ΦΩΝΗ ΚΥΡΙΟΥ
ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΔΙΑΚΟΝΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
Η ΠΙΣΤΗ ΚΑΙ Η ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΘΕΟ
Ὁ Κύριος πορεύεται πρός τά Ἱεροσόλυμα· διέρχεται μέσα ἀπό τήν Σαμάρεια καί τήν Γαλιλαία καί σέ κάποιο χωριό συναντᾶ δέκα λεπρούς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι τοῦ ζητοῦν νά τούς ἐλεήσει, νά τούς θεραπεύσει, φωνάζοντας δυνατά: «Ἰησοῦ ἐπιστάτα –Κύριε δηλαδή– ἐλέησον ἡμᾶς».
Οἱ ἄνθρωποι αὐτοί εἶναι βέβαιο πώς θά εἶχαν ἀκούσει ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ὁ Προφήτης τοῦ Θεοῦ, αὐτός ὁ ὁποῖος θά λυτρώσει τόν Ἰσραήλ, αὐτός ὁ ὁποῖος ἔχει δυνάμεις ὑπερφυσικές. Ὁ Κύριος, χωρίς νά τούς πεῖ ὅτι τούς θεραπεύει, τούς στέλνει νά παρουσιασθοῦν στούς Ἱερεῖς γιά νά βεβαιώσουν αὐτοί, σύμφωνα μέ τήν διάταξη τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου, ἐάν πράγματι θεραπεύθηκαν. Καί οἱ λεπροί ὑπάκουσαν· καί καθώς πήγαιναν, διαπίστωσαν ὅτι θεραπεύθηκαν.
Ἡ πίστη δέν εἶναι αὐτονόητο ἀγαθό
Προφανῶς, εἶναι σχεδόν ἀδύνατον νά κατανοήσουμε τήν ἔκπληξη, τήν χαρά, τήν συγκίνηση καί ἄλλα συναισθήματα πού κατέκλυσαν τόν ψυχικό τους κόσμο μετά τήν θεραπεία τους. Βεβαίως, πρίν ἀπό ὁτιδήποτε ἄλλο, θά ἦταν τελείως φυσικό καί ἀναμενόμενο νά ἐπιδιώξουν νά συναντήσουν τόν Κύριο, νά Τόν εὐχαριστήσουν, νά ἐκφράσουν τήν ἀλάλητη εὐγνωμοσύνη τῆς καρδιᾶς τους. Καί ὅμως, οἱ ἐννέα θεραπευθέντες δέν ἐπέστρεψαν νά Τόν εὐχαριστήσουν, ἐκτός ἀπό τόν δέκατο, ὁ ὁποῖος ἦταν Σαμαρείτης, δηλαδή ἀλλοεθνής καί ἀλλόθρησκος. Καί ἐδῶ τίθεται τό ἐρώτημα: πῶς εἶναι δυνατόν νά λησμονεῖ ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος μάλιστα πέρασε μέσα ἀπό κάμινο φοβερῆς δοκιμασίας, τόν Εὐεργέτη, τόν Σωτῆρα, τόν Κύριο τῆς Δόξης; Πόσο εὐμετάβολη εἶναι ἡ ἀνθρώπινη φύση; Πόσο εὔκολα ξεχνοῦμε Αὐτόν πού μᾶς ἔφερε ἀπό τήν ἀνυπαρξία στήν ὕπαρξη καί μᾶς δώρισε τό εἶναι;
Οἱ θεραπευθέντες θά ἔπρεπε νά ὁμολογήσουν ἀκραδάντως πίστη καί ἀφοσίωση στόν Κύριο Ἰησοῦ καί νά ἀκολουθήσουν τήν ὁδό τῆς εὐαγγελικῆς Του διδαχῆς καί ζωῆς. Ἑπομένως, ἡ πίστη στόν Ἰησοῦ Χριστό δέν εἶναι ἀγαθό αὐτονόητο καί διαρκές. Δοκιμάζεται συνεχῶς, ἀπαιτεῖ τόλμη καί θυσίες, ἀδιάκοπη ἄσκηση καί κάθαρση, λεπτή ἐσωτερική ἐργασία καί φωτισμό.
Ἡ εὐχαριστία ὡς ἔκφραση πίστεως καί ἀγάπης
Δέν εἶναι κοινοτοπία νά ἐπισημάνουμε ὅτι οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι λησμονοῦν νά εὐχαριστοῦν τόν Θεό γιά τήν ζωή, τίς θλίψεις καί τίς χαρές, γιά τούς συνανθρώπους, τά πνευματικά καί ὑλικά ἀγαθά, τήν ὑγεία ἤ τήν ἀσθένεια καί τίς λοιπές δωρεές καί εὐεργεσίες Του. Ὅμως, κάθε πιστός διδάσκεται στήν Ἐκκλησία νά εὐχαριστεῖ καί νά δοξάζει τόν Θεό «πάντων ἕνεκεν», γιά ὅλα. Φυσικά, ὁ Θεός εἶναι ἀνενδεής. Δέν χρειάζεται οὔτε τήν εὐχαριστία οὔτε τήν εὐγνωμοσύνη τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ δόξα Του ἀντικατοπτρίζεται στήν ἄπειρη ἀγάπη Του καί τήν θυσία τοῦ Μονογενοῦς Υἱοῦ Του γιά τήν σωτηρία τοῦ κόσμου. Τοιουτοτρόπως, ἡ εὐχαριστία καί ἡ δοξολογία τοῦ ἀνθρώπου πρός τόν Θεό ἔχουν τό νόημα τοῦ ἀνοίγματος τῆς ὑπάρξεως στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τῆς ἐξόδου ἀπό τήν φιλαυτία καί τήν αὐτάρκεια, τῆς ἀναγνωρίσεως ὅτι ἡ εὐγνωμοσύνη ἀνήκει στήν ἴδια τήν ἀνθρώπινη φύση καί ὅτι συμβάλλει καθοριστικά στόν ἐξανθρωπισμό τοῦ ἀνθρώπου. Γι’ αὐτό ὁ ἀπόστολος Παῦλος προτρέπει τούς πιστούς: «ἐν παντί εὐχαριστεῖτε» (Α΄ Θεσ. 5,18). Νά εὐχαριστεῖτε, νά δοξάζετε τόν Θεό σέ κάθε περίσταση τῆς ζωῆς. Γι’ αὐτό καί ὁ δίκαιος Ἰώβ στίς μεγαλύτερες θλίψεις καί δοκιμασίες τῆς ζωῆς του ἀναβοοῦσε «εἴη τό ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον εἰς τούς αἰῶνας» (Ἰώβ 1,21).
Θεία Λειτουργία καί Εὐχαριστία
Ὁ πιστός μέ τήν συμμετοχή του στήν Θεία Λειτουργία ἀποκτᾶ τό εὐχαριστιακό ἦθος τῆς Ἐκκλησίας. Εὐχαριστεῖ τόν Θεό γιά τό μέγιστο προνόμιο τῆς κοινωνίας τοῦ Σώματος καί Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, γιά τήν ἀπόκτηση τῆς συνειδήσεως ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι ἡ Εἰρήνη, ἡ Ἀγάπη, ἡ Ἐλπίδα, ἡ Ἑνότητα, ἡ Ζωή καί ἡ Ἀνάσταση τοῦ ἀνθρώπου. Εὐχαριστεῖ τόν Θεό γιά τήν ἐρχόμενη Βασιλεία Του, στήν ὁποία μετέχει ἀπό τό παρόν καί ἡ ὁποία δυναμικά ἁγιάζει, μεταμορφώνει καί θεραπεύει τόν ἄνθρωπο πού μέ πίστη, μετάνοια καί ἀγάπη δοξάζει, εὐλογεῖ καί εὐχαριστεῖ τόν Θεό καί Πατέρα τῶν Φώτων, μιμούμενος τόν εὐγνώμονα θεραπευθέντα λεπρό.
Ἀρχιμ. Ν. Κ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου