μητρικά στις επικλήσεις τους.
«ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ»

Κυριακή ΙΑ΄ Ματθαίου

Απόδοση Εορτής Κοιμήσεως τής Θεοτόκου

(23 Αυγούστου 2020)

      Εννέα ημέρες σήμερα από την κοίμηση της Θεοτόκου. Στις 15 του μηνός Αυγούστου εορτάσαμε την Κοίμηση της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας. Σε ποιά χρονική συγκυρία τοποθετείται αυτή η εορτή; Το πολιτικό ημερολόγιο αρχίζει με τον μήνα Ιανουάριο. Όμως το εκκλησιαστικό ημερολόγιο έχει την έναρξή του τον Μήνα Σεπτέμβριο. Εάν ακολουθήσουμε την σειρά των εορτών μέσα στο εκκλησιαστικό έτος, δηλαδή με αφετηρία τον μήνα Σεπτέμβριο, θα διαπιστώσουμε ότι το πρόσωπο της Παναγιάς μας σηματοδοτεί την έναρξη με την εορτή της γεννήσεως της Θεοτόκου και ολοκληρώνει, κλείνει το έτος τον μήνα Αύγουστο με την εορτή της Κοιμήσεως. Η Παναγιά μας, λοιπόν, ανοίγει το εκκλησιαστικό έτος και πάλι η Παναγιά μας το κλείνει.
ΚΥΡΙΑΚΗ Ι' ΛΟΥΚΑ (23-8-2020)

ΓΡΑΠΤΟΝ Θ. ΚΗΡΥΓΜΑ

Ἡ ταπείνωση θεμέλιο τῆς ἑνότητας καί τῆς ἀγάπης

Ἡ Ἐκκλησία μας, Χριστιανοί μου, καί αὐτήν τήν Κυριακή ἐπανέρχεται μέ τό Ἀποστολικό ἀνάγνωσμα στό πρόβλημα τῶν διαφωνιῶν. Καί ζητᾶ ἀπό τούς πιστούς νά φρονοῦν τό ἴδιο (δηλαδή νά πιστεύουν καί νά φέρονται ὅλοι ὅμοια).
Αὐτή ἡ κλήση γιά ὁμοφωνία, πού σημαίνει ταυτόχρονα καί ἑνότητα, δέν μπορεῖ νά πραγματωθεῖ εὔκολα. Ἡ δυσκολία δέν εἶναι μόνο ὁ ἐγωϊσμός καί ἡ ἰσχυρογνωμοσύνη. Εἶναι καί ἡ ἀπώλεια προσανατολισμοῦ σέ ἕνα ζωντανό καί πειστικό παράδειγμα. Αὐτό ἀκριβῶς τό παράδειγμα ὁ Ἀπόστολος Παῦλος τό ὑπογραμμίζει στήν πρός Φιλιππησίους ἐπιστολή του: εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός!
ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ «Η ΕΥΘΥΝΗ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ» 23-8-2020

«Η ΕΥΘΥΝΗ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ»

Μέ παραβολή μιλᾶ σήμερα ὁ Κύριός μας στό Εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα, θέλοντας νά προσδιορίσει τήν πραγματικότητα στίς ἀνθρώπινες σχέσεις καί νά ὑποδείξει τήν ἐπιθυμητή καί πλέον συμφέρουσα γιά τόν ἄνθρωπο ὁδό.  Ἕνας δοῦλος βρῆκε στόν δρόμο του ἕναν σύνδουλό του, στόν ὁποῖο εἶχε δανείσει ἕνα εὐτελές ποσό, πού ὅμως ἀκόμη δέν τοῦ εἶχε ἐπιστραφεῖ. Ὅρμησε λοιπόν ἐπάνω του καί τόν ἔπνιγε, ἀπαιτώντας τήν ἐπιστροφή του ὀφειλουμένου μικροδανείου. Παρά τίς ἱκεσίες τοῦ ὀφειλετη, ὁ ὁποῖος γονατιστός τόν παρακαλοῦσε γιά μιά πίστωση χρόνου , μέχρι νά βρεῖ τό ὀφειλόμενο ποσό, ὁ δανειστής δοῦλος ἔσυρε τόν συνδούλο του καί τόν ἔκλεισε φυλακή. Θά μποροῦσε κανείς νά πεῖ ὅτι αὐτή ἡ συμπεριφορά τοῦ δανειστῆ δούλου πρός τόν ὀφειλέτη σύνδουλό του εἶναι καθόλα νόμιμη καί λογική. Κατά τήν κυρίαρχη παγκόσμια οἰκονομική ἀρχή, «οἱ συμφωνίες πρέπει νά τηροῦνται».

Σάββατο, 15 Αυγούστου 2020

Κυριακή Ι’ Ματθαίου: Η δύναμη της πίστης

Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς

(Ματθ. ιζ 14-23)

Από τη δημιουργία του κόσμου και του χρόνου όλοι οι λαοί της γης πίστευαν πως υπάρχει πνευματικός κόσμος, αόρατα πνεύματα. Πολ­λοί άνθρωποι όμως απομακρύνθηκαν από τη θεωρία αυτή κι αποδίδουν μεγαλύτερη δύναμη στα πονηρά πνεύματα, παρά στα αγαθά. Με την πάροδο του χρό­νου θεοποίησαν τα πονηρά πνεύματα, έχτισαν ναούς προς τιμή τους, προσέφεραν θυσίες και προσευχές και κατέφευγαν σ' αυτά για κάθε πρόβλημά τους. Όσο περνούσαν τα χρόνια πολλοί άνθρωποι εγκατέλειψαν τελείως την πίστη τους στα αγαθά πνεύματα κι αφέ­θηκαν να πιστεύουν μόνο στα πονηρά, στους «κακούς θεούς», όπως τα ονόμαζαν. Ο κόσμος αυτός έμοιαζε πια με στάδιο, όπου άνθρωποι και πονηρά πνεύματα ανταγωνίζονταν μεταξύ τους. Τα πονηρά πνεύματα βασάνιζαν τους ανθρώπους όλο και περισσότερο, τους τύφλωναν πνευματικά, μόνο και μόνο για να σβήσουν από τη μνήμη τους την ιδέα του καλού Θεού και της μέγιστης και θεόσδοτης δύναμης των αγαθών πνευ­μάτων.
Κυριακή Ι Ματθαίου – η Ευαγγελική Περικοπή της Θ. Λ.,

λόγος του Αγίου Μακαρίου του Πατμίου. «Θεραπεία του σελυνιαζομένου νέου.»

Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον Κεφ. Ιζ. 14 – 23

Επιμέλεια κειμένου, Νικολέτα – Γεωργία Παπαρδάκη.

Ομιλία του Αγίου Μακαρίου του Πατμίου, σχετικά με το ότι το να σεληνιάζεται κανείς και να πάσχει από τον δαίμονα, σημαίνει την υποδούλωση στα θελήματα της σαρκός, όπως κυρίως η πορνεία.

Άξιος αληθώς πολλών επαίνων είναι ο σημερινός πατέρας —αν και ολιγόπιστος κατά έναν τρόπον— διότι εσυμπόνεσε τη δυστυχία του υιού του, δεν υπέφερε άλλο τα βάσανα, τους κινδύνους και τους πειρασμούς τους οποίους καθημερινώς του προξενούσε ο κοινός και αδιάλλακτος εχθρός. Είναι και κατ’ άλλον τρόπον επαινετός, για το ότι δεν προσέτρεξε σε ανθρώπινα νοσοκομεία, αλλά σε Αυτόν τον άμισθον ιατρόν των ψυχών και των σωμάτων.
Κυριακή Ι΄Ματθαίου (Ματθ.ιζ΄14-23)

Ὑπόμνημα εἰς τὸν Ἅγιον Ματθαῖον τὸν Εὐαγγελιστὴν

ὁμιλίαν νζ΄

Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου

α΄. Δὲν τὸ γνώριζαν ἀσφαλῶς ἀπὸ τὶς Γραφὲς, ἀλλὰ ἦταν ἑρμηνεία δική τους καὶ κυκλοφοροῦσε ὁ λόγος αὐτὸς ἀνάμεσα στὸν ἄπειρο λαό, ὅπως καὶ σχετικὰ μὲ τὸ Χριστό. Γι’ αὐτὸ ἔλεγε ἡ Σαμαρείτισσα· Ἔρχεται ὁ Μεσσίας. Ὅταν ἔρθη ἐκεῖνος θὰ μᾶς τὰ ἀναγγείλη ὅλα. Κι ἐκεῖνοι ρωτοῦσαν τὸν Ἰωάννη· Ὁ Ἠλίας εἶσαι ἤ ὁ προφήτης; Ὅπως εἶπα ὑπῆρχε καὶ ὁ λόγος γιὰ τὸ Χριστὸ καὶ ὁ λόγος γιὰ τὸν Ἠλία, ἀλλὰ δὲν τὸν ἐξηγοῦσαν ὅπως ἔπρεπε.
Ἡ κλωστή! «Καὶ ἐθεραπεύθη ὁ παῖς ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης».

Κυριακή Ι΄ Ματθαίου. (Ματθ. ιζ΄ 14-23)

(†) ἐπισκόπου Γεωργίου Παυλίδου Μητροπολίτου Νικαίας

Μὲ καρδιὰ ματωμένη καὶ ψυχὴ τραυματισμένη ἀπὸ τὰ ἀδυσώπητο μαχαίρι τοῦ πόνου ἔρχεται ὁ δυστυχισμένος πατέρας πρὸς τὸν Κύριον.  Σέρνει ἀπὸ τὸ χέρι ἕνα παιδί. Εἶναι ἀξιολύπητο. Μόνον γονεῖς, ποὺ εἶχαν τὴν πικρίαν νὰ κρατοῦν στὴν ἀγκαλιὰ των ἀτυχῆ καὶ ἀνάπηρα πλάσματα, μόνον αὐτοὶ ἠμποροῦν νὰ ἀντιληφθοῦν ἀκριβῶς τὸ ψυχικὸν δρᾶμα αὐτοῦ τοῦ πατέρα, ποὺ εἶναι ἀναγκασμένος νὰ ἀντικρύζῃ κάθε ἡμέραν τὸ κωφὸν, τὸ ἄλαλον, τὸ ἀφρίζον, τὸ συναταρασσόμενον σπλάχνον του, χωρὶς νὰ ἠμπορῇ νὰ τὸ ἀνακουφίσῃ, νὰ τὸ σώσῃ.
Κυριακή Ι’ Ματθαίου: Ερμηνεία Αποστολικής περικοπής 

Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος

[Α΄ Κορ. 4, 9-16]

[Υπομνηματισμός των χωρίων Α΄Κορ. 4, 9-12]

Είδες πώς φανερώνει συγχρόνως και τη σοβαρότητα και την πατρική φροντίδα του και τον φιλόσοφο νου του; Είδες πώς αφαιρεί την αλαζονεία; «δοκῶ γάρ ὅτι ὁ Θεὸς ἡμᾶς τοὺς ἀποστόλους ἐσχάτους ἀπέδειξεν, ὡς ἐπιθανατίους, ὅτι θέατρον ἐγενήθημεν τῷ κόσμῳ, καὶ ἀγγέλοις καὶ ἀνθρώποις (: κάθε άλλο όμως παρά βασιλεία απολαμβάνουμε εμείς οι απόστολοι· διότι νομίζω ότι ο Θεός εμάς τους απόστολους μας παρουσίασε δημόσια και στα μάτια όλων ως τελευταίους, ως καταδίκους που πρόκειται να θανατωθούν· διότι γίναμε θέαμα σε όλο τον κόσμο, και στους αγγέλους και στους ανθρώπους. Και από τη μια μας θαυμάζουν οι ενάρετοι άνθρωποι ενώ, από την άλλη, μας περιφρονούν και μας χλευάζουν οι άλλοι)» [Α΄Κορ. 4, 9],
2020 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 16 - ΚΥΡΙΑΚΗ Ι ΜΑΤΘΑΙΟΥ

Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΔΑΙΜΟΝΙΖΟΜΕΝΟΥ ΝΕΟΥ (Ματθ. 17, 14-23)

†ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ

(Διασκευή ομιλίας στην Άνω Σκαφιδωτή, στις 20/8/2006)

Η πίστη να είναι ζωντανή

Μας μίλησε το Ευαγγέλιο για ένα πονεμένο πατέρα που το παιδί του σεληνιαζόταν. Όταν το κυρίευε το δαιμόνιο, γινόταν εκτός εαυτού και έπεφτε άλλοτε στο νερό και άλλοτε στη φωτιά. Ο ταλαίπωρος πατέρας ζούσε με την πίκρα για την κατάσταση του παιδιού του και με αγωνία για ένα τέλος θλιβερό.

Όταν όμως άκουσε για τον Χριστό, έτρεξε κοντά Του, για να του ζητήσει βοήθεια. Του είπε: «Κύριε, πήγα το παιδί μου πρώτα στους μαθητές σου, για να μην σε ενοχλήσω. Αλλά δεν έκαναν τίποτε. Δεν μπόρεσαν να το θεραπεύσουν. Αν μπορείς εσύ κάνε κάτι, λυπήσου με». Αργότερα οι μαθητές ρώτησαν τον Χριστό:

-Γιατί εμείς δεν τα καταφέραμε;
ΚΥΡΙΑΚΗ 16 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2020 – Ι΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

(Ματθ. ιζ΄ 14-23) (Α Κορ. δ΄ 9-16)

 Παιδαγωγία Χριστού

 «πολλάκις πίπτει εις το πύρ, και πολλάκις εις το ύδωρ»

Τη θεραπεία του παιδιού του ζητούσε εναγωνίως ο  τραγικός πατέρας που το έβλεπε με πόνο ψυχής να υποφέρει από ακάθαρτο πνεύμα. Η περιγραφή που ο ίδιος δίνει, αποκαλύπτει το μέγεθος της τραγωδίας που βίωναν: “πολλάκις πίπτει εις το πυρ, και πολλάκις εις το ύδωρ”. Η σκηνή που ξεδιπλώνει μπροστά μας ο ευαγγελιστής Ματθαίος  δίνει το στίγμα της δουλείας στην οποία περιέρχεται ο άνθρωπος από τις δυνάμεις του κακού, όταν παραλείπει να ακολουθεί το δρόμο που μας υποδεικνύει η Ορθόδοξη Εκκλησία μας. Πραγματικά, ο νέος εκείνος από μικρό παιδί είχε παγιδευτεί στα πλοκάμια του διαβόλου και κάτω από τη σκοτεινή εξουσία του είχε καταντήσει μια καθ’ όλα τραγική ύπαρξη.

Η ευθύνη των γονέων
ΚΥΡΙΑΚΗ Ι΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ – 16 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2020

(Μτθ. ιζ΄ 14-23)

Ἀγαπητοί ἀδελφοί, ὅσοι ἔχουν παιδιά μποροῦν νά καταλάβουν τόν πόνο ἐκείνου τοῦ πατέρα, πού πλησίασε τόν Ἰησοῦ Χριστό καί τόν παρακάλεσε γιά τό ἄρρωστο παιδί του. Μιά ἀρρώστια τοῦ παιδιοῦ εἶναι πάντα μεγάλη δοκιμασία γιά τούς γονεῖς, καί μάλιστα ὅταν ἡ ἀρρώστια εἶναι ἀνίατη. Ὁ πατέρας, γιά τόν ὁποῖο λέει τό σημερινό Εὐαγγέλιο, δέν παρέλειψε νά περιγράψει τήν τραγική εἰκόνα τοῦ παιδιοῦ του, πού συχνά ἔβλεπαν τά μάτια του· «σεληνιάζεται καί κακῶς πάσχει· πολλάκις πίπτει εἰς τό πῦρ καί πολλάκις εἰς τό ὕδωρ»· σεληνιάζεται καί βασανίζεται πολύ· πολλές φορές πέφτει στή φωτιά καί πολλές φορές στό νερό. Μιά τέτοια εἰκόνα εἶναι σπαραγμός καί μαχαίρι στίς καρδιές τῶν γονέων.
ΤΟ ΘΕΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 16 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2020

ΚΥΡΙΑΚΗ Ι΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ

(Ματθ. ΙΖ΄ 14 - 23)

Τὸ μεγαλύτερο δυστύχημα γιὰ τὸν ἄνθρωπο εἶναι ἡ ἀπώλεια τῆς ψυχῆς του, ὁ αἰώνιος θάνατος στὴν κόλαση, ἡ «μετὰ τῶν δαιμόνων συνδιαγωγή». Θὰ ἦταν προτιμότερο νὰ μὴν εἶχε γεννηθεῖ ὁ ἄνθρωπος αὐτός, ὅπως εἶπε ὁ Χριστὸς γιὰ τὸν προδότη Ἰούδα. Στὴν αἰώνια καταδίκη ὁδηγεῖ ἡ πολυποίκιλη ἁμαρτία καὶ ἡ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸν Θεό, ἡ ὁποία πολλὲς φορὲς σὲ ἀκραία μορφὴ καταλήγει στὸν δαιμονισμὸ τοῦ ἀνθρώπου, στὴν κατοχή του ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα πονηρὰ πνεύματα. Εἶναι καὶ αὐτὸ μία πρόγευση τῆς κολάσεως, μία ἀνείπωτη, ἀβάσταχτη συμφορά, ἕνα φρικτὸ μαρτύριο, τόσο γιὰ τὸν ἴδιο τὸν δαιμονιζόμενο, ὅσο καὶ γιὰ τοὺς οἰκείους του, ποὺ τὸν βλέπουν νὰ ὑποφέρει κατ’ αὐτὸν τὸν ὀδυνηρὸ τρόπο. Τρέχουν αὐτοὶ λοιπὸν σὲ ὅλους τους πιθανοὺς θαυματουργικοὺς τόπους, σὲ θαυματουργὲς εἰκόνες, σὲ σεβάσμιους ἱερεῖς, σὲ ἱερὰ προσκυνήματα, κάνουν τὰ πάντα, γιὰ νὰ βροῦν τὴ ἴαση καὶ τὴν ἀπελευθέρωση τοῦ διακατεχομένου ἀπὸ τὸ πονηρὸ πνεῦμα.
«ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ»

Κυριακή μετά την εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου

(16 Αυγούστου 2020)

      Μία ημέρα μετά την εορτή της παναγιάς μας και η Παράδοση της Εκκλησίας μας, διασώσει το γεγονός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου με την διήγηση από το συναξάριο της εορτής. Σύμφωνα με την συναξαριακή παράδοση, τρείς ημέρες πριν την κοίμηση, άγγελος Κυρίου γνώρισε στην Θεοτόκο ότι πρόκειται να μεταβεί στον Υιό της. Όπως και στην περίπτωση του Ευαγγελισμού που εκεί άγγελος της έφερε το μήνυμα ότι θα γεννήσει τον Χριστό, έτσι και στην κοίμησή της, άγγελος την προετοιμάζει για την άνοδό Της στον ουρανό. Αμέσως μετά, η Θεοτόκος ανεβαίνει στο όρος των Ελαιών για να προσευχηθεί, στο ίδιο όρος όπου προσευχήθηκε ο Χριστός πριν το πάθος του. Μετά το πέρας της προσευχής επέστρεψε στην οικία της όπου η οικία σείσθηκε, ταρακουνήθηκε, όπως και στην Σταύρωση του Χριστού που σείσθηκε η γη.
«Παρακαλῶ οὖν ὑμᾶς, μιμηταί μου γίνεσθε»

Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς Ι ́ Ματθαίου

(Α ́ Κορ. δ ́, 9-16)

Ἄς ἔχει δόξα ὁ Θεός, ἀδελφοί μου, διότι μέσα ἀπό τά θεόπνευστα κείμενα τῆς Ἁγίας Γραφῆς, μᾶς δίνεται ἡ δυνατότητα νά δοῦμε, μεταξύ ἄλλων, τόν ἱερό ἀγῶνα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, καί συνάμα νά δοῦμε καί νά ρυθμίσουμε τήν δική μας συμπεριφορά στόν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά καί τῆς κοινωνίας στήν ὁποία ζοῦμε, γενικώτερα.
Τό Ἀποστολικό ἀνάγνωσμα πού θά ἀναγνωστεῖ τήν δεκάτη Κυριακή, πραγματικά συγκλονίζει. Καί συγκλονίζει, διότι συνειδητοποιεῖ ὁ Χριστιανός, τί θά πεῖ νά μένει κανείς ἑδραῖος καί ἀμετακίνητος στό ὕψος τῆς Ὀρθοδόξου πνευματικότητος. Τί θά πεῖ Ἀποστολική διδαχή καί συνέπεια στή ζωή πού ἄφησαν ὡς παρακαταθήκη στήν Ἐκκλησία μας οἱ προσωπικότητες πού μᾶς καλοῦν νά τούς μιμηθοῦμε: «Παρακαλῶ οὖν ὑμᾶς, μιμηταί μου γίνεσθε» (Α ́ Κορ. δ ́, 16)....
ΚΥΡΙΑΚΗ Ι’ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (16-08-2020)
ΓΡΑΠΤΟΝ Θ. ΚΗΡΥΓΜΑ

Παιδαγωγία καί πατρότητα

Ἀφοῦ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἀπαριθμεῖ πρός τούς Κορινθίους τά δεινά πού ἀντιμετωπίζουν οἱ Ἀπόστολοι, προχωρεῖ σέ μιά οὐσιώδη διάκριση: τῆς παιδαγωγίας ἀπό τήν πατρότητα.
Ὑποθέτοντας (γιά τήν οἰκονομία τοῦ λόγου) πώς οἱ Χριστιανοί, στούς ὁποίους ἀπευθύνονταν, ἔχουν χιλιάδες παιδαγωγῶν, τολμᾶ καί διαχωρίζει τήν δική του ἀποστολή. Καί ὀνομάζει τόν ἑαυτό του πατέρα. Προχωρᾶ, μάλιστα, στήν θεμελίωση αὐτῆς τῆς μοναδικῆς του ἰδιότητας: «…διά τοῦ Εὐαγγελίου ἐγώ ὑμᾶς ἐγέννησα».
ΚΥΡΙΑΚΗ Ι΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
Απόστολος: Α΄ Κορ. δ΄ 9 – 16
Ευαγγέλιον: Ματθαίου ιζ' 14 – 23
16 Αυγούστου 2020

«Κύριε ἐλέησόν μου τόν υἱόν…….Προσήνεγκα αὐτόν τοῖς μαθηταῖς σου, καί οὐκ ἠδυνήθησαν αὐτόν θεραπεῦσαι»
Συγκινημένος και παρακλητικός ο ταλαίπωρος πατέρας έφερε το παιδί του, που επικίνδυνα σεληνιάζεται, για να το θεραπεύσει ο Κύριος, αγαπητοί μου αδελφοί.
Πλησίασε πρώτα τους μαθητές του Χριστού, ελπίζοντας να πετύχει την θεραπεία. Δεν τα κατάφεραν όμως, αν και ο Κύριος τους ανέθεσε, και προφανώς τους είχε διδάξει, τι να κάνουν.
ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ «Η ΠΊΣΤΗ ΩΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΗ ΤΟΥ ΘΑΥΜΑΤΟΣ»

Ἡ Εὐαγγελική περικοπή ἀναφέρεται στη θεραπεία τοῦ ἐπιληπτικοῦ νέου. Ὁ Εὐαγγελιστής Ματθαῖος, ἐπικεντρώνει τήν προσοχή μας σέ δύο κυρίως σημεῖα: στήν ἐξουσία τοῦ Ἰησοῦ κατά τῶν δαιμόνων καί στήν συζήτησή του μέ τούς μαθητές περί τῆς ἀπιστίας ὡς αἰτίας τῆς ἀδυναμίας τους νά ἐπιτελέσουν τήν θεραπεία καί περί τῆς δυνάμεως τῆς πίστεως.

Σάββατο, 1 Αυγούστου 2020

Κυριακή Η’ Ματθαίου

Ερμηνεία Αποστολικής περικοπής (Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος)

[Α΄Κορ. 1, 10-17]

(Υπομνηματισμός των εδαφίων Α΄Κορ. 1, 10-13)

«Παρακαλῶ δὲ ὑμᾶς, ἀδελφοί, διὰ τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἵνα τὸ αὐτὸ λέγητε πάντες, καὶ μὴ ᾖ ἐν ὑμῖν σχίσματα, ἦτε δὲ κατηρτισμένοι ἐν τῷ αὐτῷ νοΐ καὶ ἐν τῇ αὐτῇ γνώμῃ (: σας παρακαλώ λοιπόν, αδελφοί, στο όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, να ομολογείτε όλοι την ίδια πίστη και να μην υπάρχουν μεταξύ σας διαιρέσεις, αλλά να είστε αρμονικά ενωμένοι με τα ίδια φρονήματα όλοι σας και με τις ίδιες γνώμες και αποφάσεις)».
Ο ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΡΤΩΝ 1

«Γιατί ἆραγε ὁ Κύριος δὲν μετέτρεψε τὶς πέτρες σὲ ψωμιά, ὅταν τοῦ τὸ ζήτησε ὁ σατανᾶς, ἀλλὰ ἀργότερα πολλαπλασίασε τὸ λίγο ψωμὶ σὲ μία τεράστια ποσότητα;»

Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς

Ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν ἄρτων  (Κυριακὴ Η´Ματθαίου, Ματθ.  ιδ´ 14-22) [1]

 (Ἀπὸ τὸ βιβλίο Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς «Ὁμιλίες Δ´ – Κυριακοδρόμιο», ἐκδ. Πέτρου Μπότση, 2012)

.         Ὅλα ὅσα κάνει ὁ Ὕψιστος, εἶναι ἀπαραίτητα. Δὲν κάνει τίποτα ἄσκοπο, τίποτα ὑπερβολικό, τίποτα ποὺ νὰ μὴ χρειάζεται. Γιατί μερικοὶ ἄνθρωποι περιφέρονται τόσο ἄσκοπα καὶ κάνουν τόσο ἀδιάφορα πράγματα; Ἐπειδὴ δὲν εἶναι βέβαιοι γιὰ τὸν σκοπὸ τῆς ζωῆς τους, γιὰ τὸν προορισμὸ τοῦ ἐπίγειου ταξιδιοῦ τους. Γιατί μερικοὶ ἄνθρωποι ὑπερφορτώνονται μὲ ἄσκοπες ὑποχρεώσεις, προβαίνουν σὲ ὑπερβολικὲς ἐνέργειες, σὲ σημεῖο ποὺ νὰ μὴν μποροῦν νὰ κινοῦνται ἐλεύθερα κάτω ἀπὸ τέτοιο βάρος ὑποχρεώσεων; Ἐπειδὴ δὲν γνωρίζουν τὸ ἕνα πράγμα, «οὗ ἐστι χρεία».
Ο ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΡΤΩΝ 2

«Μόνο οἱ δαίμονες κι οἱ ἁμαρτωλοὶ ζητοῦν ἀπὸ τὸν Χριστὸ θαύματα ποὺ εἶναι ὑπερβολικὰ κι ἀχρείαστα, ὄχι ἀπαραίτητα»

Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς

Ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν ἄρτων  (Κυριακὴ Η´Ματθαίου, Ματθ.  ιδ´ 14-22) [2]

(Ἀπὸ τὸ βιβλίο Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς «Ὁμιλίες Δ´ – Κυριακοδρόμιο», ἐκδ. Πέτρου Μπότση, 2012)

.         Γιατί ὁ Κύριος δὲν μετακίνησε ὄρη ἀπὸ ἕνα σημεῖο σὲ ἄλλο ἢ δὲν τὰ ἔριξε στὴν θάλασσα; Θὰ μποροῦσε νὰ τὸ κάνει κι αὐτό, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία. Γιατί λοιπὸν δὲν τὸ ἔκανε; Ἐκεῖνος ποὺ μποροῦσε νὰ διατάξει τὴν τρικυμισμένη θάλασσα καὶ νὰ γαληνέψει, τοὺς ἀνέμους καὶ νὰ ἠρεμήσουν, σίγουρα θὰ μποροῦσε νὰ μετακινήσει ὄρη καὶ νὰ τὰ ρίξει στὴν θάλασσα. Ποιό σκοπὸ ὅμως θὰ εἶχε ὑπηρετήσει ἔτσι; Κανέναν. Γι᾽ αὐτὸ κι ὁ Κύριος δὲν ἔκανε τέτοιο θαῦμα. Ὑπῆρχε ὅμως μεγάλη ἀνάγκη νὰ γαληνέψει ἡ θάλασσα καὶ νὰ ἠρεμήσει ὁ ἄνεμος, γιατί ὑπῆρχαν ἄνθρωποι ποὺ ἔκραζαν γιὰ βοήθεια, ἐπειδὴ κινδύνευαν νὰ πνιγοῦν.
Ο ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΡΤΩΝ 3

«Τότε καὶ μόνο τότε ἦρθε ἡ δική Του ὥρα. Τὸ κλίμα ἦταν ὥριμο γιὰ νὰ γίνει τὸ θαῦμα».

Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς


Ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν ἄρτων  (Κυριακὴ Η´Ματθαίου, Ματθ.  ιδ´ 14-22) [3]


(Ἀπὸ τὸ βιβλίο Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς «Ὁμιλίες Δ´ – Κυριακοδρόμιο», ἐκδ. Πέτρου Μπότση, 2012)

. «Ὁ δὲ εἶπε· φέρετέ μοι αὐτοὺς ὧδε» (Ματθ. ιδ´ 18). Τώρα εἶχε ἔρθει ἡ δική Του ὥρα. Οἱ ὄχλοι δὲν μποροῦσαν νὰ βροῦν τρόφιμα γιὰ νὰ φᾶνε. Οἱ ἀπόστολοι ὁμολόγησαν τὴν ἀδυναμία τους, δὲν μποροῦσαν νὰ τοὺς βοηθήσουν. Τότε καὶ μόνο τότε ἦρθε ἡ δική Του ὥρα. Τὸ κλίμα ἦταν ὥριμο γιὰ νὰ γίνει τὸ θαῦμα.
 Κυριακή Η΄ Ματθαίου (Ματθ. ιδ΄ 14-22)

(†) ἐπίσκοπος Γεώργιος Παυλίδης Μητροπολίτης Νικαίας

Ἡ καρφίτσα!

«Καὶ ἦραν περισσεῦον τῶν κλασμάτων δώδεκα κοφίνους πήρεις»

Τὸ μεγάλο θαῦμα, ἀγαπητὲ ἀναγνῶστα, εἶχε γίνει.  Πέντε χιλιάδες ἄνδρες, χωρὶς νὰ ὑπολογισθοῦν αἱ γυναῖκες καὶ τὰ παιδιὰ, ἔφαγαν καὶ ἐχόρτασαν μὲ πέντε μόνον ψωμιὰ καὶ δυὸ ψάρια. Εὐλογημένα ἀπὸ τὸ παντοδύναμο χέρι τοῦ αἰωνίου τροφοδότου τοῦ κόσμου, ἐπολλαπλασιάσθησαν, ὥστε νὰ φθάσουν καὶ νὰ περισσεύσουν!
Κυριακή Η' Ματθαίου: Λόγος εις τους εκ πέντε άρτων τραφέντας πεντακισχιλίους

(Όσιος Βασίλειος επίσκ. Σελευκείας)

Ομιλία του Οσίου πατρός ημών Βασιλείου Επισκόπου Σελευκείας, με θέμα τους εκ των πέντε άρτων τραφέντας πεντακισχιλίους.

Επαινώ μεν τον πόθο της φιλομαθείας, αποδέχομαι δε τον βαθμόν της φιλοθεΐας. Και γνωρίζω ποιος σας εμφύτευσε τον εξαίρετον αυτόν ζήλο. Γνωρίζω τον εκπαιδευτή της αρετής σας, τον πατέρα και συγχρόνως ποιμένα και ιατρόν και κυβερνήτην. Αυτόν που διαπρέπει στην ευαγγελική ζωή, και πνέει χάριν αποστολικήν. Αυτόν ο οποίος σας χειραγωγεί προς τους ουρανίους λειμώνες με πνευματικά σαλπίσματα, ως θησαυρός πνευματικών εννοιών που είναι. Την έμψυχον εικόνα της φιλανθρωπίας, αυτόν που υπερέβη την πραότητα του νόμου και είναι ανίκητος από τον θυμόν, λάμπει δε από σοφία, και στεφανώνεται με αρετές.
Κυριακή Η΄Ματθαίου.

Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου

Κυριακή Η΄Ματθαίου Ματθ. ιδ΄, 14-22

Ὑπόμνημα εἰς τὸν Ἅγιον Ματθαῖον τὸν Εὑαγγελιστὴν ὁμιλίαν μθ΄

α΄. Προσέξετε ὅτι πάντοτε φεύγει· καὶ ὅταν ἔπιασαν τὸν Ἰωάννη κι ὅταν τὸν ἐσκότωσαν κι ὅταν ἔμαθαν οἱ Ἰουδαῖοι ὅτι ἀπόκτησε περισσότερους μαθητάς. Τὶς πιὸ  πολλὲς φορὲς θέλει νὰ φέρεται σὰν ἄνθρωπος, ἐπειδὴ δὲν ἐπέτρεπε ὁ καιρὸς ἀκόμα νὰ δείξη ὁλότελα γυμνὴ τὴ θεότητά του. Γι’ αὐτὸ ἔλεγε στοὺς μαθητὰς του, νὰ μὴ φανερώσουν σὲ κανένα ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ Χριστός. Ἤθελε νὰ γίνη γνωστὸ μετὰ τὴν ἀνάστασή του. Γι’ αὐτὸ ὄχι μόνο δὲν ὠργίστηκε πολὺ μὲ ὅσους Ἰουδαίου ἔδειξαν ἀπιστία ἀλλὰ καὶ τοὺς συγχώρησε.  Κι ὅταν ἔφυγε δὲν πῆγε σὲ πόλη ἀλλὰ στὴν ἔρημο, καὶ μὲ τὸ πλοῖο, ὥστε νὰ μὴν τὸν ἀκολουθήση κανένας.
Ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς (Ματθ. ιδ΄ 14-22)

Καραβιδόπουλος Ἰωάννης (Καθηγητής Πανεπιστημίου)

Ὁ χορτασμὸς τοῦ πεινασμένου λαοῦ στὴν Παλαιστίνη ἀποτελοῦσε σημάδι μεσσιανικό: Αὐτὸς ποὺ δίνει τροφὴ στὰ πλήθη καὶ μάλιστα μὲ τρόπο ὑπερφυσικὸ δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ εἶναι ὁ ἀναμενόμενος Μεσσίας. Γι’ αὐτὸ καὶ τὴ στιγμὴ τοῦ συγκλονιστικοῦ πειρασμοῦ μετὰ τὴ βάπτιση λέγει ὁ σατανᾶς στὸν Χριστό: «Ἂν εἶσαι Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, πὲς νὰ γίνουν αὐτὲς οἱ πέτρες ψωμιὰ» (Ματθ. 4, 3. Λουκ. 3-4), γιὰ νὰ λάβει τὴν ἀπάντηση: «Ὁ ἄνθρωπος δὲν ζεῖ μόνο μὲ τὸ ψωμὶ ἀλλὰ μὲ κάθε λόγο ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Θεοῦ». Ὡστόσο, ὅταν ὁ ἴδιος ἔκρινε πὼς ἦλθε ἡ κατάλληλη στιγμή, ἔκανε τὸ θαῦμα τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν ἄρτων καὶ χόρτασε πέντε χιλιάδες λαοῦ.
Κυριακή Η' Ματθαίου

Κανείς πεινασμένος

+Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου

«Καὶ ἔφαγον πάντες καὶ ἐχορτάσθησαν» (Ματθ. 14,20)

Ὁ Θεός, ἀγαπητοί μου, εἶνε ὁ πατέρας μας. Ἡ ἀγάπη του ὠκεανός, τὸ ἐνδιαφέροντου ἀπερίγραπτο. Δὲν θέλει νὰ ζοῦμε δυστυχισμένοι, διψασμένοι, πεινασμένοι, γυμνοί. Διαφορετικά, θὰ μᾶς εἶχε ῥίξει σ᾽ ἕνα πλανήτηγυμνό, κατάξερο, χωρὶς σταγόνα νεροῦ, χωρὶς πράσινο φύλλο, χωρὶς κελάϊδημα πουλιοῦ.
Ἑρμηνεία στὴν περικοπὴ τῶν Πέντε Ἄρτων

Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))

Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς και του Υἱοῦ και τοῦ Ἁγίου Πνεύματος

Χρόνο μὲ τὸ χρόνο καὶ ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιὰ διαβάζουμε τὸ Εὐαγγέλιο σὲ νέα πλαίσια και ὑπὸ τὸ πρῖσμα σημερινῶν καταστάσεων, εἴτε εἶναι προσωπικὲς ἤ ἱστορικὲς. Καὶ κάθε φορὰ τὸ ἕνα ἤ τὸ ἄλλο ἐδάφιο μπορεῖ μὲ διαφορετικὸ τρόπο νὰ προκαλεῖ τὴν προσοχή μας.
2020 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2 - ΚΥΡΙΑΚΗ Η ΜΑΤΘΑΙΟΥ

Ο ΧΟΡΤΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΠΕΝΤΑΚΙΣΧΙΛΙΩΝ (Ματθ. 14, 14-22)

†ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ

(Διασκευή ομιλίας στις 9/8/1998)

Δίνοντας πλουτίζεις, δεν φτωχαίνεις!

Ακούσαμε στο Ευαγγέλιο πώς ο Χριστός χόρτασε πέντε χιλιάδες άνδρες και πολλές γυναίκες και παιδιά με πέντε ψωμιά και δύο ψάρια. Και ότι αφού έφαγαν όλοι περίσσεψαν δώδεκα ολόκληρα καλάθια. Δηλαδή πολύ περισσότερα από τα πέντε ψωμιά και τα δύο ψάρια που ήταν στην αρχή.
ΚΥΡΙΑΚΗ Η’ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (02-08-2020)

ΓΡΑΠΤΟΝ Θ. ΚΗΡΥΓΜΑ

Σχίσματα, ἔριδες καί ἡ θεραπεία τους

     Γράφοντας ὁ Ἀπόστολος Παῦλος τήν πρώτη σπουδαιότατη ἐπιστολή του πρός τούς Κορινθίους, ἀρχίζει μέ τίς νουθεσίες του γιά ἕνα πρόβλημα, πού -ὅπως φαίνεται- εἶχε πάρει ἐνδημικές διαστάσεις στούς χριστιανούς τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας : τό πρόβλημα τῶν διαφωνιῶν, ὄχι τόσο γιά τήν Πίστη, ὅσο γιά τά πρόσωπα τῶν Ἀποστόλων, πού τούς καθοδηγοῦσαν.
ΚΥΡΙΑΚΗ Η΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
Απόστολος: Πρ. στ΄ 8 -ζ΄ 5,46-60
Ευαγγέλιον: Ματθαίου ιδ΄ 14-22
2 Αυγούστου 2020

Περισσότερα τα αρνητικά δεδομένα από τα θετικά στο σημερινό θαύμα.
Ο τόπος έρημος, η ώρα περασμένη, το πλήθος πολύ, άσιτο και εξαντλημένο και η τροφή ανεπαρκής. Η ανησυχία ήταν έκδηλη στα πρόσωπα των μαθητών.
Ο Λόγος, όμως, του Θεού είναι ξεκάθαρος, «ου λιμοκτονήσει Κύριος ψυχήν δικαίαν», δηλαδή δεν θα αφήσει ο Κύριος να πεινάσει η δίκαιη ψυχή. «Ει γαρ και έρημος ο τόπος, αλλ΄ ο τρέφων την οικουμένην πάρεστι». Ήταν παρών ο «τρέφων τα σύμπαντα», ο «διδούς τροφήν πάση σαρκί».
«ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ»

Κυριακή Η’ Ματθαίου

(2 Αυγούστου 2020)

        Ξεκίνησε ο Αύγουστος μήνας. Ξεκίνησε χθες και ο Δεκαπενταύγουστος, οι ημέρες προετοιμασίας για την εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, για την μεγάλη εορτή της Παναγιάς μας. Και σήμερα η Εκκλησίας μας, προβάλει το ευαγγέλιο του θαύματος του πολλαπλασιασμού των πέντε άρτων και των δύο ιχθύων, των δύο ψαριών. Ένα θαύμα πολύ γνωστό σε όλους μας.
ΚΥΡΙΑΚΗ 2 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2020 – Η΄ ΜΑΤΘΑΙΟY

 (Ματθ. ιδ΄14-22) (Πραξ. στ΄8 – ζ΄5, 46-60)

Το πλούσιο έλεος του Κυρίου 

«Έφαγαν πάντες και εχορτάσθησαν»

 Άλλο ένα θαυμαστό γεγονός που επιτέλεσε ο Κύριος, με τη δική του ξεχωριστή σημασία, ξεδιπλώνει ενώπιόν μας η σημερινή ευαγγελική περικοπή. Προσφέρεται η δυνατότητα άντλησης βαθύτερων μηνυμάτων μέσα από το υπέροχο περιεχόμενό του. Πρόκειται για το θαύμα του πολλαπλασιασμού των πέντε άρτων, το οποίο είναι από τα πιο γνωστά που με τόση γλαφυρότητα αποτυπώνει η γραφίδα των ευαγγελιστών.
ΚΥΡΙΑΚΗ Η΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ – 2 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2020

(Μτθ. ιδ΄ 14-22)

Τό θαῦμα πού ἀκούσαμε σήμερα στήν εὐαγγελική περικοπή, ἀγαπητοί χριστιανοί, γίνεται λίγο μετά τή θανάτωση τοῦ Ἰωάννη τοῦ Βαπτιστῆ, ἀπό τόν Ἡρώδη. Ὁ Χριστός μέ τούς μαθητές του ἀναχωρεῖ μέ πλοιάριο σέ ἔρημο τόπο. Ὁ λαός πού λαχταρᾶ τήν κοινωνία μέ τόν Ἰησοῦ Χριστό, πού θέλει νά βρίσκεται κοντά στήν ἀγάπη καί τήν εὐσπλαχνία του, χωρίς νά ὑπολογίζει κόπο, καύσωνα, ἐρημιά, ἔχοντας μαζί καί τούς ἀρρώστους, ἔρχεται καί τόν συναντᾶ. Ἐκεῖ ὁ Ἰησοῦς «εὐσπλαχνίσθη ἐπ΄ αὐτοῖς καί ἐθεράπευσε τούς ἀρρώστους αὐτῶν». Ὅλη τή μέρα διδάσκει καί ὁ λαός κρέμεται ἀπό τά χείλη του γιατί ὁ λόγος του ἔχει «ζωήν αἰώνιον». Ἡ ὥρα περνᾶ, ὁ ἥλιος δύει, βραδιάζει. Οἱ μαθητές προτείνουν στόν Ἰησοῦ νά ἀπολύσει τά πλήθη γιά νά ἀγοράσουν τροφές ἀπό τά γύρω χωριά, γιατί ἡ περιοχή εἶναι ἔρημη. «Ἔρημος ὁ τόπος», σχολιάζει ὁ ἱερός Χρυσόστομος, «ὅμως εἶναι παρών, εἶναι ἀνάμεσά σας ἐκεῖνος πού τρέφει τήν οἰκουμένη. Ἡ ὥρα ἔχει περάσει ἀλλά μαζί σας συνομιλεῖ ἐκεῖνος πού δέν ὑπόκειται στό χρόνο».
ΚΥΡΙΑΚΗ Η ́ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

(Δότε αὐτοῖς ὑμεῖς φαγεῖν ... ἔφαγον πάντες καὶ ἐχορτάσθησαν)

Στή συγκεκριμένη εὐαγγελική περικοπή τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ματθαίου, βλέπουμε νά ξεδιπλώνεται ἕνα θαυμαστό γεγονός πού ἐπιτέλεσε ὁ Κύριος. Ὁ χορτασμός ἑνός μεγάλου πλήθους ἀνθρώπων, (ἦσαν ἄνδρες ὡσεὶ πεντακισχίλιοι χωρὶς γυναικῶν καὶ παιδίων).
Μετά τό μαρτυρικό θάνατο τοῦ τιμίου Προδρόμου, εἶχε καταφύγει ὁ Κύριος στήν ἔρημο μαζί μέ τούς μαθητές γιά νά ἡσυχάσει καί νά ἀποφύγει τήν μανία τῆς Ἡρωδιάδος. Ἐκεῖ ὅμως τόν ἀκολούθησε πολύ μεγάλο πλῆθος ἀνθρώπων, πού, ὅπως ἀναφέρεται στήν περικοπή, ξεπερνοῦσε κατά πολύ τίς πέντε χιλιάδες. Ἦταν τόσο πολύ μεγάλος ὁ ἐνθουσιασμός τῶν ἀνθρώπων γιά νά δοῦν ἀπό κοντά τόν μεγάλο Διδάσκαλο τῆς ἀνθρωπότητος, τόν Ἰησοῦ Χριστό, ὥστε νά μή λάβουν οὐδεμία μέριμνα γιά τίς ἀνάγκες καί τίς ἀπαιτήσεις τοῦ σώματος, μιᾶς καί δέν προμηθεύτηκαν τροφή ἀκολουθώντας τόν στήν ἔρημο. 
Κυριακή 2 Αὐγούστου 2020 (Η’ ΜΑΤΘΑΙΟΥ) (Ματθ. ιδ’ 14 - 22)

Πλουσιότατα παρατέθηκαν τά ὑλικά ἀγαθά στήν πρόχειρη ἐκείνη ὑπαίθρια συνεστίαση, τήν ὁποία περιγράφει ἡ σημερινή εὐαγγελική περικοπή. Ὁ Κύριος μέ τούς πέντε ἄρτους καί τούς δύο ἰχθῦς ἔθρεψε πέντε χιλιάδες ἄνδρες «χωρίς γυναικῶν καί τέκνων» Ἀνάμεσα στίς χιλιάδες τοῦ εὐσεβοῦς λαοῦ πού ἦταν συγκεντρωμένος ἐκεῖ δέν ἔμεινε κανείς, μά κανείς πού νά μή χορτάσει.
ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ «Ο ΑΡΤΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ»

Ὁ χορτασμὸς τοῦ πεινασμένου λαοῦ στὴν Παλαιστίνη ἀποτελοῦσε σημάδι μεσσιανικό: Αὐτὸς ποὺ δίνει τροφὴ στὰ πλήθη καὶ μάλιστα μὲ τρόπο ὑπερφυσικὸ δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ εἶναι ὁ ἀναμενόμενος Μεσσίας. Γι’ αὐτὸ καὶ τὴ στιγμὴ τοῦ συγκλονιστικοῦ πειρασμοῦ μετὰ τὴ βάπτιση λέγει ὁ σατανᾶς στὸν Χριστό: