ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ
29-03-2026
«Kατευθυνθήτω ἡ προσευχή μου, ὡς θυμίαμα ἐνώπιόν σου» (Ψαλμ. 140,2)
Οἱ ἀρχαῖοι, ἀδελφοί μου, ὀνόμαζαν θυμίαμα τήν ἀρωματική «ἐλαιορρητίνη», ἡ ὁποία ἐκχυνόταν «διά ζομῶν» ἀπό τό δένδρο «λίβανος».
Ἡ Παλαιά Διαθήκη άναφέρει τό θυμίαμα. Ἔτσι στό βιβλίο τῆς Ἐξόδου, γίνεται λόγος γιά τήν προπαρασκευή τοῦ θυμιάματος (Ἐξ. Λ, 34-38). Ὁ Ἀαρών, διά τοῦ Θεοῦ, μέσῳ τοῦ Μωϋσῆ, παίρνει ἐντολή νά θυμιάσει τήν Κιβωτό μέ εὔοσμο θυμίαμα. Ἀλλά καί ὁ προφήτης Μαλαχίας ἀναφέρει: «Ἀπό ἀνατολῶν ἡλίου καί ἕως δυσμῶν τό ὄνομά μου δεδόξασται ἐν τοῖς ἔθνεσι καί ἐν παντί τόπῳ θυμίαμα προσάγεται τῷ ὀνόματί μου» (Α΄, 11).
Στήν Καινή Διαθήκη μνημονεύεται ἡ ἀγγελική ὀπτασία στόν ἱερέα Ζαχαρία, κατά τήν ὥρα τοῦ θυμιάματος (Λουκ. 1,49) στό Ναό τοῦ Σολομῶντος. Οἱ τρεῖς μάγοι ἐξ Ἀνατολῶν προσέφεραν στό Σωτῆρα χρυσό καί λίβανο (θυμίαμα) καί σμύρνα (Ματθ. 2,11). Ἡ Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννη λέγει: «ἀνέβη ὁ καπνός τῶν θυμιαμάτων ταῖς προσευχαῖς τῶν ἁγίων ἐκ χειρός τοῦ ἀγγέλου ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ» (Η,4).
Ἡ Ἐκκλησία μας παρέλαβε τό θυμίαμα ἀπό τήν ἑβραϊκή Συναγωγή καί τό χρησιμοποίησε στίς Κατακόμβες καί ἔκτοτε παρέμεινε γιά νά ὑπενθυμίζει τό σύνδεσμο «τῶν καταδιωχθέντων μαρτύρων καί τῶν θριαμβευσάντων πιστῶν, καί ὅπως καταστῇ ὁ Ναός τοῦ Θεοῦ βασιλικώτερος καί μεγαλοπρεπέστερος» (Κ. Καλλίνικος, ὁ χρ. ναός).
Ὁ Γ΄ Ἀποστολικός Κανόνας κάνει λόγο περί θυμιάματος.
Ὁ Γερμανός Κωνσταντινουπόλεως γράφει ὅτι «ὁ θυμιατήρ ὑποδεικνύει τήν ἀνθρωπότητα τοῦ Χριστοῦ, τό δέ πῦρ τήν θεότητα καί ὁ εὐώδης καπνός μηνύει τήν εὐωδίαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» καί συνεχίζει:
«Τό θυμίαμα εἶναι ἀντί τῶν ἀρωμάτων, πού οἱ μυροφόρες προσέφεραν στόν ἐνταφιασμόν τοῦ Κυρίου. Καί ἡ σμύρνα καί ὁ λίβανος τῶν μάγων εἶναι σύμβολον καθαρῆς προσευχῆς ἀπό ἔργα ἀγαθά, ἀπό τά ὁποῖα προέρχεται ἡ εὐωδία, ὅπως λέγει ὁ Ἀπόστολος «Χριστοῦ εὐωδία ἐσμέν» (Μυστ. Θεωρ. PG 98, σ. 400).
Ὁ Συμεών Θεσσαλονίκης σημειώνει γιά τό θυμίαμα πού προσφέρεται στό τέλος τῆς προσκομιδῆς: «Ὁ ἱερεύς προσφέρει θυμίαμα εἰς τόν Θεόν πρός εὐχαριστίαν, διά τήν ἐνέργειαν τοῦ ἔργου καί διά τήν ἐπιδημίαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» (Ἅπαντα περί τοῦ ἱ. ναοῦ σ. 319). Ὁ ἱερεύς, λέγει ὁ Ἅγιος Συμεών, θυμιᾶ πρίν ἀπό τήν ἀνάγνωση τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου «διά τήν διδομένην ὑπό τοῦ Εὐαγγελίου χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐν ὅλῃ τῇ οἰκουμένῃ (Αὐτόθι σ. 327).
Ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος γράφει: «Ὅπως ἀκριβῶς τό θυμίαμα εἶναι καλό καί εὐωδιάζει, ἔτσι καί ἡ προσευχή πού γίνεται ἀπό θέρμη ψυχῆς καθίσταται εὐάρεστη στό Θεό. Αὐτό καί σύ κάμε στή σκέψη σου· πρῶτα ἄναψε αὐτήν μέ τήν προθυμία, καί μετά κάμε τήν προσευχή.
Προσεύχεται, λοιπόν, (ὁ Δαυϊδ) καί παρακαλεῖ ἡ προσευχή του νά γίνει σάν θυμίαμα, ἡ δέ ὕψωση τῶν χεριῶν του σάν θυσία ἑσπερινή. Διότι καί τά δύο εἶναι εὐπρόσδεκτα. Ὅπως ἀκριβῶς τό θυμιατήρι πρέπει νά μήν ἔχει τίποτε τό ἀκάθαρτο, παρά μόνο φωτιά καί θυμίαμα, ἔτσι καί ἡ γλῶσσα, δέν πρέπει νά λέγει λόγια αἰσχρά, παρά λόγια ἅγια καί εὔφημα· ἔτσι καί τά χέρια νά γίνονται σάν θυμιατήριο».
(Εἰς 140 Ψαλμό. Ε.Π.Ε. 76, σελ. 287). Σύμφωνα μέ ἄλλους ἑρμηνευτές τό κάτω μέρος τοῦ θυμιατηρίου, τμῆμα ἡμισφαιρικό, παριστάνει τή γήϊνη δημιουργία, ἐνῶ τό ἐπάνω τμῆμα τό στερέωμα καί τήν οὐράνια δημιουργία. Οἱ τέσσερις ἀλυσίδες, πού συνδέουν τά δύο τμήματα, παριστάνουν τούς Εὐαγγελιστές καί τά 4 Εὐαγγέλια. Οἱ δώδεκα κωδωνίσκοι ἀντιπροσωπεύουν τούς 12 Ἀποστόλους καί ὁ ἦχος τοῦ θυμιάματος τό κήρυγμα ἀνά τόν κόσμο. Τέλος ὁ καπνός συμβολίζει τήν προσευχή τῶν πιστῶν, ἡ δέ εὐωδία θεωρεῖται ὡς ἡ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τή Μεγάλη Ἑβδομάδα τό θυμίαμα καί γενικά τή Μεγάλη Τεσσαρακοστή, ἀλλά καί στίς Ὧρες τοῦ Ἱεροῦ Δωδεκαημέρου τό θυμίαμα προσφέρεται, ὡς μῦρο πνευματικό καί χρησιμοποιεῖται ἰδιαίτερο θυμιατήριο τό «κατζίο» (Κ. Καλλινίκου ὁ χριστ. ναός).
Ο ΦΩΤΙΣΜΟΣ. Ὁ φωτισμός τῶν ἱερῶν χώρων εἶναι πράξη προχριστιανική. Οἱ Ἐθνικοί καί οἱ Ἰουδαῖοι χρησιμοποιοῦσαν κανδῆλες, γιά νά φωτίζουν τά εἴδωλα καί τά ἱερά σκεύη τους. Ἡ ἑπτάφωτη λυχνία μέ ἐντολή τοῦ Μωϋσῆ, στή σκηνή τοῦ Μαρτυρίου, ἔκαιε μέ ἔλαιον «ἄτρυγον», ὅπως μαρτυρεῖ ὁ Ἰώσηπος. Οἱ πρῶτοι χριστιανοί στίς λατρευτικές τους συνάξεις, χρησιμοποιοῦσαν λαμπάδες. Τότε πού ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στήν Τρωάδα, «παρέτεινε τόν λόγον μέχρι μεσονυκτίου, ἦσαν λαμπάδες ἱκαναί ἐν τῷ ὑπερώῳ» (Πράξ. 20,8). Ἀλλά καί οἱ παρθένες τοῦ Εὐαγγελίου «ἐτήρουν τάς λαμπάδας αὐτῶν ἀνημμένας» (Ματθ. 25,1-13). Καί πρός τούς Ἀποστόλους ἐλέχθη ἀπό τόν Θεάνθρωπο «ἔστωσαν αἱ ὀσφύες ὑμῶν περιεζωσμέναι καί οἱ λύχνοι καιόμενοι» (Λουκ. 12,35), καί γιά τόν Ἰωάννη τόν Βαπτιστή εἶπε: «ἐκεῖνος ἦν ὁ λύχνος ὁ καιόμενος καί φαίνων» (Ἰωάν. 25,35). Καί ὁ Δαυϊδ ἀναφωνεῖ: «λύχνος τοῖς ποσί μου ὁ νόμος Σου καί φῶς ταῖς τρίβοις μου» (Ψαλμ. 118,105). Ἡ λαμπάδα κυριαρχεῖ τό βράδυ τῆς Ἀνάστασης, σύμβολο «τοῦ ἀνατείλαντος Ἡλίου ἐκ τάφου σκοτεινοῦ». Ὁ δέ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος τή θεωρεῖ ὡς «ἀντίτυπον τοῦ μεγάλου φωτός» (Κ. Καλλίνικος, ὁ χριστ. ναός). Ὅλα τά φωτιστικά ὄργανα ἤ δοχεῖα, πού σήμερα ὑπάρχουν στόν Ἱερό Ναό, ἔχουν τήν ἱστορία καί τό συμβολισμό τους. Βέβαια ὁρισμένα ἀπό αὐτά ἔχουν σχέση μέ γεγονότα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἀπ’ὅπου καί προέρχονται. Σύμφωνα μέ τόν Κων. Καλλίνικο τή πρώτη θέση κατεῖχε καί θά κατέχει ἡ ἀρχαϊκή λυχνία ἤ κανδήλα «ἡ ὁποία συνουσιώθη, κατά τρόπον τινά μέ τόν θρησκευτικόν μας βίον». Ὁ ποιητής Ἰ. Πολέμης τήν ὑμνεῖ: «Ἐσύ ΄μπρός στά κονίσματα τό λάδι σου ξοδεύεις κι εἶναι τό φῶς σου προσευχή, καί σύ καλογρηούλα». Ὁ Συμεών Θεσσαλονίκης γράφει ὅτι οἱ κανδῆλες φανερώνουν «τήν χάριν τοῦ ἀνάρχου καί ἀτελευτήτου Θεοῦ καί τήν ἔλλαμψιν καί τήν ἐνέργειαν» αὐτῆς τῆς χάριτος στούς ἁγίους, ὥστε, «ἐνδυναμωθέντες καί φωτισθέντες» ὑπ’ αὐτῆς οἱ ἅγιοι, μπόρεσαν νά ἀγωνιστοῦν στόν κόσμο καί τώρα εὑρίσκονται μέ τό Θεό κατέχοντες «ἀδιαλείπτως» τή χάρη Του. Εἶναι κυκλοειδεῖς οἱ κανδῆλες γιατί «ἡ χάρις, ὡς χάρις τοῦ Θεοῦ, οὔτε ἀρχήν ἔχει, οὔτε τέλος, διά τοῦτο αὐταί εἶναι καί κυκλοειδεῖς. Καί συνεχίζει: «Ἔμπροσθεν δέ τοῦ Σωτῆρος τριφεγγής εἶναι (ἡ κανδήλα), ὅτι εἷς εἶναι αὐτός ὁ Θεός τῆς Ἁγίας Τριάδος καί ἐν αὐτῷ καί ὁ Πατήρ, ἀεί τό Πνεῦμα τό Ἅγιον εἶναι». Γιά τή λυχνία γράφει: «Λυχνία Χριστοῦ εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ἡ ὁποία διά τοῦ ἐλαίου μεταδοτική εἶναι τοῦ θείου ἐλέους καί πρόξενος θείου φωτισμοῦ, διά τοῦτο δέ καί φῶς προσφέρεται» (Ἅπαντα Συμεών, σελ. 358).
Θά συνεχίσουμε ὅμως, σύν Θεῷ, στό ἑπόμενο κήρυγμα. ΑΜΗΝ!
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου