ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2012


Κυριακή Ε' Λουκά: Ομιλία εις τον πλούσιον και τον εις τον Λάζαρον (Οσίου Αστερίου Επισκ. Αμασείας)

Η Ευαγγελική περικοπή της Θείας Λειτουργίας
Κατά Λουκάν Ευαγγέλιον, Κεφ. Ιστ. 19 – 31
Είπεν ο Κύριος: «άνθρωπος τις ήν πλούσιος, και ενεδιδύσκετο πορφύραν και βύσσον, ευφραινόμενος καθ’ ημέραν λαμπρώς. Πτωχός δέ τις ήν ονόματι Λάζαρος, ός εβέβλητο προς τον πυλώνα αυτού ηλκωμένος, και επιθυμών χορτασθήναι απο των ψιχίων των πιπτόντων απο της τραπέζης του πλουσίου, αλλά και οι κύνες ερχόμενοι απέλειχον τα έλκη αυτού. Εγένετο δέ αποθανείν τον πτωχόν, και απενεχθήναι αυτόν υπό των αγγέλων εις τον κόλπον Αβραάμ. Απέθανε δέ και ο πλούσιος και ετάφη. Και εν τω άδη, επάρας τους οφθαλμούς αυτού, υπάρχων εν βασάνοις, ορά τον Αβραάμ απο μακρόθεν και Λάζαρον εν τοις κόλποις αυτού. Και αυτός φωνήσας είπε, πάτερ Αβραάμ, ελέησόν με, και πέμψον Λάζαρον ίνα βάψη το άκρον του δακτύλου αυτού ύδατος, και καταψύξη την γλώσσάν μου, ότι οδυνώμαι εν τη φλογί ταύτη. Είπε δέ Αβραάμ: τέκνον, μνήσθητι ότι απέλαβες σύ τα αγαθά σου εν τη ζωή σου, και Λάζαρος ομοίως τα κακά. Νύν δέ ώδε παρακαλείται, σύ δέ οδυνάσαι.
Και επι πάσι τούτοις, μεταξύ ημών και υμών χάσμα μέγα εστήρικται, όπως οι θέλοντες διαβήναι ένθεν προς υμάς μή δύνωνται, μηδέ οι εκείθεν προς ημάς διαπερώσιν. Είπε δέ: ερωτώ ούν σε, πάτερ, ίνα πέμψης αυτόν εις τον οίκον του πατρός μου’ έχω γάρ πέντε αδελφούς, όπως διαμαρτύρηται αυτοίς, ίνα μή και αυτοί έλθωσιν εις τον τόπον τούτον της βασάνου. Λέγει αυτώ Αβραάμ: έχουσι Μωϋσέα και τους προφήτας, ακουσάτωσαν αυτών. Ο δέ είπεν: ουχί, πάτερ Αβραάμ, αλλ’ εάν τις απο νεκρών πορευθή προς αυτούς, μετανοήσουσιν. Είπε δέ αυτώ: ει Μωϋσέως και των προφητών ουκ ακούουσιν, ουδέ εάν τις εκ νεκρών αναστή πεισθήσονται.»


Απόδοση:

Είπε ο Κύριος, «Κάποιος άνθρωπος ήταν πλούσιος, φορούσε πολυτελή ρούχα και το τραπέζι του κάθε μέρα ήταν λαμπρό. Κάποιος φτωχός όμως, που τον έλεγαν Λάζαρο, ήταν πεσμένος κοντά στην πόρτα του σπιτιού του πλουσίου, γεμάτος πληγές, και προσπαθούσε να χορτάσει από τα ψίχουλα που έπεφταν από το τραπέζι του πλουσίου. Έρχονταν και τα σκυλιά και του έγλειφαν τις πληγές. Κάποτε πέθανε ο φτωχός, και οι άγγελοι τον πήγαν κοντά στον Αβραάμ. Πέθανε κι ο πλούσιος και τον έθαψαν. Στον άδη που ήταν και βασανιζόταν, σήκωσε τα μάτια του και είδε από μακριά τον Αβραάμ και κοντά του το Λάζαρο. Τότε φώναξε ο πλούσιος και είπε: ‘‘πατέρα μου Αβραάμ, σπλαχνίσου με και στείλε το Λάζαρο να βρέξει με νερό την άκρη του δάχτύλου του και να μου δροσίσει τη γλώσσα, γιατί υποφέρω μέσα σ’ αυτή τη φωτιά’’. Ο Αβραάμ όμως του απάντησε: ‘‘παιδί μου, θυμήσου ότι εσύ απόλαυσες την ευτυχία στη ζωή σου, όπως κι ο Λάζαρος τη δυστυχία. Τώρα λοιπόν αυτός χαίρεται εδώ, κι εσύ υποφέρεις. Κι εκτός απ’ όλα αυτά, υπάρχει ανάμεσά μας μεγάλο χάσμα, ώστε αυτοί που θέλουν να διαβούν από ’δω σ’ εσάς να μην μπορούν• ούτε οι από ’κει μπορούν να περάσουν σ’ εμάς’’. Είπε πάλι ο πλούσιος: ‘‘τότε σε παρακαλώ, πατέρα, στείλε τον στο σπίτι του πατέρα μου, να προειδοποιήσει τους πέντε αδερφούς μου, ώστε να μην έρθουν κι εκείνοι σ’ αυτόν εδώ τον τόπο των βασάνων’’. Ο Αβραάμ του λέει: ‘‘έχουν τα λόγια του Μωυσή και των προφητών• ας υπακούσουν σ’ αυτά’’. ‘‘Όχι, πατέρα μου Αβραάμ’’, του λέει εκείνος, ‘‘δεν αρκεί• αλλά αν κάποιος από τους νεκρούς πάει σ’ αυτούς, θα μετανοήσουν’’. Του λέει τότε ο Αβραάμ: ‘‘αν δεν υπακούνε στα λόγια του Μωυσή και των προφητών, ακόμη κι αν αναστηθεί κάποιος από τους νεκρούς, δεν πρόκειται να πεισθούν’’».

(Επιμέλεια κειμένου: Νικολέτα – Γεωργία Παπαρδάκη)


Ομιλία του Οσίου πατρός ημών Αστερίου Επισκόπου Αμασείας, στο κατά Λουκάν Ευαγγέλιον εις τον πλούσιον και εις τον Λάζαρον

Ο Θεός και Σωτήρ ημών εκπαιδεύει τους ανθρώπους όχι μόνον με αποφατικά και δογματικά θεσπίσματα, ώστε να μισούν την κακίαν και να αγαπούν την αρετήν, αλλά χρησιμοποιώντας και διαφωτιστικά υποδείγματα, παραδίδει με σαφήνεια τα μαθήματα της αγαθής βιοτής. Μας βοηθεί έτσι με έργα και με λόγους, να προαχθούμε στην κατάληψη της αγαθής και φιλοθέου ζωής. Πράγματι, αφού επανειλημμένως μας έχει παραγγείλει με το στόμα των Προφητών και των Ευαγγελιστών, αλλά και με την φωνήν την ιδικήν του, να αποστρεφώμεθα μεν τον υπερήφανον και υπεροπτικόν πλούτον, την δε φιλάνθρωπον διάθεση και την συνδυασμένην με την αρετήν πτωχεία να την αγαπούμε, έτσι και τώρα για να κάμει ακόμη πιο αξιόπιστον την συμβουλή για το καλόν, τεκμηριώνει τον λόγον με πρακτικά υποδείγματα, και με μίαν διήγηση περιγράφει τον πλούσιον και τον πτωχόν. Μας παρουσιάζει την αγάπη του ενός προς τις τιμές και τις απολαύσεις, σε συνδυασμό με την τεθλιμμένην ζωήν του άλλου, αλλά και την κατάληξη που είχε ο καθένας, για να ερευνήσωμε σε ποίον από τους δύο αυτούς αντιθέτους τρόπους ζωής υπάρχει η αλήθεια, και να γίνωμε συνετοί κριταί του εαυτού μας.

«Άνθρωπός τις ην πλούσιος και ενεδιδύσκετο πορφύραν και βύσσον». Με την χρήση δύο συντόμων ονομάτων ο λόγος εμπαίζει και διακωμωδεί την πλαδαρά και άμετρον διάχυσιν όσων πλουτούν κακώς. Διότι της μεν πορφύρας το χρώμα είναι πολυδάπανον και εξεζητημένον, της δε βύσσου η χρήσις τουλάχιστον δεν είναι αναγκαία. Εκείνοι όμως που εχουν εκλέξει τον ορθόν και απερίεργον τρόπον ζωής, αρέσκονται και αγαπούν να χρησιμοποιούν μόνον τα αναγκαία, να αποφεύγουν δε τον συρφετόν της ματαίας κενοδοξίας, καθώς και την πολυδάπανον διαβίωσιν, ως μητέρα της κακίας. Και για να γνωρίσωμε σαφέστατα την δύναμη του λεγομένου, ας καθορισθεί πρώτα η χρήσις των ενδυμάτων, ποία είναι τα οριά της και ποίοι οι κανόνες τους οποίους ακολουθούν οι συνετοί. Τι λέγει λοιπόν ο νόμος του δικαίου; Ο Θεός εδημιούργησε το πρόβατον με πλουσίαν κόμη και πολύ μαλλί. Πάρτο αυτό, κόψτου το μαλλί και δώστο στην υφαντικήν τέχνη. Κατασκεύασε με αυτό χιτώνα και ιμάτιον, ώστε να αποφεύγεις την ταλαιπωρίαν του χειμώνος και την βλάβη από τον καύσωνα. Εάν πάλι χρειάζεσαι και ένα ελαφρότερον ένδυμα κατά την εποχήν του θέρους, ο Θεός έδωσε την χρήσιν του λινού για μεγαλυτέραν άνεσιν. Σου είναι πολύ εύκολον να αποκτήσεις από αυτό το υλικόν όμορφο κάλυμμα για το σώμα σου, το οποίον θα σε ενδύει, και συγχρόνως θα σε δροσίζει με την ελαφρότητά του. Και όταν θα τα απολαύσεις αυτά, απόδωσε στον Κτήστιν ευχαριστία για το ότι όχι μόνο μας εδημιούργησεν, αλλά και για την ασφάλεια της ζωής μας εφρόντισεν. Αν όμως αφήσεις το πρόβατον και το μαλλί του και τα άλλα αναγκαία παρασκευάσματα για τα οποία έχει προνοήσει ο δημιουργός των όλων, και παρεκκλίνοντας σε ανοήτους επιθυμίες επιζητείς την βύσσον και συνάγεις τα νήματα των περσικών σκωλήκων, υφαίνεις δε αέρινον ιστόν αράχνης, και ερχόμενος στον βαφέα του προσφέρεις μεγάλες αμοιβές για να θηρεύσει κοχλίες από την θάλασσα και να βάψει με το αίμα αυτού του ζώου το ενδυμά σου, αυτό είναι χαρακτηριστικόν ανθρώπου υπερβολικά φιλοκτήμονος, ο οποίος σπαταλά την περιουσίαν του, και δεν έχει πού να διαθέσει το περίσσευμά της. Και για τούτο ευλόγως αυτός ο άνθρωπος μαστιγώνεται από το Ευαγγέλιον κατηγορούμενος ως βλαξ και θηλυπρεπής, αφού καλλωπίζεται με στολισμούς αθλίων κορασίων…

Στην πορφύρα δε και την βύσσον προσέθεσε το oτι ετρυφούσε κάθε ημέρα λαμπρώς. Οπωσδήποτε και τα δύο αυτά φανερώνουν μίαν και την αυτήν εσωτερικήν διάθεση, ο άχρηστος δηλαδή και εξεζητημένος στολισμός των ενδυμάτων, και η ηδυπαθής υποδούλωσις στην γαστέρα και τον φάρυγγα.
Η τρυφή λοιπόν είναι πράγμα που αντίκειται στην φιλάρετο ζωήν, φανερώνει δε μαλθακότητα και σύγχυσιν, άμετρον απόλαυση και ήθος δουλοπρεπές. Και όταν μεν αυτό ακούγεται, φαίνεται ωσάν να είναι ένα και το αυτό πράγμα. Όταν όμως εξετάζεται κατά μέρος και προσδιορίζεται ακριβώς, βλέπουμε ότι συνίσταται από πολλήν και ποικίλην και πολυκέφαλον κακίαν. Διότι τρυφή ημπορεί να υπάρξει και χωρίς την παρουσία πολλών υλικών αγαθών. Είναι δε αδύνατον να συσσωρεύσει κανείς υλικόν πλούτο χωρίς να αμαρτήσει, εκτός εάν συμβεί μία σπανία περίπτωσις, να έχει κάποιος και πλούτον άφθονον και να τηρεί με ακρίβεια το δίκαιον, όπως ο Ιώβ. Αυτός λοιπόν που ζει με τρυφήν χρειάζεται πρώτον οικίαν πολυτελή, στολισμένην όπως οι νύμφες με ψηφίδες και λίθους και χρυσόν, με προσανατολισμό κατάλληλον, ανάλογο με τις εναλλαγές των εποχών του έτους. Διότι πρέπει τον χειμώνα να κατοικεί σε μέρος ευήλιον και στραμμένον προς τις ακτίνες του νότου, η θερινή του όμως κατοικία πρέπει να βλέπει προς βορράν ώστε να αερίζεται από λεπτές και συγχρόνως ψυχρές βορεινές αύρες. Εκτός τούτου χρειάζονται πολυτελή καλύμματα για να ενδύουν τα βάθρα, τις κλίνες, τα στρώματα, τις θύρες. Πράγματι, όλα όσα έχουν, και τα άψυχα, τα ενδύουν επιμελώς, ενώ την ίδια στιγμήν οι πτωχοί ενδύονται ελεεινώς. Πρόσθεσε επί πλέον σ’ αυτά και αναλογίσου τον άργυρο των σκευών, τον χρυσόν, την πολυδάπανον προμήθεια των φασιανών, τον οίνον από την Φοινίκη, ο οποίος ρέει άφθονος για τους πλουσίους και πανάκριβος, από τις αμπέλους της Τύρου. Και εκτός τούτων, όλην την προπαρασκευήν της απολαύσεως, την οποίαν μόνον όσοι την μεταχειρίζονται ημπορούν να κατονομάσουν επιμελώς. Αυξανομένη δε καθημερινώς η τρυφή επί το πολυπλοκώτερον, χρησιμοποιεί στα φαγητά αρώματα από την Ινδίαν, ούτως ώστε οι μυροπώλες υπηρετούν τους μαγείρους περισσότερον από ό,τι οι ιατροί. Εδώ βάλε στο νου σου το πλήθος που περικυκλώνει κάθε τραπέζι, τους τραπεζοποιούς, τους οινοχόους, τους ταμίες και όσους πληρώνονται από αυτούς, τους μουσικούς, τις μουσικές, τις χορεύτριες, τους αυλητάς, τους γελωτοποιούς, τους κόλακες, τους παρασίτους, όλον τον συρφετόν που ακολουθεί την ματαιότητα.

Για να αποκτηθούν όλα αυτά, πόσοι πτωχοί αδικούνται! Πόσοι ορφανοί γρονθοκοπούνται! Πόσες χήρες δακρύζουν! Πόσοι σπαράσσονται δεινώς και τρέχουν στην αγχόνη! Και η ψυχή αυτών των ανθρώπων ωσάν να εγεύθη κάποιο νερό της λήθης, λησμονεί ολοτελώς τον εαυτόν της, δηλαδή ποία είναι και με τι έχει συζευχθεί, και ότι κάποτε αυτή η συζυγία της θα λυθεί, και όταν αναδημιουργηθεί το σώμα θα συγκατοικήσει πάλι μαζί του. Όταν έλθει ο κατάλληλος καιρός, και το απαραίτητον πρόσταγμα το οποίον την αποσπά από την κοινωνία με το σώμα, τότε γίνεται απολογισμός όλης της ζωής και ανωφελής μετάνοια, κατόπιν εορτής. Διότι η μεταμέλεια οφελεί τότε, όταν εκείνος που αλλάζει γνώμην έχει εξουσίαν της διορθώσεως. Όταν όμως η διόρθωσις γίνει ακατόρθωτος, η λύπη είναι άχρηστος, και ματαία η μετάνοια.

«Πτωχός δε τις ην ονόματι Λάζαρος». Και συνεχίζοντας ο λόγος τον χαρακτηρίζει όχι απλώς πτωχόν, δηλ. εστερημένον από δαπάνες και από την κτήση των αναγκαίων, αλλά επί πλέον και κατεχόμενον από οδυνηράν ασθένειαν, και σωματικώς καταβεβλημένον, χωρίς οικία, χωρίς οικογένεια, χωρίς θεραπεία, πεσμένον στην πύλη του πλουσίου. Και πολύ επιμελώς διεκτραγωδεί στην συνέχεια της διηγήσεως τις συμφορές του πτωχού, για να στηλιτεύσει την σκληρότητα εκείνου που δεν τον ελεεί.
Διότι όποιος δεν υποφέρει καθόλου, ούτε συμπάσχει εμπρός στην λιμοκτονία και την ασθένειαν, είναι άλογον θηρίον το οποίον κακώς έχει λάβει μορφήν ανθρώπου, και με την προαίρεσή του διαψεύδει την φύση, ή μάλλον είναι και από τα ίδια τα θηρία πιο ασυμπαθής, αφού και οι χοίροι αισθάνονται κάποιαν λύπην όταν σφάζεται ένας χοίρος, και βλέποντας το θερμόν αίμα να ρέει, γρυλλίζουν μελαγχολικά. Και οι βόες περικυκλώνουν τον φονευόμενον ταύρον, εκδηλώνοντας τον πόνο τους με έναν μυκηθμό γεμάτον πάθος. Τα δε σμήνη των γερανών, όταν κάποια σύντροφός τους πίπτει στην παγίδα, πετούν γύρω από την κρατουμένην και γεμίζουν τον αέρα με μία θρηνητικήν κραυγή, ζητώντας την ομόφυλο και σύντροφό τους. Και ο άνθρωπος, το λογικόν και ήμερον ζώον, το οποίον έχει αποστολήν να ομοιωθεί με τον Θεόν προοδεύοντας στην αγαθότητα, φροντίζει τόσον ολίγον για τους συνανθρώπους του στις οδυνηρές περιστάσεις των συμφορών τους!

Εκείτετο λοιπόν ο πονεμένος αυτός και ευγνώμων πτωχός χωρίς πόδια, διότι αν είχε θα έφευγε από τον απεχθή εκείνον και υπερήφανον, θα άλλαζε τόπον αντί της ξενοκτόνου εκείνης πύλης που ήταν κλεισμένη για τους πτωχούς, στερημένος από χέρια, χωρίς να έχει καν παλάμη να απλώσει για ελεημοσύνην, με φραγμένα και αυτά τα όργανα της φωνής, παράγοντας μόνον έναν βραχνό και τραχύν ήχον από το στήθος, με ακρωτηριασμένα όλα τα μέλη του, απομεινάρια κακής ασθενείας, μελαγχολικόν δείγμα της ανθρωπίνης αδυναμίας. Αλλά όμως ούτε ο κατάλογος αυτός των συμφορών κατέστη δυνατόν να συγκινήσει εκείνον τον άκαμπτον, αλλά παρέβλεπε σαν κάποιον λίθο τον άνθρωπον, αμαρτάνοντας χωρίς πρόφαση. Διότι δεν ημπορούσε να προβάλει την κοινήν και πρόχειρον δικαιολογίαν ότι δεν εγνώριζα, δεν είχα πάρει είδηση, διέφευγε της προσοχής μου ότι ο πτωχός υποφέρει. Γιατί εκείνος εκείτετο εμπρός στην πύλη, θέαμα για τους εισερχομένους και τους εξερχομένους, για να καταστήσει αναπολόγητον τoν υπερήφανον εκείνον. Επιθυμούσε και τα ψιχία της τραπέζης, και ούτε αυτά ημπορούσε να απολαύσει, αλλά ενώ ο πλούσιος εκινδύνευε να διαρραγεί από την πλησμονήν, ο πτωχός έλιωνε από την πείνα. Είναι καλόν και δίκαιον να αναθέσωμε σε εκείνην την Χαναναίαν από την Φοινίκη να διδάξει τον μισάνθρωπον πλούσιον, λέγοντάς του εκείνα που έχουν γραφεί, δηλαδή: Ω, αχαρακτήριστε και υπερήφανε, «και τα κυνάρια εσθίει από των ψιχίων των πιπτόντων από της τραπέζης των κυρίων αυτών». Και συ δεν εθεώρησες άξιον αυτής της δωρεάς ούτε τον αδελφόν, τoν συνάνθρωπόν σου; Αλλά οι μεν κύνες ετρέφοντο επιμελώς, οι φύλακες ιδιαιτέρως, οι κυνηγοί του χωριστά, και υπό στέγην κατοικούσαν και κλίνην και υπηρέτες διέθεταν, ο καθένας από τους οποίους είχε την αποστολήν του. Η δε εικόνα αυτή του Θεού, είχε ριφθεί στο χώμα παρημελημένη και καταπατουμένη, αυτή που διεπλάσθη από τoν αριστοτέχνην και δημιουργόν των όλων με το ίδιο του το χέρι, όπως αξιοπίστως τεκμηριώνει ο Μωυσής στην Γένεση.

Και αν ετελείωνε μέχρις εδώ το διήγημα του Λαζάρου, και αυτή ήταν η φύσις των πραγμάτων, ώστε η ζωή μας να περιορίζεται στην ανωμαλίαν αυτού του κόσμου, θα άφηνα παραπονούμενος δυνατές φωνές, πως εμείς που δημιουργηθήκαμε ομότιμοι, διάγουμε τόσον άνισα μαζί με τους συνανθρώπους μας. Επειδή όμως πτωχέ μου αδελφέ, τα υπόλοιπα είναι ωραία να τα ακούσει κανείς, αφού πρώτα στενάξεις για τα προηγούμενα, ετοιμάσου να ευθυμήσεις, μαθαίνοντας την μακαρίαν απόλαυση του συμπτώχου σου. Διότι θα ακούσεις για το ακριβές δικαστήριον του δικαίου κριτού, στο οποίο στενάζει αυτός που έζησε μέσα στα πάθη και τις ηδονές, και τρυφά εκείνος που μοχθούσε. Ο καθένας τους αποκομίζει αυτά που του αξίζουν.

«Εγένετο δε αποθανείν τον πτωχόν και απενεχθήναι υπό των αγγέλων εις τoν κόλπον του Αβραάμ». Βλέπεις τους διακονητάς του δικαίου και πτωχού, και τους υπηρέτες της μεταστάσεώς του; Άγγελοι ανέλαβαν να τον προστατεύουν, οι οποίοι βλέποντας προς αυτόν με προσήνεια και πραότητα, προεδήλωναν με το σχήμα τους την απόλαυση και την αίνεση που τον αναμένει. Διότι μετεφέρθη και ετοποθετήθη στις αγκάλες του πατριάρχου Αβραάμ, πράγμα που παρέχει αφορμήν απορίας σε όσους ερευνούν τα βάθη των Γραφών. Πράγματι, εάν όλοι οι δίκαιοι που φεύγουν από την ζωήν αυτήν, μετεφέροντο στoν ίδιον τόπον, η αγκάλη αυτή θα ήταν πολύ μεγάλη, η εκτασίς της θα ήταν άπειρος, εάν βεβαίως έμελλε να χωρέσει όλον το πλήθος των οσίων. Εάν όμως αυτό είναι εντελώς αδύνατον, διότι μια ανοικτή αγκάλη, δύσκολα περικλείει και έναν ακόμη άνθρωπο, το πολύ δε δύο βρέφη, τότε εδώ πρόκειται για κάποιαν θαυμαστήν θεωρίαν, η οποία δια μέσου της εικόνος της αισθητής αγκάλης, μας χειραγωγεί σε κάποια νοητήν πραγματικότητα. Τι εννοεί δηλαδή με αυτό; Ο Αβραάμ, λέγει, δέχεται όσους είχαν θεάρεστον τρόπον ζωής εδώ. Ειπέ μας, λοιπόν, ω θεσπέσιε Λουκά (σου απευθύνομαι σαν να είσαι παρών και να σε βλέπω), γιατί ενώ οι δίκαιοι είναι πολλοί και παλαιότεροι από τoν Αβραάμ, αυτήν την τιμήν την επεφύλαξε γι’ αυτόν που είναι μεταγενέστερος, αποσιωπώντας τoν Ενώχ, τoν Νώε, και όσους άλλους ηκολούθησαν τoν ίδιον τρόπον ζωής;

Αλλά σε αντιλαμβάνομαι νομίζω, και δεν απομακρύνει από το θέμα μας η εξήγηση που έχω στο νου μου. Επειδή δηλαδή ο Αβραάμ ήταν δούλος του Χριστού, και αυτός εδέχθη τις φανερώσεις του Χριστού περισσότερον από τους άλλους ανθρώπους, αλλά και το μυστήριον της Τριάδος διετυπώθη αρκετά φανερά στην σκηνή τούτου του γέροντος, τότε που εφιλοξένησε τους τρείς αγγέλους ως άνδρες οδοιπόρους. Και γενικώς από πολλά μυστικά αινίγματα, αυτός ο άνθρωπος έγινε οικείος του Θεού, ο οποίος μετά από χρόνια εφόρεσε την σάρκα, και δια μέσου του ανθρωπίνου τούτου παραπετάσματος ομίλησε φανερά στους ανθρώπους. Γι’ αυτό λέγει ότι ο κόλπος, η αγκάλη του, είναι ωσάν γαλήνιος λιμένας και ακύμαντον αναπαυτήριον των δικαίων. Διότι η σωτηρία όλων μας και η ελπίς και η προσδοκία του μέλλοντος αιώνος είναι ο Χριστός, ο οποίος ως γνωστόν εβλάστησεν ανθρωπίνως από την σάρκα του Αβραάμ. Και μου φαίνεται ότι η τιμή που αποδίδει ο λόγος προς τoν γέροντα, έχει αναφοράν στoν Σωτήρα, ο οποίος είναι και κριτής και μισθαποδότης της αρετής, και προσκαλεί τους δικαίους με την ευγενικήν φωνή του λέγοντας: «Δεύτε, οι ευλογημένοι του Πατρός μου, κληρονομήσατε την ητοιμασμένην υμίν βασιλείαν».

«Εγένετο δε αποθανείν τον πτωχόν». Είναι διπλή η έννοια της πτωχείας του Λαζάρου. Δηλώνει αφ’ ενός μεν την έλλειψη των αναγκαίων, αφ’ ετέρου δε την μετριοφροσύνην και την ταπεινότητα του ήθους. Μην οικειοποιείται λοιπόν τον έπαινον της αρετής εκείνος που είναι άπορος από υλικά αγαθά, και πτωχός σε χρήματα, ούτε να νομίζει ότι θα του αρκέσει η πτωχεία για να σωθεί. Διότι δεν επαινείται ο κατ’ ανάγκην πτωχός, αλλά θαυμάζεται εκείνος που έχει και εσωτερικήν μετριοφροσύνην. Επειδή σε αυτούς που απλώς είναι άποροι, έχουν όμως διαγωγήν ακαλλιέργητον και δεν αγωνίζονται για την αρετήν, η αναγκαστική ακτημοσύνη τους γίνεται εφόδιον πολλών και πονηρών τολμημάτων. Και μάλιστα εγώ, όποτε έχω παρευρεθεί σε επίσημο δικαστήριον, είδα ότι όλοι οι κλέπτες και οι σωματέμποροι, οι λωποδύτες και αυτοί οι δολοφόνοι, είναι πτωχοί, χωρίς οικία και οικογένεια. Ως εκ τούτου είναι ολοφάνερον ότι η Γραφή εδώ μακαρίζει τον πτωχόν εκείνον ο οποίος υπομένει τους μόχθους με ψυχήν φιλόσοφον, καρτερεί δε με γενναιότητα τις διάφορες περιστάσεις της ζωής, και δεν καταφεύγει σε καμμίαν κακουργία για να χαρίσει στην σάρκα την απόλαυση της τρυφής. Αυτόν εννοεί σαφώς ο Κύριος στον πρώτον μακαρισμόν, όταν λέγει «Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι». Ούτε λοιπόν κάθε πτωχός είναι δίκαιος, αλλά εκείνος που είναι σαν τον Λάζαρον, ούτε κάθε πλούσιος είναι καταδικασμένος, αλλά αυτός που ζεί με προαίρεσιν ομοίαν με εκείνην που είχεν ο σύγχρονος του Λαζάρου.

Και ολοφάνεροι μάρτυρες τούτου είναι όσοι είχαν την εμπειρίαν αυτή στην ζωή τους. Πράγματι, ποίος ήταν πλουσιώτερος από τον Ιώβ; Αλλά όμως η περισσή ευπορία ούτε απεξένωσε τον άνδρα αυτόν από την δικαιοσύνην, ούτε, με έναν λόγον, τον εξώρισεν από την αρετήν. Ποίος ήταν πτωχότερος από τον Ισκαριώτη; Και όμως δεν τον οφέλησε καθόλου η πτωχεία στην σωτηρία του, αλλά μολονότι συνανεστρέφετο με τους ένδεκα πτωχούς φιλοσόφους και μάλιστα με τον ίδιον τον Κύριον, ο οποίος επτώχευσεν αυτοπροαιρέτως, παρεξετράπη από την κακήν του προαίρεση στη φιλαργυρία και από αυτήν εραδιούργησε και την προδοσίαν.

Αξίζει όμως να εξετάσωμε συνετώς και την εκφορά που έγινε στον καθένα τους όταν απέθαναν. Ο μεν πτωχός λοιπόν όταν εκοιμήθη είχεν αγγέλους να τον προστατεύουν και να τον υπηρετούν, οι οποίοι τον οδηγούσαν με καλές ελπίδες στον τόπον της αναπαύσεως. «Ο δε πλούσιος αποθανών», λέγει, «ετάφη». Με κανένα καταλληλότερον τρόπον δεν θα ημπορούσε η Γραφή να περιγράψει, και μάλιστα μονολεκτικώς, την άδοξο κατάληξη του πλουσίου. Διότι όταν ο αμαρτωλός αποθνήσκει, όντως θάπτεται, επειδή είναι χοϊκός κατά το σώμα, γήινος δε και κατά την ψυχήν, αφού με την συμπάθεια προς την σάρκα, έχει υποβιβάσει την φυσικήν υπεροχή της ψυχής προς τα υλικά, και δεν αφήνει καμμίαν αγαθήν ανάμνηση της ζωής του, αλλά καλύπτεται από άδοξο λήθη, και έχει το ίδιο τέλος με τα βοσκήματα. Διότι όπως ο τάφος δέχεται το σώμα, έτσι και ο άδης την ψυχή: δύο σκοτεινά δεσμωτήρια που μοιράζονται του πονηρού ζώου την τιμωρίαν. Και ποίος δεν θα κατηγορούσε τον άθλιον για την απερισκεψία του; Όσον ευρίσκετο επάνω από το χώμα, εκαυχάτο, υπερηφανεύετο, περιφρονούσε όλους τους οικείους και συνανθρώπους του, και θεωρούσε σχεδόν σαν μύρμηκες και σκώληκες όποιους συναντούσε, έτοιμος να διαρραγεί από την κενοδοξίαν. Όταν όμως απεσπάσθη από την ζωήν αυτή, και εστερήθη σαν μαστιγωμένος δούλος από εκείνα που δεν του ανήκαν, των οποίων από μωρίαν ενόμιζε πως είναι κύριος, τότε κρημνίζεται στην αντίρροπο της υπερηφανείας ταπεινότητα, και εκφωνώντας γραώδεις οδυρμούς επικαλείται διαρκώς και ανωφελώς τον Πατριάρχην, λέγοντας: «Πάτερ Αβραάμ, ελέησόν με και πέμψον Λάζαρον, ίνα βάψει το άκρον του δακτύλου αυτού ύδατος και καταψύξει την γλώσσαν μου, ότι οδυνώμαι εν τη φλογί ταύτη», ζητώντας έλεος, το οποίον δεν έδωσε τότε που είχε πρόχειρον την εξουσία να ευεργετεί. Και είχε την αξίωση να έλθει βοηθός του κατά του πυρός ο Λάζαρος, επιθυμώντας να απομυζήση τον δάκτυλο του λεπρού, δροσισμένον με λίγο νερό. Αυτές είναι οι απερισκεψίες των φιλοσωμάτων, αυτό είναι το τέλος των φιλοπλούτων.

Οφείλει λοιπόν όποιος είναι συνετός και ανησυχεί για το μέλλον, να αποφύγει την πείραν των ομοίων κακών, θεωρώντας την παραβολήν, ως φάρμακον που μας προφυλάσσει από την ασθένεια, και να ασκήσει την συμπάθεια και την φιλανθρωπίαν ως αιτίαν της μελλούσης ζωής. Διότι ο λόγος μας εξέθεσε δραματικώς την νουθεσίαν, αναφερόμενος σε ορισμένα πρόσωπα, ώστε να διδαχθούμε εμψύχως, με ζωντανά υποδείγματα, τον νόμον της αγαθής βιοτής και ποτέ να μη καταφρονήσωμε τα παραγγέλματα της Γραφής, ωσάν να εκφοβίζουν δήθεν μόνον λεκτικώς, χωρίς να προάγουν την απειλήν σε τιμωρία. Γνωρίζω πράγματι, ότι οι περισσότεροι άνθρωποι δελεάζονται από παρόμοιες υποψίες, και χαρίζουν στον εαυτόν τους ανεμπόδιστον την εξουσία του να αμαρτάνουν. Αλλά από ό,τι είδαμε εδώ, η Γραφή διδάσκει ότι καμμία συγγνώμη δεν ημπορεί να ελαφρύνει εκείνην την κόλασιν, ούτε εκείνη η φιλανθρωπία ελαττώνει την ορισμένην τιμωρίαν, εάν μάλιστα πρέπει να τεκμηριώσωμε τον λόγον από αυτά που είπεν ο Πατριάρχης.

Διότι αν και τόσο πολλές ικεσίες και μύριες ελεεινές φωνές ήκουσε από τον πλούσιον, ούτε από τους οδυρμούς του εκάμφθη, ούτε τον εξέβαλε από την οδύνην, εκείνον που πικρώς εμαστίζετο, αλλά με αυστηρόν φρόνημα επεκύρωσε την δικαίαν κρίσιν, λέγοντας ότι ο Θεός ετοποθέτησε τον καθένα εκεί που του άξιζε. Και σε σένα μεν, ο οποίος απελάμβανες την ζωήν σου εις βάρος των ξένων συμφορών, ορίσθησαν αυτά τα βασανιστήρια ως καταδίκη για τα πλημελήματά σου. Σε εκείνον δε, ο οποίος εμόχθησε εκεί και κατεπιέσθη, και εγεύθη την πικρία σε όλην την ένσαρκο ζωήν του, απενεμήθη εδώ γλυκεία και ευφρόσυνος κατάστασις. Όμως εκτός αυτού, υπάρχει και χάσμα μέγα, το οποίον τους εμποδίζει να έλθουν σε επαφή μεταξύ τους, και χωρίζει τους τιμωρούμενους από τους τιμώμενους, για να διάγουν ξεχωριστά, έχοντας καθαράν την απόλαυση των αγαθών και των κακών.

Πιστεύω δε ότι η αισθητή παραβολή, αποτελεί υπαινιγμό νοητής θεωρίας. Δεν πρέπει δηλαδή να εννοήσωμε κάποιαν τάφρο την οποίαν έχουν ανοίξει οι άγγελοι, όπως γίνονται τα χαρακώματα μεταξύ των εχθρικών στρατοπέδων, αλλά ο Λουκάς έθεσε την εικόνα του χάσματος για να τονίσει την σαφή διάκριση, το ότι δεν υπάρχει επικοινωνία μεταξύ αυτών που έζησαν ενάρετα και των άλλων. Επισφραγίζει δε αυτήν την εξήγησή μας και ο Ησαίας λέγοντας «Μη ουκ ισχύει η χείρ Κυρίου του σώσαι, ή εβάρυνε το ους αυτού του μη ακούσαι; Αλλά τα αμαρτήματα υμών, διϊστώσιν ανά μέσον υμών και ανά μέσον του Θεού».


(4ος αιών, ΒΕΠΕΣ τόμ. 71, σελ. 237 - Από το βιβλίο "Πατερικόν Κυριακοδρόμιον", σελίς 337 και εξής. Επιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλάς)
(Πηγή ηλ. κειμένου: orp.gr)
http://www.alopsis.gr/modules.php?name=News&file=article&sid=2047

Κυριακή Ε΄ Λουκά - Σκληροκαρδία †Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου


Σκληροκαρδία

(Ομιλία του †Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου)

«Ὀδυνῶμαι ἐν τῇ φλογὶ ταύτῃ» (Λουκ. 16,24)
ΚΑΠΟΤΕ, ἀγαπητοί μου, δὲν ὑπῆρχαν ἄνθρωποι ἐγγράμματοι, σχολεῖα, πανεπιστήμια, τὰ σημερινὰ μέσα (ῥαδιόφωνα, τηλεοράσεις κ.τ.λ.). Οἱ ἄνθρωποι κατοικοῦσαν σὲ καλύβες, ἦταν πολὺ φτωχοί. Ζοῦσαν ὅμως εὐτυχισμένοι, γιατὶ εἶχαν κάτι ἀνώτερο καὶ τώρα πλέον σπάνιο. Κι αὐτὸ εἶναι ἡ πίστις. Ἐκεῖνοι πίστευαν. Ποῦ πίστευαν; Στὰ δόγματα τῆς ἁγίας μας Ἐκκλησίας· ὅτι ὑπάρχει Θεός, ψυχὴ ἀθάνατη, ἄλλος κόσμος, κρίσις, παράδεισος, κόλασις. Τώρα; Ἂν ἀκουστοῦν τέτοια πράγματα, κοροϊδεύουν. Ἡ ἀθεΐα, ποὺ ἦταν ἄγνωστο πρᾶγμα, τώρα πλημμύρισε τὸν τόπο μας καὶ τὸν κόσμο ὁλόκληρο, ἔγινε παγκόσμιο φαινόμενο.
Πρῶτα ἔλεγε ὁ πατέρας στὸ παιδὶ καὶ ἡ ἀγράμματη γιαγιὰ στὸ ἐγγόνι· Πρόσεχε, παιδάκι μου, μὴ λὲς ψέμματα, γιατὶ θὰ κολαστῇς· μὴ βλαστημᾷς, θὰ κολαστῇς· μὴ λὲς αἰσχρὰ λόγια, θὰ κολαστῇς· μὴ κάνῃς αὐτὸ ἢ ἐκεῖνο, θὰ κολαστῇς. Τώρα ὁ διάβολος πῆρε τὴ γομμολάστιχά του κ᾽ ἔσβησε ἀπὸ τὸ λεξικὸ τῶν ἀνθρώπων τὶς ὡραιότερες λέξεις τῆς πίστεώς μας. Κόλασις; σοῦ λέει τώρα· παραμύθια τῆς γιαγιᾶς! τώρα προωδεύσαμε, δὲν τὰ πιστεύουμε αὐτά· ἐδῶ εἶναι ἡ κόλασι, ἐδῶ καὶ ὁ παράδεισος…

Ἐν τούτοις ὑπάρχει κόλασις. Σὰν ἁμαρτωλὸς ποὺ εἶμαι κ᾽ ἐγώ, θὰ ἤθελα νὰ μὴν ὑπάρχῃ.  Θὰ ἤθελα, λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, νὰ μὴν ὑπάρχῃ κόλασις· ἀλλὰ τί νὰ γίνῃ, κόλασις ὑπάρχει. Ὅσο εἶναι βέβαιο ὅτι ὑπάρχει νύχτα, ἄλλο τόσο εἶναι κι ὅτι ὑπάρχει κόλασις.
Ὑπάρχει κόλασις. Ποιός τὸ βεβαιώνει; ἦρθε κανεὶς ἀπ᾽ τὸν ἄλλο κόσμο, βγῆκε κανεὶς ἀπ᾽ τὸ νεκροταφεῖο, νὰ ἔρθῃ νὰ μᾶς πῇ, ὅτι ὑπάρχει κόλασις; Ἔγιναν καὶ νεκραναστάσεις. Ἀλλὰ σήμερα ἀκοῦμε μιὰ ἄλλη μαρτυρία, ποὺ εἶναι ἀσυγκρίτως ἰσχυρότερη ἀπὸ τὸ ν᾽ ἀναστηθοῦν δέκα - δεκαπέντε - εἴκοσι νεκροὶ ἢ κι ὁλόκληρο νεκροταφεῖο. Καὶ ἡ μαρτυρία αὐτὴ εἶναι – τίνος; τοῦ Χριστοῦ! Ἂς πέσουμε νὰ προσκυνήσουμε! Ὁ Χριστὸς ἦρθε ἀπὸ τὸν ἄλλο κόσμο, πάνω ἀπ᾽ τ᾽ ἄστρα καὶ τοὺς γαλαξίες, ἀπὸ τὸ ὑπερπέραν, καὶ αὐτὸς βεβαιώνει. Ὅλοι ψεύδονται, ἕνας δὲν εἶπε ψέμα· αἰῶνες περνοῦν, ἀλλὰ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ μένουν αἰώνια. Καὶ ὁ ἥλιος θὰ σβήσῃ καὶ τὰ ἄστρα θὰ πέσουν καὶ ἡ γῆ θὰ καῇ, ἀλλὰ τὰ λόγια ποὺ εἶπε ὁ Χριστὸς κανείς δὲν μπορεῖ νὰ τὰ κλονίσῃ.
Τί εἶπε λοιπὸν ὁ Χριστός; Μᾶς βεβαίωσε, ὅτι ὑπάρχει παράδεισος καὶ κόλασις. Ποῦ;Στὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο. Τὸ ἀκούσαμε καθαρά.
Ζοῦσε, λέει ἡ παραβολή, ἕνας φτωχὸς - πολὺ φτωχὸς ἄνθρωπος. Δραχμὴ δὲν εἶχε στὴν τσέπη. Δὲν εἶχε φαΐ, ροῦχο, σπίτι· ἦταν ἀκόμα ἄρρωστος, μὲ πληγὲς στὸ σῶμα, καὶ δίχως φάρμακα. Γιὰ νὰ ζήσῃ, ἀναγκαζόταν νὰ κάθεται ἔξω ἀπ᾽ τὸ σπίτι ἑνὸς πλουσίου. Πεινασμένος, περίμενε πότε ν᾽ ἀ νοίξῃ τὸ παράθυρο τοῦ ἀρχοντικοῦ, ποὺ κάθε μέρα εἶχε πλούσιο φαγητό, νὰ τινάξουν οἱ ὑπηρέτες τὸ τραπεζομάντηλο,  κι αὐτὸς σάλιωνε τὸ δάχτυλό του καὶ μάζευε τὰ ψίχουλα ποὺ ἔπεφταν· μ᾽ αὐ τὰ ζοῦσε. Ἐν τῷ  μεταξὺ τὰ σκυλιά, πιὸ σπλαχνικὰ ἀπ᾽ τοὺς ἀνθρώπους, ἔρχονταν κ᾽ ἔγλειφαν τὶς πληγές του. Ἀλλὰ ἦρθε ἡ μέρα ποὺ πέθανε ὁ φτωχός, πέθανε μετὰ καὶ ὁ πλούσιος. Μετά; Τέλος, μηδέν;
Ὄχι! Πέρα ἀπ᾽ τὸν τάφο ἀρχίζει ἄλλη ζωή. Τὸ φτυάρι τοῦ νεκροθάφτη δὲ σβήνει τὸν ἄνθρωπο. Ὁ θάνατος εἶναι ἡ ἀρχὴ μιᾶς νέας ἀπεράντου ζωῆς· ἀρχίζει παράδεισος γιὰ τοὺς δικαίους – καὶ τὸ φτωχὸ Λάζαρο, κόλασις γιὰ τοὺς ἁμαρτωλοὺς – καὶ τὸν ἀμετανόητο πλούσιο. Τότε, μέσα ἀπ᾽ τὰ βάσανα τοῦ ᾅδου, σήκωσε ὁ πλούσιος τὰ μάτια καὶ τί νὰ δῇ· στὸ κέντρο τοῦ παραδείσου, στὴν ἀγκάλη τοῦ πατριάρχου Ἀβραάμ (τοῦ προϊσταμένου τρόπον τινὰ τοῦ παραδείσου), βλέπει τὸ φτωχὸ Λάζαρο. Ἀπόρησε. Καὶ  φωνάζει· ―Πάτερ Ἀβραάμ, λυπήσου με καὶ στεῖλε τὸ Λάζαρο, νὰ μοῦ δροσίσῃ τὴ γλῶσσα μὲ μιὰ σταλαγματιὰ νερὸ, γιατὶ ὑποφέρω μέσα σὲ τούτη τὴ φλόγα. Τοῦ ἀπαντᾷ ἐκεῖνος· ―Δικαίως τιμωρεῖσαι. Στὸν κόσμο ἐσὺ ἀπήλαυσες ὅλα  τὰ εὐχάριστα, ἐνῷ αὐτὸς ὅλα τὰ δυσάρεστα·  τώρα ἔγινε ἀλλαγή. Κ᾽ ἐπὶ πλέον μᾶς χωρίζει  χάσμα ἀγεφύρωτο. ―Σὲ παρακαλῶ τοὐλάχιστον,  πάτερ, στεῖλ᾽ τον στὸ πατρικό μου· ἔχω πέντε  ἀδέρφια, ποὺ ζοῦν κι αὐ τοὶ ὅπως ἐγώ, νὰ τοὺς  εἰδοποιήσῃ, γιὰ νὰ μὴν ἔρθουν κι αὐτοὶ σὲ τούτη τὴν κόλασι. ―Δὲν εἶναι ἀνάγκη, ἀπαντᾷ ὁ Ἀβραάμ· ἔχουν τὸ Μωυσῆ καὶ τοὺς προφῆτες (τὴ Γραφή), ἂς τοὺς ἀκούσουν. ―Ὄχι, πάτερ Ἀβραάμ, δὲν πρόκειται ν᾽ ἀκούσουν· ἂν ὅμως πάῃ σ᾽ αὐτοὺς κάποιος ἀπὸ τοὺς νεκρούς, θὰ μετανοήσουν. Τότε ὁ Ἀβραὰμ τοῦ λέει· ―Ἂν δὲν ἀκοῦνε τὸ Μωυσῆ καὶ τοὺς προφῆτες (τὴν ἁγία Γραφή), οὔτε κι ἂν ἀναστηθῇ κάποιος ἀπὸ τοὺς νεκροὺς θὰ πεισθοῦν· «οὐδὲ ἐάν τις ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ πεισθήσονται»(Λουκ. 16,31).
Γιατί, ἀγαπητοί μου, ὁ πλούσιος τοῦ εὐαγγελίου πῆγε στὴν κόλασι; σκότωσε, ἔκλεψε, ἀτίμασε, πόρνευσε, μοίχευσε; – γιατὶ ἔτσι λένε μερικοί· Ἐγὼ δὲ σκότωσα, δὲν ἔκλεψα, δὲ μοίχευσα, δὲν ἔκανα τὸ ἕνα ἢ τὸ ἄλλο. Λάθος κάνεις, ἂν νομίζῃς ὅτι λέγοντας αὐτὰ ἀπαλλάσσεσαι. Ὑπάρχει κάτι πιὸ σοβαρό. Ὁ πλούσιος αὐτὸς κολάστηκε ὄχι γιὰ κάτι ἀπὸ αὐτά, ἀλλὰ διότι εἶχε μιὰ ἄλλη ἁμαρτία· εἶχε μιὰ μεγάλη ἔλλειψι, ποὺ ὅποιος τὴν ἔχει δὲν εἶναι Χριστιανός· δὲν εἶχε ἀγάπη, ἦταν ἄσπλαχνος, δὲν ἐνδιαφερόταν γιὰ τὸν ἄλλο. Ἤξερε νὰ ζῇ αὐτὸς καλὰ στὸ σπίτι μὲ τὴν οἰκογένειά του, νά ᾿χῃ ροῦχα θέρμανσι φαγητὸ γλέντια χορούς, καὶ δὲν τὸν ἔνοιαζε, καρφὶ δὲν τοῦ καιγόταν, ἂν ὁ κόσμος  χάνεται. Αὐτὴ ἦταν ἡ μεγάλη ἁμαρτία του. Ἀπὸ ᾽δῶ μαθαίνουμε, ὅτι ὅποιος δὲν κάνει τὸ καλό —ὅλοι μποροῦν—, θὰ κολαστῇ, ἔστω κι ἂν  ἔχῃ φυλαχτῇ ἀπὸ ἄλλα μεγάλα ἁμαρτήματα.
Τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο εἶναι καθρέπτης γιὰ τὸν καθένα. Καθρεπτίζεται ἐδῶ ἡ σημερινὴ κοινωνία, ἡ ὁποία εἶνε ἄσπλαχνη, σκληρή. Κλείστηκε ὁ καθένας στὸ καβούκι του, ὅπως ὁ σαλίγκαρος, καὶ δὲν ἐνδιαφέρεται γιὰ τίποτ᾽ ἄλλο. Οἱ ἄνθρωποι ἔγιναν φίλαυτοι, ἐγωϊσταί·κοιτάζουν τὴ γυναῖκα καὶ τὰ παιδιά τους, νὰ περνοῦν καλά, νά ᾿χουν ὅλα τ᾿ ἀγαθά, καὶ γιὰ τὸν ἄλλον; τίποτε ἀπολύτως! Αὐτὴ εἶνε ἡ ἁμαρτία τοῦ αἰώνα μας, ἡ σκληροκαρδία.
Δὲ βλέπουν;τοὺς τύφλωσε ὁ δαίμονας; Ἂν ἄνοιγαν τὰ μάτια τους, καὶ τί δὲν θά ᾽βλεπαν, ὄχι μόνο στὴν πατρίδα μας ἀλλὰ παντοῦ στὸν κόσμο! Τὴν ὥρα ποὺ ἐσύ, ἀχάριστε ἄνθρωπε, τρῶς καὶ δὲν κάνεις οὔτε σταυρό, στὴν Αἰθιοπία τὰ παιδιὰ πεθαίνουν ἀπὸ τὴν πεῖνα. Τὴν ὥρα ποὺ ἐσὺ ἔχεις θέρμανσι καὶ παπλώματα καὶ ζεσταίνεσαι, ὁ ἄλλος κρυώνει, δὲν ἔχει ροῦχο νὰ φορέσῃ, εἶναι γυμνός. Καὶ τὴν ὥρα ποὺ ἐσὺ ἔχεις ὅλα τὰ μέσα διασκεδάσεως, αὐτὸς δὲν ἔχει οὔτε φάρμακο γιὰ τὴν ἀρρώστια του. Εἶνε ψέμα τὸ λεγόμενο ὅτι δὲν ὑπάρχουν φτωχοί. Ὑπάρχουν χῆρες, ὀρφανά, ἀνάπηροι, ἀσθενεῖς, γέροντες. Πεντάρα δὲ δίνει ὁ ἄλλος. Καὶ ἀναγκάζεται ἡ Ἐκκλησία παραμονὲς Χριστουγέννων καὶ βγάζει δίσκο γιὰ ὅλους αὐτούς. Καὶ τί συλλέγει; ψίχουλα, ὅπως ἐκεῖνα ποὺ ἔπεφαν ἀπ᾽ τὰ τραπεζομάντηλα τοῦ πλουσίου. Γι᾿ αὐτὸ γίνονται οἱ κοινωνικὲς ἐπαναστάσεις, γι᾿ αὐτὸ ἔγινε ὁ κομμουνισμός· ἦταν δικαία τιμωρία σὲ μία σκληρὴ κοινωνία. Δὲν μπορεῖς ἐσὺ νὰ τρῶς γιὰ ἑκατό, κι ὁ ἄλλος νὰ μὴν ἔχῃ οὔτε ψωμί.
Δὲν εἶνε αὐτὰ σωστά· τὰ καταδικάζει τὸ Εὐαγγέλιο στὴ σημερινὴ περικοπή. Θὰ ποῦν κάποιοι· Ἐμεῖς δὲν ἔχουμε… Δὲν κατοικῶ στὸ φεγγάρι, κατοικῶ ἐδῶ καὶ παρακολουθῶ. Λένε, ὅτι δὲν ἔχουν. Πῶς δὲν ἔχουν;
Γιὰ τὸ Θεὸ δὲν ἔχουν, γιὰ τὸ φτωχό, τὴ χήρα, τὸν ἀνάπηρο, τὸν ἀσθενῆ. Γιὰ τὸν ἑαυτό τους ὅμως, τὸν κακὸ ἑαυτό τους, ἔχουν. Ἐρωτῶ˙ τί ξοδεύουν γιὰ τὸ τσιγάρο, τὸ ποτό, τὰ ναρκωτικά, τὰ νυχτερινὰ κέντρα, τὶς ντισκοτέκς; Ἑκατομμύρια! Γλεντοκοποῦν καὶ γιὰ νὰ διασκεδάσουν σπᾶνε πιάτα, δεκάδες κ᾽ ἑκατοντάδες, πεντακόσα - ἑξακόσα πιάτα, καὶ μετὰ περνάει τὸ κάρρο τοῦ δήμου, τὰ φορτώνει καὶ τὰ πετάει σ᾿ ἕνα λόφο. Αὐτὴ εἶναι ἡ κοινωνία.
Θὰ μᾶς δικάσῃ ὁ Θεός. Μὴ λὲς λοιπόν, Ἐγὼ  δὲν ἔκλεψα, δὲν σκότωσα… Ἐξέτασε τὸν ἑαυτό σου ἂν κάνῃς τὸ καλὸ ποὺ μπορεῖς. Διότι, ἐπαναλαμβάνω, ἄνθρωπος ποὺ μπορεῖ νὰ βοηθήσῃ τὸν ἄλλο καὶ δὲν βοηθάει, δὲν εἶναιΧριστιανός, δὲν εἶναι ἄνθρωπος. Ἡ σκληροκαρδία εἶναι μεγάλη ἁμαρτία. Προχθὲς ἦρθε στὴ μητρόπολι μιὰ γριούλα καὶ ἔκλαιγε. Ἔχει ἑπτὰ γυιοὺς  καὶ ἑπτὰ νύφες, καὶ τώρα ποὺ γέρασε κανείς δὲν τὴ δέχεται· τὴν πήραμε στὸ γηροκομεῖο.  «Τὸν ἄσπλαγχνο μὲ τοὺς ἀθέους θὰ κατακρίνῃ ὁ Χριστός». Ὅταν βλέπῃς τὸν ἄλλο νὰ  πεινάῃ, νὰ δυστυχῇ, νὰ τουρτουρίζῃ, κ᾽ ἐσὺ  δὲν φροντίζῃς γι᾿ αὐτόν, εἶσαι ἄθεος.
Εὔχομαι τὰ λόγια αὐτά, ποὺ μὲ πόνο ψυχῆς σᾶς εἶπα, νὰ τ᾽ ἀκούσετε καὶ νὰ εἶστε σπλαχνικοί. Κι ὅταν γίνεται ἔρανος γιὰ ἱερὸ σκοπό, νὰ μὴν εἶστε σφιχτοί, ἀλλὰ νὰ δίνετε. Νὰ γίνουμε σπλαχνικοί, φιλάνθρωποι, ἐλεήμονες, γιὰ νὰ ἔλθῃ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ σ᾽ ἐμᾶς· ἀμήν
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
Απομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Γεωργίου Ξινοῦ Νεροῦ - Φλωρίνης τὴν 1-11-1987 μὲ ἄλλο τίτλο. 

Κυριακή ε Λουκά Τοῦ πλουσίου καὶ τοῦ Λαζάρου (Λουκ. ιστ΄19-31)



Ἡ παραβολὴ αὕτη συμπληροῖ τὰ προηγούμενα περὶ πλούτου λεχθέντα ἰδίως δὲ τὴν παραβολὴν τοῦ ἀπίστου οἰκονόμου δεικνύουσα τὴν χρῆσιν τῶν περισσευόντων ὑλικῶν ἀγαθῶν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ κάμωσιν οἱ πλούσιοι καὶ ποῦ θὰ καταντήσωσιν οὗτοι, ἐὰν ἀμελήσωσι τὰ πρὸς τοὺς πτωχοὺς καθήκοντά των. Ἐμμέσως δὲ δὲν παύει νὰ ὑπονοοῦνται ὑπὸ τὸν κολαζόμενον πλούσιον τῆς παραβολῆς, ὁ ὁποῖος καλεῖ τὸν Ἀβραὰμ πατέρα, οἱ πλούσιοι Φαρισαῖοι, οἱ ὁποῖοι θὰ κολασθῶσι, διότι εἶναι σκληροὶ εἰς τοὺς πτωχούς.

Ἡ παραβολὴ αὕτη ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἄνθρωπὸς τις ἦν» ἦτο «πλούσιος καὶ ἐνεδιδύσκετο πορφύραν καὶ βύσσον εὐφραινόμενος καθ’ ἡμέραν λαμπρῶς». Πορφύρα ἦτο τὸ ἐξωτερικὸν ἔνδυμα ἀπὸ ὕφασμα βαμμένον μὲ τὸν πανάκριβον ἐρυθρὸν χυμὸν κογχύλης τῆς θαλάσσης ἐκ Τύρου, ἡ ὁποία ὠνομάζετο πορφύρα. Βύσσος δὲ ἦτο τὸ λευκὸν σάν τὸ χιόνι ἐσωτερικὸν φόρεμα ἐκ λεπτοῦ λινοῦ Αἰγυπτιακοῦ ὑφάσματος (1). Ἑπομένως ἔνδυμα καὶ τροφὴ τοῦ πλουσίου τούτου ἦσαν πολυτελέστατα. Ἡ ζωὴ του ἦτο καθημερινὴ ἑορτή! Ὁ πλούσιος εἶναι ἀνώνυμος, διότι «γέγραπται οὐ μὴ μνησθῶ τῶν ὀνομάτων αὐτῶν διὰ χειλέων μου». Ψάλμ. 15,4. Τοὺς ἀσεβεῖς ὁ Θεὸς δὲν θέλει οὐδὲ νὰ ὀνομάσῃ.

Ἐν ἀντιθέσει πρὸς αὐτὸν «πτωχὸς τις ἦν ὀνόματι Λάζαρος» ἦτο κάποιος πτωχός, ὁ ὁποῖος ὠνομάζετο Λάζαρος «ὃς ἐβέβλητο πρὸς τὸν πυλῶνα αὐτοῦ ἡλκωμένος». Ἡ ἀθλιότης τοῦ πτωχοῦ τούτου συνίστατο εἰς τὸ ὅτι «ἐβέβλητο» ἦτο πεταγμένος «πρὸς τὸν πυλῶνα» εἰς τὴν μεγάλην στοὰν τοῦ ἀνακτόρου τοῦ πλουσίου καὶ «ἡλκωμένος» γεμᾶτος ἀπὸ πληγάς. Ὁ πυλών, ἡ μεγάλη στοά, εἶναι δεῖγμα τοῦ μεγαλείου του ἀνακτόρου τοῦ πλουσίου. Ἐπιτρέπων ὁ πλούσιος οὗτος νὰ μένῃ ὁ πτωχὸς Λάζαρος εἰς τὸν πυλῶνά του εἶχε πρὸς αὐτὸν κάποια συμπάθειαν, εἶχε ὅμως καὶ σκληρότητα, διότι πλὴν τῶν συμφορῶν αὐτῶν ὁ πτωχὸς οὗτος ὑπέφερε καὶ ἀπὸ τὴν πεῖναν, διότι «ἐπεθύμει χορτασθῆναι ἀπὸ τῶν ψιχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τοῦ πλουσίου». Τόση ἦτο ἡ περιφρόνησις τοῦ πλουσίου τούτου πρὸς τὸν πτωχόν, ὥστε οὐδὲ οἱ ὑπηρέται του ὅταν μετὰ τὸ φαγητὸν ἐτίναζαν τὰ τραπεζομάνδηλα εἰς τὸν δρόμον ἐκεῖ ὅπου ἦτο ὁ Λάζαρος, ἐφρόντιζον διὰ τὸν πτωχὸν αὐτόν. Τοὐναντίον μάλιστα! Τὰ τιναζόμενα πλησίον τοῦ Λαζάρου ἀποκόμματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἠδύνατο νὰ λάβῃ αὐτός, εἵλκυον τὰ σκυλιά, τὰ ὁποῖα ἀφῄρουν αὐτὰ ἀπὸ αὐτόν. Μόνον ψίχαλά τινα ἠδύνατο ὁ Λάζαρος νὰ λαμβάνῃ.

Ἀλλὰ τὸ κορύφωμα τῆς δυστυχίας τοῦ Λαζάρου ἦτο ὅτι «οἱ κύνες ἐρχόμενοι ἀπέλειχον τὰ ἕλκη αὐτοῦ» τὰ σκυλιὰ ἔγλυφον τὰς πληγάς του, προφανῶς, ἵνα πίνωσι τὸ αἷμά του. Πόση ἀηδία δι’ ἡμᾶς καὶ πόση συμφορὰ δι’ ἐκεῖνον ἦτο ἡ πρᾶξις αὕτη τῶν κυνῶν! Ἀλλὰ τὸ ὕψιστον σημεῖον τῆς συμφορᾶς τοῦ πτωχοῦ Λαζάρου εἶναι, ὅτι ἑκάστη τῶν συμφορῶν του εἶχεν ἀπέναντί της ἀντίθετον μεγαλεῖον τοῦ πλουσίου. Παλάτιον εἶχεν ὁ πλούσιος, εἰς τὸ ὕπαιθρον ἦτο ὁ Λάζαρος. Χορτασμὸς ὑπῆρχεν εἰς τὸν μέν, πεῖνα εἰς τὸν δέ. Καλπάζουσα ὑγεία εἰς τὸν μέν, πληγαὶ εἰς τὸν δὲ κ.λ.π. Ὁ πτωχὸς ὅμως οὗτος Λάζαρος ὑπέμεινε τὴν συμφοράν του!

«Ἐγένετο δὲ ἀποθανεῖν τὸν πτωχὸν καὶ ἀπενεχθῆναι αὐτὸν ὑπὸ τῶν ἀγγέλων εἰς τὸν κόλπον Ἀβραάμ». Ὁ πτωχὸς ἀποθανών μετεφέρθη οὐχὶ ὑπὸ τινος ἀγγέλου ἀλλὰ ὑπὸ πολλῶν ἀγγέλων τιμῆς ἕνεκεν, εἰς τοὺς κόλπους τοῦ Ἀβραάμ. «Κόλπος» τοῦ Ἀβραὰμ εἶναι ἡ ἀγκάλη τοῦ πεφιλημένου πατριάρχου Ἀβραάμ, ὅπου ὁ πτωχὸς Λάζαρος κλίνει τὴν κεφαλήν του. Τοῦτο ἐκφράζει τὴν στενωτάτην σχέσιν καὶ τὴν τρυφερωτάτην ἀγάπην πλουσίου Ἀβραὰμ καὶ πτωχοῦ Λαζάρου, τὴν μακαριότητα τοῦ παραδείσου, ὅπου ἀναπαύονται ἐλεήμονες πλούσιοι καὶ ὑπομονητικοὶ πτωχοί. «Ἀπέθανε δὲ καὶ ὁ πλούσιος καὶ ἐτάφη». Εἰς τὸν ἀποθανόντα πλούσιον ἔγινε ἐπίσημος κηδεία, ἐνῷ διὰ τὸν Λάζαρον οὐδὲ ἁπλοῦς ἐνταφιασμός. Ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν εὐτυχίαν τοῦ πτωχοῦ Λαζάρου, ὁ πλούσιος εὑρίσκεται ἐν τῷ ᾋδη εἰς τὴν κόλασιν. «Ἐν τῷ ᾃδῃ ἐπάρας» σηκώσας «τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ, ὑπάρχων ἐν βασάνοις, ὁρᾷ» βλέπει «τὸν Ἀβραὰμ ἀπὸ μακρόθεν καὶ Λάζαρον ἐν τοῖς κόλποις αὐτοῦ» εἰς τὴν ἀγκαλιά του «καὶ αὐτὸς φωνήσας εἶπε˙ Πάτερ Ἀβραάμ, ἐλέησόν με» λυπήσου με «καὶ πέμψον» στεῖλε τὸν «Λάζαρον, ἵνα βάψῃ τὸ ἄκρον τοῦ δακτύλου αὐτοῦ ὕδατος καὶ καταψύξῃ τὴν γλῶσσάν μου, ὅτι ὀδυνῶμαι ἐν τῇ φλογί ταύτῃ». Οὐδὲν βασανιστικώτερον τοῦ διὰ πυρὸς βασανιστηρίου. Τόση ἦτο ἡ διὰ πυρὸς βάσανος ἐν τῇ κολάσει, ὥστε βάψιμον μόνον δι’ ὕδατος τοῦ ἄκρου τοῦ δακτύλου τοῦ Λαζάρου, θὰ ἐδρόσιζε τὸν τηγανιζόμενον ἐκεῖ πλούσιον! Ὁ πλήρης δούλων ἐδῶ πλούσιος, ἱκέτης ἐκεῖ γίνεται !

Ὁ Ἀβραὰμ ἀπαντᾶ˙ «τέκνον μνήσθητι» παιδί μου ἐνθυμήσου «ὅτι ἀπέλαβες σὺ τὰ ἀγαθά σου ἐν τῇ ζωῇ σου καὶ ὁ Λάζαρος ὁμοίως τὰ κακά». Σὺ ἐπέρασες καλά εἰς τὸν πρόσκαιρον κόσμον καὶ ὁ Λάζαρος ἄσχημα. Ἐκτός τῆς συμπαθοῦς κλήσεως ὁ Ἀβραὰμ ὀνομάζων αὐτὸν «τέκνον» οὐδὲν ἄλλο δύναται νὰ προσφέρῃ. Πόσον τρομερόν! Διὰ λόγους λοιπὸν δικαιοσύνης ὁ μὲν Λάζαρος «νῦν ὧδε παρακαλεῖται» παρηγορεῖται, ἀναπαύεται τώρα ἐδῶ «σὺ δὲ ὀδυνᾶσαι» σὺ δὲ ὑποφέρεις. Ὁ Ἀβραὰμ συνεχίζει: «Ἐν πᾶσι τούτοις» πλὴν αὐτῶν, ἂν δηλαδὴ εἶχον τὴν ἐπιθυμίαν νὰ σὲ βοηθήσω, δὲν δύναμαι, διότι «μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν χάσμα μέγα ἐστήρικται» ὑπάρχει μεταξὺ μας ἀδιάβατον χάος, «ὅπως οἱ θέλοντες διαβῆναι» ὥστε ὅσοι θέλουν νὰ περάσωσιν «ἔνθεν» ἀπὸ ἐδῶ «πρὸς ὑμᾶς» πρὸς σᾶς «μὴ δύνωνται» δὲν δύνανται «μηδὲ οἱ ἐκεῖθεν» οὔτε οἱ ἀπὸ τῆς κολάσεως «πρὸς ἡμᾶς διαπερῶσιν» δύνανται νὰ ἔλθωσι πρὸς ἡμᾶς. Ὑπάρχει χάσμα ἀνυπέρβλητον μεταξύ μας. Τὸ χάσμα, τὸ χάος τοῦτο τὸ ἐξ ἀμφοτέρων τῶν μερῶν ἀδιάβατον σημαίνει, ὅτι ἡ καταδίκη τοῦ πλουσίου εἶναι ὁριστική, διότι δὲν δύναται νὰ ἐνδιαφερθῇ οὐδεὶς τῶν ἐν τῷ Παραδείσῳ δι’ αὐτόν.

Ὁ πλούσιος ἀπαντᾷ˙ « ἐρωτῶ οὖν σε» σὲ παρακαλῶ λοιπὸν τουλάχιστον «Πάτερ, ἵνα πέμψῃς αὐτὸν» νὰ στείλῃς αὐτὸν «εἰς τὸν οἶκον τοῦ πατρός μου». Δὲν τολμᾷ νὰ παρακαλέσῃ τὸν ἴδιον τὸν Λάζαρον. «Ἔχω γὰρ πέντε ἀδελφούς, ὅπως διαμαρτύρεται αὐτοῖς» ἵνα κηρύξῃ εἰς αὐτοὺς ἐντόνως, «ἵνα μὴ καὶ αὐτοὶ ἔλθωσιν εἰς τὸν τόπον τοῦτον τῆς βασάνου». Ὁ Ἀβραὰμ ἀπαντᾷ. «Ἔχουσι Μωϋσέα καὶ τοὺς προφήτας» τὰ βιβλία τοῦ Νόμου καὶ τοὺς προφήτας «ἀκουσάτωσαν αὐτῶν» ἂς τὰ διαβάσουν. Ὁ πλούσιος ἀνταπαντᾷ καὶ λέγει: «Οὐχὶ πάτερ Ἀβραάμ, ἀλλ’ ἐὰν τις ἀπὸ νεκρῶν πορευθῇ πρὸς αὐτούς, μετανοήσουσιν». Ἡ ἀνάστασις ἐκ νεκρῶν γνωστοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἰσχυρότερα τῶν βιβλίων. Ὁ Ἀβραὰμ ἀπεστόμωσε τὸν πλούσιον καὶ ἔκλεισε τὴν παραβολὴν εἰπών. «Εἰ Μωϋσέως καὶ τῶν προφητῶν οὐκ ἀκούουσιν» ἐὰν δὲν ἀκούωσιν τὰ βιβλία τοῦ Νόμου καὶ τοὺς προφήτας «οὐδὲ ἐὰν τις ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ, πεισθήσονται». Ὅταν παρέλθῃ ἡ πρώτη ἐντύπωσις ἐκ τοῦ θαύματος, κατόπιν εἰς τοὺς μὴ ἔχοντας καλὴν διάθεσιν παραμένει ἡ ἀπιστία. Τόσην δύναμιν δηλαδὴ ἔχει ἡ Ἁγία Γραφή, ὥστε εἶναι ἰσχυρότερα καὶ τῆς ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν, διότι μετ’ ὀλίγον θὰ ἀναστήσῃ τὸν Λάζαρον, τὸν ἀδελφὸν Μαρίας καὶ Μάρθας, καὶ ὅμως οὐδόλως θὰ πιστεύσωσιν οἱ Φαρισαῖοι. Οἱ Φαρισαῖοι οἱ ἐκτιμῶντες πολὺ τὸν πλοῦτον καὶ ζητοῦντες θαῦμα ἐκ τοῦ Οὐρανοῦ, ἵνα πιστεύσωσιν εἰς τὸν Χριστόν, ἀκούοντες, ὅτι ὁ πλούσιος ἐκολάσθη καὶ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἰσχυρότερος τῶν θαυμάτων, θὰ ᾐσθάνθησαν ἀρκετὸν κτύπημα.



Θέμα: Πλούσιοι — πτωχοί.

Ὡραιότατη ἡ παραβολὴ αὕτη διὰ τὸ βάθος καὶ τὸ ὕψος τῶν νοημάτων καὶ τὴν φωτεινότητά της. Διά νὰ ἴδῃ τις τὰ βάθη τῶν θαλασσῶν πρέπει νὰ εἶναι δύτης, τὰ δὲ ὕψη τοῦ Οὐρανοῦ νὰ ἔχῃ τηλεσκόπιον.Ἡ παραβολὴ αὕτη ἔχει μεγάλην φωτεινότητα λόγῳ τῶν ὡραίων ἀντιθέσεων, ἵνα φωτίζῃ τὰ βάθη καὶ ὕψη τῶν νοημάτων. Ἴδωμεν ἀμφότερα.

Α) Ἡ Παραβολή. Ἔχομεν τὸν πτωχὸν Λάζαρον καὶ τὸν ἀνώνυμον πλούσιον.

α) Ὁ Λάζαρος. Ἦτο πτωχός, ἄρρωστος, ἄστεγος, ἔρημος. Ἦτο τόσον πτωχός, ὥστε ἐπεθύμει νὰ χορτάσῃ ἐκ τῶν ψιχίων. Ἦτο τόσον ἄρρωστος, ὥστε ἦτο καὶ πληγωμένος. Ἦτο καὶ ἀδύνατος, ὥστε « ἐπιόντας τοὺς κύνας ὁρῶν, ἀμύνασθαι δὲ οὐκ ἰσχύων » κατὰ τὸν Χρυσόστομον. Δὲν ἠδύνατο νὰ ἀποκρούσῃ τὰ σκυλιά, τὰ ὁποῖα ἐπλησίαζον αὐτόν. Ἑπομένως εἶχεν ὄχι μόνον πληγάς καὶ ἀσθένειαν, ἀλλὰ καὶ ἐσχάτην ἀδυναμίαν. Ἐπίσης ἦτο τελείως ἄστεγος, ὥστε δὲν εἶχεν οὔτε μίαν καλὺβην. Ἦτο εἰς τὸν πυλῶνα τοῦ πλουσίου δηλαδὴ εἰς τὸ ὕπαιθρον. Ἦτο τόσον ἔρημος, ὥστε δὲν ὑπῆρχε «ὁ λόγῳ παρακαλῶν, ὁ ἔργῳ παραμυθούμενος, οὐ φίλος, οὐ γείτων, οὐ συγγενής, οὐ τῶν ὁρώντων οὐδεὶς » κατὰ τὸν Χρυσόστομον. Παρηγορίαν δὲν εἶχεν ἀπὸ κανένα καὶ τὸ χειρότερον οὗτος ἔβλεπε «παρασίτους» τεμπέληδες, «κόλακας, ἱκέτας δούλους ἀναβαίνοντας, θορυβοῦντας, μεθύοντας, πηδῶντας » εἰς τὸ παλάτιον τοῦ πλουσίου, κατὰ τὸν ἱερὸν Χρυσόστομον. Ὁ Λάζαρος ἦτο ἕνας ζωντανὸς νεκρός. Ἀπέθανε! Βλέπομεν αὐτὸν μετὰ ταῦτα μεταφερόμενον οὐχὶ ὑπὸ ἑνός, ἀλλὰ ὑπὸ πολλῶν ἀγγέλων, τιμῆς ἕνεκεν, εἰς τοὺς κόλπους τοῦ Ἀβραάμ. Ὁ ὑπὸ τῶν σκυλιῶν γλυφόμενος φέρεται εἰς τὰ χέρια τῶν Ἀγγέλων, ὁ ἐν πενίᾳ τότε, ἐν τρυφῇ τώρα, ὁ ἐν ἐρημίᾳ τότε, μετὰ Ἀγγέλων τώρα, ὁ ἐν νόσῳ τότε, ἐν ὑγείᾳ καὶ αἰωνίᾳ μακαριότητι τώρα, ὁ ἀγωνιζόμενος τότε, στεφανούμενος τώρα !

β) Ὁ πλούσιος. « Ἱκέτης τοῦ πένητος ἐκεῖ ἐγένετο » ὁ πλούσιος ἔγινε ἐκεῖ ζητιάνος τοῦ ἐδῶ πτωχοῦ! « Καὶ τίνος πένητος;» καὶ τίνος πτωχοῦ ἔγινε ἐπαίτης; «Τοῦ λιμώττοντός ποτε» τοῦ πεινασμένου ἐν τῇ παρούσῃ ζωῇ «τοῦ τῆς τραπέζης τοῦ πλουσίου δεομένου» τοῦ ζητιάνου τῆς τραπέζης ἤ «τοῦ τοῖς στόμασι τῶν κυνῶν προκειμένου» τοῦ εὑρισκομένου ἐδῶ μετὰ σκυλιῶν, κατὰ τὸν ἱερὸν Χρυσόστομον. Ἐδῶ ἀπὸ συχαμάρα ὁ πλούσιος δὲν ἐκυττοῦσε τὸν πένητα, ἐκεῖ ἀπὸ ἐντροπὴν δὲν τολμᾷ νὰ ἀπευθυνθῇ εἰς τὸν ἴδιον τὸν Λάζαρον, ἀλλὰ διὰ μέσου τοῦ Ἀβραὰμ τὴν ἱκεσίαν ὑποβάλλει. Ὄχι μόνον ἱκέτης, ἀλλὰ καὶ πένης ἐκεῖ εἶναι ὁ πλούσιος. Πενέστερος πάντων καὶ τοῦ ἐδῶ Λαζάρου. Ὁ πλούσιος ἐκεῖ δὲν ἔχει ὄχι σταγόνα ὕδατος, ἀλλ’ οὐδὲ βάψιμον ἄκρου δακτύλου, ἵνα δροσισθῇ. Ὄχι μόνον δὲν ἔχει, ἀλλὰ ζητεῖ καὶ δὲν λαμβάνει.

Ὁ Λάζαρος ἐδῶ ψίχαλα ἐζήτει καὶ δὲν εἶχε. Ὁ πλούσιος ἐκεῖ βάψιμον ἄκρου δακτύλου ζητεῖ καὶ δὲν λαμβάνει. Ποῖον εἶναι πτωχότερον; Ψίχαλον ψωμιοῦ ἤ σταγόνα νεροῦ; Ψίχαλον ἐδῶ δὲν ἔδιδε ὁ πλούσιος. Σταλιὰ νερὸ ἐκεῖ δὲν ἔπαιρνε. Ἐδῶ «πλησίον ὄντα τὸν Λάζαρον παρέτρεχε. Ἐκεῖ πόρρω ὄντα καλεῖ». Πολλάκις ὁ πλούσιος, ὅταν ἔζη, εἰσερχόμενος καὶ ἐξερχόμενος τοῦ παλατιοῦ του δὲν ἔβλεπε τὸν παρὰ πόδας Λάζαρον. Ἐκεῖ μακρόθεν ὄντα καὶ τοιούτου χάους μεταξὺ τῶν εὑρισκομένου μετ’ ἀκριβείας βλέπει. Ἐδῶ ὁ πλούσιος ἐσυχαίνετο νὰ τὸν βλέπῃ. Ἐκεῖ ζητεῖ τὸν δάκτυλον τοῦ Λαζάρου, τὸν ὁποῖον πολλάκις ἔγλυψαν τὰ σκυλιά, νὰ τὸν βάλῃ εἰς τὸ ἄκρον τῆς γλώσσης του. Ὁ πλούσιος θέτων τὸν δάκτυλον τοῦ πτωχοῦ εἰς τὴν γλῶσσάν του ὄχι μόνον συχαμάρα καὶ ἐμετὸν δὲν αἰσθάνεται, ἀλλὰ δροσισμὸν τῆς γλώσσης του! Πορφύραν τότε ἐνεδύετο ὁ πλούσιος, ἐν τῇ φλογὶ τώρα ὀδυνᾶται. Φαγητὰ καὶ ποτὰ ηὔφρανον τότε τὴν γλῶσσάν του, ὀδύνη καίει αὐτὸν τώρα ἐκεῖ. Πόσον φῶς ἐκ τῶν ἀντιθέσεων αὐτῶν! Φῶς τὸ ὁποῖον κάμνει ὁρατὰ νοήματα βαθέα, ὑψηλὰ ὄχι μόνον εἰς ἐγγραμμάτους, ἀλλὰ καὶ εἰς ἀγραμμάτους.

Β) Ἡ Ζωή μας. Ποῖον τὸ βάθος τῶν νοημάτων; Ὠκεανός! Πανεπιστήμιον! Καὶ συγκεκριμένως: Ποῦ εἶναι οἱ σκληροὶ πλούσιοι καὶ ἀνυπόμονοι πτωχοί; Ποῦ εἶναι οἱ πλούσιοι, οἱ ὁποῖοι δὲν θέλουν νὰ βλέπουν ἀπὸ συχαμάρα, νὰ σκεφθοῦν κἄν ἀπὸ φιλαργυρίαν τοὺς πτωχούς; Ποῦ εἶναι οἱ πτωχοί, οἱ ὁποῖοι βλέπουν καὶ σκέπτονται ἀπὸ ζήλεια καὶ φθόνον τοὺς πλουσίους; «Ὅταν ἴδῃς τινὰ ζῶντα ἐν πονηρίᾳ μηδὲν δὲ πάσχοντα δεινὸν μηδόλως ὑποφέροντα, μὴ μακαρίσῃς, ἀλλὰ δάκρυσον» κλαῦσον, λέγει ὁ Χρυσόστομος. «Ὅταν ἴδῃς τινὰ ἀρετῆς ἐπιμελούμενον» ὅταν ἴδῃς ἐνάρετόν τινα «καὶ μυρίους ὑπομένοντα πειρασμοὺς» καὶ ὑποφέροντα πολὺ «ζήλωσον» ζήλεψέ τον, λέγει πάλιν ὁ Χρυσόστομος. «Μὴ δὲ νομίζῃς ὅτι ἀπρονόητα εἶναι τὰ καθ’ ἡμᾶς» μὴ νομίσῃς, ὅτι ὁ Θεὸς δὲν προνοεῖ. «Ὅταν ἴδῃς ἀσθενῆ ἐν ἕλκει καὶ μεθύοντα οὐ θαυμάζεις, οὐδὲ μακαρίζεις διὰ τὴν τρυφήν, ἀλλὰ δὶ’ αὐτὸ τοῦτο ταλανίζεις». Ὅταν ἴδῃς ἄρρωστον τινα μεθυσκόμενον δὲν μακαρίζεις διὰ τὴν ἀπόλαυσιν τῆς μέθης, ἀλλὰ τὸν ἐλεεινολογεῖς. «Οὕτω καὶ ἐπὶ τῆς ψυχῆς λογίζου» ταῦτα σκέψου, ὅταν ἡ ψυχὴ ἀσθενὴς οὖσα τρυφᾷ, ἀσωτεύει.

«Ἡ παραβολὴ τοὺς μὲν πλουτοῦντας σωφρονίζει, τοὺς δὲ πτωχοὺς παραμυθεῖ. Ἐκείνους μὲν παιδεύουσα» τοὺς πλουσίους διδάσκουσα «μὴ μεγαλαυχεῖν» νὰ μὴ ὑπερηφανεύωνται «ὅταν πονηρευόμενοι μὴ δῶσιν ἐνταῦθα δίκην τῶν κακῶν πεπραγμένων» ὅταν δὲν τιμωρῶνται ἐδῶ διὰ τὰς ἀδικίας των. «Τούτους δὲ παραμυθουμένη» τοὺς πτωχοὺς δὲ παρηγοροῦσα «μὴ ταῖς ἑτέρων εὐπραγίαις θορυβεῖσθαι» ὥστε νὰ μὴ ταράσσωνται ὅταν βλέπουν νὰ καλοπερνοῦν οἱ ἄδικοι. «Μηδὲ νομίζειν, ὅτι ἀπρονόητα τὰ καθ’ ἡμᾶς» φωνάζει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος εἰς τὴν ἑρμηνείαν τῆς παραβολῆς ταύτης. Ποῦ εἶναι οἱ πλούσιοι, οἱ ὁποῖοι προσκολλημένοι εἰς τὰς ἀπολαύσεις των νομίζουν, ὅτι ἡ ζωὴ των δὲν ἔχει τέλος καὶ ὅταν τελειώσῃ, δὲν ὑπάρχει τίποτα πέραν τοῦ τάφου ;

Ἂς ἴδωσι τὸν πλούσιον τῆς παραβολῆς !

Ποῦ εἶναι οἱ πτωχοὶ μὲ τὰ πολλὰ βάσανα, οἱ ὁποῖοι νομίζουν, ὅτι δὲν ἔχουν τελειωμόν; Ποῦ εἶναι οἱ πλούσιοι καὶ οἱ πτωχοί, οἱ μὲν ἀπὸ τὰς πολλάς ἀνέσεις των, οἱ δὲ ἀπὸ τὰ πολλὰ των βάσανα ἀπιστοῦντες εἰς τὸν Θεόν; Ἂς ἴδουν τὴν παροῦσαν παραβολήν, ὅπου ὅλα θὰ τελειώσουν καὶ διαφορετικὰ πέραν τοῦ τάφου θ’ ἀρχίσουν. Ποῦ εἶναι οἱ ἄδικοι ἰσχυροὶ καὶ οἱ ἀδικούμενοι ἀδύνατοι; Οἱ ἄδικοι ἰσχυροί, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν, ὅτι διαφυγόντες τὴν τιμωρίαν τῶν ἀνθρώπων, θὰ διαφύγωσι καὶ τὴν τιμωρίαν τοῦ Θεοῦ; Ποῦ εἶναι οἱ ἀδικούμενοι, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ εὑρίσκωσι πάντοτε τὸ δίκαιόν των ἐδῶ, ἀμέσως, τὴν αὐτὴν ἡμέραν καὶ ὥραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἠδικήθησαν, χειροδικοῦντες, μὴ ὑπομένοντες τὸν χρόνον, τὴν αἰωνιότητα καὶ οὐδὲν τῷ Θεῷ ἀναθέτοντες; Ποῦ εἶναι αὐτοί, οἱ ὁποῖοι πεθαίνουν γιὰ μεγαλεῖα καὶ πάσχουν ἀπὸ μαρασμόν, ὅταν δὲν δύνανται νὰ δράσουν κοινωνικῶς καὶ οὐδόλως βλέποντες τὴν ὑπομονὴν τῶν βασάνων, τὴν ἀφάνειαν, τὴν κρυφὴν ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὁ πτωχὸς Λάζαρος; Ποίαν κοινωνικὴν δράσιν εἶχεν ὁ Λάζαρος; Ποίαν ἐμφάνισιν ὁ πλούσιος; Ποίαν τύχην ἔλαβεν ἕκαστος ἐξ αὐτῶν; Πλούσιε, τὸ ξεύρω, εἶσαι ὑψηλά. Εἶσαι τὰ μάτια τῆς κοινωνίας, διότι ὅλοι σὲ βλέπουν. Πτωχέ, εἶσαι ταπεινός. Εἶσαι ἡ πτέρνα. Τί ὡραιότερον τῶν ὀφθαλμῶν; Τί εὐτελέστερον τῆς πτέρνας; Ὅταν ὅμως δεχθῇ ἡ πτέρνα ἀγκάθι, ὁ ὀφθαλμὸς δὲν καταδέχεται νὰ κύψῃ, ἵνα ἀφαιρέσῃ τοῦτο; Καὶ σὺ πλούσιε, φρόντισε διὰ τὴν πτέρναν σου, τὸν πτωχόν!

Ἡμεῖς; Θαυμάζομεν τοὺς πλουσίους, ἀγαπῶμεν τὸν πλούσιον, ἀποστρεφόμεθα τοὺς πτωχοὺς ἴδιαν τὴν πτωχείαν. Πόσον σφάλλομεν!

Ὅτι ἡ εὐτυχία μας δὲν ὑπάρχει εἰς τὸν πλοῦτον, δεικνύει τὸ ἑξῆς : Ἕνας Ἄραψ, πρὶν ἀποθάνῃ, εἶχε συντάξει τὴν διαθήκην του καὶ μεταξὺ τῶν ἄλλων εἶχε γράψει τὰ ἑξῆς: Ἔθεσα ὅλην μου τὴν περιουσίαν εἰς τὸ μεγάλον χρηματοκιβώτιον τοῦ γραφείου μου. Ὅσα περιέχει τὰ παραχωρῶ εἰς τὸν περισσότερον εὐτυχισμένον ἄνθρωπον τῆς γῆς. Μετὰ τὸν θάνατον του 10.000 πρόσωπα ἔτρεξαν εἰς τὸν δικαστὴν νὰ βεβαιώσουν, ὅτι ἦσαν οἱ πιὸ εὐτυχισμένοι τῆς γῆς καὶ ἑπομένως εἶχον δικαίωμα εἰς τὸν θησαυρόν. Ἤρχισαν οἱ φιλονικίες, τὰ κτυπήματα,οἱ φωνές. Ὁ δικαστὴς διὰ νὰ προλάβῃ χειρότερα, ἔσπευσε νὰ δηλώσῃ, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ πιὸ εὐτυχισμένος τῆς γῆς καὶ ἑπομένως ὁ θησαυρὸς ἀνήκει εἰς αὐτόν. Ἀνοίγει λοιπὸν τὸ χρηματοκιβώτιον καὶ εὑρίσκει μερικὰ χαλίκια μὲ ἕνα γράμμα, τὸ ὁποῖον ἔγραφε: «Ἂν ἦσο πραγματικὰ ὁ πιὸ εὐτυχισμένος τῆς γῆς θὰ εἶχες ἀνάγκην ἀπὸ τὰ χρήματά μου;»

Πράγματι ! Ἡ εὐτυχία εἶναι ἀνεξάρτητος τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν, διότι εἶναι ἐσωτερική, ψυχικὴ καὶ πέραν τοῦ τάφου. Ἑπομένως ἡ εὐτυχία ὑπάρχει πλησίον τοῦ Χριστοῦ ἰδίως μετὰ θάνατον.


(1) Ἔξοδ. 20,1-31. 16,10.



ΚΥΡΙΑΚΗ Ε' ΛΟΥΚΑ
(Λουκά ιστ' 19-31)

Μερικές ευαγγελικές περικοπές παρουσιάζουν την εξής δυσκολία: Δεν είναι μόνο δύσκολο να τις αναλύσουμε, είναι αδύνατο ακόμα και να ερμηνεύσουμε το νόημα των λέξεών τους. Παράδειγμα, η σημερινή παραβολή του πλουσίου και του Λαζάρου. Σε μια εποχή μάλιστα, κρίσεως οικονομικής, ποιός θα συμφωνούσε στην οριοθέτηση αυτών των δύο εννοιών; Ποιός θα παραδεχτεί ότι είναι πλούσιος και ποιός θα αποδεχτεί ότι δεν είναι φτωχός, σε σύγκριση με άλλους! Χρειάζεται, λοιπόν, να ξεκαθαρίσουμε ότι πλούσιος είναι όποιος αρκείται σε όσα έχει και φτωχός είναι αυτός που κατατρώγεται από τη μανία να αποκτήσει περισσότερα.  Εδώ είναι σαν να ακούω τις αντιρρήσεις σας, που φωνάζουν για τα διακαιώματα των εργαζομένων, για τις κοινωνικές ευθύνες, για τις συντεχνιακές αδικίες, για την άνιση μισθοδοσία, για τις αποκλίσεις του δημόσιου από τον ιδιωτικό τομέα και συμφωνώ μαζί σας. Όμως, η σημερινή παραβολή, δεν αδικεί κανέναν άνθρωπο, δεν ακοκλείει κανένα δικαίωμα, δεν απαγορεύει καμμιά επιδίωξη. Πε-ριγράφει μόνο την έκβαση του βίου στο άνοιγμα της ζωής. Εμφανίζει την προοπτική των πράξεών μας στον ορίζοντα της αιωνιότητος. Επειδή, αυτό είναι το μόνο βέβαιο∙ ότι ο βίος μας που αρχίζει με τη γέννησή μας, θα περάσει κάποτε το πλατύσκαλο του θανάτου και έπειτα θα ανοιχτεί  στην πραγματικότητα της υπάρξεώς της. Την ατέλειωτη αυτή πορεία και την ποιότητά της, καθορίζουν οι πράξεις μας και ιδιαίτερα όσες έχουν να κάνουν με τους συνανθρώπους μας. Επειδή ο άνθρωπος, απέκτησε την αυτοσυνειδησία της υπεροχής του από τα ζώα, μόνο όταν συγκρότησε κοινωνίες, επειδή ο Θεός δεν είναι αυθαίρετη μονάδα αλλά Τριάδα και επειδή η ζωή που ζούμε, μας χαρίστηκε σαν δώρο και την οφείλουμε στους πριν από μας και στους μετά.  
Το βέβαιο που παρουσιάζει το σημερινό ευαγγελικό κείμενο είναι η ύπαρξη της άλλης ζωής. Η άλλη ζωή, είναι ένας κοινός πνευματικός τόπος όλων σχεδόν των λαών του πλανήτη. Ο άνθρωπος δεν θέλησε να ξεχάσει ποτέ, έναν άλλο κόσμο, από τον οποίο κάποτε ναυάγησε σε αυτόν εδώ. Μιά άλλη ποιότητα ζωής από την οποία ξέπεσε σ’αυτήν που ζούμε τώρα. Εναν κόσμο παραδεισένιο, απ’ όπου μια ξαφνική ανταρσία, επέφερε κοσμοχαλασιά και ανέτρεψε την αρμονία της κτίσεως και την αγαθή επικοινωνία του ανθρώπου με το Θεό. Αυτής της ζωής η διάρκεια και η ποιότητα είναι μειωμένα, σε σχέση με την πρώτη, την μόνιμη και αληθινή. Παρά την σκληρότητα αυτού του κόσμου, ο άνθρωπος, διατήρησε και την ελπίδα της επανάκαμψης, της επιστροφής στην αρχέγονη εκείνη κατάσταση της ξεγνοιασιάς και της αμέριμνης ζωής του.
Στη χριστιανική διδασκαλία, στη Γένεση, περιγράφεται περισσότερο αποκαλυπτικά η Πτώση του ανθρώπου και η θεληματική του απομάκρυνση από τον Παράδεισο και το Θεό. Σύμφωνα με το Ευαγγέλιο, οι όροι της επιστροφής μας στον χαμένο Παράδεισο, δεν καθορίζονται από το Θεό αλλά επιτυγχάνονται από τον ίδιο τον άνθρωπο. Τα κριτήρια της μετοχής μας στην άλλη ζωή μέχρι τον Ιησού Χριστό ανήκαν στο Θεό Πατέρα. Κατά το χρονικό διάστημα της επιγείου δράσεως του Χριστού, η εξουσία της διαχειρίσεως του Παραδείσου, είχε παραδωθεί στον Θεάνθρωπο Ιησού. Λίγο πριν αναληφθεί ο Χριστός, έδειξε στους ανθρώπους τον τρόπο και τον δρόμο μέσῳ του οποίου θα επιστρέψουμε στη Βασιλεία των Ουρανών. Ο τρόπος και ο δρόμος αυτός έχει να κάνει με τους συνανθρώπους μας και περνάει άλλοτε αγαπητικά κι άλλοτε θεραπευτικά από τη ζωή τους, πριν συνταντήσει την πύλη του Παραδείσου.
Ο πλούσιος τον οποίο περιγράφει η σημερινή περικοπή του Ευαγγελίου, όσο ζούσε σ’ αυτή τη ζωή, δεν σκέφθηκε ποτέ την άλλη. Οι καθημερινές φροντίδες και οι έγνοιες του ήταν τόσο πολλές, που λησμόνησε να προβληματισθεί τί θα απογίνει μετά το θάνατό του. Ήταν τόσο απορροφημένος στη δίνη των δραστηριοτητων του και δεν σκέφθηκε οτι είναι θνητός άνθρωπος. Ίσως και να ήταν τόσο δειλός που δεν ήθελε καν να συλλογισθεί ή να ακούσει για θάνατο. Θα μπορούσε να πει κάποιος ότι ο πλούσιος της παραβολής ήταν εγωϊστής. Οτι νοιάζονταν μόνο για τον εαυτό του.
Μα, δεν ειναι έτσι. Αν νοιάζονταν για τον εαυτό του, θα σκέπτονταν το μέλλον του. Θα εξασφάλιζε τον εαυτό του και για μετά το θάνατο.  Τελικά, ο πλούσιος ήταν ένας αφελής, κοντόφθαλμος άνθρωπος που έτρεχε διαρκώς και φρόντιζε με πάθος για πράγματα που δεν τον συνόδευσαν στο αιώνιο ταξείδι του. Σε όλη του τη ζωή αγωνίστηκε για φθαρτά και εφήμερα πράγματα. Μετά το θάνατό του, τα χρήματά του τα μετρούσαν άλλοι. Τα κοσμήματά του τα φορούσαν άλλοι. Τα ρούχα του τα πέταξαν. Τα χωράφια του τα καλλιεργούσαν οι κληρονόμοι του και στα σπίτια του κατοίκησαν ξένοι. Και εκείνος, ο πρώην πλούσιος, βημάτιζε γυμνός στους δρόμους της άλλης ζωής, τελείως προδομένος απ’ όσα αγωνίστηκε, παντελώς έρημος από όσα έφτιαξε. Τα χέρια του άδεια, τσέπες δεν είχε, χωράφια δεν υπήρχαν, τροφές δεν χρειάζονταν πιά. Τί κι αν τον εξυπηρέτησαν τα πλούτη του σε αυτόν τόν κόσμο; Σαν μια ημέρα πέρασε, οσο κρατάει η κίνηση των βλεφάρων, σαν όνειρο έσβυσαν όλα πιά.
Όμως, έπαθε και χειρότερο κακό! Χειρότερο απ’αυτό; Ναί! Μέσα στην αλλοφροσύνη της δράσης του και του πλουτισμού του, δεν πρόσεξε ποτέ κάποιον καμόμοιρο Λάζαρο, που σέρνονταν πεινασμένος και άρρωστος έξω από το αρχοντικό του. Και αυτόν, που εδώ δεν έτυχε να προσέξει, τον είδε εκεί, στον Παράδεισο, να απολαμβάνει όσα του στέρησε σε αυτή τη ζωή ο κόσμος. Ο πρώην πλούσιος προσπάθησε να τον πλησιάσει. Δεν υπήρχαν γέφυρες. Τις είχε γκρεμίσει ο ίδιος. Προσπάθησε να επικοινωνήσει. Δεν υπήρχε κοινωνία. Την είχε ο ίδιος διακόψει γιά πάντα. Έτσι θα ζούσε, λοιπόν, στην αιωνιότητα της Βασιλείας του Θεού. Φτωχός και παντέρημος. Έτσι επέλεξε ο ίδιος να ζήσει. Με τέτοια οικοδομικά υλικά έκτισε την εκεί κατοικία του. Και να του έδινε ο Θεός κάτι άλλο, δεν μπορούσε να το διαχειρισθεί. Δεν είχε καλλιεργήσει το πνεύμα του, δεν είχε εξασκήσει την αγάπη του, δεν είχε συνάψει φιλίες, δεν του όφειλε κανείς, δεν τον γνώριζε κανείς, γι’αυτό ούτε και το όνομά του αναφέρεται στο Ευαγγέλιο.

Το ερώτημα που κάποτε ανεβαίνει στην καρδιά μας, λέει: «Ο Θεός δεν θα τον λυπηθεί ποτέ; θα αντέχει η αγάπη του να βλέπει αιώνια τον πρώην πλούσιο σε εκείνον τον τόπο της συνειδησιακής βασάνου;»
Χρειαζόμαστε πολύ πίστη για να αντέξουμε την απάντηση: υποφέρει ο Θεός με τη αμετανοησία των αδίκων και των αμαρτωλών, όπως οι γονείς υποφέρουν με τις λαθεμένες επιλογές των παιδιών τους. Όμως, συνεχίζει να σέβεται και να μην παραβιάζει την ελευθερία της βουλήσεως των ανθρώπων. Η καρδιά του πλουσίου σκλήρυνε, πάγωσε σε αυτόν τον κόσμο, για πάντα. Όταν η Εκκλησία λέει «μετά θάνατον ουκ έστι μετάνοια», δεν εννοεί ότι θα μετανοούν οι άνθρωποι αλλά δεν θα τους συγχωρεί ο Θεός! Εννοεί ότι δεν θα μετανοούν, επειδή θα έχει παγιωθεί μέσα τους η κακία και η σκληρότητα. Ο σημερινός πλούσιος, βλέπετε, δεν ζήτησε συγνώμη από το Θεό για τις πράξεις του. Και η παράκλησή του να έρθει ο Λάζαρος να του βρέξει τα χείλη, απέβλεπε στο να καεί και ο Λάζαρος, έστω και για λίγο, όπως καίγονταν ο ιδιος, σχολιάζει ο Ιωάννης Χρυσόστομος.
Μακάρι, αγαπητοί, να μας φυλάξει ο Θεός από μια τέτοια στάση της ζωής μας αυτής, που καθορίζει και την άλλη.


Ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα Κυριακῆς Ε΄ Λουκᾶ
Πρός Γαλάτας ΣΤ΄ 11-18

Οἱ Ἀπόστολοι στὸ ἔργο τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῶν ἀνθρώπων, εἶχαν ν' ἀντιμετωπίσουν μεγάλους κινδύνους, πολλὲς θλίψεις καὶ ποικίλους πειρασμούς. Καὶ ἂν αὐτὰ ἴσχυαν γιὰ ὅλους τους Ἀποστόλους, πολὺ περισσότερο τὶς καταστάσεις αὐτὲς τὶς βίωνε ὁ Ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν, ὁ Παῦλος.
Ἕνας μεγάλος πειρασμὸς γιὰ τὸ Ἀποστολικό του ἔργο ἦταν οἱ ἴδιοι οἱ Ἑβραῖοι, οἱ ὁποῖοι, ὅταν ἔφευγε ἀπὸ μία περιοχὴ ποὺ ἐκήρυττε, πήγαιναν στὴ συνέχεια αὐτοὶ γιὰ νὰ τοῦ κλονίσουν τὸ ἔργο. Ἀκριβῶς λοιπὸν γιὰ ν' ἀντιμετωπίσει αὐτὲς τὶς πλάνες καὶ τὶς αἱρέσεις ποὺ διέσπειραν, καὶ γιὰ νὰ ἀποστομώσει τοὺς Ἰουδαίους, γράφει μεταξὺ τῶν ἄλλων «μὲ μεγάλα γράμματα, μὲ τὸ ἴδιο του τὸ χέρι» στοὺς Γαλάτες ὅτι, «ὅσοι θέλουν νὰ ἀρέσουν σὲ ἀνθρώπους, αὐτοὶ σας παρακινοῦν νὰ περιτέμνεσθε, μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ μὴν καταδιώκονται ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους».
Καὶ γιὰ νὰ ἀποδείξει ὅτι ἔτσι ἔχουν τὰ πράγματα, στὴ συνέχεια τοὺς ξεσκεπάζει, ἀποκαλύπτοντας στοὺς χριστιανοὺς πὼς οὔτε καὶ αὐτοὶ ποὺ ἔχουν περιτμηθεῖ τηροῦν τὶς τελετουργικὲς διατάξεις τοῦ...
Μωσαϊκοῦ Νόμου. Δὲν πραγματοποιοῦν δηλαδὴ τὶς ἐπιβαλλόμενες καθάρσεις καὶ τὶς ζωοθυσίες. Ὅλη δὲ αὐτὴ ἡ ἐπιμονὴ γιὰ τὴν περιτομή, γίνεται γιὰ νὰ καυχηθοῦν ὅτι ἔπεισαν τοὺς Χριστιανοὺς νὰ δεχθοῦν τελικῶς τὴν περιτομή.
Ἡ καύχησή τους δήλ. εἶναι ἀνθρώπινη, ρηχὴ καὶ ταπεινή.
Ἐγώ, ὅμως, τονίζει ὁ Ἀπόστολος, ποτὲ νὰ μὴ συμβεῖ νὰ καυχηθῶ γιὰ τίποτε ἄλλο, παρὰ γιὰ τὸ ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς σταυρώθηκε γιὰ τὴ σωτηρία μου. «Ἐμοὶ δὲ μὴ γένοιτο καυχάσθαι εἰ μὴ ἐν τῷ Σταυρῶ τοῦ Κυρίου ἠμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, δὶ οὐ ἐμοὶ κόσμος ἐσταύρωται, καγῶ τῷ κόσμω». (Γαλάτας, ΣΤ΄ 14). Δηλ. Ὅσο γιὰ μένα δὲν θέλω ἄλλη ἀφορμὴ γιὰ καύχηση, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Σταυρὸ τοῦ Κυρίου μᾶς Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τώρα πλέον ἔχει νεκρωθεῖ καὶ ἔχει χάσει τὴ δύναμή του γιὰ μένα ὁ κόσμος. Ἀλλὰ κι ἐγὼ ἔχω νεκρωθεῖ γὶ αὐτόν.
Ἡ ἀποστολικὴ συνείδηση, μὲ τὴ φράση αὐτή, δίνει καὶ σ΄ἐμᾶς ἕνα ὑψηλὸ κριτήριο. Μία στάση ζωῆς ποὺ θὰ πρέπει νὰ διατηροῦμε πάντοτε καὶ νὰ προσέχουμε μήπως, χωρὶς νὰ τὸ θέλουμε, χάσουμε  τὸ πνευματικὸ αὐτὸ κριτήριο. Αὐτὴ τὴν ὄντως Χριστιανικὴ καὶ Εὐαγγελικὴ στάση ζωῆς. Δήλ. Δὲν θὰ πρέπει σὲ καμία τῶν περιπτώσεων νὰ θέλουμε ν' ἀρέσουμε στοὺς πολλούς. Νὰ μᾶς ἐνδιαφέρει τί θέλει ἀπὸ ἐμᾶς ὄχι ὁ κόσμος, ἀλλὰ ὁ Σταυρωθεῖς καὶ Ἀναστᾶς Κύριος.
Δυστυχῶς, σὲ κάθε ἐποχή,  πολὺ περισσότερο ὅμως στὶς ἡμέρες μας, πολλοὶ χριστιανοὶ (κληρικοὶ καὶ λαϊκοί), ὑπολογίζουν πάρα πολὺ στὴν συμπεριφορά τους καὶ τὴ ζωή τους, τὸ τί θὰ πεῖ ὁ κόσμος. Ὁ μακράν του Θεοῦ κόσμος. Τὸ δὲ τραγικὸ γιὰ τὶς περιπτώσεις αὐτὲς εἶναι, ὅτι δὲν ἀντέχουν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ τὴν διαφοροποίηση. Δὲν τολμούν  στὸ νὰ ξεχωρίζουν ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Τρέμουν νὰ ἐκδηλώσουν τὴν πραγματικὴ χριστιανική τους ἰδιότητα, μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ ἀρέσουν στοὺς πολλούς. Καὶ ἡ νοοτροπία αὐτὴ ξεκινᾶ ἀπὸ τὰ μικρότερα ἕως καὶ τὰ μεγαλύτερα, τὰ  «βαρύτερά του Νόμου». Ἀπὸ τὴν ἐνδυμασία (ποὺ δὲν εἶναι καθόλου ἁπλὴ ὑπόθεση, τουλάχιστον γιὰ ἕνα Χριστιανό), ἀφοῦ ἀποτελεῖ ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ νὰ μὴ ξεγυμνώνεται ἀδιάντροπα ὁ ἄνθρωπος, ἀλλὰ καὶ στὸ νὰ μὴ φοροῦν οἱ γυναῖκες ἀνδρικὴ καὶ οἱ ἄνδρες γυναικεία ἐνδυμασία (θέαμα ὄντως ἐξευτελιστικὸ γιὰ τὸν ἄνθρωπο), ἕως καὶ τὸ σοβαρότατο θέμα τῆς τεκνογονίας (ποὺ ἡ συνειδητὴ ἀποφυγή της, ἀποτελεῖ θανάσιμο ἁμάρτημα). Καὶ ὅλος αὐτὸς ὁ ξεπεσμὸς πραγματοποιεῖται γιὰ νὰ φαίνεται ὁ ἄνθρωπος ἀρεστὸς καὶ γιὰ νὰ τὰ ἔχει καλὰ μὲ ὅλους.
Ὅμως, γιὰ λόγους δικαιοσύνης καὶ ἀντικειμενικότητος, θὰ πρέπει νὰ σημειώσουμε ὅτι ἡ ἀνθρωπαρέσκεια καὶ τὸ καταραμένο πνεῦμα τοῦ κόσμου καὶ τῆς μόδας, δὲν χτυπᾶ μόνο ἀπὸ τὰ ἀριστερὰ (ποὺ ἐπιτέλους ὁ πειρασμὸς αὐτός, ἐξευτελίζει μὲν τὸν ἄνθρωπο, στὰ βάθη ὅμως τῆς καρδιᾶς τοῦ συνειδητοποιεῖ τὴν ἀστοχία του, τὸ ἁμάρτημά του καὶ τὴν προσβολὴ στὸν ἴδιο τὸν Θεὸ καὶ τὸν Νόμο Του),  ὁ πειρασμὸς αὐτὸς τῆς ἀνθρωπαρέσκειας, χτυπᾶ καὶ ἀπὸ δεξιὰ καὶ μάλιστα τοὺς ἀνθρώπους ποὺ διακονοῦν τὴν ἴδια τὴν Ἐκκλησία.
Κλασσικὸ παράδειγμα ἐπὶ τῶν ὅσων ἀναφέρουμε, ἀποτελεῖ τὸ θέατρο τοῦ οἰκουμενισμοῦ καὶ οἱ συγκρητιστικὲς παραστάσεις τοῦ θιάσου τῆς «ἀγαπολογίας καὶ τῆς ἑνώσεως».
Δὲν χρειάζεται νὰ ἐπεκταθοῦμε, φίλοι μου, καὶ νὰ ἀναλύσουμε τὰ ὅσα εἶναι ἤδη γνωστὰ σὲ ὅλον τὸν κόσμο. Τώρα μάλιστα μέσω τῆς τηλοψίας καὶ τοῦ διαδικτύου, τώρα ποὺ «ὁ Νόμος ἠσθένησεν καὶ ἀργεῖ τὸ Εὐαγγέλιον», τώρα ποὺ«θέατρον ἐγεννήθημεν καὶ ἀγγέλοις καὶ ἀνθρώποις», ὁ καθένας ἔχει τὴν δυνατότητα νὰ ἐλέγχει καὶ νὰ κάνει τὴν κριτικὴ τῶν παραστάσεων.
Ἡ ἀτμόσφαιρα ὅμως, ἡ Ὀρθόδοξη Χριστιανική, εἶναι γεμάτη ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς πικρίας, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ τῆς ἀγανακτήσεως. Καὶ τοῦτο, διότι, ναὶ μὲν ὅσοι ἐν ψυχρῶ καταπατοῦν τοὺς θείους καὶ ἱεροὺς κανόνες, ἀποδεικνύουν οἱ ἴδιοι ξεκάθαρα ὅτι ἔχουν ἀποβάλλει τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ καὶ ἔχουν καταντήσει «κακοὶ ἐπαγγελματίες». Τοῦτο δὲ εἶναι τὸ μόνο βέβαιο ἀπὸ τὴν ὅλη τους συμπεριφορά. Τὸ ἐρώτημα ὅμως καὶ τὸ παράπονο παραμένει γὶ αὐτοὺς ποὺ βρίσκονται σὲ ὑψηλὲς θέσεις, καὶ ἐνῶ βλέπουν τὰ ἄτοπα καὶ ἀπρεπῆ, γνωρίζουν δὲ τὸ ἀπαράδεκτο τῶν πράξεων, παραμένουν ὡστόσο σιωπῶντες μέσα στὴν «ἡσυχία τοὺς» καταντώντας τὸν ἑαυτόν τους, ὄχι ἁπλῶς μακάριο, ἀλλὰ καὶ κάτι παραπάνω...
Ἀγανακτεῖ ἐπίσης κανείς, ὅταν σὲ ἄλλες ἁπλὲς περιπτώσεις «διυλίζεται ὁ κώνωπας» ἐνῶ σὲ αὐτὲς τὶς ὄντως ἀπαράδεκτες καταστάσεις «καταπίνεται ἡ κάμηλος» καὶ ἔτι πλέον, ὅταν κάποιοι, κάπου καὶ κάποτε, λαμβάνουν τὴν παπικὴ «εὐλογία» (ἀλογία μᾶλλον καὶ κατάρα), ἀπὸ τὸν πολιτικὸ ἀρχηγὸ τοῦ κράτους τοῦ Βατικανοῦ, ἐντὸς μάλιστα Ὀρθοδόξων Ναῶν. (Φρίξον ἥλιε, στέναξον γῆ). Φυσικά, ἡ ἀπάντηση σὲ ὅλα αὐτὰ εἶναι, διότι ὑπάρχει ἀφ' ἑνὸς μὲν ἡ ἐπάρατος ἀνθρωπαρέσκεια, ἀφ' ἑτέρου δὲ ἡ αἰσχρὴ δειλία στοὺς «καλοὺς καγαθούς».
Τὸ ζητούμενο γὶ αὐτοὺς τοὺς «ποιμένες» εἶναι, ὄχι ποιὰ θὰ ἦταν σὲ ἀνάλογες περιπτώσεις ἡ στάσις τῶν Ἁγίων Πατέρων, ἀλλὰ τί θὰ πεῖ ὁ κόσμος. Πῶς θὰ μᾶς κρίνουν οἱ κοσμικὸν τὸ φρόνημα ἔχοντες, κληρικοὶ καὶ λαϊκοί. Δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει πλέον τώρα τὸ τί θὰ πεῖ ὁ Θεός, ἀλλὰ τὸ τί θὰ πεῖ ὁ ἁμαρτωλὸς κόσμος. (Νέα καὶ χαλκευμένη θεολογία).
Τὰ δὲ περὶ συνέσεως, ταπεινώσεως, πραότητος κ.λ.π. ποῦ ἀκούγονται κατὰ καιροὺς ὡς ἀδικαιολόγητες δικαιολογίες, ἀποτελοῦν ἀστειάκια γιὰ τὰ μικρὰ παιδιά...
Ἀλλὰ τί νὰ περιμένει κανείς, ἀγαπητοί μου, ὅταν, ἐνῶ ὑβρίζεται κατὰ τὸν πλέον αἰσχρὸ τρόπο ἡ Θεανδρικὴ προσωπικότητα τοῦ Κυρίου ἠμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, βρίσκονται «ποιμένες» οἱ ὁποῖοι ἀδιάντροπα δηλώνουν τὴν «παγερή τους ἀδιαφορία»;
Τοὺς ἐρωτοῦμε ὅμως, εὐθέως, τοὺς κυρίους αὐτούς. Ἐὰν ἀντὶ τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ ὑπῆρχε ὑβριζόμενο τὸ ὄνομα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ τους προϊσταμένου ἢ τὸ δικό τους καὶ τῶν συνεργατῶν τους. Ἐὰν τοὺς παρουσίαζαν καὶ αὐτοὺς ὡς διεστραμμένους ὅπως παρουσιάζει ἡ ἐμετικὴ θεατρικὴ διαβολοπαράσταση τὸν Κύριο καὶ τοὺς Ἀποστόλους (ὁ Θεὸς ἂς μᾶς συγχωρέσει γιὰ ὅσα ἀπὸ ἀγανάκτηση γράφουμε... «Σὺ Κύριε οἶδας ὅτι φιλῶ σέ»), θὰ ἔδειχναν καὶ τότε τὴν «παγερή τους ἀδιαφορία» ἢ θὰ εἶχαν κηρύξει τὴν Ἐκκλησία ἐν διωγμῶ;
Καὶ ἐὰν ἀντὶ τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου μᾶς ὑπῆρχε τὸ ὄνομα τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ κράτους ἢ τῆς Κυβερνήσεως ἢ τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων, τῶν «πτωχωτάτων ἐθνοπατέρων μας», θὰ ἔκαναν τότε οἱ «κύριοι» αὐτοὶ λόγο περὶ «καλλιτεχνικῆς ἐλευθερίας» καὶ περὶ «δημοκρατικῆς ἐκφράσεως» ἢ αὐθωρεὶ καὶ παραχρῆμα θὰ εἶχαν διατάξει τὴν δικαστικὴ καὶ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ σταματήσει ἐν τῷ ἅμα τὴν παράσταση ποὺ ὑβρίζει τὶς προσωπικότητες καὶ μάλιστα αὐτὲς τὶς ἐκλεγμένες προσωπικότητες τοῦ Ἔθνους;
 Ορίστε τὸ ἐρώτημα ποὺ προκαλεῖ σήμερα. Ἐὰν δὲ διαθέτουν στοιχειώδη εὐαισθησία καὶ ἀνδρισμό, ἂς δώσουν λοιπὸν τὴν ἀπάντηση.  Ἂς μᾶς ποῦν τί θὰ ἔπρατταν στὰ ὅσα ἀνωτέρω ἀναφέρουμε.
Ἀλλά, γιατί ἐπιμένουμε; Καὶ ποιὰ ἀπάντηση ἀναμένουμε; Ἀφοῦ γιὰ τοὺς ἀνθρωπάρεσκους εἶναι μεγάλοι, πολὺ μάλιστα μεγάλοι οἱ πολιτικοὶ καὶ θρησκευτικοὶ ἄρχοντες, ἐνῶ ὁ Κύριος Ἰησοῦς εἶναι μικρός, πολὺ μικρός!
Ἂς προσέξουν ὅμως ὅλοι αὐτοὶ οἱ κύριοι, ἂς ἀνοίξουν γιὰ λίγο τὰ ὦτα τους, ποὺ γιὰ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ γιὰ τὴν ὁμολογία, τὰ ἔχουν φράξει μὲ  βουλοκέρι, ἂς ἀκούσουν αὐτὸ ποὺ ἤδη ἀκούγεται ὁλονὲν καὶ ἰσχυρότερο. Ἤδη ἀκούγεται καὶ ὁσονούπω θὰ σκεπάσει κάθε φωνὴ ἀνθρωπαρέσκων... «Συντρίψω αὐτοὺς ὡς σκεύη κεραμέως»!!!
Ὁπωσδήποτε, ἀδελφοί μου, ὅπως μᾶς ἀναφέρει ἀλλοῦ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ὅποιος ἐνεργεῖ μὲ τέτοιο τρόπο ὥστε νὰ ἀρέσει στὸν κόσμο, αὐτὸς δὲν εἶναι γνήσιος δοῦλος τοῦ Χριστοῦ. Ἕνας μάλιστα πού, ἐνῶ ὑβρίζεται  τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, τὸ «ὑπὲρ πᾶν ὄνομα»,  αὐτὸς σιωπᾶ γιὰ νὰ τὰ ἔχει καλὰ μὲ τὸν κόσμο, αὐτοῦ,  δὲν τοῦ ἀναγνωρίζουμε προσωπικότητα. Εἶναι «ἄνθρωπος» χωρὶς στόχο καὶ πορεία. Ὅταν μάλιστα δηλώνει ὅτι κρατᾶ τὴν «παγερὴ ἀδιαφορία», τότε αὐτὸς δὲν εἶναι καν ἄνθρωπος, διότι ἕνας ἄνθρωπος καὶ μάλιστα πιστός, ἔχει ζεστὴ τὴν καρδιὰ καὶ φλέγεται γιὰ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν δόξα τοῦ Χριστοῦ. Ἐὰν δὲν εἴμασταν ζωόφιλοι, τὶς καταστάσεις αὐτὲς τῆς βλασφημίας θὰ τὶς χαρακτηρίζαμε ὡς «κτηνώδεις». Ἀλλὰ  οἲ  βλάσφημοι  μὲ τὴ στάση τοὺς αὐτή, καταντοῦν τώρα χειρότεροι  καὶ αὐτῶν τῶν ἀλόγων ζώων. Γίνονται  χειρότεροι καὶ τοῦ διαβόλου, ἀφοῦ ἐπιτέλους καὶ αὐτὰ τὰ δαιμόνια δὲν τολμοῦν νὰ βλασφημήσουν τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ. Τὸ δὲ κατάντημα τῶν ὑπανθρώπων βλασφήμων, συνακολουθεῖ καὶ αὐτὸς ποὺ δὲν διαμαρτύρεται καὶ ἐναρμονίζεται μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ κόσμου. Ναί, ὁ ἀνθρωπάρεσκος καταντᾶ δοῦλος τῶν ἄλλων. Ὅ,τι δηλαδὴ χειρότερο θὰ μποροῦσε νὰ ὑποστεῖ. Καὶ στὴν ἀρχὴ μὲν θὰ κάνει ἀβαρίες στὰ ἐξωτερικά. Ὅσο ὅμως περνᾶ ὁ χρόνος, ὁ ξεπεσμένος αὐτὸς δῆθεν πιστός, φτάνει σιγὰ-σιγὰ στὸ βαρύτατο ἁμάρτημα. Στὸ νὰ περιφρονεῖ δήλ.τὸν Θεὸ καὶ τὸ Νόμο Του. Ἔτσι, πολὺ σύντομα χάνει τὴν πίστη του καὶ τὴν ὀρθοδοξία του, ἀφοῦ πρῶτα βεβαίως ἔχει χάσει τὴν ἠθική του ὑπόσταση... δικαιολογώντας στὴν κυριολεξία τὰ πάντα. Τελικὰ ἐξευτελίζονται στὰ μάτια τῶν ἄλλων, καί, ἐὰν ἀλλοίμονο, δὲν μετανοήσουν ὅσοι ἀκολουθοῦν τὸν δρόμο τῆς ἀπωλείας ἕως τέλους, αὐτὴ ἡ ἀνθρωπαρέσκεια, σὺν τοῖς ἄλλοις, θὰ τοὺς ὁδηγήσει στὸν αἰώνιο καὶ φρικτὸ θάνατο.
Ὁ θεόπνευστος Προφητάναξ, εἶναι ξεκάθαρος ἐπὶ τοῦ θέματος: «Ὅτι ὁ Θεὸς διεσκόρπισεν ὀστᾶ ἀνθρωπαρέσκων. Κατησχύνθησαν, ὅτι ὁ Θεὸς ἐξουδένωσεν αὐτοὺς» (Ψάλμ. ΝΒ', 5).
Ἐδῶ ὁ Ἀόριστος, κατὰ προφητικὴ συνήθεια ἐκλαμβάνεται ἀντὶ Μέλλοντος χρόνου. Προφητεύει λοιπὸν ὁ Θεὸς ὅτι αὐτοὺς τοὺς ἀνθρωπάρεσκους καὶ ἀσεβεῖς, θὰ διαλύσει καὶ θὰ διασκορπίσει ὅπως τὸ χνούδι τὸ ὁποῖο «ἐκρίπτει ὁ ἄνεμος ἀπὸ προσώπου τῆς γής». Αὐτοὶ δὲ θὰ γεμίσουν ἀτιμία καὶ αἰσχύνη, διότι ὁ Θεὸς θὰ ἐξουθενώσει αὐτούς, ἐλέγχοντας τὴν κακία, καὶ ὅπως σημειώνουν οἱ ἑρμηνευτὲς «καὶ τοῦ ἀξιώματος τῆς Ἀρχιερωσύνης αὐτοὺς καθελῶν».
Ἀδελφοί μου, δὲν εἶναι ἁπλὴ ὑπόθεση καὶ ἁπλὴ ἀδυναμία ἡ ἀνθωπαρέσκεια καὶ ἡ σὺν αὐτὴ ἐπικατάρατος δειλία. Πρόκειται περὶ φοβερῶν δαιμονίων ποὺ στραγγαλίζουν τὴν ἐν Χριστῷ Ἐλευθερία, τὴν ὁποία μᾶς χάρισε διὰ τοῦ Σταυρικοῦ του θανάτου ὁ Κύριός μας καὶ Θεός μας!
Ἄνευ ἀντιλογίας, φίλοι μου, παντοτινὸ καύχημά μας εἶναι, πρέπει νὰ εἶναι ὁ Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ, μὲ ὅ,τι αὐτὸ συνεπάγεται στὴ ζωή μας καὶ στὴν καθημερινότητα. Ἐπιπλέον δὲ μὲ παρρησία νὰ δίνουμε πρὸς κάθε κατεύθυνση καὶ σὲ κάθε πρίπτωση τὴν ὁμολογία τῆς ἀμωμήτου πίστεώς μας, ἐκφράζοντας ἔτσι τὴν ἀγάπη μας πρὸς τὸν Σωτήρα Χριστό.
Τοῦτο νὰ γίνει καὶ αἴτημα θερμῆς προσευχῆς καὶ τὸ ἔλεος τοῦ Κυρίου, εἴθε νὰ μᾶς «καταδιώκει πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς ἠμῶν». Αμήν

Κυριακή Ε΄ Λουκᾶ. Λουκᾶ ιστ΄ 19-31
4/11/2012

«Ἡ ἔλλειψη κοινωνίας »
“Ἄνθρωπος δέ τις ἦν πλούσιος …πτωχός δέ τις ἦν ὀνόματι Λάζαρος”
Ἕνα φοβερό καί ἀποκρουστικό σύμπτωμα, ἀγαπητοί μου, ἀδελφοί, ταλαιπωρεῖ τήν σύγχρονη κοινωνία. Μία ἀσθένεια πού ἀφοῦ ἀπομονώσει τόν ἕνα ἀπό τόν ἄλλο ἐν συνεχείᾳ νεκρώνει τόν ἄνθρωπο σιγά-σιγά. Ἡ ἐπικίνδυνη αὐτή ἀσθένεια ὀνομάζεται «ἔλλειψη κοινωνίας», καί ἔχει προσβάλλει σέ μεγάλο βαθμό ὅλους μας. Σ’ αὐτήν τήν ἀπαίσια μάστιγα ἔστρεψε ὁ Κύριος μας τόν θεϊκό του λόγο, θέλοντας ὄχι μόνο νά στηλιτεύσει τό φαινόμενο, ἀλλά καί νά δείξει τίς προεκτάσεις καί συνέπειές του. Εἶπε τήν περίφημη παραβολή τοῦ πλουσίου καί τοῦ Λαζάρου, τήν ὁποία ἀνεγνώσαμε σήμερα στό Εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα.
Ἄς θυμηθοῦμε τήν παραβολή.
«Κάποιος ἄνθρωπος, εἶπε ὁ Κύριος, ἦταν πλούσιος καί ἐνδυόταν πορφύρα καί μετάξι, ἐφραινόμενος καθημερινά λαμπρῶς». Ὅλη ἡ φροντίδα τοῦ πλουσίου ἦταν γιά τόν ἱματισμό του καί τό καλλωπισμό καί τήν πολυτέλεια τῶν ἐνδυμάτων του κι ἀκόμα γιά τά τραπέζια καί τά φαγοπότια καί τίς τρυφές. Ὑπῆρχε ὅμως ἕνας φτωχός πού ὀνομαζόταν Λάζαρος, ὁ ὁποῖος ἦταν πεσμένος κοντά στήν πύλη τοῦ σπιτιοῦ τοῦ πλουσίου γεμᾶτος πληγές καί ἐπιθυμοῦσε νά χορτάσει ἀπό τά ψίχουλα πού ἔπεφταν ἀπό τό τραπέζι τοῦ πλουσίου. Δέν ἔφταναν ὅλα αὐτά, ὅτι ἦταν φτωχός, γυμνός, ἄστεγος, πεινασμένος, πληγιασμένος, ἐρχόντουσαν καί τά σκυλιά καί ἔγλειφαν τίς πληγές του.
Ἐδῶ ὁ Κύριος μας παραστατικότατα ἀπεκάλυψε αὐτή τήν ἀπαίσια ἀσθένεια τοῦ πλουσίου πού κατατρώγει τίς σάρκες καί τῆς σημερινῆς κοινωνίας. Βλέπουμε τήν ἔλλειψη κοινωνίας τοῦ πλουσίου πρός τόν πτωχό Λάζαρο σέ ὅλα. Ὁ πλούσιος παραχόρταινε καθημερινῶς ἀπό τήν τράπεζα πού ἦταν γεμάτη παντοειδῆ φαγητά καί πολυτελῆ καρυκεύματα. Ὁ δέ Λάζαρος ἐπιθυμοῦσε νά χορτάσει καί ἀπό τά εὐτελέστατα πράγματα, διότι ποτέ δέν εἶχε χορτάσει. Ὁ πλούσιος ἔλαμπε ἀπό τήν πορφύρα καί ἀπό τό μετάξι πού φοροῦσε καί ἀπό τό ὑπερβολικό ἐξωραϊσμό τοῦ εὐρώστου σώματος. Ὁ δέ Λάζαρος εἶχε καί τά ξεσχισμένα ράκη του, γεμάτα μόλυνση καί δυσωδία βγάζοντας πληγές καί περιρρεόμενος ἀπό τό πῦο. Ἐκεῖνος ὁ πλούσιος καθόταν σέ ὑψηλό θρόνο περικυκλωμένος ἀπό τό πλῆθος τῶν ὑπηρετῶν του, ὁ Λάζαρος ἦταν ξαπλωμένος κάτω στό ἔδαφος κοντά στήν πύλη, μή ἔχοντας κάποιον οὔτε γιά νά ἀπομακρύνει τά σκυλιά.
Ποῦ ὁδήγησε αὐτή ἡ ἔλλειψη τῆς κοινωνίας τόν πλούσιο;
Στήν καταδίκη καί τόν βασανισμό του. Ἔλλειψη κοινωνίας στήν παροῦσα ζωή, ἔλλειψη κοινωνίας καί στήν ἄλλη ζωή. Καμμία κοινωνία, οὐδεμία συμμετοχή εἶχε ὁ πλούσιος στήν χαρά καί τήν εὐφροσύνη τοῦ πτωχοῦ.
Ἄς ἔλθουμε ὅμως καί στά δικά μας:
1) Ποῦ συναντᾶτε;
Ἡ ἔλλειψη κοινωνίας μεταξύ μας εἶναι ἕνα ἀπειλητικό καθολικό σχεδόν φαινόμενο. Δέν περιορίζεται μόνο στήν ἔλλειψη πλουσίου καί πτωχοῦ. Ἐπεκτείνεται ἀνησυχητικά. Ἔλλειψη κοινωνίας πλουσιωτέρων καί εὐρωστοτέρων κοινωνικῶν τάξεων πρός τίς ἀσθενέστερες. Ἔλλειψη κοινωνίας μεταξύ ἀδελφῶν καί οἰκογενειῶν. Παντοῦ συναντᾶτε ἡ ἔλλειψη διαθέσεως νά σηκώσουμε λίγα ἀπό τά προβλήματα τῶν συνανθρώπων μας. Ἀκούγεται μάλιστα καί ἐκεῖνο τό φρικτό «πρόβλημά σου» πού ἐκσφενδονίζεται καί δίνει τήν χαριστική βολή στόν ἔχοντα ὁποιοδήποτε πρόβλημα. Κανένας δέν εἶναι διατιθεμένος νά μοιρασθεῖ μέ τόν συνάνθρωπό του τά ἀγαθά, τά ὁποῖα κρατᾶ ἀποκλειστικῶς πρός ἴδιαν χρῆσιν καί ἀπόλαυση. Κανείς δέν εἶναι πρόθυμος νά δεχθεῖ τά προβλήματα τοῦ συνανθρώπου του καί νά τά ἀντιμετωπίσει μέ ἀγάπη καί φιλανθρωπία. Στό ἐρώτημά μας : ποῦ συναντᾶται ἡ ἔλλειψη κοινωνίας σήμερα, ἡ ἀπάντηση εἶναι : παντός καί ἐπί πάντας.
2) Σέ τί ὀφείλεται ;
Ἡ αἰτία μιᾶς τέτοιας ἀπάνθρωπης καί δαιμονιώδους συμπεριφορᾶς εἶναι τά πάθη τοῦ ἀνθρώπου. Συγκεκριμένα ὁ ἐγωϊσμός, ἡ φιληδονία, ἡ εὐσπλαχνία, ἡ ἀκράτεια καί ἄλλα φοβερά πάθη ἐνεργοῦσαν στόν πλούσιο ἐνεργοῦν καί σήμερα καί προκαλοῦν τήν ἔλλειψη κοινωνίας.
3) Πῶς θεραπεύονται;
Tήν θεραπεία τῆς φοβερᾶς αὐτῆς παλαιᾶς καί σύγχρονης ἀσθένειας τήν ὑπέδειξε ὁ Κύριος. Διά τῆς εὐσπλαχνίας καί ἐλεημοσύνης. Ὁ πλούσιος δέν καταδικάσθηκε ὡς ἅρπαγας. Φαίνεται, ὅτι νομίμως εἶχε ἀποκτήσει τά πλούτη του. Καταδικάσθηκε ὅμως ὡς ἄσπλαχνος καί φιλήδονος. Γι’ αὐτό τοῦ εἶπε ὁ Ἀβραάμ ὅτι ἐπειδή ἐπροτίμησες τόν ἀπολαυστικό καί ἄνετο βίο γιά τόν ἐγκρατή καί ἐλεήμονα τώρα δικαίως σέ κατέλαβε ὀδύνη, θλίψη καί στενοχώρια.
Μεταξύ τῶν ἀνθρώπων, διδάσκει ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία, ἰδιαίτερα μάλισταμεταξύ τῶν χριστιανῶν, πρέπει νά ἀναπτυχθεῖ τό πνεῦμα τῆς μεταδοτικότητας. Τοῦτο τό πνεῦμα δηλώνει ὁ Μέγας Παῦλος ὅταν γράφει στούς Κορινθίους καί ἀποκαλεῖ αὐτήν τήν μετάδοση κοινωνία πρός τούς ἁγίους : «τό περίσσευμα σας πρέπει νά καλύπτει τό ὑστέρημα ἐκείνων, ὥστε καί τό περίσσευμα ἐκείνων νά ἀντιστοιχήσει στό ὑστέρημά σας» (Β΄ Κορ. η΄14).
Διά τῆς ἐλεημοσύνης καί μεταδοτικότητας ὁ ἄνθρωπος δέν θεραπεύει μόνο μία ἐπικίνδυνη ἀσθένεια, ἀλλά καί ἔχει νά ἀποκομίσει ὀφέλη. Ποιά;
Τήν μεσιτεία τῶν πτωχῶν πού ἔχουν παρρησία ἕνεκα τῆς ἀρετῆς τους στό Θεό. Αὐτό ἀναφέρεται στό προηγούμενο χωρίο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου ἀλλά καί στό λόγο τοῦ Κυρίου μας, ὁ ὁποῖος συμβουλεύει ὅλους ὅσους ἔχουν ἀγαθά καί πλούτη: «Κάμετε φίλους ἀπό τόν μαμωνά τῆς ἀδικίας, ὥστε ὅταν ἀποδημήσετε, νά σᾶς δεχθοῦν στίς αἰώνιες σκηνές» (Λουκᾶ ιστ΄ 9).
Ἀδελφοί μου
Ἄν πράγματι ἐπιθυμοῦμε νά θεραπεύσουμε αὐτήν τήν ἀσθένεια τῆς ἐλλείψεως κοινωνίας στίς ἀνάγκες, τίς ποικίλες ἀνάγκες, πνευματικές, ψυχικές καί ὄχι μόνο οἰκονομικές καί ὑλικές δέν ἔχουμε παρά νά μάθουμε ἀπό τόν Κύριό μας νά εἴμαστε εὔσπλαχνοι, οἰκτήρμονες, ταπεινοί, μεταδοτικοί, ἐλεήμονες. Ἄλλως θά καταδικασθοῦμε αἰωνίως γιά τήν φιληδονία καί τόν δαιμονικό ἐγωϊσμό.


ΚΥΡΙΑΚΗ Ε’ ΛΟΥΚΑ
Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΠΛΟΥΣΙΟΥ
ΚΑΙ ΤΟΥ ΦΤΩΧΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ
(Λουκά, κεφ. 16, 19-31)
Μιχαήλ Χούλη, Θεολόγου

   Μια από τις πλέον γνωστές παραβολές που ο Κύριος είχε διηγηθεί, είναι η παραβολή του πλουσίου και του φτωχού Λαζάρου. Στην εποχή του Ιησού, οι άνθρωποι πίστευαν πως ο πλούτος είναι αποτέλεσμα επιβράβευσης από το Θεό για την ευσεβή ζωή τους, ενώ τη φτώχια θεωρούσαν θεία τιμωρία. Για τους αναγκεμένους και ταλαίπωρους έλεγαν ότι δεν ήσαν σωστοί απέναντι στο Θεό. Μια τέτοια εσφαλμένη άποψη έρχεται να απορρίψει ο Κύριος, λέγοντας την συγκεκριμένη παραβολή. Το μήνυμα ακόμη που θέλει να διδάξει ο Ιησούς στο λαό είναι η ανάγκη της διαρκούς φιλανθρωπίας και να δείξει πως ο Θεός δεν έχει συμπάθειες και αντιπάθειες ανάμεσα στους ανθρώπους, αλλά ότι όποιος ζει με αγάπη, ταπείνωση και μετάνοια είναι αρεστός στα μάτια του, άσχετα από την οικονομική και κοινωνική του θέση.
Κάποιος άνθρωπος λοιπόν ήταν πλούσιος, φορούσε κόκκινο βασιλικό μανδύα, πολυτελή λευκό χιτώνα και ευφραινόταν με τα πολλά αγαθά του καθημερινά και λαμπρά. Στηριζόταν όπως φαίνεται στις δικές του δυνάμεις και όχι στο Θεό. Υπήρχε και κάποιος φτωχός που λεγόταν Λάζαρος, ο οποίος ήταν πεταμένος κοντά στην πόρτα του, γεμάτος πληγές. Το όνομα “Λάζαρος” σημαίνει “ο Θεός είναι βοηθός μου”, και κατ’ επέκταση μάς φανερώνει ότι ο απορριφθείς από τους συνανθρώπους του αυτός «φτωχούλης του περιθωρίου», περίμενε μόνο από το Θεό το μέγα έλεος και όχι από τις δικές του δυνάμεις. Και επιθυμούσε να χορτάσει από τα χρησιμοποιούμενα για να σκουπίζουν τα χέρια τους οι άρχοντες ψίχουλα, που έπεφταν από το τραπέζι του πλουσίου. Ακόμη δε και τα σκυλιά έρχονταν και έγλυφαν τις πληγές του. Κάποτε συνέβη να πεθάνει ο φτωχός και να μεταφερθεί από τους αγγέλους στην αγκαλιά του Αβραάμ, δηλαδή στον παράδεισο. Πέθανε κάποια στιγμή και ο πλούσιος και τον κήδεψαν. Και ενώ τον Λάζαρο απλά τον έθαψαν, και τον πλούσιο τον κήδεψαν με τιμές, στην άλλη ζωή τα πράγματα αντιστράφηκαν: Ο Λάζαρος βρέθηκε στον παράδεισο, στη συντροφιά αγγέλων και αγίων, ενώ ο πολύ γνωστός πλούσιος στη γη, βρέθηκε στην κόλαση να είναι απομονωμένος. Ο Θεός δεν κρίνει επομένως με την κοσμική λογική, αλλά βλέπει τα εσώψυχα των ανθρώπων και το ‘γιατί’ στις πράξεις τους.
Και στον άδη, όταν σήκωσε τους οφθαλμούς του ενώ βασανιζόταν, βλέπει από μακριά τον Αβραάμ, και τον Λάζαρο στην αγκαλιά του. Η συνείδηση επομένως, η κρίση, η λογική και οι αισθήσεις, δεν χάνονται μετά θάνατον, ούτε και η ελεύθερη βούληση. Και βγάζοντας φωνή μεγάλη, αυτός που ένοιωθε κάποτε παντοδύναμος, είπε: «Πατέρα Αβραάμ, ελέησέ με και στείλε τον Λάζαρο να βρέξει με νερό την άκρη του δαχτύλου του και να δροσίσει τη γλώσσα μου, γιατί υποφέρω μέσα σ’ αυτή τη φλόγα». Αφενός, και λανθασμένα, νομίζει ο πλούσιος ότι είναι παιδί του Αβραάμ επειδή και μόνο είναι Ιουδαίος, αφετέρου η σκληρή του νοοτροπία δεν άλλαξε ούτε και μετά το θάνατό του, αφού θεωρεί ακόμη τον φτωχό Λάζαρο υπηρέτη του. Μάλιστα φαίνεται ξεκάθαρα η οδύνη της κολάσεως και ότι είναι τόπος βασάνων. Του είπε τότε ο Αβραάμ: «Παιδί μου, μην ξεχνάς ότι εσύ είχες απολαύσει όσο ζούσες τα καλά και ο Λάζαρος ομοίως τα κακά. Τώρα όμως αυτός παρηγορείται εδώ, ενώ εσύ υποφέρεις». Βλέπουμε ότι η κατάσταση μετά θάνατον αλλάζει ριζικά και πολλές φορές τα φαινόμενα που παρατηρούμε όσο ζούμε, απατούν. Οι άνθρωποι απολαμβάνουν στην άλλη ζωή τις συνέπειες των πράξεών τους, όσες εν σώματι εποίησαν. Εννοείται ότι η πραγματική μετάνοια και ταπεινή εξομολόγηση, όσο ο άνθρωπος ζει, και μόνο, στην επίγεια ζωή του, οδηγεί τον άνθρωπο και πάλι στην αγκαλιά του Θεού, από την οποία οικειοθελώς απομακρύνθηκε.
«Και πέρα απ’ όλα αυτά, συνεχίζει να του λέει ο πατριάρχης, ανάμεσα σ’ εμάς και σ’ εσάς έχει δημιουργηθεί ένα μεγάλο χάσμα, ώστε να μην μπορούν να περάσουν όσοι θέλουν από εδώ προς εσάς, ούτε και οι από εκεί να περνούν προς εμάς». Είναι τελεσίδικες επομένως και αδιαπέραστες οι δύο καταστάσεις και τρόποι ζωής, παραδείσου και κολάσεως, αναψυχής και οδύνης. Η Εκκλησία μας δέχεται βέβαια ότι τα μνημόσυνα ωφελούν τις ψυχές και η λειτουργική προσευχή προς το Θεό, καθώς και η ελεημοσύνη, μπορεί να κάνει θαύματα σε ορισμένες περιπτώσεις, αφού η αγάπη και το έλεος του Θεού δεν έχει όρια. Είπε ο  πλούσιος: «Σου ζητώ λοιπόν πάτερ, να τον στείλεις στο σπίτι του πατέρα μου. Γιατί έχω πέντε αδελφούς. Και έτσι θα τους δώσει την μαρτυρία του, για να μην έρθουν και αυτοί σ’ αυτόν τον τόπο των βασάνων». Λέγει σ’ αυτόν ο Αβραάμ: «Έχουν τον Μωυσή και τους προφήτες. Ας ακούσουν αυτούς». Και αυτός είπε: «Όχι πατέρα Αβραάμ, αλλά αν κάποιος από τους νεκρούς πάει σ’ αυτούς, θα μετανοήσουν»  Είπε τότε σ’ αυτόν ο Αβραάμ: «Αν τον Μωυσή και τους προφήτες δεν ακούνε, ούτε αν κάποιος αναστηθεί από τους νεκρούς θα πεισθούν». Δεν επικοινωνούν επομένως οι ψυχές μεταξύ τους, οι νεκροί με τους ζωντανούς, παρά μόνο δια του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας, όπου ενώνονται οι πιστοί εν ζωή, δηλαδή η στρατευόμενη Εκκλησία, με τον Χριστό, τους αγίους και τους αγγέλους, δηλαδή με την θριαμβεύουσα Εκκλησία εν ουρανοίς. Κάθε άλλη προσπάθεια επικοινωνίας με τους κοιμηθέντες, μέσω των μάγων, με τις χαρτορίχτρες και τα μέντιουμ, είναι πλάνη κατακριτέα και αντιχριστιανική.  
«ΕΧΟΥΝ ΤΟ ΜΩΥΣΗ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΠΡΟΦΗΤΕΣ. ΑΣ ΑΚΟΥΣΟΥΝ ΑΥΤΟΥΣ», απάντησε στον πρώην πλούσιο ο γενάρχης Αβραάμ. Θα λέγαμε σήμερα: Δεν υπάρχουν δικαιολογίες για να μένει κάποιος στην αθεΐα του, θεωρητική και πρακτική, παρά μόνο αν με τη θέλησή του και για λόγους ιδιοτελείς το επιζητεί. Ο Ιησούς δίδαξε, έκανε πλήθος θαυμάτων, ανέστησε νεκρούς, μίλησε για τη βασιλεία του Θεού και την αιώνια ζωή. Είναι καταγραμμένες οι αλήθειες της πίστεως στην ιερή μας Παράδοση, την Αγία Γραφή, στις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων, στα έργα των Πατέρων της Εκκλησίας. Οι απόστολοι θυσιάστηκαν, κηρύσσοντας Χριστόν εσταυρωμένον και αναστάντα. Οι μάρτυρες της πίστεως ανέρχονται σε πολλά εκατομμύρια. Τα θαύματα των αγίων μέσα στην ιστορία είναι αμέτρητα. Τα λείψανα πολλών αγίων ευωδιάζουν, θαυματουργούν και μένουν ως “σημείον” πίστεως άφθορα. Ο ερευνών βρίσκει και, σε εκείνον που ανιδιοτελώς αναζητεί, ο Χριστός τού απαντά καρδιακά και αληθινά. “Τι ποιήσω λοιπόν ίνα ζωήν αιώνιον κληρονομήσω;”, αναρωτιέται ο σύγχρονος άνθρωπος! Τίποτε άλλο δεν ζητά από εμάς ο Θεός, παρά το να θελήσουμε να ενταχθούμε εν ταπεινώσει στην εκκλησιαστική κοινωνία των αγίων, απαρνούμενοι τις διχόνοιες, την υπερηφάνεια και την ανελευθερία της αμετανοησίας. Διότι η αμετανοησία και ο άκρατος ατομισμός οδήγησαν και τον σκληρό πλούσιο στην φυλακή του εγωισμού του, δηλαδή στην κόλασή του. Εν κατακλείδι, είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι ο πλούσιος της σημερινής παραβολής δεν κατακρίθηκε γιατί ήταν πλούσιος, αλλά γιατί ήταν ανελεήμων. Και ότι ο φτωχός Λάζαρος σώθηκε, όχι γιατί ήταν φτωχός, αλλά γιατί ήταν ταπεινός και είχε την ελπίδα του στο Θεό.

ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ:
“Κήρυγμα και Θεολογία”, Γεωργίου Πατρώνου, τ. Α΄, εκδ. Αποστολικής Διακονίας, Αθ. 2003
“Κυριακοδρόμιο”, εκδ. Άρτος Ζωής, Αθ. 2011
“Λόγος και Ύπαρξη”, Κων/νου Γρηγοριάδη, τ. Α΄, έκδ. Β΄, έκδ. Η Μεταμόρφωσις του Σωτήρος, Μήλεσι Αττικής, 2001
“Ορθόδοξα Μηνύματα”, Σταύρου Φωτίου, εκδ. Γρηγόρης, Αθ. 2000