Κυριακή 18η Ἰανουαρίου 2026
Κυριακή ΙΒ´ Λουκᾶ
(Πραξ. ιζ´ 12-19)
«Πόρρωθεν» (Πραξ. ιζ´ 12)
Συγκινητικὰ καὶ παραστατικὰ παρακολουθοῦμε σήμερα στὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακῆς. Δέκα λεπροί, δέκα ἄνθρωποι κουβαλῶντας τὴν ἀποφασιστικότητα τῆς κοινωνίας τῆς συμφορᾶς, πλησιάζουν τὸν Χριστὸ καὶ παρακαλοῦν νὰ τοὺς ἐλεήσει. Δὲν τὸν πλησιάζουν πολύ. Ἀπαγορεύεται. Ἡ λέπρα εἶναι χρόνια θανατηφόρος ἀλλὰ καὶ κοινωνικὰ μεταδοτική. Τὸν πλησιάζουν, ἀλλὰ στέκονται μακριά Του. Τὸ ἱερὸ κείμενο σημειώνει μὲ λεπτότητα ὅτι στέθηκαν «πόρρωθεν». Ἡ ἀπόσταση δὲν ἐμποδίζει τὸν Κύριο νὰ τοὺς θεραπεύσει καὶ νὰ τοὺς σώσει. Μόνον ὁ ἕνας ἀπ’ αὐτοὺς, ὁ Σαμαρείτης, γυρισμένος γεμάτος εὐγνωμοσύνη, ἔπεσε μὲ τὸ πρόσωπο στὰ πόδια τοῦ Ἰησοῦ καὶ τὸν εὐχαρίστησε γιὰ τὸ μεγάλο δῶρο τῆς ὑγείας.
Τὸ «πόρρωθεν» λοιπὸν μετὰ τὴν θεραπεία τους ἦταν λογικὸ καὶ ἀναμενόμενο. Τὸ «πόρρωθεν» μετὰ τὴν θεραπεία τους ἦταν κοινωνικὰ ἀποδεκτὸ καὶ φυσικό. Τὸ «πόρρωθεν» ὅμως, ὡς τρόπος σχέσεως μὲ τὸν Θεό, ἰσχύει γιὰ πολλοὺς ἀνθρώπους. Εἶναι πολλοὶ οἱ ἄνθρωποι ποὺ πλησιάζουν τὸν Θεό, ἀλλὰ κρατοῦν καὶ μία ἀπόσταση ἀσφαλείας ἀπ’ Αὐτόν. Εἶναι πολλοὶ κι ἐκεῖνοι ποὺ, ὅταν εὐεργετηθοῦν ἀπὸ τὸν Θεό, «πόρρωθεν» τὸν ἀποχαιρετοῦν, τὸν πολλαπλασιάζουν καὶ τὸν καταχρῶνται περισσότερο. Εἶναι ἐπίσης πάρα πολλοὶ κι ἐκεῖνοι ποὺ, ὅσα καὶ ἂν λάβουν ἀπὸ τὸν Θεό, θὰ κρατοῦν πάντα μία ἀπόσταση ἀπ’ Αὐτόν, διότι τὸ «πόρρωθεν» βρίσκεται ὡς ριζωμένη συνήθειά τους καὶ δὲν ἐπιθυμοῦν κάτι περισσότερο νὰ τὸ ἐξερευνήσουν.
Τί ἐμποδίζει τοὺς ἀνθρώπους νὰ σταθοῦν «πόρρωθεν» τοῦ Θεοῦ; Γιὰ ποιοὺς λόγους οἱ ἄνθρωποι, ποὺ πλησιάζουν τὸν Θεόν, κρατοῦν καὶ μία ἀπόσταση ἀσφαλείας; Ὁ πρῶτος λόγος εἶναι οἱ μέριμνες τῆς ζωῆς. Τὸ καθημερινὸ τίμιον διάβα τοῦ βίου, τὰ ἀπρόοπτα προβλήματα, ποὺ καλοῦνται ἐπειγόντως λύσεις, οἱ σχέσεις μὲ τὰ ἄτομα καὶ τὰ πρόσωπα, ποὺ γεμίζουν τὴν ψυχὴν μὲ ποικίλα αἰσθήματα καὶ σχέσεις, κάνουν τὸν ἄνθρωπον νὰ κλεισθῇ εἰς τὸν ἑαυτόν του. Δὲν ἐπιτρέπουν αἱ μέριμνες τῆς ζωῆς νὰ κάνει ὁ ἄνθρωπος μία πορεία πρὸς τὸν Θεόν. Ὁ Θεὸς εἶναι μία ἀνάμνησις, εἶναι τὸ ὑποζύγιον εἰς δύσκολας καταστάσεις. Δὲν εἶναι, ὅμως, ὁ φίλος, ὁ σύντροφος, ὁ ἀγαπημένος, ὁ καταφύγιος καὶ ἡ ῥίζα. Ὁ Θεὸς εἶναι μία ἀόριστος καὶ ἀπρόσωπος δύναμις. Δὲν εἶναι πρόσωπον ποθετὸν καὶ ζητούμενον. Μία σχετικὴ ἀπόστασις ἀπὸ τὸν Θεὸν θεωρεῖται ὑγεία. Ἡ ὑπερβολικὴ σχέσις μαζί Του θεωρεῖται ὀπισθοδρόμησις. Ὁ ἄνθρωπος σήμερον κάνει μία ἀναστροφὴν εἰς τὸν Θεὸν περιστασιακῶς. Δὲν προσπαθεῖ νὰ βάλῃ τὸν Θεόν εἰς τὸ κέντρον τῆς ὑπάρξεως καὶ τῆς ζωῆς του. Δὲν ἀντιλαμβάνεται τὸν Θεόν ὡς ἀρχὴν καὶ τέλος τῶν πάντων. Μὲ μίαν ἀπόστασιν, ποὺ κρατεῖ ἀπὸ τὸν οὐράνιον Πατέρα, ξαναζεῖ τὸ δράμα καὶ τὴν περιπέτειαν τῆς Βαβέλ. Κτίζει χωρὶς Θεὸν καὶ ὅ,τι οἰκοδομεῖ καθίσταται ἀτελέσφορο. Τὸ κενόν, ποὺ ἀφήνει εἰς τὴν ψυχήν του μὲ τὸν Θεόν, καλοῦν νὰ τὸ γεμίσουν τὰ πάθη, αἱ ἀγωνίαι, τὸ ἄγχος, ἡ λύπη, ἡ πτοῆσις καὶ ἡ πτῶσις. Αἱ μέριμναι τῆς ζωῆς θέλουν νὰ γίνουν τεῖχος ἀνάμεσα εἰς τὸ πλάσμα καὶ εἰς τὸν Πλάστη. Μὲ τὸ «πρόσωθεν», ποὺ ὑπάρχει ἀπὸ τὸν ἄνθρωπον, ἡ ζωὴ γίνεται ἄμορφος καὶ χαοτική. Ἡ ψυχικὴ ἀπόστασις ἀπὸ τὸν Θεὸν μετατρέπει τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ εἰς ἀπεικόνισμα τοῦ ἀνθρώπου. Τότε χάνεται καὶ τὸ ὄνειρον τοῦ ἀνθρώπου.
Δεύτερος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ὁ ἄνθρωπος μένει «πόρρωθεν» τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἡ αὐτάρκεια. Ἡ αὐτάρκεια ἔχει δύο πλευρές. Ἡ μία εἶναι ἡ αὐτάρκεια τοῦ ὑλικοῦ κόσμου, τῆς πνευματικῆς ἱκανότητος, τῶν γνώσεων, τῶν χρημάτων καὶ τῶν γνωριμιῶν. Ἡ δευτέρα εἶναι ἡ αὐτάρκεια τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς ποιότητος. Ὁ ἄνθρωπος, εἴτε ὄντως ἔχει πολλὰ εἴτε αἰσθάνεται ὅτι εἶναι πολὺ καλός, κρατεῖ μία μικρὰν ἀπόστασιν ἀπὸ τὸν Θεόν. Μέσα εἰς τὰ πράγματα, τὰ κατορθώματα καὶ τὰς εὐτυχίας ὁ μικρὸς ἄνθρωπος νομίζει ὅτι γίνεται γίγας. Ἐπειδὴ γέμισε τὸν τόπον του, τὸ στόμαχόν του καὶ τὸν νοῦν του, πιστεύει ὅτι δὲν τοῦ χρειάζεται τίποτε περισσότερο. Ἐπειδὴ καταπίνει τὸν χρόνον του μὲ πάσας δοκάς καὶ φιλοτιμίας ποικιλομόρφους, αἰσθάνεται περιττὴν τὴν παρουσίαν τοῦ Θεοῦ. Ἐπειδὴ εἶναι γενναῖος, καλλιεργημένος, εὐχάριστος καὶ δίκαιος, ἔχει τὴν αἴσθησιν ὅτι εἶναι τόσο καλός, ὥστε δὲν χρειάζεται νὰ γίνη καλλίτερος. Ἡ ἐσωτερικὴ στροφὴ μετατρέπει τὸν Θεὸν εἰς περιττὸν στοιχεῖον. Τὸ «εἶμαι καλά» ἀκούγεται ἀπὸ πολλούς, ἀκόμη καὶ ἀπὸ πολλοὺς πιστούς. Ἡ αἴσθησις τῆς πληρότητος δὲν καλύπτει τὸ πραγματικὸ κενὸν τῆς ψυχῆς καὶ τὴν παρουσίαν τοῦ Θεοῦ. Ἡ στροφὴ κρύπτει πάλι τὸν πόνον καὶ τότε ἔρχεται ἡ φανταστικὴ ἐπιθυμία νὰ καλυφθῇ τὸ κενόν. Ὁ ἄνθρωπος ποτὲ δὲν εἶναι ἀληθῶς αὐτάρκης ὅταν μένει «πόρρωθεν» τοῦ Σωτῆρος. Ἡ ἀπόστασίς του τὸν γεμίζει μὲ ψεύδη καὶ αὐταπάτας. Ὁ ἄνθρωπος γεμίζει μόνον ὅταν ἑνωθῇ μὲ τὸν Κύριον. Τότε ἡ αὐτάρκεια δὲν εἶναι φαντασίωσις ἀλλὰ αὐθεντικὴ ἐμπειρία σωτηρίας.
Ὁ τρίτος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ὁ ἄνθρωπος λέγει «πρόσωθεν» τοῦ Θεοῦ, εἶναι ὁ φόβος τῆς ἀλλαγῆς καὶ τῆς μετανοίας. Παρόλον ποὺ ἡ ἁμαρτία εἶναι λύπη τῆς ψυχῆς, ποὺ ἐγκλωβίζει τὸν ἄνθρωπον, πολλοὶ ἀγαποῦν τὴν λύπην, διότι συνήθισαν καὶ ἔμαθαν νὰ ζοῦν μαζί της. Μία ἐπίμονος ἐπιθυμία τῆς ἁμαρτίας τοὺς κρατεῖ ἐγκλωβισμένους εἰς τὰς καταστάσεις της. Δὲν εἶναι ὅτι δὲν θέλουν νὰ δραπετεύσουν. Εἶναι ὅτι δὲν θέλουν νὰ δραπετεύσουν. Καταλαβαίνουν τὴν ἀρρώστειαν, ἀλλὰ τὴν ἀγαποῦν περισσότερον ἀπὸ τὴν ὑγείαν. Οἱ ἄνθρωποι φοβοῦνται, ἐὰν πάνουν κοντὰ εἰς τὸν Θεόν, θὰ χάσουν. Ἡ ἕνωσις μὲ τὸν Χριστὸν μεταμορφώνει τὸν ἄνθρωπον. Τὸν ὁδηγεῖ εἰς τὴν ἐλευθερίαν ἀπὸ τὰ πάθη καὶ εἰς τὴν ἀρετήν. Ὁ ἄνθρωπος, ὅμως, δὲν εἶναι τολμηρὸς διὰ μίαν τέτοιαν ἀλλαγὴν τοῦ εἶναι. Ἔμαθε νὰ ζῇ εἰς τὴν λάσπην. Θέλει νὰ πετάξη εἰς τὸν οὐρανόν. Φοβεῖται νὰ ἐγκαταλείψη τὰς παλαιὰς καὶ κακὰς συνηθείας. Φοβεῖται νὰ χάσει ρίζας. Φοβεῖται τὸ καινοὔργιον, διότι βολεύτηκε μὲ τοὺς μικροὺς συμβιβασμοὺς τῆς παλαιᾶς ζωῆς του. Φοβεῖται νὰ ἀναπνεύσει ἀέρα, διότι συνήθισε καὶ ἀγαπᾷ τὰ μυστήρια ἀπὸ τὸ χάος. Μένει «πόρρωθεν» τοῦ Ἰησοῦ, διότι θέλει νὰ δουλεύουμε οἱ δύο ἀντίθετα. Ἡ μετάνοια εἶναι ἡ πιὸ δύσκολος ἀπόφασις. Ἡ μετάνοια θέλει πλούσιον, ἀγωνιστικὸν φρόνημα, ὑπομονὴν καὶ πίστιν. Χωρὶς αὐτήν, ὅμως, πάντοτε θὰ ὑπάρχει ἀπόστασις ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ ἡ σωτηρία θὰ εἶναι νεκρὰ ἀλλὰ καὶ ἀνύπαρκτος.
Σήμερον τιμοῦμε τὸν Μέγαν Ἀθανάσιον καὶ τὸν Ἅγιον Κύριλλον Ἀλεξανδρείας. Αὐτοὶ οἱ Πατέρες ἀπέρριψαν τὸ «πρόσωθεν» ἀπὸ τὸν Θεόν. Ἐπλησίασαν ἀπλῶς τὸν Χριστόν. Ἐνώθηκαν μαζί του μὲ τὴν ἀρετήν των καὶ τοὺς ἀγῶνας διὰ τὴν Ὀρθοδοξίαν. Ἔτσι καθιστοῦνται καὶ δι’ ἡμᾶς πρότυπα. Νὰ μὴ μείνωμε «πόρρωθεν» τοῦ Ἰησοῦ. Νὰ μὴν ἀφήσωμε τὶς μερίμνας, τὴν αὐτάρκειαν καὶ τὴν ἁμαρτίαν νὰ μᾶς κρατοῦν ἀπόστασιν ἀπ’ Αὐτόν. Μὲ εὐγνωμοσύνην ἄς τὸν εὐχαριστοῦμε καὶ ἄς τὸν δοξάζουμε διὰ τὰ πάντα, διὰ νὰ καθήσωμε μαζί του εἰς τὴν χώραν των ζώντων εἰς τὸν αἰῶνα.
Αμήν.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου