ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΙΝΔΙΚΤΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΙΝΔΙΚΤΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 30 Αυγούστου 2024

 2024 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1 – ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΙΝΔΙΚΤΟΥ

Η ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΥ (Λουκ 4, 16 – 22)

†ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ

(Κήρυγμα στον Αγ. Βασίλειο, την 1/11/1982)

Το ωραιότερο λιβάδι

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος μας λέει, πως η Αγία Γραφή μοιάζει με ένα ανθισμένο λιβάδι. Γεμάτο από τα ωραιότερα άνθη και μελωδικά πουλιά. Μέσα από αυτή ακούονται ασταμάτητα τα πιο όμορφα κελαηδίσματα. Και τα άνθη της δεν θα μαραθούν ποτέ. Η σοφία, ο πλούτος και η μελωδία του Λόγου του Θεού, οι υποσχέσεις του Αγίου Πνεύματος και η ελπίδα της αποκτήσεως των αρετών, αποτελούν την καρποφόρα γη της Αγίας Γραφής. Γι’ αυτό εκείνος που μελετάει την Αγία Γραφή, έχει βαθειά πνευματική χαρά. Βαθύτερη από εκείνον που ζει στην όμορφη φύση και δεν την χορταίνει. Η φύση τέρπει τα αυτιά, το σώμα, τα μάτια.

 Κυριακή 1η Σεπτεμβρίου 2024

Ἀρχή τῆς Ἰνδίκτου.

(Λουκᾶ 4, 16 – 22).

«Πνεῦμα Κυρίου ἐπ’ ἐμέ, οὗ εἵνεκεν ἔχρισέ με... κηρῦξαι ἐνιαυτόν Κυρίου δεκτόν» (Λουκ. 4, 18 – 19).

Ἑορτάζουμε σήμερα τήν ἔναρξη τῆς νέας ἐτήσιας ἐκκλησιαστικῆς περιόδου, τήν πρώτη ἡμέρα τοῦ νέου ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους. Ἀπό σήμερα ξεκινάει γιά τήν Ἐκκλησία ὁ νέος ἑορτολογικός κύκλος, μέ τήν ποικιλία καί τόν πλοῦτο πού τόν χαρακτηρίζει στήν ἀέναη ἀνακύκλωσή του. Αὐτή τήν τόσο ἐπίσημη ἡμέρα τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο τήν ἀφιέρωσε στό περιβάλλον. Στό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα ἀκούσαμε τόν Κύριο νά ἑρμηνεύει μία προφητεία τοῦ Ἡσαῒα, κατά τήν ὁποία προαναγγέλλεται τό ἔργο πού θά ἐπιτελοῦσε πάνω στή γῆ. Ὁ Χριστός ἔρχεται νά σκορπίσει τήν ἀγάπη καί τίς εὐεργεσίες Του στούς ἀνθρώπους, ἀλλά κυρίως ἔρχεται «κηρῦξαι ἐνιαυτόν Κυρίου δεκτόν».

 Αρχή της Ινδίκτου, Ευαγγ. Ανάγνωσμα: Λουκ. δ’ 16-22 (01-09-2024)

Πρωτ. Ανδρέα Παπαμιχαήλ

«Ο Πνεύματι Αγίω συνημμένος, άναρχε Λόγε και Υιέ, ο πάντων ορατών και αοράτων συμπαντουργός και συνδημιουργός, τον στέφανον του ενιαυτού ευλόγησον, φυλάττων εν ειρήνη των ορθοδόξων τα πλήθη…» ( Δοξαστικό του εσπερινού της Α΄ Σεπτεμβρίου).

Στο συναξάρι της σημερινής μέρας διαβάζουμε: «Τη Α΄ του αυτού μηνός (Σεπτεμβρίου) αρχή της Ινδίκτου, ήτοι του νέου έτους». Για το λόγο αυτό η ευαγγελική περικοπή είναι «της ημέρας», παρμένη από το τέταρτο κεφάλαιο του κατά Λουκάν αγίου ευαγγελίου.

 Αρχή της Ινδίκτου, Αποστ. Ανάγνωσμα: Α´ Τιμ. β´ 1-7 (01-09-2024)

Ρένου Κωνσταντίνου, Καθηγητή Μ.Ε. 

Στην αρχή του αποστολικού αναγνώσματος ο απόστολος Παύλος καλεί το πνευματικό του τέκνο Τιμόθεο, αλλά και όλους τους παραλήπτες και αναγνώστες της επιστολής – συνεπώς και εμάς σήμερα -, να πραγματοποιούν δεήσεις, προσευχές, παρακλήσεις και ευχαριστίες για όλους τους ανθρώπους. Ιδιαίτερα όμως για τους κυβερνήτες και γενικά για όσους ασκούν εξουσία. Η Εκκλησία συνεχώς εύχεται και πραγματοποιεί δεήσεις για όλους τους ανθρώπους: «Υπέρ πλεόντων, οδοιπορούντων, νοσούντων, καμνόντων, αιχμαλώτων και της σωτηρίας αυτών, του Κυρίου δεηθώμεν», λέγει ο διάκονος ή ο ιερέας στην Εκτενή Δέηση ή «Ειρηνικά».

 ΚΥΡΙΑΚΗ 1 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2024

ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΙΝΔΙΚΤΟΥ

(Λουκ. δ΄ 16-22), (Α΄ Τιμ. β΄ 1-7)

Ευπρόσδεκτος χρόνος σωτηρίας

«Ο ενιαυτός της χρηστότητος του Κυρίου»

Η Εκκλησία μας γιορτάζει την 1η Σεπτεμβρίου την αρχή της Ινδίκτου, δηλαδή του νέου εκκλησιαστικού έτους. Η λέξη Indictus είναι λατινική και σημαίνει την απαρχή του νέου έτους. Η μέτρηση του νέου χρόνου για τους Ρωμαίους συνδέεται με τη γεωργία και την σπορά. Από τον δ΄ αιώνα μ.Χ. η Εκκλησία, την εποχή του αυτοκράτορα Διοκλητιανού, υιοθετεί το ρωμαϊκό επιμερισμό του χρόνου στο εορτολόγιο, το εκκλησιαστικό δηλαδή ημερολόγιο, στο οποίο περιέχονται όλες οι εορτές του έτους.

Κυριακή 31 Αυγούστου 2014

 π. Συμεών Κραγιόπουλος: Ομιλία εις την "Αρχήν της Ινδίκτου" (1η Σεπτεμβρίου)

Όπως γνωρίζετε, καθώς το έχουμε πει άλλα χρόνια, την 1η Σεπτεμβρίου αρχίζει το εκκλησιαστικό έτος. Δηλαδή από εκκλησιαστικής απόψεως την 1η Σεπτεμβρίου έχουμε πρωτοχρονιά. Απλώς τώρα σας το θυμίζω αυτό και εύχομαι όλοι, καθώς μπαίνουμε στη νέα εκκλησιαστική χρονιά, να βάλουμε μια αρχή αλλά αρχή αληθινή.

Μία προφητεία
Θα αναφερθώ λίγο στα λόγια αυτά που ακούσαμε προηγουμένως στην ευαγγελική περικοπή, στα οποία και άλλη φορά έχουμε αναφερθεί. Η ευαγγελική περικοπή είναι από το κατά Λουκάν Ευαγγέλιο, και τα λόγια στα οποία θα αναφερθούμε είναι από τον προφήτη Ησαΐα, τα οποία ανέγνωσε ο Χριστός στην ιδιαιτέρα του πατρίδα, τη Ναζαρέτ, και όπως είπε ο ίδιος ο Κύριος, είναι λόγια που αναφέρονται στο πρόσωπό του.

Στην προφητεία αυτή γίνεται λόγος γι' αυτό που ήλθε ο Χριστός να κάνει στον κόσμο, και μάλιστα ομιλεί ο ίδιος ο Χριστός για τον εαυτό του.

«Πνεῦμα Κυρίου ἐπ' ἐμέ, οὖ εἴνεκεν ἔχρισέ με». Ο Χριστός είναι ο απεσταλμένος του Θεού, είναι αυτός που ως άνθρωπος είναι κεχρισμένος με το Πνεύμα του Θεού. Και αυτός είναι εκείνος ο οποίος θα κάνει ακριβώς το έργο το οποίο χρειάζονται οι άνθρωποι. Πιο μπροστά ο Θεός έστειλε προφήτες, αλλά τώρα έστειλε τον Υιό του.

Λέει ο Χριστός ότι τον έστειλε ο Θεός «εὐαγγελίσασθαι πτωχοῖς». Με έστειλε να φέρω στους φτωχούς το χαρμόσυνο άγγελμα της σωτηρίας. «Ἰάσασθαι τούς συντετριμμένους τήν καρδίαν». Με έστειλε -η φράση αυτή εννοείται σ' όλα τα παρακάτω που λέγονται στην προφητεία- να γιατρέψω αυτούς που έχουν συντετριμμένη καρδιά.

«Κηρύξαι αἰχμαλώτοις ἄφεσιν». Να ελευθερώσω αυτούς που είναι αιχμάλωτοι της αμαρτίας και να διακηρύξω σ' αυτούς ότι είναι ελεύθεροι, ότι συγχωρήθηκαν οι αμαρτίες τους.

«Και τυφλοῖς ἀνάβλεψιν». Να δώσω φως σ' αυτούς που είναι τυφλοί. «Ἀποστεῖλαι τεθραυσμένους ἐν ἀφέσει». Αυτούς, οι οποίοι ένεκα της αμαρτίας -όχι για άλλο λόγο- είναι κυριολεκτικά τσακισμένοι, συντεθλιμμένοι, πιεσμένοι, μόλις και δεν έχουν πεθάνει, να τους συγχωρήσω και να τους αποστείλω ελεύθερους από το βάρος αυτό.

«Κηρύξαι ἐνιαυτόν Κυρίου δεκτόν». Και να κηρύξω το έτος που είναι δεκτό στον Κύριο, στον Θεό. Δηλαδή να κηρύξω την έναρξη της καινούργιας ζωής, της εν Χριστώ, της εν Πνεύματι Αγίω, ζωής.

Αυτά, όπως είπαμε, τα προσέξαμε και άλλη χρονιά -πέρυσι, προπέρυσι- ίσως όμως δεν τα είδαμε από την εξής πλευρά: ο Χριστός γι' αυτό ήλθε, γι' αυτό απεστάλη, να φέρει το χαρμόσυνο μήνυμα στους φτωχούς, να γιατρέψει αυτούς που έχουν συντετριμμένη καρδιά, να κηρύξει ότι ελευθερώνει από την αμαρτία τους δούλους και τους αιχμαλώτους της αμαρτίας, να δώσει στους τυφλούς φως κλπ. Ο Χριστός ήλθε, για να κάνει αυτό το έργο.


Τι συμβαίνει και το έργο του Χριστού
δεν πραγματοποιείται μέσα μας;
Τι συμβαίνει στην πράξη; Δεν είμαστε φτωχοί; Δεν έχουμε συντετριμμένη καρδιά, με την έννοια ότι η καρδιά μας είναι άρρωστη; Δεν είμαστε κυριολεκτικά αιχμάλωτοι της αμαρτίας; Δεν είμαστε στο σκοτάδι; Δεν είμαστε κυριολεκτικά τσακισμένοι από την αμαρτία; Δεν έχουμε ανάγκη να νιώσουμε ότι μπήκαμε σ' αυτή την καινούργια ζωή, που έκανε αρχή ο Χριστός; Δεν έχουμε ανάγκη ν' αρχίσουμε να ζούμε αυτή τη ζωή που μας κάνει ευαρέστους στον Θεό;

Και φτωχοί είμαστε και συντετριμμένοι, με την έννοια που είπαμε, είμαστε και αιχμάλωτοι και τυφλοί και τσακισμένοι είμαστε, και καθόλου η ζωή μας δεν είναι ευάρεστη στον Θεό. Όμως ο Χριστός ακριβώς γι' αυτό ήλθε: αυτό που δεν είμαστε, αυτό να μας κάνει. Δεν είμαστε πλούσιοι εν Κυρίω, να μας κάνει πλουσίους. Δεν είμαστε υγιείς στην καρδιά, να μας κάνει υγιείς. Δεν είμαστε λυτρωμένοι, να μας λυτρώσει. Δεν βλέπουμε, αλλά είμαστε τυφλοί, να μας δώσει φως.

Τι συμβαίνει και τελικά δεν γίνεται αυτό; Ποιος θα μπορούσε να πει, βάζοντας το χέρι στην καρδιά του, ότι το μήνυμα αυτό του Χριστού έφθασε στη φτωχή καρδιά του και είναι ο πλουσιότερος των πλουσίων; Ποιος μπορεί να πει, βάζοντας το χέρι στην καρδιά του, ότι τον γιάτρεψε ο Κύριος; Ποιος μπορεί να πει ότι τον ελευθέρωσε, τον συγχώρησε, ο Κύριος; Ποιος μπορεί να πει, βάζοντας το χέρι στην καρδιά του, ότι του έδωσε ο Κύριος φως και βλέπει, ότι, καθώς ήταν ετοιμοθάνατος, τον ανέστησε ο Κύριος, ότι τον έκανε να σταθεί στα πόδια του, τον έκανε να ζει τη ζωή αυτήν που είναι ευάρεστη στον Θεό;

Τι συμβαίνει λοιπόν; Από το ένα μέρος είμαστε στην κατάσταση που αναφέρει η προφητεία, από το άλλο μέρος ο Κύριος ήλθε ακριβώς σ' αυτούς οι οποίοι είναι σ' αυτή την κατάσταση, για να τους φέρει, αυτό το οποίο ήλθε να φέρει. Κι όμως, αν μιλήσουμε ειλικρινά και τίμια, δεν μπορούμε να πούμε ότι το έκανε αυτό ο Κύριος. Γιατί; Γιατί; Δεν ισχύουν σήμερα τα λόγια του; Δεν ισχύει το Ευαγγέλιό του στις ημέρες μας; Ψεύδεται ο Κύριος; Δεν είναι και για μας ο Κύριος; Έπαυσε να είναι στις ημέρες μας; Ίσχυαν αυτά κάποτε και τώρα δεν ισχύουν; Γίνονταν αυτά κάποτε και τώρα δεν γίνονται; Γιατί;

Αυτή η ώρα είναι ιερή. Και δεν είναι ιερή, μόνο επειδή είμαστε μέσα στο ναό, επειδή είμαστε μέσα στη Θεία Λειτουργία, αλλά είναι ιερή η ώρα και επειδή τελείωσε ένας εκκλησιαστικός χρόνος και σε λίγα λεπτά μπαίνουμε στον καινούργιο εκκλησιαστικό χρόνο. Αυτή λοιπόν την ιερή ώρα να μου επιτρέψετε όχι απλώς να πω, αλλά να τονίσω, όσο γίνεται περισσότερο υπεύθυνα ενώπιον του Θεού, ότι: εμείς είμαστε αυτό που είμαστε, και γι' αυτό ο Κύριος ήλθε και για μας, για να μας γιατρέψει. Δεν ήλθε μόνο για άλλους.

Η αιτία που από το ένα μέρος βλέπουμε ότι είμαστε αυτό που είμαστε, και από το άλλο μέρος ομολογούμε ότι δεν μας γιάτρεψε ο Κύριος, είναι ότι δεν θέλουμε να το δεχθούμε, δεν θέλουμε να το συνειδητοποιήσουμε, δεν θέλουμε να το ομολογήσουμε, δεν θέλουμε να το πούμε, να το αναγνωρίσουμε ότι είμαστε αυτό που είμαστε, και να πάρουμε την ανάλογη στάση απέναντι στον Κύριο.

Δηλαδή η στάση μας να είναι τέτοια, που να δείχνει ακριβώς αυτό, ότι νιώθουμε ό,τι είμαστε, αλλά επίσης η στάση μας να φανερώνει ότι πιστεύουμε πως ο Κύριος ήλθε και για μας, π;ως ο Κύριος μπορεί να το κάνει αυτό και σ' εμάς και πως θέλει να το κάνει αυτό και θα το κάνει.


Ψυχή που δεν αποδέχεται ότι είναι άρρωστη μένει αγιάτρευτη
Εδώ κατά την ταπεινή μου γνώμη βρίσκεται η αιτία. Και να μου επιτρέψετε να πω το εξής: το ότι αυτή είναι η αίτια βγαίνει, όχι μόνο αν θελήσει να δει κανείς τα πράγματα αντικειμενικά, αλλά το βλέπουμε στην πράξη καθημερινά. Δεν είδα και δεν συνάντησα ακόμη ψυχή που νιώθει ότι είναι φτωχή, και δεν την κάνει κάθε μέρα και πιό πλούσια ο Θεός.

Δεν συνάντησα ακόμη ψυχή που νιώθει ότι είναι ένα συντρίμμι -δεν έχει σημασία για ποιους λόγους- και δεν την θεραπεύει κάθε μέρα και περισσότερο ο Κύριος. Δεν συνάντησα ακόμη ψυχή που δέχεται ότι είναι κυριολεκτικά αιχμάλωτη της αμαρτίας, των παθών, των αδυναμιών, και δεν την ελευθερώνει ο Κύριος κάθε μέρα και περισσότερο. Και δεν συνάντησα ψυχή που ομολογεί ότι δεν βλέπει, που ομολογεί ότι είναι στο σκοτάδι, που ομολογεί ότι δεν ξέρει, και δεν της δίνει ο Κύριος φως κάθε μέρα και περισσότερο.

Από το άλλο μέρος η ψυχή η οποία μπορεί θεολογώντας να λέει ότι είναι φτωχή, αλλά στην πράξη δεν το δέχεται αυτό, διαπιστώνω -πώς να το πούμε;- ότι σαν να μην ευαγγελίστηκε αυτή η ψυχή. Κάνει εντύπωση το πράγμα. Σαν να μην άκουσε κανείς το Ευαγγέλιο, σαν να μην άκουσε τη χαρμόσυνη αγγελία, το χαρμόσυνο μήνυμα, το χαρμόσυνο άγγελμα του Κυρίου. Διότι, όπως έχουμε πει κι άλλες φορές, εμείς που ακούσαμε, αν ακούσαμε, το Ευαγγέλιο του Κυρίου, το χαρμόσυνο μήνυμα του Κυρίου, πρέπει να είμαστε πανευτυχείς και επομένως πάμπλουτοι.

Η ψυχή εκείνη η οποία δεν αισθάνεται τη φτώχεια της -όσο και αν θεολογώντας μπορεί να λέει ότι την αισθάνεται- στην πράξη έχει αυτάρκεια μέσα της. Ζει μ' αυτή την πραγματικότητα ότι έχει αυτάρκεια. αυτή η ψυχή δεν ευαγγελίσθηκε. Το βλέπουμε, το διαπιστώνουμε καθημερινά. και βλέπεις ότι είναι φτωχή, φτωχότατη, ενώ θα μπορούσε να είναι πάμπλουτη. και όπως σας είπα, η ψυχή η οποία θα το πιάσει αυτό: «Και σε μένα μίλησε ο Κύριος; και σε μένα ο Κύριος έφερε το χαρμόσυνο μήνυμα; Και σε μένα φανερώθηκε ο Κύριος; και για μένα ήρθε ο Κύριος;», δεν θέλει τίποτε άλλο και αισθάνεται πάμπλουτη.

Μάλιστα, αισθάνεται ότι δεν της αξίζει αυτό, και δεν υπάρχει ίχνος παραπόνου μέσα της. Ψυχές που παραπονούνται, κατά βάθος ακόμη δεν δέχθηκαν, δεν αποδέχθηκαν και δεν πείσθηκαν ότι είναι φτωχές, και ότι ήλθε ο Κύριος να τις κάνει πλούσιες.

Διαπιστώνει κανείς ότι η ψυχή εκείνη η οποία στην πράξη -άλλο τι λέει όταν θεολογεί- δεν αποδέχεται, δεν δέχεται, ότι είναι άρρωστη, δεν γιατρεύεται. Μένει αγιάτρευτη η ψυχή και πάλι τα ίδια, πάλι τα ίδια, πάλι τα ίδια. Κάποιος που είναι φυματικός ή άλλος που έχει άλλη αρρώστια, από δω, από κει θέλει να το ξεφύγει, δεν πάει και στον γιατρό, φοβούμενος ίσως τι θα του πει.

Τελικά, πείθεται ότι είναι άρρωστος, πάει στον γιατρό, αρχίζει τη θεραπεία και θεραπεύεται, αν υπάρχει θεραπεία για την αρρώστια του. Στις αρρώστιες της ψυχής δεν έχουμε τέτοιο πρόβλημα μήπως δεν υπάρχει θεραπεία. Γιατρός είναι ο ίδιος ο Κύριος, αυτός που μας έπλασε, και είναι αυτός που μπορεί, όσο βαριά άρρωστη κι αν είναι η καρδιά μας, η ψυχή μας, να τη θεραπεύσει.


«Κηρύξαι αἰχμαλώτοις ἄφεσιν»
«Κηρύξαι, αἰχμαλώτοις ἄφεσιν». Με έστειλε ο Θεός -λέει ο Κύριος στην προφητεία- να ελευθερώσω αυτούς που είναι αιχμάλωτοι της αμαρτίας. Αλλά ποιας αμαρτίας; Ας πούμε, για να γίνει ένα κακό, θα το κάνει κάποιος· αλλιώς το κακό δεν υπάρχει.

Επομένως, αμαρτία που σε αιχμαλωτίζει δεν είναι απλώς μια πράξη, η άλφα ή βήτα πράξη, αλλά είναι το εγώ σου που κυριολεκτικά σε κρατάει αιχμάλωτο. Όταν το καταλάβεις αυτό και το ομολογήσεις, να κράξεις, να κραυγάσεις και να πιστεύσεις ότι ο Χριστός ήλθε, ακριβώς για να σ' ελευθερώσει από την αιχμαλωσία αυτή. Πώς θα σ' ελευθερώσει; Δίνοντάς σου άφεση.

Δηλαδή τι είναι άφεση, τι είναι συγχώρηση; Υποχωρεί το εγώ μέσα σου, και έρχεται ο Χριστός. Δεν σε κυβερνάει το εγώ, δεν σε κυβερνάει το θέλημά σου και η οποιαδήποτε δική σου γνώμη και κρίση, αλλά σε κυβερνάει ο Χριστός. Έτσι έρχεται η άφεση, έτσι ελευθερώνεσαι από την αιχμαλωσία της αμαρτίας.

Όλες οι ψυχές είναι αιχμάλωτες, αλλά τελικά, όσο κι αν κανείς θέλει να ελευθερωθεί, χρειάζεται να δει έτσι τα πράγματα, να ομολογήσει έτσι τα πράγματα, ώστε να έλθει η άφεση από τον Κύριο, και η απελευθέρωσή μας από την αιχμαλωσία.


«Και τυφλοῖς ἀνάβλεψιν»
«Και τυφλοῖς ἀνάβλεψιν». Μπορεί θεολογικά να λες πολλά επάνω σ' αυτό το θέμα, αλλά στάσου ειλικρινά ενώπιον του Θεού και ομολόγησε: παραδέχθηκες ότι είσαι τυφλός; Πώς είναι ένας τυφλός; Άσχετα τι κουράγιο έχει μέσα του, αφού είναι τυφλός, πρέπει να τον πάρουν άλλοι από το χέρι κι αυτός ν' αφεθεί με εμπιστοσύνη. Πηγαίνει, όπου τον πάνε αυτοί που τον οδηγούν, στους οποίους δείχνει εμπιστοσύνη, και δεν έχει και καμία ευθύνη. Και τη ζει αυτή την -πώς να πω;- ανευθυνότητα με την καλή έννοια.

Ποιος είναι αυτός, που ομολογεί ότι πνευματικά είναι τυφλός, που παραδέχεται ότι είναι τυφλός, και αφήνει τον εαυτό του σαν τυφλό να τον οδηγήσει ο Θεός; Ποιος είναι; Και επειδή κανένας δεν το κάνει ή ελάχιστοι είναι αυτοί που το κάνουν ή πολύ λίγο το κάνουν κι αυτοί οι ελάχιστοι, γι' αυτό λοιπόν καθόλου δεν έρχεται το φως, και μένει κανείς τυφλός εκεί στο σκοτάδι του, και όπως το ξέρουμε από άλλα λόγια του Κυρίου, αυτός ακριβώς επειδή λέει ότι βλέπει, γι' αυτό μένει στο σκοτάδι.

Άλλος μένει στο σκοτάδι, γιατί μόλις και μετά βίας κάτι πάει να κάνει η Χάρις του Θεού, αλλά δεν γίνεται, διότι ο ίδιος τα μπερδεύει τα πράγματα, επειδή ο ίδιος θέλει να βλέπει. Εσύ είσαι τυφλός, και ο Κύριος θα κάνει τα μάτια σου να βλέπουν, ο Κύριος θα σε κάνει να βλέπεις ή, αν θέλετε να το πούμε πιο σωστά, ο Κύριος θα έλθει μέσα σου και αυτός θα βλέπει και μαζί του θα βλέπεις κι εσύ.

Όταν τα σωματικά μάτια είναι άρρωστα, ο γιατρός σε θεραπεύει, και βλέπουν τα μάτια σου. Στα πνευματικά όμως δεν είναι έτσι ακριβώς. Δηλαδή δεν είναι ότι μας θεραπεύει ο Κύριος, μας δίνει φως ο Κύριος κι εμείς βλέπουμε, αλλά συνεχώς είμαστε μαζί του και ο Κύριος είναι μαζί μας, κι εμείς βέβαια αυτοί καθεαυτούς δεν βλέπουμε, αλλά είναι εκείνος που βλέπει μέσα από μας και είμαστε εμείς που βλέπουμε μέσα από εκείνον. Ο Κύριος είναι το πνευματικό φως, το οποίο δεν μπορούμε να το δούμε αλλιώς.


«Κηρύξαι ἐνιαυτόν Κυρίου δεκτόν»
«Κηρύξαι ἐνιαυτόν Κυρίου δεκτόν». Πραγματικά, αν θέλετε να δώσω μια μαρτυρία, μπορώ να πω ότι υπάρχουν ψυχές -ελάχιστες μπορεί να είναι, αλλά υπάρχουν-οι οποίες έτσι τα είδαν τα πράγματα, έτσι δέχθηκαν τον Κύριο, έτσι δουλεύει μέσα τους ο Κύριος, που όντως μπήκαν σε καινούργια ζωή και άρχισε για τίς ψυχές αυτές η καινούργια ζωή. Η ζωή τους είναι ευάρεστη στον Κύριο, είναι ζωή της Χάριτος, ζωή του Χριστού, ζωή του Αγιου Πνεύματος. Δεν είναι μια δική τους ζωή. Μόλις γίνει δική τους ζωή, γίνεται αμαρτωλή ζωή.

Ας τα λάβουμε υπ' όψιν αυτά, αδελφοί μου, για ένα νέο ξεκίνημα.
1-9-1988
Eις την A΄, αρχή της Iνδίκτου, ήτοι του νέου έτους.

Ίνδικτον ημίν ευλόγει Nέου Xρόνου,
Ω και παλαιέ, και δι’ ανθρώπους νέε (ήτοι συ ω Xριστέ).

Πρέπει να ηξεύρωμεν, αδελφοί, ότι η του Θεού αγία Eκκλησία εορτάζει σήμερον την Iνδικτιώνα, διά τρία αίτια. Πρώτον, επειδή και αυτή είναι αρχή του χρόνου. Διά τούτο και κοντά εις τους παλαιούς Pωμάνους πολλά ετιμάτο αυτή εξ αρχαίων χρόνων. Iνδικτιών δε κατά την ρωμαϊκήν, ήτοι λατινικήν γλώσσαν, θέλει να ειπή ορισμός1. Kαι δεύτερον εορτάζει ταύτην η Eκκλησία, επειδή και κατά την σημερινήν ημέραν, επήγεν ο Kύριος ημών Iησούς Xριστός μέσα εις την Συναγωγήν των Iουδαίων, και εδόθη εις αυτόν το Bιβλίον του Προφήτου Hσαΐου, καθώς γράφει ο Eυαγγελιστής Λουκάς (Λουκ. δ΄).

Tο οποίον Bιβλίον ανοίξας ο Kύριος, ω του θαύματος! ευθύς εύρε τον τόπον εκείνον, ήτοι την αρχήν του εξηκοστού πρώτου κεφαλαίου του Hσαΐου, εις το οποίον είναι γεγραμμένον διά λόγου του τα λόγια ταύτα: «Πνεύμα Kυρίου επ’ εμέ, ου ένεκεν έχρισέ με, ευαγγελίσασθαι πτωχοίς απέσταλκέ με, ιάσασθαι τους συντετριμμένους την καρδίαν, κηρύξαι αιχμαλώτοις άφεσιν και τυφλοίς ανάβλεψιν, αποστείλαι τεθραυσμένους εν αφέσει, κηρύξαι ενιαυτόν Kυρίου δεκτόν».

Aφ’ ου δε ανέγνωσεν ο Kύριος τα περί αυτού λόγια ταύτα, εσφάλισε το Bιβλίον και το έδωκεν εις τον υπηρέτην. Έπειτα καθίσας, είπεν εις τον λαόν «ότι σήμερον ετελειώθησαν οι λόγοι της Προφητείας ταύτης εις τα εδικά σας αυτία». Όθεν ο λαός ταύτα ακούων, εθαύμαζε διά τα χαριτωμένα λόγια, οπού εύγαινον εκ του στόματός του, ως τούτο γράφει ο αυτός Eυαγγελιστής Λουκάς (αυτόθι)2.

Eίναι δε και τρίτη αιτία, διά την οποίαν η Eκκλησία του Xριστού κάμνει σήμερον ενθύμησιν της Iνδίκτου, και εορτάζει την αρχήν του νέου χρόνου: ήγουν, ίνα διά μέσου της υμνωδίας και ικεσίας, οπού προσφέρομεν εις τον Θεόν εν τη εορτή ταύτη, γένη ο Θεός ίλεως εις ημάς, και ευλογήση τον νέον χρόνον, και χαρίση τούτον εις ημάς ευτυχή και γεμάτον από όλα τα σωματικά αγαθά. Kαι ίνα φωτίση τας διανοίας μας, εις το να περάσωμεν όλον τον χρόνον καθαρώς και με αγαθήν συνείδησιν, και εις το να ευαρεστήσωμεν τω Θεώ, με την φύλαξιν των εντολών του. Kαι ούτω να τύχωμεν των εν Oυρανοίς αιωνίων αγαθών3.

 ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Σημείωσαι ότι η Iνδικτιών αναβαίνει εις δεκαπέντε χρόνους, και πάλιν αρχίζει από την πρώτην. Άρχισε δε η της Kωνσταντινουπόλεως Iνδικτιών τη εικοστή τετάρτη του Σεπτεμβρίου, εν έτει από Xριστού τκζ΄ [327]. Δηλαδή κατά τον καιρόν της εν Nικαία πρώτης Oικουμενικής Συνόδου. Iνδικτιών δε κατά τον Συμεώνα Λογοθέτην εν τω Xρονικώ, σημαίνει Eπινέμησιν: ήγουν του χρόνου μερισμόν. Eκείνο γαρ οπού σημαίνει η Iνδικτιών λατινικά, τούτο σημαίνει και η Eπινέμησις ελληνικά.

Διατί δε η Iνδικτιών αναβαίνει εις δεκαπέντε μόνον ημέρας και πάλιν επιστρέφει. Kαι τι δηλούσιν αι δεκαπέντε ημέραι αύται. Ή διατί η Iνδικτιών μόνη δεν συμφωνεί ούτε με τους κύκλους της σελήνης και τα θεμέλια, ούτε με τους κύκλους του ηλίου και με την εβδομάδα, ουδέν βέβαιον ηδυνήθην να εύρω. Πλην τούτο μόνον λέγει ο κυρ Mατθαίος, ότι η αιτία του να αναβαίνη η Iνδικτιών έως εις τας δεκαπέντε, είναι η εναλλαγή των ανθρωπίνων ηλικιών. Kατά δεκαπέντε γαρ χρόνους αλλάττουν οι άνθρωποι μεγάλας εναλλαγάς. Διότι εις τους δεκαπέντε χρόνους αρχίζει ο άνθρωπος να τριχόνη. Eις τους δις δεκαπέντε, λαμβάνει το τέλειον της ηλικίας. Eις τους τρίς δεκαπέντε, γίνεται ο άνθρωπος μεσοκαιρίτης. Eις τους τετράκις δεκαπέντε, γίνεται ασπρογένης. Eις τους πεντάκις δεκαπέντε, γίνεται ο άνθρωπος γέρων. Kαι εις τους εξάκις δεκαπέντε, γίνεται ο άνθρωπος εσχατόγηρος (παρά τω Σεβαστώ Tραπεζουντίω).

Λέγουσι δέ τινες, ότι ο μοναχός Πανόδωρος, είτε άλλος τις, εφεύρεν, ότι κατά τους 7980, κατά την περίοδον, λέγω, ταύτην, συμφωνεί η Iνδικτιών με τους κύκλους του ηλίου και της σελήνης. Tότε γαρ έχει πρώτον κύκλον ο ήλιος, πρώτον κύκλον η σελήνη, και τότε είναι και πρώτη Iνδικτιών. Oμοίως και εν τη συντελεία του κόσμου, ο μεν ήλιος θέλει έχει κύκλους εικοσιοκτώ. H δε σελήνη κύκλους δεκαεννέα. Kαι η Iνδικτιών κύκλους δεκαπέντε. Oι μεν ουν κύκλοι του ηλίου, και της σελήνης οι κύκλοι και τα θεμέλια, και αι επακταί των μηνών, αρχίζουν από τον Mάρτιον. Aι δε Iνδικτιώνες, αρχίζουν από τον Σεπτέμβριον. Όρα Aλέξανδρον εις τα Iουδαϊκά, σελ. ιβ΄, και τον πρώτον τόμ. του Mελετίου εν τη εισαγωγή.

2. Σημείωσαι, ότι μερικοί θέλουν, πως ο Kύριος εισήλθεν εις την Συναγωγήν των Iουδαίων, και ανέγνω την άνωθεν περικοπήν του Hσαΐου, κατά το δεύτερον έτος του Eυαγγελικού αυτού κηρύγματος, αφ’ ου εποίησε το εν Kανά θαύμα, και συνωμίλησε με την Σαμαρείτιδα εν τω φρέατι. Tότε γαρ από της Σαμαρείας απελθών εις την Γαλιλαίαν εκήρυσσε το Eυαγγέλιον της Bασιλείας, και πολλά σημεία εις Kαπερναούμ εκτελέσας, μετέβη και εις Nαζαρέτ, εν η ανετράφη. Όπου και εμβήκεν εις την Συναγωγήν. (Όρα εις την νεοτύπωτον Eκατονταετηρίδα.)

3. Σημείωσαι, ότι πανηγυρικόν λόγον έχει ο Xρυσόστομος εις την αρχήν ταύτην της Iνδίκτου, ου η αρχή· «Θαυμασταί των ορθοδόξων αι πανηγύρεις». (Σώζεται εν τω πέμπτω τόμω της εν Eτόνη εκδόσεως.) Oμοίως και έτερον λόγον εις την αυτήν, ου η αρχή· «Eπάλληλον σημείον παρά του Δεσπότου Xριστού, η των αγαθών επομβρία». (Σώζεται εν τω αυτώ τόμω.)

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
"Η Αρχή της Ινδίκτου" (κατά Λουκά δ΄16-22)
Αρχίζει ο νέος χρόνος για την Εκκλησία του Χριστού.
         Η αρχή της νέας εκκλησιαστικής χρονιάς της 1ης Σεπτεμβρίου, φέτος συμπίπτει με την αναστάσιμη ημέρα της Κυριακής, γι’ αυτό και όλη η εκκλησιαστική ακολουθία, κινείτε γύρω από το γεγονός της Ανάστασης του Χριστού μας φυσικά, αλλά από τα χείλη των ιεροψαλτών στα αναλόγια όλης της Ορθοδοξίας μας, ακούγονται και οι ύμνοι της Ινδίκτου και πέραν τούτου βεβαίως και εκείνοι οι ύμνοι που αναφέρονται στους άλλους αγίους που εορτάζουμε σήμερα, όπως τον Όσιο Συμεών τον Στυλίτη, τις Αγίες σαράντα γυναίκες μάρτυρες, τον Ιησού του Ναυή και τους υπόλοιπους Αγίους που αναφέρονται στο Συναξάριο της ημέρας.
  Η σημερινή ημέρα, η 1η Σεπτεμβρίου για την Εκκλησία μας, αποτελεί στην πραγματικότητα μία ευχή: να ευλογήσει ο Κύριος τη χρονιά αυτή  «ευλόγησον τον στέφανον του ενιαυτού της χρηστότητός Σου, Κύριε», που σημαίνει να δώσει τη χάρη Του, ώστε να ζήσουμε οι άνθρωποι με ειρήνη και ομόνοια, ακολουθώντας τις άγιες εντολές Εκείνου. Είναι πολύ σημαντικό το γεγονός ότι η Εκκλησία μας μόνο με τον τρόπο αυτό θεωρεί ότι υπάρχει ευλογία στον κόσμο και όχι αν οι άνθρωποι απλώς ευημερούν οικονομικά, όχι αν όλα τους έρχονται βολικά, όπως λέμε, αλλά αν βρισκόμαστε «εν ομονοία και ειρήνη», κυρίως όμως, αν τηρούμε τις άγιες εντολές του Θεού.
       Η προτεραιότητα του συντονισμού μας με το θέλημα του Θεού, η πραγματοποίηση, όπως σημειώνουν οι ύμνοι σήμερα, των αιτημάτων του «Πάτερ ημών...», για να έχουμε την ευλογία του Θεού, δεν σημαίνει βεβαίως υποτίμηση και υποβάθμιση και των οικονομικών μεγεθών, αφού χωρίς αυτά δεν μπορεί ο άνθρωπος να επιβιώσει σ’ αυτόν τον κόσμο. Σημαίνει ότι τα οικονομικά δεν έχουν την προτεραιότητα. Το πρώτο στη ζωή μας είναι το«ελθέτω η βασιλεία Σου», όπως άλλωστε δίδαξε την ορθή ιεράρχηση των πραγμάτων ο ίδιος ο Κύριος: «ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην Αυτού και ταύτα πάντα (όλα τα υλικά και επίγεια) προστεθήσεται υμίν».
       Δυστυχώς, στην εποχή μας, η ιεράρχηση αυτή, σ’ ένα μεγάλο ποσοστό, έχει ανατραπεί. Ο Θεός και το άγιο θέλημά Του έχει μπει στο περιθώριο, αν δεν έχει διαγραφεί πλήρως, και προτεραιότητα ως αποκλειστικός σχεδόν σκοπός του ανθρώπου έχει γίνει το οικονομικό στοιχείο. Ίνδαλμα για τους πολλούς φαντάζει ο άφρων πλούσιος της γνωστής παραβολής, ο οποίος ναι μεν ευφραινόταν καθ’ ημέραν λαμπρώς, ο θάνατος όμως ήλθε αδυσώπητος και απροειδοποίητα στη ζωή του και του…ανέτρεψε τα σχέδια, βυθίζοντάς τον στην άφατη οδύνη. Από την άποψη αυτή, η εποχή μας είναι εποχή αφροσύνης, η οποία περιλαμβάνει όχι μόνον πολλούς πλουσίους, αλλά και ένα πολύ μεγάλο μέρος των πτωχών. Γιατί και οι πτωχοί, αν επιθυμούν ως προτεραιότητα της ζωής τους τα χρήματα και τα υλικά αγαθά, έστω κι αν δεν τα έχουν, ως άφρονες πλούσιοι αντιμετωπίζονται από τον λόγο του Θεού. Το περιεχόμενο της καρδιάς μας είναι εκείνο που έχει πάντοτε προ οφθαλμών Του ο Θεός, κατά την αποκάλυψη του ίδιου του Θεού.
         Η Εκκλησία μας σήμερα, με την πρωτοχρονιά που εορτάζει και τα λόγια του ιερού  Ευαγγελίου που ακούγονται στις Ορθόδοξες εκκλησιές ανά την οικουμένη, υπενθυμίζοντάς μας και την έναρξη της δημόσιας δράσης του Κυρίου, με το κήρυγμά Του στη συναγωγή της ιδιαίτερης πατρίδας Του Ναζαρέτ, όπου μεταξύ των άλλων αποκαλύπτει για τον εαυτό Του ότι ήλθε «κηρύξαι ενιαυτόν Κυρίου δεκτόν», να κηρύξει δηλαδή την έναρξη μίας καινούργιας εποχής, δεκτής και ευάρεστης στον Θεό, η Εκκλησία μας λοιπόν σήμερα μας φέρνει σε ισορροπία, διότι μας προτείνει αυτό που συνιστά το αιώνιο θέλημα του Θεού, δηλαδή πάνω από όλα να θέτουμε ακριβώς Εκείνον και τον λόγο Του. Μας ανοίγει και πάλι τα μάτια, σε μία εποχή σύγχυσης και θόλωσης της διάνοιας, για να συνειδητοποιούμε ότι στη ζωή βρισκόμαστε κατά χάριν Θεού, ότι Εκείνος παρατείνει τον χρόνο της διαμονής μας σ’ αυτόν, ως «καιρούς και χρόνους εν τη ιδία εξουσία θέμενος», προκειμένου να ζούμε κατά το θέλημά Του.
        Με άλλα λόγια, η Εκκλησία μάς υπενθυμίζει ότι ο χρόνος αποτελεί δωρεά του Θεού, όχι για να τη σπαταλάμε σε ανοησίες και αμαρτίες, αλλά να την αξιοποιούμε προς ανοδική πορεία πάντοτε προς Αυτόν, δηλαδή σε πορεία αγάπης προς τον συνάνθρωπο. Και τότε, μας λέει, θα δούμε ό,τι υποσχέθηκε ο Κύριος,δηλαδή την ώρα που θα θέτουμε αυτό το θέλημά Του ως βάση της ζωής μας, την ίδια ώρα θα ενεργοποιούνται και οι δυνάμεις Εκείνου, προς υπέρβαση αφενός των όποιων προβλημάτων μας, προς αποκατάσταση αφετέρου και όλης της δημιουργίας.
       Δεν είναι τυχαίο ότι εδώ και αρκετά χρόνια, το Οικουμενικό μας Πατριαρχείο έχει προβάλει την αρχή του εκκλησιαστικού έτους ως ημέρα προστασίας του περιβάλλοντος (στον σύνδεσμο αυτόν θα δείτε τον λόγο του Πατριάρχου Βαρθολομαίου σχετικά  με το θέμα) Και εύλογα, το θέλημα του Θεού, όπως είπαμε, βιούμενο από τον 
«βασιλιά» της κτίσεως, τον άνθρωπο, έχει άμεση αντανάκλαση και σε όλη τη φύση και σε όλη τη δημιουργία. Το έχουμε ξαναπεί, πως η λύση στη σημερινή οικονομική κρίση, που μας την επισείουν ως «μορμολυκείον» αδιάκοπα ενώπιόν μας οι ιθύνοντες και τα Μ.Μ.Ε., θα έλθει, μόλις αρχίσουμε να ζούμε ως πραγματικοί άνθρωποι, με βάση τον νόμο του Θεού. Με απλά λόγια, η κρίση είναι κατ’ ουσίαν πνευματική.
Καλή και ευλογημένη χρονιά αδελφοί μου!!!
 1η Σεπτεμβρίου, Αρχή της Ινδίκτου: Η μαρτυρία της Παλαιάς Διαθήκης για τον Χριστό Κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγέλιον: δ´ 16-22: Το κήρυγμα του Ιησού στη συναγωγή της Ναζαρέτ του Μιλτιάδη Κωνσταντίνου

Η 1η Σεπτεμβρίου χαρακτηρίζεται στην παράδοση της Ανατολικής Εκκλησίας ως «Ἀρχὴ τῆς Ἰνδίκτου» και σηματοδοτεί την έναρξη του νέου εκκλησιαστικού και λειτουργικού έτους. Ο όρος «ίνδικτος» ή «ινδικτιών» είναι εξελληνισμένος τύπος της λατινικής “indictio” (= διάταγμα) που στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία δήλωνε μια φορολογική περίοδο 15 ετών και από τον δ΄ μ.Χ. αιώνα καθιερώθηκε ως μονάδα μέτρησης του χρόνου, για να καταλήξει να δηλώνει την έναρξη του έτους. Το ευαγγελικό ανάγνωσμα της ημέρας προέρχεται από την περικοπή Λου 4:16-22 που αναφέρεται στην έναρξη της δημόσιας δράσης του Ιησού με το πρώτο κήρυγμά του στη συναγωγή του χωριού του, της Ναζαρέτ.
Αμέσως μετά τη βάπτισή του και την αντιμετώπιση των πειρασμών στην έρημο, ο Ιησούς επιστρέφει στη Γαλιλαία και, αφού περιοδεύει για λίγο στην περιοχή, φτάνει στη Ναζαρέτ. Εκεί επισκέπτεται τη συναγωγή, προκειμένου να συμμετάσχει στην προσευχή του Σαββάτου. Ακολουθώντας το τυπικό των συναγωγών της περιοχής, σύμφωνα με το οποίο, μετά την ανάγνωση του Νόμου, μπορούσε οποιοσδήποτε να διαβάσει κάποια περικοπή από τα βιβλία των Προφητών και να τη σχολιάσει, ο Ιησούς σηκώθηκε, πήρε τον κύλινδρο από πάπυρο που περιείχε το κείμενο του προφήτη Ησαΐα, τον ξετύλιξε και διάβασε όρθιος τα δύο πρώτα εδάφια από το κεφάλαιο 61:
Το Πνεύμα με κατέχει του Κυρίου,
μ’ αυτό με έχρισε·
μ’ έστειλε μήνυμα χαρμόσυνο να φέρω στους φτωχούς,
τους τσακισμένους ψυχικά να θεραπεύσω·
στους αιχμαλώτους να αναγγείλω ότι θα λευτερωθούν,
και στους τυφλούς ότι θα βρουν το φως τους,
τους καταπιεσμένους ν’ απελευθερώσω,
ν’ αναγγείλω του καιρού τον ερχομό, που χάρη ο Κύριος δίνει.
Έπειτα έδωσε στον χαζζάν (τον υπηρέτη που μεταξύ άλλων καθηκόντων είχε και την ευθύνη των βιβλίων της συναγωγής) το βιβλίο και κάθισε για να κάνει ένα μιδράς (σύντομο ερμηνευτικό σχόλιο). Ήδη η φήμη του Ιησού ως δασκάλου και θεραπευτή είχε προηγηθεί του ερχομού του στην Ναζαρέτ, και έτσι όλων τα μάτια ήταν προσηλωμένα πάνω του, περιμένοντας με αγωνία να ακούσουν τα λόγια του. Αυτό όμως που είπε ο Ιησούς τους άφησε κατάπληκτους, καθώς ξεπερνούσε κάθε προσδοκία∙ χωρίς καθόλου περιστροφές ο Ιησούς δηλώνει ότι:
Σήμερα βρίσκει την εκπλήρωσή της η προφητεία που μόλις ακούσατε.
Αυτό που στην πραγματικότητα λέει ο Ιησούς με το σύντομο κήρυγμά του στους έκπληκτους συγχωριανούς του είναι ότι αυτός που όλοι γνώριζαν ως γιο του ξυλουργού είναι ο μεσσίας, ο χρισμένος, δηλαδή, από τον Θεό απεσταλμένος του που ανέμεναν γενιές και γενιές για να λυτρώσει τους Ισραηλίτες από όλα τους τα δεινά. Εύκολα μπορεί κανείς, μετά από μια τέτοια δήλωση, να κατανοήσει την αντίδραση των κατοίκων της Ναζαρέτ.
Το κήρυγμα του Ιησού στη συναγωγή του χωριού του περιγράφεται και από τους άλλους δύο συνοπτικούς ευαγγελιστές αλλά με κάποιες διαφορές. Δεν θεωρείται αφετηριακό σημείο της δράσης του Ιησού (στο Ματ 13:54-58 τίθεται μετά τις παραβολές για τη “βασιλεία των ουρανών” και στο Μαρ 6:1-6 μετά το θαύμα της ανάστασης της κόρης του Ιαείρου) ούτε γίνεται αναφορά στο περιεχόμενο του κηρύγματός του, ούτε και στην απόπειρα των συγχωριανών του να οδηγήσουν τον Ιησού στην άκρη ενός γκρεμού και να τον δολοφονήσουν (Λου 4:28-29).
Για να ερμηνεύσει κανείς αυτή τη διαφορετική θεώρηση των γεγονότων από τους τρεις ευαγγελιστές, πρέπει να λάβει υπόψη του τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του Κατά Λουκάν Ευαγγελίου. Πρόκειται για ένα ευαγγέλιο που δεν απευθύνεται όπως τα άλλα δύο σε ισραηλίτες που έγιναν χριστιανοί αλλά σε πρώην ειδωλολάτρες. Αυτός είναι και ο λόγος που ο συγγραφέας του αποφεύγει τη χρήση εβραϊκών όρων και λέξεων (τα ελληνικά του Λουκά είναι τα καλύτερα της Καινής Διαθήκης) και δεν δείχνει παρόμοιο με τους άλλους ευαγγελιστές ενδιαφέρον -παρά μόνο σε ελάχιστες εξαιρετικές περιπτώσεις- να αποδείξει ότι ο Ιησούς είναι ο από τους Ιουδαίους αναμενόμενος μεσσίας. Παρ’ όλα αυτά, το ευαγγέλιο αυτό σηματοδοτεί τόσο την αρχή όσο και το τέλος της δράσης του Ιησού με μια αναφορά στους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης. Έτσι, όπως στο πρώτο δημόσιο κήρυγμά του ο Ιησούς χρησιμοποιεί ένα παράθεμα από το βιβλίο του προφήτη Ησαΐα, για να περιγράψει το έργο που πρόκειται να επιτελέσει πάνω στη γη, κατά ανάλογο τρόπο και μετά την ανάστασή του, συμπορευόμενος με δύο από τους μαθητές του προς το χωριό Εμμαούς[1],
  ... αρχίζοντας από τα βιβλία του Μωυσή και όλων των προφητών, τους εξήγησε όσα αναφέρονταν στις Γραφές για τον εαυτό του.
Ενώ, λοιπόν, ο ευαγγελιστής Λουκάς δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα να αποδείξει στους αναγνώστες του ότι ο Ιησούς είναι ο σύμφωνα με τα κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης αναμενόμενος μεσσίας, δείχνει ξεχωριστό ζήλο να τους πείσει ότι τα κείμενα αυτά μιλούν για τον Χριστό. Έτσι, αντί για οποιαδήποτε άλλη προγραμματική δήλωση του Ιησού, θεωρεί αρκετό το να παραθέσει ένα κείμενο του προφήτη Ησαΐα, και να παρουσιάσει τον Ιησού απλώς να επιβεβαιώνει ότι το κείμενο αυτό αναφέρεται στον ίδιο, χωρίς την παραμικρή προσπάθεια τεκμηρίωσης ή οποιαδήποτε άλλη επιχειρηματολογία. Το ίδιο ακριβώς κάνει και στο τέλος του ευαγγελίου του. Αντί ο Ιησούς να υπενθυμίσει στους δύο μαθητές του που δεν τον αναγνώρισαν τη μεταξύ τους σχέση και τα όσα έζησαν μαζί, τους προτρέπει να τον αναζητήσουν μέσα στην Παλαιά Διαθήκη. Αλλά και σε άλλη μια περίπτωση ο ίδιος ευαγγελιστής αναφέρει ότι όταν κάποιος ρώτησε τον Ιησού για το πώς θα κερδίσει την αιώνια ζωή, εκείνος παρέπεμψε τον συνομιλητή του σε δύο χωρία από τα βιβλία Δευτερονόμιον (6:5) και Λευιτικόν (19:18) αντίστοιχα:
Να αγαπάς τον Κύριο τον Θεό σου μ’ όλη την καρδιά σου και μ’ όλη την ψυχή σου, μ’ όλη τη δύναμή σου και μ’ όλο το νου σου∙ και τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου[2].
Ο ζήλος αυτός του ευαγγελιστή Λουκά μπορεί εύκολα να εξηγηθεί, αν ληφθεί υπόψη ότι για περισσότερο από έναν αιώνα χριστιανοί και ισραηλίτες χρησιμοποιούσαν την ίδια ιερή Βίβλο, τα κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης. Σε αυτήν τη Βίβλο στηρίχτηκαν οι απόστολοι για να διακηρύξουν στα πέρατα της τότε γνωστής οικουμένης το ευαγγέλιο του Χριστού. Σε αυτά τα κείμενα αναφέρονται οι απόστολοι όταν μιλούν για το πρόσωπο και το έργο του Χριστού «κατὰ τὰς Γραφάς». Ο αληθινός, λοιπόν, Ισραήλ για τον οποίο κάνουν λόγο οι συγκεκριμένες Γραφές, και επομένως και ο κληρονόμος των επαγγελιών του Θεού προς τον λαό του, δεν είναι οι Ιουδαίοι της εποχής του Χριστού αλλά όσοι αναγνωρίζουν μέσα από αυτές τις ίδιες Γραφές τον Ιησού ως Χριστό και Κύριο.
Η ευαγγελική αυτή περικοπή αποκτά ιδιαίτερη επικαιρότητα στη σύγχρονη εποχή, καθώς σήμερα εμφανίζονται πολλοί, ακόμη και χριστιανοί, που επιχειρούν να παρουσιάσουν τον Θεό που αποκαλύπτεται μέσα από την Παλαιά Διαθήκη στους ανθρώπους εντελώς διαφορετικό από εκείνον που κηρύττει ο Ιησούς Χριστός στην Καινή Διαθήκη. Μια τέτοια διάκριση όμως δεν κλονίζει απλώς τη βασική αρχή που διαφοροποιεί τη χριστιανική πίστη από όλες τις θρησκείες, το ότι δηλαδή ο Θεός αποκαλύπτεται μέσα στην ανθρώπινη Ιστορία, αλλά οδηγεί και σε μια εντελώς διαφορετική εικόνα του Ιησού Χριστού. Αυτό το αντιλαμβάνεται κανείς εύκολα, αν επιχειρήσει να αφαιρέσει από την Καινή Διαθήκη τα χωρία εκείνα που αναφέρονται στην Παλαιά (στις περισσότερες εκδόσεις της Κ.Δ. τα συγκεκριμένα χωρία επισημαίνονται με διαφορετικά γράμματα). Θα διαπιστώσει τότε ότι δεν απομένει από το πρόσωπο του Χριστού παρά μόνον η εικόνα ενός περιπλανώμενου θαυματοποιού ή, στην καλύτερη περίπτωση, ενός δασκάλου φιλοσοφικών αληθειών, ο οποίος κατορθώνει πάντοτε να ανατρέπει με ετοιμότητα τα επίσης φιλοσοφικά επιχειρήματα των συνομιλητών του. Αλλά μια τέτοια εικόνα του Ιησού είναι ξένη προς την πίστη της Εκκλησίας γι’ αυτόν.
Στον βαθμό, επομένως, που είναι ιστορικά βεβαιωμένο ότι για κάποιο χρονικό διάστημα υπήρξε χριστιανική Εκκλησία χωρίς Καινή Διαθήκη, ουδέποτε όμως υπήρξε Εκκλησία χωρίς Παλαιά Διαθήκη, η σχέση των δύο Διαθηκών μεταξύ τους είναι άρρηκτη. Άλλωστε, η Καινή Διαθήκη είναι “καινή”, επειδή υπάρχει η Παλαιά Διαθήκη∙ διαφορετικά δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί “καινή”, αλλά αν δεν είναι καινή, τότε δεν είναι ούτε “διαθήκη”, επομένως και ο Ιησούς δεν είναι “Χριστός”, άρα και η σωτηρία που επαγγέλλεται καθίσταται άνευ περιεχομένου. Η μελέτη, κατά συνέπεια, της Παλαιάς Διαθήκης δεν συνιστά ένα απλώς συμβατικό, μεταξύ άλλων θρησκευτικών υποχρεώσεων, καθήκον του σύγχρονου χριστιανού, αλλά εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση για μια ουσιαστική συνάντησή του με τον Χριστό.
[1] Λου 24:13-17
[2] Λου 10:25-27
 Τι σημαίνει "Ινδικτιών"

     Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἑορτάζει σήμερα τήν ἀρχή τῆς Ἰνδικτιῶνος – ἀπό τή λατινική λέξη «indictio», ἡ ὁποία σημαίνει ὁρισμός – δηλαδή τήν ἔναρξη τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους. Ὁ ὅρος προῆλθε ἀπό τήν συνήθεια τῶν Ρωμαίων αὐτοκρατόρων νά ὁρίζουν διά θεσπίσματος γιά διάστημα δεκαπέντε χρόνων τό ποσό τοῦ ἐτήσιου φόρου, πού εἰσέπρατταν αὐτή τήν ἐποχή γιά τή συντήρηση τοῦ στρα­τοῦ. Κατ’ ἐπέκτασιν καθιερώθηκε νά ὀνομάζονται ἰνδικτιῶνες καί οἱ δεκαπενταετεῖς αὐτοί κύκλοι πού ἄρχισαν ἐπί Καίσαρος Αὐγού­στου, τρία χρόνια πρίν ἀπό τή γέννηση τοῦ Χριστοῦ.
Γιατί ο Σεπτέμβριος θεωρείται αρχή του Εκκλησιαστικού έτους.
     Ἐπειδή ὁ Σεπτέμβριος εἶναι ἐποχή συγκομιδῆς καρπῶν καί προετοιμασίας γιά τό νέο κύκλο βλαστήσεως, ταίριαζε νά ἑορτά­ζουν οἱ χριστιανοί τήν ἀρχή τῆς γεωργικῆς περιόδου ἀποδίδοντας εὐχαριστίες στόν Θεό γιά τήν εὔνοιά του πρός τήν κτίση. Εἶναι αὐτό πού ἤδη ἔκαναν οἱ Ἰουδαῖοι σύμφωνα μέ τίς ἐντολές τοῦ Μω­σαϊκοῦ νόμου· τήν πρώτη δηλαδή μέρα τοῦ ἑβδόμου ἰουδαϊκοῦ μηνός, ἀρχές Σεπτεμβρίου, τελοῦσαν τήν ἑορτή τῆς Νεομηνίας ἤ τῶν Σαλπίγγων, κατά τήν ὁποία ἐσχόλαζαν ἀπό κάθε ἐργασία, γιά νά προσφέρουν θυσίες ὁλοκαυτωμάτων «εἰς ὀσμήν εὐωδίας Κυρίῳ» (Λευιτ. 23,18).
     Ὁ Χριστός, ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ δημιουργός τοῦ χρόνου καί τοῦ σύμπαντος, ὁ προάναρχος Βασιλεύς τῶν αἰώνων, ὁ ὁποῖος ἐσαρκώθη, γιά νά ἀποκαταλλάξει τά πάντα εἰς Ἑαυτόν καί νά συναγάγει Ἰουδαίους καί Ἐθνικούς σέ μία Ἐκκλησία, ἤθελε νά ἀνακαφαλαιώσει ἐν ἑαυτῷ τόν αἰσθητό κόσμο καί τό γραπτό Νόμο. Ἔτσι, αὐτή τήν ἡμέρα πού ἡ φύση ἑτοιμάζεται νά διατρέξει ἕνα νέο κύκλο ἐποχῶν, ἑορτάζουμε τό γεγονός, κατά τό ὁποῖο ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός εἰσῆλθε στή Συναγωγή καί ἀνοίγο­ντας τό βιβλίο τοῦ Ἠσαΐου ἀνέγνωσε τό χωρίο, ὅπου ὁ Προφήτης ὁμιλεῖ ἐπ’ ὀνόματος τοῦ Σωτῆρος: «Πνεῦμα Κυρίου ἐπ’ ἐμέ, οὗ εἵνε­κεν ἔχρισέ με, εὐαγγελίσασθαι πτωχοῖς ἀπέσταλκέ με (…), κηρῦξαι ἐνιαυτόν Κυρίου δεκτόν» (Λουκ. 4,18).
    Ὅλες οἱ Ἐκκλησίες, συναθροισμένες «ἐπί τό αὐτό», ἀναπέ­μπουν σήμερα δοξολογία πρός τόν ἕνα τρισυπόστατο Θεό, ὁ ὁποῖ­ος διαμένει στήν αἰώνια μακαριότητα, διακρατεῖ τά πάντα στή ζωή καί στέλνει ἄφθονες τίς εὐλογίες του κάθε ἐποχή στά κτίσματά του. Ὁ ἴδιος ὁ Χριστός ἀνοίγει τίς θύρες τοῦ νέου ἔτους καί μᾶς προσκαλεῖ νά τόν ἀκολουθήσουμε, γιά νά γίνουμε μέτοχοι τῆς αἰωνιότητός του.
Καλό μήνα και καλή χρονιά!!!


Αρχιμανδρίτης Χρυσόστομος Τελίδης

Σάββατο 31 Αυγούστου 2013

 ΚΥΡΙΑΚΗ Ι΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΙΝΔΙΚΤΟΥ (Λουκ. δ΄, 16-22) εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Σερβιών και Κοζάνης
Στή σημερινή περικοπή, ἀγαπητοί ἀδελφοί, ὁ Χριστός μπροστά στούς ἔκπληκτους Ἰουδαίους πού βρίσκονταν στή Συναγωγή τῆς Ναζαρέτ κατά τήν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου, λέει μέ ἁπλό καί φυσικό τρόπο ὅτι: «Σήμερα βρίσκει τήν ἐκπλήρωσή της ἡ προφητεία πού μόλις ἀκούσατε».
Ἑρμηνεύοντας τήν προφητεία τοῦ Ἠσαΐα στό Πρόσωπό Του καί ἔχοντας πλήρη αὐτοσυνειδησία, ἀφήνει νά φανερωθεῖ ὅτι Αὐτός εἶναι ὁ Μεσσίας, ὁ ἀπό αἰώνων κεχρισμένος μέ Πνεῦμα Θεοῦ. Δέν εἶναι ἁπλά ἕνας ἄνθρωπος πού σέ μία στιγμή τῆς ζωῆς τοῦ ἦλθε ἐπ’ αὐτόν τό Ἅγιο Πνεῦμα καί τοῦ χάρισε μία παροδική, μικρή ἤ μεγάλη θεοπνευστία. Δέν εἶναι ἕνα ἔκτακτο ἤ ὑπερφυσικό  γεγονός πού θά βοηθοῦσε τούς ἀνθρώπους μέσω τοῦ Χριστοῦ νά γνωρίσουν τό Θεό. Εἶναι Αὐτός, στόν Ὁποῖο ἐνυπάρχει τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ μέσα Του, κατέχει τήν ὕπαρξή Του, ὁδηγεῖ τήν ἐπίγεια ζωή Του στήν ὁλοκλήρωση τοῦ σχεδίου τῆς θείας φιλανθρωπίας. Ὁ Χριστός ἦλθε στή γῆ νά φέρει τό μήνυμα τῆς Σωτηρίας καί τῆς ἐπερχομένης Βασιλείας τοῦ Θεοῦ στούς ἀνθρώπους.
Ἡ Βασιλεία πού ἐπαγγέλλεται ὁ Χριστός δέν εἶναι κοσμική. Δέν εἶναι μία βασιλεία πού θά ἀποκαταστήσει ἀνθρώπινα βασίλεια, πού θά συντρίψει ἀντίπαλα ἔθνη καί ἀσεβεῖς βασιλιάδες. Δέν εἶναι μία βασιλεία πού περιλαμβάνει προνομιούχους λαούς, πού ὁρίζει ἡγεμόνες, πού περιβάλλει καί θάλπει τήν ἐξουσία. Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, πού ἀνακοινώνει ὁ Χριστός στή Συναγωγή τῆς Ναζαρέτ, ἔχει ὡς κέντρο της τή Σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Τό μήνυμά της ἀπευθύνεται στούς φτωχούς, στούς μικρούς καί ταπεινούς αὐτοῦ του κόσμου, σ’ αὐτούς πού νιώθουν τήν ὕπαρξή τους ἀσήμαντη μπροστά στό Ἄπειρό του Θεοῦ. Φέρνει τήν κατάργηση τῆς αἰχμαλωσίας τῶν ἀνθρώπων ἀπό τά δεσμά τῆς ἁμαρτίας, τήν ἀπαλλαγή, τή λύτρωση ἀπ’ ὅσα τούς κρατοῦσαν δέσμιους μέχρι τώρα. Ἡ ἁμαρτία εἶναι αἰχμαλωσία πού δέν ἀφήνει τόν ἄνθρωπο νά δεῖ καί νά βρεῖ τόν ἀληθινό του προορισμό, πού τόν κατέχει δέσμιο σέ μία κατάσταση φθαρτότητας σωματικῆς καί ψυχικῆς.
Αὐτή τήν ἀνθρωποκτόνο κατάσταση τῆς ἁμαρτίας πού κρατάει δέσμιο τόν ἄνθρωπο θά συντρίψει ὁ Χριστός μέ τήν Ἀνάστασή Του στό τέλος τῆς ἐπίγειας παρουσίας Του. Μέχρι νά ὁδηγηθεῖ στό Πάθος καί στή σωτήρια Ἀνάστασή Του ὁ Χριστός θά χαρίσει τό φῶς στούς τυφλούς. Φυσικό φῶς στούς σωματικά τυφλούς, οὐράνιο καί ἀποκαλυπτικό στούς πνευματικά τυφλούς. Αὐτό δέν σημαίνει παντοῦ καί πάντα ὅτι ὅσοι ἀκοῦνε καταλαβαίνουν καί ὅσοι βλέπουν ἀντιλαμβάνονται. Προϋπόθεση γιά τήν ἀνάβλεψη τῶν πνευματικά τυφλῶν εἶναι ἡ ἁγνότητα τῆς καρδιᾶς, ἡ πίστη, ἡ ἀποδοχή τῶν λόγων τοῦ Κυρίου. Ἡ σκληρότητα, ἡ σκληροκαρδία, ἡ δυσπιστία στό Πρόσωπο τοῦ Κυρίου, καί ἡ ἀδιαφορία, ἡ ἀναλγησία πρός τούς ἀνθρώπους θά κρατοῦν πάντα κλειστές τίς πόρτες στό φῶς ἤ θά δυσκολεύουν πάντα νά φτάσει στίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων τό πνευματικό φῶς. Ὅμως ἀκόμη καί σ’ αὐτές τίς περιπτώσεις τά ἀδύνατα γιά τούς ἀνθρώπους εἶναι δυνατά γιά τό Θεό. Ὁ Χριστός εἶναι πάντα σέ θέση νά ἀποκαλύψει τό Θέλημα τοῦ Οὐράνιου Πατέρα Του καί Πατέρα μας, δίνοντας στούς ἀνθρώπους τήν πνευματική ἀνάβλεψη.
Ὁ τραυματισμένος ἄνθρωπος ἀπό τό προπατορικό ἁμάρτημα, τοῦ ὁποίου ἀμαυρώθηκε τό «κατ’ εἰκόνα» καί ἐσκοτίσθη ἡ διάνοια, δέν ἦταν σέ θέση νά φτάσει μόνος του στή σωτηρία. Ὁ Νόμος πού δόθηκε στό Μωϋσῆ ἀπό τό Θεό στό ὅρος Σινᾶ, προκειμένου νά παιδαγωγήσει τόν Ἰσραήλ καί δι’ αὐτοῦ νά ἀνακαινίσει καί τούς ὑπόλοιπους λαούς, ἐξέπεσε λόγω τῆς ἀδυναμίας τοῦ Ἰσραήλ σέ ἐπίπεδο νομικιστικῶν καί ἠθικῶν διατάξεων, τύποις καί ὄχι οὐσίας. Γράμματος καί ὄχι Πνεύματος. Πιστεύοντας ὅτι ἡ ἁπλή τήρηση τῶν διατάξεων τοῦ Νόμου φέρνει τή σωτηρία, παραγνωρίστηκαν καί παραμελήθηκαν τό πνεῦμα καί ἡ θεϊκή του προέλευση, φτάνοντας στό ἐπίπεδό της φαρισαϊκῆς τήρησής του.
Σ’ αὐτό τόν ἄνθρωπο ὁ Χριστός φέρνει τό σωτήριο μήνυμά Του, πού δέν εἶναι πλέον τό γράμμα τοῦ Νόμου, ἀλλά ἡ ἐν πνεύματι ὁλοκληρωτική ἀνακαίνιση, ὁ φωτισμός τῆς διανοίας του, πού ἐπιτυγχάνονται μέ τήν ὑπακοή καί μίμηση τῆς θυσιαστικῆς προσφορᾶς Του, τήν ἀποδοχή τῶν Λόγων Του, μέ τήν ἀγάπη ἀκόμη καί στούς ἐχθρούς, μέ τήν ἐν «Πνεύματι καί Ἀληθεία» λατρεία στό Θεό.
Ἡ ἄφεση χαρίζεται πλέον ἀπό τό Χριστό στόν ἄνθρωπο ὄχι ἐπειδή τηρεῖ μηχανικά κάποιες διατάξεις, οὔτε ἐπειδή ὑπακούει σέ στεῖρα νομοθετήματα. Τούτη ἡ ἄφεση πού ἐπαγγέλλεται ὁ Χριστός προϋποθέτει τήν ὁλοκληρωτική μεταστροφή τοῦ νοῦ τοῦ ἀνθρώπου, χαρίζεται ὡς δῶρο ζωῆς ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀγαπᾶ τό Θεό «ἐξ ὅλης της καρδίας του καί ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς του, καί ἐξ ὅλης της ἰσχύος του καί ἐξ ὅλης τῆς διανοίας του καί τόν πλησίον του ὡς σεαυτόν» (Λουκ. 10,27). Ἡ Θυσιαστική πράξη τοῦ Χριστοῦ, ὁ Σταυρός τοῦ Μαρτυρίου, εἶναι λύτρο γιά ὅλους, εἶναι Ἄφεση, εἶναι Λύτρωση, εἶναι Ἀπαλλαγή, εἶναι Ἀποκατάσταση στήν ἀρχέγονη πρότερη θέση πού εἶχε ὁ ἄνθρωπος κατά τή δημιουργία του ἀπό τό Θεό.
Ὅλα αὐτά ὅμως, ἀγαπητοί, δέ θά γίνουν μέσα σέ μία ἡμέρα, ὡς ἀστραπή, ἐν ριπῇ ὀφθαλμοῦ. Ὁ Χριστός δέν ἦλθε γιά νά καταδικάσει, γιά νά ἀπολέσει καί νά ἀπειλήσει τόν πάσχοντα καί πονεμένο ἄνθρωπο μέ τήν ἡμέρα τῆς Κρίσεως. Δέν ἦλθε γιά νά κρίνει τόν κόσμο, ἀλλά γιά νά  τόν σώσει˙ «οὐ γάρ ἦλθον ἵνα κρίνω τόν κόσμον, ἀλλ’ ἵνα σώσω τόν κόσμον» (Ἰωάν.12,47).
Κηρύττει «ἐνιαυτόν Κυρίου δεκτόν», δηλαδή μία περίοδο χάριτος καί μετανοίας, καί εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός πού δέν στέκει ἀπόμακρος καί ἀπροσμέτρητος στό ὕψος τῆς Θεότητάς Του, ἀλλά εἶναι ὁ ἀπό αἰώνων «κρούων τή θύρα» περιμένοντας τήν ἀνταπόκριση τοῦ ἀνθρώπου πού τόσο «ἠγάπησεν ὁ Θεός, ὥστε τόν Υἱόν αὐτοῦ τόν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν μή ἀποληται ἀλλ’ ἔχη ζωήν αἰώνιον» (Ἰωάν. 3,16). Ἀμήν.
 ΚΥΡΙΑΚΗ Ι ΜΑΤΘΑΙΟΥ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΙΝΔΙΚΤΟΥΤι είπε ο Ιησούς Χριστός στο πρώτο Του κήρυγμα στη Ναζαρέτ;

Όταν ο Ιησούς, μετά την νικηφόρα αντιμετώπιση των πειρασμών του διαβόλου, εισήλθε στην ιδιαίτερη πατρίδα Του, τη Ναζαρέτ, ζήτησε στη Συναγωγή το ειλητάριο των Γραφών, και αφού το ξετύλιξε, διάβασε από τον προφήτη Ησαΐα τα κυριότερα σημεία που θα έκανε ο Μεσσίας ανάμεσα στους ανθρώπους. Ύστερα τύλιξε το χειρόγραφο, το έδωσε στον υπηρέτη και κάθισε. Τα μάτια όλων στη Συναγωγή ήταν προσηλωμένα πάνω του. Άρχισε τότε να τους λέει: «Σήμερα βρίσκει την εκπλήρωσή της η προφητεία που μόλις ακούσατε». Όλοι τότε θαύμαζαν για τα γεμάτα χάρη λόγια που έβγαιναν από το στόμα του, και ρωτούσαν: «Μα αυτός δεν είναι ο γιος του Ιωσήφ;»

Στην παρούσα ευαγγελική περικοπή, ο ευαγγελιστής Λουκάς απαντά στο σπουδαιότερο ερώτημα: Ποιο ήταν το έργο που είχε να κάνει ο Ιησούς και ποιος ήταν πραγματικά; Το κείμενο που διάβασε ο Ιησούς ήταν βαθύτατα προφητικό και αναφερόταν στο απελευθερωτικό έργο του Μεσσία, όταν θα ερχόταν με τη δύναμη του Θεού στη γη. Ο Ιησούς αποκαλύπτει ειλικρινώς και χωρίς υπεκφυγές στους ακροατές Του, ότι ο ίδιος είναι ο Μεσσίας, που γεννήθηκε επιτέλους στον κόσμο για να γιατρέψει τις πληγές των ανθρώπων, να ξαναδώσει τη χαμένη ελπίδα, να απελευθερώσει ψυχοσωματικούς αιχμαλώτους, να προσφέρει όραση θείου φωτός στους πνευματικά τυφλούς, να μοιράσει το θάρρος στους πονεμένους και αδικημένους, να αποκαλύψει πως η σωτηρία ήρθε σε όλους δια του Υιού και Λόγου του Πατρός.

Οι Ναζαρηνοί, οι συμπατριώτες του, δεν μπορούσαν να εννοήσουν στη συνέχεια πώς ξαφνικά ο Ιησούς είχε τέτοιες αξιώσεις και θεωρούσε εαυτόν Μεσσία. Ο Ιησούς, ναι, είχε χάρη Θεού, ναι, έκανε πολλά θαύματα, ναι, ήταν πολύ ταλαντούχος ομιλητής, αλλά πώς απαιτούσε, έλεγαν, για τον εαυτό του τέτοια τιμή και αξίωση; Δεν ήταν εξάλλου ο γιος της Μαρίας, με αδελφούς και αδελφές -παιδιά βέβαια του Ιωσήφ από προηγούμενο γάμο του- που ζούσαν ανάμεσά τους; Ο ίδιος δεν ήταν μαραγκός και οικοδόμος τόσα χρόνια; Σκανδαλίζονταν λοιπόν και βρισκόντουσαν σε σύγχυση. Γιατί; Επειδή εκείνοι περίμεναν έναν πολεμιστή εξ ουρανού, αρχηγό του λαού και του στρατού, ο οποίος θα τους απελευθέρωνε από τους Ρωμαίους και θα εγκαθίδρυε κοσμικά τη βασιλεία του Θεού, ενώ ακόμη και το χωριό του Ιησού, η φτωχή Ναζαρέτ, ήταν άσημη.

Ο πρώτος θαυμασμός λοιπόν των Ναζαρηνών μετατράπηκε σε οργισμένη αντίδραση και φανερή απέχθεια, γιατί ο Ιησούς αποκάλυψε, έφερε στο φως, την αιτία των αντιρρήσεών τους, και τους ρώτησε ευθέως: Θέλετε θαύματα να κάνω μπροστά σας για να πιστέψετε, όπως έκανα και στην Καπερναούμ; Μα εκεί οι άνθρωποι έχουν πίστη αληθινή, ενώ εδώ, που είναι και η πατρίδα μου, δεν πιστεύετε σε μένα. Το ίδιο έγινε δυστυχώς και με τον προφήτη Ηλία και το μαθητή του Ελισαίο, τους είπε. Και αυτοί έδρασαν μακριά από την πατρίδα τους και η χάρη του Θεού δόθηκε στους ξένους. Τότε οι Ναζαρηνοί, φανερά εξοργισμένοι, προσπάθησαν να ρίξουν τον Ιησού στο γκρεμό, από την κορυφή του βουνού έξω από την πόλη. Αυτός όμως πέρασε από ανάμεσά τους, με πλήρη αυτοσυνειδησία για το ποιος ήταν και με αγιοπνευματική γαλήνη στο πρόσωπο του. Αφού επομένως έτσι τους αφόπλισε, έφυγε απ’ αυτούς.

Οι Ναζαρηνοί και πολλοί άνθρωποι, ακόμη και χριστιανοί, αρνούνται να πιστέψουν πραγματικά, για τρεις κυρίως λόγους:

Καταρχάς, περιμένουν από το Θεό: μεγάλα και τρανταχτά έργα, δύναμη, καλοπέραση, υγεία και άμεσα αποτελέσματα. Ο Θεός όμως αποκαλύπτεται στους ταπεινούς και στην απλότητα, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις, ακόμη και μέσα από την ασθένεια ανακαλύπτουν οι άνθρωποι τον χαμένο τους Θεό και τη γνήσια πίστη τους. Κατά δεύτερον, πολλοί άνθρωπο αρνούνται, γιατί δειλιάζουν, να αλλάξουν τον τρόπο ζωής τους, δηλαδή να μετανοήσουν. Όπως και οι Ναζαρηνοί, δεν έχουν διάθεση να συμμορφωθούν με το θέλημα του Θεού. Δεν κάνουν έτσι τα απαραίτητα βήματα για να συναντηθούν με τη Χάρη του Θεανθρώπου και τελικά να σωθούν. Θέλουν να αλλάξει ο κόσμος, αλλά δεν προσπαθούν, και περιμένουν μαγικά την ατομική και κοινωνική αλλαγή. Ο Χριστός όμως κήρυττε πρωτίστως την μετάνοια ως προϋπόθεση του ερχομού του νέου κόσμου της βασιλείας του Θεού. Και τρίτον, αρκετοί χριστιανοί, όπως και οι συμπατριώτες του Ιησού, δεν εντρυφούν στον εσωτερικό τους κόσμο, ώστε δια της προσευχής και των μυστηρίων να βρουν τον Θεό μέσα τους, αλλά μένουν σε μια επιφανειακή και εξωτερική κυρίως εικόνα περί της Εκκλησίας, του μεγαλείου, του σπουδαίου τυπικού, της τάξης, του απαστράπτοντος περιβάλλοντος, των ποιοτικών δια του άμβωνος κηρυγμάτων. Όλα χρειάζονται και όλα είναι απαραίτητα, αλλά το άκρως απαραίτητο για τη σωτηρία μας είναι η προσωπική μας συνάντηση και σχέση με τον Κύριο, η αγάπη προς το πρόσωπό του, η λαχτάρα της καθημερινής αναζήτησης.

Πολλοί άνθρωποι θεωρούν και σήμερα τον Ιησού, όπως και στην εποχή Του συνέβαινε, σαν ένα μεγάλο μεταρρυθμιστή, ένα μοναδικό προφήτη, ένα σπουδαίο διδάσκαλο ή φιλόσοφο. Δεν προχωρούν όμως παραπέρα, και δεν τον αναγνωρίζουν ως Κύριο και Θεό. Αυτό οφείλεται στους τρεις κυρίως λόγους που ειπώθηκαν προηγουμένως. Χωρίς ταπείνωση, μετάνοια και αγνή καρδιά είναι αδύνατον σε κάποιον να αποκαλυφθεί ο Θεός, ενώ μόνο μέσω της προσευχής, της μυστηριακής ζωής και της αγάπης κατοικεί αληθινά στις καρδιές των πιστών, και μετατρέπει τις ψυχές των ανθρώπων σε θρόνους της χάριτός Του.

ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ:
Π.Ν. Τρεμπέλα: “Υπόμνημα εις το κατά Λουκάν Ευαγγέλιον”, εκδ. ο Σωτήρ, Αθ. 1995
Η ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ, Ελληνικής Βιβλικής Εταιρίας, Αθ. 2003
Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΑΙ Ο ΚΑΙΝΟΥΡΙΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, Σάββα Αγουρίδη – Σωκράτη Νίκα, βιβλίο Β΄ Γυμνασίου, έκδ. Θ΄, 1993
ΤΑ ΤΕΣΣΕΡΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΑΙ ΠΡΑΞΕΙΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ, αρχιμ. Τιμοθέου Κιλίφη, Α΄ τόμος, Αθ. 1999
 ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ Κυριακή 1η Σεπτεμβρίου 2013 (Α΄ Τιμ. β΄, 1 -7)Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Χίου

Κυριακή 1η Σεπτεμβρίου 2013
(Α΄ Τιμ. β΄, 1 -7)

Σήμερα πρώτη Σεπτεμβρίου, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, εἶναι ἡ ἀρχή τοῦ νέου Ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους, ἡ ἀρχή τῆς Ἰνδίκτου, ὅπως σημειώνει τό Ἐκκλησιαστικό ἡμερολόγιο. Τά τροπάρια πού ψάλλονται στήν Ἐκκλησία μας σήμερα εἶναι σχετικά μέ τήν ἀρχή τοῦ νέου ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους καί τήν ἐπίκληση στό Θεό νά εὐλογήση τόν «νέον ἐνιαυτόν» τῆς χρηστότητός Του.

Ὁ ἱερός ὑμνῳδός, μέ ἀφορμή τό νέο χρόνο, ἀνάγεται στήν ἀρχή τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου καί ἔρχεται νά ὑμνήση τόν Χριστό σάν τόν προαιώνιο Λόγο τοῦ Πατρός, ὁ ὁποῖος τήν σύμπασα κτίσι ἐδημιούργησε, «παραγαγών ἐκ μή ὄντων εἰς τό εἶναι» καί νά Τόν παρακαλέση νά εὐλογήση καί τή νέα χρονική περίοδο, τήν ὁποία βλέπει ὡς ἔκφραση τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο.

Τό σημερινό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα ἔρχεται νά μᾶς βοηθήση νά δοῦμε τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο θά περαιώσουμε μέ τρόπο ὠφέλιμο γιά μᾶς τόν χρόνο πού ὁ Θεός ἔχει δώσει στόν καθένα μας.

Στό ἀνάγνωσμα αὐτό ὁ Ἀπόστολος Παῦλος παραγγέλλει στόν Τιμόθεο καί μέσῳ αὐτοῦ στούς πιστούς νά προσεύχωνται γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους καθώς, ἐπίσης, καί γιά τούς ἄρχοντες καί γενικότερα αὐτούς πού βρίσκονται σέ ὑψηλές θέσεις, γιά νά ζοῦν καί οἱ ὑπόλοιποι ἄνθρωποι βίο ἤρεμο καί ἥσυχο μέ κάθε εὐσέβεια καί σεμνότητα. Τονίζει μάλιστα ὅτι αὐτή ἡ προσευχή εἶναι πολύ ἀρεστή στό Θεό, ὁ Ὁποῖος θέλει ὅλοι οἱ ἄνθρωποι νά σωθοῦν καί νά γνωρίσουν τήν ἀλήθεια.

Ὁ ἱερός Ἀπόστολος καί σέ ἄλλο σημεῖο παραγγέλλει στούς πιστούς νά ἐξαγοράσουν τόν καιρό τους, γιατί οἱ ἡμέρες εἶναι πονηρές. Ὁ τρόπος αὐτῆς τῆς ἐξαγορᾶς, προκειμένου ὁ χρόνος νά γίνει μέσο σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι ἡ προσευχή. Ἡ καθημερινή, ζωντανή καί ἀδιάλειπτη προσευχή εἶναι ὁ κατ’ἐξοχήν τρόπος καθαγιασμοῦ τοῦ χρόνου καί φωτισμοῦ τοῦ ἀνθρώπου κατά τήν ἐπίγεια πορεία του. Μάλιστα ἡ παραγγελία τοῦ Ἀποστόλου γιά προσευχή γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους προσανατολίζει τόν πιστό γιά τήν κατεύθυνση τῆς ζωῆς του.

Κατ’ ἀρχήν ἡ προσευχή διατηρεῖ ζωντανή τήν σχέση τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό. Ἑνώνει τόν ἄνθρωπο μέ τόν Θεό. Ἡ προσευχή εἶναι δρόμος ἑνώσεως, κοινωνίας καί παραμονῆς στόν Θεό. Δέν προσευχόμεθα μόνο καί μόνο γιά νά ζητήσουμε κάτι ἀπό τό Θεό. Προσευχόμεθα γιατί θέλουμε τήν ἀληθινή ζωή. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος θεωρεῖ τήν προσευχή σάν τήν ἀναπνοή τῆς ψυχῆς καί τονίζει ὅτι εἶναι πιό ἀπαραίτητο νά προσευχώμεθα παρά νά ἀναπνέουμε.

Ὁ ἄνθρωπος πού ἀγαπᾶ τό Θεό προσεύχεται καί μάλιστα προσεύχεται πολύ. Ἡ προσευχή εἶναι ἡ ζωή του. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος σέ ἄλλο σημεῖο παραγγέλει «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε». Ὅλος ὁ ἄνθρωπος γίνεται προσευχή καί δέν ἐμποδίζεται ἀπό τήν καθημερινότητα ἡ προσευχή του. Ὅταν ἡ προσευχή μᾶς κουράζει, ὅταν τήν θεωροῦμε καθῆκον ἤ καί κατά κάποιον τρόπο «ἀγγαρεία», αὐτό φανερώνει ὅτι ἔχει παγώσει ἡ ἀγάπη μας γιά τόν Χριστό. Ἄν μᾶς κουράζει ἡ προσευχή, ἄν τήν ἀντιμετωπίζουμε ὡς ὑποχρέωση, αὐτό φανερώνει ὅτι μᾶς λείπει καί ἡ ἀγάπη γιά τό Θεό καί ἡ ταπείνωση. Ὁ ἐγωϊστής ἄνθρωπος δέν νιώθει τήν ἀνάγκη τοῦ Θεοῦ καί πιστεύει ὅτι εἶναι ἀρκετός ὁ ἑαυτός του.

Ἡ προσευχή εἶναι τό ὅπλο γιά τήν κάθαρση τῆς ψυχῆς ἀπό τά πάθη, τό μέσο γιά τήν καλλιέργεια τῶν ἀρετῶν τοῦ Χριστοῦ, τό μέσο τῆς συνεχοῦς παραμονῆς μας στό Θεό.

Γιά τό πῶς θά πρέπει νά προσευχώμεθα, νά θυμηθοῦμε ὅσα οἱ Πατέρες καί οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μᾶς λέγουν. Πρῶτα – πρῶτα εἶναι ἡ προσπάθεια καί ὁ ἀγώνας μας νά εἶναι ζωντανή ἡ προσευχή μας, νά εἴμεθα παρόντες στήν προσευχή μας. Ὁ νοῦς μας εὔκολα διασπᾶται. Πολλές φορές διαπιστώνουμε ὅτι ἐνῶ προσευχόμεθα, ὁ νοῦς μας ἔχει φύγει μακρυά. Νά μήν ἀποκάνουμε, νά μαζεύουμε καί πάλι τό νοῦ μας.

Ἀνάγκη ἀκόμα νά συνειδητοποιήσουμε ὅτι ἡ προσευχή εἶναι πρῶτα τρόπος καί μετά λόγος. Νά ἀφήσουμε στήν ἄκρη ὅλα τά ἄλλα, νά σταματήσουμε ἀπό τίς ποικίλες, ἀκόμα καί τίς καλές, ἀσχολίες μας, νά εἰσέλθουμε στό «ταμιεῖον» μας, στό νοῦ μας, ἀφήνοντας ἔξω ὅλα τά ἄλλα καί νά ἔχουμε τήν αἴσθηση ὅτι εἴμαστε μόνοι «μόνῳ Θεῷ».

Πρακτικότερα γιά τήν ἀτομική μας προσευχή, πού καταχρηστικά τή λέμε ἀτομική γιατί τίποτα μέσα στήν ἐκκλησία δέν εἶναι ἀτομικό, οἱ προσευχές τῆς Ἐκκλησίας μας προσφέρονται σέ καθημερινή χρήση. Ἡ χρησιμοποίηση, ἐπίσης, τῆς εὐχῆς «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με» εἶναι ἕνα ἰσχυρότατο πνευματικό ὅπλο, γι’αὐτό καί οἱ Ἅγιοί μας μᾶς συμβουλεύουν ۠ «ὀνόματι Ἰησοῦ μάστιζε πολεμίους». Ὅμως ὁ κάθε πιστός γιά νά μήν πλανηθῆ, ἐπειδή ὁ πονηρός χρησιμοποιεῖ τεχνάσματα, ἔχει ἀνάγκη ἀπό πνευματικό πατέρα, πού θά παρακολουθῆ συστηματικά τήν πνευματική του πορεία καί θά τοῦ δώση καί τόν κατάλληλο κανόνα προσευχῆς.

Ἡ προσευχή εἶναι βασική λειτουργία τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Γι’αὐτό ὁ ἄνθρωπος πού ἔχει πάθος κατά τοῦ ἀδελφοῦ του, δέν μπορεῖ νά προσευχηθῆ μέ καθαρότητα στό Θεό. Δέν μπορεῖ νά ὑπάρχει ἀληθινή προσευχή χωρίς ἀγάπη, ἀλλά καί ἡ οὐσιαστικότερη ἔκφραση τῆς ἀγάπης γιά τόν ἀδελφό εἶναι ἡ προσευχή γι’αὐτόν. Ἡ προσωπική προσευχή δέν μπορεῖ νά ἀντικαταστήσει τή λειτουργική τῆς Θ. Λειτουργίας καί τῶν Ἱερῶν Ἀκολουθιῶν, ὅπως καί ἡ λειτουργική προσευχή δέν καταργεῖ τήν προσωπική προσευχή τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ἄνθρωπος πού στό χρόνο τῆς ζωῆς του βάζει τήν προσευχή σάν τό κύριο συστατικό του, θά μπορέση νά διαφυλάξη τή ζωή του καί νά ἐξαγοράση τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. ΑΜΗΝ!
 Σκέψεις στο Ευαγγελικό ανάγνωσμα της Κυριακής της Ινδίκτου εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Πάφου

Ευαγγέλιο: Λουκά Δ΄16-22
«Πάντες εμαρτύρουν αυτώ και εθαύμαζον επί τοις λόγοις της χάριτος τοις εκπορευομένοις εκ του στόματος αυτού.»
 Από σήμερα, αγαπητοί μου αδελφοί, πρώτη Σεμπτεμβρίου, αρχίζει το εκκλησιαστικό έτος, η Πρωτοχρονιά, δηλαδή, κατά την εκκλησιαστική τάξη. Γι’ αυτό και η Εκκλησία μας, κατά τη σημερινή Θεία Λειτουργία, διαβάζει το μέρος εκείνο του Ιερού Ευαγγελίου, στο οποίο αναφέρεται σε περίληψη το σωτήριο για το ανθρώπινο γένος, έργο του Σωτήρος Χριστού, που άρχισε από την ημέρα που ήλθε στη γη και θα διαρκέσει μέχρι την Δευτέρα Παρουσία Του. Όλη αυτή η περίοδος, χαρακτηρίζεται από τον Προφήτη Ησαΐα, «ως ενιαυτός Κυρίου δεκτός» (Ησ. ΞΑ΄,2). Δηλαδή χαρακτηρίζεται σαν ένα νέο, μεγάλο, μακρύ σε διάρκεια αιώνιο έτος, που εκδηλώνεται πλήρης, τέλεια και αμέριστη η ευσπλαχνία του Θεού προς τους αμαρτωλούς ανθρώπους και προσφέρεται η Θεία Χάρη του Κυρίου, προς μετάνοια και σωτηρία.

 Κι έτσι, το νέο έτος που αρχίζει από σήμερα, είναι έτος αφέσεως για τον καθένα μας και έτος προσφοράς της ψυχικής μας σωτηρίας, από μέρους του Πανοικτίρμονος Θεού, με την προϋπόθεση βέβαια ότι και από μέρους μας το έτος αυτό θα καταστεί έτος μετάνοιας και επιστροφής. «Πάντες εμαρτύρουν αυτώ και εθαύμαζον», μας λεει ο ιερός Ευαγγελιστής, «επί τοις λόγοις της χάριτος τοις εκπορευομένοις εκ του στόματος αυτού». Δηλαδή, όλοι συμφωνούσαν μαζί Του και θαύμαζαν για τα γεμάτα Χάρη λόγια που έβγαιναν από το στόμα Του. Με την ευκαιρία αυτή, ας δούμε κι εμείς σήμερα σε ποιους χαρίζεται η Θεία Χάρη και τι χαρίζει αυτή η Θεία Χάρη, στον καθένα μας.
Η Χάρη του Θεού χαρίζεται σ’ όσους πιστεύουν στον Ιησού Χριστό. Η σωτήρια αυτή Θεία Χάρη φάνηκε και εκδηλώθηκε στον κόσμο, δια μέσου του Μονογενούς Υιού του Θεού, που δέχτηκε τη σταυρική θυσία για μας. Με τη θυσία Του αυτή ο Κύριος ίδρυσε επί της γης την Εκκλησία, με τα Ιερά της Μυστήρια, για να συνεχίζει το έργο Του στους αιώνες. Γι’ αυτό και  για να λάβει κάποιος τη Θεία Χάρη, πρέπει πρώτιστα να έχει πίστη στον Εσταυρωμένο Κύριο Ιησού. Η πίστη αυτή όμως δεν πρέπει να είναι διανοητική και θεωρητική, αλλά πίστη καρδιακή και ζωντανή. Πίστη που δια μέσου των Ιερών Μυστηρίων της Εκκλησίας μας, να δημιουργεί σχέση προσωπική και σύνδεσμο ουσιαστικό με τον Σωτήρα Κύριο. Δεν είναι επομένως τυχαίο το γεγονός, ότι κατά τη βάπτιση και την ένταξή μας στους κόλπους της Εκκλησίας, ζητείται πρώτα να συντασσόμαστε με το Χριστό και να πιστεύουμε σ’ Αυτό. Τότε μόνο γινόμαστε μέλη της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας και έχουμε δικαίωμα συμμετοχής στο θεόσδοτο θησαυρό, που εκείνη κατέχει και διαχειρίζεται και ο οποίος λέγεται Θεία Χάρη.
Βέβαια η πίστη είναι η πρώτη και βασική προϋπόθεση. Δεν είναι όμως αρκετή μόνη η πίστη. Χρειάζεται να υπάρχει και ταπεινό φρόνημα στον άνθρωπο, που πλησιάζει στην πηγή της Θείας Χάρης. Όπου υπάρχει περηφάνια, εγωισμός και ψηλό φρόνημα είναι αδύνατο να εκχυθεί και να εκδηλωθεί η Θεία Χάρη. Ο εγωισμός, σαν άλλο φράγμα, ανακόπτει και εμποδίζει την Χάρη του Θεού, να κατέλθει από τους ουρανούς και να πλημμυρίσει την ύπαρξή μας. Η βαθιά και αληθινή ταπεινοφροσύνη είναι ο απαραίτητος αγωγός, δια μέσου του οποίου διοχετεύεται ανεμπόδιστα στην ψυχή το σωστικό νερό της Θείας Χάρης. Οσοδήποτε μεγάλοι κι αν είμαστε δεν παύουμε από του να είμαστε άνθρωποι με αδυναμίες και ασθένειες, που έχουμε ανάγκη βοήθειας  και στηριγμού.
Όλοι ανεξαίρετα έχουμε ανάγκη επείγουσα να παίρνουμε δυνάμεις από τη Χάρη του Χριστού, την οποία το Άγιο Πνεύμα μας φέρει στην ψυχή, γιατί όλοι οι άνθρωποι είμαστε αδύνατοι. Η δύναμη που έχουμε είναι ασθενής. Μπορεί να νομίζουμε ότι είμαστε ισχυροί και ότι διαθέτουμε πολλές δυνάμεις, ώστε να μπορούμε να τα καταφέρνουμε μόνοι μας στον πνευματικό μας αγώνα. Όμως η αλήθεια είναι τελείως διαφορετική. Οι άνθρωποι μοιάζουμε με καλάμι σαλευόμενο από τον άνεμο. (Ματθ. ΙΑ΄,7). Πολλές φορές ένας μικρός πειρασμός μας ρίχνει στο έδαφος αμέσως. Άλλοτε δυσκολευόμαστε να υπερνικήσουμε τις αμαρτωλές κλίσεις της ψυχής μας. Και άλλοτε μας τραβά τόσο εύκολα ο κόσμος της αμαρτίας που δεν μπορούμε να του αντισταθούμε. Και στις μεγάλες δοκιμασίες δεν αντέχουμε σχεδόν καθόλου.
Και είναι αλήθεια ότι η Θεία Χάρη μας χαρίζει δώρα ύψιστα και σωτήρια. Χαρίζει την άφεση των παραπτωμάτων μας, κατακαίει τα  αγκάθια των αμαρτημάτων και καθαρίζει την ύπαρξη μας από κάθε μολυσμό της σάρκας και του πνεύματος. Δίνει νέο και ουσιαστικό περιεχόμενο στις σκέψεις και τις επιθυμίες μας. Μας στρέφει προς τα πνευματικά και αιώνια και μας αποσπά από τα πρόσκαιρα, τα φθαρτά και υλικά θέματα της παρούσας ζωής. Χαρίζει διάθεση για προσευχή και ακρόαση και μελέτη του λόγου του Θεού. Μας κάμνει να ζούμε, όχι για να τρώγουμε, αλλά να ζούμε σαν άνθρωποι με ψηλό και ιερό προορισμό. Μας τονώνει στον αγώνα κατά της αμαρτίας και μας προφυλάσσει από τις προσβολές του πονηρού. Ότι όλα αυτά δεν είναι θεωρία, φαίνεται ολοκάθαρα από πολλά παραδείγματα ανθρώπων, που από την στιγμή που τους επισκέφθηκε η Θεία Χάρη, έγιναν τελείως διαφορετικοί από πριν, αληθινά άγιοι.
Μαζί δε με το δώρο αυτό του αγιασμού, η Θεία Χάρη ανοίγει μπροστά μας και την πύλη του Παραδείσου. Του Παραδείσου του ουρανού, που είναι ασύγκριτα ανώτερος από τον Παράδεισο της Εδέμ, που χάσαμε με την παράβαση των πρωτοπλάστων. Αν δεν άπλωνε το Πανάγιο χέρι Του ο Χριστός, για να μας ελκύσει κοντά Του, θα ήταν τελείως αδύνατο, να εισέλθει κάποιος άνθρωπος στον Παράδεισο. Η σωτηρία από την αμαρτία και η κληρονομιά της μακαριότητας των ουρανών, δεν είναι κατόρθωμα δικό μας. Είναι δώρον ουράνιο, που μας το πρόσφεραν τα τρυπημένα χέρια του Εσταυρωμένου Ιησού. Η σωτήρια Χάρη του Εσταυρωμένου, που έκαμε το ληστή, πρώτον πολίτη του Παραδείσου, εκείνη είναι που οδηγεί από τότε συνεχώς, κάθε μετανοημένο άνθρωπο, στο γαλήνιο λιμάνι της Βασιλείας των Ουρανών.
Αδελφοί μου! Ο κόσμος μας σήμερα περνά δύσκολες μέρες. Όλα τα σημάδια είναι απογοητευτικά. Πνευματική αδιαφορία, ανηθικότητα, κατήφορος, διάλυση. Ας μιμηθούμε κι εμείς τον απόστολο Παύλο, ο οποίος λεει, ότι «χάριτι Θεού ειμι ό ειμι»  δηλαδή με τη Χάρη του Θεού έγινα αυτό που έγινα (Κορ. Α΄,10) και ότι τη δύναμή του δεν την οφείλει στον εαυτό του, αλλά στη Χάρη του Θεού, που τον δυνάμωσε για να μείνει σταθερός στις δυσκολίες και τους πειρασμούς και να νικήσει τον πονηρόν και τις μηχανουργίες του. Θα ήταν παραλογισμός, αν λέγαμε ότι θα μπορούσαμε μόνοι μας, χωρίς τη Χάρη του Χριστού να νικήσουμε στους πνευματικούς αγώνες και μάλιστα εναντίο των εχθρών της πίστης μας. Γι’ αυτό, όλοι  μας ανεξαίρετα θα πρέπει να κατανοήσουμε πόσο αδύνατοι είμαστε και πόσο έχουμε ανάγκη τη Χάρη του Χριστού, για να κατορθώσουμε να φτάσουμε στον ουρανό και να κερδίσουμε τη Βασιλεία του Θεού. Όταν αυτό γίνει φρόνημά μας και συνεχώς επικαλούμαστε τη Χάρη του Θεού, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι θα νικήσουμε και εμείς για να γίνουμε μέτοχοι της ουρανίου Βασιλείας του Θεού.

 † Ηγούμενος Χρυσορροϊατίσσης κ. Διονύσιος –Μητρόπολη Πάφου

Παρασκευή 30 Αυγούστου 2013

 ΚΥΡΙΑΚΗ 1 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2013
ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΙΝΔΙΚΤΟΥ

(Λουκ. δ΄ 16-22)                                                                                (Α΄ Τιμ. β΄ 1-7)

Ο χρόνος σε φάση ευλογίας

«Απέσταλκέ με…κηρύξαι ενιαυτόν Κυρίου δεκτόν»

Η Εκκλησία μέσα από τη σοφία της ξεδιπλώνει μπροστά μας τις πιο ευλογημένες προοπτικές, προκειμένου να επιτυγχάνεται μια αρμονική συνύπαρξη της ζωής μας με τον ανώτερο προορισμό στον οποίο μάς έταξε η αγάπη του Θεού.  Σήμερα, λοιπόν, η μητέρα μας Εκκλησία μάς ξανοίγει στους ορίζοντες του καινούργιου, οι οποίοι παραπέμπουν σε ανεπανάληπτες ευκαιρίες για να επανατοποθετήσουμε τον εαυτό μας με μεγαλύτερη αξιοπιστία και σιγουριά στις σταθερές της αιωνιότητας. Να επιτρέψουμε δηλαδή σ’ αυτόν να βιώνει τον χρόνο, όχι βέβαια στον εφιάλτη της ανασφάλειας της φθοράς και του θανάτου –στοιχεία που ζώνουν από παντού στην καθημερινή μας ζωή- αλλά ως εμπειρία και πρόγευση του αιωνίου, δηλαδή της παρουσίας του Θεού σε κάθε στιγμή  και σε κάθε μας βήμα.

Το νόημα της ημέρας εστιάζεται στην υψηλή πρόσκληση που μάς απευθύνει η Εκκλησία να βιώσουμε τον χρόνο στην προοπτική και την αιώνια αξία του καινούργιου. Εορτάζει την 1η Σεπτεμβρίου ως αρχή της Ινδίκτου, δηλαδή του νέου εκκλησιαστικού έτους, όπως καθιερώθηκε εδώ και πολλούς αιώνες. Η σημασία της Ινδίκτου, όπως αυτή πέρασε και στα ρωμαϊκά χρόνια, συνίστατο στην απαρχή του νέου έτους από άποψης χρόνου.  Οι Ρωμαίοι προσδιόριζαν το νέο χρόνο και τον συνέδεαν με γεωργικές δραστηριότητες και ειδικότερα με τη σπορά. Ο ενιαυτός είναι δανεισμένος  από το ομηρικό ρήμα «ενιαύω», που σημαίνει αναπαύομαι, ξεκουράζομαι. Στην Παλαιά Διαθήκη και ειδικότερα στο Λευιτικό , εντοπίζεται διάταξη, η οποία χαρακτηρίζει άγιο κάθε «ιωβηλαίο»  έτος, δηλαδή το πεντηκοστό έτος που έρχεται ως επιστέγασμα επτά εβδομάδων ετών. Η είσοδος του αγίου έτους σημαινόταν με σάλπιγγες και προσελάμβανε ένα χαρούμενο και ευφρόσυνο χαρακτήρα. Κάθε 50 χρόνια με σκοπό την αποκατάσταση της κοινωνικής συνοχής απελευθερώνονταν οι Εβραίοι δούλοι, χαρίζονταν δυσβάστακτα χρέη και επίσης τα διάφορα προϊόντα δεν συγκεντρώνονταν πλέον στις αποθήκες των μεγαλοϊδιοκτητών, αλλά είχε πρόσβαση σ’ αυτά όλος ο κόσμος και κυρίως οι πτωχοί άνθρωποι.

Ποιοτικό περιεχόμενο

Πώς όμως συνδέονται τα γεγονότα με τον Χριστό και την Εκκλησία;  Ένας πρώτος συσχετισμός εξακριβώνεται αν καταφύγει κάποιος στα Προφητικά βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης.  Ο προφήτης Ησαϊας αναφέρει για το Μεσσία: «Πνεύμα Κυρίου επ’ εμέ, ού ένεκεν έχρισέ με, ευαγγελίσασθαι πτωχοίς απέσταλκέ με…κηρύξαι ενιαυτόν Κυρίου δεκτόν». Σύμφωνα με τους προφητικούς αυτούς λόγους, ο «ενιαυτός του Κυρίου» αποβλέπει όχι μόνο στην τακτοποίηση υλικών αγαθών και βιοτικών μεριμνών αλλά στην πνευματική ανύψωση του ανθρώπου. Την ένταξή του δηλαδή στην προοπτική της αιωνιότητας. Σε μια τροχιά που ο χρόνος παύει πλέον να κυλά μέσα στην τραγικότητα και τον εφιάλτη της φθοράς και του θανάτου, αλλά αναδεικνύεται ως ροή ευκαιριών για ν’ ανυψωθεί υπαρξιακά ο άνθρωπος και ν’ αναπαύεται αιωνίως στις αγκάλες της αγάπης του Θεού. Τότε ο καινούργιος χρόνος κηρυσσόταν ως έτος αφέσεως των χρεών και άλλων συναφών υποχρεώσεων. Απελευθερώνονταν οι άνθρωποι από δυσβάστακτα βάρη και χρέη που τους γονάτιζαν και τους οδηγούσαν σε συνθήκες εξαθλίωσης. Όπως βλέπουμε δυστυχώς να συμβαίνει και σήμερα με την κρίση που μαστίζει την ανθρωπότητα, όχι μόνο σε οικονομικό αλλά κυρίως σε πνευματικό επίπεδο. Ο χρόνος στον χώρο της Εκκλησίας είναι πάντα καινούργιος και αποκτά ένα βαθύτερο περιεχόμενο, πέραν από ένα ανιαρό και επιφανειακό πέρασμά του. Με την αξιοποίησή του ο άνθρωπος απελευθερώνεται τώρα από τα δεσμά της αμαρτίας και καταξιώνεται ως πρόσωπο, με την ανεκτίμητη αξία του ως εικόνα του Θεού. Γιατί ακριβώς αξιώνεται να εγκολπώνεται την αγάπη Του σε μια συναρπαστική και βαθιά υπαρκτική συνάντηση μαζί Του.

Αγαπητοί αδελφοί, το πέρασμα από τον παλιό στον καινούργιο χρόνο όταν δεν υπάρχει ο Χριστός στη ζωή του ανθρώπου, σημαίνει σκλαβιά και υποδούλωση. Σημαίνει μια ψυχοφθόρα βίωση των πραγμάτων. Αντίθετα, αποδοχή της αγάπης Του, συνιστά απελευθέρωση από την καταδυνάστευση της αμαρτίας,  που παραπέμπει  στη φοβερότερη μορφή δουλείας. Ο Χριστός είναι τελικά εκείνος που ελευθερώνει τον σκοτισμένο  νου του ανθρώπου και επανασυνδέει όλες τις τεθραυσμένες ψυχοσωματικές δυνάμεις του και του χαρίζει την ελευθερία στην αυθεντικότερη μορφή της. Το παλιό «ιωβηλαίο έτος» ονομάζεται τώρα «ενιαυτός Κυρίου». Δηλαδή, ο Θεός αρέσκεται στην προσφορά αγάπης σε όλους τους ανθρώπους. Ας αφήσουμε επομένως πρόσφορο έδαφος στην καρδιά μας για να καρποφορήσει ο «ενιαυτός του Κυρίου», με την κάθε ευλογημένη στιγμή που συνεπάγεται το πέρασμά του.

Χριστάκης Ευσταθίου, Θεολόγος
 1η Σεπτεμβρίου – Ἀρχὴ τῆς Ἰνδίκτου
Ἀρχὴ τοῦ νέου Ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους
Ἡ λέξη «Ἰνδικτίων» προέρχεται ἀπὸ τὴ λατινικὴ  λέξη «indictio».  Ἰνδικτίων σήμαινε τὸ φορολογικὸ σύστημα τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας, τὸ ὁποῖο εἶχε χρονικὸ κύκλο 15 ἐτῶν. Τὴν ἐποχὴ τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου καθιερώθηκε ὡς τὸ ἐπίσημο σύστημα καταμέτρησης τοῦ χρόνου, λόγω τῆς πρακτικότητάς του. Καταρχᾶς ἀρχὴ τῆς Ἰνδίκτου (πρωτοχρονιά), καθορίστηκε νὰ εἶναι ἡ 23η Σεπτεμβρίου, τόσο γιὰ τὸ Κράτος ὅσο καὶ γιὰ τὴν Ἐκκλησία. Ἀργότερα, κατὰ τον 5ο αἰώνα, ἡ Ἐκκλησία ὅρισε ὅπως ἡ ἀρχὴ τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους νὰ εἶναι ἡ 1η  Σεπτεμβρίου.
Ἀνήμερα τῆς 1ης Σεπτεμβρίου τελεῖται ἡ «Ἀκολουθία τῆς Ἰνδίκτου» καὶ ἡ Ἐκκλησία τελει τὴν ἑορτή:
τῶν μαρτύρων Εὐόδου, Καλλίστης καὶ Ἐρμογένους (τῶν ἀδελφῶν).
τῶν ὁσίων Μελετίου, Νικολάου, Ἀγγελῆ, Συμεὼν Στυλίτη, Ἀντωνίου.
τοῦ Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ.
τὴ Σύναξη τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῶν Μιασηνῶν.
τῶν ἁγίων 40 παρθένων γυναικὼν καὶ τοῦ διδασκάλου...
τοὺς Ἀμμοῦν διακόνου.
Τὰ ὀνόματα τῶν 40 ἁγίων γυναικὼν εἶναι: Ἀδαμαντίνη, Ἀθηνᾶ, Ἀκριβῆ, Ἀντιγόνη, Ἀρηβοϊα, Ἀσπασία, Ἀφροδίτη, Διόνη, Δωδώνη, Ἐλπινίκη, Ἐρασμία, Ἐρατώ, Ἑρμηνεία, Εὐτέρπη, Θάλεια, Θεανώ, Θεονόη, Θεονύμφη, Θεοφάνη, Καλλιρόη, Καλλίστη, Κλειώ, Κλεονίκη, Κλεοπάτρα, Κοραλία, Λάμπρω, Μαργαρίτα, Μαριάνθη, Μελπομένη, Μόσχω, Οὐρανία, Πανδῶρα, Πηνελόπη, Πολυμνια, Πολυνίκη, Σαπφώ, Τερψιχόρη, Τρωάδα, Χάιδω, Χαρίκλεια, Ὠδώνη.
 Ημέρα προσευχῆς γιὰ τὴν προστασία τοῦ περιβάλλοντος
Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καθόρισε ἡ ἡμέρα αὐτὴ νὰ θεωρεῖται ὡς ἡ «Παγκόσμια Μέρα Προσευχῆς γιὰ τὴν Προστασία τοῦ Περιβάλλοντος». 
Ἐπιμέλεια: Παναγιώτης Θεοδώρου, Θεολόγος.
Εκκλησιαστική Πρωτοχρονιά 1η Σεπτεμβρίου (αρχή της Ινδίκτου)

Του Νίκου Φλεμετάκη

Να ευχηθούμε σε όλους καλό μήνα και καλή σχολική χρονιά σε όλα τα σχολιαρόπουλα που σε λίγο θα πλημμυρίσουν με τις χαρούμενες φωνούλες τους τις αυλές των σχολείων!!

Πρώτη του μήνα λοιπόν σήμερα και στον ημεροδείκτη μας σημειώνεται, εκτός των εορταζόντων αγίων, οσίων κ.λπ., ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΙΝΔΙΚΤΟΥ.

Πολλοί ίσως διαβάζοντας τη φράση αυτή θα διερωτηθούν τι σημαίνει η λέξη ίνδικτος και τι αρχίζει την συγκεκριμένη ημερομηνία.

Η λέξη ίνδικτος είναι λατινική ελληνοποιημένη και σημαίνει ορισμός, διάγγελμα διάταγμα( Indictus, indictio= επαγγελία, κήρυξη, διάγγελμα. διάταγμα), το οποίον εκδιδόταν από τους αυτοκράτορες της Ρώμης με σκοπό να καθορίσουν το ύψος του φόρου επί της γεωργικής παραγωγής που θα πλήρωναν οι υπήκοοι της αυτοκρατορίας για τη συντήρηση και τη διατροφή των στρατιωτών.

Ήταν δηλαδή ένα φορολογικό διάταγμα το οποίον είχε διάρκεια 15 χρόνων, γιατί τόσα ήταν τα έτη που υπηρετούσαν οι στρατιώτες στο Ρωμαϊκό στρατό.

Με την απόλυση δε των παλαιών και με την κατάταξη των νέων άρχιζε νέα ίνδικτος, με ίσως μικρότερη ή μεγαλύτερη φορολογία, ανάλογα με τον αριθμό των νέων στρατιωτών.

Με την πάροδο του χρόνου η λέξις ίνδικτος έπαψε να σημαίνει μόνο διάταγμα και σήμαινε χρονική περίοδος 15 ετών. Έγινε δηλαδή η ίνδικτος «μονάδα μέτρησης του χρόνου»(μία ίνδικτος = 15 έτη ).

Η Ίνδικτος, δηλαδή η χρονική περίοδος 15 ετών, εισήχθη στο ρωμαϊκό ημερολόγιο κατά το πρώτο έτος του Ιουλίου Καίσαρος (100 πΧ-44 μ.Χ.) και ονομάστηκε ΚΑΙΣΑΡΙΚΗ.

Έτσι άρχισαν να μετρούν το χρόνο σε ινδίκτους (πρώτη ίνδικτος, β΄ίνδικτος κ.ο.κ.)

Στο Βυζάντιο υπολογισμό του χρόνου με ινδίκτους εισήγαγε ο Μέγας Κων/ντίνος το 312 μ.Χ. και η οποία ονομάστηκε Κωνσταντίνειος Iνδικτιών.

Ακόμη να πούμε ότι ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Ιουστινιανός ο Α΄, το έτος 537 εισήγαγε τη μέτρηση κατά ινδικτιώνες στα κρατικά και δικαστικά έγγραφα. Έλεγαν δηλαδή 1ο έτος, ή 2ο έτος της τάδε ινδικτιώνος κ.ο.κ.

Τι αρχίζει τώρα την πρώτη του μήνα Σεπτεμβρίου, (στα λατινικά σημαίνει έβδομος), (εβδόμου μήνα από την δημιουργία του κόσμου από τον Θεό ,αρχής γενομένης από μήνα Μάρτιο):

Η ίνδικτος άρχιζε την πρώτη Σεπτεμβρίου γιατί κατά το μήνα αυτό η γη παύει να γεννά καρπούς και θεωρείτο αρχή του χρόνου διότι η γή οργώνεται και δέχεται τους σπόρους όλων των καρπών που θα παραχθούν ως τον μήνα Μάρτιο που θεωρείτο η αρχή γεννήσεως των καρπών.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο γνώριζαν οι Ρωμαίοι το ποσόν του φόρου που θα πλήρωναν.

Επίσης την 1ην Σεπτεμβρίου επήγε ο Ιησούς Χριστός στη συναγωγή της Ναζαρέτ και έκανε το πρώτο κήρυγμά του, όπως αναφέρεται στο ευαγγέλιο του Λουκά (4, 16-22) και το οποίον αναγιγνώσκεται την ημέρα αυτή.

Η 1η Σεπτεμβρίου καθορίστηκε ως αρχή της εκκλησιαστικής χρονιάς ως εξής:

Στην περιοχή της Ανατολής τα περισσότερα ημερολόγια είχαν ως πρωτοχρονιά την 24η Σεπτεμβρίου, ημέρα της φθινοπωρινής ισημερίας.

Επειδή όμως η 23η ήταν η γενέθλια ημέρα του αυτοκράτορα της Ρώμης Οκταβιανού (Γεννήθηκε στη Ρώμη στις 23 Σεπτεμβρίου του 63 π.Χ.) η πρωτοχρονιά μετατέθηκε στις 23 Σεπτεμβρίου, η οποία και καθορίστηκε ως αρχή της Ινδίκτου, δηλαδή της περιόδου του ρωμαϊκού διατάγματος για τον φόρο που ίσχυε για 15 έτη.

Αυτή την Πρωτοχρονιά, δηλαδή 23 Σεπτεμβρίου, βρήκε η Εκκλησία και της έδωσε χριστιανικό περιεχόμενο, αφού τοποθέτησε σ’ αυτήν την εορτή της συλλήψεως του Προδρόμου, που αποτελεί και το πρώτο γεγονός της Ευαγγελικής Ιστορίας.

Αργότερα, το 462 μ.Χ., για πρακτικούς λόγους και για να συμπίπτει η πρώτη του έτους με την πρώτη του μηνός, η εκκλησιαστική πρωτοχρονιά μετατέθηκε την 1η Σεπτεμβρίου.

Διευκρινίζεται ότι η πρωτοχρονιά της 1ης Ιανουαρίου έχει Ρωμαϊκή προέλευση και ήρθε στην Ορθόδοξη Ανατολή κατά τα νεότερα χρόνια.

Η Εκκλησία υιοθέτησε αυτό το σύστημα μέτρησης του χρόνου και μετρούσε τα έτη με τίς Ινδικτους. Έτσι το Εκκλησιαστικό έτος άρχιζε την 1η Σεπτεμβρίου με Πατριαρχική Θεία Λειτουργία και ιδιαίτερη Iερά Παράκληση, ώστε να ευλογήσει ο Θεός τον καινούριο χρόνο.

Με τον καιρό ορίστηκαν δύο είδη Ινδίκτου:

Η Καισαρική, δηλαδή η παλαιά ρωμαϊκή πού άρχιζε την 1η Σεπτεμβρίου και την οποία συνέχισε τό Βυζάντιο, και η Παπική, η οποία άρχιζε στίς 25 Δεκεμβρίου και αργότερα την 1η Ιανουαρίου.

Στη Δύση σιγά-σιγά επικράτησε ως αρχή του νέου έτους η 1η Ιανουαρίου, ενώ στην Aνατολή είχε παραμείνει η 1η Σεπτεμβρίου.

Αυτός είναι και ο λόγος που η πρώτη Σεπτεμβρίου παρέμεινε μέχρι και σήμερα η αρχή του Εκκλησιαστικού έτους, δηλαδή: Η Εκκλησιαστική Πρωτοχρονιά.

Ας ευχηθούμε λοιπόν η νέα εκκλησιαστική χρονιά να είναι ευλογημένη και να πλημμυρίσει τις καρδιές των ανθρώπων από καρπούς της ειρήνης, της αγάπης, της αλληλεγγύης,της φιλαλληλίας, και γενικά από καρπούς ανθρωπιάς και πολιτισμού.
Μητροπολίτης Γόρτυνος Ιερεμίας, 1η Σεπτεμβρίου- Η αρχή του εκκλησιαστικού έτους, «αρχή Ινδίκτου»

Η ΠΡΩΤΗ ΤΟΥ ΕΤΟΥΣ

1. Σήμερα, αγαπητοί μου χριστιανοί, 1η Σεπτεμβρίου, είναι η πρώτη του έτους. Αλλά θα πείτε: Δεν είναι πρώτη του έτους η 1η Ιανουαρίου; Όχι, χριστιανοί μου! Η 1η Ιανουαρίου είναι η πρώτη του πολιτικού έτους. Την ημέρα αυτή την γιορτάζουν για πρωτοχρονιά όλοι οι άνθρωποι της γης, και Ορθόδοξοι και Καθολικοί και Μουσουλμάνοι και άθεοι και άπιστοι. Εμείς όμως, σαν Ορθόδοξοι χριστιανοί, πρέπει να έχουμε μιά δική μας πρωτοχρονιά. Και αυτή είναι η 1η Σεπτεμβρίου. Η 1η Σεπτεμβρίου είναι η αρχή του εκκλησιαστικού έτους, «αρχή Ινδίκτου», όπως την γράφουν τα εκκλησιαστικά μας βιβλία. Και είναι αυτή η ημέρα η πρώτη του έτους κατά το ημερολόγιο της Παλαιάς Διαθήκης, που το έτος άρχιζε από το Φθινόπωρο. Βλέπετε λοιπόν ότι και το εκκλησιαστικό τυπικό μας το ρυθμίζει η Παλαιά Διαθήκη.

2. Αλλά θα σας πω τώρα και κάτι άλλο, για να δείτε ακόμη περισσότερο πόσο η Παλαιά Διαθήκη ρυθμίζει το τυπικό του χρόνου. Ο μήνας στον οποίο μπαίνουμε από σήμερα λέγεται «Σεπτέμβριος» και ο άλλος μήνας λέγεται «Οκτώβριος» και μετά από αυτόν ο μήνας λέγεται «Νοέμβριος». «Σεπτέμβριος» σημαίνει έβδομος». «Οκτώβριος» σημαίνει «όγδοος». «Νοέμβριος» σημαίνει «ένατος», όπως και «Δεκέμβριος» σημαίνει «δέκατος». Αλλά πώς είναι ο Σεπτέβριος έβδομος μήνας, αφού από αυτόν αρχίζει το εκκλησιαστικό έτος; Έπρεπε να λέγεται ο πρώτος μήνας. Εδώ, αγαπητοί μου χριστιανοί, έχω να σας πω ότι μας κυβερνάει ένα άλλο τυπικό της Παλαιάς Διαθήκης, το οποίο είναι και το πιο σωστό. Στην Παλαιά Διαθήκη υπάρχουν δύο ημερολόγια. Το ένα, όπως σας είπα, αρχίζει το Φθινόπωρο και κατά το τυπικό αυτό έχουμε και εμείς ως πρώτο μήνα τον Σεπτέμβριο. Κατά το άλλο όμως ημερολόγιο της Παλαιάς Διαθήκης το έτος αρχίζει από την Άνοιξη με πρώτο μήνα τον Μάρτιο, τον «Αβίβ», όπως τον λέγει η Παλαιά Διαθήκη. Ο Μάρτιος, αδελφοί μου χριστιανοί, στην πραγματικότητα είναι ο πρώτος μήνας του έτους. Αν αριθμήσετε τώρα με πρώτο μήνα τον Μάρτιο, θα βγάλετε τον Σεπτέμβριο έβδομο μήνα, τον Οκτώβριο όγδοο, τον Νοέμβριο ένατο και τον Δεκέμβριο δέκατο. «Ντέσεμ» σημαίνει «δέκα». Αλλά γιατί είναι ο Μάρτιος ο πρώτος μήνας του έτους; Ακούστε, χριστιανοί μου: Τον μήνα Μάρτιο έγινε η δημιουργία του κόσμου. Και φαίνεται αυτό από την ζωογόνηση που έχει η γη τον μήνα αυτό. Όλα αυτά που λέει το βιβλίο της Γένεσης για την δημιουργία του κόσμου έγιναν τον μήνα Μάρτιο. Αυτό το λέγει και το τονίζει ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης. Μεγάλος Πατέρας αυτός, αδελφοί μου χριστιανοί! Είναι η συνισταμένη όλων των αγίων Πατέρων! Τον Μάρτιο λοιπόν έγινε η δημιουργία του κόσμου. Αλλά χάλασε αυτός ο κόσμος. Τον χάλασε η αμαρτία. Γι᾽ αυτό από αγάπη ο Θεός ξανάφτιαξε τον χαλασμένο από την αμαρτία κόσμο. «Αναδημιουργία» λέγεται αυτό. Πότε έγινε η αναδημιουργία του κόσμου; Έγινε πάλι τον μήνα Μάρτιο. Γιατί η αναδημιουργία έγινε με τον Ευαγγελισμό της Παναγίας μας, που τον εορτάζουμε τον μήνα Μάρτιο. Γι᾽ αυτό ο μήνας Μάρτιος είναι ο πρώτος μήνας του έτους.
Ώστε λοιπόν και τα δύο ημερολόγια της Παλαιάς Διαθήκης και εκείνο που αρχίζει από το Φθινόπωρο και εκείνο που αρχίζει από την Άνοιξη, μπήκαν και τα δύο στον Εκκλησιαστικό μας βίο. Για την 1η Ιανουαρίου ως αρχή του έτους, με τα κοσμικά της ξεφαντώματα, δεν μιλάω καθόλου. Θέλησαν όλα τα έθνη της γης να έχουν μία κοινή ημερομηνία ως πρώτη του έτους, για να συνεννοούνται στις εμπορικές τους συναλλαγές, και έβαλαν την 1η Ιανουαρίου. Και αυτή η κοσμική πρωτοχρονιά μάς σκέπασε την μεγάλη δεσποτική εορτή της Περιτομής του Κυρίου και την άλλη μεγάλη πάλι εορτή του Ιεράρχου Βασιλείου. Και η κοσμική βέβαια αυτή εορτή της Πρωτοχρονιάς δεν συνδέεται με λατρεία.
3. Ελάτε τώρα πάλι στην Παλαιά Διαθήκη, για να δείτε πώς ετελείτο σ᾽ αυτήν η Πρωτοχρονιά. Πρώτα-πρώτα η Παλαιά Διαθήκη σε όλες τις διαιρέσεις του χρόνου έχει προσευχή. Η πρώτη απλή διαίρεση του χρόνου είναι η εσπέρα και το πρωί. Πρώτα έγινε η εσπέρα και μετά το πρωί. Γι᾽ αυτό η Εκκλησία μας αρχίζει την ημέρα με τον Εσπερινό. Άλλη διαίρεση του χρόνου είναι η εβδομάδα, το «Σάββατο», όπως το λέγει η Παλαιά Διαθήκη. Άλλη διαίρεση είναι οι μήνες και έπειτα το έτος. Σε όλες αυτές τις διαιρέσεις του χρόνου η Παλαιά Διαθήκη κανονίζει προσευχή. Μάλιστα δε η προσευχή που γίνεται το πρωί λέγεται στην Παλαιά Διαθήκη «ταμίτ» και σημαίνει «διαρκής», δηλαδή αδιάλειπτη. Να είναι προσευχή όλη την ημέρα. Και αφού όλη την ημέρα έχουμε προσευχή, όλο το έτος λοιπόν κυλάει με προσευχή.
4. Αλλά για την σημερινή ημέρα 1η Σεπτεμβρίου, που είναι η πρώτη του εκκλησιαστικού έτους, μάς ενδιαφέρει περισσότερο να πούμε πώς γιόρταζαν οι Ιουδαίοι στην Παλαιά Διαθήκη την Πρωτοχρονιά τους. Την γιόρταζαν με πολλή προσευχή και ολόκληρη λατρευτική ακολουθία. Την πρωτοχρονιά τους την είχαν συνδέσει με την εργασία τους. Ποιά είναι η εργασία στην Παλαιά Διαθήκη; Είναι η γεωργία και η κτηνοτροφία. Έννοια μας, αδελφοί μου χριστιανοί! Θα το πληρώσουμε πολύ ακριβά γιατί εγκαταλείψαμε αυτές τις δύο αρχαίες εργασίες, την γεωργία και την κτηνοτροφία. Ο Άβελ ήταν βοσκός προβάτων και ο Κάιν ήταν γεωργός. Σήμερα οι άνθρωποι ούτε τα χωράφια καλλιεργούν, ούτε τα πρόβατα βοσκάνε. Εν τω μεταξύ θέλουν να πίνουν το γάλα και να τρώνε το κρέας! Οι Ιουδαίοι λοιπόν στην Παλαιά Διαθήκη είχαν συνδέσει την Πρωτοχρονιά τους με την γεωργία, με την συγκομιδή των καρπών και γιόρταζαν αυτήν την εορτή μία εβδομάδα ολόκληρη. Την πρώτη ημέρα πήγαιναν στον ναό και ευχαριστούσαν τον Θεό για το έτος που πέρασε. Έσβηναν τα φώτα (τις λυχνίες), δείγμα αυτό ότι έσβησε ο παλιός ο χρόνος. Έπειτα άναβαν καινούργια φώτα, πολλές λυχνίες, για το νέο έτος που έρχεται. Γινόταν ολόκληρη φωτοχυσία. Σε μιά τέτοια περίπτωση ο Χριστός είπε εκείνον τον λόγο Του: «Εγώ ειμι το φως του κόσμου». Τις επόμενες μέρες της εβδομάδος πήγαιναν στα χωράφια τους, αφού η εορτή ήταν για την γεωργία. Πού να έμεναν εκεί; Έκαναν σκηνές και έμεναν σ᾽ αυτές. Γι᾽ αυτό και η εορτή λεγόταν «της Σκηνοπηγίας» εορτή. Στο τέλος της εορτής αυτής πήγαιναν πάλι στον ναό, όπου υποδέχονταν έναν ιερέα, που έφερνε με πομπή νερό σε ένα δοχείο από την κολυμβήθρα του Σιλωάμ. Αυτό το νερό το έχυναν σε μία λεκάνη και έλεγαν: «Αντλήσατε ύδωρ εκ των πηγών του σωτηρίου». Αυτό, χριστιανοί μου, εσήμαινε ότι για να πάει καλά η γεωργία τους πρέπει να έχουν νερό, πρέπει να πέσει βροχή από τον ουρανό. Και τελείωνε λοιπόν η εορτή αυτή της Πρωτοχρονιάς ή της Σκηνοπηγίας με προσευχή για την κατάπεμψη της βροχής.
5. Άργησα, χριστιανοί μου, και δεν σάς είπα το κυριώτερο για την εορτή της Πρωτοχρονιάς στην Παλαιά Διαθήκη. Σάς το λέω με δυό λόγια αυτό που θέλω να πω. Πριν από την αρχή της Πρωτοχρονιάς στην Παλαιά Διαθήκη ο Αρχιερεύς έκανε μία πένθιμη θυσία: Φορώντας ένα λινό ένδυμα έπαιρνε έναν τράγο. Στο κεφάλι του τράγου αυτού έβαζε το χέρι του και έλεγε τα αμαρτήματα του λαού: Ψέματα, κλοπές, μοιχείες, φόνους κ.λπ. Αυτό εσήμαινε ότι τα αμαρτήματα του λαού μεταβιβάζονταν στον τράγο. Τον τράγο αυτό τον οδηγούσαν έπειτα μακρυά και τον γκρέμιζαν σε ένα μεγάλο γκρεμό. Ήταν ο «αποδιοπομπαίος τράγος». Φορούσε έπειτα ο αρχιερεύς λαμπρά ενδύματα και έκανε μιά άλλη θυσία. Η θυσία αυτή λεγόταν «θυσία του εξιλασμού». Με την θυσία αυτή ο λαός ένοιωθε καθαρός στην ψυχή από τα αμαρτήματά του και έτσι υποδεχόταν το νέο έτος. Αυτό, χριστιανοί μου, για μας σημαίνει την εξομολόγηση. Νέο έτος ήρθε. Ας πετάξουμε από πάνω μας τα βάρη των αμαρτιών μας με την εξομολόγηση. Ας πάρουμε την απόφαση να απαρνηθούμε τον πρώτο μας αμαρτωλό βίο και να εφαρμόζουμε σταθερά τον νόμο του Θεού. Αυτό λέγεται ΜΕΤΑΝΟΙΑ. Εύχομαι το έτος αυτό να είναι για όλους μας έτος μετανοίας, για να λάβουμε την Χάρη του Θεού και να δούμε καλύτερες ημέρες, ΑΜΗΝ.
Με πολλές ευχές,

† Ο Μητροπολίτης Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως Ιερεμίας.
 Τι είναι η αρχή της Ινδίκτου; Γιατί "ξεκινάει" το εκκλησιαστικό έτος τότε; (1 Σεπτεμβρίου)
Ο των αιώνων Ποιητής και Δεσπότης, Θεέ των όλων, υπερούσιε όντως, την ενιαύσιον ευλόγησον περίοδον, σώζων τω ελέει σου τω απείρω, Οικτίρμον, πάντας τους λατρεύοντας σοι τω μόνω Δεσπότη, και εκβοώντας φόβω Λυτρωτά· Εύφορον πάσι το έτος χορήγησον.
1η Σεπτεμβρίου: ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΙΝΔΙΚΤΟΥ (δηλαδή αρχή του νέου Εκκλησιαστικού έτους). Για την περίπτωση αυτή, ό Σ. Εύστρατιάδης στο Αγιολόγιο του, γράφει τά έξης: "Λέξις λατινική (indictio) όρισμόν σημαίνουσα καθ' όν κατά δεκαπενταετή περίοδον έπληρώνοντο εις τους αυτοκράτορας των Ρωμαίων οι φόροι. Κατά την εκκλησιαστικήν παράδοσιν, την αρχήν της ίνδικτιώνος είσήγαγεν ό Αύγουστος Καίσαρ (1 -14), ότε διέταξε την γενικήν των κατοίκων του Ρωμαϊκού κράτους απογραφήν και την είσπραξιν των φόρων, κατά την πρώτην του Σεπτεμβρίου μηνός. Από του Μεγάλου Κωνσταντίνου (313) έγένετο επισήμως χρήσις της Ινδικτιώνος ως χρονολογίας, έκτοτε δε ή εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως μέχρι του νυν εορτάζει την α' Σεπτεμβρίου ως αρχήν του εκκλησιαστικού έτους. "Ινδικτον ημιν ευλόγει νέου χρόνου, ώ και παλαιέ και δι' ανθρώπους νέε".

Η Ινδικτιώνα είναι ένας γενικότερος τρόπος μέτρησης του χρόνου ανά 15ετίες με αφετηρία τη γέννηση του Χριστού ή για την ακρίβεια από το 3 π.Χ.
Η 1η Σεπτεμβρίου, η αρχή του εκκλησιαστικού έτους, αποτελεί την αρχή της Ινδίκτου. Τότε τελείται η ακολουθία της Ινδίκτου σε συνδυασμό με τη θεία λειτουργία για την ευλογία του εκκλησιαστικού έτους.
Αρχικά υπήρχε η Αυτοκρατορική Ίνδικτος ή Καισαρική Ινδικτιώνα που μάλλον εισήχθη από τον Μέγα Κωνσταντίνο. Εκαλείτο επιπλέον Κωνσταντινική ή της Κωνσταντινουπόλεως ή Ελληνική. Παράλληλα υπήρχε και η Παπική Ινδικτιώνα.

Η 1η Σεπτεμβρίου καθορίστηκε ως αρχή της εκκλησιαστικής χρονιάς ως εξής:
Στην περιοχή της Ανατολής τα περισσότερα ημερολόγια είχαν ως πρωτοχρονιά την 24η Σεπτεμβρίου, ημέρα της φθινοπωρινής ισημερίας. Επειδή όμως η 23 η ήταν η γενέθλια ημέρα του αυτοκράτορα της Ρώμης Οκταβιανού, η πρωτοχρονιά μετατέθηκε στις 23 Σεπτεμβρίου, η οποία και καθορίστηκε ως αρχή της Ινδίκτου, δηλαδή της περιόδου του ρωμαϊκού διατάγματος για τον φόρο που ίσχυε για 15 έτη. Έτσι Ίνδικτος κατάντησε να σημαίνει αργότερα το έτος και αρχή της Ινδίκτου την Πρωτοχρονιά. Αυτή την Πρωτοχρονιά βρήκε η Εκκλησία και της έδωσε χριστιανικό περιεχόμενο, αφού τοποθέτησε σ' αυτήν την εορτή της συλλήψεως του Προδρόμου, που αποτελεί και το πρώτο γεγονός της Ευαγγελικής Ιστορίας.
Αργότερα, το 462 μ. Χ.., για πρακτικούς λόγους και για να συμπίπτει η πρώτη του έτους με την πρώτη του μηνός, η εκκλησιαστική πρωτοχρονιά μετατέθηκε την 1 η Σεπτεμβρίου. Διευκρινίζεται ότι η πρωτοχρονιά της 1ης Ιανουαρίου έχει Ρωμαϊκή προέλευση και ήρθε στην Ορθόδοξη Ανατολή κατά τα νεότερα χρόνια. Η εκκλησιαστική ακολουθία για το νέο έτος τελείται την 1 η Σεπτεμβρίου, μια ακολουθία απαράμιλλου κάλλους ως προς το υμνογραφικό υλικό.
Σημειωτέον ότι πριν από λίγα χρόνια η Εκκλησία μας όρισε την 1η Σεπτεμβρίου ως ημέρα αφιερωμένη στο φυσικό περιβάλλον.

Άπολυτίκιον. Ήχος β'.
Ό πάσης Δημιουργός της κτίσεως, ό καιρούς και χρόνους εν τη Ίδία εξουσία θέμενος, ευλόγησαν τον στέφανον, του ενιαυτού της χρηστότητας σου, Κύριε, φυλάττων εν ειρήνη τους βασιλείς και την πάλιν σου, πρεσβείαις της Θεοτόκου, μόνε Φιλάνθρωπε.
ΑΡΧΗ  ΤΗΣ  ΙΝΔΙΚΤΟΥ

(Λουκ. δ΄, 16-22)

Στή σημερινή περικοπή, ἀγαπητοί ἀδελφοί, ὁ Χριστός μπροστά στούς ἔκπληκτους Ἰουδαίους πού βρίσκονταν στή Συναγωγή τῆς Ναζαρέτ κατά τήν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου, λέει μέ ἁπλό καί φυσικό τρόπο ὅτι: «Σήμερα βρίσκει τήν ἐκπλήρωσή της ἡ προφητεία πού μόλις ἀκούσατε».

Ἑρμηνεύοντας τήν προφητεία τοῦ Ἠσαΐα στό Πρόσωπό Του καί ἔχοντας πλήρη αὐτοσυνειδησία, ἀφήνει νά φανερωθεῖ ὅτι Αὐτός εἶναι ὁ Μεσσίας, ὁ ἀπό αἰώνων κεχρισμένος μέ Πνεῦμα Θεοῦ. Δέν εἶναι ἁπλά ἕνας ἄνθρωπος πού σέ μία στιγμή τῆς ζωῆς τοῦ ἦλθε ἐπ’ αὐτόν τό Ἅγιο Πνεῦμα καί τοῦ χάρισε μία παροδική, μικρή ἤ μεγάλη θεοπνευστία. Δέν εἶναι ἕνα ἔκτακτο ἤ ὑπερφυσικό  γεγονός πού θά βοηθοῦσε τούς ἀνθρώπους μέσω τοῦ Χριστοῦ νά γνωρίσουν τό Θεό. Εἶναι Αὐτός, στόν Ὁποῖο ἐνυπάρχει τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ μέσα Του, κατέχει τήν ὕπαρξή Του, ὁδηγεῖ τήν ἐπίγεια ζωή Του στήν ὁλοκλήρωση τοῦ σχεδίου τῆς θείας φιλανθρωπίας. Ὁ Χριστός ἦλθε στή γῆ νά φέρει τό μήνυμα τῆς Σωτηρίας καί τῆς ἐπερχομένης Βασιλείας τοῦ Θεοῦ στούς ἀνθρώπους.

Ἡ Βασιλεία πού ἐπαγγέλλεται ὁ Χριστός δέν εἶναι κοσμική. Δέν εἶναι μία βασιλεία πού θά ἀποκαταστήσει ἀνθρώπινα βασίλεια, πού θά συντρίψει ἀντίπαλα ἔθνη καί ἀσεβεῖς βασιλιάδες. Δέν εἶναι μία βασιλεία πού περιλαμβάνει προνομιούχους λαούς, πού ὁρίζει ἡγεμόνες, πού περιβάλλει καί θάλπει τήν ἐξουσία. Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, πού ἀνακοινώνει ὁ Χριστός στή Συναγωγή τῆς Ναζαρέτ, ἔχει ὡς κέντρο της τή Σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Τό μήνυμά της ἀπευθύνεται στούς φτωχούς, στούς μικρούς καί ταπεινούς αὐτοῦ του κόσμου, σ’ αὐτούς πού νιώθουν τήν ὕπαρξή τους ἀσήμαντη μπροστά στό Ἄπειρό του Θεοῦ. Φέρνει τήν κατάργηση τῆς αἰχμαλωσίας τῶν ἀνθρώπων ἀπό τά δεσμά τῆς ἁμαρτίας, τήν ἀπαλλαγή, τή λύτρωση ἀπ’ ὅσα τούς κρατοῦσαν δέσμιους μέχρι τώρα. Ἡ ἁμαρτία εἶναι αἰχμαλωσία πού δέν ἀφήνει τόν ἄνθρωπο νά δεῖ καί νά βρεῖ τόν ἀληθινό του προορισμό, πού τόν κατέχει δέσμιο σέ μία κατάσταση φθαρτότητας σωματικῆς καί ψυχικῆς.

Αὐτή τήν ἀνθρωποκτόνο κατάσταση τῆς ἁμαρτίας πού κρατάει δέσμιο τόν ἄνθρωπο θά συντρίψει ὁ Χριστός μέ τήν Ἀνάστασή Του στό τέλος τῆς ἐπίγειας παρουσίας Του. Μέχρι νά ὁδηγηθεῖ στό Πάθος καί στή σωτήρια Ἀνάστασή Του ὁ Χριστός θά χαρίσει τό φῶς στούς τυφλούς. Φυσικό φῶς στούς σωματικά τυφλούς, οὐράνιο καί ἀποκαλυπτικό στούς πνευματικά τυφλούς. Αὐτό δέν σημαίνει παντοῦ καί πάντα ὅτι ὅσοι ἀκοῦνε καταλαβαίνουν καί ὅσοι βλέπουν ἀντιλαμβάνονται. Προϋπόθεση γιά τήν ἀνάβλεψη τῶν πνευματικά τυφλῶν εἶναι ἡ ἁγνότητα τῆς καρδιᾶς, ἡ πίστη, ἡ ἀποδοχή τῶν λόγων τοῦ Κυρίου. Ἡ σκληρότητα, ἡ σκληροκαρδία, ἡ δυσπιστία στό Πρόσωπο τοῦ Κυρίου, καί ἡ ἀδιαφορία, ἡ ἀναλγησία πρός τούς ἀνθρώπους θά κρατοῦν πάντα κλειστές τίς πόρτες στό φῶς ἤ θά δυσκολεύουν πάντα νά φτάσει στίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων τό πνευματικό φῶς. Ὅμως ἀκόμη καί σ’ αὐτές τίς περιπτώσεις τά ἀδύνατα γιά τούς ἀνθρώπους εἶναι δυνατά γιά τό Θεό. Ὁ Χριστός εἶναι πάντα σέ θέση νά ἀποκαλύψει τό Θέλημα τοῦ Οὐράνιου Πατέρα Του καί Πατέρα μας, δίνοντας στούς ἀνθρώπους τήν πνευματική ἀνάβλεψη.

Ὁ τραυματισμένος ἄνθρωπος ἀπό τό προπατορικό ἁμάρτημα, τοῦ ὁποίου ἀμαυρώθηκε τό «κατ’ εἰκόνα» καί ἐσκοτίσθη ἡ διάνοια, δέν ἦταν σέ θέση νά φτάσει μόνος του στή σωτηρία. Ὁ Νόμος πού δόθηκε στό Μωϋσῆ ἀπό τό Θεό στό ὅρος Σινᾶ, προκειμένου νά παιδαγωγήσει τόν Ἰσραήλ καί δι’ αὐτοῦ νά ἀνακαινίσει καί τούς ὑπόλοιπους λαούς, ἐξέπεσε λόγω τῆς ἀδυναμίας τοῦ Ἰσραήλ σέ ἐπίπεδο νομικιστικῶν καί ἠθικῶν διατάξεων, τύποις καί ὄχι οὐσίας. Γράμματος καί ὄχι Πνεύματος. Πιστεύοντας ὅτι ἡ ἁπλή τήρηση τῶν διατάξεων τοῦ Νόμου φέρνει τή σωτηρία, παραγνωρίστηκαν καί παραμελήθηκαν τό πνεῦμα καί ἡ θεϊκή του προέλευση, φτάνοντας στό ἐπίπεδό της φαρισαϊκῆς τήρησής του.

Σ’ αὐτό τόν ἄνθρωπο ὁ Χριστός φέρνει τό σωτήριο μήνυμά Του, πού δέν εἶναι πλέον τό γράμμα τοῦ Νόμου, ἀλλά ἡ ἐν πνεύματι ὁλοκληρωτική ἀνακαίνιση, ὁ φωτισμός τῆς διανοίας του, πού ἐπιτυγχάνονται μέ τήν ὑπακοή καί μίμηση τῆς θυσιαστικῆς προσφορᾶς Του, τήν ἀποδοχή τῶν Λόγων Του, μέ τήν ἀγάπη ἀκόμη καί στούς ἐχθρούς, μέ τήν ἐν «Πνεύματι καί Ἀληθεία» λατρεία στό Θεό.

Ἡ ἄφεση χαρίζεται πλέον ἀπό τό Χριστό στόν ἄνθρωπο ὄχι ἐπειδή τηρεῖ μηχανικά κάποιες διατάξεις, οὔτε ἐπειδή ὑπακούει σέ στεῖρα νομοθετήματα. Τούτη ἡ ἄφεση πού ἐπαγγέλλεται ὁ Χριστός προϋποθέτει τήν ὁλοκληρωτική μεταστροφή τοῦ νοῦ τοῦ ἀνθρώπου, χαρίζεται ὡς δῶρο ζωῆς ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀγαπᾶ τό Θεό «ἐξ ὅλης της καρδίας του καί ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς του, καί ἐξ ὅλης της ἰσχύος του καί ἐξ ὅλης τῆς διανοίας του καί τόν πλησίον του ὡς σεαυτόν» (Λουκ. 10,27). Ἡ Θυσιαστική πράξη τοῦ Χριστοῦ, ὁ Σταυρός τοῦ Μαρτυρίου, εἶναι λύτρο γιά ὅλους, εἶναι Ἄφεση, εἶναι Λύτρωση, εἶναι Ἀπαλλαγή, εἶναι Ἀποκατάσταση στήν ἀρχέγονη πρότερη θέση πού εἶχε ὁ ἄνθρωπος κατά τή δημιουργία του ἀπό τό Θεό.

Ὅλα αὐτά ὅμως, ἀγαπητοί, δέ θά γίνουν μέσα σέ μία ἡμέρα, ὡς ἀστραπή, ἐν ριπῇ ὀφθαλμοῦ. Ὁ Χριστός δέν ἦλθε γιά νά καταδικάσει, γιά νά ἀπολέσει καί νά ἀπειλήσει τόν πάσχοντα καί πονεμένο ἄνθρωπο μέ τήν ἡμέρα τῆς Κρίσεως. Δέν ἦλθε γιά νά κρίνει τόν κόσμο, ἀλλά γιά νά  τόν σώσει˙ «οὐ γάρ ἦλθον ἵνα κρίνω τόν κόσμον, ἀλλ’ ἵνα σώσω τόν κόσμον» (Ἰωάν.12,47).

Κηρύττει «ἐνιαυτόν Κυρίου δεκτόν», δηλαδή μία περίοδο χάριτος καί μετανοίας, καί εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός πού δέν στέκει ἀπόμακρος καί ἀπροσμέτρητος στό ὕψος τῆς Θεότητάς Του, ἀλλά εἶναι ὁ ἀπό αἰώνων «κρούων τή θύρα» περιμένοντας τήν ἀνταπόκριση τοῦ ἀνθρώπου πού τόσο «ἠγάπησεν ὁ Θεός, ὥστε τόν Υἱόν αὐτοῦ τόν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν μή ἀποληται ἀλλ’ ἔχη ζωήν αἰώνιον» (Ἰωάν. 3,16). Ἀμήν.