Κυριακή 1η Μαρτίου 2026
Κυριακὴ Ὀρθοδοξίας
(Ἰω. α´ 43 – 51)
«Σὺ εἶ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ» (Ἰω. α´ 49)
Χριστὸς εἶναι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ εἶναι τέλειος Θεός. Εἶναι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἔρχεται ἀνάμεσά μας καὶ γίνεται Υἱὸς τῆς Μαρίας, Υἱὸς ἑνὸς ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος γίνεται τέλειος ἄνθρωπος. Σ’ αὐτὸν τὸν Θεάνθρωπο πιστεύομε, αὐτὸν τὸν Θεάνθρωπο ἀγαποῦμε καὶ ὑπηρετοῦμε. Μ’ Αὐτὸν κτίζουμε σχέση καὶ γνῶση ἀπὸ τώρα καὶ διὰ πάντα.
Ὅταν ὁμολογοῦμε πὼς «σὺ εἶ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ» καὶ βλέπομε αὐτὸ τὸ πρόσωπον μπροστά μας μέσ’ ἀπὸ τὶς εἰκόνες, ἀποδεχόμεθα τὴν ἔνσαρκη ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ Λόγου.
Ὁ Θεὸς ἀποκαλύπτεται ἀσάρκως μὲ τὴν δημιουργία τοῦ σύμπαντος. Ἀποκαλύπτεται ἀσάρκως μὲ τὴν πρόνοιαν τῶν δημιουργημάτων Του. Συνεχίζει νὰ ἀποκαλύπτεται ἀσάρκως μὲ τὴν ἀγάπη, τὴν πρόνοια καὶ τὶς ἄκτιστες ἐνέργειές Του. Ὅταν ἦλθε ἡ κατάλληλη ὥρα, θέλησε νὰ φορέσει τὴν ἀνθρώπινη φύση καὶ νὰ ἀποκαλύψει τὸν ἑαυτόν του ἔνσαρκα. Ὁ ἔνσαρκος Λόγος τοῦ Θεοῦ παίρνει μορφὴ καὶ σχῆμα, σάρκα καὶ ὀστέα, γίνεται περιγραπτὸς καὶ πλήσιος, γίνεται ἕνας ἀπὸ ἐμᾶς, διὰ νὰ γίνουμε ἐμεῖς ὅμοιοι μ’ ἐκεῖνον. Ὁ ἔνσαρκος Λόγος τοῦ Θεοῦ μᾶς χαρίζει τὴν σάρκα Του, διὰ νὰ τὴν προσλαμβάνωμε καὶ μέσ’ ἀπ’ αὐτὴν νὰ κοινωνοῦμε μὲ τὴν Θεότητά Του, διότι ὁ Θεάνθρωπος δὲν εἶναι ἄλλοτε Θεὸς καὶ ἄλλοτε ἄνθρωπος. Εἶναι παντοτὲ καὶ ταυτοχρόνως Θεὸς καὶ ἄνθρωπος μαζί. Γιὰ νὰ ἐκφράσωμε αὐτὴν τὴν μεγάλη ἀλήθεια, καλλίτερα, γιὰ νὰ ἐκφράσωμε αὐτὴν τὴν μεγάλη χαρά, ζωγραφίζουμε τὴν μορφήν Του ὄχι μόνον ὅπως τὴν εἴδομεν ἱστορικῶς, ἀλλὰ καὶ ὅπως τὴν βιώνουμε ἐσωτερικῶς.Οἱ εἰκόνες, ποὺ σήμερον τιμοῦμε καὶ πανηγυρικὰ περιφέρομε στοὺς Ναούς, εἶναι ἡ ζωγραφισμένη χαρά μας. Εἶναι ἡ χαρὰ ποὺ νιώθουμε καὶ ποὺ τὴν ἀποτυπώνουμε μὲ σχήματα καὶ χρώματα, διότι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ δὲν ἔμεινε στὴν Θεότητά Του, ἀλλὰ προσέλαβε ὅπως ἐμεῖς τὴν μορφήν Του, διὰ νὰ μᾶς κάνει θεοὺς κατὰ χάριν. Ἐπὶ τὸ ἴδιο Του πρόσωπον δὲν βλέπομε μόνον ἕναν ἄνθρωπον. Βλέπομε ὅλην τὴν ἀνθρωπότητα υἱοθετημένη ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ λυτρωμένη ἀπὸ τὸ κακό. Οἱ εἰκόνες δὲν εἶναι ἁπλὰ ἀντικείμενα. Οἱ εἰκόνες εἶναι τὰ ἀποτυπώματα τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου. Οἱ εἰκόνες εἶναι τὰ ἀποτυπώματα τῆς δυνάμεως, τῆς σοφίας καὶ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Οἱ εἰκόνες εἶναι τὰ ὁρατὰ ἀποτυπώματα τῆς ἀκτίστου καὶ ἀοράτου χάριτος. Τὶς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ, ποὺ δὲν μποροῦμε νὰ τὶς ἴδωμε μὲ τὰ σαρκικὰ μάτια, τὶς βλέπομε καθαρὰ μέσ’ ἀπὸ τὶς εἰκόνες. Οἱ εἰκόνες εἶναι ἡ ἀπόδειξις ὅτι ἐμεῖς εἴμεθα αὐτὸ ποὺ φαινόμεθα. Εἴμαστε κάτι πολὺ σπουδαιότερον. Εἴμαστε ἀληθινὰ παιδιὰ τοῦ Θεοῦ. Εἴμαστε ὁμοούσιοι καὶ ὁμότιμοι μὲ τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ, διότι εἶναι ἕνας ἀπὸ μᾶς, Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου.
Ἡ ἀποφυγὴ τῶν εἰκόνων συνιστᾶ ἀπόρριψιν τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος φορέει τὴν ἀνθρώπινη σάρκα χωρὶς συγχρωτισμούς. Συνιστᾶ ἐπίσης καὶ ἀπόρριψιν τῆς σωτηρίας μας, διότι δὲν ὑπάρχει σωτηρία χωρὶς κοινωνία μὲ τὸν ἔνσαρκο Λόγον τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἀποφυγὴ τῶν εἰκόνων συνιστᾶ τὴν ὑποταγὴν τῆς πλάνης ὅτι εἴμαστε ἀποξενωμένοι ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ πὼς ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι ἁπλῶς ἕνας συνάνθρωπός μας, χωρὶς νὰ εἶναι ὁ Θεὸς μας. Οἱ Πατέρες τῆς Ἑβδόμης Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἀγωνίσθηκαν πολὺ καὶ μαρτυρικὰ, μὲ κοπιασμὸν, διὰ νὰ συνδέσουν τὸν ἄνθρωπον μὲ τὸν ἔνσαρκο Θεό. Χωρὶς τὶς εἰκόνες αἱ σχέσεις μας δὲν θὰ ἦταν ἁπλῶς μία θεωρία, ἀλλὰ ποτὲ δὲν θὰ ἦταν ἐμπειρία. Οἱ Πατέρες, ὅμως, ποὺ εἶχαν τὴν ἐμπειρίαν τῆς γνώσεώς των μὲ τὸν Σωτῆρα ἄνθρωπον Ἰησοῦν, κατέθεσαν ἀπὸ τὸ βίωμά τους μὲ τοὺς καταλυτικοὺς ἀγῶνας ποὺ ἔδωσαν διὰ τὸ καλόν μας.
Σήμερον, ἡ ἐποχὴ μας διέρχεται τὴν ἀπόλυτην νεύρωσιν. Ἀπὸ τὴν μία κατακλύζεται ἀπὸ εἰκόνες καὶ βυθίζεται εἰς τὴν εἰκονικὴ πραγματικότητα. Ἀπὸ τὴν ἄλλη βιώνει μία κρυφὴν εἰκονομαχία, καθὼς ὑποτάσσει τὴν ἀρχέτυπον εἰκόνα τοῦ Θεοῦ ἀλλὰ καὶ τὴν ἰδίαν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ μέσα στὴν κτίση, ποὺ εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Διασχίζεται καὶ ἀπαξιοῦται ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁμοιότυπος τοῦ ἀοράτου Θεοῦ. Στὴν θέσιν τοῦ Θεοῦ μπαίνουν τὰ σύγχρονα εἴδωλα. Στὴν θέσιν τοῦ ἀνθρώπου μπαίνουν τὰ διαβολευμένα πρότυπα. Χωρὶς τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ καὶ χωρὶς τὴν εἰκόνα τοῦ ἀνθρώπου, εἰς κατά χάριν Θεοῦ, κινδυνεύομε νὰ παρασυρθῶμε εἰς τοὺς διαλογισμοὺς τοῦ ἑαυτοῦ καὶ εἰς τὴν ἀπάτην τῶν αἰσθήσεων. Χωρὶς τὸν ἀληθινὸν Θεὸν ἡ ψυχὴ προσδέχεται κτυπήματα. Ὅταν ἀσπαζώμεθα τὰς ἱερὰς εἰκόνας, ἀνανεώνομε τὴν σχέσιν μας μὲ τὸν Ἰησοῦν Χριστόν. Τότε τὰ κτυπήματα τῆς ζωῆς γίνονται εὐκαιρίαι γιὰ ἀγιασμὸν καὶ ἡ καθημερινότης γίνεται ἕνα μονοπάτι ποὺ ὁδηγεῖ εἰς τὸ θεανθρώπινον Του πρόσωπον.
Ἄς ὁμολογοῦμε, λοιπόν, μαζὶ μὲ τὸν Ναθαναὴλ «σὺ εἶ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ» ὄχι μὲ λόγια ἀλλὰ μὲ μετανοίαν μας, μὲ τὸν πνευματικὸν ἀγῶνα τῆς ἀρετῆς καὶ μὲ τὴν ἀθέμιτον συμμετοχήν μας εἰς τὰ μυστήρια. Ἔτσι θὰ ἔρχεται ὁ ἔνσαρκος Υἱὸς τοῦ Θεοῦ συγκατοικῶν εἰς τὴν παρὰ μας πατρίδα, ἰατρὸς, ἀδελφός, πατὴρ καὶ λυτρωτής. Ἐξάλλου τοῦτο εἶναι τὸ θέλημά Του, γι’ αὐτὸ Τὸν ἐπικαλούμεθα καὶ Τὸν δοξάζομεν, ὅπως Τὸν ἀξίζει εἰς τοὺς αἰῶνας.
Αμήν.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου