Κυριακή 25η Ἰανουαρίου 2026
Κυριακὴ ΙΕ´ Λουκᾶ
(Πραξ. ιθ´ 1 – 10)
«Ζητεῖ ἰδεῖν τὸν Ἰησοῦν τίς ἐστι» (Πραξ. ιθ´ 3)
Δύο γίγαντες τοῦ πνεύματος καὶ τῆς ζωῆς συναντιόμαστε σήμερα στὴν Κυριακάτικη πορεία μας. Ὁ ἕνας εἶναι μικρόσωμος γίγαντας καὶ πολὺ ἁμαρτωλός. Εἶναι ὁ ἀρχιτελώνης Ζακχαῖος, ποὺ τὸν κάνει γίγαντα ἡ μετάνοιά του. Ὁ ἄλλος εἶναι γίγαντας τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς θεολογίας. Εἶναι ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος. Γίγαντα τὸν κάνει ὁ τρόπος ποὺ βίωσε καὶ διαχειρίστηκε τὴν σχέση του μὲ τὸν Θεό, ὁ τρόπος ποὺ θεολόγησε κρατώντας τὴν ἐμπειρία ἀπὸ τὴν γνώση του μὲ τὸν Ἰησοῦ.
Ποία εἶναι ἡ κοινὴ συνισταμένη καὶ τῶν δύο γιγάντων; Εἶναι ἡ ἀναζήτηση τοῦ Ἰησοῦ. Ὁ Ζακχαῖος «ἐζήτει ἰδεῖν τὸν Ἰησοῦν τίς ἐστι» σὲ ἡλικία προχωρημένη καὶ μὲ συνείδηση διαβρωμένη. Ὁ Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνός «ἐζήτει ἰδεῖν τὸν Ἰησοῦν τίς ἐστι» ἀπὸ τὴν νεότητά του καὶ μὲ συνείδηση ὑγιῆ διὰ τὴν ἀλήθειαν τῆς θείας παρουσίας στὴν ζωή του. Σήμερον ἡ Ἐκκλησία προβάλλει αὐτές τὶς δύο θεωρητικὲς προσωπικότητες, διὰ νὰ μᾶς δείξει πὼς ἡ ἀναζήτηση τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νὰ γίνει ὁποτεδήποτε, ὁπουδήποτε καὶ ἀπὸ ὁντινοῦν. Ὁ Ζακχαῖος ἀναζήτησε τὸν Ἰησοῦν μέσα ἀπὸ τὶς φυσικὲς δυσκολίες καὶ μέσ’ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Ὁ Γρηγόριος ἀναζήτησε τὸν Ἰησοῦν μέσ’ ἀπὸ τὴν προσευχή, τὴν ἄσκηση, τὴν μελέτη καὶ τὴν ἀγάπη. Ἡ ἀναζήτηση τοῦ Χριστοῦ δὲν εἶναι καθῆκον, εἶναι ἀνάγκη· δὲν εἶναι θεωρητικὸς στοχασμός, εἶναι τρόπος ζωῆς καὶ ἀδιάκοπτος ἐμπειρία.
Τί εἶναι τὸ πρόσωπον τοῦ Ἰησοῦ; Ὁ Χριστὸς ποτὲ δὲν ἦταν γιὰ τοὺς ἀνθρώπους ἀδιάφορος. Ἄλλοι τὸν ἐζήτησαν καὶ ἄλλοι τὸν ἐσταύρωσαν. Ἄλλοι τὸν ἀγάπησαν παρανομήσαντες καὶ ἄλλοι τὸν ἐμίσησαν θανατηφόρως. Πολλοὶ ἔρχονται πρὸς τὸν Ἰησοῦν, ἀλλὰ λίγοι γνωρίζονται ἀληθῶς μαζί του. Μόνον ἡ ἀναζήτησις τοῦ Κυρίου μπορεῖ νὰ μᾶς ὁδηγήσει εἰς ἐπαφὴν μὲ τὸ θεανθρώπινον πρόσωπόν του. Τί σημαίνει καὶ τί εἶναι ἡ ἀναζήτησις τοῦ Θεοῦ; Πῶς γίνεται ἀναζήτησις καὶ γνωριμία μὲ τὸν Ἰησοῦν;
Πρῶτον, ἡ ἀναζήτησις τοῦ Θεοῦ προϋποθέτει μία ὁλοκληρωμένη περιέργεια. Ἀκούμε καὶ μαθαίνουμε πολλὰ γιὰ πολλὰ πρόσωπα. Μὲ μίαν ζωηρὰν καὶ ρωμαλέαν περιέργειαν ἀκούομε τὰς συζητήσεις τῶν ἄλλων. Δὲν τὸ κάνομεν ἀπὸ ἀπλὴν περιέργειαν. Φοβούμεθα νὰ ἀναζητήσουμε τὸν κακὸν ἑαυτόν μας, γι’ αὐτὸ ἀσχολούμεθα μὲ τὰ λάθη καὶ τὰς πτώσεις τῶν συνανθρώπων μας. Ὑπάρχει, βεβαίως, καὶ ἡ καλὴ περιέργεια. Καλὴ εἶναι ἡ περιέργεια, ποὺ ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπον εἰς τὴν ἀναζήτησιν τοῦ Θεοῦ. Ἀπὸ μίαν τέτοιαν περιέργειαν ἐκινήθη ὁ Ζακχαῖος «ἐζήτει ἰδεῖν τὸν Ἰησοῦν τίς ἐστι». Ἀπ’ αὐτὴν τὴν εὐλογημένη περιέργειαν ἐκινήθη καὶ ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος. Ἡ ἀναζήτησις τοῦ Χριστοῦ δὲν ἔχει ἀρχήν, δὲν ἔχει τέλος. Ἡ γνωριμία τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι μονόδρομος καὶ ὀπισθοδρόμησις, εἶναι ἄνοιγμα μυαλοῦ καὶ πρόοδος εἰς τὸ ὕψος. Ὅλα ὁδηγοῦν εἰς τὸν Χριστόν. Ἡ φύσις, ἡ ἐπιστήμη, ἡ φιλοσοφία, αἱ τέχναι, ὅλα τὰ λογικὰ στοιχεῖα τῆς καλῆς περιεργείας ὁδηγοῦν εἰς Ἐκεῖνον ποὺ ἔπλασε τὰ πάντα. Μόνον οἱ τυφλοὶ καὶ ο�ὶ πεπωρωμένοι δὲν θέλουν νὰ βροῦν τὸν Θεόν. Ὅποιος ἔχει ἀνοιχτὸν μυαλὸν ἀντιλαμβάνεται ὅτι ὅλα μιλοῦν γιὰ τὸν Θεόν.
Δεύτερον, ἡ ἀναζήτησις τοῦ Θεοῦ προϋποθέτει τὴν ματαιότητα αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Ὁ Ζακχαῖος τὰ εἶχε ὅλα, ἀλλὰ δὲν εἶχε τὸ σημαντικότατον. Δὲν εἶχε ἐσωτερικὴν πληρότητα. Ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος τὰ εἶχε ὅλα. Ἡ οἰκογένειά του ἦτο ἀριστοκρατική. Δὲν ἐγέμιζεν, ὅμως, ἀπὸ τὰ ἄκρα τοῦ παρόντος. Ἡ ψυχή, ὅσο καὶ ἂν περιβάλλεται πλοῦτον καὶ πράγματα, δὲν χορταίνει. Δὲν καλύπτει τὰ κενὰ τῆς οὔτε ἀπὸ τὰς πολλὰς γνώσεις, οὔτε ἀπὸ τὰς πολλὰς γνωριμίας, οὔτε ἀπὸ τὴν συμμετοχὴν εἰς γλέντια, εἰς θεάματα καὶ εἰς πανηγύρια. Ἡ ψυχὴ ἔχει τὸ πρότυπόν της. Διψᾶ ἀτελείωτα διὰ τὸν Δημιουργόν της. Ὁ,τι καὶ ἂν προσφέρωμε εἰς τὴν ψυχήν, ἐκείνη θὰ ἀναζητῇ τὸν Ἰησοῦν. Ὁ ἁμαρτωλὸς ἀρχιτελώνης Ζακχαῖος «ἐζήτει ἰδεῖν τὸν Ἰησοῦν τίς ἐστι». Ὁ ἁγιασμένος φωστῆρ τῆς Ἐκκλησίας Γρηγόριος «ἐζήτει ἰδεῖν τὸν Ἰησοῦν τίς ἐστι». Καὶ οἱ δύο εἶδαν! Τὸν εἶδαν, τὸν ἠκούσαν, τὸν ἔγνωσαν καὶ τὸν ἔζησαν. Ἐγέμισε ἡ ὕπαρξίς των ἀπὸ τὴν παρουσίαν του. Ἐγέμισε ἡ ζωή των ἀπὸ τὴν ἀγάπην του. Ἐγέμισε ἡ ψυχή των ἀπὸ τὸ ἄκτιστον καὶ ἀκατάβλητον φῶς του. Ἡ ζωή των ἔγινε παράδειγμα καὶ ἡ δική μας πορεία. Ἡμεῖς περιπλεκόμεθα μὲ τὰ δεδομένα αὐτῆς τῆς ζωῆς. Ἐμπλέκομεθα ἀπὸ τὰ φερσίματα αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Νομίζομε ὅτι θὰ κάνωμε τὴν ζωήν μας καλλίτεραν μὲ τὴν τεχνολογίαν, τὰς ἐπιστήμας καὶ τὰ πολλὰ ἄλλα ἀγαθά. Νομίζομε ὅτι ἡ ἀναισθησία καὶ ἡ ψυχρὴ τέχνη θὰ ἱκανοποιήσουν τὰς ἀτελείωτας ἀνάγκας τῆς ψυχῆς. Νομίζομε ὅτι οἱ πολλοὶ περίπατοι θὰ μᾶς κάμουν νὰ ἐξασφαλίσωμε ἀπὸ τὰς ἀναπόλητας ἀνησυχίας. Ὅμως, μὲ ὅλας τὰς περιπλοκὰς καὶ τὰς παροχὰς παραμένομεν κενοί. Ἕνα βάρος, μία στενοχωρία, ἕνα ἄγχος, ἕνα παράπονον, ἕνας θυμὸς, μία πλάνη γεμίζουν συνεχῶς τὴν ψυχήν μας. Ἀναζητοῦμεν κάποιον φῶς, μίαν ἀπόστασιν, μίαν ἀνάσα. Χωρὶς νὰ τὸ καταλαβαίνωμε χάνομε τὸν Θεόν. Ἐὰν κάμωμεν τὴν ἀναζήτησιν τοῦ Θεοῦ συνειδητήν, θὰ τὸν συναντήσωμε. Ἐὰν κατεβῶμε ἀπὸ τὸ ὑψηλὸν μουρμούρισμα τοῦ ἑαυτοῦ μας, θὰ κοινωνήσωμε μαζί του. Νὰ ξέρωμε πὼς πᾶσα αἰτία ἐσωτερικοῦ κενοῦ εἶναι ἡ ἔλλειψις τοῦ Θεοῦ. Ὁ Κύριος ὁ ὁποῖος γεμίζει μὲ τὴν παρουσίαν του τὰ πάντα, θὰ γεμίσει καὶ τὴν δικήν μας ὕπαρξιν, ἂν τοῦ ἀφήσωμε τὴν ἀναζήτησίν του καὶ νὰ κάμωμε χώραν εἰς τὴν παρουσίαν του.
Τρίτον, ἡ ἀναζήτησις τοῦ Θεοῦ εἶναι ἔργον καὶ ἄσκησις. Ὅσον ὁ Ζακχαῖος, ὅσον καὶ ὁ σήμερον ἑορταζόμενος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ἔκαστος μὲ τὰς προϋποθέσεις του ἐζήτει νὰ ἰδεῖ τὸν Ἰησοῦν τίς ἐστι. Αὐτὴ ἡ ἀναζήτησις δὲν ἐτελειώθη μὲ μίαν στιγμιαίαν συνάντησιν. Αὐτὴ ἡ ἀναζήτησις δὲν ἐπαύσθη ποτέ. Ἡ γνωριμία τοῦ Χριστοῦ δὲν εἶναι γεγονὸς κάπου κάποτε. Ὅταν ὁ πιστὸς βρίσκει τὸν Χριστὸν καὶ τὸν συναντᾶ, τότε ἀρχίζει καὶ πάλι μία καινούργια ἀναζήτησις. Ὁ Ἰησοῦς δὲν εἶναι πρόσωπον πεπερασμένον, ποὺ ὅταν κάποιος τὸν βρει, τελειώνει ἡ ἀναζήτησίς του. Ὁ Κύριος εἶναι ἄπειρος καὶ ἀτελεύτητος. Ἡ γνωριμία του δὲν σημαίνει τέλος ἀλλὰ ἀρχή. Ὅταν βρίσκωμε τὸν Χριστόν, τότε τὸν ἀκούμε περισσότερον. Ὅταν κοινωνοῦμε μαζί του, τότε τὸν θέλομε ἀκόμη περισσότερον. Ὅταν τρώγωμε τὴν σάρκα του καὶ πίνωμε τὸ Αἷμά του, τότε πεινῶμεν καὶ διψῶμεν περισσότερον, διὰ νὰ τὸν ἀναμεταλάβωμε. Ἔτσι ἡ ἀναζήτησις τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι πνευματικὴ καὶ φιλοσοφικὴ χορεία. Εἶναι ἔργον καὶ ἀγὼν μετανοίας καὶ καθάρσεως. Ὁ Ζακχαῖος ἀνεζήτησε τὸν Χριστὸν καὶ ἔζησε τὴν μετάνοιαν. Ὁ Γρηγόριος, ὁ μέγας οὗτος Θεολόγος, ἀνεζήτησε τὸν Χριστὸν καὶ ἔζησε μὲ τὸν πόθον καὶ τὸν σπαραγμὸν διὰ τὸν Ἰησοῦν ὅλην τὴν ζωήν του. Αἱ ἀσκήσεις, αἱ προσευχαί, αἱ ὀλίγον θλίψεις καὶ τὰ χτυπήματα τοῦ βίου δὲν τὸν ἐμπόδισαν ἀπ’ τὸν Ἰησοῦν. Ἡ ἀναζήτησις τοῦ Θεοῦ δὲν ἦτο μία σκέψις οὐδὲ μία πορεία. Ἦτο ὁλόκληρος ὁ βίος του. Ἡ ζωὴ καὶ ὁ ἀγὼν τῆς μετανοίας ὁδηγοῦν εἰς τὸν Θεόν. Αἱ ἀναζητήσεις τοῦ Θεοῦ σημαίνουν τὴν αναγέννησιν τῆς ψυχῆς μας καὶ τῆς καινῆς ζωῆς. Ἡ πνευματικὴ πορεία δὲν ἔχει τέλος. Ἔχει μόνον στάσεις. Ἔτσι ὁ πιστὸς προχωρεῖ ἀπὸ δόξαν εἰς δόξαν καὶ ἀπὸ χάριν εἰς χάριν, ἄνευ τέλους καὶ ἀκαταπαύστως.
Σήμερον τὸ εὐαγγελικὸν κείμενον μᾶς εἶπε γιὰ τὸν ἀρχιτελώνην Ζακχαῖον ὅτι «ἐζήτει ἰδεῖν τὸν Ἰησοῦν τίς ἐστι». Ἀφορμὴν ἔλαβε καὶ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος καὶ ἐζήτει τὸν Χριστὸν σ’ ὅλην τὴν ζωήν του. Καὶ οἱ δύο εὑρῆκαν τὸν Κύριον. Ὅποιος ἀναζητεῖ τὸν Θεόν, τὸν εὑρίσκει. Μακάριοι καὶ ἡμεῖς νὰ κάνωμε αὐτὴν τὴν εὐλογημένην ἀναζήτησιν, διὰ νὰ ζήσωμεν διὰ παντὸς μαζί μὲ Ἐκεῖνον ποὺ μᾶς ποθεῖ καὶ θέλει νὰ μᾶς σώσει.
Αμήν.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου