Κυριακή 8η Φεβρουαρίου 2026
Κυριακὴ τοῦ Ἀσώτου
(Λκ. ιε´ 11 – 32)
«Εὐφρανθῆτε» (Λκ. ιε´ 23)
Ἡμέρα χαρᾶς ἡ σημερινή! Ὁ Κύριος καὶ παντοδύναμος Θεός μας παραχωρεῖ τὸ ἄγγελμα τῆς φιλανθρωπίας Του, ποὺ εἶναι ἡ παραβολὴ τοῦ ἄσωτου υἱοῦ. Ὁ Θεὸς ὡς στοργικὸς Πατέρας μᾶς καλεῖ. Ὅσοι τὸ ἔχασαν οἱ μακρυνοὶ ἀπὸ τὴν χαρὰ τῆς ζωῆς Του, περιμένουν νὰ ἐπιστρέψουν κοντά Του, νὰ ζήσουν στὴν ἀγάπη Του καὶ νὰ λάβουν τὶς εὐλογίες Του. Γιὰ κάθε μετανοημένο παιδί Του, ποὺ ἐπιστρέφει στὸ πατρικό του σπίτι, δηλαδὴ στὴν Ἐκκλησία, στέλνει χαρὰ καὶ πανήγυρι. Καλεῖ ὅλους τοὺς πιστοὺς νὰ χαροῦν μὲ τὴν μετάνοια καὶ νὰ ἐπιστρέψουν εἰς τὴν σωτηρία τοῦ ἁμαρτωλοῦ. «Εὐφρανθῆτε» φωνάζει δυνατά! Μᾶς προσκαλεῖ ὅλα τὰ μέλη τῆς οἰκογενείας Του νὰ λάβουν μέρος στὸ χαρούμενο τραπέζι Του, ποὺ γίνεται γιὰ τὸν πιστὸ καὶ τὴν σωτηρία τοῦ κάθε ἁμαρτωλοῦ.
«Εὐφρανθῆτε» λέγει ὁ Θεός, ὅταν ἕνας ἀδελφός μας καταλαβαίνει τὰ ὁλέτηρά του καὶ ζητεῖ συγχώρηση. Νὰ εὐφρανθοῦμε, ἀλλὰ γιὰτί; Ἐὰν ὁ Κύριος θέλει νὰ μὴ χαροποιούμεθα μὲ τὰς ἁμαρτίας τῶν ἄλλων καὶ νὰ μὴ κατακρίνωμε τὰ λάθη των, γιατί μᾶς προσκαλεῖ νὰ ἀσχοληθῶμεν μὲ τὴν μετάνοιαν των καὶ νὰ χαροῦμε διὰ τὴν σωτηρίαν των;
Εἶναι ἀπαραίτητον νὰ εὐφραινώμεθα μὲ τὴν μετάνοιαν τοῦ κάθε ἁμαρτωλοῦ, διότι, κατὰ πρῶτον, εἶναι ἀδελφός μας. Μὲ τὸν πλανεμένον ἀπὸ τὰ μάτια τοῦ φωτὸς συνάνθρωπόν μας εἴμεθα ἀδέλφια. Εἴμεθα παιδιὰ τοῦ ἰδίου Πατρός. Εἴμεθα μέλη τῆς μεγάλης οἰκογενείας. Εἴμεθα μέλη τοῦ ἑνὸς σώματος τῆς Ἐκκλησίας. Τὰ μέλη ἑνὸς σώματος συνδέονται μεταξύ των μὲ δεσμοὺς ζωτικούς. Ὅταν πονεῖ ἕνα μέλος, πονοῦν ὅλα τὰ μέλη. Ὅταν ἀρρωσταίνει ἕνα μέλος, τὸ ὅλον σῶμα φροντίζει διὰ τὴν θεραπείαν τοῦ μέλους ποὺ ἀσθενεῖ. Ὅταν τὸ μέλος θεραπεύεται, τότε ὅλον τὸ σῶμα χαίρεται καὶ χορεύει ἀπὸ τὴν καλὴν ἀποκατάστασιν. Ἐφ’ ὅσον ἔχομεν τοὺς συνανθρώπους μας, ἔχομεν τοὺς ἑαυτούς μας. Δὲν τοὺς βλέπομεν ἀπλῶς, ἀλλὰ χαιρόμεθα μὲ τὰς πτώσεις των, ἀλλὰ χαιρόμεθα μὲ τὴν ἀνάστασίν των καὶ πανηγυρίζομεν διὰ τὴν σωτηρίαν των. Εὐφραινόμεθα, διότι ἀγαποῦμε τὰ ἀδέλφια μας. Εὐφραινόμεθα, διότι βλέπομεν τὴν πνευματικήν μας οἰκογένειαν νὰ εἶναι δυνατή. Χαιρόμεθα, διότι ἡ τοπικὴ Ἐκκλησιαστικὴ κοινότης εἶναι ἕνα σῶμα ζῶν, εἰς τὸ ὁποῖο ὑπάρχει ὁ ἕνας διὰ τὸν ἄλλον καὶ ὄχι ὁ ἕνας διὰ τὸν ἑαυτόν του. Πανηγυρίζομεν, διότι μετέχομεν εἰς τὸ πανηγύρι τῆς Ἐκκλησίας, ἀφοῦ «χαρὰ ἐν τῷ οὐρανῷ ἔσται ἐπὶ ἑνὶ ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι». Χαιρόμεθα, διότι ἡ εὐφροσύνη τοῦ ἑνὸς εἶναι δύναμις διὰ τοὺς ἄλλους καὶ ἡ μετάνοια τοῦ ἑνὸς εἶναι παράδειγμα διὰ τοὺς ἄλλους. Χαιρόμεθα, διότι ἡ μετάνοια ἑνὸς ἀνθρώπου εἶναι ὁ θρίαμβος τῆς Ἐκκλησίας. Ἔχει ποὺ ἡ Ἐκκλησία κτυπᾶται καὶ σταυρώνεται, θριαμβεύει μέσα ἀπὸ τὴν μετάνοιαν τῶν παιδιῶν της.
Ἕνας ἄλλος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον χρειάζεται νὰ εὐφραινώμεθα μὲ τὴν μετάνοιαν τοῦ ἁμαρτωλοῦ, εἶναι ὅτι ὁ ἀδελφός μας ἦτο «νεκρὸς καὶ ἀνέζησεν». Ἡ μετάνοια εἶναι ἐπιστροφὴ εἰς τὴν ζωήν. Ἡ ἁμαρτία εἶναι βύθισμα εἰς τὸν θάνατον. Ὅπως εἴδομεν εἰς τὴν σημερινὴν παραβολήν, ὁ ἀπόμαυρος υἱὸς ἀπεμακρύνθη ἀπὸ τὸ πατρικόν του σπίτι, ἵνα ζήσει κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν του. Ἀντὶ γιὰ ζωήν, ὅμως, ἐγέμισε τὸν θάνατον. Στὴν μακρὰν ὁδὸν τῆς ἁμαρτίας οἱ ἄνθρωποι χάνουν τὰς αἰσθήσεις των. Ἡ προσωρινὴ ἡδονὴ τῆς ἁμαρτίας εἶναι σύντομος καὶ ψευδής. Μετὰ τὸν σύντομον χαὸν ἔρχεται ἡ πείνα. Ὁ νεώτερος υἱὸς τῆς ἀνυπακοῆς, ἀφοῦ ἐγεύθη τὴν ἁμαρτωλὴν ἡδονήν, εἰς τὴν συνέχειαν ἀγωνίζεται ἀκούσιος καὶ τὰ πῦρα τῆς ὀδύνης του ξεραίνουν τὴν ψυχήν του. Ἡ ἁμαρτία ἀρχίζει μὲ χαράν, ἀλλὰ καταλήγει εἰς βασανιστικὴν καὶ θανατηφόρον πεῖναν. Ὁ ἁμαρτωλὸς πεινᾷ δι’ ἀνθρωπινά, πεινᾷ διὰ στοργάς, πεινᾷ δι’ ὅ,τι ἔχασε, πεινᾷ διὰ καθαρότητα. Εἰς τὰς χεῖρας τῆς ἁμαρτίας εἶναι ὁ θάνατος. Τὸ βλέπομεν καθημερινῶς. Οἱ ἄνθρωποι, ἀποκομμένοι ἀπὸ τὸν Θεόν, βρίσκονται εἰς τὰς καταστάσεις τῶν παθῶν. Εἴμεθα εἰς τὴν περίοδον ποὺ δείχνομεν τὰ κατεψυγμένα, κουφάρια τῆς νοημοσύνης μας. Ἡ ἀπογοήτευσις, ἡ προσωρινὴ ἡδονή, ἡ ἀνθρωποκτονία, ἡ ἀτομικότης, ἡ στασιμότης συνθέτουν τὸ κλῖμα τοῦ θανάτου, εἰς τὸ ὁποῖον συγκλείονται ὅλοι ὅσοι ζοῦν χωρὶς τὸν Θεόν. Ὁ ἄνθρωπος ἐν πόνοις ζητεῖ ζωὴν καὶ δὲν τὴν εὑρίσκει, ἀλλά, ἀντὶ νὰ τὴν λάβει, μέσα εἰς τὰς πτώσεις του φυλακίζει τὸν ἑαυτόν του εἰς τὸν θάνατον καὶ εἰς τὸ κούφωμα τῆς ἀγνοίας καὶ τῆς ἀπελπισίας. Ὅταν γεμίσει ἡ ψυχὴ μὲ πίκραν καὶ ἀπογοήτευσιν, τότε ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ θυμηθῇ ποῖος εἶναι ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς, ποῖος εἶναι ἡ ἀληθινὴ ζωὴ καὶ νὰ πιστεύσει κοντά του. Ἐὰν ἡ πίστις του φθάσει καὶ βοηθήσει τὸν ἀδελφόν μας, χαιρόμεθα ὅλοι, διότι ἡ Ἐκκλησία χορεύει καὶ πανηγυρίζει διὰ τὴν ἀνάστασιν τοῦ ἑνὸς ἀδελφοῦ μας. Χαιρόμεθα ὅλοι, διότι ἡ εὐφροσύνη τοῦ ἑνὸς εἶναι ἡ δύναμις τῶν ἄλλων καὶ ἡ μετάνοια τοῦ ἑνὸς εἶναι ὁ θρίαμβος τῆς Ἐκκλησίας.
Σήμερον ὁ Κύριος μᾶς καλεῖ «εὐφρανθῆτε»! Μᾶς προσκαλεῖ εἰς τὴν χαρὰν τῆς μετανοίας. Στήνει τὴν εὐωχίαν τῆς ἀποδοχῆς, τῆς συγχωρήσεως καὶ τῆς ἀγάπης. Θέλει νὰ παρακαθίσωμε ὡς συνδαιτυμόνες εἰς τὸν γάμον τοῦ Υἱοῦ του. Σφάζει ὁ Ἰησοῦς ὡς ἐκλεκτὸς μόσχος καὶ παραθέτει τὸν ἑαυτόν του εἰς τὸ δεῖπνον. Νὰ φάγωμε καὶ νὰ πίωμε ἀπὸ τὴν θεότητά του. Νὰ κοινωνήσωμε μὲ τὰ σώματά μας, ποὺ μετανοοῦντα στέκονται νὰ καθίσουν μαζί μας εἰς τὸ δεῖπνον τῆς συμφιλιώσεως καὶ τῆς συναλλαγῆς. «Εὐφρανθῆτε» ὄχι μόνον διὰ σήμερον. Πάντοτε νὰ εὐφραινώμεθα διὰ τὴν δυνατότητα τῆς μετανοίας, ποὺ μᾶς χαρίζει ὁ φιλάνθρωπος Θεός. Νὰ χαιρώμεθα δι’ ὅσους μετανοοῦν καὶ πηγαίνουν μπροστά τους, πιστεύοντες εἰς τὸ ἔλεος τοῦ Χριστοῦ. Νὰ χαιρώμεθα, διότι καὶ ἡμεῖς, ποὺ ἐδοκιμάσαμε τὴν σαπρὰν γεῦσιν τῆς ἁμαρτίας, δυνάμεθα συνεχῶς νὰ ἐπιστρέφωμε εἰς τὸν Πατέρα μας. Νὰ κάμωμε τὴν Ἐκκλησίαν νὰ χαίρεται διὰ ἡμᾶς, ὡς ἡμεῖς χαιρόμεθα διὰ τοὺς ἄλλους. Αὕτη ἡ ἀτελεύτητος εὐφροσύνη εἶναι κληρονομία, ποὺ μᾶς ἀξίζει ἀπὸ τώρα καὶ διὰ πάντοτε.
Αμήν.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου