ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ Ζ΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ Ζ΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 13 Οκτωβρίου 2023

 ΦΩΝΗ ΚΥΡΙΟΥ

ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΔΙΑΚΟΝΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Η ΑΥΤΟΚΑΤΑΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

Μέ τήν σημερινή Κυριακή ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ τούς θεοφόρους Πατέρες, οἱ ὁποῖοι συνεκρότησαν τήν Ζ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο στήν Νίκαια τῆς Βιθυνίας τό ἔτος 787. Οἱ Πατέρες τῆς ἐν λόγῳ Συνόδου κατέθεσαν τήν ἐν Χριστῷ ἐμπειρία τους ἀναφορικά πρός τό θέμα τῆς τιμητικῆς προσκυνήσεως τῶν ἁγίων εἰκόνων. Μέ τόν θεολογικό τους λόγο, τήν ἁγιότητα καί τό ὑψηλό πνευματικό τους ἐπίπεδο διετράνωσαν ὅτι, ἐφόσον ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ ἐνανθρώπησε, ἔχουμε τήν δυνατότητα νά εἰκονίζουμε τήν μορφή Του, σύμφωνα μέ τήν ἀρχαία ἐκκλησιαστική παράδοση.

Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2019

Τιμή στή μνήμη τῶν Πατέρων

Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 13 Ὀκτωβρίου 2019, τῶν Ἁγίων Πατέρων (Λουκ. η΄ 5-15)

1. Μνήμη τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου

Αὐτὴ τὴν Κυριακή τιμοῦμε τὴ μνήμη τῶν ἁγίων 365 θεοφόρων Πατέρων ποὺ συγκρότησαν τὴν Ζ´ (7η) Οἰκουμενικὴ Σύνοδο στὴ Νίκαια τῆς Βιθυνίας τὸ 787 μ.Χ. Στὴ Σύνοδο αὐτὴ διατυπώθηκε ἡ Ὀρθόδοξη διδασκαλία περὶ τῶν ἱερῶν εἰκόνων καὶ καταδικάσθηκε ἡ αἵρεση τῆς Εἰκονομαχίας. Ἀνθρωπίνως πόσα πράγματι ὀφείλουμε στὴ Σύνοδο αὐτή! Θὰ ἦταν ἄδειες οἱ ἐκκλησίες μας ἀπὸ ἱερὲς εἰκόνες, δὲν θὰ βλέπαμε ἱστορημένα (δηλαδὴ ἁγιογραφημένα) τὰ πρόσωπα τῶν Ἁγίων μας, τὰ μαρτύριά τους. Οὔτε βέβαια τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο καὶ προπάντων τὸν Κύριό μας, τὸν ἐνανθρωπήσαντα Υἱὸ τοῦ Θεοῦ. Δὲν θὰ εἴχαμε τὴν εὐλογία νὰ ἁγιάζουμε τὴν ὅραση ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρη τὴν ὕπαρξή μας βλέποντας καὶ προσκυνώντας τὶς εἰκόνες τους, παρακινούμενοι σὲ προσευχὴ καὶ μίμησή τους καὶ μελετώντας τὰ κοσμοσωτήρια γεγονότα τῆς ζωῆς τοῦ Κυρίου, ὅπως τόσο διδακτικὰ ἀποτυπώνονται κατὰ τὴν παράδοση τῆς βυζαντινῆς ἁγιογραφίας.
ΚΥΡΙΑΚΗ 13 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2019

 Δ’  ΛΟΥΚΑ, ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ

(Λουκ. η΄ 5-15) (Τιτ. γ΄ 8-15)

Πνεύμα αργολογίας

«ταύτα εστι τα καλά και ωφέλιμα τοις ανθρώποις· μωράς δε ζητήσεις και γενεαλογίας και έρεις και μάχας νομικάς περιϊστασο· εισί γαρ ανωφελείς και μάταιοι»

Φοβερό ολίσθημα για τον άνθρωπο η αργολογία. Ο άγιος Εφραίμ σημειώνει χαρακτηριστικά: «Πνεύμα αργίας, περιεργείας και αργολογίας μη μοι δως». Μάλιστα ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος υποδεικνύει εύστοχα πως η αργολογία ταυτίζεται με τη μυθομανία, την ψευδολογία και τη συκοφαντία. Συνδέεται ακόμα με τη ματαιολογία, δηλαδή με την εκφορά ανούσιων λόγων που αφήνουν τον άνθρωπο να εκπέμπει στις συχνότητες της ρηχότητας. Οι συζητήσεις που χαρακτηρίζονται από τα πιο πάνω είναι τελικά «ανωφελείς και μάταιοι» (Τιτ. γ΄ 9).

Η πηγή της
«ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ»

Κυριακή 13 Ὀκτωβρίου 2019 

Δ΄ Λουκᾶ (Λουκᾶ η΄ 5-15)

Ἀγαπητοί μου Ἀδελφοί,

Ἡ σημερινή Κυριακή συνδυάζει ἀπό τήν μιά μεριά τήν τιμή τῶν Πατέρων τῆς (Ζ΄) Ἑβδόμης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἡ ὁποία συγκλήθηκε στήν Νίκαια τό 787 μ.Χ. καί ἀπό τήν ἄλλη τήν περίφημη παραβολή τοῦ Σπορέως στή θέση τοῦ εὐαγγελικοῦ ἀναγνώσματος.

Καί τοῦτο διότι οἱ Πατέρες κάθε ἐποχῆς ἀποτελοῦν τούς σπορεῖς τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ στίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων. Ἀντιλαμβανόμαστε λοιπόν, πόσο ἰσχύει τοῦτος ὁ συλλογισμός, ὅταν ὁμιλοῦμε γιά τούς ἁγίους Πατέρες, οἱ ὁποῖοι συγκρότησαν τίς κατά καιρούς Οἰκουμενικές Συνόδους μέ σκοπό νά διερμηνεύσουν, νά ὁριοθετήσουν καί νά ἐξηγήσουν τήν πίστη καί τήν ζωή τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μας, ἐπί τῇ βάσει τῆς Ἀλήθειας, πού μᾶς ἀπεκάλυψε ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός μέ τήν ἐνανθρώπηση καί τήν θεϊκή Του διδασκαλία.
ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ΛΟΥΚΑ (ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ Ζ΄ ΟΙΚ. ΣΥΝΟΔΟΥ)
Απόστολος : Τίτ. γ΄8-15
Ευαγγέλιο : Λουκ. η΄ 5-15
13 Οκτωβρίου 2019
«Πιστός ο λόγος» (Τίτ. γ΄8)

Ο λόγος του Θεού είναι απόλυτα αξιόπιστος και προσφέρεται χωρίς διάκριση σε όλους τους ανθρώπους. «Πιστός ο λόγος∙ και περί τούτων βούλομαί σε διαβεβαιούσθαι», υπογραμμίζει ο σημερινός «Απόστολος». «Αυτά τα λόγια είναι αξιόπιστα και θέλω να τα βεβαιώνεις με την προσωπική σου μαρτυρία». Η αξιοπιστία δε του λόγου του Θεού έγκειται στο γεγονός ότι είναι αιώνιος και αμετάβλητος. Λέει ο ίδιος ο Χριστός. «Αμήν γάρ λέγω υμίν, έως αν παρέλθη ο ουρανός και η γη, ιώτα εν ή μία κεραία ου μη παρέλθη από του νόμου έως αν πάντα γένηται» (Ματθ. ε΄18).
Δηλαδή, «Σας βεβαιώνω πως όσο υπάρχει ο κόσμος, έως τη συντέλειά του, δε θα πάψει να ισχύει ούτε ένα γιώτα ή μία οξεία από το νόμο».

Δευτέρα 10 Οκτωβρίου 2016

Κυριακή Ἁγίων Πατέρων Ζ΄ Οἰκ. Συνόδου

11 Ὀκτωβρίου 2015

(Τίτ. γ΄ 8-15)

«Ἐξέστραπται ὁ τοιοῦτος καὶ ἁμαρτάνει ὧν αὐτοκατάκριτος».

Σὲ κάθε θεία Λειτουργία, ἀδελφοί μου, ὑπάρχει τάξις καὶ σύμφωνα μ’ αὐτὴν διαβάζονται ὁ Ἀπόστολος καὶ τὸ Εὐαγγέλιο, τὰ θεόπνευστα λόγια του Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν Ἀποστόλων. Ἐὰν τὴν ὥρα ἐκείνη ἀνοίγαμε τὰ αὐτιά μας καὶ προσπαθούσαμε νὰ εἰσχωρήσουν τὰ χρυσὰ αὐτὰ λόγια στὴν καρδιά μας καὶ νὰ τὰ πιστέψουμε εἰλικρινά, θὰ ἤμασταν διαφορετικοί. Ἕνα μόνο λόγο ἀπὸ τὸ Ἱερὸ Εὐαγγέλιο ἄκουσε ὁ Μέγας Ἀντώνιος καὶ ἔγινε Ἅγιος. Ἐμεῖς ἀκοῦμε στὴν ἐκκλησία μας ἀναγνώσματα καὶ κηρύγματα καὶ προκοπὴ πίστεως δὲν ἔχουμε, γιατί δὲν τὰ προσέχουμε μὲ ὅλη μας τὴν καρδιά. Εἴμαστε, ὅπως λέει σήμερα τὸ Εὐαγγέλιο σὰν τὸν πατημένο δρόμο, σὰν τὶς πέτρες καὶ τ’ ἀγκάθια, ὅπου πέφτει ὁ σπόρος καὶ πάει χαμένος. Μακάρι τώρα τὰ φτωχὰ τοῦτα λόγια νὰ πέσουν σ’ ἐκλεκτὴ γῆ.
Για τις άγιες εικόνες (Μητροπολίτου Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως Ἰερεμία)

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΓΟΡΤΥΝΟΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΕΩΣ
Δημητσάνα - Μεγαλόπολη, Κυριακή 11 Ὀκτωβρίου 2015
ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟ ΕΓΚΥΚΛΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ
ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΓΙΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ
1.Ἡ σημερινή Κυριακή, ἀδελφοί χριστιανοί, λέγεται « Δ´ Κυριακή τοῦ Λουκᾶ». Τήν Κυριακή αὐτή τιμοῦμε τήν Ζ´ Οἰκουμενική Σύνοδο, πού συγκροτήθηκε στήν Νίκαια τῆς Βιθυνίας, τό ἔτος 787 μ.Χ., ἔλαβαν δέ μέρος σ᾽ αὐτήν 367 ὀρθόδοξοι Πατέρες. Στήν Σύνοδο αὐτή εἶχαν πολλή δύναμη οἱ Μοναχοί, γιατί ἦταν παρόντες σ᾽ αὐτήν 136 Ἀρχιμανδρίτες Μοναστηρίων. Οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Συνόδου αὐτῆς κατεδίκασαν τήν εἰκονομαχία καί κήρυξαν τήν τιμή τῶν ἁγίων εἰκόνων. Ἔτσι, λοιπόν, ἐμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι χριστιανοί στούς ἱερούς μας ναούς καί στά σπίτια μας ἔχουμε ἱερά εἰκονίσματα· καί πιστεύουμε καί σεβόμαστε καί ἐπικαλούμαστε τήν πρεσβεία τῶν ἁγίων πού εἰκονίζονται σ᾽ αὐτά.

Σάββατο 11 Οκτωβρίου 2014

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ´ ΛΟΥΚΑ (ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Ζ´ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ)

῾Αἱρετικόν ἄνθρωπον μετά μίαν καί δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ᾽

α. ῾Η ἑορτή τῶν Πατέρων τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καθορίζει καί τήν ἐπιλογή τοῦ ἀποστολικοῦ ἀναγνώσματος τῆς σημερινῆς Κυριακῆς: ἐπιλέχτηκε τό ἀνάγνωσμα στό ὁποῖο ὁ ἀπόστολος Παῦλος μεταξύ ἄλλων μιλάει γιά τήν στάση ἔναντι τῶν αἱρετικῶν ἀνθρώπων, δεδομένου ὅτι οἱ εἰκονομάχοι, ἐκεῖνοι πού ἐπισήμως ἀπό τίς ἀρχές τοῦ  8ο μ.Χ. αἰ. καί γιά πολλά χρόνια ἀργότερα πολέμησαν τίς εἰκόνες καί τίς θεώρησαν ὡς ἐκτός πίστεως, ἀποδείχτηκαν ἐν τέλει ἀπό τήν ᾽Εκκλησία μας, μέ τούς Πατέρες τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (787 μ.Χ.), αἱρετικοί. Κι αὐτό διότι οἱ ἅγιοι αὐτοί Πατέρες ἔδειξαν ἐν Πνεύματι ὅτι ἡ ἄρνηση ἐξεικονισμοῦ τοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ καί κατ᾽ ἐπέκταση τῶν ἁγίων - ὅ,τι πρέσβευαν οἱ εἰκονομάχοι -  σημαίνει στό βάθος εἴτε ἄρνηση ἀποδοχῆς τῆς πραγματικότητας τῆς ἀνθρώπινης φύσης τοῦ Χριστοῦ, συνεπῶς ἔκπτωση στόν μονοφυσιτισμό, εἴτε διαγραφή τῆς θεϊκῆς φύσης Του, συνεπῶς ἔκπτωση στόν νεστοριασμό. Καί στίς δύο περιπτώσεις ἐπρόκειτο πάντως  γιά χριστολογική αἵρεση, ἡ ὁποία διέστρεφε τήν πίστη καί γι᾽ αὐτό ἔπρεπε νά καταπολεμηθεῖ. ῾Η ᾽Εκκλησία μας λοιπόν ἐξ ἀφορμῆς τῶν αἱρετικῶν εἰκονομάχων, ἀλλά καί τῶν αἱρετικῶν τῆς κάθε ἐποχῆς μέχρι σήμερα, ὑπενθυμίζει τήν ὀρθή στάση ἔναντι αὐτῶν: ῾αἱρετικόν ἄνθρωπον μετά μίαν καί δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ᾽.

β. 1. Ποιός θεωρεῖται αἱρετικός ὅμως γιά τήν ᾽Εκκλησία;
 (1) Αὐτός πού, ὅπως ἀναφέραμε, ἀλλοιώνει τήν ὀρθή πίστη της, τήν πίστη δηλαδή πού ἔφερε ὁ Κύριος ᾽Ιησοῦς Χριστός, καί γι᾽ αὐτό προσφέρει ἕναν Χριστό ὄχι ἀληθινό, ὄχι τήν εἰκόνα πού ᾽Εκεῖνος ἀποκάλυψε, ἀλλά ἕνα κατασκεύασμα τοῦ δικοῦ του μυαλοῦ, ἕνα εἴδωλο πού ἁπλῶς τό ντύνει μέ τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ἡ λέξη αἵρεση προέρχεται ἀπό τό ρῆμα αἱροῦμαι πού σημαίνει προτιμῶ, ἐκλέγω. Κι αὐτό θά πεῖ ὅτι ὁ αἱρετικός κάνει ἐπιλογή: ἀπό τό ὅλο τῆς ἀλήθειας ἐπιλέγει ἕνα κομμάτι της, τό ὁποῖο κομμάτι τό ἀπολυτοποιεῖ θεωρώντας το ὡς τό ὅλο. Κι αὐτό σημαίνει ὅτι τελικῶς τήν ἀλήθεια τήν διαστρεβλώνει. Γιά παράδειγμα, ἐνῶ ὁ Χριστός μας εἶναι Θεός καί ἄνθρωπος, ὁ αἱρετικός μπορεῖ νά τόν παρουσιάζει μόνον Θεό ἤ μόνον ἄνθρωπο. Τί ἀποτελεῖ κριτήριο συνεπῶς γιά ἕναν αἱρετικό; ῎Οχι ἀσφαλῶς ἡ πίστη τῆς ᾽Εκκλησίας, ἀλλά ἡ κρίση ἡ δική του. Τήν δική του λογική ἔχει ὡς βάση ὁ αἱρετικός, αὐτήν πρωτίστως ἐμπιστεύεται καί μέ βάση αὐτήν κρίνει καί τήν ἴδια τήν ἀποκάλυψη τοῦ Χριστοῦ. Γι᾽ αὐτό καί τό βάθος πάντοτε μίας αἵρεσης εἶναι ἕνας ἀπύθμενος ἐγωισμός: ἡ πεποίθηση ὅτι ὁ ἴδιος ὡς μέλος ὑπέρκειται τοῦ σώματος καί πρέπει ὅλοι νά ὑποταχθοῦν σέ αὐτόν. Κατά συνέπεια δέν παραξενευόμαστε ὅταν ἀκοῦμε ἀπό τούς ἁγίους Πατέρες μας ὅτι δέν ὑπάρχει χειρότερο πράγμα ἀπό τήν αἵρεση.
(2) ᾽Αλλά αἱρετικός γιά τήν ᾽Εκκλησία μας εἶναι καί κάποιος ἄλλος. ᾽Εκεῖνος πού ὄχι μόνον ἀλλοιώνει τό δόγμα καί τήν πίστη της, ἀλλά καί τό ἦθος τῆς ζωῆς της. Θέλουμε νά ποῦμε ὅτι ἐκεῖνος πού μένει μόνον στό ἐπίπεδο μίας θεωρητικῆς ἀποδοχῆς τῆς πίστεως χωρίς ἡ πίστη αὐτή νά ἐπηρεάζει τήν ζωή του, ὥστε νά ῾περιπατῇ ἐν Χριστῷ᾽, κι αὐτός ἐξίσου εἶναι αἱρετικός. Ποτέ ἡ χριστιανική μας πίστη δέν διαχώρισε τήν πίστη ἀπό τήν ζωή. ᾽Αντιθέτως: ὅπου ἔβλεπε μία πίστη πού δέν ἐνεργοποιεῖτο ὡς ζωή τήν χαρακτήριζε ῾δαιμονική᾽. Διότι ῾καί τά δαιμόνια πιστεύουσι καί φρίσσουσι᾽. ῞Οπως θά τό πεῖ καί ὁ ἀπόστολος: ῾Δεῖξον μοι τήν πίστιν ἐκ τῶν ἔργων σου. ῾Η πίστις χωρίς τῶν ἔργων νεκρά ἐστι᾽. Καί ῾πίστις δι᾽ ἀγάπης ἐνεργουμένη᾽. ῎Αλλωστε εἶναι γνωστό ἀπό τόν λόγο τοῦ Θεοῦ καί τήν ἐμπειρία τῶν ἁγίων μας ὅτι μία ὀρθή πίστη πού δέν ἐμψυχώνεται ἀπό τή ζωή ἔχει μικρή διάρκεια ζωῆς. Μέ ἄλλα λόγια τήν προτεραιότητα στήν πίστη ἔχει ἡ ἴδια ἡ ζωή, συνεπῶς ὁ θεωρητικά πιστός σύντομα θά παύσει νά εἶναι πιστός, ἐνῶ ἀπό τήν ἄλλη ὁ ἀγωνιζόμενος στήν πράξη, ἔστω καί μέ κάποια ἀπόκλιση πίστεως - ὄχι ἐννοεῖται ἐνσυνείδητη, γιατί ἔτσι μιλᾶμε γιά αἱρετικό – σύντομα θά δεῖ τήν καθοδήγησή του ἀπό τόν Θεό, γιά νά βρεῖ τήν ὁλοκληρία τῆς ὀρθῆς πίστεως.

2. Ποιά ἡ στάση μας λοιπόν ἀπέναντι στόν αἱρετικό; Μέ διάθεση νουθεσίας, μᾶς προτρέπει ὁ ἀπόστολος. ῾Μετά μίαν καί δευτέραν νουθεσίαν᾽. Δέν πρέπει δηλαδή νά ἀδιαφορήσουμε ἀπέναντι σέ ἕναν πλανεμένο συνάνθρωπό μας, σέ ἕνα μέλος τοῦ ἰδίου σώματος. Εἴμαστε ὑποχρεωμένοι, κινούμενοι ἀπό σπλάχνα οἰκτιρμῶν καί ἀγάπης, νά τόν βοηθήσουμε. Νά τοῦ ἐπισημάνουμε τήν ἀπόκλιση τῆς πίστεως καί ἴσως τῆς ζωῆς του. Καί μάλιστα ὄχι μόνον μία φορά, ἀλλά καί δεύτερη. Τυχόν ἀδιαφορία θά σημαίνει ἔλλειψη ἀγάπης ἐκ μέρους μας καί ἀπομειωμένη χριστιανική πίστη, ἀφοῦ θά φανερώνουμε ὅτι δέν τόν βλέπουμε ὡς συνδεδεμένο ὀργανικά καί μέ ἐμᾶς. Πῶς τό ἔλεγε ὁ ἁγιασμένος Γέρων Παΐσιος; ῾Νά τοῦ βάζουμε τήν καλή ἀνησυχία᾽.
Τί προϋποθέτει ὅμως μία τέτοια στάση; Πρῶτον, ὅτι ἐμεῖς ὑγιαίνουμε στήν πίστη. Γνωρίζουμε δηλαδή ἐπακριβῶς τήν διδασκαλία τῆς ᾽Εκκλησίας μας, γνωρίζουμε τά ἱερά της κείμενα, βρισκόμαστε μέσα στό ποτάμι τῆς Παραδόσεως τῶν ἁγίων Πατέρων μας. Καί δεύτερον, ὅτι ὑγιαίνουμε καί στή ζωή μας ἀπό πλευρᾶς ἤθους. Ζοῦμε δηλαδή, ὅσο εἶνα δυνατόν, σύμφωνα μέ τίς ἐντολές τοῦ Κυρίου μας, κατεξοχήν δέ τήν ἐντολή τῆς ἀγάπης. Κι αὐτό σημαίνει βεβαίως ὅτι ἡ ὅποια νουθεσία μας θά γίνεται μέ ταπείνωση καί μέ σεβασμό στό πρόσωπο τοῦ ἄλλου. Διδαχθήκαμε ἄλλωστε ἀπό τούς Πατέρες μας νά μισοῦμε τήν πλάνη καί τήν αἵρεση κι ὄχι τόν αἱρετικό, ῾δι᾽ ὅν Χριστός ἀπέθανε᾽. ῎Αν δέν στεκόμαστε ἔτσι, ἄν ἡ νουθεσία μας παίρνει τήν μορφή τῆς καταγγελίας μέ ῾τεντωμένο δάκτυλο᾽, τότε σημαίνει ὅτι βρισκόμαστε στήν αἵρεση τῆς ζωῆς, λόγω τοῦ ὑπάρχοντος ἐγωϊσμοῦ καί τῆς ἀλαζονείας μας, πού μᾶς κινεῖ σέ δασκαλίστικο τρόπο ἀπέναντι στόν συνάνθρωπό μας. Τό ἀποτέλεσμα βεβαίως στήν περίπτωση αὐτή εἶναι ἀφενός ἐμεῖς οἱ ἴδιοι νά γινόμαστε θεομάχοι, ἀφετέρου οἱ δεχόμενοι τήν ἐπίπληξή μας νά ὁδηγοῦνται σέ μεγαλύτερη ἀντίδραση.

3. ῾Η παραπάνω ἀλήθεια ἐπιβεβαιώνεται ἀπό τόν ἴδιο λόγο τοῦ ἀποστόλου. ῾Μετά μίαν καί δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ᾽ λέει.  ῾Η διάθεσή μας δηλαδή νά βοηθήσουμε τόν ἄλλον μέ τόν λόγο μας πρέπει  νά ἔχει ὅρια. Τό εἴπαμε μία φορά, τό εἴπαμε δεύτερη, ἔπειτα σταματᾶμε. ῎Αν ἐπιμείνουμε, ἄν θελήσουμε ἀδιάκοπα νά τοῦ ὑπενθυμίζουμε τήν ἀπόκλισή του, τότε τοῦτο θά σημαίνει τήν δική μας ἀπόκλιση: θά μᾶς κινεῖ, ὅπως εἴπαμε, ὁ δικός μας ἐγωϊσμός, ὁ ὁποῖος προφανῶς δέν θά ἀνέχεται τήν διαφορετική ἐπιλογή τοῦ ἄλλου. ῾Ο ἀπόστολος εἶναι σαφής: ἡ ἐπιμονή στήν αἵρεση, παρ᾽ ὅλη τήν νουθεσία,  φανερώνει ὅτι ὁ αἱρετικός ἔχει ἀποφασίσει τόν χαμό του. ῾᾽Εξέστραπται ὁ τοιοῦτος καί ἁμαρτάνει ὤν αὐτοκατάκριτος᾽. Καί πρέπει κι αὐτό ἀκόμα νά τό σεβαστοῦμε. Σάν τόν Πατέρα τῆς παραβολῆς τοῦ ἀσώτου, ὁ ὁποῖος σεβάστηκε τήν ἀπόφαση τοῦ ἀσώτου υἱοῦ του νά φύγει ἀπό κοντά του, ἐνῶ ἤξερε ὅτι ἡ ἀπομάκρυνσή του αὐτή ἰσοδυναμεῖ μέ τήν ἀπώλειά του. Σάν τόν ἴδιο τόν Κύριο, ὁ ῾Οποῖος ποτέ δέν ἐκβίαζε τούς ἄλλους νά Τόν ἀκολουθήσουν ἤ νά Τόν ἀποδεχθοῦν.

4. Προσοχή ὅμως! ῾Η σιωπή μας μετά τό ἐνεργό ἐνδιαφέρον μας, ἡ ὑποχώρησή μας μπροστά στήν ἐπιμονή τῆς αἵρεσης δέν θά σημαίνει καί ἀδιαφορία καί ἐχθρότητά μας. Ποτέ ὁ χριστιανός δέν παραιτεῖται ἀπό τήν ἀγάπη, διότι ἔτσι εἶναι σάν νά παραιτεῖται ἀπό τόν ἴδιο τόν Θεό. Σταματᾶμε νά μιλᾶμε καί νά νουθετοῦμε, γιατί μέ ἀγάπη παραδίδουμε τόν αἱρετικό ἀποκλειστικά στόν Θεό, ἐλπίζοντας πιά στή δύναμη ἐλέους ᾽Εκείνου. Συνεπῶς ἡ ἀγάπη μας ἐξακολουθεῖ καί ὑφίσταται, παίρνοντας ὅμως τήν μορφή τῆς ἔμπονης προσευχῆς καί τῆς μεγαλύτερης ἄσκησης πού κάνουμε, πρός χάρη πιά καί τοῦ αἱρετικοῦ.

γ. Καί σήμερα, δυστυχῶς, ἐξακολουθοῦν καί ὑπάρχουν αἱρετικοί. Πέραν τῶν γνωστῶν, ὑπάρχουν καί ἐκεῖνοι πού παρασύρονται καθημερινῶς, γιατί ἴσως δέν βλέπουν καί τήν ὀρθή μαρτυρία πίστεως καί ἀπό πλευρᾶς δικῆς μας. Τό ζητούμενο παρ᾽ ὅλα αὐτά εἶναι ἐμεῖς νά μή σταματήσουμε τήν βίωση τῆς ἀλήθειας, δηλαδή νά μή σταματήσουμε τήν ὀρθή ἐκκλησιαστική ζωή μας. Κι αὐτό θά πεῖ ὅτι ἡ νουθεσία πίστεως πρέπει νά στρέφεται πρωτίστως πρός τόν ἴδιο τόν ἑαυτό μας. ῎Αν ἐμεῖς ὑπερβαίνουμε τήν αἵρεση τῆς πίστεως καί τῆς ζωῆς, τότε ἴσως ὑπάρξει ἐλπίδα νά κινητοποιηθοῦν καί οἱ ὄντως αἱρετικοί πρός τήν κατεύθυνση τῆς ἀλήθειας. Γιατί θά τούς κινητοποιεῖ ἡ ἴδια ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ.
ΚΥΡΙΑΚΗ Δ´ ΛΟΥΚΑ (ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Ζ´ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ) (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ)

῾ἵνα φροντίζωσι καλῶν ἔργων προΐστασθαι οἱ πεπιστευκότες τῷ Θεῷ᾽ (Τίτ. 3, 8)

α. ῾Η μνήμη τῶν Πατέρων τῆς Ζ´ ἐν Νικαίᾳ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (787 μ.Χ.) ἀποτελεῖ τήν αἰτία ἐπιλογῆς τοῦ ἀποστολικοῦ ἀναγνώσματος ἀπό τήν πρός Τίτον ἐπιστολή τοῦ ἁγίου Παύλου. ῾Ο ἀπόστολος παραινώντας τόν μαθητή καί συνεργάτη του Τίτο τόν καλεῖ ἡ προσωπική του ζωή νά ἀποτελεῖ μία μαρτυρία τῆς πίστεως στόν Σωτήρα Κύριο ᾽Ιησοῦ Χριστό, ὥστε καί οἱ ὑπόλοιποι πιστοί νά παρακινοῦνται νά κάνουν πράξη τήν πίστη τους. Μέ αὐτήν τήν προτεραιότητα στήν ζωή τους εἶναι εὐνόητο ὅτι πρέπει νά ἀποφεύγουν κάθε τι πού τούς ἀποπροσανατολίζει, ὅπως τίς ἀνωφελεῖς καί ἀνούσιες συζητήσεις, τίς διαμάχες, ἀκόμη καί τήν ἐπιμονή, πέρα ἀπό μία δύο φορές, γιά τήν μεταστροφή τῶν αἱρετικῶν, ἐκείνων δηλαδή πού ἀκολουθοῦν πλανεμένες διδασκαλίες ὡς πρός τόν Χριστό. Στό ἴδιο μῆκος κύματος τῶν παραινέσεων τοῦ ἀποστόλου Παύλου κινήθηκαν καί οἱ Πατέρες τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Κατεδίκασαν τούς αἱρετικούς εἰκονομάχους πού ἀλλοίωναν μέ τήν ἄρνηση ἐξεικονισμοῦ τοῦ Κυρίου  τήν ἀληθινή εἰκόνα Του, καί ἔδειξαν μέ φωτισμό Θεοῦ ὅτι Αὐτός εἶναι ὁ ἀληθινός Θεός πού ἔγινε καί τέλειος ἄνθρωπος ῾δι᾽ ἡμᾶς καί διά τήν ἡμετέραν σωτηρίαν᾽, γι᾽ αὐτό καί μπορεῖ νά ἀποτυπωθεῖ κατά τήν ἀνθρώπινη μορφή του.

β. 1. Δέν θά ἀναφερθοῦμε στήν αἵρεση τῶν εἰκονομάχων. Οἱ Πατέρες τούς κατεδίκασαν γιατί ἀκριβῶς διαστρέβλωναν τήν πίστη καί πρότειναν αἵρεση, δηλαδή πλάνη. Καί χειρότερο πράγμα ἀπό τήν πλάνη τῆς αἵρεσης δέν ὑπάρχει γιά τήν χριστιανική πίστη. Κατά τήν ἐκτίμηση τοῦ ἀποστόλου Παύλου συνιστᾶ ἐκτροπή καί ἁμαρτία καί αὐτοκατάκριση: ῾εἰδώς ὅτι ἐξέστραπται ὁ τοιοῦτος (ὁ αἱρετικός) καί ἁμαρτάνει ὤν αὐτοκατάκριτος᾽. Δέν εἶναι τυχαῖο γι᾽ αὐτόν τόν λόγο ὅτι οἱ ἅγιοί μας θεωροῦν ὅτι εἶναι προτιμότερο νά ἁμαρτάνει κανείς σαρκικά, παρά νά θεωρεῖται ἠθικός καί ῾ἅγιος᾽,  ἀλλά ριγμένος στήν αἵρεση. Κι αὐτό γιατί στήν πτώση τῶν σαρκικῶν ἁμαρτιῶν ὑπάρχει ἡ δυνατότητα τῆς ταπεινῆς μετάνοιας - ῾οἱ τελῶναι καί αἱ πόρναι προάγουσιν ὑμᾶς εἰς τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν᾽ -, ἐνῶ στήν πτώση τῆς αἵρεσης τοῦτο εἶναι φοβερά δύσκολο, λόγω τῆς ὑποκρυπτομένης δαιμονικῆς ὑπερηφάνειας.
Εἶναι ἐξαιρετικά σημαντική μάλιστα ἡ ἐπισήμανση τοῦ ἀποστόλου ὅτι προκειμένου γιά τόν αἱρετικό ἀρκεῖ ἡ συμβουλή σ᾽ αὐτόν γιά τήν πλάνη του μία δύο φορές: ῾αἱρετικόν ἄνθρωπον μετά μίαν καί δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ᾽.  ῎Αν κανείς θελήσει νά ἐπιμείνει στίς συμβουλές του μέ τήν πεποίθηση ὅτι πρόκειται νά μεταστρέψει τόν αἱρετικό, τότε ὁ ἴδιος πλανᾶται πλάνην οἰκτράν, ἀποκαλύπτοντας τόν δικό του ἐγωϊσμό καί τήν ἄγνοια τῆς καταστάσεως τοῦ αἱρετικοῦ. Κι ἴσως ἡ προτροπή αὐτή τοῦ ἀποστόλου Παύλου πρέπει νά ληφθεῖ πιό σοβαρά ὑπ᾽ ὄψιν ἀπό ἐκείνους πού καί σήμερα ἔχουν ἀποδυθεῖ σέ ἀδιάκοπο κυνηγητό τῶν διαφόρων αἱρέσεων. ῾Η διαρκής πολεμική καί καταγγελία τῆς αἵρεσης, ῾πάλιν καί πολλάκις᾽, ἐφόσον ἤδη ἔχει ἐπισημανθεῖ ἡ πλάνη, ἴσως τελικῶς φανερώνει κάποια δική τους ἐμπλοκή καί ὄχι τόσο καθαρότητα ἀγάπης.

2. Τήν καταγγελία καί τήν ἀποφυγή τῆς αἵρεσης, ὅπως καί τῶν ἀνόητων συζητήσεων καί φιλονικιῶν καί διαμαχῶν, ὁ ἀπόστολος Παῦλος τίς θεωρεῖ συνέπεια τῆς κατά Χριστόν ζωῆς τοῦ πιστοῦ ἀνθρώπου. ᾽Επειδή δηλαδή ὁ πιστός ζεῖ τό βάπτισμά του καί τήν ἀναγέννηση καί τήν ἀνανέωση πού χαρίζει τό ῞Αγιον Πνεῦμα, γι᾽ αὐτό καί εἶναι εὔλογο νά μήν ἐκτρέπεται σέ καταστάσεις πού τόν κάνουν νά χάνει τήν χαρισματική αὐτήν κατάστασή του. Μοναδική προοπτική τοῦ πιστοῦ μέ ἄλλα λόγια εἶναι ὅ,τι ὁ ἀπόστολος μέ ὁριστικό τρόπο χαρακτηρίζει ὡς ῾καλά καί ὠφέλιμα τοῖς ἀνθρώποις᾽. Καί ποιά εἶναι αὐτά τά καλά καί ὠφέλιμα; ῾Η φροντίδα νά πρωτοστατεῖ ὁ πιστός στά καλά ἔργα. ῾῞Ινα φροντίζωσι καλῶν ἔργων προΐστασθαι οἱ πεπιστευκότες τῷ Θεῷ᾽. Εἶναι τόσο βέβαιος ὁ ἀπόστολος γιά τήν πρότασή του αὐτή, ὥστε μετά ἀπό λίγες γραμμές τήν ἐπαναλαμβάνει σχεδόν αὐτούσια: ῾Μανθανέτωσαν δέ καί οἱ ἡμέτεροι καλῶν ἔργων προΐστασθαι εἰς τάς ἀναγκαίας χρείας, ἵνα μή ὦσιν ἄκαρποι᾽ (῎Ας μαθαίνουν καί οἱ δικοί μας νά πρωτοστατοῦν σέ καλά ἔργα, γιά νά ἀνατιμετωπίζουν τίς ἐπείγουσες ὑλικές ἀνάγκες, ὥστε ἡ ζωή τους νά μήν εἶναι ἄκαρπη).

3. Καί βεβαίως τά καλά ἔργα πού λέει ὁ ἀπόστολος κατανοοῦνται ὡς τά ἔργα τῆς πίστεως, ἐκεῖνα δηλαδή πού ἐπιβεβαιώνουν τήν πίστη στόν Χριστό, συνεπῶς τήν ἴδια τήν ἀγάπη. ῾Πίστις δι᾽ ἀγάπης ἐνεργουμένη᾽ πού θά πεῖ ἀλλοῦ ὁ ἴδιος. Δέν πρόκειται δηλαδή γιά ἔργα πού στηρίζονται στίς ἀνθρώπινες δυνάμεις, πού ἔτσι κι ἀλλιῶς εἶναι ἀλλοιωμένες ἀπό τόν ἐγωϊσμό – αὐτά εἶναι τά νομικά ἔργα τοῦ ἰουδαϊσμοῦ γιά τά ὁποῖα εἶναι καταπέλτης ὁ ἀπόστολος, ἀφοῦ στήν πραγματικότητα διαγράφουν τήν ἐν Χριστῷ σωτηρία  -  ἀλλά γιά ἔργα πού ὑλοποιοῦν τήν πνοή τῆς κατά Χριστόν πίστεως. Τό λέει πολύ καθαρά καί μέ αὐτό πού σημειώνει στόν ἅγιο Τίτο στήν ἴδια φράση: ῾καί περί τούτων (τῶν λόγων γιά τήν ἐν Χριστῷ σωτηρία) βούλομαί σε διαβεβαιοῦσθαι᾽, νά βεβαιώνεις τήν σωτηρία πού ἔφερε ὁ Χριστός καί τήν ἀναγέννηση τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος μέ τήν προσωπική σου μαρτυρία. ῾Η ζωή σου δηλαδή, τά καθημερινά ἔργα σου νά εἶναι μία ἀπόδειξη τῆς πίστεώς σου στόν Χριστό. ῞Οτι ἀσφαλῶς τά λόγια αὐτά τοῦ ἀποστόλου παραπέμπουν στά λόγια τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου ῾οὐ πᾶς ὁ λέγων μοι Κύριε, Κύριε, εἰσελεύσεται εἰς τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, ἀλλ᾽ ὁ ποιῶν τό θέλημα τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν Οὐρανοῖς᾽ καί ἐκφράζουν τό ἴδιο νόημα μέ ὅ,τι ἐξαγγέλλει καί ὁ ἅγιος ᾽Ιάκωβος ῾ἡ πίστις χωρίς τῶν ἔργων νεκρά ἐστι᾽, εἶναι περιττό καί νά ποῦμε.

4. Καί πέραν τούτων. ῾Ο ἅγιος Παῦλος ὄχι μόνο τονίζει τά καλά ἔργα γιά τούς πιστούς ὡς ἐπιβεβαίωση τῆς πίστεώς τους, ἀλλά γιά νά δείξει ὅτι χωρίς αὐτά εἶναι μᾶλλον ἀδύνατη ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ἐπισημαίνει καί δύο χαρακτηριστικά στοιχεῖα τους:
(1) Πρέπει νά ἀποτελοῦν τήν φροντίδα τῶν πιστῶν καί τό ἀντικείμενο τῆς μάθησής τους. ῾῞Ινα φροντίζωσι᾽, ῾μανθανέτωσαν᾽. Μέ ἄλλα λόγια τά ἔργα τῆς πίστεως, ἡ πράξη τῆς ἀγάπης, δέν ἔρχονται μέ αὐτόματο τρόπο. ῾Ο πιστός πρέπει νά τά ἔχει ὡς ἔγνοια του καί νά ῾πλατύνεται ἐν ταῖς ἐννοίαις᾽ αὐτῶν, γιά νά βρίσκει τρόπους πού σέ ὅλες τίς διαστάσεις τῆς ζωῆς του νά φανερώνει τήν πίστη του. Δέν ἀρκεῖ μόνον ἡ χάρη καί ἡ ἔμπνευση τῆς στιγμῆς, ἀλλά καί ἡ κατάθεση τῆς ἀνθρώπινης σκέψης. Νά μᾶς ἀπασχολεῖ καί νά μᾶς προβληματίζει τό ποῦ καί τό πῶς νά μαρτυροῦμε τήν πίστη μας. Εἶναι στά ἀνθρώπινα νά κατανοοῦμε τήν γύρω μας κτιστή πραγματικότητα, νά κατανοοῦμε τήν ἔκταση τῶν ἀνθρωπίνων δραστηριοτήτων, γιά νά μποροῦμε σέ ὅλα αὐτά νά βρισκόμαστε ὡς χριστιανοί ἐκεῖ.
(2) Πρέπει ἡ φροντίδα αὐτή νά κάνει τούς πιστούς πρωτοστάτες στά καλά ἔργα. Οἱ πιστοί δηλαδή δέν εἶναι οὐραγοί ἀνθρώπων μέ ἀμφίβολη πίστη καί σκοτεινή προοπτική. Πολλοί ἀσχολοῦνται μέ τά καλά ἔργα καί χαρακτηρίζονται κοινωνικοί ἐργάτες. ᾽Αλλά οἱ χριστιανοί εἶναι ἐκεῖνοι πού κανονικά, κατά τόν ἀπόστολο, πρέπει νά πρωτοστατοῦν, νά δίνουν τό παράδειγμα σέ ὅλες τίς ἐκφάνσεις, ὅπως εἴπαμε, τοῦ ἀνθρωπίνου βίου, γιατί τοῦτο ἐπιτάσσει ἡ πίστη στόν Χριστό. Κι αὐτή ἡ πρωτοστασία τῶν χριστιανῶν κάνει τήν ὅποια κοινωνική προσφορά γνήσια ἀνθρώπινη, γιατί τήν καθαρίζει ἀπό τά ξένα καί δαιμονικά στοιχεῖα τοῦ ἐγωϊσμοῦ. ῾Ο πραγματικός χριστιανός ἔτσι γίνεται ὁ ἀληθινός ἡγέτης πού ἐξανθρωπίζει τόν κόσμο, γιατί τοῦ φέρνει τόν ἀέρα τῆς ἀγάπης, δηλαδή τόν ἀέρα τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ. Κι εἶναι γνωστό: ὅπου ὑπάρχει ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ ἐκεῖ ὑπάρχει καί ἡ ὅποια ἀνθρώπινη λύτρωση.

γ. Ὁ ἀπόστολος στόν γιά δεύτερη φορά τονισμό του γιά τήν ἀξία τῶν καλῶν ἔργων, μέ τόν τρόπο πού ἐξηγήσαμε, σημειώνει κάτι ἰδιαίτερα σημαντικό. Λέει ὅτι ὁ πιστός ἄν δέν κάνει πράξη τήν πίστη, παραμένει ἄκαρπος, δηλαδή  δέν παραμένει ἐν Χριστῷ καί δέν αὐξάνει τήν σχέση του μαζί Του. ῾῞Ινα μή ὦσιν ἄκαρποι᾽ (ὥστε ἡ ζωή τους νά μήν εἶναι ἄκαρπη). Εἶναι εὐθεῖα ἀναφορά στόν Κύριο. ῎Αν ᾽Εκεῖνος εἶπε ὅτι ἡ καρποφορία στήν ζωή μας, δηλαδή καί πάλι κατά Παῦλο ἡ ὕπαρξη τῆς ἀγάπης, τῆς χαρᾶς, τῆς μακροθυμίας, τῆς πίστεως, τῆς ἐγκράτειας, εἶναι ἡ ἀπόδειξη τῆς ζωντανῆς σχέσης μας μ᾽ ᾽Εκεῖνον ( ῾Πᾶν κλῆμα ἐν ἐμοί μή φέρον καρπόν, αἴρει (ὁ γεωργός Πατήρ) αὐτό, καί πᾶν τό καρπόν φέρον καθαίρει αὐτό, ἵνα πλείονα καρπόν φέρῃ᾽), τότε ἡ ἔλλειψη ἀκριβῶς τῶν καρπῶν σημαίνει τήν νεκρή πίστη μας καί κατά τόν λόγο Του τήν ἀποκοπή ἀπό ᾽Εκεῖνον. ᾽Από τήν ἄποψη αὐτή λοιπόν τά καλά ἔργα γίνονται ὄχι μόνον ὡς προσφορά στούς ἄλλους, ἀλλά πρωτίστως ὡς προσφορά στόν ἑαυτό μας. Μένουμε στήν πράξη τῆς ἀγάπης, γιατί ἔτσι μένουμε στόν Χριστό. Καί μένοντας στόν Χριστό βιώνουμε ἀπό τώρα τήν χάρη τῆς σωτηρίας μας. Αὐτή εἶναι καί ἡ σπουδαιότερη ἱεραποστολή μέσα στόν κόσμο.
Κήρυγμα Κυριακῆς Ἁγίων Πατέρων



Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου



(Τιτ. γ΄ 8-15)

Κήρυγμα Κυριακῆς Ἁγίων Πατέρων

Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου

(Τιτ. γ΄ 8-15)
 
«Ἡ Κοινωνικότητα τοῦ Χριστιανισμοῦ»

      Στόν λόγο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου πρός τόν μαθητή του Τίτο, διακρίνουμε τήν κοινωνικότητα τοῦ Χριστιανισμοῦ: «Μανθανέτωσαν δὲ καὶ οἱ ἡμέτεροι καλῶν ἔργων προΐστασθαι εἰς τὰς ἀναγκαίας χρείας, ἵνα μὴ ὦσιν ἄκαρποι». Τό θέμα αὐτό τῆς κοινωνικότητος εἶναι ἀρκετά ἐνδιαφέρον καθώς ἀφορᾶ ὅλους ἐμᾶς πού φέρουμε τόν ὄνομά τοῦ Χριστοῦ καί μᾶς χαρακτηρίζει στήν ζωή μας. Ἰδιαίτερα σήμερα στήν ἐποχή μας πού ἡ κοινωνική προσφορά τοῦ Χριστιανισμοῦ εἶναι σημαντική καί ζωτικῆς σημασίας.

      Ἀκόμα κι αὐτοί πού ἀρνοῦνται τήν θεία προέλευση τοῦ Χριστιανισμοῦ καί τούς πνευματικούς στόχους καί τόν βλέπουν σάν κίνημα ἀπελευθερωτικό, δέν ἀμφισβητοῦν τήν κοινωνική προσφορά στό ἀνθρώπινο σύνολο. Γιά μᾶς ὅμως πού πιστεύουμε ἀκράδαντα στήν ἀποκαλυπτική του βάση, τό κοινωνικό στοιχεῖο ἐντάσσεται μέσα στό περίγραμμα τῶν ἐνδιαφερόντων του γιά τόν ἄνθρωπο σάν εἰκόνας τοῦ Θεοῦ, σάν ψυχοσωματικῆς ὀντότητας. Κανένα ἄλλο σύστημα καί κανένας ἄλλος θεσμός δέν πρόσεξε τόσο τόν ἄνθρωπο, ὅσο ὁ Χριστιανισμός, τοῦ ὁποίου ἡ ἀνθρωπολογία ἔχει στερεές βάσεις. Ἔτσι ὁ κοινωνικός χριστιανισμός δέν ἐμφανίζεται ἁπλῶς σάν παραχώρηση πρός τίς ἀνάγκες ἑνός καταπιεζόμενου συνόλου, ἀλλά σάν ἐκπλήρωση ἑνός χρέους πρός τό ἀνεπανάληπτο ἀνθρώπινο πρόσωπο μέ τό μοναδικό ἀνθρώπινο πρόσωπο μέ τό μοναδικό ἦθος.

     Εἶναι χαρακτηριστικό πώς γιά τόν Ἀπόστολο Παῦλο ὁ χριστιανισμός θεωρεῖται ἄκαρπος ἐάν δέν ἔχει νά ἐπιδείξει ἔργα εὐποιίας πού ἀνακουφίζουν τήν δυστυχία καί τήν ἀνέχεια. Ἡ ἔλλειψη τέτοιων ἔργων κάνει ἄχρηστη τήν ἰδιότητα τοῦ χριστιανοῦ καί ἀνενεργό τήν παρουσία του μέσα στόν κόσμο. Ἀντίθετα κάθε ἐκδήλωση ἀγάπης γιά τόν ἄλλον ἄνθρωπο, προσλαμβάνει διαστάσεις μιᾶς ὄμορφης καρποφορίας, γιατί γίνεται σέ ἐκπλήρωση θετικῶν ἐπιταγῶν τῆς ἠθικῆς πού τονίζουν τήν ἀνθρώπινη ἀξία καί ἀνταποκρίνονται στίς ποικίλες ἀνάγκες της.

     Κάθε κοινωνισμός πού δέν ξεκινάει ἀπό τήν βάση αὐτή εἶναι καταδικασμένος σέ ἀποτυχία, γιατί ἐκφυλίζεται σέ μία φιλαλληλία πού τῆς λείπει ὁ συνεκτικός δεσμός. Ἡ παρουσία τοῦ χριστιανισμοῦ μέσα στόν κόσμο δίνει ξεχωριστό νόημα στήν ἀνθρώπινη προσωπικότητα, πού ἔστω κι ἄν ταλαντεύεται μέσα στήν δίνη τῶν διαφόρων ρευμάτων, δέν παύει νά διατηρεῖ τήν μοναδικότητά της. Γιά τόν χριστιανό τά ἔργα τῆς εὐποιίας ἔχουν σάν ἀποδέκτη τόν ἴδιο τόν σαρκωμένο Λόγο τοῦ Θεοῦ, πού ἐτίμησε τόν ἄνθρωπο μέ τήν πρόσληψη τῆς σάρκας του.

      Ὡστόσο στίς κοινωνικές του διαστάσεις ὁ Χριστιανισμός μπόρεσε νά συνδυάσει τό ἐπίγειο μέ τό οὐράνιο, τό πρόσκαιρο μέ τό αἰώνιο, καθώς εἶδε τόν κοινωνισμό του μέσα ἀπό τό πρίσμα τῆς θεανθρώπινης παρουσίας τοῦ Χριστοῦ στόν κόσμο. Γι’ αὐτό καί ἀπέφυγε κάθε μορφῆς ἐκδήλωση πού θά ἑρμήνευε τόν ἄνθρωπο εἴτε σάν μάζα, εἴτε σάν ἐφήμερη ὕπαρξη. Ἀντίθετα τόν ἀγκάλιασε μέ ὅλες τίς διαστάσεις πασχίζοντας νά ἱκανοποιήσει κοινωνικά τό σύνολο ἄνθρωπο. Αὐτή ἀκριβῶς ἡ θεώρηση, ξεχωρίζει τόν Χριστιανικό κοινωνισμό ἀπό τούς ἄλλους.

     Καί εἶναι στό ἐνεργητικό τοῦ Χριστιανισμοῦ ὅτι ποτέ δέν παραθεωρήθηκε χάριν τοῦ ὑπερφυσικοῦ τό φυσικό καί χάριν τοῦ ἐπουρανίου ἡ γῆ. Ἔκλεισε μέσα του στοργικά τόν ἄνθρωπο μέ τίς ἀνάγκες του, ἀναλαμβάνοντας νά τόν καθοδηγήσει ἀπό τήν γῆ στόν οὐρανό, χωρίς νά ἀγνοήσει τίς προσωπικές-ἀτομικές καί τίς κοινωνικές του προοπτικές μέσα στό χῶρο καί στόν χρόνο. Ἔτσι ἀπό τά πρῶτα κιόλας βήματά του μπόρεσε νά συλλάβει σέ ὅλη της τήν ἔκταση τήν ἀνθρώπινη προβληματολογία, πρᾶγμα πού τόν ἔφερε σέ σημεῖο νά πραγματώσει γιά πρώτη καί ἀνεπανάληπτη φορά, στήν ἱστορία τοῦ κόσμου τήν ἀληθινή κοινωνική καί κοινοβιακή συμβίωση, τότε πού οἱ πρῶτες κοινότητες τῶν χριστιανῶν στήν Ἰερουσαλήμ ζοῦσαν μέ ἐνθουσιασμό τήν κοινωνικότητα τῆς Ἐκκλησίας τους.

      Ὅσο καί ἄν οἱ καιροί πέρασαν κι ἀμαυρώθηκε ἡ πρώτη ἐκείνη ἐντύπωση, δέν παύουν καί στίς ἡμέρες μας οἱ ἐκδηλώσεις αὐτοῦ τοῦ κοινωνικοῦ στοιχείου νά ποικίλουν τήν ζωή μας καί νά διακοσμοῦν τόν κόσμο μας. Κι ἴσως εἶναι αὐτές τόσο πολύτιμες γιατί δίνουν μία ξεχωριστή ποιότητα στήν μονότονη ζωή τοῦ καιροῦ μας, πού εἶναι ἀλλιῶς βουτηγμένη στό ἄγχος καί στήν ἀπομόνωση. Ἄν ἔλειπαν κι αὐτές οἱ ἐκδηλώσεις ἀγάπης, δέν θά ἔμενε τίποτε γιά τόν εὐγενικό χῶρο τῆς καρδιᾶς μας, καί ἡ ζωή μας θά ἔπαιρνε τήν μορφή μιᾶς τυραννίας χωρίς τελειωμό καί χωρίς διέξοδο. Χάρις στίς κατακτήσεις μας αὐτές μποροῦμε νά περιφέρουμε μέ ὑπερηφάνεια τό πρόσωπό μας μέσα στήν κοινωνία, σάν νά ἔχουμε τήν ἐσωτερική μαρτυρία πώς ἐπιτελέσαμε στήν ἐντέλεια τό καθῆκον μας ἀπέναντι στόν ἄνθρωπο, τόν ἀδελφό μας. Θά ἦταν ἄραγε πολύ νά ζητούσαμε ἀπ’ ὅλους νά ἀνταποκριθοῦν σ’ αὐτό τό αἴτημα πού ἀναπαύει τίς καρδιές καί ἐξευγενίζει τήν ζωή; Νομίζω πώς ὄχι. Ἀξίζει τόν κόπο γιά χάρη τῶν ἄλλων καί γιά τήν ποιοτική ἐξύψωση τῆς ζωῆς μας.  

Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2013

Ζιμπάμπουε Σεραφείμ: Χωρίς τους Πατέρες είμαστε εκτός Εκκλησίας
Του Σεβ. Μητροπολίτη Ζιμπάμπουε Σεραφείμ Κυκκώτη

Ο Χριστιανικός κόσμος αυτή την Κυριακή τιμά τους προμάχους της πίστεως και της Εκκλησίας, τους Πατέρες που συγκρότησαν την Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο στην Νίκαια.

Και πρέπει να τους τιμούμε, διότι με τους αγώνες και τις θυσίες τους κατόρθωσαν να νικήσουν τους πολλούς και ποικίλους εχθρούς της Εκκλησίας.

Μιά ματιά στο έργο τους θα μας αποκαλύψει το μεγαλείο τους, αλλά συγχρόνως θα καθορίσει και τις δικές μας υποχρεώσεις, που προβάλλονται σαν ιερό χρέος απέναντι στην μαρτυρική ιστορία του παρελθόντος της Εκκλησίας μας.

1. Αγώνες για το ανόθευτο της πίστεως.

Οι διάφοροι λαοί, πριν από τον ερχομό του Κυρίου, είχαν τις δικές τους θρησκευτικές πεποιθήσεις. Οι Έλληνες, οι Ρωμαίοι, οι Ιουδαίοι, οι άλλοι λαοί της Ανατολής, όλοι τους είχαν τις δικές τους αντιλήψεις. Μέσα λοιπόν σε μία τέτοια αναταραχή ιδεών και πεποιθήσεων εμφανίσθηκε ο Χριστιανισμός.

Οι αλήθειες του Χριστιανισμού ήταν πρωτογνώριστες και τελείως διαφορετικές από τις διδασκαλίες των ειδωλολατρών. Χρειαζόταν ψυχική και πνευματική καλλιέργεια, για να τις κατανοήσει ο κόσμος. Πολλοί και διάφοροι εμφανίσθηκαν, οι οποίοι θέλησαν να δώσουν δικές τους ερμηνείες, σε θέματα που αποτελούσαν τις βάσεις της νέας θρησκείας του Χριστιανισμού.

Ο κίνδυνος λοιπόν να νοθευθεί η πίστη ήταν άμεσος και γι’ αυτό έπρεπε να δοθούν οι σωστές ερμηνείες στο θέμα λ.χ. της Θεότητος του Ιησού Χριστού, στο θέμα του δόγματος της Αγίας Τριάδος, σε άλλα ζητήματα «μεταφυσικά», που ήταν όλα ουσιώδη και μεγάλης ζωτικής σημασίας.

Γι’ αυτό το δύσκολο έργο αγωνίσθηκαν οι Πατέρες της Εκκλησίας με σταθερότητα και πυρωμένο ζήλο. Πολέμησαν ενάντια στις διάφορες κακοδοξίες και αιρέσεις, μέσα σε δραματικές συγκρούσεις, αντιμετωπίζοντες διωγμούς και εξορίες.

Με την αντίδραση αυτή , κατόρθωσαν να διασώσουν την πίστη ανόθευτη και γνήσια, ώστε σήμερα εμείς να ακολουθούμε την σωστή γραμμή, όπως την δίδαξε ο Κύριος και οι Απόστολοι.

2. Αγώνες για την διατήρηση του ενάρετου βίου.

Οι Πατέρες δέν σταμάτησαν μόνο στη θεωρητική και δογματική πλευρά. Έβλεπαν με ανησυχία, ότι τα ήθη και τα έθιμα του λαού ήταν επηρεασμένα από το πνεύμα της ειδωλολατρείας, με ροπή προς τον εκφυλισμό και την αμαρτία. Επικρατούσαν αντιλήψεις τελείως υλιστικές και διεστραμμένες, που απειλούσαν να διαφθείρουν τις ψυχές των οπαδών της Αγίας θρησκείας του Χριστού.

Ύψωσαν λοιπόν τις φωνές τους. Εδίδαξαν, διεμα-ρτυρήθηκαν, ήλεγξαν, ενουθέτησαν, παρεκάλεσαν, αγρύπνησαν, εκινδύνευσαν!...Πόσο δύσκολο ήταν το έργο τους.

Συνήθειες αιώνων επηρέαζαν ακόμη τη ζωή των Χριστιανών με υπολείμματα της παλαιάς νοοτροπίας. Αυτά τα ζιζάνια έπρεπε να ξεριζώσουν οι Πατέρες από

το χωράφι της Χριστιανικής Εκκλησίας. Το επέτυχαν, αλλά με μεγάλες θυσίες και αίμα.

Πόσα, αλήθεια, τους οφείλει ο Χριστιανικός κόσμος ! Πόσα!....

3. Αγώνες για την ενότητα των Χριστιανών.

Συγχρόνως όμως έπρεπε να μεριμνήσουν και για την ενότητα των πιστών, για την οποία τόσο θερμά προσευχήθηκε ο Κύριος, λίγο πριν από τη θυσία Του : « Ίνα πάντες έν ώσιν»!

Ο διάβολος έπρεπε να πολεμήσει την εξάπλωση της Χριστιανικής ιδέας και το πιό ισχυρό όπλο του ήταν η διχόνοια, η διάσπαση της ενότητος. Εγωϊσμούς και πείσματα, ιδιοτέλειες και ιδιορυθμίες χρησιμοποίησε οδιάβολος για επιτύχει την διάσπαση.

Οι Πατέρες, με φωνή παλλόμενη από συγκίνηση και πόνο, ενουθετούσαν τους πιστούς. Ικέτευαν να μήν σπάσει ο χρυσός κρίκος της ενότητος. Έτσι, χάρι στους αγώνες των Πατέρων, δημιουργήθηκε το θαύμα της λαμπράς ιστορίας της Εκκλησίας των πρώτων οκτώ αιώνων.

Σε όλο αυτό το διάστημα, οι πιστοί άκουγαν τη φωνή των μεγάλων αυτών μορφών, των Πατέρων. Η Εκκλησία ήταν συμπαγής και η δύναμή της ακατάβλητος.

Δυστυχώς όμως αργότερα κλονίσθηκε αυτή η ενότητα, διασπάσθηκε η συνοχή των Εκκλησιών, εμφανίσ-θηκαν τα φοβερά «σχίσματα» , άρχισαν οι συγκρούσεις, κυριάρχησαν τα ανθρώπινα πάθη και ζημιώθηκε φοβερά η Εκκλησία.

4. Το μεγάλο μας καθήκον.

Όπως όλοι γνωρίζουμε, το 79 μ.Χ. έγινε στην περιοχή της Πομπηίας η καταστρεπτική έκρηξη του Βεζουβίου. Η λάβα κατέβαινε από το ηφαίστειο απειλητική.

Ένας στρατιώτης είχε διαταχθεί να μείνει φρουρός σε μία επικίνδυνη ζώνη και να μήν επιτρέπει την προσέγγιση κανενός. Εν τω μεταξύ η λάβα όλο και κατέβαινε. Επλησίασε τον φρουρό. Πέντε μέτρα, τρία, δύο, ένα. Άγγιξε τα πόδια του. Ο φρουρός όμως έμεινε ακίνητος. Ανέβηκε μέχρι τα γόνατα, έφθασε στο στήθος, στο λαιμό. Ακίνητος. Απέθανε πιστός εις το καθήκον.

Κατά τις ανασκαφές, που έγιναν προ αρκετών ετών, βρέθηκε η περικεφαλαία, η λόγχη και ο θώρακας του στρατιώτη, τα οποία φυλάσσονται στο Βαρβονικό Μουσείο της Νεαπόλεως, σαν σύμβολα αφοσιώσεως και πίστεως εις το καθήκον.

Αυτό έγινε και με τους Πατέρες της Εκκλησίας. Έμειναν στην πνευματική έπαλξη σταθεροί και αλίγιστοι. Τα προσέφεραν όλα και μας παρέδωσαν τη Σημαία της Εκκλησίας ποτισμένη από τον τίμιο ιδρώτα και το Άγιον αίμα τους. Το έργο τους υψώνεται σήμερα σαν σύμβολο και διδασκαλία προς όλους εμάς. Μια τέτοια μεγάλη εκκλησιαστική μορφή είναι κι ο άγιος Μελέτιος Πηγάς, Πατριάρχης Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής, που σήμερα τη μνήμη του εορτάζομεν.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας είναι οι φωτεινοι οδηγοί στη ζωή μας για να ακολουθούμε τις Θείες Εντολές του Κυρίου και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, όπως τις ακολούθησαν οι άγιοι Απόστολοι και Μαθητές του, όπως τις έζησαν οι άγιοι μας και οι Μάρτυρες της Εκκλησίας, όπως ζουν οι ευσεβείς χριστιανοί, οι Πατέρες της Εκκλησίας μας καλούν να μείνουμε ενωμένοι, όρθιοι στον προμαχώνα, πιστοί στο καθήκον.

Μέχρι τέλους!
____

Επιμέλεια κειμένου Χρ. Γεροντούδης
- See more at: http://www.amen.gr/article15566#sthash.LMd3TUOs.dpuf

Δευτέρα 7 Οκτωβρίου 2013

 ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ, ΟΜΟΛΟΓΙΑΚΟ
ΕΠΙ ΤΗ ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ
ΤΗΣ Ζ' ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ
(16-10-2011)

          Ἀγαπητοί μου ἀκροατές, συμπολίτες μας Κυθήριοι, Ἀντικυθήριοι καί ὅσοι ἄλλοι μᾶς ἀκοῦτε ἀπ' τούς Ραδιοφωνικούς Σταθμούς τῶν Κυθήρων, καί μέσῳ τοῦ διαδικτύου, μέ τήν σύνδεσί σας μέ τήν ἱστοσελίδα τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Κυθήρων καί Ἀντικυθήρων
Χαίρετε

Ἡ  4η Κυριακή τῶν Εὐαγγελικῶν περικοπῶν τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου καί Εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ σήμερα, ἤ ἡ Κυριακή τοῦ σπορέως, ὅπως ὀνομάζεται, καί ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία τιμᾷ τήν ἱερή χορεία τῶν Ἁγίων καί Θεοφόρων Πατέρων τῆς Ζ' Οἰκουμενικῆς Συνόδου, πού συγκλήθηκε στή Νίκαια τῆς Βιθυνίας τό 787 μ.Χ. κατά τῆς φοβερῆς αἱρέσεως τῶν εἰκονομάχων.


Ἀκόμη, ἐπιτελεῖ μαζί καί τήν ἱερή μνήμη τοῦ ἁγίου Λογγίνου τοῦ ἑκατοντάρχου, ὁ ὁποῖος, ὅταν εἶδε κρεμάμενον ἐπί τοῦ σταυροῦ τόν Δίκαιον καί ἀναμάρτητον Θεάνθρωπον Κύριόν μας Ἰησοῦν Χριστόν καί τά γενόμενα κατά τήν ὥραν τῆς σταυρώσεώς Του (δηλ. τόν σεισμό καί τό σκοτάδι πού ἐπεκράτησε σ' ὅλη τή γῆ) ἀνεφώνησε μέ μεγάλη φωνή καί ὡμολόγησε λέγων∙ «ἀληθῶς Θεοῦ Υἱός ἦν Οὗτος», καθώς καί τήν ἱερή μνήμη τῶν δύο στρατιωτῶν μαρτύρων, πού ἐμαρτύρησαν μαζί του.

Οἱ τιμώμενοι σήμερα Ἅγιοι καί Θεοφόροι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι , κατά τόν Λόγον τοῦ Κυρίου μας, ὅπως καί οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι, «τό ἅλας τῆς γῆς»  τό «φῶς τοῦ κόσμου», κατά χάριν, καί «ἡ πόλις ἡ ἐπάνω ὄρους κειμένη» (Ματθ. ε' 13-14), ἡ ὁποία λόγῳ τῆς φυσικῆς της τοποθεσίας δέν ἠμπορεῖ νά κρυφθῇ ἀπό τά μάτια τῶν ἀνθρώπων.

Ὁ μεγάλος νηπτικός Πατήρ τῆς Ἐκκλησίας μας καί Μυστικός Θεολόγος της, ὁ Ὅσιος Συμεών ὁ νέος Θεολόγος, πού πρίν λίγες ἡμέρες γιορτάσαμε τήν ἱερή του μνήμη, ὁ χριστοφόρος αὐτός καί πνευματέμφορος Μοναστής τοῦ 11ου αἰῶνος, ἀναφερόμενος εἰς τά Ἁγιοπνευματικά κριτήρια τῆς ἁγίας ζωῆς τῶν ὄντως πνευματικῶν ἀνθρώπων, πού εἶναι καί τά γνήσια γνωρίσματα τῆς ἐνθέου ζωῆς τῶν Ἁγίων καί Θεοφόρων Πατέρων, δηλ. εἰς τό πῶς ἠμπορεῖ νά γνωρίσῃ κάποιος ὅτι περιφέρει μέσα του, «ἐν ἑαυτῷ», τόν Χριστόν καί ἔχει γίνη μέτοχος Πνεύματος Ἁγίου καί ὅτι δέν λαμβάνεται «ἀγνώστως καί ἀναισθήτως» τό Ἅγιον Πνεῦμα, τό θεῖον τοῦτο δῶρον, λέγει τά ἀκόλουθα ἐμπνευσμένα λόγια, τά ὁποῖα ἀποδίδουμε στήν ἁπλῆ γλῶσσα :

«Ὅτι δέν φθάνει μόνο γιά μᾶς καί τήν σωτηρία μας τό βάπτισμα, ἀλλ΄ ὅτι καί τῆς σάρκας τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί Θεοῦ μας καί τοῦ τιμίου αἵματός Του εἶναι πολύ οἰκεία καί ἀναγκαία γιά μᾶς ἡ μετάληψις, ἄκουσε τά ἑξῆς θεῖα λόγια : «Καί ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο καί ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν».  Καί τό ὅτι γι' αὐτά ὁμιλεῖ, ἄκουε τόν Κύριο πού λέγει τά ἑξῆς : «Ὁ τρώγων μου τήν σάρκα καί πίνων μου τό αἷμα ἐν ἐμοί μένει, κἀγῴ ἐν αὐτῷ».

»Διότι, ἀφοῦ ἔχει γίνει αὐτό καί ἀφοῦ βαπτισθήκαμε πνευματικά μέ τό Πανάγιο Πνεῦμα καί ἔχουμε γίνει παιδιά τοῦ Θεοῦ καί ὁ σαρκωθείς Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ ἐσκήνωσε σωματικά μέσα μας ὡς φῶς, μέ τήν Θεία Μετάληψι τοῦ ἀχράντου Σώματος καί τοῦ τιμίου Αἵματός Του, εἴδαμε μέ τά πνευματικά μας μάτια τήν δόξαν Του, δόξαν ὡς Μονογενοῦς Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ Πατέρα. Γιατί, ἀφοῦ γεννηθήκαμε ἀπό αὐτόν, λέγει ὁ ἅγιος Συμεών, καί ἀναγεννηθήκαμε  πνευματικά καί Ἐκεῖνος ἐσκήνωσε σωματικά μέσα μας καί ἐμεῖς κατοικήσαμε ἐνσυνείδητα μέσα σ' Αὐτόν, τότε εὐθύς ἀμέσως ἐκεῖνο τόν καιρό καί ἐκείνη τήν ὥρα εἴδαμε μέ τά μάτια τῆς ψυχῆς μας τήν δόξα τῆς Θεότητός Του, δόξαν ὡς Μονογενοῦς Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ Πατέρα, δηλ. τέτοια δόξα πού κανείς ἄλλος, οὔτε ἄγγελος οὔτε ἄνθρωπος ἔχει. Ἐπειδή ἕνας εἶναι ὁ Θεός Πατέρας, ἕνας καί ὁ Υἱός αὐτοῦ ὁ μονογενής, μία εἶναι ἡ θεία δόξα καί τῶν δύο (τοῦ Θεοῦ Πατέρα καί τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ), ἡ ὁποία δόξα γνωρίζεται καί ἀποκαλύπτεται σέ ὅλους ὅσους θέλει ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ διά μέσου τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πού ἐκπορεύεται ἀπό τόν Θεόν Πατέρα.

»Λοιπόν ὁ καθένας ἀπό σᾶς, ἀδελφοί μου -λέγει ὁ ἅγιος Συμεών-, ἀφοῦ ἐγκύψῃ μέ τήν διάνοιά του στή δύναμι αὐτῶν τῶν θείων λόγων, ἄς ἰδῆ καθαρά τόν ἑαυτόν του. Ἐάν πῆρε μέσα του τόν Θεόν Λόγον πού ἐνανθρώπησε, ἄν ἔγινε παιδί τοῦ Θεοῦ, ἐάν ἔχει γεννηθῆ ὄχι μόνο βιολογικά, ὡς φυσιολογικός ἄνθρωπος, ἀλλά καί ἄν ἔχει ἀναγεννηθῆ πνευματικά ἀπό τόν Θεό. Ἄν ἐγνώρισε ἀληθινά τόν Υἱόν καί Λόγον τοῦ Θεοῦ, πού σαρκώθηκε καί ἐσκήνωσε μέσα του καί ἄν εἶδε τήν θεία δόξα Του, δόξα τοῦ Μονογενοῦς Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ Πατέρα, τότε ἔγινε χριστιανός καί εἶδε ἀναγεννημένο πνευματικά τόν ἑαυτό του καί ἐγνώρισε τόν πατέρα πού τόν ἐγέννησε, ὄχι μόνο μέ τόν λόγο, ἀλλά καί μέ τό ἔργο τῆς χάριτος καί τῆς θείας ἀλήθειας.

»Ἄς ἐπιμείνωμε, ἀδελφοί -προσθέτει ὁ Ἅγιος Συμεών ὁ νέος Θεολόγος, σ' αὐτόν τόν πνευματικό καθρέπτη τῆς θείας ἀληθείας καί ἄς ἀπομακρυνθοῦμε ἀπό τήν βλαβερή καί αἱρετική διδασκαλία καί δοξασία ἐκείνων πού λέγουν ὅτι τώρα δέν ἀποκαλύπτεται μέσα στήν ὕπαρξι ἡμῶν τῶν πιστῶν ἡ δόξα τῆς Θεότητος τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ μέ τή δωρεά τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Διότι ἡ θεία αὐτή δωρεά γίνεται μέ τήν ἀποκάλυψι τῆς θείας δόξης καί ἡ ἀποκάλυψις ἐνεργεῖται μέ τήν θεία δωρεά.

»Οὔτε, λοιπόν, παίρνει κανείς τό Ἅγιο Πνεῦμα, χωρίς νά τό ἰδῆ μέ τά μάτια τῆς ψυχῆς, οὔτε βλέπει καμμία θεία ἀποκάλυψι, παρά μόνο ὅταν μέ τό ἅγιο Πνεῦμα φωτισθῇ, καί οὔτε κἄν ἠμπορεῖ νά λέγεται πιστός, ἄν δέν λάβῃ τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ».

Καιρός, ὅμως, φίλοι μου ἀκροατές, μετά τά ὅσα θεολογικά μηνύματα ἀκούσαμε ἀπό τόν ἅγιο Συμεών τόν νέο Θεολόγο γιά τήν ἀληθινή κοινωνία μας μέ τόν Σωτῆρα Χριστό καί τήν μετοχή τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νά κάνωμε ἕνα μουσικό διάλειμμα καί ἀμέσως θά συνεχίσωμε τήν ἐκπομπή μας.

-                     Συνεχίζουμε, ἀγαπητοί μου ἀκροατές, τήν ἑβδομαδιαία ἐκπομπή μας «Τό Μήνυμα τῆς Κυριακῆς», πού ἐκπέμπεται ἀπ' τούς Ραδιοφωνικούς σταθμούς τῶν Κυθήρων, καί μέσῳ τοῦ διαδικτύου, ἀπό τό εὐλογημένο νησί τῆς Μυρτιδιώτισσας.

Μιλήσαμε μέχρι τώρα, μέ ἀφορμή τήν σχετική διδασκαλία τοῦ μεγάλου νηπτικοῦ Πατρός καί Μυστικοῦ Θεολόγου Ἁγίου Συμεών, γιά τό πῶς μπορεῖ κάποιος ἐμπειρικά νά γνωρίσῃ ὅτι εἶναι χριστοφόρος καί ἔχει γίνει μέτοχος καί κοινωνός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Εἴπαμε, ἀκόμη, ὅτι οἱ Ἅγιοι Πατέρες, πού γιορτάζουμε σήμερα, ἦταν ὄντως χριστοφόροι καί πνευματέμφοροι λειτουργοί τῆς Ἐκκλησίας μας.

Ἐγαλουχήθησαν καί ἀνετράφησαν πνευματικά μέσα εἰς τούς κόλπους τῆς Ἁγίας  μας Ἐκκλησίας, τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας. Ἐποτίσθησαν μέ τό λογικό καί ἄδολο γάλα τῆς πίστεως. Ἐτράφησαν καί ἔζησαν μέ τόν Εὐαγγελικό, Ἀποστολικό καί Πατερικό Λόγο τοῦ Θεοῦ, καθώς προσφέρεται καί ἀναπτύσσεται στήν Ἁγία Γραφή καί τά Πατερικά συγγράμματα. Μετελάμβαναν ἀπό τήν Θεία Τροφή τοῦ Ἁγίου Σώματος καί τοῦ Τιμίου Αἵματος τοῦ Ζωοδότου Χριστοῦ, φυλάσσοντες ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ τήν ὀρθήν πίστιν καί τήν ἐν γένει ὀρθόδοξον παράδοσιν καί ἔχοντες «βίον καθαρόν ἐν μετανοίᾳ κτισθέντα» (δηλ. καθαρή καί εὐλογημένη ζωή, πού κτίσθηκε πάνω στή μετάνοια καί τήν ἀρετή).

Ὄντως οἱ ἅγιοι καί Θεοφόροι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας ἐλάτρευαν «ἐν Πνεύματι καί ἀληθείᾳ» τόν Πανάγιον Θεόν μας, εἶχαν διά τῶν ἁγίων Μυστηρίων, καί μάλιστα μέ τό ἁγιώτατο Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας - Θείας Λειτουργίας, τόν Κύριόν μας Ἰησοῦν Χριστόν «κατοικοῦντα καί μένοντα» μέσα τους. Ἦταν τά ζωντανά καί ὀργανικά μέλη τοῦ ἁγίου Σώματος τῆς Ἐκκλησίας, τῆς ὁποίας κεφαλή εἶναι ὁ Χριστός. Τό δέ Πανάγιο Πνεῦμα, τό ὁποῖο φωτίζει, στηρίζει καί ἁγιάζει τίς ψυχές μας ἦταν τό μόνιμο καί ἀναφαίρετο θεῖο δῶρο καί κτῆμα τους.

Οἱ Ἅγιοι Πατέρες μας ἦσαν ἄνθρωποι βαθειᾶς χριστιανικῆς ἀγάπης καί ζωντανῆς καί θερμουργοῦ πίστεως. Γι' αὐτό καί ἦσαν οἱ «ἀληθεύοντες ἐν ἀγάπῃ» (Ἐφεσ. δ', 15). Δέν ἐθυσίαζαν ποτέ τήν σῴζουσαν ἀλήθειαν τοῦ Χριστοῦ χάριν τῆς ἐπιπολαίως νοουμένης ἀγάπης, ἀλλά ἡ χριστιανική ἀλήθεια καί ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ ἦταν μαζί βαθειά ριζωμένες στήν ψυχή τους.

Ἐβίωναν καί ὁμολογοῦσαν τήν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ μέσα στό γνήσιο πνεῦμα τῆς θείας ἀγάπης, τῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ ἀγάπης. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες μας ἔφθασαν στό ὑπέρ φύσιν καί στή θέωσι, στήν κατάστασι τῶν θεουμένων καί «τῶν ἐν θεωρίᾳ διαβεβηκότων». Ἁγίασαν καί χαριτώθηκαν, ἀφοῦ πέρασαν ἀπό τά στάδια τῆς καθάρσεως καί τοῦ φωτισμοῦ, βιώνοντας ἀληθινά καί   θεοδίδακτα τό μέγα Μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.

Οἱ θεοφώτιστοι Ὅροι καί τά ὄντως θεόπνευστα δόγματα, ὡς καί ἡ ἐν γένει Ὀρθόδοξος διδασκαλία τῆς Ἁγιωτάτης ἡμῶν Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά καί οἱ Πνευματοχάρακτοι Θεῖοι καί Ἱεροί Κανόνες της εἶναι ἀπαρασάλευτοι καί αἰωνίου κύρους καί διαχρονικῆς ἰσχύος, ἀφοῦ εἶναι καρποί καί Ἁγιοπνευματικά ἀποστάγματα τῶν Ἁγίων Οἰκουμενικῶν καί τῶν κεκυρωμένων ὑπ΄αὐτῶν ἁγίων Τοπικῶν Συνόδων καί ἀποτελοῦν τό Ἱερόν Πηδάλιον καί τήν ἀλάθητη πυξίδα γιά τήν συνέχισι τῆς ἀσφαλοῦς καί ἀκινδύνου πλοηγήσεως τοῦ νοητοῦ Πλοίου τῆς Ἁγιωτάτης ἡμῶν Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

Οἱ αἱρέσεις καί οἱ παγιωμένες αἱρετικές διδασκαλίες, ἡ κακοδοξία καί ἡ πλάνη, τό σχίσμα καί τά παρεπόμενα μιᾶς συνειδητά ἀποστασιοποιημένης ἀπό τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ πορείας, ἀποκόπτουν τούς ποικιλώνυμους αἱρετικούς καί σχισματικούς ἀπό τήν Μία καί μόνη τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία, τήν Κιβωτό τῆς σωτηρίας καί τήν Οἰκονόμο τῶν Θείων Μυστηρίων τῆς Χάριτος τοῦ Θείου Λυτρωτοῦ.

Ἡ μή συνειδητοποίησις τοῦ τοιούτου πνευματικοῦ ἐκτροχιασμοῦ καί τῆς περιπλανήσεως εἰς τά σκοτάδια τῆς πλάνης καί τῆς αἱρέσεως, ἡ μή ἀπάρνησις καί ἀπόπτυσις τοῦ θανατηφόρου δηλητηρίου αὐτῆς καί ἡ ἔμμονη προσκόλλησις σ΄αὐτή τήν ἐκτρωματική κατάστασι, ὁμολογουμένως δέν θεραπεύονται χωρίς ἀληθινή μετάνοια, συντριπτική ταπείνωσι καί κυρίως χωρίς τόν θεῖο φωτισμό, τό ἄπειρον ἔλεος καί τήν σῴζουσα Χάρι τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Γι΄αὐτό ἡ μέν αἵρεσις, ἡ κακοδοξία, ἡ πλάνη καί ἡ ἀπόσχισις ἀπό τήν Μητέρα Ἐκκλησία εἶναι βδελυκτές, ὀλέθριες καί θανατηφόρες, οἱ αἱρετικοί, ὅμως, οἱ κακόδοξοι καί οἱ πεπλανημένοι εἶναι συμπαθεῖς ὡς ἄνθρωποι  γιά τήν πτῶσι καί τήν ταλαιπωρία τους˙ καί πολύ περισσότερο, ὅταν τό ἀντιλαμβάνονται αὐτό, ὅταν ἀνησυχοῦν καί ἀγωνίζονται νά ἀπαγκιστρωθοῦν  ἀπό τήν πλάνη καί τήν αἵρεσι.

Σ΄αὐτό, ὅμως, δέν βοηθάει, ὄχι ἡ ὑγιής καί ὀρθόδοξη οἰκουμενική κίνησις, ἀλλά ἡ κακῶς νοουμένη καί ὑποκινουμένη οἰκουμενιστική κίνησις.

Δυστυχῶς καί στίς ἡμέρες μας ἀναδύονται μέσα ἀπό τόν θεολογικό χῶρο ὡρισμένοι ἡρακλεῖς τῆς οἰκουμενιστικῆς κινήσεως, οἱ ὁποῖοι βιάζονται νά φθάσουν στό τέρμα καί τό πανανθρωπίνως ποθούμενο ἀγαθό «τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως», μέ τήν συμπροσευχή καί κοινωνία μετά τῶν κανονικῶς ἀκοινωνήτων ἑτεροδόξων καί σχισματικῶν, ἐν ὀνόματι τῆς ἀγάπης, χωρίς προηγουμένως νά ἐξομαλυνθοῦν πλήρως καί νά διευθετηθοῦν  μέ γνώμονα τήν ὀρθόδοξη πίστι καί παράδοσι οἱ βασικές  καί λοιπές δογματικές καί ἐκκλησιολογικές διαφορές. Δέν εἶμεθα κατά τῶν διαχριστιανικῶν διαλόγων, ὅταν γίνωνται μέ θεοφιλεῖς ὅρους καί σωστές προϋποθέσεις, ὅταν ἐργάζωνται διά τό «μή μεταίρειν ὅρια αἰώνια, ἅ οἱ Πατέρες ἔθεντο», χωρίς σπουδή καί βεβιασμένες κινήσεις, ἀλλά μέ τό πνεῦμα καί τόν φωτισμό τοῦ Θεοῦ καί την εὐθυγράμμισι πρός τήν σῴζουσα ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ.

Ἐπικαλοῦνται τήν θεωρία περί ὑπάρξεως «Ἐκκλησίας ἔξω τῆς Ἐκκλησίας», τήν συμπροσευχή καί συλλειτουργία Ὀρθοδόξων καί Λατίνων στό ἀπώτερο παρελθόν, ἐπί φραγκοκρατίας, σέ δυσχείμερους καί παρηκμασμένους γιά τήν σκλαβωμένη ὀρθόδοξη πατρίδα μας καιρούς, στά νησιά τῶν Κυκλάδων, ἐπιδιώκουν τήν ἀναστολή τῆς ἰσχύος τῶν ἀπαγορευτικῶν τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας κανόνων μέ τούς ἑτερόδοξους, ὁμιλοῦν διά τήν ἐξέλιξι τοῦ κόσμου καί τήν ἀναθεώρησι καί τήν δημιουργία νέων ἐκκλησιαστικῶν κανόνων καί στιγματίζουν τήν προσκόλλησι τῶν ὀρθοδόξων πιστῶν στήν «νοσηρή», κατ΄ αὐτούς, καί μή «ὀρθόδοξη» παράδοσι στό θέμα τῆς συμπροσευχῆς καί κοινωνίας μετά τῶν ἑτερόδοξων κ.λπ.

Πιστεύω ὅτι στά θέματα αὐτά θά δοθοῦν σύντομα οἱ δέουσες θεολογικές καί κανονικές ἀπαντήσεις ἀπό τό εὐτυχῶς ὑπάρχον δυναμικό τῆς Ὀρθοδόξου  Ἐκκλησίας μας. Στά σύντομα ὅρια τοῦ Κυριακάτικου αὐτοῦ μηνύματος θά ἤθελα νά τονίσω μέ ἐπίτασι καί μέ ὅλη τήν δύναμι τῆς καρδιᾶς μου ὅτι Ἐκκλησία ἔξω τῆς Ἐκκλησίας  δέν ὑπάρχει. Ὁ Θεῖος Δομήτωρ ἵδρυσε τήν συγκεκριμένη Ἐκκλησία Του, «τήν μή ἔχουσαν σπίλον ἤ ῥυτίδα ἤ τι τῶν τοιούτων», ἀλλ' οὖσαν «ἁγίαν καί ἄμωμον», τῆς ὁποίας «καί πῦλαι Ἅδου οὐ κατισχύσουσιν».

Ἀσφαλῶς ὁ Θεῖος Λυτρωτής μας ἔχει τό δικαίωμα καί τήν δύναμι νά σώσῃ καί ἀνθρώπους εὑρισκομένους ἐν ἀγνοίᾳ καί πλάνῃ ἔξω ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἀλλά καλοπροαίρετους καί ἀγαθούς (προφανῶς ὄχι καί ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐνσυνείδητα, ἀπροκάλυπτα καί ἀμετανόητα ἀνήκουν σέ αἱρέσεις, σχίσματα καί κακοδοξίες, ἐκτός καί ἐάν κάποτε εἰλικρινῶς μετανοήσουν). Ὅμως, μή πλανώμεθα ἀδελφοί. Ἐάν Ὀρθόδοξοι πιστοί ἐνσυνείδητα ἀναζητοῦν ἐξω τῆς Ἐκκλησίας τόν Ζῶντα Θεόν, τήν ἀλήθεια καί τήν ζωή, νοθεύουν καί ἀλλοιώνουν τήν ὀρθόδοξη πίστι καί παράδοσι καί ἀδιαφοροῦν γιά τήν σωτηρία τους, τότε ἐδῶ ἰσχύει τό «extra Ecclesia nulla salus» (ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία, τήν Ὀρθόδοξη  Ἐκκλησία, δέν ὑπάρχει σωτηρία). Ἡ Ὀρθόδοξη δογματική διδασκαλία εἶναι ἀναλλοίωτη καί οἱ Θεῖοι καί Ἱεροί Κανόνες δέν πρέπει ποτέ νά παραβιάζωνται. Ἄλλωστε, οἱ ἴδιοι οἱ Ἱεροί Κανόνες μόνοι τους προβλέπουν ἐνίοτε κάποια ἐκκλησιαστική οἰκονομία καί ἐπιείκεια. Ἄς παύσουν ἐπί τέλους νά προκαλοῦν τό αἴσθημα τοῦ ὀρθοδόξου λαοῦ οἱ  «εὐαγγελιστές» τῆς ἄνευ (τῶν θεολογικῶν-δογματικῶν) ὅρων καί (τῶν κανονικῶν) προϋποθέσεων ἑνώσεως τῶν χριστιανικῶν ὁμολογιῶν μετά τῆς Ὀρθοδόξου ἡμῶν Ἐκκλησίας.

Νά κάνωμε στό σημεῖο αὐτό ἕνα ἀκόμη μουσικό διάλειμμα, φίλοι μου ἀκροατές, καί ἀμέσως θά συνεχίσωμε τήν ἐκπομπή μας.

Ἀγαπητοί μου ἀκροατές, συμπολίτες μας Κυθήριοι, Ἀντικυθήριοι καί ὅσοι ἄλλοι μᾶς ἀκοῦτε ἀπ' τούς Ραδιοφωνικούς σταθμούς τῶν Κυθήρων, καί μέσῳ τοῦ διαδικτύου, συνεχίζουμε τήν καθιερωμένη ἐκπομπή μας «Τό μήνυμα τῆς Κυριακῆς» ἀπό τό νησί τῆς Μυρτιδιώτισσας.

Μιλήσαμε μέχρι στιγμῆς, ἐξ ἀφορμῆς τῆς σημερινῆς ἑορτῆς τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας, διά τό ὅτι οἱ Ἅγιοι Πατέρες μας, σύμφωνα μέ τήν σχετική διδασκαλία τοῦ Ὁσίου Συμεών τοῦ νέου Θεολόγου, ἦσαν Χριστοφόροι καί Πνευματέμφοροι , δοχεῖα τῆς Χάριτος τοῦ Χριστοῦ καί Θεῖα ὄργανα τοῦ Παναγίου Πνεύματος.

Εἶπαμε, ἀκόμη , ὅτι οἱ Θεῖοι Πατέρες μας ἦσαν ζωντανά μέλη τῆς Ἐκκλησίας μας. Έβίωναν τόν Χριστό καί τή ζωή τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου, ξεπέρασαν τό κατά φύσιν καί ἔφθασαν στό ὑπέρ φύσιν, ὑπῆρξαν οἱ θεματοφύλακες τῆς ἀληθείας καί τῆς ὀρθοδόξου πίστεως καί παραδόσεως , οἱ ἀμύντορες κατά τῶν κακοδοξιῶν καί τῶν αἱρέσεων, τό καύχημα καί τό σέμνωμα τῆς Ἐκκλησίας. Ἀναφερθήκαμε καί στή στάσι τῶν Ἁγίων Πατέρων ἔναντι τῶν αἱρετικῶν, τῶν περιπλανημένων καί ἑτεροδόξων καί τήν παρατηρούμενη σύγχυσι εἰς τό βασικό αὐτό θέμα.

Στή συνέχεια ἀπό τό Ρωσικό Γεροντικό θά διαβάσωμε γιά τήν θαυμάσια ζωή καί πολιτεία ὡρισμένων Ἁγίων Πατέρων τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας καί γιά τά περισπούδαστα κατορθώματα τῆς ὁλόθερμης πίστεώς των.

 «Ὁ Θεός ζοῦσε μέσα τους»

Ἕνας συγγραφέας, μή ὀρθόδοξος μέ θαυμασμό ἐγκωμιάζει τή βαθειά πνευματικότητα τῶν ρώσων Γερόντων (στάρτσι). Γράφει:

«Οἱ Γέροντες αὐτοί εἶναι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι σ' ὅλη τους τή ζωή ζήτησαν, θέλησαν καί ἀγάπησαν τή σιωπή, εἶναι ἄνθρωποι πού ζήτησαν μόνο τόν Θεό, πού ἀπομακρύνθηκαν ἀπό τούς ἀνθρώπους, πού ἀποσύρθηκαν ἀπό τόν κόσμο καί κρύφτηκαν μακρυά ἀπό τήν μεταβαλλόμενη σκηνή τῶν γηΐνων γεγονότων. Εἶναι ἄνθρωποι, τῶν ὁποίων ὁ βίος εἶναι μιά συνεχής αὐταπάρνηση, μιά προοδευτική κάθοδος μέσα στήν ταπείνωση, στήν ἀφάνεια. Εἶναι ἄνθρωποι, πού καθημερινῶς διερωτώνταν, τί τούς ἀπομένει ἀκόμα νά δώσουν, «μεθυσμένοι» πνευματικά, μέσα στή φτώχεια, τήν ἔσχατη ἀπάρνηση, τή μόνωση, καί τοῦτο γιατί ἦταν οἱ «μεθυσμένοι» τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεός ζοῦσε μέσα τους καί ἡ παρουσία Του ἐκμηδένιζε κάθε τι, πού ἦταν μεταβαλλόμενο καί ἀνθρώπινο.

Ὡστόσο, γνωρίζουμε κάτι ἀπό τό βίο τους, γιατί ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος τούς εἶχε μεταμορφώσει μέ τή δύναμή Του, τούς ἔστελνε πάλι στόν κόσμο, ὡς μάρτυρες τῆς θείας ζωῆς, τούς ἔθετε ὡς ζωντανά πρότυπα στούς ἀδελφούς τους χριστιανούς. Τό φῶς, πού τούς εἶχε ἀπορροφήσει καί μεταμορφώσει, ἀκτινοβολοῦσε ἀπό τούς Γέροντες αὐτούς τελείως φυσικά, χωρίς ἡ ἠχώ τοῦ κόσμου νά μπορέση νά ταράξη τή μόνωσή τους ἤ νά κυριεύση καί βεβηλώση τή σιωπή τους».

(Ντίβο Μπαρσόττι : Ρωσικός χριστιανισμός σ.37-38)

Ἡ δύναμη τῆς «εὐλογίας»

          Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος τοῦ Κιέβου στούς εὐσεβεῖς ἐπισκέπτες, πού ἔρχονταν γιά πνευματική ὠφέλεια, μαζί μέ τή θεία διδασκαλία παρέθετε καί τράπεζα μέ ψωμί, κρασί καί φαγητά τοῦ μοναστηριοῦ. Ἀρκετές φορές μάλιστα γινόταν αὐτό καί στόν ἡγεμόνα Ἰζιασλάβο, πού κάποτε, ἐνῶ ἔτρωγε, χαριεντιζόμενος εἶπε στόν ὅσιο :

-Στό  σπίτι μου, πάτερ, ὑπάρχουν σέ ἀφθονία ὅλα τά καλά τοῦ κόσμου. Καί ὅμως ποτέ δέν ἔχουν τά φαγητά τή νοστιμάδα πού βρίσκω στά δικά σας. Οἱ ὑπηρέτες μου ἑτοιμάζουν ποικίλα καί πολυδάπανα ἐδέσματα, ἀλλά δέν φθάνουν τά δικά σας. Γιά ἐξήγησέ μου, σέ παρακαλῶ, ποῦ ὀφείλεται ἡ ἐπιτυχία σας αὐτή;

-Ἄρχοντά μου, ἀφοῦ ζητᾶς νά μάθης τήν αἰτία, θά σοῦ τήν ἀποκαλύψω. Ἐδῶ στό μοναστήρι μας, πρίν ἀρχίσουν οἱ ἀδελφοί τό μαγείρεμα, τηροῦν τόν ἑξῆς κανονισμό: Ὁ προϊστάμενος τοῦ μαγειρείου ἔρχεται καί παίρνει τήν εὐλογία μου. Ἔπειτα γονατίζει τρεῖς φορές στήν Ἁγία Τράπεζα καί μ' ἕνα κερί παίρνει φωτιά ἀπό τό καντήλι τοῦ ἱεροῦ γιά ν' ἀνάψη μ' αὐτή τήν ἑστία τοῦ μαγειρείου ἤ τό φοῦρνο. Ὁ βοηθός πρίν βάλη τό νερό στό καζάνι, ζητᾶ τήν εὐλογία τοῦ προϊσταμένου του. «Εὐλόγησον, πάτερ», τοῦ λέει. «Ὁ Θεός νά σέ εὐλογῆ, ἀδελφέ», τοῦ ἀπαντᾶ ἐκεῖνος. Γιά νά μή στά πολυλογῶ, ὅλα γίνονται μ' αὐτό τόν τρόπο, γι' αὐτό εἶναι τόσο νόστιμα τά φαγητά μας. Οἱ δικοί σου ὅμως ὑπηρέτες, ἀπ' ὅ,τι γνωρίζω, κάνουν τήν ὑπηρεσία τους φιλονικώντας καί γογγύζοντας καί συκοφαντώντας ὁ ἕνας τόν ἄλλο. Συχνά μάλιστα δέχονται χτυπήματα ἀπό τούς ἐπόπτες. Σ' αὐτό ὀφείλεται τό ὅτι δέν βρίσκεις νόστιμα τά φαγητά σας.

-Ἀλήθεια, πάτερ, ἔτσι ἀκριβῶς εἶναι, ὅπως τά λές, ἀπάντησε ὁ Ἰζιασλάβος.

(Πατερικόν τῶν Σπηλαίων σ.47)

Οἱ ἀρετές τοῦ Γέροντος Παϊσίου

Οἱ μοναχοί τῆς Μονῆς τῆς Μολδαυΐας, γεμᾶτοι θαυμασμό γιά τήν ἐνάρετη ζωή τοῦ Ἡγουμένου καί πνευματικοῦ τους πατέρα Παϊσίου Βελιτσκόφσκυ, σκιαγραφοῦν τήν προσωπικότητά του :

«Σ' αὐτόν (τόν Παΐσιο), ὁ ὑποστατικός Λόγος, μαζί μέ τόν ἄναρχο Πατέρα καί τό Πανάγιο Πνεῦμα, ἐνοίκησαν, σάν σέ καθαρό καί πάναγνο δοχεῖο. Γι' αὐτό κι' ἀπό τά χείλη του ἔτρεχε ἡ θεία διδασκαλία σάν μελίρρυτη πηγή, πού φώτιζε τίς ψυχές καί ἐκδίωκε τά πονηρά πάθη.

Διέθετε θεία γνώση, μέ τήν ὁποία ἀντιλαμβανόταν ὀρθά, ὑπεράσπιζε σθεναρά καί φύλαγε ἀλώβητα, ὡς κόρη ὀφθαλμοῦ, τά δόγματα τῆς ὀρθοδόξου πίστεως.

Εἶχε σταθερότητα καί, σέ κάθε θλίψη ἤ πειρασμό, παρέμενε ἀκλόνητος στή πίστη, στήν ἀγάπη καί στήν ἐλπίδα  του στή Θεία Πρόνοια. Εἶχε μιά φλογερή ἀγάπη γιά τόν Κύριο ἀπό τή νεότητά του, ἡ ὁποία προοδευτικά δυνάμωνε ὅλο καί περισσότερο καί ξεχυνόταν γιά ν' ἀγκαλιάση ὅλους τούς ἀνθρώπους πού ἦταν κοντά του. Τούς ζέσταινε ὅλους μέ τήν ἀγάπη του, ἐνδιαφερόταν ἰδιαίτερα γιά τόν καθένα, συμπαθοῦσε ὅλο τόν κόσμο καί ἰδιαίτερα τά πνευματικά του τέκνα. Ἦταν πάντα εἰρηνικός μέ ὅλους. Ποτέ του δέν λύπησε ἤ περιφρόνησε κανένα, ἀκόμα κι' ἄν κάποιος τόν εἶχε προσβάλει. Τό ἴδιο δίδασκε καί σέ μᾶς.

Ἡ ὑπομονή του εἶχε συνυφανθῆ μέ τήν πραότητα. Ποτέ στό πρόσωπό του δέν διαγραφόταν θυμός ἤ ὀργή. Ἐπιτιμοῦσε μέ πραότητα, τιμωροῦσε καί καθοδηγοῦσε μέ ἀγάπη, καί σ' αὐτούς πού ἁμάρταναν ἔδειχνε εὐσπλαγχνία καί ὑπομονή. Εἶχε μιά παιδική ἁπλότητα κι' ἀνεξικακία. Ἡ ταπείνωσή του ἦταν τόσο μεγάλη, πού τήν γνώριζε μόνο ὁ Θεός. Γιά τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἀντιστάθηκε ἀπό τήν νεότητά του μέχρις αἵματος στά πάθη καί περιφρονοῦσε ὅλα τά ἐγκόσμια.

Ὁ στάρετς ἦταν προικισμένος μέ πολλά φυσικά χαρίσματα. Τό πρόσωπό του ἦταν λευκό καί φωτεινό, σάν πρόσωπο ἀγγέλου. Ἡ ματιά του ἦταν ἤρεμη, ὁ λόγος του ταπεινός καί ἁπλός. Ἡ ἀλαζονεία καί ὁ κομπασμός τοῦ ἦταν ἄγνωστα. Τούς προσείλκυε ὅλους μέ τήν ἀγάπη του, ὅπως ὁ μαγνήτης προσελκύει τά μέταλλα. Ἦταν ὅλος καλωσύνη καί εὐσπλαγχνία. Μέρα καί νύχτα ἐρευνοῦσε τήν Ἁγία Γραφή καί τά Πατερικά κείμενα. Καί μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ, ἡ καρδιά του ἔγινε πηγή ὕδατος ζῶντος, σύμφωνα μέ τά λόγια τοῦ Κυρίου, ἀπ' τήν ὁποία ἔπινε ὁ ἴδιος καί πρόσφερε πλούσια καί σ' ἐκείνους πού τό γύρευαν.

Τό νά μιλάη κανείς γι' αὐτόν εἶναι σάν νά δοξολογῆ τόν Θεό, πού σ' αὐτούς τούς δίσεχτους καιρούς ἀποκάλυψε ἕνα πραγματικά φιλόθεο ἄνθρωπο καί ἀπλανῆ διδάσκαλο τῆς μοναχικῆς κοινοβιακῆς ζωῆς». (Ὅσιος Παΐσιος Βελιτσκόφσκυ, Μετ.Π. Μπότση, σ.217-220).

(Σόλωνος Νινίκα, Ρωσικό Γεροντικό, σελ. 48-49, 51-53 καί 66-67).

Ἀγαπητοί  μου ἀκροατές,

Ἔπειτα ἀπό ὅσα ἀκούσαμε ἀπό τόν Ὅσιο Συμεών τόν νέο Θεολόγο γιά τό ὅτι οἱ πιστοί χριστιανοί , καί μάλιστα οἱ Ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, εἶναι Χριστοφόροι καί Πνευματέμφοροι ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ, ὕστερα ἀπό ὅσα ἐλέχθησαν γιά τήν ἀξιοθαύμαστη ζωή καί πολιτεία, τό ὀρθόδοξο φρόνημα καί τούς πνευματικούς ἀγῶνες τῶν Θεοφόρων Πατέρων μας καί μετά τά τόσο ὡραῖα καί διδακτικά παραδείγματα τῶν νεωτέρων Ρώσων ἁγίων πατέρων, γιά τά ὁποῖα μιλήσαμε προηγουμένως, τό μήνυμα τῆς σημερινῆς Κυριακής εἶναι νά ἀγωνιζόμαστε τόν καλόν ἀγῶνα τῆς χριστιανικῆς πίστεως, τῆς ὀρθοδόξου ὁμολογίας καί τῆς Ἁγιοπνευματικῆς ζωῆς «δι' εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν» καί νά στεκόμαστε σταθεροί στήν ἱερή παράδοσι τῆς Ὀρθόδοξης πίστεώς μας.

Χαίρετε ἀγαπητοί μου ἀκροατές.
ΚΥΡΙΑΚΗ Δ´ ΛΟΥΚΑ (ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Ζ´ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ)
«Αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ»
 τοῦ π. Γ. Δορμπαράκη
.            α.  Ἡ ἑορτὴ τῶν Πατέρων τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καθορίζει καὶ τὴν ἐπιλογὴ τοῦ ἀποστολικοῦ ἀναγνώσματος τῆς σημερινῆς Κυριακῆς: ἐπιλέχθηκε τὸ ἀνάγνωσμα στὸ ὁποῖο ὁ ἀπόστολος Παῦλος μεταξὺ ἄλλων μιλάει γιὰ τὴν στάση ἔναντι τῶν αἱρετικῶν ἀνθρώπων, δεδομένου ὅτι οἱ εἰκονομάχοι, ἐκεῖνοι ποὺ ἐπισήμως ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ  8ου μ.Χ. αἰ. καὶ γιὰ πολλὰ χρόνια ἀργότερα πολέμησαν τὶς εἰκόνες καὶ τὶς θεώρησαν ὡς ἐκτὸς πίστεως, ἀποδείχτηκαν ἐν τέλει ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία μας, μὲ τοὺς Πατέρες τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (787 μ.Χ.), αἱρετικοί. Κι αὐτὸ διότι οἱ ἅγιοι αὐτοὶ Πατέρες ἔδειξαν ἐν Πνεύματι ὅτι ἡ ἄρνηση ἐξεικονισμοὺ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ κατ᾽ ἐπέκταση τῶν ἁγίων – ὅ,τι πρέσβευαν οἱ εἰκονομάχοι -  σημαίνει στὸ βάθος εἴτε ἄρνηση ἀποδοχῆς τῆς πραγματικότητας τῆς ἀνθρώπινης φύσης τοῦ Χριστοῦ, συνεπῶς ἔκπτωση στὸν μονοφυσιτισμό, εἴτε διαγραφὴ τῆς θεϊκῆς φύσης Του, συνεπῶς ἔκπτωση στὸν νεστοριανισμό. Καὶ στὶς δύο περιπτώσεις ἐπρόκειτο πάντως  γιὰ χριστολογικὴ αἵρεση, ἡ ὁποία διέστρεφε τὴν πίστη καὶ γι᾽ αὐτὸ ἔπρεπε νὰ καταπολεμηθεῖ.  Ἡ Ἐκκλησία μας λοιπὸν ἐξ ἀφορμῆς τῶν αἱρετικῶν εἰκονομάχων, ἀλλὰ καὶ τῶν αἱρετικῶν της κάθε ἐποχῆς μέχρι σήμερα, ὑπενθυμίζει τὴν ὀρθὴ στάση ἔναντι αὐτῶν:  αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ.
 β. 1. Ποιὸς θεωρεῖται αἱρετικὸς ὅμως γιὰ τὴν Ἐκκλησία;
 (1) Αὐτὸς ποῦ, ὅπως ἀναφέραμε, ἀλλοιώνει τὴν ὀρθὴ πίστη της, τὴν πίστη δηλαδὴ ποὺ ἔφερε ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, καὶ γι᾽ αὐτὸ προσφέρει ἕναν Χριστὸ ὄχι ἀληθινό, ὄχι τὴν εἰκόνα ποὺ Ἐκεῖνος ἀποκάλυψε, ἀλλὰ ἕνα κατασκεύασμα τοῦ δικοῦ του μυαλοῦ, ἕνα εἴδωλο ποὺ ἁπλῶς τὸ ντύνει μὲ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι ἡ λέξη αἵρεση προέρχεται ἀπὸ τὸ ρῆμα αἱροῦμαι ποὺ σημαίνει προτιμῶ, ἐκλέγω. Κι αὐτὸ θὰ πεῖ ὅτι ὁ αἱρετικὸς κάνει ἐπιλογή: ἀπὸ τὸ ὅλο τῆς ἀληθείας ἐπιλέγει ἕνα κομμάτι της, τὸ ὁποῖο κομμάτι τὸ ἀπολυτοποιεῖ θεωρώντας τὸ ὡς τὸ ὅλο. Κι αὐτὸ σημαίνει ὅτι τελικῶς τὴν ἀλήθεια τὴν διαστρεβλώνει. Γιὰ παράδειγμα, ἐνῶ ὁ Χριστός μας εἶναι Θεὸς καὶ ἄνθρωπος, ὁ αἱρετικὸς μπορεῖ νὰ τὸν παρουσιάζει μόνον Θεὸ ἢ μόνον ἄνθρωπο. Τί ἀποτελεῖ κριτήριο συνεπῶς γιὰ ἕναν αἱρετικό; Ὄχι ἀσφαλῶς ἡ πίστη τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ ἡ κρίση ἡ δική του. Τὴν δική του λογικὴ ἔχει ὡς βάση ὁ αἱρετικός, αὐτὴν πρωτίστως ἐμπιστεύεται καὶ μὲ βάση αὐτὴν κρίνει καὶ τὴν ἴδια τὴν ἀποκάλυψη τοῦ Χριστοῦ. Γι᾽ αὐτὸ καὶ τὸ βάθος πάντοτε μίας αἵρεσης εἶναι ἕνας ἀπύθμενος ἐγωισμός: ἡ πεποίθηση ὅτι ὁ ἴδιος ὡς μέλος ὑπέρκειται τοῦ σώματος καὶ πρέπει ὅλοι νὰ ὑποταχθοῦν σὲ αὐτόν. Κατὰ συνέπεια δὲν παραξενευόμαστε ὅταν ἀκοῦμε ἀπὸ τοὺς ἁγίους Πατέρες μας ὅτι δὲν ὑπάρχει χειρότερο πράγμα ἀπὸ τὴν αἵρεση.
(2) Ἀλλὰ αἱρετικὸς γιὰ τὴν Ἐκκλησία μας εἶναι καὶ κάποιος ἄλλος: ἐκεῖνος ποὺ ὄχι μόνον ἀλλοιώνει τὸ δόγμα καὶ τὴν πίστη της, ἀλλὰ καὶ τὸ ἦθος τῆς ζωῆς της. Θέλουμε νὰ ποῦμε ὅτι ἐκεῖνος ποὺ μένει μόνον στὸ ἐπίπεδο μιᾶς θεωρητικῆς ἀποδοχῆς τῆς πίστεως χωρὶς ἡ πίστη αὐτὴ νὰ ἐπηρεάζει τὴν ζωή του, ὥστε νὰ  περιπατῇ ἐν Χριστῷ, κι αὐτὸς ἐξ ἴσου εἶναι αἱρετικός. Ποτὲ ἡ χριστιανική μας πίστη δὲν διαχώρισε τὴν πίστη ἀπὸ τὴν ζωή. Ἀντιθέτως: ὅπου ἔβλεπε μία πίστη ποὺ δὲν ἐνεργοποιεῖτο ὡς ζωὴ τὴν χαρακτήριζε  δαιμονική. Διότι  καὶ τὰ δαιμόνια πιστεύουσι καὶ φρίσσουσι. Ὅπως θὰ τὸ πεῖ καὶ ὁ ἀπόστολος: Δεῖξον μοι τὴν πίστιν ἐκ τῶν ἔργων σου. Ἡ πίστις χωρὶς τῶν ἔργων νεκρά ἐστι. Καὶ πίστις δι᾽ ἀγάπης ἐνεργουμένη. Ἄλλωστε εἶναι γνωστὸ ἀπὸ τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἐμπειρία τῶν ἁγίων μας ὅτι μία ὀρθὴ πίστη ποὺ δὲν ἐμψυχώνεται ἀπὸ τὴ ζωὴ ἔχει μικρὴ διάρκεια ζωῆς. Μὲ ἄλλα λόγια τὴν προτεραιότητα στὴν πίστη ἔχει ἡ ἴδια ἡ ζωή, συνεπῶς ὁ θεωρητικὰ πιστὸς σύντομα θὰ παύσει νὰ εἶναι πιστός, ἐνῶ ἀπὸ τὴν ἄλλη ὁ ἀγωνιζόμενος στὴν πράξη, ἔστω καὶ μὲ κάποια ἀπόκλιση πίστεως – ὄχι ἐννοεῖται ἐνσυνείδητη, γιατί ἔτσι μιλᾶμε γιὰ αἱρετικὸ – σύντομα θὰ δεῖ τὴν καθοδήγησή του ἀπὸ τὸν Θεό, γιὰ νὰ βρεῖ τὴν ὁλοκληρία τῆς ὀρθῆς πίστεως.
2. Ποιά ἡ στάση μας λοιπὸν ἀπέναντι στὸν αἱρετικό; Μὲ διάθεση νουθεσίας, μᾶς προτρέπει ὁ ἀπόστολος.  Μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίαν. Δὲν πρέπει δηλαδὴ νὰ ἀδιαφορήσουμε ἀπέναντι σὲ ἕναν πλανεμένο συνάνθρωπό μας, σὲ ἕνα μέλος τοῦ ἰδίου σώματος. Εἴμαστε ὑποχρεωμένοι, κινούμενοι ἀπὸ σπλάγχνα οἰκτιρμῶν καὶ ἀγάπης, νὰ τὸν βοηθήσουμε. Νὰ τοῦ ἐπισημάνουμε τὴν ἀπόκλιση τῆς πίστεως καὶ ἴσως τῆς ζωῆς του. Καὶ μάλιστα ὄχι μόνον μία φορά, ἀλλὰ καὶ δεύτερη. Τυχὸν ἀδιαφορία θὰ σημαίνει ἔλλειψη ἀγάπης ἐκ μέρους μας καὶ ἀπομειωμένη χριστιανικὴ πίστη, ἀφοῦ θὰ φανερώνουμε ὅτι δὲν τὸν βλέπουμε ὡς συνδεδεμένο ὀργανικὰ καὶ μὲ ἐμᾶς. Πῶς τὸ ἔλεγε ὁ ἁγιασμένος Γέρων Παΐσιος;  Νὰ τοῦ βάζουμε τὴν καλὴ ἀνησυχία.
.          Τί προϋποθέτει ὅμως μία τέτοια στάση; Πρῶτον, ὅτι ἐμεῖς ὑγιαίνουμε στὴν πίστη. Γνωρίζουμε δηλαδὴ ἐπακριβῶς τὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας, γνωρίζουμε τὰ ἱερά της κείμενα, βρισκόμαστε μέσα στὸ ποτάμι τῆς Παραδόσεως τῶν ἁγίων Πατέρων μας. Καὶ δεύτερον, ὅτι ὑγιαίνουμε καὶ στὴ ζωή μας ἀπὸ πλευρᾶς ἤθους. Ζοῦμε δηλαδή, ὅσο εἶναι δυνατόν, σύμφωνα μὲ τὶς ἐντολὲς τοῦ Κυρίου μας, κατ᾽ ἐξοχὴν δὲ τὴν ἐντολὴ τῆς ἀγάπης. Κι αὐτὸ σημαίνει βεβαίως ὅτι ἡ ὅποια νουθεσία μας θὰ γίνεται μὲ ταπείνωση καὶ μὲ σεβασμὸ στὸ πρόσωπο τοῦ ἄλλου. Διδαχθήκαμε ἄλλωστε ἀπὸ τοὺς Πατέρες μας νὰ μισοῦμε τὴν πλάνη καὶ τὴν αἵρεση κι ὄχι τὸν αἱρετικό,  δι᾽ ὃν Χριστὸς ἀπέθανε. Ἂν δὲν στεκόμαστε ἔτσι, ἂν ἡ νουθεσία μας παίρνει τὴν μορφὴ τῆς καταγγελίας μὲ  τεντωμένο δάκτυλο, τότε σημαίνει ὅτι βρισκόμαστε στὴν αἵρεση τῆς ζωῆς, λόγῳ τοῦ ὑπάρχοντος ἐγωϊσμοῦ καὶ τῆς ἀλαζονείας μας, ποὺ μᾶς κινεῖ σὲ δασκαλίστικο τρόπο ἀπέναντι στὸν συνάνθρωπό μας. Τὸ ἀποτέλεσμα βεβαίως στὴν περίπτωση αὐτὴ εἶναι ἀφ᾽ ἑνὸς ἐμεῖς οἱ ἴδιοι νὰ γινόμαστε θεομάχοι, ἀφ᾽ ἑτέρου οἱ δεχόμενοι τὴν ἐπίπληξή μας νὰ ὁδηγοῦνται σὲ μεγαλύτερη ἀντίδραση.
3.  Ἡ παραπάνω ἀλήθεια ἐπιβεβαιώνεται ἀπὸ τὸν ἴδιο λόγο τοῦ ἀποστόλου. Μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ, λέει.  Ἡ διάθεσή μας δηλαδὴ νὰ βοηθήσουμε τὸν ἄλλον μὲ τὸν λόγο μας πρέπει  νὰ ἔχει ὅρια. Τὸ εἴπαμε μία φορά, τὸ εἴπαμε δεύτερη, ἔπειτα σταματᾶμε. ΄Ἂν ἐπιμείνουμε, ἂν θελήσουμε ἀδιάκοπα νὰ τοῦ ὑπενθυμίζουμε τὴν ἀπόκλισή του, τότε τοῦτο θὰ σημαίνει τὴν δική μας ἀπόκλιση: θὰ μᾶς κινεῖ, ὅπως εἴπαμε, ὁ δικός μας ἐγωϊσμός, ὁ ὁποῖος προφανῶς δὲν θὰ ἀνέχεται τὴν διαφορετικὴ ἐπιλογὴ τοῦ ἄλλου.  Ὁ ἀπόστολος εἶναι σαφής: ἡ ἐπιμονὴ στὴν αἵρεση, παρ᾽ ὅλη τὴν νουθεσία, φανερώνει ὅτι ὁ αἱρετικὸς ἔχει ἀποφασίσει τὸν χαμό του. Ἐξέστραπται ὁ τοιοῦτος καὶ ἁμαρτάνει ὢν αὐτοκατάκριτος. Καὶ πρέπει κι αὐτὸ ἀκόμα νὰ τὸ σεβαστοῦμε. Σὰν τὸν Πατέρα τῆς παραβολῆς τοῦ ἀσώτου, ὁ ὁποῖος σεβάστηκε τὴν ἀπόφαση τοῦ ἀσώτου υἱοῦ του νὰ φύγει ἀπὸ κοντά του, ἐνῶ ἤξερε ὅτι ἡ ἀπομάκρυνσή του αὐτὴ ἰσοδυναμεῖ μὲ τὴν ἀπώλειά του. Σὰν τὸν ἴδιο τὸν Κύριο, ὁ  Ὁποῖος ποτὲ δὲν ἐκβίαζε τοὺς ἄλλους νὰ Τὸν ἀκολουθήσουν ἢ νὰ Τὸν ἀποδεχθοῦν.
4. Προσοχὴ ὅμως!  Ἡ σιωπή μας μετὰ τὸ ἐνεργὸ ἐνδιαφέρον μας, ἡ ὑποχώρησή μας μπροστὰ στὴν ἐπιμονὴ τῆς αἵρεσης δὲν θὰ σημαίνει καὶ ἀδιαφορία καὶ ἐχθρότητά μας. Ποτὲ ὁ χριστιανὸς δὲν παραιτεῖται ἀπὸ τὴν ἀγάπη, διότι ἔτσι εἶναι σὰν νὰ παραιτεῖται ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Θεό. Σταματᾶμε νὰ μιλᾶμε καὶ νὰ νουθετοῦμε, γιατί μὲ ἀγάπη παραδίδουμε τὸν αἱρετικὸ ἀποκλειστικὰ στὸν Θεό, ἐλπίζοντας πιὰ στὴ δύναμη ἐλέους Ἐκείνου. Συνεπῶς ἡ ἀγάπη μας ἐξακολουθεῖ καὶ ὑφίσταται, παίρνοντας ὅμως τὴν μορφὴ τῆς ἔμπονης προσευχῆς καὶ τῆς μεγαλύτερης ἄσκησης ποὺ κάνουμε, πρὸς χάρη πιὰ καὶ τοῦ αἱρετικοῦ.
γ. Καὶ σήμερα, δυστυχῶς, ἐξακολουθοῦν καὶ ὑπάρχουν αἱρετικοί. Πέραν τῶν γνωστῶν, ὑπάρχουν καὶ ἐκεῖνοι ποὺ παρασύρονται καθημερινῶς, γιατί ἴσως δὲν βλέπουν καὶ τὴν ὀρθὴ μαρτυρία πίστεως καὶ ἀπὸ πλευρᾶς δικῆς μας. Τὸ ζητούμενο πάρ ὅλα αὐτὰ εἶναι ἐμεῖς νὰ μὴ σταματήσουμε τὴν βίωση τῆς ἀλήθειας, δηλαδὴ νὰ μὴ σταματήσουμε τὴν ὀρθὴ ἐκκλησιαστικὴ ζωή μας. Κι αὐτὸ θὰ πεῖ ὅτι ἡ νουθεσία πίστεως πρέπει νὰ στρέφεται πρωτίστως πρὸς τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό μας. ΄Ἂν ἐμεῖς ὑπερβαίνουμε τὴν αἵρεση τῆς πίστεως καὶ τῆς ζωῆς, τότε ἴσως ὑπάρξει ἐλπίδα νὰ κινητοποιηθοῦν καὶ οἱ ὄντως αἱρετικοὶ πρὸς τὴν κατεύθυνση τῆς ἀλήθειας. Γιατί θὰ τοὺς κινητοποιεῖ ἡ ἴδια ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ.
Σάββατο, 15 Οκτωβρίου 2011
ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ΛΟΥΚΑ ( Σπορέως)- ΠΑΤΕΡΩΝ Ζ΄ ΟΙΚ. Συνόδου ( Λκ. 8, 5-15)

Η ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΓΑΘΗΣ ΓΗΣ

            Σήμερα, Κυριακή Δ΄  Λουκά, εορτάζονται από την Εκκλησία οι Πατέρες, επίσκοποι της Ζ΄ Οικ. Συνόδου, οι οποίοι πόνεσαν για την εξύψωση του παγκόσμιου πληθυσμού.
            Ο συσχετισμός μπορεί να φανεί ίσως αυθαίρετος η υπερβολικός. Κι’ όμως τους Πατέρες χαρακτηρίζει ο πόνος υπέρ των ανθρώπων. Όπως τώρα έτσι και τότε εκατομμύρια άνθρωποι ζούσαν κάτω από καθεστώς φοβερής υλικής και πνευματικής εξαθλίωσης. Τότε οι Πατέρες σήκωσαν το ανάστημα τους και είπαν: « στώμεν καλώς». Εν ονόματι του Ιησού Χριστού θα τεθεί τέρμα στην κάθε είδους εξαθλίωση των ανθρώπων, γιατί κάθε άνθρωπος είναι εικόνα του Θεού.
            Βέβαια στην Ζ ΄Οικ. Σύνοδο  οι Πατέρες θεολόγησαν περί των αγίων εικόνων. Μα η καλύτερη και γνησιότερη εικόνα του Θεού είναι ο άνθρωπος. Και διασώζοντας την αλήθεια περί των αγίων εικόνων, διέσωσαν την αλήθεια περί των ανθρώπων. Αυτό είναι ενδιαφέρον αν σκεφθούμε πως από τόσα  δισεκατομμύρια του πληθυσμού της γης, λίγοι ζουν με ανεκτές συνθήκες . Οι περισσότεροι επιζούν η φυτοζωούν.
            Ασφαλώς η Κυριακή δεν προσφέρεται για δυσάρεστες συζητήσεις. Ας ξεπεράσουμε το εμπόδιο αυτό προσεγγίζοντας την πηγή έμπνευσης των αγωνιστών Πατέρων της Ζ΄Οικ. Συνόδου,  δηλ .το Ευαγγέλιο  της σημερινής Κυριακής του καλού σπορέα.
            Η παραβολή αυτή  είναι γνωστή σε όλους, « εξήλθεν ο σπείρων τον σπόρον αυτού….», ως παραβολή του σπορέως. Το τέλος της έχει ως εξής: «…το εν τη καλή γη ούτοι εισίν οίτινες εν καρδία καλή και αγαθή ακούσαντες τον λόγον κατέχουσι και καρποφορούσι εν υπομονή. Και ταύτα λέγων εφώνει : ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω».
            Έχοντας κανείς υπ’ όψη του την παραβολή του σπορέα αναρωτιέται γιατί οι χριστιανοί τη θεωρούν τόσο σημαντική.
            Είναι σημαντική γιατί δείχνει πως η ορθοδοξία δεν είναι μόνο νοσταλγία, αλλά και δυναμική περιπέτεια εδώ και τώρα. Όπως αυτός που σπέρνει για να πετύχει το έργο του χρειάζεται να είναι προσγειωμένος, έτσι πρέπει να είναι και ο χριστιανός. Και όπως ο σπορέας εργάζεται στο τώρα χωρίς να απορροφάται απ’ αυτό, ανάλογα και ο χριστιανός ενδιαφέρεται για το παρών, αλλά δεν καταποντίζεται σ’ αυτό.
            Προχωρεί σ’ αυτή τη ζωή  επιδιώκοντας την τελείωση του όπως ανάλογα επιδιώκει και ο καλλιεργητής της γης. Μ’ άλλα λόγια η παραβολή του σπορέα δείχνει, ότι η κίνηση των χριστιανών όταν παίρνει στα σοβαρά την χριστιανικότητα τους  είναι εκ των άνω προς τα κάτω. Είναι μια κίνηση προσγείωσης. Στην Εκκλησία ζητάμε προσγείωση των ουρανών « ως εν ουρανώ και επί της γης».
            Πρέπει να τονίσουμε, ότι είναι ανεπίτρεπτο να θεωρούμε τη γη και την επίγεια ζωή ως παγίδες του διαβόλου. Η επίγεια ζωή είναι χάρισμα της αγάπης και της ελευθερίας του Θεού.. Ωστόσο όμως υπάρχουν και οι παγίδες. Αυτό επισημαίνεται στη σημερινή παραβολή. Υπάρχει όμως και η γη η αγαθή που μπορεί να προσφέρει καρπό εκατονταπλασίονα . Συνεπώς η αξία της παραβολής είναι τεράστια, γιατί αντιτάσσεται σε πάσης φύσεως καταστροφολογία και παρακμή. Παρά το γεγονός ότι το μεγαλύτερο μέρος της σποράς καταπατάται η συμπνίγεται από τα αγκάθια η ξεραίνεται στο πετρώδες έδαφος, ο καλός σπορέας παράγει καρπό γιατί ενεργεί καλώς. Εδώ είναι το θέμα. Το πώς δηλ. θα γίνει ώστε τα έργα του πολιτισμού, η σπορά, να μην πέφτουν στις σκιές της κακότητας και αντίστροφα. Ασφαλώς ο σπορέας δεν παραβλέπει την καταστροφή ως πραγματικότητα. Όμως βλέπει και δείχνει τις αιτίες. Συνεπώς δεν έχει λόγο να καταστροφολογεί. Το θέμα βρίσκεται  στις αιτίες, οι οποίες μπορεί να καλύπτονται, μπορεί όμως και να αποκαλύπτονται, όταν υπάρχει εκκλησιαστική θέληση. Η αποκάλυψη των αιτιών των καταστροφών οδηγεί σταδιακά στην εξάλειψη των καταστροφών και την καρποφορία της αγαθής γης.
            Το πόσο επίκαιρα είναι αυτά το καταλαβαίνουμε αν σκεφθούμε την καταστροφολογία των ημερών μας. Εν όψει αυτής της αλλαγής του αιώνα κάποιοι ερμηνεύουν τις φυσικές καταστροφές ως τιμωρία του Θεού παριστάνοντας τους εισαγγελείς  Του.
Και το χειρότερο κάποιοι  καταλαμβάνονται από φοβίες, ενώ κάποιοι άλλοι επιδίδονται σε καταστροφικές ενέργειες κατά αθώων ανθρώπων. Άλλοι ακόμα κραυγάζουν ότι  έρχεται το τέλος του κόσμου. Αυτού του είδους οι συμπεριφορές  ανήκουν στο χώρο της δεισιδαιμονίας και όχι της θεολογίας, και στο χώρο αυτό ανήκει η συμπεριφορά του καλού σπορέα. Του υποδειγματικού χριστιανού, ο οποίος βλέπει αναγνωρίζει και δείχνει τις αιτίες της καταστροφής του σπόρου και ταυτόχρονα ξεπερνάει την καταστροφή καλλιεργώντας την αγαθή γη. Ο άνθρωπος αυτός είναι πράγματι πιστός χριστιανός και όχι δεισιδαίμων με χριστιανικό ένδυμα. Και πέραν αυτού μετέχει της κτίσεως χωρίς να την καταστρέφει η να την θεοποιεί. Και την τεχνική του αυτή την εξαγιάζει καθώς χρησιμοποιεί εφαρμογές με το πνεύμα της Εκκλησίας, δηλ. προς δόξα Θεού και σωτηρία του ανθρώπου.
            Έτσι τίθενται επί τάπητος τρία θέματα  τρία θέματα:
            -Της θεοποίησης της φύσης.
            - Της καταστροφής της φύσης και
            -Της χρήσης της τεχνικής και των εφαρμογών της, αποδεικνύοντας την αξία της παραβολής. Είναι θέματα που ερεθίζουν το πνεύμα. Πρέπει επί τέλους να καταλάβουμε ότι και ευθύνη έχουμε και δυνατότητες για την ορθή διευθέτηση των θεμάτων του κόσμου μέσα στον οποίο ζούμε.
            Ο χριστός ήταν ακτήμων κι’ όμως τον σταύρωσαν γιατί καλούσε τους ανθρώπους να μην απολαμβάνουν παθητικά ό,τι τους συμβαίνει, αλλά να αναλαμβάνουν την ευθύνη για ό,τι καλύτερο μπορεί να τους συμβεί. Ο Χριστός είπε χαρακτηριστικά: « όποιος θέλει να έλθει κοντά μου  ας σηκώσει το σταυρό του». Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι αναλαμβάνω την ευθύνη που μου ανήκει για τους θεσμούς, τους νόμους, για την εν γένει ζωή της κοινωνίας μέσα στην οποία ανήκω.
Να γιατί η Εκκλησία καταδιώκεται άμεσα και έμμεσα, σκληρά και διακριτικά. Είναι δύναμη που λόγω του υπερβατικού της χαρακτήρα εμποδίζει την ένταξη του ανθρώπου σε κατεστημένες δυνάμεις και ιδεολογήματα, ακόμη κι’ όταν καλύπτονται από θρησκευτικό μανδύα.
            Ο πιστός και καλός σπορέας αποβάλλει το κατεστημένο όταν του επιβάλλεται ασφυκτικά και επιδιώκει με πίστη, ψυχραιμία, αισιοδοξία στην καλλιέργεια της γης. Και βέβαια δεν εννοούμε μόνο  τη γεωργική ενασχόληση. Μιλάμε συμβολικά εννοώντας τις αντάξιες ενασχολήσεις του ανθρώπου.
            Ο σπορέας της παραβολής είχε μπροστά του τρεις φόρμες:
            - τον καταπατημένο δρόμο.
            - το πετρώδες έδαφος και
            - παρουσία των ακανθών. Τις παρέκαμψε επιλέγοντας την τέταρτη δυνατότητα της αγαθής γης.
            Και επειδή μιλήσαμε παραπάνω για τη σημασία και αξία της παραβολής αξίζει να προσθέσουμε και τα εξής.
            Ο σπορέας σπέρνει έτσι, ώστε να παρουσιάζει την κοινωνικότητα του χριστιανισμού. Ρίχνει το σπόρο παντού. Θα μπορούσε να τον ρίξει στην αγαθή γη, αλλά δεν το κάνει για να δείξει, ότι η Εκκλησία δεν είναι μια κάστα καθαρών η ελίτ προνομιούχων. Είναι λαός που αγωνίζεται με ηγέτες τους τίμιους κληρικούς της. Είναι ο αγρός του Κυρίου με μεγάλες δυνατότητες καρποφορίας. Βλέπουμε χαρακτηριστικά ότι η Είναι λαός.
            Κοντολογίς η παραβολή μας ωθεί να προσέξουμε δύο σημεία και πρώτο είναι το εξής:
            Ο χριστιανισμός δεν είναι ένας κήπος που καλλιεργούνται καλλωπιστικά φυτά και γλάστρες. Εδω συναντάμε ένα κεντρικό  άξονα του χριστιανισμού που είχε εντυπωσιάσει και τους ειδωλολάτρες στην αρχαία εποχή.  Και αυτός ήταν ο λαϊκός του χαρακτήρας. Γι αυτό οι ειδωλολάτρες ειρωνεύονταν τις χριστιανικές κοινότητες. Ο ειδωλολάτρης Κέλσος κατηγορούσε τους χριστιανούς ότι στρατολογούν πιστούς μεταξύ των απόκληρων και των απλοϊκών και αυτό φανέρωνε κατ’ αυτόν πως δεν μπορούσαν να προσελκύσουν παρά μόνο τα αδύνατα πνεύματα, τους σκλάβους, τις γυναίκες και τα παιδιά.
            Σ’ όλη την ιστορία της η Εκκλησία συνάντησε τον πειρασμό των αιρέσεων, των παρασυναγωγών, των μικρών ομάδων των δήθεν καθαρών που αρνιούνταν να αναμειχθούν με το πλήθος, τον όχλο των κοινών ανθρώπων. Και η Εκκλησία απέρριψε αυτό τον πειρασμό.
            Εδώ πρέπει να προσέξουμε, ότι αυτά δεν σημαίνουν αποδοχή της μετριότητας, ούτε συνθηκολόγηση με την αμαρτία. Η ίδια η παραβολή προβλέπει έναν τέτοιο κίνδυνο, μια υπερβολή προς την άλλη άκρη υπογραμμίζοντας τις περιπτώσεις αποτυχίας της σποράς με τάση διαμαρτυρίας για την  καταστροφική κατάσταση. Έτσι κανείς δεν μπορεί να απαξιώσει την παραβολή, ότι δήθεν εισάγει έναν εύκολο χριστιανισμό. Όπως δηλ. δεν γίνεται   σπορά με ευκολίες ποιοτικές, έτσι δεν γίνεται και χριστιανισμός με ευκολίες ποιοτικές.
            Η παραβολή τελικά κρατάει μέσα της όλες τις απαντήσεις της Εκκλησίας περί ποιότητας. Ταυτόχρονα όμως αρνείται να αναγνωρίσει ως αγαπημένους του Χριστού μόνον όσους ανταποκρίνονται σ’ αυτές  τις απαιτήσεις, διότι ο Θεός « παντας θέλει σωθήναι και  εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν». Εξ άλλου υπάρχει και η παραβολή του χαμένου προβάτου.
            Έτσι οδηγούμαστε στο δεύτερο σημείο. Η χριστιανοσύνη μας ενσαρκώνεται μέσα στο λαό, όπως ανάλογα ανακατεύονται οι σπόροι με τη γη. Αποτέλεσμα η θαυμαστή καρποφορία σε όλους τους τομείς. Όπως η σπορά μεταβάλλει τη γη  σε καρποφόρα γη, έτσι και η χριστιανικότητα διαποτίζει ήθη, θεσμούς ,πολιτισμό μεταφέροντας παραδείσια δώρα και αλλαγή.
            Σήμερα η απανθρωπιά οργιάζει απειλώντας να καταστρέψει ό,τι καλό καλλιεργείται στο χώρο της κοινωνικής ζωής. Έχουμε καθήκον να μην πανικοβληθούμε, αλλά να βρισκόμαστε σε ετοιμότητα και νήψη, αν βέβαια δεν θέλουμε να μετατραπούμε σε φυτά ανάμεσα στ’ αγκάθια.
            Αυτή την έντιμη και ψύχραιμη εγρήγορση υποδαυλίζει ο σημερινός εορτασμός των Αγίων Πατέρων και το Ευαγγέλιο θεραπεύοντας την όντως αποσταμένη ελπίδα μας .
            Καλή Κυριακή.     

π.Γ.Στ.

Κυριακή Δ' Λουκά. Μνήμη των Αγίων Πατέρων της εν Νικαία Ζ' Οικουμενικής Συνόδου (787).
Οκτώβριος 13. 2011
Η προσφορά των Αγίων Πατέρων

π. Γεωργίου Μεταλληνού

1. Την μνήμη των Αγίων Πατέρων της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου (787) εορτάζει σήμερα η Εκκλησία μας. Μία αίρεση προκάλεσε και την σύνοδο αυτή, η αίρεση της Εικονομαχίας. Πέρα από το αναμφισβήτητο χριστολογικό περιεχόμενό της είχε η Εικονομαχία και σαφή εκκλησιολογικό χαρακτήρα. Ήταν μια απροκάλυπτη επίθεση της Πολιτείας, που δεν ενεργούσε πια ως «διάκονος Θεού εις το αγαθόν» (Ρωμ. ιγ’ 3), εναντίον της Εκκλησίας. Οι δύο διακονίες του Γένους, η «Ιερωσύνη» και η «Βασιλεία», η ιερατική και η πολιτειακή διακονία, βρίσκονται αντιμέτωπες. Εγείρεται η επιδίωξη της Πολιτείας να υποτάξει την Εκκλησία, σε μια πρωτοφανή έκρηξη πολιτειοκρατίας. Η αίρεση ήταν το πνευματικό υπόβαθρο του προβλήματος.

Αίρεση, λοιπόν, κυρίως η Εικονομαχία, όπως τόσες άλλες, που συγκλόνισαν την Εκκλησία μας στη διαιώνια πορεία της. Πώς όμως συνέβη τούτο; Πώς δηλαδή απείλησε η αίρεση την Εκκλησία και πώς εξουδετερώθηκε ο κίνδυνος αυτός; Αυτό θα επιχειρήσουμε να αναπτύξουμε στη συνέχεια.

2. Ό,τι είναι αναγκαίο για την σωτηρία μας μας το εφανέρωσε ο Θεός «πολυμερώς και πολυτρόπως», καθ’ όλη την εξέλιξη του σχεδίου της Θείας Οικονομίας, από τους χρόνους της Π. Διαθήκης, κυρίως όμως στο πρόσωπο του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Ο Θεάνθρωπος Κύριός μας έγινε «υπογραμμός, ίνα τοις ίχνεσιν αυτού επακολουθήσωμεν» (Α’ Πέτρ. β’ 21). Γιατί μας απεκάλυψε εκείνο που αυτός ήταν (την οδό, την αλήθεια και τη ζωή) και έζησε εκείνο, που εδίδαξε. Δεν μας εξήγησε δηλαδή μόνο τί είναι αλήθεια, αλλά μας εφανέρωσε την ίδια την Αλήθεια, το Πρόσωπό του δηλαδή που είναι η μόνη και γι’ αυτό αιώνια αλήθεια. Απάλλαξε τον άνθρωπο από την αγωνιώδη προσπάθεια να βρει την αλήθεια. Γιατί βλέποντας τον Χριστό και το έργο του, έχει ενώπιόν του την Αλήθεια και δεν του μένει παρά ν’ ακολουθήσει τον Χριστό, για να είναι και αυτός «εν τη αληθεία» (Β’ Ιωάν. 3). Όποιος ζει μέσα στην Εκκλησία του Χριστού δεν φοβάται να πλανηθεί, γιατί η Εκκλησία ως το σώμα του Χριστού είναι «στύλος και εδραίωμα της Αληθείας» (Α’ Τιμ. γ’ 15).

Αλλ’ ο Χριστός δεν είναι μόνο η κηρύττουσα και αποκαλύπτουσα, αλλά και η κηρυττομένη Αλήθεια. Στο πρόσωπό του συγκεκριμενοποιείται το κήρυγμα της Αληθείας. Για αυτό και οι Απόστολοί του τον Χριστό εκήρυξαν (πρβλ. Α’ Κορ. α’ 23 κ.ά.). Δεν ανέπτυξαν κήρυγμα φιλοσοφικό, αόριστο, νεφελώδες. Τί έλεγε ο Παύλος στους Κορινθίους; «Ου γαρ έκρινα του ειδέναι τι εν υμίν, ει μη Ιησούν Χριστόν και τούτον εσταυρωμένον» (Α’ Κορ. β’ 2). Τον Χριστό παρέλαβε η Εκκλησία, από τον Χριστό ιδρύθηκε και αυτόν εκήρυξε. Γιατί το έργο του Χριστού συνέχισαν στον κόσμο και οι απόστολοι και οι πρώτοι χριστιανοί. Για να είναι όμως το έργο τους έργο Χριστού, έπρεπε και αυτοί να κηρύττουν ό,τι και ο Χριστός εκήρυξε, και να ζουν όπως ο Χριστός έζησε. Αν έλειπε αυτή η συνέχεια και συνέπεια, δεν θα ήταν οι χριστιανοί μέλη του σώματος του Χριστού, της Εκκλησίας, αλλά ξένο σώμα.

3. Το έργο του Χριστού επολέμησε απ’ αρχής ο Σατανάς. Γιατί είδε να καταλύεται, να συντρίβεται η βασιλεία του. Ο Χριστός ήλθε να «λύση τα έργα του διαβόλου». Να συντρίψει το κράτος και την δυναστεία του και να χαρίσει την ελευθερία της ιδικής του βασιλείας. Γι’ αυτό ο Σατανάς, που θεωρεί τον εαυτό του άρχοντα και εξουσιαστή του κόσμου (πρβλ. Ματθ. δ’ 9), εκήρυξε ανοικτό πόλεμο ενάντια στη βασιλεία του Χριστού. Ως όργανά του -στρατιώτες του- χρησιμοποίησε τους άρχοντες του Ισραήλ και τους Ρωμαίους, την πολιτική εξουσία του κόσμου. Στόχος του ήταν στην αρχή το ίδιο το Πρόσωπο του Χριστού μας. Όταν όμως είδε να εξουδετερώνεται η επίθεσή του με την αναστάσιμη νίκη του Κυρίου και να γλυστρά το θύμα μέσα από τα χέρια του, εστράφηκε εναντίον του σώματος του Χριστού, της Εκκλησίας. Αν δεν συνέτριψε τον ίδιο τον Χριστό, να συντρίψει τη συνέχεια του Χριστού, την Εκκλησία. Όπλα του και πάλι οι διωγμοί. Σηκώνει διωγμούς εκ μέρους των Εβραίων και κατόπιν εκ μέρους των Ρωμαίων. Η Εκκλησία, ως συνέχεια του έργου του Χριστού, έρχεται σ’ αντίθεση και προς την ιουδαϊκή θρησκοληψία και τον εβραϊκό εθνικισμό, και προς την ειδωλολατρία και την ψευδοφιλοσοφία (π.χ. τον γνωστικισμό). Γιατί αυτή εκήρυττε την σώζουσα αλήθεια, την αληθινή μονοθεΐα και την αληθινή σοφία.

Παρ’ όλο τον πόλεμο εναντίον της κατόρθωσε η Εκκλησία με την αποστολική σύνοδο (49 μ.Χ.) να μην υποδουλωθεί στον ιουδαϊκό εθνικισμό, γιατί αποστολή της δεν είναι να εξυπηρετήσει σχέδια εθνικιστικά, δηλαδή εθνοφυλετικά. Με την ενότητα της πίστεώς της μπόρεσε πάλι να κρατήσει την ψευδοφιλοσοφία έξω από τους κόλπους της. Έτσι, παρ’ όλους τους διωγμούς η Εκκλησία αντί να μειώνεται, αυξάνει και συνεχίζει την ενότητα πίστεως και ζωής των Αγίων Αποστόλων. Αναγκάζει μάλιστα η Εκκλησία, ως σώμα Χριστού, τους Ιουδαίους να σταματήσουν τον ανοικτό πόλεμο εναντίον της, τους ειδωλολάτρες να την παραδεχθούν και να ζητήσουν την συμμαχία της, τους φιλοσόφους να γίνουν χριστιανοί και το κράτος να την αναγνωρίσει. Τα αίματα των μαρτύρων της έγραψαν τον θρίαμβό της.

4. Ο Σατανάς όμως ανασυντάσσεται. Ό,τι δεν πέτυχε με τους διωγμούς, από έξω, θα επιδιώξει να το επιτύχει τώρα από μέσα, με το νέο φοβερό του όπλο, την αίρεση. Πρώτα επίστευε πως θα νικήσει, αν εξοντώσει τον Χριστό και τους μαθητές του. Τώρα, μετά την αποτυχία του, επιτίθεται εναντίον της αληθείας του Χριστού. Και να πώς. Ο Χριστός μας έδωσε μια πίστη, μια διδασκαλία και ένα νέο τρόπο ζωής, που σώζουν. Ο Σατανάς προσπαθεί να καταστρέψει την ενότητα αυτή, να διαστρεβλώσει την θεία Αποκάλυψη. Αυτό το σκοπό έχει η αίρεση. Δεν είναι μια άλλη θρησκεία, που γίνεται εύκολα αντιληπτή. Είναι καταστροφή της πίστεως, ύπουλη και παραπλανητική. Γιατί εμφανίζεται ως η αλήθεια και ως διόρθωση της πλάνης. Η αίρεση άρα δεν προσβάλλει τα σώματα, αλλά την ψυχή και γι’ αυτό απειλεί την καρδιά της Εκκλησίας. Αν επικρατούσε, θα επέφερε αλλοίωση της ουσίας του Χριστιανισμού, γιατί μια ποικιλία στην πίστη, όπως δυστυχώς την επιδιώκει και σήμερα ο αθεμελίωτος Οικουμενισμός, θα σήμαινε καταστροφή της πίστεως, η οποία τότε μόνο είναι εκκλησιαστική Πίστις, όταν συνοδεύεται από την ενότητα.

Το σπουδαιότερο όμως. Μια Εκκλησία, στην οποία επιβάλλεται η αίρεση και η πλάνη, είναι ξένη προς εκείνη, που ο Χριστός μας «απέκτησε με το αίμα του» (Πράξ. κ’ 28). Δεν είναι άλλο παρά «κόσμος», μακρά από τον Χριστό και την χάρη του.

Από το θανάσιμο αυτό κίνδυνο της αιρέσεως έσωσαν την Εκκλησία, με την χάρη και το φωτισμό του Χριστού μας οι Άγιοι Πατέρες. Ως γνήσια της Εκκλησίας τέκνα έγιναν πνευματικοί πατέρες και καθοδηγηταί των τέκνων της. Συνελθόντες σε συνόδους, εχώρισαν με τη μάχαιρα του Πνεύματος το νόθο από το γνήσιο, την αλήθεια από την πλάνη, τον θάνατο από τη σωτηρία. Με τους συνοδικούς όρους και τους ιερούς κανόνες των μας παρέδωσαν το συγκεκριμένο της αλήθειας του Χριστού, την Ορθοδοξία. Έτσι έθεσαν τα πνευματικά οροθέσια, που χωρίζουν καθαρά και αποτελεσματικά την θεία αποκάλυψη από την αίρεση. Επειδή δε σε κάθε εποχή δεν παύει ο Θεός να αναδεικνύει Αγίους Πατέρες, γι’ αυτό, ως μέλη της Εκκλησίας, μένουμε πάντα με την βεβαιότητα, ότι ακολουθώντας το δρόμο των Αγίων Πατέρων μας, μένουμε μέσα στην αλήθεια του Χριστού μας και γινόμασθε μέτοχοι της σωτηρίας Του.

Αδελφοί μου!

Τρεις φορές μέσα στο εκκλησιαστικό έτος τιμά η Εκκλησία μας Αγίους Πατέρες (της Α’, της Δ’ και της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου). Τρεις φορές μέσα σ’ ένα χρόνο ζούμε «Κυριακή των Αγίων Πατέρων». Δεν είναι συμπτωματικό φυσικά, γιατί τίποτε δεν είναι τυχαίο και συμπτωματικό στη ζωή της Εκκλησίας. Με τον τριπλό εορτασμό τονίζει η Εκκλησία την μεγάλη προσφορά των Αγίων Πατέρων στην εδραίωση της πίστεώς μας πάνω στο ανυπέρβλητο μυστήριο της Αγίας Τριάδος. Προβάλλοντας δε την πρώτη, την τέταρτη και την έβδομη Οικουμ. Σύνοδο, την αρχή, το μέσο και το τέλος των μέχρι τώρα (αναγνωρισμένων) Οικουμενικών Συνόδων, αγκαλιάζει όλους τους Αγίους εκείνους, που προσέφεραν τη ζωή και την ύπαρξή τους, για να μπορούμε εμείς, να ζούμε μέσα στην ελευθερία των τέκνων του Θεού. Αν τιμάμε, λοιπόν -και δίκαια- όσους μας χαρίζουν την εθνική μας ελευθερία, πόσο ευγνώμονες πρέπει να είμασθε σ’ αυτούς που μας έσωσαν από τη χειρότερη δουλεία που υπάρχει, την αίρεση. Δεν υπάρχει όμως μεγαλύτερη ένδειξη ευγνωμοσύνης από το να μιμηθούμε τον αγώνα τους και να γίνουμε και μείς με τη χάρη του Χριστού, πατέρες της Εκκλησίας, όπως εκείνοι. Αυτό όμως προϋποθέτει, ότι είμασθε πρώτα πιστά τέκνα της.