ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Παρασκευή 30 Αυγούστου 2013

20 Αὐγούστου 2006
Κυριακή Ι´ Ματθαίου
(Ματθ. ιζ΄ 14-23)

Ἡ ἀδυναμία τῶν Μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ νὰ θεραπεύσουν τὸν νέο τοῦ σημερινοῦ Εὐαγγελίου, ποὺ ταλαιπωρεῖται ἀπὸ τὴν ἐπίδραση τοῦ διαβόλου ἐπάνω του, κρύβεται στὴν ἔλλειψη δύο βασικῶν παραγόντων· τῆς προσευχῆς καὶ τῆς νηστείας, κατὰ τὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ.

Ἐτοῦτοι οἱ παράγοντες εἶναι καθοριστικοὶ τῆς πνευματικῆς ζωῆς καὶ πιστοποιοῦν τὴν ὕπαρξη τοῦ ἀγῶνος γιὰ ἀναγέννηση. Ὁ ἕνας παράγων στηρίζεται στὸν ἄλλο καὶ ἡ σύνδεσή τους εἶναι τόσον ἀρραγής, ὥστε ἡ ἔλλειψη τοῦ ἑνὸς ἀδυνατίζει τὴν παρουσία τοῦ ἄλλου.

Γιατί, δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχει ζῶσα καὶ διαρκὴς προσευχή, ὅταν λείπει ἡ νηστεία. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ προσευχηθεῖ ὁ ἄνθρωπος, ὅταν αἰσθάνεται βάρος ἀπὸ τὰ φαγητὰ καὶ τὰ ποτὰ; Εἶναι δυνατὸν νὰ σηκωθεῖ γιὰ προσευχὴ καὶ νὰ συμμετέχει στὸν προσευχητικὸ λόγο, ὅταν δὲν ἔχει προηγηθεῖ ἡ νηστεία;

Ὁ Ζιγαβηνός, σχολιάζοντας, ἀναφέρει σχετικά πὼς «ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου ἐνεργεῖ ἀπερίσπαστα, ὅταν δὲν βαρύνεται ἀπὸ τὸ φορτίο τοῦ στομάχου, βιαιότερα ὅμως ἀπὸ τὸ πῦρ καὶ φοβερώτερο παντὸς ἀνέρχεται ἡ προσευχή, γι᾿ αὐτὸ πρέπει νὰ συνυπάρχουν καὶ οἱ δύο πάντοτε».

Καὶ πάλι, ὅταν λέμε νηστεία, δὲν ἐννοοῦμε μόνο τὴν ἐναλλαγὴ τῶν τροφίμων, μήτε πάλι τὴν ποσότητά τους ἀλλὰ τὴν ἐγκράτεια τοῦ ἀνθρώπου ἔναντι τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν. Νὰ μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ κρατᾶ τὸν ἑαυτόν του, νὰ γίνεται δηλαδὴ αὐτοκράτοράς του καὶ νὰ τὸν ὁδηγεῖ ἐκεῖ ποὺ πρέπει καὶ ὅσο πρέπει.

Ἔτσι, ἡ ἐγκράτεια εἶναι μιὰ βασικὴ ἀρχὴ πνευματικῆς ὡριμότητας καὶ ἐκφράζει μιὰ ποιότητα τῆς ἀνθρώπινης ὑπάρξεως. Μέσα σ᾿ αὐτὴ τὴν ποιότητα ὁ ἄνθρωπος, ξεπερνώντας κάθε εἴδους ποσότητες καὶ τὶς ἐναλλαγὲς τῶν τροφίμων, αἰσθάνεται καὶ ἐλεύθερος καὶ αὐτεξούσιος. Μπορεῖ μὲ τὴν ἐλευθερία του καὶ τὴν αὐτοκυριαρχία νὰ καθοδηγεῖ τὴν ὕπαρξή του στὸ δρόμο τῆς ὑπέρβασης, πλησιάζοντας βῆμα μὲ βῆμα καθημερινῶς πρὸς τὴν τελειότητα καὶ τὴ θέωση μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ.

Ὅλη αὐτὴ ἡ διαδρομὴ, ποὺ ἐκφράζει μιὰ προσπάθεια καὶ ἕναν ἀγώνα πνευματικῆς συγκρότησης, ἔχει ὡς βοηθὸ καὶ στήριγμα τὴν προσευχή. Ἀλλιῶς θὰ ἔμενε ἀνεκπλήρωτη καὶ στὴ διαδρομὴ ὁ ἄνθρωπος θὰ ἐκάμπτετο.
Τώρα ὅμως μπορεῖ νὰ εἶναι σίγουρος πὼς τίποτε δὲ θὰ μείνει στὴ μέση, δίχως νὰ ἐκπληρωθεῖ. Ἐπειδὴ γνωρίζει πὼς «αὐτὸ τὸ γένος τῶν δαιμόνων δὲν ἀντιμετωπίζεται ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο... παρὰ μὲ προσευχὴ καὶ νηστεία».

Προτάσσοντας δὲ ὁ Χριστὸς τὴν προσευχή, δηλώνει πώς ἀποτελεῖ φοβερὸ ὅπλο ἐναντίον τοῦ διαβόλου καὶ παίρνει δύναμη ἀπὸ τὴ νηστεία. Στὸ σημεῖο αὐτὸ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος προσθέτει τὰ ἀκόλουθα: «ὄχι μόνο ἡ νηστεία, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὑπάρχει καὶ ἡ προσευχὴ καὶ μάλιστα πρωταρχικά». Ὁ δὲ ἱερὸς ὑμνωδὸς τοῦ βιβλίου τοῦ Τριωδίου, μεταξὺ τῶν ὑπέροχων ὕμνων του, γράφει γιὰ τὴ νηστεία: «σὲ ὅλη τὴ διάρκεια τοῦ χρόνου ἡ νηστεία εἶναι ὠφέλιμη σ᾿ αὐτοὺς βεβαίως ποὺ τὴν προτιμοῦν καὶ σηκώνουν τὸ βάρος της. Καὶ ἔτσι στὸ νηστεύοντα δὲν τολμάει νὰ ἐπιδράσει ὁ διάβολος, ἀλλὰ ἀντιθέτως οἱ φύλακες τῆς ζωῆς μας Ἄγγελοι μοχθοῦν καὶ κοπιάζουν γι᾿ αὐτόν».

Ὥστε ἡ ἀξία καὶ ἡ σημασία τῆς νηστείας εἶναι πολὺ μεγάλη γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Ὠφέλιμη καὶ ὑποβοηθητικὴ τῆς πνευματικῆς ζωῆς· ἐπειδὴ δὲν μπορεῖ νὰ ταυτιστεῖ μὲ τὴν οἰνοποσία ἢ τὴν πολυφαγία, μήτε συμβαδίζει μὲ τὴν ἀκράτεια καὶ τὴν ἀχαλίνωτη ζωή.

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, μὴ νομίσουμε πὼς μιλώντας σήμερα γι᾿ αὐτὰ τὰ θέματα, μπορέσαμε νὰ τὰ ἐξαντλήσουμε. Κάθε ἄλλο, γιατί τὰ θέματα αὐτὰ εἶναι καὶ μεγάλα καὶ πλούσια. Μόνο λίγα λόγια εἴπαμε καὶ ἐκεῖνα ἀδύναμα.
Ὅμως, ἀξίζει τελειώνοντας γιὰ σήμερα, ν᾿ ἀκούσουμε τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ τὶ λέγει διὰ τοῦ προφήτου Ἡσαΐα ἰδιαίτερα γιὰ τὴ νηστεία: «Ἐγώ, λέγει ὁ Θεός, δὲν ἐπεθύμησα τέτοιου εἴδους νηστεία, νὰ διέρχεται δηλαδὴ ὁ ἄνθρωπος τὴν ἡμέρα του ταλαιπωρημένος... Ἐκεῖνο ποὺ διέταξα, συνεχίζει ὁ Θεός, εἶναι νὰ σπάσεις τὰ δεσμὰ τῆς βίας καὶ τῆς καταπίεσης, νὰ ἐλευθερώνεις ἀνθρώπους συντετριμμένους, ἕνεκα τῆς καταπιέσεως καὶ ἐκμεταλλεύσεως. Νὰ κόβεις ἀπὸ ἐσένα τὸν ἄρτο σου καὶ νὰ τὸ δίνεις στοὺς πεινώντας πτωχούς. Νὰ εἰσάγεις στὸ σπίτι σου τοὺς ἀστέγους. Ἂν δεῖς κάποιο δίχως ἐνδύματα, νὰ τὸν ἐνδύσεις. Μὴν παραβλέψεις αὐτοὺς ποὺ πονοῦν καὶ δυστυχοῦν...».

Σ᾿ αὐτὸν λοιπὸν ποὺ βλέπει τὴ νηστεία ὡς τύπο καὶ ἀποφυγὴ κάποιων τροφίμων καὶ τίποτε ἄλλο, τί θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε; Ἆραγε ἀρκεῖ μονάχα αὐτό; Καὶ αὐτὸ εἶναι ποὺ ζητεῖ ὁ Θεὸς ἀπὸ ἐμᾶς; Βεβαίως, οὔτε τὸ ἕνα οὔτε τὸ ἄλλο ἀπ᾿ αὐτὰ ἰσχύει. Γιατὶ καὶ τὸ ἕνα καὶ τὸ ἄλλο βρίσκονται ἔξω καὶ πέραν τῆς ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας.

Ἀρχιμ. Ν.Π.
Κυριακή 24 Αυγούστου (Ι Ματθαίου)

Η χαρά και ο πόνος

 Το θαύμα της θεραπείας του σεληνιαζομένου νέου που ακούσαμε σήμερα, συνέβη μετά την κάθοδο του Χριστού από το όρος Θαβώρ, όπου μεταμορφώθηκε και έδειξε την δόξα της Θεότητάς Του στους τρεις Μαθητές που παρευρέθηκαν στο θαυμαστό αυτό γεγονός. Αυτό δείχνει την ιδιαίτερη σημασία του γεγονότος την οποία θα δούμε με το μικρό σχολιασμό που θα ακολουθήση.

Στο όρος Θαβώρ οι Μαθητές αξιώθηκαν να δουν την δόξα της θεότητος του Χριστού, άκουσαν την φωνή του Πατρός και είδαν την φωτεινή νεφέλη που τους επισκίασε. Πρόκειται για την δόξα της Αγίας Τριάδος, και ήταν η φανέρωση της Βασιλείας του Θεού. Διότι για μας τους Ορθοδόξους η Βασιλεία του Θεού δεν είναι μια κτιστή πραγματικότητα, αλλά η θέα και η μέθεξη της δόξης του Θεού. Συγχρόνως οι Μαθητές είδαν τους δύο Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, τον Μωϋσή και τον Ηλία να συνομιλούν με τον Χριστό. Τόσο πολύ ευφράνθησαν, ώστε σε κάποια στιγμή ο Απόστολος Πέτρος εξέφρασε την επιθυμία να παραμείνουν μονίμως εκεί, και να στήσουν τρεις σκηνές, για τον Χριστό και τους δύο Προφήτες, και αυτοί να παραμένουν εκεί για να βλέπουν την δόξα Του. Όλη αυτή η εικόνα, αλλά και η επιθυμία των Μαθητών, δείχνει τι θα είναι ο Παράδεισος, πως θα ζουν όσοι αξιωθούν να εισέλθουν στον Παράδεισο. Πρόκειται για μια διαρκή θεία Λειτουργία, μια συνεχή θέα της δόξης του Τριαδικού Θεού.

Οι Μαθητές, μετά από αυτή την εμπειρική βίωση της Βασιλείας του Θεού, κατέρχονται από το όρος Θαβώρ και έρχονται αντιμέτωποι με μια φοβερή κατάσταση. Συναντούν έναν δαιμονισμένο νέο που βασανίζεται από τον διάβολο, έναν πατέρα να υποφέρη, να βασανίζεται και να ζητά βοήθεια και συμπαράσταση, μια γενιά που είναι άπιστη και διεστραμμένη και τους Μαθητές Του που απορούσαν γιατί δεν είχαν την δύναμη να ελευθερώσουν τον νέο αυτόν από το δαιμόνιο.

Αυτές οι δύο εικόνες είναι αντίθετες μεταξύ τους. Στην μία βλέπει κανείς την χαρά και την ειρήνη της Βασιλείας του Θεού και στην άλλη βλέπει την τραγική κατάσταση της ανθρώπινης ζωής με τα προβλήματα και τις ταλαιπωρίες της και γενικά την κατάσταση της Κολάσεως. Αυτό δείχνει και την ιστορία της ανθρωπότητας. Ο άνθρωπος από τον Παράδεισο στον οποίο ζούσε αμέσως μετά την δημιουργία του, όπου απολάμβανε την δόξα του Θεού, εξαναγκάσθηκε να ζη στην κοιλάδα του κλαυθμώνος και των ταλαιπωριών, με τις αρρώστιες, τους δαιμονικούς πειρασμούς, τις στερήσεις, τους θανάτους και τα ποικίλα προβλήματα που δημιουργούν πόνο και οδύνη. Μόνον μέσα από την θέα της θαβωρίου δόξας μπορούμε να καταλάβουμε την τραγική κατάσταση στην οποία βρεθήκαμε μετά την πτώση μας και την απομάκρυνσή μας από τον Θεό του Φωτός και της δόξης. Αυτό δείχνει και το πως ελπίζουμε και πιστεύουμε να μεταμορφωθή το σώμα μας και να γίνη όμοιο με το σώμα του μεταμορφωθέντος Χριστού.

Αλλά αυτό το αισθανόμαστε και σε κάθε θεία Λειτουργία. Όταν προετοιμαζόμαστε κατάλληλα πριν την θεία Λειτουργία και όταν προσευχόμαστε με συγκεντρωμένο τον νου κατά την διάρκεια της θείας Λειτουργίας, αισθανόμαστε γαλήνη στην καρδιά, ειρήνη στους λογισμούς, ανάπαυση και παρηγοριά σε ολόκληρη την ύπαρξή μας. Τότε η καρδιά αισθάνεται την παρουσία του Θεού, αλλά αγαπούμε και τους συνανθρώπους μας με τους οποίους προσευχόμαστε και κοινωνούμε από το ίδιο Σώμα και Αίμα του Χριστού. Όταν, όμως, τελειώνη η θεία Λειτουργία και πηγαίνουμε στα σπίτια μας και αντιμετωπίζουμε τα προβλήματα που υπάρχουν από τις αρρώστιες, τις περιφρονήσεις και την μοναξιά, από τα πάθη μας, τότε νοσταλγούμε ακόμη περισσότερο την ατμόσφαιρα της θείας Λειτουργίας και θέλουμε πάλι να εκκλησιασθούμε.

Στην ζωή μας εναλλάσονται οι ώρες της εμπειρίας του Θαβώρ και οι ώρες της εμπειρίας των διαφόρων δυσκολιών. Μακάρι το Θαβώρ, η Βασιλεία του Θεού, το «πνεύμα» της θείας Λειτουργίας να εμπνέουν και να προσανατολίζουν πάντοτε την ζωή μας.

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ
Μορφές σύγχρονης απιστίας. (Κυριακή Ι΄Ματθαίου)

Ο σημερινός πολιτισμένος άνθρωπος μαζί με άλλα έχασε και τον καθρέπτη του Θεού, την φύση. Δεν ζει πια τόσο πολύ σε επαφή με το φυσικό περιβάλλον. Η φύσις σήμερα παρουσιάζει ενδιαφέρον από πλευράς τουριστικής και εκμεταλλεύσεως. Ολίγοι όμως είναι εκείνοι που βλέπουν σ’ αυτήν τα μεγαλεία του Θεού και που δοξάζουν τον Δημιουργό της. Ο άνθρωπος γύρω και επάνω του βλέπει τα έργα των χειρών του, τις μηχανές, τα οικοδομικά μεγαθήρια, τους ηλεκτρονικούς εγκεφάλους,  τους πυραύλους, τα διαστημόπλοια και τόσα άλλα μέσα ασύλληπτα μέχρι χθες και με την φαντασία ακόμη.  Όλα αυτά τον απομακρύνουν από την φύση, όπου είναι χαραγμένα τα ίχνη του Θεού, όπου γίνεται ανάγλυφη η παρουσία Του. Έτσι μεγαλώνει η πεποίθησης του ανθρώπου στον εαυτόν του και τις δυνατότητες του και απεναντίας σβήνει η ανάγκη της παρουσίας και της επεμβάσεως του Θεού. έτσι δημιουργείται η γενεά των αδιαφόρων, των ψυχρών,των απίστων ανθρώπων, που όμως δεν διακηρύττουν φανερά πως είναι άπιστοι. Τι κρίμα! Οι ανακαλύψεις που δεν είναι παρά αποκαλύψεις δυνάμεων, που ο Θεός δημιούργησε, οι ανακαλύψεις λέγω να γίνονται για μερικούς αφορμή υποσυνείδητης απιστίας! Αλλά γιατί είμεθα ανόητοι; Η πρόοδος αυτή δεν επιβεβαιώνει, ότι ο άνθρωπος επλάσθει «κατ΄εικόνα  Θεού»; και δεν παραδειγματιζόμαστε από τους μεγάλους σοφούς και θεμελιωτές των επιστημών, που όσο ανακαλύπτουν τα μυστήρια αυτά της δημιουργίας,τόσο περισσότερο γίνονται πιστοί και ευσεβείς και αναφωνούν το  «ως εμεγαλύνθη τα έργα Σου, Κύριε, πάντα εν σοφία εποίησας»;Και επιτέλους παρ’ όλες αυτές τις προόδους, τι ουσιαστικός επέτυχε ο άνθρωπος; Κατέστησε μήπως τον εαυτόν του ευτυχέστερο; Εξασφάλισε την διατροφή του; Μην ξεχνούμε ότι το ένα τρίτον του πληθυσμού της γης λιμοκτονεί και το άλλο ένα τρίτο υποσιτίζεται. Σταθεροποίησε μήπως την ειρήνη επάνω στη γη; Έγινε κύριος της ζωής και του θανάτου; Μην επαιρώμεθα, μην παρεκτρεπώμεθα, μην απιστούμε λοιπόν,αδελφοί μου, μπροστά στη θεία Μεγαλοσύνη.  Αδελφοί μου, ένας άθεος .έλεγε: « ορκίζομαι εις τον Θεόν, ότι είμαι άθεος».  Το χαρακτηριστικό αυτό παράδειγμα δείχνει, ότι άθεος στην πραγματικότητα κανείς δεν υπάρχει. Ο άνθρωπος εκ φύσεως θρησκεύει, πιστεύει στον Θεόν. Διάφορες όμως εξωτερικές επιδράσεις κλονίζουν  ή νοθεύουν την πίστη του ανθρώπου. Γι’ αυτό πρέπει ο Χριστιανός συχνά να ανανεώνει και να τροφοδοτεί την πίστη του.  Πρέπει όμως και να παρακαλεί τον Θεόν να  του αυξάνει την πίστη αυτή. Οι   Απόστολοι  οι  ίδιοι παρακαλούσαν  «Κύριε, πρόσθες ημίν πίστιν» (Λουκ.ιζ, 5)

Και εμείς ας απευθυνθούμε με θέρμη και ας παρακαλέσουμε: Κύριε, πιστεύουμε στην παντοδυναμία  και την Πρόνοιά Σου.  Πιστεύουμε στην αλήθεια του Ευαγγελίου  και της Εκκλησία Σου. Και αν προς στιγμήν οι ανακαλύψεις της επιστήμης μας ξιπάζουν και μας δημιουργούν την ψευδαίσθηση, ΄τι γίναμε θεοί, αρκεί ΄ένας καταποντισμός ή μία ασθένεια για να αποκαλυφθεί η γύμνια και η αδυναμία μας.  Και αν αναζητούμε σε ύποπτους δρόμους την αλήθεια, το κάνουμε από άγνοια. Φώτισε μας και κράτησε μας κοντά στην Εκκλησία Σου, μέσα στην Ορθοδοξία μας.  Και αν οι αντιπρόσωποί Σου, εδώ στη γη είναι μερικές φορές ανάξιοι του αξιώματος στον οποίο τους αναβίβασες, δώσε να καταλάβουμε, ότι Συ παραμένεις πάντα αμόλυντος και η χάρις Σου δεν αλλοιώνεται, έστω και αν μεταβιβάζεται με ανάξια και ακάθαρτα σκεύη. Και αν, Κύριε, ο αιώνιος εχθρός μας, ο διάβολος, από μίσος μας παρασύρει πολλές φορές και μας χαλκεύει δεσμά αμαρτίας, βοήθησε μας να απαλλαγούμε από το φορτίο αυτό.

Γνωρίζουμε ότι η αμαρτία είναι το σπουδαιότερο εμπόδιο στο να σε πλησιάσουμε και να σε πιστεύουμε. Κύριε, η πίστης μας διέρχεται πολλές φορές κρίσεις. Κατά βάθος Σε πιστεύουμε και θέλουμε να είμεθα μαζί Σου. Αλλά οι πειρασμοί  και τα εμπόδια μας αποκρίνουν  από κοντά Σου. Βοήθησε μας Κύριε.  Πρόσθεσε μας εμάς πίστη. Πιστεύουμε, Κύριε, βοήθησε μας να αποφύγουμε την απιστία . αμήν
 Κυριακή Ι΄ Ματθαίου
Το Ευαγγέλιο της Κυριακής,
η απόδοσή του στην νεοελληνική.
***
Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο
Κεφ.  17, χωρίο 14 έως χωρίο 23

Θεραπεία ἑνὸς σεληνιαζομένου παιδιοῦ

ΙΖ΄.14 Καὶ ἐλθόντων αὐτῶν πρὸς τὸν ὄχλον προσῆλθεν αὐτῷ ἄνθρωπος γονυπετῶν αὐτὸν καὶ λέγων· 15 Κύριε, ἐλέησόν μου τὸν υἱόν, ὅτι σεληνιάζεται καὶ κακῶς πάσχει· πολλάκις γὰρ πίπτει εἰς τὸ πῦρ καὶ πολλάκις εἰς τὸ ὕδωρ. 16 καὶ προσήνεγκα αὐτὸν τοῖς μαθηταῖς σου, καὶ οὐκ ἠδυνήθησαν αὐτὸν θεραπεῦσαι. 17 ἀποκριθεὶς δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπεν· ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη! ἕως πότε ἔσομαι μεθ᾿ ὑμῶν; ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν; φέρετέ μοι αὐτὸν ὧδε. 18 καὶ ἐπετίμησεν αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς, καὶ ἐξῆλθεν ἀπ᾿ αὐτοῦ τὸ δαιμόνιον καὶ ἐθεραπεύθη ὁ παῖς ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης.

19 Τότε προσελθόντες οἱ μαθηταὶ τῷ ᾿Ιησοῦ κατ᾿ ἰδίαν εἶπον· διατί ἡμεῖς οὐκ ἠδυνήθημεν ἐκβαλεῖν αὐτό; 20 ὁ δὲ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· διὰ τὴν ἀπιστίαν ὑμῶν. ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, ἐὰν ἔχητε πίστιν ὡς κόκκον σινάπεως, ἐρεῖτε τῷ ὄρει τούτῳ, μετάβηθι ἐντεῦθεν ἐκεῖ, καὶ μεταβήσεται, καὶ οὐδὲν ἀδυνατήσει ὑμῖν. 21 τοῦτο δὲ τὸ γένος οὐκ ἐκπορεύεται εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ.

22 ᾿Αναστρεφομένων δὲ αὐτῶν εἰς τὴν Γαλιλαίαν εἶπεν αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς· μέλλει ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοσθαι εἰς χεῖρας ἀνθρώπων 23 καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτόν, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἐγερθήσεται. καὶ ἐλυπήθησαν σφόδρα.


ΑΠΟΔΟΣΗ

Και όταν ήλθαν προς το πλήθος, ένας άνθρωπος πλησίασε τον Χριστό, γονάτισε μπροστά του και είπε· Κύριε, λυπήσου το παιδί μου, πού σεληνιάζεται και βασανίζεται· πολλές φορές πέφτει στη φωτιά και πολλές φορές στο νερό. Και το έφερα στους μαθητές σου και αυτοί δεν μπόρεσαν να το γιατρεύσουν. Και αποκρίθηκε ο Ιησούς και είπε· Ω γενεά άπιστη και αναποδιασμένη.
Ως πότε θα είμαι μαζί σας; Ως πότε θα σας βαστάξω; Φέρτε μου εδώ το παιδί. Και πρόσταξε ο Ιησούς το δαιμόνιο και βγήκε από μέσα του και θεραπεύθηκε το παιδί από εκείνη την ώρα. Τότε πήραν κατά μέρος οι μαθητές τον Ιησού και είπαν γιατί εμείς δεν μπορέσαμε να το βγάλουμε; Και ο Ιησούς είπε· για την απιστία σας.
Στα αλήθεια σας λέγω πώς αν έχετε πίστη ίσα μ' ένα κόκκο σιναπιού, θα πείτε σε τούτο το βουνό πήγαινε από εδώ και θα πάει. Τίποτε δεν θα είναι αδύνατον για σας. Όσο για τα δαιμόνια, αυτά δεν φεύγουν, παρά μόνο με προσευχή και νηστεία.
 Και εκεί πού περιόδευαν στη Γαλιλαία τους είπε ο Ιησούς· πρόκειται ο υιός του ανθρώπου να παραδοθεί σε χέρια ανθρώπων και θα τον σκοτώσουν, άλλα την τρίτη ήμερα θα αναστηθεί.
ΚΥΡΙΑΚΗ Ι΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

Γράφει ὁ Ἱεροκῆρυξ  Ἀρχιμ. Νικάνωρ Καραγιάννης

      Ἡ διήγηση τῆς θαυματουργικῆς θεραπείας τοῦ ἐπιληπτικοῦ νέου ξαναδιαβάζεται μὲ περισσότερες λεπτομέρειες, ὅπως τὴν παρουσιάζει τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Μάρκου. Ἡ σημερινὴ περικοπὴ γιὰ ἄλλη μιὰ φορὰ διακηρύσσει ἐμφαντικὰ τὴν ἀδιαφιλονίκητη κυριαρχία τοῦ Χριστοῦ πάνω στὶς δαιμονικὲς δυνάμεις. Ἡ πίστη τοῦ ἀνθρώπου στὴν ὑπερδύναμη τοῦ Θεοῦ πραγματώνει τὸ θαῦμα τῆς ἀπελευθέρωσής του ἀπὸ τὶς καταστροφικὲς συνέπειες τῆς μανίας τοῦ διαβόλου.

     Ὁ Χριστὸς δὲν συνάντησε πρώτη φορὰ τὸν διάβολο κατὰ τὶς θεραπεῖες τῶν δαιμονισμένων ἢ τῶν ψυχασθενῶν, οἱ ὁποῖοι, σύμφωνα μὲ τὶς ἀντιλήψεις ἐκείνης τῆς ἐποχῆς, ἦταν ἐπηρεασμένοι ἀπὸ τὴν δύναμη τοῦ διαβόλου. Βέβαια, δὲν πρέπει νὰ ξεχνᾶμε ὅτι, σύμφωνα μὲ τὴν θεολογικὴ προσέγγιση, ἡ ὁποία ἀσφαλῶς δὲν ἑρμηνεύει καὶ δὲν ἀναλύει τὴν βιολογικὴ καὶ ἰατρικὴ ἄποψη, κάθε μορφὴ ἀρρώστιας εἶναι συνέπεια τῆς πτώσης, τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς φθορᾶς τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Χριστός, λοιπόν, ἦρθε νὰ λύσει τὰ ἔργα τοῦ διαβόλου. Πρὶν ἀρχίσει τὸ λυτρωτικό Του ἔργο, πῆγε στὴν ἔρημο ὅπου ἔμεινε «ἐν νηστείᾳ καὶ προσευχῇ» σαράντα ἡμέρες καὶ νύχτες. Ἡ ἔρημος εἷναι ὁ τύπος καὶ ἡ εἰκόνα τοῦ κόσμου ποὺ ἀρνεῖται τὸν Θεό καὶ ὑποτάσσεται στὸν «κοσμοκράτορα τοῦ σκότους», στὸν «ἄρχοντα τοῦ αἰῶνος τούτου». Οἱ χαρακτηριστικοὶ αὐτοὶ ὅροι δὲν δηλώνουν, βέβαια, τὴν ἐπικράτηση τοῦ διαβόλου ἐπὶ τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τὴν παγίδευση καὶ τὴν θεληματικὴ παράδοση τοῦ κόσμου στὰ τεχνάσματά του. Τὸ πιὸ τρομακτικὸ ἔργο τοῦ διαβόλου εἶναι ἡ ἐρήμωση τῆς ψυχῆς καὶ τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτὸς εἶναι ἡ αἰτία τῆς πνευματικῆς νέκρωσης τοῦ κόσμου. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς γράφει ὅτι «ὁ Θεὸς δὲν ὁδηγεῖ στὴν ἔρημο τὸν λαό Του, τὸν Υἱό Του καί, ἀργότερα, τοὺς ἀναχωρητὲς καὶ τοὺς ἐρημίτες, γιὰ νὰ ἀποφύγουν τὸν κόσμο, ἀλλὰ, ἀντίθετα, γιὰ νὰ τὸν πλήξουν στὴν καρδιά του καὶ νὰ διακηρύξουν ἐκεῖ, στὸν πιὸ σκληρὸ τόπο τὴν νίκη καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ Θεοῦ». Τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Χριστὸς συναντᾷ στὴν ἔρημο τὸν διάβολο καὶ δίνει ἐκεῖ τὴν πρώτη καὶ καθοριστικὴ μάχη μαζί του ἀποδεικνύει μὲ τὸν πλέον κατηγορηματικὸ τρόπο τὴν προσωπικὴ ὕπαρξη τοῦ διαβόλου. Μιὰ ἀόρατη πνευματικὴ ὕπαρξη καὶ αὐτοσυνείδηση καὶ δική της ἐλεύθερη θέληση. Ἐπάνω σ’ αὐτὴν τὴν ἀλήθεια τὸ κακὸ βρίσκει τὴν μεταφυσική του αἰτία, ὄχι σὰν ἀφηρημένη πραγματικότητα ποὺ ὑπάρχει ἀπὸ μόνη της, ἀλλὰ σὰν ἀποτέλεσμα καὶ τραγικὴ συνέπεια τῆς δαιμονικῆς ἐπιρροῆς ποὺ παρασύρει τὴν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου καὶ βαραίνει δυσβάστακτα τὴν εὐθύνη του. Ὁ διάβολος, ἂν καὶ δημιουργήθηκε ἀπὸ τὸν Θεό, στράφηκε ἐναντίον τοῦ Ἴδιου καὶ τῶν δημιουργημάτων Του καὶ ἀπὸ τότε ἀντιστρατεύεται τὸ θέλημά Του. Ἐδῶ ἀκριβῶς οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας «ψηλαφίζουν» τό ἀνεξήγητο μυστήριο τῆς ἀνομίας. Οἱ δαιμονικὲς δυνάμεις, ἂν καὶ ἀναγνωρίζουν τὴν κυριαρχικὴ παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ, μισοῦν, φθονοῦν καὶ πολεμοῦν τὴν δύναμη τῆς ἀγάπης Του. Στὸ πρόσωπο τοῦ ἐπιληπτικοῦ νέου βλέπουμε τὴν φρίκη τῆς μανίας τοῦ διαβόλου, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ στὴν ἀνθρώπινη συμφορὰ καὶ ἀπόγνωση, στὸ ἀδιέξοδο καὶ τὴν διάλυση.

     Μὲ τὴν παράδοξη εἰκόνα ποὺ χρησιμοποιεῖ ὁ Χριστὸς γιὰ τὴν πίστη, θέλει νὰ ἐμπνεύσει τὴν ἐμπιστοσύνη μας στὴν ὑπερδύναμη τοῦ Θεοῦ «Σᾶς βεβαιώνω πὼς, ἂν ἔχετε πίστη, ἔστω καὶ σὰν κόκκο σιναπιοῦ, θὰ λέτε σ’ αὐτὸ τὸ βουνὸ πήγαινε ἀπὸ ἐδῶ ἐκεῖ, καὶ θὰ πηγαίνει καὶ κανένα πράγμα δὲν θὰ εἶναι ἐμπόδιο γιὰ ἐσὰς» ( Ματθ. 17, 20). Μόνο ὅποιος πιστεύει στὸν σταυρωμένο καὶ ἀναστημένο Χριστό, στὸ λυτρωτικὸ ἔργο Του καὶ τὴν συνέχειά Του, ποὺ εἶναι ἡ Ἐκκλησία, βλέπει καὶ βιώνει τὸ θαῦμα τῆς δύναμης τῆς ἀγάπης Του. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἐντάσσεται στὸ Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας γεύεται τὶς ἐνέργειες τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, θεραπεύεται ἡ ἀρρώστια τῆς φύσης του καί, ἔτσι, ὁ κόσμος ἀνανεώνεται.

     Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ἡ θεία χάρη πλεονάζουσα μᾶς ἀναδεικνύει δυνατοὺς καὶ ἀπαλλαγμένους ἀπὸ τὶς δαιμονικὲς δυνάμεις, οἱ ὁποῖες μὲ πολλὲς μορφὲς καὶ σχήματα μᾶς καταδυναστεύουν μέσα ἀπὸ τὶς ἀδυναμίες καὶ τὰ πάθη μας. Μόνο μὲ τὴν πίστη καὶ τὴν προσευχὴ μποροῦμε νὰ ἀγκαλιάζουμε τὸν χαλασμένο ἀπὸ τὴν ἁμαρτία κόσμο καὶ ἑαυτό μας καὶ νά τὸν μεταμορφώνουμε μέσα ἀπὸ τὴν καθημερινή μας πάλη σὲ καινὴ κτίση, σὲ νέα πραγματικότητα. Μᾶς τό ἐγγυᾶται ὁ Χριστός καί ἡ Ἐκκλησία Του. Ἀμήν.
 ΚΥΡΙΑΚΗ Ι ΜΑΤΘΑΙΟΥ

Η σκιά του Σταυρικοΰ πάθους πού ακολουθεί διαρκώς τα βήματα του Ιησού στην έπί γης πορεία Του, φαίνεται εντονότερη στον επίλογο του ευαγγελικού αναγνώσματος της ημέρας.
Ό Κύριος αποκαλύπτει στους μαθητές Του ότι «μέλ­λει ό Υιός του Ανθρώπου παραδίδοσθαι εις χείρας ανθρώπων και άποκτενούσιν αυτόν και τη τρίτη ήμερα έγερθήσεται» (Ματθ. ιζ', 22-23).
Τα ανθρώπινα χέρια φαίνεται να διαδραματίζουν σπου­δαίο ρόλο στην εκπλήρωση του σχεδίου της Θείας Οικονο­μίας. Ό Πλάστης έδωσε τα χέρια, τα όποια είναι τα όργανα και τα σημεία της δράσεως, της εκφράσεως και της σχέσε­ως, για να υπηρετούν το αγαθό. Μ' αυτά εργαζόμαστε, μ αυτά σκορπούμε το χάδι και τη στοργή, μ αυτά εκφράζου­με της ψυχής τη διάθεση, τη χαρά (Δ' Βασ. ια', 12), τη θλίψη (Ίερ. β', 37), την ευλογία (Γεν. μη', 14) και κυρίως την προσευχή και την προσκύνηση (Ψαλμ. κζ', 2). Αυτά δίνουμε στις στιγμές των μεγάλων και πικρών χωρισμών.
Ωστόσο τα ίδια χέρια αποδεικνύονται ικανά και τον Υιό του Θεού να θανατώσουν, άφού προηγουμένως τον πιάσουν, τον δέσουν, τον σπρώξουν, τον χαστουκίσουν και τον βασανίσουν.
Τη σκληρότητα πούχουν πολλάκις τα ανθρώπινα χέ­ρια και πού την έζησε ό Θεάνθρωπος σ' όλο της το με­γαλείο, τη διαπιστώνουμε καθημερινά όλοι μας.
Γιατί Εκείνος επιτρέπει να ερχόμαστε ό ένας στα χέρια του άλλου...
"Ας προσευχόμαστε να δώσει ό Κύριος τα χέρια μας να απέχουν των φαύλων πράξεων και να ενεργούν μόνον όσα Του είναι εύάρεστα.
"Ας αντιμετωπίζουμε με φόβο Θεού και αγάπη όσους πέφτουν στα χέρια μας.
Τέλος,ας θυμόμαστε ότι κι εμείς πέφτουμε κάποτε στα χέρια άλλων και το πιο σπουδαίο: Είναι «φοβερόν το έμπεσείν εις χείρας Θεοϋ ζώντος» (Έβρ. ι', 31).
Το ευεργετικό χέρι του Θεοϋ γίνεται βαρύ (Ψαλμ. λα', 4) για κείνους πού περιφρονούν την αγάπη... (Ήσ. ξε', 2).
Στώμεν   καλώς!
Αρχιμ.Χρυσοστόμου Τριανταφύλλου
I' ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

Η Ευαγγελική Περικοπή της Θείας Λειτουργίας. (Ματθ. Ιζ’ 14-23)

Θεραπεία ενός σεληνιαζομένου παιδιού (Απόδοση στη Νεοελληνική)

<<Και όταν ήλθαν προς το πλήθος, ένας άνθρωπος πλησίασε τον Χριστό, γονάτισε μπροστά του και είπε· Κύριε, λυπήσου το παιδί μου, πού σεληνιάζεται και βασανίζεται· πολλές φορές πέφτει στη φωτιά και πολλές φορές στο νερό. Και το έφερα στους μαθητές σου και αυτοί δεν μπόρεσαν να το γιατρεύσουν. Και αποκρίθηκε ο Ιησούς και είπε· Ω γενεά άπιστη και αναποδιασμένη. Ως πότε θα είμαι μαζί σας; Ως πότε θα σας βαστάξω; Φέρτε μου εδώ το παιδί. Και πρόσταξε ο Ιησούς το δαιμόνιο και βγήκε από μέσα του και θεραπεύθηκε το παιδί από εκείνη την ώρα. Τότε πήραν κατά μέρος οι μαθητές τον Ιησού και είπαν γιατί εμείς δεν μπορέσαμε να το βγάλουμε; Και ο Ιησούς είπε· για την απιστία σας. Στα αλήθεια σας λέγω πώς αν έχετε πίστη ίσα μ' ένα κόκκο σιναπιού, θα πείτε σε τούτο το βουνό πήγαινε από εδώ και θα πάει. Τίποτε δεν θα είναι αδύνατον για σας. Όσο για τα δαιμόνια, αυτά δεν φεύγουν, παρά μόνο με προσευχή και νηστεία. Και εκεί πού περιόδευαν στη Γαλιλαία τους είπε ο Ιησούς· πρόκειται ο υιός του ανθρώπου να παραδοθεί σε χέρια ανθρώπων και θα τον σκοτώσουν, άλλα την τρίτη ήμερα θα αναστηθεί.>>

Το θαύμα της θεραπείας του σεληνιαζομένου νέου, συνέβη μετά την κάθοδο του Χριστού από το όρος Θαβώρ, όπου μεταμορφώθηκε και έδειξε την δόξα της Θεότητάς Του στους τρεις Μαθητές που παρευρέθηκαν στο θαυμαστό αυτό γεγονός. Αυτό δείχνει την ιδιαίτερη σημασία του γεγονότος.
Στο όρος Θαβώρ οι Μαθητές αξιώθηκαν να δουν την δόξα της θεότητος του Χριστού, άκουσαν την φωνή του Πατρός και είδαν την φωτεινή νεφέλη που τους επισκίασε. Πρόκειται για την δόξα της Αγίας Τριάδος, και ήταν η φανέρωση της Βασιλείας του Θεού. Διότι για μας τους Ορθοδόξους η Βασιλεία του Θεού δεν είναι μια κτιστή πραγματικότητα, αλλά η θέα και η μέθεξη της δόξης του Θεού. Συγχρόνως οι Μαθητές είδαν τους δύο Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, τον Μωϋσή και τον Ηλία να συνομιλούν με τον Χριστό. Τόσο πολύ ευφράνθησαν, ώστε σε κάποια στιγμή ο Απόστολος Πέτρος εξέφρασε την επιθυμία να παραμείνουν μονίμως εκεί, και να στήσουν τρεις σκηνές, για τον Χριστό και τους δύο Προφήτες, και αυτοί να παραμένουν εκεί για να βλέπουν την δόξα Του. Όλη αυτή η εικόνα, αλλά και η επιθυμία των Μαθητών, δείχνει τι θα είναι ο Παράδεισος, πως θα ζουν όσοι αξιωθούν να εισέλθουν στον Παράδεισο. Πρόκειται για μια διαρκή θεία Λειτουργία, μια συνεχή θέα της δόξης του Τριαδικού Θεού.
Οι Μαθητές, μετά από αυτή την εμπειρική βίωση της Βασιλείας του Θεού, κατέρχονται από το όρος Θαβώρ και έρχονται αντιμέτωποι με μια φοβερή κατάσταση. Συναντούν έναν δαιμονισμένο νέο που βασανίζεται από τον διάβολο, έναν πατέρα να υποφέρη, να βασανίζεται και να ζητά βοήθεια και συμπαράσταση, μια γενιά που είναι άπιστη και διεστραμμένη και τους Μαθητές Του που απορούσαν γιατί δεν είχαν την δύναμη να ελευθερώσουν τον νέο αυτόν από το δαιμόνιο.
«Κύριε ελέησον» παρακαλεί, γονυπετών ο άνθρωπος, ο πατέρας τον ιατρό των ψυχών και των σωμάτων, τον Κύριό μας Ιησού και θαρρείς πως με την φράση του αυτή εκφράζει την αμαρτωλότητά του και με ταπείνωση αναγνωρίζει την αναξιότητά του. Ο πονεμένος πατέρας εξηγεί στον Χριστό ότι το παιδί του «κακώς πάσχει» και τα πρακτικά αποτελέσματα της ασθένειας και της κρίσεως ειναι να κινδυνεύη ή να καεί ή να πνιγεί «πολλάκις πίπτει εις το πυρ και πολλάκις εις το ύδωρ».
Ο άνθρωπος πήγε το δαιμονισμένο παιδί του στους μαθητές του Χριστού. Ο Χριστός δεν ήταν εκεί αυτή τη συγκεκριμένη στιγμή. Οι μαθητές προσπάθησαν να το θεραπεύσουν και ασφαλώς το ήθελαν, αλλά δεν τα κατάφεραν. Ο Χριστός έρχεται, η απελευθέρωση του δαιμονισμένου είναι άμεση πραγματικότητα. Η ουσία ποια είναι; Ότι χωρίς το Χριστό δε μπορούν να κάνουν τίποτα. «Χωρίς εμού ου δύνασθαι ποιείν ουδέν» Αντιθέτως μαζί με το Χριστό τίποτα δεν είναι αδύνατο.
Η πίστη, η προσευχή, η νηστεία, η τήρηση των εντολών είναι δυνάμεις συνεκτικές που μας κρατούν κοντά στο Χριστό και αποδιώχνουν τα δαιμόνια.
Για τούτο λέμε πίστη σημαίνει ζωή μαζί με το Χριστό. Να μην τον αποχωριζόμαστε. Ή να ζούμε όπως ο Παύλος «ζω δε ουκέτι εγώ, ζει δε εν εμοί Χριστός». Η πίστη στο Θεό δεν είναι ιδεολόγημα. Πίστη δεν είναι να έχω καλή ιδέα για το Θεό ή για την Εκκλησία. Πίστη σημαίνει να αγωνίζομαι νύκτα και ημέρα με όλα τα εφικτά μέσα να ζω μαζί με το Χριστό και εν Πνεύματι Αγίω.
Μετέχω στη ζωή του Χριστού, σημαίνει ότι αποδέχομαι στον απόλυτο βαθμό όλο το ανθρώπινο γιατί ο Χριστός είναι τέλειος Θεός εκ Θεού αληθινού, αλλά και τέλειος άνθρωπος «εκ Παρθένου Μαρίας γεννηθέντος». Με τη σημασία αυτή η πίστη στο Χριστό είναι δυναμικό άνοιγμα του ανθρώπου προς το Θεό τον ίδιο, αλλά και προς τον ίδιο τον άνθρωπο, την κοινωνία. Ο Χριστιανός διακονεί και προάγει την κοινωνία των προσώπων, δηλ. την εναρμόνιση της ζωής.
«Πιστεύω κύριε, βοήθει μοι τη απιστία»
Πιστεύω Κύριε, βοήθησέ με μη χάσω την πίστη μου. Παρακαλούμε την αγαθότητά σου, λυπήσου το πλάσμα σου, σπλαγχνίσου τα έργα των χειρών σου, ελέησον τους βαπτισμένους στο όνομά σου, ενθυμήσου ότι ήλθες στη γη για τους αμαρτωλούς και όχι για τους δίκαιους. Μη δεις εκείνα που ζητεί η δικαιοσύνη σου, αλλά εκείνο που χρειάζεται η αδυναμία μας. Εξόρισε, λοιπόν, τα πονηρά πάθη που κατακυριεύουν την ψυχή μας, σπλαγχνίσου και εμάς όπως κάποτε τον δαιμονιζόμενο, για να δοξάζεται το πανάγιον όνομά Σου στους απεράντους αιώνας.
ΚΥΡΙΑΚΗ Ι΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

Του ΠΡΩΤ, ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΟΥΛΟΥ

Ματθ. Κεφ. ΙΖ΄, στ. 14-23

«Κύριε, ελέησόν μου τον υιόν, ότι σεληνιάζεται και κακώς πάσχει»

Η σημερινή ευαγγελική περικοπή αναφέρει το θαύμα της θεραπείας ενός σεληνιαζόμενου νέου από τον Χριστό. Η ασθένεια αυτή ταυτιζόταν με τη Σελήνη, γι’ αυτό ονομάστηκε «σεληνιασμός».  Αργότερα ονομάσθηκε από την ιατρική επιστήμη «επιληψία».  Η επιληψία είναι μια σοβαρή νευρολογική ασθένεια, που θεωρούνταν, ότι προέρχεται από τους Θεούς, την οποία αποκαλούσαν και «ιερά νόσο».

Ιστορικά,  για πρώτη φορά η επιληψία,  αντιμετωπίζεται, ως νόσος, από τον Ιπποκράτη, την οποία κατατάσσει σε επιστημονικό επίπεδο και προσδιορίζει τον εγκέφαλο, ως αιτία προέλευσης. Ο Ιπποκράτης πίστευε, ότι κάθε ασθένεια έχει ένα φυσικό αίτιο και ότι χωρίς φυσικό αίτιο τίποτα δεν υφίσταται. Θεωρούσε ότι η ασθένεια του «σεληνιασμού» ή της «επιληψίας» έχει και αυτή μια γενεσιουργό αιτία και δεν προέρχεται από κάποια υπερβατική δύναμη ή θεότητα. Εντόπισε μάλιστα ότι έδρα της επιληψίας είναι ο εγκέφαλος. Γράφει χαρακτηριστικά: «…αλλά γαρ αίτιος ο εγκέφαλος τούτου του πάθεος, ώσπερ και των άλλων νουσημάτων των μεγίστων». Τα συμπτώματα που εκδηλώνονται τη στιγμή της επιληψίας, θεωρούσε  ότι προέρχονται εξαιτίας  της συγκέντρωσης αέρα στο σώμα, ο οποίος προκαλεί ανωμαλία στην κυκλοφορία του αίματος, καθώς και διαταραχές στη λειτουργία των διαφόρων οργάνων. Ο Ιπποκράτης θεωρούσε, ότι η επιληψία είναι ιάσιμη ασθένεια, αρκεί να μην έχει προσβληθεί προ καιρού στον άνθρωπο, ώστε να μην επιδρούν πλέον τα φάρμακα που δίδονται.

Για την επιληψία κάνει λόγο και ο Ηρόδοτος ο Αλικαρνασσεύς, ο οποίος τη θεωρεί κληρονομική. Εκτός από τους προσωκρατικούς και άλλοι συγγραφείς μεταγενέστεροι ασχολήθηκαν με την επιληψία, όπως ο Αρεταίος ο Καππαδόκης, ο οποίος μαζί με τον Ρούσο τον Εφέσιο γεφύρωσε το ιατρικό κενό ανάμεσα στην Ιπποκρατική και τη Γαληνική Ιατρική.

Κατά τον Αρεταίο η νόσος εντοπίζεται, όχι μόνο στο κεφάλι, αλλά και σε νεύρα εκτός κεφαλής. Ακόμη διέγνωσε ότι οι   διαταραχές της πέψης αλλά και η έντονη ψύξη μπορούν να προκαλέσουν επιληπτικές κρίσεις. «Παιδίοισι μεν ων οίσι εκ διαφθορής ή εκ ψύξιος ισχυρής ασύνηθες το πάθος», καθώς και εξωτερικά ερεθίσματα, όπως ο έντονος ήχος και οι εναλλαγές εικόνων, που προκαλεί το στροβίλισμα των νερών του ποταμού, μπορεί να προκαλέσουν κρίσεις επιληψίας.

Αυτή η ασθένεια της επιληψίας είχε προσβάλει το παιδί του ανθρώπου, που πλησίασε τον Ιησού και  γονάτισε μπροστά του και του είπε: «Κύριε, σπλαχνίσου το γιο μου, γιατί είναι επιληπτικός και υποφέρει· πολλές φορές μάλιστα πέφτει στη φωτιά και στο νερό» και από εκείνη την ώρα το παιδί γιατρεύτηκε, αφού προηγουμένως ο Ιησούς επιτίμησε το δαιμόνιο.

Βεβαίως ο Χριστός δεν εφάρμοσε κάποια ιατρική συνταγή ή μέθοδο, αλλά τη Θεϊκή Του δύναμη, την οποία προηγουμένως στο όρος Θαβώρ οι Μαθητές αξιώθηκαν να δουν και να θαυμάσουν τη δόξα της θεότητος του Χριστού, ακούγοντας τη φωνή του Πατρός και βλέποντας τη φωτεινή νεφέλη, που τους επισκίασε. Πρόκειται για την δόξα της Αγίας Τριάδος, πρόκειται για τη φανέρωση της Βασιλείας του Θεού, η οποία δεν είναι μια κτιστή πραγματικότητα, αλλά η θέα και η μέθεξη της δόξας του Θεού.

Μετά από αυτή την εμπειρική βίωση της Βασιλείας του Θεού, ο Χριστός και οι μαθητές κατέρχονται από το όρος Θαβώρ και έρχονται αντιμέτωποι με την τραγική κατάσταση της ζωής του νέου, που βασανίζονταν από την ασθένεια του σεληνιασμού και τον πατέρα να υποφέρει, να βασανίζεται και αυτός με την αρρώστια του παιδιού του και να ζητά βοήθεια και συμπαράσταση, από ανθρώπους με ελλειπή πίστη.

Η περικοπή περιγράφει δύο όντως αντιφατικές εικόνες. Περιγράφεται ο άνθρωπος που βίωσε σκηνές του Παραδείσου, στον οποίο ζούσε μετά την δημιουργία του, όπου απολάμβανε τη δόξα του Θεού, καθώς και ο άνθρωπος που κατάντησε να ζει εκτός Παραδείσου, με τις αρρώστιες, με τους πειρασμούς, τις στερήσεις, τα προβλήματα που προκαλούν θλίψεις, πόνο και οδύνη και κυρίως τον θάνατο.

Αυτή βεβαίως την τραγικότητα μόνον μέσα από την θέα Θεού, που εμφανίστηκε στο Θαβώρ  μπορούμε να αντιληφθούμε σε ποια όντως τραγική κατάσταση βρεθήκαμε μετά την πτώση μας και την απομάκρυνσή μας από το Θεό του Φωτός και της δόξης.

Η μία εικόνα  περιγράφει τη χαρά και την ειρήνη της Βασιλείας του Θεού,  ενώ η άλλη την τραγική κατάσταση της ανθρώπινης ζωής με τα προβλήματα και τις ταλαιπωρίες της και γενικά την κατάσταση της Κολάσεως.

Οι θερμές ικετευτικές παρακλήσεις του πατέρα του σεληνιαζόμενου νέου, προς τον Κύριο, έφεραν τόσο τον ίδιο, όσο και τον υιόν του στη χαρά της θεραπείας και της δόξας της Βασιλείας του Θεού.  Με παρόμοιες ικετευτικές παρακλήσεις έχει και ο καθένας μας τη δυνατότητα, να εισέλθει στην ίδια χαρά και να απολαύσει την αιώνια μακαριότητα, μακριά και πέρα από την τραγικότητα  της κολάσεως.
29 Ιουλ 2010
Κυριακή Ι' Ματθαίου
Κατηγορία Γραπτό κήρυγμα, Ορθόδοξη ζωή
η πίστη, η προσευχή και η νηστεία

Ματθ. 17, 14-23

Ένα ακόμα θαύμα του Χριστού μας περιγράφει σήμερα ο Ευαγγελιστής Ματθαίος, το οποίο υπογραμμίζει, πέρα από τη σημασία της πίστεως, και την αξία της προσευχής και της ασκήσεως για την πνευματική μας ζωή. Πλησίασε, μας λέει η σημερινή περικοπή, ένας άνθρωπος τον Ιησού, και γονατιστός Τον παρακαλούσε να λυπηθεί και να σώσει το παιδί του, το οποίο σεληνιάζονταν και ταλαιπωρούνταν πολύ, γιατί συχνά φορές έριχνε τον εαυτό του στη φωτιά ή στο νερό. Απελπισμένος, απευθύνθηκε στους μαθητές του Χριστού, αλλά εκείνοι δεν μπόρεσαν να θεραπεύσουν το παιδί, οπότε κατέφυγε στον ίδιο τον Κύριο. Τότε ο Ιησούς είπε: “ Ω γενεά άπιστη και διεφθαρμένη, μέχρι πότε θα είμαι μαζί σας; έως πότε θα σας ανέχομαι; φέρτε μου το παιδί εδώ”. Και με ένα Του λόγο έδιωξε το δαιμόνιο και από εκείνη τη στιγμή το παιδί θεραπεύτηκε. Όταν οι μαθητές ιδιαιτέρως Τον ρώτησαν για ποιο λόγο δεν μπόρεσαν οι ίδιοι να διώξουν το δαιμόνιο, ο Χριστός τους απάντησε: “Εξαιτίας της απιστίας σας. Αλήθεια σας λέω, ότι εάν έχετε πίστη σαν το σπόρο του σιναπιού, θα πείτε σε αυτό το βουνό «μετατοπίσου από εκεί» και αυτό θα μετατοπιστεί, και τίποτα δεν θα σας είναι αδύνατο. Αυτό δε το γένος δεν βγαίνει παρά μόνο με προσευχή και νηστεία”.

Η περίπτωση του σεληνιαζόμενου παιδιού δεν ήταν μια απλή υπόθεση σωματικής ασθενείας, όπως πολλά από τα θαύματα που είδαμε όλες τις προηγούμενες Κυριακές. Δεν ασθενεί το σώμα του ανθρώπου, ούτε απλά η ψυχή του, αλλά έχει καταληφθεί από το πονηρό πνεύμα, το οποίο πλέον εξουσιάζει και το νου και το σώμα του. Η αδυναμία των μαθητών του Χριστού να θεραπεύσουν το παιδί δείχνει την ανάγκη για εντονότερη και ουσιαστικότερη πίστη. Για τον λόγο αυτό ο Κύριος τους αποκαλεί “γενεά άπιστη και διεφθαρμένη”, επειδή δεν έχουν ακόμα κατανοήσει ότι η πάλη και ο αγώνας τους δεν έχει να κάνει μόνο με τους ανθρώπους, αλλά με τα πνεύματα της πονηρίας, με τον “άρχοντα του αιώνος τούτου”, ο οποίος πάντα αντιστρατεύεται το έργο του Θεού.
Στον αγώνα μας, επομένως τον πνευματικό, που συχνά φαντάζει άνισος και ανυπέρβλητος, έχουμε ανάγκη από πίστη σταθερή. Η παρομοίωση που χρησιμοποιεί ο Χριστός αυτό θέλει να δηλώσει: ότι δεν έχει σημασία να νιώθουμε ότι πιστεύουμε πολύ, αλλά αρκεί το λίγο, σαν τον κόκκο του σιναπιού, αρκεί η πίστη μας αυτή να είναι σταθερή, δυνατή, ακράδαντη. Αν πιστέψουμε ότι ο Θεός βρίσκεται δίπλα μας και έχει τη δύναμη να μας βοηθήσει σε κάθε είδους πνευματικής δυσκολίας, τότε πράγματι στον αγώνα μας θα έχουμε τον ισχυρότερο σύμμαχο, τον νικητή του θανάτου, την πηγή της ζωής, τον Αναστημένο Κύριο.
Ωστόσο, όπως υπογραμμίζει σήμερα ο ίδιος ο Χριστός, για να εξορίσουμε “τούτο το γένος” από τη ζωή μας, για να εκδιώξουμε τον πειρασμό που καθημερινά μας ταλανίζει, έχουμε ανάγκη από την προσευχή και τη νηστεία. Η πίστη μόνη στον Θεό δεν αρκεί, αλλά χρειάζεται αγώνας πνευματικός, χρειάζεται άσκηση στη ζωή μας, για να μπορέσουμε να αντισταθούμε στην κακία που μας περιβάλλει αλλά και για εκδιώξουμε κάθε κακία που εμφωλεύει μέσα μας. Η προσευχή αποτελεί φυσική συνέπεια της πίστεως. Ο άνθρωπος που πιστεύει στον Θεό, που αισθάνεται την άπειρη αγάπη και φιλανθρωπία Του, επιθυμεί συνεχώς, ει δυνατόν, να βρίσκεται σε κοινωνία μαζί Του. Και ο κατεξοχήν τρόπος της προσωπικής επικοινωνίας με τον Θεό δεν είναι άλλος από την προσευχή.
Η προσευχή και η νηστεία αποτελούν μίμηση του Χριστού, ο οποίος μετά την Βάπτισή Του επί σαράντα ημέρες αποσύρθηκε στην έρημο, νηστεύοντας και προσευχόμενος στον Θεό – Πατέρα. Αν ο ίδιος ο θεάνθρωπος Κύριος νήστεψε, κατανοούμε πόσο απαραίτητη είναι η νηστεία για εμάς. Η νηστεία δεν βοηθά μόνο τον άνθρωπο στον αγώνα του για την χαλιναγώγηση των παθών, αλλά κάνει την προσευχή του ακόμα πιο δυνατή και τον καθιστά έτοιμο στο να ελκύσει αφ' ενός μεν την χάρη του Θεού, και αφ' ετέρου στο να αποκρούσει επιτυχώς κάθε προσβολή του αντικειμένου. Η νηστεία δεν αποτελεί αποστροφή προς τις τροφές, ούτε διαδικασία “εξαγνισμού”, μιας που καμία τροφή δεν θεωρείται ακάθαρτη. Η νηστεία αποτελεί άσκηση, δηλαδή μέσα από την εκούσια αποχή από συγκεκριμένες τροφές εξασκούμε το νου και την ψυχή μας στο να αντιστέκεται στους διάφορους λογισμούς και στις επιθυμίες. Με τον τρόπο αυτό, σε συνδυασμό πάντα με την προσευχή, σταδιακά καθαρίζεται η ψυχή από τους πονηρούς λογισμούς και τελικά προσεγγίζει ακόμα πιο πολύ τον Θεό.
“Τούτο το γένος δεν βγαίνει, παρά μόνο με προσευχή και νηστεία”. Δυστυχώς, η προσευχή και η νηστεία έχουν τεθεί στο περιθώριο της ζωής, ακόμα και αρκετών από εμάς, που θεωρούμε τον εαυτό μας γνήσια τέκνα της Βασιλείας του Θεού. Η προσευχή όμως και η νηστεία δεν αποτελούν ούτε έθιμο, ούτε υποχρέωση, αλλά οφείλουν να είναι εκούσιες κινήσεις της καρδιάς μας προς τον Θεό. Η ακράδαντη πίστη στον Θεό, η προσευχή και η άσκηση μέσα από τη νηστεία, αποτελούν και σήμερα, που όλα γύρω μας κλονίζονται και τείνουν να καταρρεύσουν, τα εχέγγυα της πνευματικής μας ανόρθωσης.


Read more: http://xerouveim.blogspot.com/2010/07/1-8-2010.html#ixzz2dRpqL8ty
ΚΥΡΙΑΚΗ Ι ́ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
5 Αὐγούστου 2007
Παρακολουθήσαμε, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, τὸ δράμα τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου, ποὺ ὁ υἱὸς του «σεληνιαζόταν» καὶ ἔπασχε κακῶς. Εἴδαμε καὶ τὴν ἀποτυχία τῶν μαθητῶν νὰ θεραπεύσουν τὸ παιδὶ διὰ τὴν ἀπιστίαν αὐτῶν. Καί, τελικά, ὁ Χριστός μας ἐθαράπευσε τὸ παιδί, ἐπιτιμώντας τὸ πονηρὸν πνεῦμα. Καὶ μετά, στὴ ν ἐρώτηση τῶν μαθητῶν «διὰ τί ἡμεῖς οὐκ ἠδυνήθημεν ἐκβαλεῖν αὐτό» ὁ Κύριος ἀπαντᾶ, διὰ τὴ ν ἀπιστίαν σας καὶ διότι τὸ γένος τοῦτο (δηλ. τῶν δαιμόνων) οὐκ ἐκπορεύεται εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ.
Ἀκούσαμε καὶ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο νὰ λέγη στοὺς Κορινθίους – καὶ σὲ ὅλους τούς Χριστιανούς- ποιὰ εἶναι ἡ θέση τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ, τῶν Ἀποστόλων. Καταρρίπτοντας τήν ἀπατηλή ἰδέα τῶν Κορινθίων γιά τό αὐθεντικό χριστιανικό βίωμα,ὁ Ἀπόστολος γράφει: Σεῖς, αἰσθάνεσθε ὅτι κατέχετε μεγάλη φρόνηση ἐπειδὴ εἶστε Χριστιανοί, ζῆτε ἐπαναπαυμένοι, στὴν πραγματικότητα ὅμως πλανᾶσθε. Ἐνῶ ἐμεῖς, οἱ ἀπό στολοι, γιὰ χάρη τοῦ Χριστοῦ, εἴμαστε γιὰ τὸν κόσμο μωροὶ καὶ ἀνόητοι. Σεῖς αἰσθάνεσθε δυνατοί καί ἰσχυροί, ἐνῶ ἐμεῖς βιώνουμε ἀσθένεια καὶ ἀδυναμία. Σεῖς ἔνδοξοι καὶ τιμημένοι, ἐνῶ ἐμᾶς δὲν μᾶς τιμᾶ κανείς.
Κοιτάξτε πῶς ζοῦμε ἐμεῖς οἱ Ἀπόστολοι. Πεινᾶμε, διψᾶμε, εἴμαστε σὲ ἔσχατο σημεῖο πτωχείας, μᾶς κακομεταχειρίζονται οἱ ἄνθρωποι, δουλεύουμε καὶ κοπιάζουμε. Μᾶς κακομιλᾶνε καὶ μεῖς εὐλογοῦμε, μᾶς διώχνουν καὶ τὸ ἀνεχόμαστε, μᾶς βλασφημοῦν κι ἐμεῖς τὸ ἀνταποδίδουμε μὲ τὸ νὰ τοὺς παρηγοροῦμε, ἔχουμε καταντήσει σἄν σκουπίδια τοῦ κόσμου καὶ ὅλοι μᾶς ἀπορρίπτουν. Κανείς δέ μᾶς παραδέχεται.
Βλέπετε μὲ τί κακοπάθεια ζοῦμε;
Λοιπόν, νὰ γίνετε καὶ σεῖς μιμηταί μου, λέγει ὁ Ἀπόστολος, ὅπως κι ἐγὼ εἶμαι μιμητής τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι πράγματι συγκλονιστικὰ τὰ κείμενα τοῦ Ἀποστόλου καὶ τοῦ Εὐαγγελίου ποὺ ἀκούσαμε σήμερα, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί. Ἀφ’ ἑνὸς ὁ Χριστὸς ἔχει δώσει τὴν ἐξουσία στοὺς μαθητὲς νὰ ἐκβάλλουν δαιμόνια καὶ νὰ θεραπεύουν καὶ φθάνουν σὲ σημεῖο νὰ μὴ τὰ καταφέρνουν, ἀφ’ ἑτέρου ὁ Ἀπόστολος Παῦλος δείχνει ποιά εἶναι ἡ αὐθεντικὴ χριστιανικὴ ζωή. Εἶναι ἡ ζωὴ τοῦ Σταυροῦ, τῶν παθημάτων καὶ τῆς κακοπάθειας. Εἶναι ἡ ζωὴ τῆς ἀπόρριψης . Ὁ κόσμος οὗτος ἀπορρίπτει τὸ κήρυγμα τοῦ Σταυροῦ καὶ τοὺς πιστούς του Χριστοῦ. Ἡ Ἐκκλησία γιὰ ἄλλους φαίνεται σκάνδαλο καὶ γιὰ ἄλλους μωρία, ἀνοησία. Καὶ ὁ κόσμος ζεῖ τὴ «ζωούλα» του ἀδιαφορώντας – ἂν ὄχι καὶ καταδιώκοντας- τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τὴν Ἐκκλησία. Δέν, μπορεῖ νὰ καταλάβει ὁ κόσμος ὅτι ἡ δική του ζωή, ὅσο ἑλκυστικὴ κι ἂν φαίνεται, ὁδεύει πρὸς θάνατον, ἐν ῶ αὐτὸ ἀκριβῶς ποὺ ἀποστρέφεται, ἡ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ἡ ἀληθινὴ ζωὴ ποὺ μένει εἰς τὸν αἰῶνα. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ μᾶς προετοιμάζει καί μᾶς προειδοποιεῖ. Μὴ ἐπαναπαυώμεθα, ἀδελφοί με κοῦφο «καθωσπρεπισμό» και ἀπατηλὲς τιμὲς καὶ δόξες. Ποῦ εἶναι ὁ Σταυρός μας; Ποῦ εἶναι τὰ παθήματά μας γιὰ χάρη τοῦ Χριστοῦ; Ποῦ εἶναι νὰ σηκώνουμε τοὺς πειρασμοὺς καὶ τὶς δοκιμασίες χωρὶς γογγυσμὸ καὶ γκρίνια ἀλλὰ μὲ ὑπομονὴ καὶ καρτερία ἀτενίζοντας πρὸς τὸν Σωτῆρα Κύριο; Ποῦ εἶναι ἡ ὡς κόκκον σινάπεως ἀκράδαντη πίστις μας; (πού μόλις ἀκούσουμε κάτι ἀλλότριο , π.χ. Εὐαγγέλιο τοῦ Ἰούδα κ.λ.π., ἀρχίζουμε καὶ κλονιζόμαστε).
Ποῦ εἶναι ἡ προσευχὴ καὶ ἡ νηστεία μας πού ἐκδιώκουν τοὺς δαίμονες; Μᾶς προειδοποιεῖ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ὅτι ὁ κόσμος θὰ μᾶς ἀπορρίψει ἐπειδὴ εἴμαστε τοῦ Χριστοῦ. Ἀλλὰ ὅμως νὰ μὴν εἴμαστε μόνον κατ’ ὄνομα, ἀλλὰ καὶ στὴν πράξη καὶ στὴ ζωή μας ὁλόκληρη. Διότι ὁ ἴδιος κόσμος ποὺ ἀπορρίπτει τὴν Ἐκκλησία δὲν ἔχει ἄλλη καταφυγὴ. Μοιάζει μὲ τὸν δυστυχῆ πατέρα τοῦ σημερινοῦ Εὐαγγελίου τοῦ ὁποίου ἡ κραυγὴ εἶναι μία διαρκής πονετικὴ ὑπόμνηση πρὸς ὅλους μας: «Προσήνεγκα τὸν υἱόν μου τοῖς Μαθηταῖς σου καὶ οὐκ ἠδυνήθησαν αὐτὸν θεραπεῦσαι». Ἔφερα τὸ ἄρρωστο παιδί μου στοὺς μαθητές Σου καὶ δὲν μπόρεσαν νὰ τὸ κάνουν καλά.
Ἀλλὰ ὁ Χριστός μας εἶναι Ἐκεῖνος ποὺ ξεπερνᾶ τὴ δική μας ἀπιστία, τὸ δικό μας ἁμαρτωλὸ καὶ κοσμικὸ φρόνημα καὶ χαρίζει τὴν θεραπεία. Ἡ πίστη ποὺ ἀπαιτεῖ ὁ Χριστὸς δὲν συγκρίνεται μὲ αὐτὸ ποὺ προτρέπει ἡ κοσμικὴ νοοτροπία, νὰ πιστεύῃ τάχα κανεὶς στὶς δικές του ἐσωτερικὲς δυνάμεις, σὲ θετικὲς καὶ ἀρνητικὲς ἐνέργειες κ.τ.λ., ἀλλὰ ἡ πίστη στὸ Χριστὸ εἶναι μετοχὴ στὴ ζωή Του. Καὶ ἀποφασιστικὸ γεγονὸς τῆς ζωῆς Ἐκείνου εἶναι ἡ Σταύρωσις. Αὐτὸ ὁδηγεῖ ὅμως στὴ χαρὰ τῆς Ἀναστάσεως. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος στὸ τέλος τοῦ Εὐαγγελίου σήμερα τονίζει: «Μέλλει ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοσθαι εἰς χεῖρας ἀνθρώπων καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτόν, καὶ τῇ τρίτῃ ἡ μέρᾳ ἐγερθήσεται». Ἀλλά μᾶς ὑποδεικνύεται καὶ ὁ τρόπος, ἡ ὁδός, πῶς θὰ γίνουμε μέτοχοι αὐτῆς τῆς Σταυροαναστάσιμης ζωῆς τοῦ Χριστοῦ. Ἐὰν γίνουμε μιμηταὶ τῶν Ἁγίων. Καὶ σ’ αὐτὸ νουθετώντας μας ὡς τέκνα ἀγαπητὰ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος δὲν μᾶς προτρέπει ἁπλῶς , μᾶς παρακαλεῖ.
Παρακαλῶ οὖν ὑμᾶς μιμηταί μου γίνεσθε [καθὼς κἀγώ Χριστοῦ]. ΑΜΗΝ
 ΚΥΡΙΑΚΗ 1 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2013
ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΙΝΔΙΚΤΟΥ

(Λουκ. δ΄ 16-22)                                                                                (Α΄ Τιμ. β΄ 1-7)

Ο χρόνος σε φάση ευλογίας

«Απέσταλκέ με…κηρύξαι ενιαυτόν Κυρίου δεκτόν»

Η Εκκλησία μέσα από τη σοφία της ξεδιπλώνει μπροστά μας τις πιο ευλογημένες προοπτικές, προκειμένου να επιτυγχάνεται μια αρμονική συνύπαρξη της ζωής μας με τον ανώτερο προορισμό στον οποίο μάς έταξε η αγάπη του Θεού.  Σήμερα, λοιπόν, η μητέρα μας Εκκλησία μάς ξανοίγει στους ορίζοντες του καινούργιου, οι οποίοι παραπέμπουν σε ανεπανάληπτες ευκαιρίες για να επανατοποθετήσουμε τον εαυτό μας με μεγαλύτερη αξιοπιστία και σιγουριά στις σταθερές της αιωνιότητας. Να επιτρέψουμε δηλαδή σ’ αυτόν να βιώνει τον χρόνο, όχι βέβαια στον εφιάλτη της ανασφάλειας της φθοράς και του θανάτου –στοιχεία που ζώνουν από παντού στην καθημερινή μας ζωή- αλλά ως εμπειρία και πρόγευση του αιωνίου, δηλαδή της παρουσίας του Θεού σε κάθε στιγμή  και σε κάθε μας βήμα.

Το νόημα της ημέρας εστιάζεται στην υψηλή πρόσκληση που μάς απευθύνει η Εκκλησία να βιώσουμε τον χρόνο στην προοπτική και την αιώνια αξία του καινούργιου. Εορτάζει την 1η Σεπτεμβρίου ως αρχή της Ινδίκτου, δηλαδή του νέου εκκλησιαστικού έτους, όπως καθιερώθηκε εδώ και πολλούς αιώνες. Η σημασία της Ινδίκτου, όπως αυτή πέρασε και στα ρωμαϊκά χρόνια, συνίστατο στην απαρχή του νέου έτους από άποψης χρόνου.  Οι Ρωμαίοι προσδιόριζαν το νέο χρόνο και τον συνέδεαν με γεωργικές δραστηριότητες και ειδικότερα με τη σπορά. Ο ενιαυτός είναι δανεισμένος  από το ομηρικό ρήμα «ενιαύω», που σημαίνει αναπαύομαι, ξεκουράζομαι. Στην Παλαιά Διαθήκη και ειδικότερα στο Λευιτικό , εντοπίζεται διάταξη, η οποία χαρακτηρίζει άγιο κάθε «ιωβηλαίο»  έτος, δηλαδή το πεντηκοστό έτος που έρχεται ως επιστέγασμα επτά εβδομάδων ετών. Η είσοδος του αγίου έτους σημαινόταν με σάλπιγγες και προσελάμβανε ένα χαρούμενο και ευφρόσυνο χαρακτήρα. Κάθε 50 χρόνια με σκοπό την αποκατάσταση της κοινωνικής συνοχής απελευθερώνονταν οι Εβραίοι δούλοι, χαρίζονταν δυσβάστακτα χρέη και επίσης τα διάφορα προϊόντα δεν συγκεντρώνονταν πλέον στις αποθήκες των μεγαλοϊδιοκτητών, αλλά είχε πρόσβαση σ’ αυτά όλος ο κόσμος και κυρίως οι πτωχοί άνθρωποι.

Ποιοτικό περιεχόμενο

Πώς όμως συνδέονται τα γεγονότα με τον Χριστό και την Εκκλησία;  Ένας πρώτος συσχετισμός εξακριβώνεται αν καταφύγει κάποιος στα Προφητικά βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης.  Ο προφήτης Ησαϊας αναφέρει για το Μεσσία: «Πνεύμα Κυρίου επ’ εμέ, ού ένεκεν έχρισέ με, ευαγγελίσασθαι πτωχοίς απέσταλκέ με…κηρύξαι ενιαυτόν Κυρίου δεκτόν». Σύμφωνα με τους προφητικούς αυτούς λόγους, ο «ενιαυτός του Κυρίου» αποβλέπει όχι μόνο στην τακτοποίηση υλικών αγαθών και βιοτικών μεριμνών αλλά στην πνευματική ανύψωση του ανθρώπου. Την ένταξή του δηλαδή στην προοπτική της αιωνιότητας. Σε μια τροχιά που ο χρόνος παύει πλέον να κυλά μέσα στην τραγικότητα και τον εφιάλτη της φθοράς και του θανάτου, αλλά αναδεικνύεται ως ροή ευκαιριών για ν’ ανυψωθεί υπαρξιακά ο άνθρωπος και ν’ αναπαύεται αιωνίως στις αγκάλες της αγάπης του Θεού. Τότε ο καινούργιος χρόνος κηρυσσόταν ως έτος αφέσεως των χρεών και άλλων συναφών υποχρεώσεων. Απελευθερώνονταν οι άνθρωποι από δυσβάστακτα βάρη και χρέη που τους γονάτιζαν και τους οδηγούσαν σε συνθήκες εξαθλίωσης. Όπως βλέπουμε δυστυχώς να συμβαίνει και σήμερα με την κρίση που μαστίζει την ανθρωπότητα, όχι μόνο σε οικονομικό αλλά κυρίως σε πνευματικό επίπεδο. Ο χρόνος στον χώρο της Εκκλησίας είναι πάντα καινούργιος και αποκτά ένα βαθύτερο περιεχόμενο, πέραν από ένα ανιαρό και επιφανειακό πέρασμά του. Με την αξιοποίησή του ο άνθρωπος απελευθερώνεται τώρα από τα δεσμά της αμαρτίας και καταξιώνεται ως πρόσωπο, με την ανεκτίμητη αξία του ως εικόνα του Θεού. Γιατί ακριβώς αξιώνεται να εγκολπώνεται την αγάπη Του σε μια συναρπαστική και βαθιά υπαρκτική συνάντηση μαζί Του.

Αγαπητοί αδελφοί, το πέρασμα από τον παλιό στον καινούργιο χρόνο όταν δεν υπάρχει ο Χριστός στη ζωή του ανθρώπου, σημαίνει σκλαβιά και υποδούλωση. Σημαίνει μια ψυχοφθόρα βίωση των πραγμάτων. Αντίθετα, αποδοχή της αγάπης Του, συνιστά απελευθέρωση από την καταδυνάστευση της αμαρτίας,  που παραπέμπει  στη φοβερότερη μορφή δουλείας. Ο Χριστός είναι τελικά εκείνος που ελευθερώνει τον σκοτισμένο  νου του ανθρώπου και επανασυνδέει όλες τις τεθραυσμένες ψυχοσωματικές δυνάμεις του και του χαρίζει την ελευθερία στην αυθεντικότερη μορφή της. Το παλιό «ιωβηλαίο έτος» ονομάζεται τώρα «ενιαυτός Κυρίου». Δηλαδή, ο Θεός αρέσκεται στην προσφορά αγάπης σε όλους τους ανθρώπους. Ας αφήσουμε επομένως πρόσφορο έδαφος στην καρδιά μας για να καρποφορήσει ο «ενιαυτός του Κυρίου», με την κάθε ευλογημένη στιγμή που συνεπάγεται το πέρασμά του.

Χριστάκης Ευσταθίου, Θεολόγος
 Κυριακὴ Ι΄ Ματθαίου (Ματθ. ιζ΄ 14–23) Μητροπολίτης Πάφου Γεώργιος

Σὲ τρεῖς λόγους ἀποδίδει σήμερα ὁ Χριστὸς τὴν ἀδυναμία τῶν μαθητῶν νὰ θεραπεύσουν τὸ δαιμονιζόμενο νέο, νὰ τὸν ἀπαλλάξουν ἀπὸ τὴν καταδυναστεία τοῦ διαβόλου. Πρῶτα, στὴν ἐλλιπῆ τους πίστη: «Διὰ τὴν ἀπιστίαν ὑμῶν», τοὺς λέει. Δεύτερον, στὴν ἐλαττωματική τους προσευχή. Καὶ τρίτον, στὴν ἀνυπαρξία νηστείας: «Τοῦτο τὸ γένος οὐκ ἐκπορεύεται εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ», προσθέτει.

Πολὺ σύντομα θὰ ἀναφερθοῦμε στὶς τρεῖς αὐτὲς χριστιανικὲς ἀρετές.

Μὲ τὸν ὅρο «πίστις» ἐννοοῦμε τὴν ἀποδοχὴ πραγμάτων ποὺ μᾶς ἀποκαλύπτει ὁ Θεὸς καὶ πού, χωρὶς νὰ εἶναι παράλογα, εἶναι ὑπέρλογα καὶ δὲν μποροῦν νὰ ἐξηγηθοῦν μὲ τὴ λογική μας. Γίνονται ἀποδεκτὰ γιατί ἐμπιστευόμαστε ἐκεῖνον ποὺ μᾶς διαβεβαιώνει γιὰ τὴν ὕπαρξή τους. Δείχνουμε πίστη π.χ. ὅταν ἀποδεχόμαστε τὴν ὕπαρξη ἀγγέλων, τὴν ὕπαρξη τοῦ παραδείσου, τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν. Δείχνουμε πίστη ὅταν δὲν ἔχουμε καμιὰ ἀμφιβολία ὅτι θὰ γίνει ἡ ἀνάσταση τῶν νεκρῶν καὶ ὅτι θὰ ὑπάρξει κρίση καὶ ἀνταπόδοση. Αὐτὸ τὸ κάνουμε γιατί ξέρουμε ὅτι εἶναι «πιστὸς ὁ ἐπαγγειλάμενος». Μὲ τὶς προηγούμενες ἐνέργειές του, ὁ Θεός, ἀπέδειξε ὅτι εἶναι ἀληθὴς καὶ μπορεῖ νὰ ἐκπληρώσει ὅ,τι ὑπόσχεται.

Θὰ ’πρεπε οἱ ἀπόστολοι, ποὺ ἤξεραν ὅτι ὁ Θεὸς συντήρησε τοὺς προπάτορές τους στὴν ἔρημο γιὰ σαράντα χρόνια μὲ τὸ μάννα, ποὺ τοὺς πέρασε μὲ θαυμαστὸ τρόπο ἀπὸ τὴν Ἐρυθρὰ Θάλασσα, νὰ μὴν εἶχαν καμιὰν ἀμφιβολία ὅτι μποροῦσε νὰ ἐκδιώξει καὶ ἕνα δαιμόνιο ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο. Αὐτὸ λέμε πίστη. Τὴν ἐμπιστοσύνη στὸν Θεὸ κι ὄχι στὸν ἄνθρωπο. Ἡ πίστη εἶναι μία ἕκτη αἴσθηση ποὺ μᾶς διευρύνει τὸν ὁρίζοντα.

Ὅσες φορὲς οἱ ἄνθρωποι ἐπέδειξαν πίστη, πέτυχαν τὸ θαῦμα. Ὅσες φορές, ὅμως, ταλαντεύτηκαν, ἀπέτυχαν. Ἀπόδειξη καὶ τώρα οἱ ἐννέα μαθητές: «Οὐκ ἠδυνήθησαν ἐκβαλεῖν αὐτό, διὰ τὴν ἀπιστίαν αὐτῶν». Κι ἂν ἐλέγχονται δριμύτατα, ἂν χαρακτηρίζονται ἀπὸ τὸ Χριστὸ «γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη» εἶναι γιατί εἶχαν ὅλες τὶς προϋποθέσεις γιὰ νὰ πιστέψουν. Εἶδαν νεκροὺς νὰ ἐγείρονται, λεπροὺς νὰ καθαρίζονται, παραλύτους νὰ συσφίγγονται. Πῆραν πολλὲς ἀποδείξεις γιὰ τὴ δύναμη τῆς πίστης. Κι ὅμως γίνονται περίγελοι τοῦ σατανᾶ.

Μεγάλη εἶναι, ὅμως, καὶ ἡ δύναμη τῆς προσευχῆς, τῆς ἄμεσης ἐπικοινωνίας μὲ τὸν Θεό. Στὴν προσευχὴ ὁ ἄνθρωπος στέκεται «ἐνώπιος ἐνωπίῳ» μὲ τὸν Θεό, σὲ μία σχέση παιδιοῦ πρὸς πατέρα. Εἶναι καὶ ἡ προσευχὴ ἐκδήλωση ἐμπιστοσύνης στὸν Θεό. Εἶναι, ταυτόχρονα, καὶ ἀναγνώριση τῶν ὁρίων μας, τῆς μεγάλης διαφορᾶς ποὺ μᾶς χωρίζει ἀπὸ Ἐκεῖνον. Μὲ τὴν προσευχὴ ἀναγνωρίζουμε τὴν εὐτέλεια καὶ τὴν ἀδυναμία μας καὶ ξανοιγόμαστε στὸ πέλαγος τῆς μεγαλοσύνης καὶ τῆς παντοδυναμίας τοῦ Θεοῦ. Ὁ Ἀβραάμ, προσευχόμενος στὸν Θεό, ἔπεσε κατὰ πρόσωπο στὴ γῆ καὶ φώναξε: «Οἴμοι, ὅτι ἐγὼ εἰμὶ γῆ καὶ σποδός». Ἀλοίμονο! Μιλῶ μὲ τὸν Θεό, μὰ εἶμαι χῶμα καὶ στάχτη. Τὸ ἴδιο καὶ ὁ Ἠσαΐας καὶ οἱ ἄλλοι προφῆτες καὶ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ. Ὁ τελώνης τῆς παραβολῆς, συναισθανόμενος τὴν ἀναξιότητά του καὶ τὴν ἀπόσταση ποὺ τὸν χώριζε ἀπὸ τὸ Θεό, δὲν τολμοῦσε οὔτε τὰ μάτια του νὰ ψηλώσει στὸν οὐρανό, ἀλλὰ κτυποῦσε μόνο τὸ στῆθος του, λέγοντας: «Ὁ Θεὸς ἰλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ».

Ὁ Χριστός, πολλὲς φορές, διαβεβαίωσε τόσο τοὺς ἀποστόλους ὅσο καὶ ὅλους τους ἀκροατές του, λέγοντάς τους: «Πάντα ὅσα ἂν αἰτήσησθε ἐν τῇ προσευχῇ πιστεύοντες λήψεσθε». Ὅσα ζητήσετε μὲ πίστη κατὰ τὴν προσευχή σας, θὰ σᾶς δοθοῦν.

Μὲ τὸ νὰ πεῖ σήμερα ὁ Χριστὸς ὅτι «τοῦτο τὸ γένος οὐκ ἐκπορεύεται εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ», ἤθελε νὰ καταστήσει σαφὲς ὅτι μὲ τὶς ἀνθρώπινες δυνάμεις ἡ ἐκδίωξη τοῦ δαίμονος ἦταν ἀδύνατη. Μόνον ἡ ἐπίκληση τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἐπιτυγχάνεται μὲ θερμὴ προσευχή, ἦταν δυνατὸν νὰ ἀπαλλάξει τὸ νέο ἀπὸ τὸ δαιμόνιο.

Καὶ τῆς νηστείας εἶναι μεγάλη ἡ δύναμη, ὅπως μᾶς διαβεβαίωσε, σήμερα, ὁ Χριστός. Δηλώνει κι αὐτὴ τὴν ἀναγνώριση τῶν ὁρίων μας καὶ τὴν ὑποταγή μας στὸ θεῖο θέλημα. Κάποιος ποὺ δὲν ἔχει Κύριον, συμπεριφέρεται ὅπως θέλει. Ἕνας ποὺ ἔχει Κύριον, ὑπακούει στὸν Κύριό του. Κι ἐμεῖς μὲ τὸ νὰ μὴν τρῶμε ὅ,τι θέλουμε σὲ κάποιες περιόδους ἀλλὰ νὰ ὑπακοῦμε στοὺς κανόνες τῆς Ἐκκλησίας, δηλώνουμε τὴν ὑποταγή μας στὸ Θεό. Κι εἶναι αὐτὴ ἡ ὑποταγή μας καὶ ἡ ἀναγνώριση τῆς παντοδυναμίας τοῦ Θεοῦ ποὺ ἐπιτελεῖ τὸ θαῦμα.

Ἡ πραγματικὴ νηστεία, βέβαια, δὲν εἶναι ἁπλὴ ἀποχὴ ἀπὸ ὁρισμένα εἴδη φαγητῶν. Εἶναι μία ἄσκηση τῆς θέλησής μας ποὺ συνοδεύεται καὶ ἀπὸ πολλὲς ἄλλες ἀρετές. «Ἀληθὴς νηστεία (εἶναι) ἡ τῶν παθῶν ἀλλοτρίωσις. Ἐγκράτεια γλώσσης, θυμοῦ ἀποχή, ἐπιθυμιῶν χωρισμός…»

Πίστη, λοιπόν, καὶ προσευχὴ ποὺ ἐνισχύονται ἀπὸ τὴ νηστεία εἶναι οἱ ἀπαραίτητες προϋποθέσεις γιὰ νὰ ἐπιτελεσθεῖ τὸ θαῦμα. Ἂς προσπαθήσουμε νὰ ἐνδυναμώσουμε τὴν πίστη μας στὸν Θεό, ἂς ἐπικοινωνοῦμε συνεχῶς διὰ τῆς προσευχῆς μὲ αὐτὸν κι ἂς προετοιμαζόμαστε μὲ τὴ νηστεία ὥστε ὅταν χρειαστεῖ, στὴν ἐπίκληση τοῦ ὀνόματός του νὰ εἰσακουσθεῖ καὶ νὰ ἐκπληρωθεῖ ἡ αἴτησή μας.
 Κυριακή Ι Ματθαίου Ἡ θεραπεία τοῦ σεληνιαζομένου υἱοῦ (Ματθ. ιζ,14-23) Ἀρχιμανδρίτης Ἰωήλ Γιαννακόπουλος

Ματθ. 17,14-21. Μάρκ. 9,14-29 Λουκ. 9,37-43
«Ἐγένετο δὲ τῇ ἑξῆς ἡμέρᾳ» τὴν ἑπομένην δηλαδὴ ἡμέραν ἀπὸ τῆς μεταμορφώσεώς Του «κατελθόντων αὐτῶν ἀπὸ τοῦ ὄρους συνήντησεν αὐτῷ ὄχλος πολύς». Ὁ Κύριος μετὰ τῶν τριῶν μαθητῶν Του κατῆλθεν ἀπὸ τοῦ ὄρους εἰς τοὺς πρόποδας αὐτοῦ, ὅπου εὑρίσκοντο οἱ ἄλλοι ἐννέα μαθηταὶ καὶ ὁ λαός. Ὁ Κύριος κατελθών κατευθύνεται ἐκεῖ, ὅπου ἦσαν οἱ ἄλλοι ἐννέα μαθηταί. Ὁ Κύριος καὶ οἱ τρεῖς μαθηταὶ «ἐλθόντες πρὸς τοὺς μαθητάς εἶδον ὄχλον πολὺν περὶ αὐτοὺς καὶ Γραμματεῖς συζητοῦντας πρὸς αὐτούς». Οἱ ἐννέα Ἀπόστολοι στηριζόμενοι εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἥτις ἐδόθη εἰς αὐτοὺς (1) νὰ ἐκδιώκωσι τὰ δαιμόνια, προσεπάθησαν νὰ θεραπεύσωσι δαιμονιζόμενόν τινα υἱὸν ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθησαν. Οἱ Γραμματεῖς εὑρισκόμενοι ἐκεῖ καὶ ἰδόντες τὴν ἀδυναμίαν ταύτην ἐνέπαιζον πιθανὸν αὐτοὺς καὶ τὸν Διδάσκαλόν των. Οἱ ἐννέα Ἀπόστολοι συζητοῦν μετ’ αὐτῶν ὑπερασπίζοντες τὸν Διδάσκαλόν των. Ὁ λαὸς συνεκεντρώθη γύρω ἀπ’ αὐτούς. Κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην φθάνει καὶ ὁ Ἰησοῦς μετὰ τῶν τριῶν ἄλλων μαθητῶν ἐκ τοῦ ὄρους. «Εὐθὺς πᾶς ὁ ὄχλος ἰδόντες Αὐτὸν ἐξεθαμβήθησαν» ἐξεπλάγησαν, οἱ ἄνθρωποι, διότι ὁ Κύριος ἐνεφανίσθη ἐπικαίρως καὶ ἀπροσδοκήτως, ὅτε οἱ 9 μαθηταὶ Του ἐπολεμοῦντο ὑπὸ τῶν Γραμματέων ἤ διότι κατ’ ἄλλους — τὸ ὀλιγώτερον πιθανόν— ἔφερεν ἀκόμη ἀρκετὴν αἴγλην εἰς τὸ πρόσωπον Αὐτοῦ ἐκ τῆς μεταμορφώσεώς Του. Ἡ αἴγλη αὕτη ὀλίγον χρόνον διήρκεσεν, διότι εὐθὺς οἱ ἄνθρωποι «προστρέχοντες ἠσπάζοντο Αὐτόν».

Ὁ Κύριος ἐρωτᾷ τοὺς προστρέξαντας πρὸς Αὐτόν. «Τί συζητεῖτε πρὸς αὐτούς;» Ποῖον εἶναι τὸ θέμα τῆς συζητήσεώς σας μὲ τοὺς μαθητάς Μου; Εἰς τὴν ἐρώτησιν ταύτην «ἰδοὺ ἀνὴρ ἐκ τοῦ ὄχλου προσῆλθεν Αὐτῷ γονυπετῶν καὶ ἐβόησε λέγων. Κύριε δέομαί Σου ἐπίβλεψαι καὶ ἐλέησόν μου τὸν υἱόν, ὅτι σεληνιάζεται «καὶ κακῶς πάσχει. Μονογενής μου ἐστίν». Πατὴρ τις ἔχων δαιμονιζόμενον υἱὸν παρακαλεῖ τὸν Ἰησοῦν νὰ τὸν θεραπεύσῃ. Αἱ διάφοροι κρίσεις τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ συμβαίνουσι κατὰ διαφόρους φάσεις τῆς σελήνης, ἐξ οὗ ἡ δαιμονοπληξία ὀνομάζεται σεληνιασμός. Ὁ πατὴρ περιγράφει τὰς κρίσεις ταύτας τοῦ υἱοῦ του ὡς ἑξῆς. «Κύριε ἤνεγκα πρὸς Σὲ τὸν υἱόν μου ἔχοντα πνεῦμα ἄλαλον». Ὁ υἱὸς οὗτος δηλαδὴ κατείχετο ὑπὸ πονηροῦ πνεύματος, τὸ ὁποῖον ἔκαμε τὸ θῦμα του ἄλαλον, ἀνίκανον νὰ ὁμιλήσῃ. Πλὴν αὐτοῦ τὸ πονηρὸν τοῦτο «πνεῦμα λαμβάνει αὐτὸν καὶ ἐξαίφνης κράζει καὶ ρήσσει» ἤτοι «σπαράσσει αὐτὸν μετὰ ἀφροῦ» τὸ ὁποῖον ἐξάγει ἐκ τοῦ στόματός του. «Τρίζει τοὺς ὀδόντας καὶ μόλις ἀποχωρεῖ ἀπ’ αὐτοῦ ὁ δαίμων συντρίβων αὐτόν». Μετὰ τοὺς σπασμοὺς αὐτούς, τὸ τράνταγμα αὐτὸ ὁ δαιμονιζόμενος υἱὸς «ξηραίνεται» γίνεται ἄκαμπτος σἄν τὸ ξηρὸν ξύλον, ἀναισθητεῖ καὶ «πολλάκις πίπτει εἰς τὸ πῦρ πολλάκις εἰς τὸ ὕδωρ» προσθέτει ὁ δυστυχὴς πατήρ. Ὁ πατὴρ γνωρίζει εἰς τὸν Ἰησοῦν, ὅτι «ἐδεήθην τῶν μαθητῶν Σου, ἵνα ἐκβάλωσιν αὐτὸ καὶ οὐκ ἠδυνήθησαν». Παρεκάλεσα τοὺς μαθητάς Σου νὰ θεραπεύσωσιν αὐτόν, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθησαν.

Ὁ Κύριος ἐπιπλήττων τὴν ὀλιγοπιστίαν τῶν μαθητῶν Του καὶ τοῦ πατρὸς τούτου καὶ τὴν ἀπιστίαν τοῦ λαοῦ, ἕνεκεν τῆς ὁποίας δὲν ἐθεραπεύθη ὁ υἱὸς οὗτος, λέγει˙ «ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη, ἕως πότε ἔσομαι πρὸς ὑμᾶς; ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν;» Ἡ γενεὰ τοῦ Κυρίου ἐδῶ εἶναι κυρίως ἡ τῶν Φαρισαίων. Αὕτη δὲν ἦτο μόνον ἄπιστος, ἀλλὰ καὶ διεστραμμένη, διότι παρ’ ὅλα τὰ θαύματά Του ἔμεινεν ἄπιστος εἰς Αὐτόν. Διά τοῦτο λέγει πρὸς αὐτήν: Ἕως πότε θὰ εἶμαι μαζί σας εἰς μάτην διδάσκων ὑμᾶς; ἕως πότε θὰ σᾶς ἀνέχωμαι ἀπιστοῦντας εἰς Ἐμὲ καὶ εὑρισκόμενος μαζί σας; Ὅλη ἡ ζωὴ τοῦ Κυρίου ἦτο ἀνοχή! Ὁ Κύριος ἐν τῇ ἀγανακτήσει Του ταύτῃ συμπονῶν πατέρα καὶ υἱόν—, ὁποία μεγαλοπρέπεια!—λέγει πρὸς τὸν πατέρα: «φέρετε αὐτὸν πρὸς ἐμέ. Καὶ ἤνεγκαν αὐτὸν πρὸς Αὐτόν», ὡδήγησαν τὸν δαιμονιζόμενον υἱὸν πρὸς τὸν Ἰησοῦν. «Ἔτι δὲ προσερχόμενου αὐτοῦ» πρὸς τὸν Ἰησοῦν «τὸ δαιμόνιον ἰδὼν» τὸν Ἰησοῦν διὰ τῶν ὀφθαλμῶν τοῦ παιδίου «ἔρρηξε αὐτὸν» μετὰ πατάγου ἔρριψε κατὰ γῆς «συνεσπάραξεν αὐτὸν» ἐτάραξε μὲ σπασμοὺς ὅλον τὸ σῶμα του καὶ ὁ δαιμονιζόμενος υἱὸς «πεσών ἐπὶ τῆς γῆς ἐκυλίετο ἀφρίζων». Τὸ πονηρὸν πνεῦμα ὁμιλεῖ ἄλλοτε αὐτὸ τὸ ἴδιον καὶ ἄλλοτε διὰ τοῦ παιδίου. Ὁ Κύριος, ἵνα διδαχθῇ ὁ λαὸς τὸ μέγεθος τοῦ πονηροῦ τούτου πνεύματος καὶ αἰσθανθῇ τὴν ἐκ τῆς θεραπείας τοῦ υἱοῦ τούτου θείαν Του δύναμιν, ἐρωτᾷ τὸν πατέρα˙ «πόσος χρόνος ἐστίν, ὡς τοῦτο γέγονε αὐτῷ; ὁ δὲ εἶπε˙ παιδιόθεν. Πολλάκις καὶ εἰς πῦρ αὐτὸν ἔβαλλεν καὶ εἰς ὕδατα, ἵνα ἀπολέσῃ αὐτόν». Ὁ πατὴρ ἐξ αἰτίας τῆς ἀδυναμίας τῶν μαθητῶν εἰς τὸ νὰ θεραπεύσωσι τὸν υἱὸν του ὀλιγοπιστῶν καὶ εἰς τὸν Χριστόν, ἀλλὰ καὶ ἐν πλήρει συντριβῇ λέγει πρὸς τὸν Ἰησοῦν: «Εἰ τι δύνῃ, βοήθησον ἡμῖν σπλαγχνισθεῖς ἐφ’ ἡμᾶς». Ἂν δύνασαι, βοήθησέ μας!

Ἡ θαυματουργικὴ θεραπεία ἀπαιτεῖ καὶ τὴν πίστιν τοῦ θεραπευομένου. Διά τοῦτο ὁ Κύριος φροντίζων νὰ διεγείρῃ τὴν πίστιν τοῦ πατρὸς καὶ ἐκ μετριοφροσύνης ἀποδίδων τὴν θεραπείαν εἰς τὴν πίστιν ταύτην λέγει τὸ «εἰ δύνασαι πιστεῦσαι, πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι». Ὁ πατὴρ συγκεντρώνων τὰς ὀλίγας δυνάμεις τῆς πίστεώς του καὶ αἰσθανόμενος, ὅτι δὲν εἶναι, ὅσον ἔπρεπε, πιστός, λέγει μετὰ δακρύων πρὸς τὸν Ἰησοῦν «πιστεύω˙ βοήθει μοι τῇ ἀπιστίᾳ» ἤτοι βοήθησόν με τὸν ὀλιγόπιστον. Αὐτὸ ἤθελε καὶ ὁ Κύριος, τὴν πίστιν ταύτην. Ἔπειτα προβαίνει εἰς τὸ θαῦμα ὡς ἑξῆς:

Ἐν τῷ μεταξὺ ὁ εἰς μικρᾶν ἀπόστασιν εὑρισκόμενος ὄχλος συγκεντρώνεται πλησίον τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Κύριος ἀποφεύγων πάντοτε τὸν ἐνθουσιασμὸν τοῦ ὄχλου «ἰδών, ὅτι ἐπισυντρέχει ὁ ὄχλος» ὅτι συγκεντρώνεται ὁ λαὸς «ἐπετίμησε τῷ πνεύματι τῷ ἀκαθάρτῳ» διέταξε τὸν διάβολον «λέγων αὐτῷ˙ τὸ ἄλαλον καὶ κωφὸν πνεῦμα ἐγὼ ἐπιτάσσω σοι, ἔξελθε ἐξ αὐτοῦ καὶ μηκέτι εἰσέλθῃς εἰς αὐτόν». Ὀνομάζεται ὁ κατέχων τὸν υἱὸν τοῦτον πνεῦμα ἄλαλον καὶ κωφόν, διότι προκαλεῖ εἰς τὸ θῦμα του κωφότητα καὶ βωβαμάραν. Τὸ πονηρὸν πνεῦμα ὑπακούει εἰς τὴν ἐντολὴν τοῦ Θεανθρώπου καὶ ἀφίνων τὰ τελευταῖα δείγματα τῆς κακίας του ἐπὶ τοῦ θύματός του «κράξαν» τὸ ἴδιον «καὶ πολλὰ σπαράξαν» τὸ θῦμα Του «ἐξῆλθεν». Ὁ δὲ υἱὸς «ἐγένετο ὡσεὶ νεκρός, ὥστε τοὺς πολλοὺς λέγειν ὅτι ἀπέθανεν». Ὁ Ἰησοῦς λίαν συμπαθῶς «κρατήσας τῆς χειρὸς αὐτοῦ ἤγειρεν αὐτόν». Ὁ υἱὸς «ἐθεραπεύθη ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης καὶ ἀνέστη» καὶ ἠγέρθη, ὁ Κύριος ἀφοῦ ἐθεράπευσε τὸν υἱὸν τοῦτον «ἀπέδωκεν αὐτὸν τῷ πατρὶ αὐτοῦ» τὸν παρέδωκε εἰς τὸν πατέρα Του. Πάντες οἱ ἄνθρωποι βλέποντες ταῦτα «ἐξεπλήσσοντο ἐπὶ τῇ μεγαλειότητι τοῦ Θεοῦ», ἐξεπλήσσοντο διὰ τὰ μεγάλα ταῦτα ἔργα τὰ προερχόμενα ἐκ τοῦ Θεοῦ.

Μετὰ ταῦτα «εἰσελθόντος αὐτοῦ εἰς οἶκον οἱ μαθηταί αὐτοῦ κατ’ ἰδίαν ἐπηρώτων αὐτόν, διατί ἡμεῖς οὐκ ἠδυνήθημεν» δὲν μπορέσαμεν «ἐκβαλεῖν αὐτὸ» νὰ ἀποδιώξωμεν τὸ πονηρὸν δηλαδὴ αὐτὸ πνεῦμα; Ὁ Ἰησοῦς ἀπαντᾷ: «διὰ τὴν ὀλιγοπιστίαν ὑμῶν». Οἱ Ἀπόστολοι εἶχον λάβει ἐξουσίαν νὰ ἐκδιώκωσι τὰ δαιμόνια. Πεποιθότες ὅμως εἰς τὴν ἰδίαν των δύναμιν καὶ μὴ καταφυγόντες εἰς τὴν προσευχήν, δὲν ἠδυνήθησαν νὰ θεραπεύσωσιν αὐτόν. Διά τοῦτο ὁ Κύριος λέγει πρὸς τοὺς Ἀποστόλους Του «τοῦτο τὸ γένος» τῶν δαιμόνων γενικῶς «ἐν οὐδενί δύναται ἐξελθεῖν, εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ». Ὁ Κύριος δεικνύων τὴν δύναμιν τῆς πίστεως ἐνισχυομένην ὑπὸ τῆς προσευχῆς συμπληροῖ λέγων: «ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, ἐὰν ἔχητε πίστιν ὡς κόκκον σινάπεως, ἐρεῖτε τῷ ὄρει τούτῳ μετάβα ἔνθεν ἐκεῖ καὶ μεταβήσεται καὶ οὐδὲν ἀδυνατήσει ὑμῖν». Πίστις ὡς κόκκος σινάπεως εἶναι ἡ θερμὴ πίστις, ὡς θερμὸς εἶναι ὁ σιναπόσπορος. Αὕτη δύναται ὄρη νὰ μετακινήσῃ, λέγει ὁ Κύριος. Εἶναι ἀληθές, ὅτι οἱ Ἀπόστολοι δὲν μετεκίνησαν ὄρη, διότι δὲν παρέστη ἀνάγκη τοιαύτη. Ἀνέστησαν ὅμως νεκροὺς μὲ τὴν πίστιν των, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον, ὅπως ὀρθῶς παρατηρεῖ ὁ Χρυσόστομος, εἶναι ἀνώτερον τῆς μετακινήσεως τῶν ὀρέων.



Θέμα: Ἀνατροφὴ τῶν τέκνων.

Εἰς τὴν Εὐαγγελικὴν περικοπὴν τῆς θεραπείας τοῦ δαιμονιζομένου υἱοῦ δίδεται ἡ ἀφορμὴ νὰ ἐξετάσωμεν τὰς ἐλλείψεις καὶ τὸν τρόπον τῆς ἀνατροφῆς τῶν τέκνων βάσει τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τῆς ζωῆς μας. Ἂς ἴδωμεν.

Α. Ἐξωχριστιανικὴ ἀνατροφὴ τῶν παιδίων: Προκειμένου νὰ ἴδωμεν τὰς ἐλλείψεις τῆς ἀνατροφῆς τῶν παιδίων, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὸ παιδὶ καὶ τοὺς διδασκάλους του. Ἐπειδὴ δὲ διδάσκαλοι τοῦ παιδίου πλὴν τῆς κοινωνίας εἶναι ἡ οἰκογένεια καὶ τὸ σχολεῖον, θὰ ἴδωμεν τὴν φύσιν τοῦ παιδίου, τοὺς γονεῖς καὶ τοὺς διδασκάλους αὐτοῦ.

Πρῶτον. Ἡ φύσις τοῦ παιδίου: Ἐκ τῆς ἀνωτέρω εὐαγγελικῆς περικοπῆς εἴδομεν, ὅτι ὁ υἱὸς «κακῶς σεληνιάζεται. Πολλάκις πίπτει εἰς τὸ πῦρ, πολλάκις εἰς τὸ ὕδωρ καὶ ξηραίνεται». Ἡ δὲ ζωὴ μᾶς διδάσκει, ὅτι ὁ παῖς παρ’ ὅλην τὴν ἁπλότητα καὶ εἰλικρίνειαν ποὺ ἔχει εἰς μικράν ἡλικίαν, ὅσον προχωρεῖ εἰς τὴν ἡλικίαν, ὁ ἐγωϊσμός, τὸ πεῖσμα, ἡ ζήλεια καὶ τὰ λοιπὰ πάθη εἶναι ψεγάδια τῆς παιδικῆς ἡλικίας ἀναντίρρητα. Ἡ εἰκὼν τοῦ δαιμονιζομένου υἱοῦ τῆς Εὐαγγελικῆς περικοπῆς δὲν ὑπολείπεται πολλάκις τοῦ παιδικοῦ δαιμονίου ὑγιοῦς υἱοῦ. Καὶ τὸ παιδί, ὅταν εὑρίσκεται ὑπὸ τὸ κράτος πάθους τινός, τινάζεται, ξηραίνεται, κακῶς δαιμονίζεται. Ἡ κακία πηγάζουσα ἐκ τῶν πρωτοπλάστων Ἀδάμ—Εὔας εἶναι κληρονομικὴ ἑπομένως παρουσιάζεται καὶ εἰς τὰ παιδιὰ καὶ εἶναι βαθεῖα.

Δεύτερον. Οἱ γονεῖς: Ἐκ τῆς Εὐαγγελικῆς περικοπῆς μανθάνομεν, ὅτι ὁ πατὴρ ἦτο ὀλιγόπιστος καὶ ὁ Κύριος ὠνόμασε μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους καὶ τὸν πατέρα τοῦτον «γενεὰν ἄπιστον» καὶ ἐξ αἰτίας τῆς ἀπιστίας ταύτης δὲν ἐθεραπεύθη ὁ υἱός, πρὶν παρουσιασθῇ ὁ Χριστός. Πράγματι! Αἱ ἀτέλειαι τῶν γονέων ἐπιδροῦν πολὺ εἰς τὴν μὴ ὀρθὴν διαπαιδαγώγησιν τῶν τέκνων των ἰδίως δὲ ἡ ἀπιστία των. Καὶ συγκεκριμένως: Ἡ ἀπρόσεκτος συμφεριφορὰ τῶν συζύγων εἰς ζητήματα αἰδημοσύνης, αἱ ἀδυναμίαι τῶν γονέων ἐνώπιον τῶν τέκνων, ἡ προσκόλλησις τῶν γονέων εἰς τὸ χρῆμα, ὥστε ἡ ἀπώλεια αὐτοῦ νὰ συντρίβῃ ψυχικῶς τοὺς γονεῖς, ἐπιδροῦν ὀλεθρίως εἰς τὰ τέκνα. Ὄχι αἱ συμβουλαὶ τῶν γονέων, ἀλλὰ τὰ ἄπρεπα λόγια τῆς στιγμῆς ἐπιδροῦν εἰς τὰ παιδιά, τὰ ὁποία εἶναι εὔφλεκτος ὕλη εἰς τὰ λόγια ταῦτα τῆς στιγμῆς τῶν γονέων, διότι οἱ μικροὶ εἶναι κατάσκοποι τῶν μεγάλων!

Τρίτον. Τὸ σχολεῖον: Ὁ δαιμονιζόμενος υἱὸς δὲν ἐθεραπεύθη ὑπὸ τῶν Ἀποστόλων, διότι ὅπως ἐβεβαίωσεν ὁ Κύριος δὲν εἶχον οὗτοι τὴν ἀνάλογον πίστιν οὐδὲ τὴν προσευχήν. Ἐὰν οἱ Ἀπόστολοι δὲν ἠδυνήθησαν νὰ θεραπεύσωσι τὸν υἱόν, διότι ἐστεροῦντο ἀναλόγου πίστεως, πολὺ περισσότερον δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ διώξῃ τὰ δαιμόνια ἀπὸ τὰ παιδιὰ τὸ σχολεῖον, τὸ ὁποῖον ἔχει διδασκάλους ἀπίστους. Δυνατὸν οἱ μορφωμένοι διδάσκαλοι ἀλλὰ ἄπιστοι νὰ δώσωσιν εἰς τὰ παιδιὰ γνώσεις πολλάς. Δὲν δύνανται ὅμως νὰ διώξωσιν ἀπὸ τὰ παιδιὰ οὐδὲ ἕν δαιμόνιον, Διά τὴν ζήλειαν, τὸ ψεῦδος, τὴν ἀπάτην, τὸ πεῖσμα, τὸν θυμὸν καὶ λοιπὰ πάθη, τὰ ὁποῖα ἐμφωλεύουν εἰς τὴν καρδίαν τῶν παιδιῶν, δὲν καταβάλλεται φροντὶς νὰ ἐκριζωθῶσι, διότι ἡ προσοχὴ τοῦ σχολείου στρέφεται κυρίως εἰς τὰς γνώσεις ὑπὸ τὰς δύο ὄψεις τὴν μνήμην καὶ τὴν κρίσιν. Αὐτὰ ἀναπτύσσονται καὶ βαθμολογοῦνται. Ἡ διαγωγὴ βαθμολογεῖται μόνον χωρὶς νὰ διαπαιδαγωγῆται, ὅπως παιδαγωγεῖται ἡ μνήμη καὶ ἡ κρίσις. Πῶς τὸ σχολεῖον θὰ βγάλῃ τὸ δαιμόνιον ἀπὸ τὸ παιδί, τὸ ὁποῖον παιδὶ ἔχει τόσην κακίαν, τὸ δὲ σχολεῖον ἄνευ Χριστοῦ ἔχει τόσην ἀδυναμίαν;

Ὁ πατὴρ τοῦ δαιμονιζομένου υἱοῦ αἰσθανθεῖς τὴν ἀδυναμίαν τοῦ παιδιοῦ, τῶν Ἀποστόλων καὶ τὴν ἰδικὴν τοῦ κατέφυγεν εἰς τὸν Χριστόν. Καὶ ἡμεῖς ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὴν παιδικὴν φλόγα τῶν παθῶν, τὴν οἰκογενειακὴν καὶ σχολικὴν ἐλλιπῆ διαπαιδαγώγησιν, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ καταφύγωμεν εἰς τὸν Χριστόν, διότι μόνον Αὐτὸς θὰ βγάλῃ τὰ δαιμόνια ἀπὸ τὰ παιδιά.

Β. Ἡ Χριστιανικὴ ἀνατροφὴ τῶν παιδίων. Τὰ παιδιὰ θὰ εὕρουν τὴν χαρὰν των εἰς τὸν Χριστόν, διότι ὁ Χριστὸς εἶναι ἕνα μεγάλο παιδί. Τὰ παιδιὰ κοντὰ εἰς τὸν Χριστὸν θὰ εὕρουν τὸ ἄναμμά των καὶ συμπλήρωμά των. Θὰ ἀνάψῃ ὅ,τι καλὸν ἔχουν καὶ θὰ ἀποκτήσουν ὅ,τι τοὺς λείπει. Καὶ συγκεκριμένως: Ἡ ἁπλότης τοῦ μικροῦ παιδιοῦ κοντὰ εἰς τὸν Χριστὸν θὰ συμπληρωθῇ ὑπὸ τῆς καθαρότητος. Τὸ παιδὶ κοντὰ εἰς τὸν Χριστὸν δὲν θὰ ἔχῃ μόνον τὴν φυσικήν του χαράν, ἀλλὰ καὶ καρδίαν καθαράν. Ἡ φυσικὴ εἰλικρίνεια, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὰ μικρὰ παιδιά, ὅταν αὐτὰ εὑρεθοῦν κοντὰ εἰς τὸν Χριστόν, θὰ εὕρῃ σπουδαῖον τρόπον ἐκδιώξεως τῶν δαιμονίων διὰ τοῦ μυστηρίου τῆς ἐξομολογήσεως. Ποῖος ἱερεὺς ἐξωμολόγησε μικρὰ παιδιὰ καὶ δὲν εἶδε τὴν παιδικὴν εἰλικρίνειαν πεντακάθαρη; Τὰ παιδιὰ εἶναι ἀπρόσεκτα καὶ αἱ πτώσεις των πολλαί. Ἡ εἰλικρίνειά των ὅμως ἐνώπιον τοῦ Πνευματικοῦ εἶναι τόσον φυσική, ὥστε προσφέρει ὅλο σιτάρι, κόκκους καθαροὺς ἐνοχῆς ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὰς ἐξομολογήσεις τῶν μεγάλων ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν, οἱ ὁποῖοι ἐξομολογούμενοι προσφέρουσι ὀλίγους κόκκους ἐνοχῆς, τὰ περισσότερα δὲ λόγια των εἶναι ἄχυρα ἀπὸ βάσανα καὶ ἱστορίες ἤ ἁμαρτίες ἄλλων. Ἑπομένως ἡ ἁπλότης, χαρὰ καὶ εἰλικρίνεια, τὰ στολίδια τῆς παιδικῆς ἡλικίας θὰ ἐνισχυθῶσι καὶ θὰ συμπληρωθῶσι ὑπὸ τῆς καθαρότητος καὶ τῆς ἀληθείας τοῦ Χριστοῦ.

Ὁ πατὴρ τοῦ δαιμονιζομένου υἱοῦ ὡδήγησε τὸ παιδίον του εἰς τὸν Χριστόν. Τὸ αὐτὸ πρέπει νὰ κάμωσι καὶ οἱ γονεῖς εἰς τὰ παιδιὰ των. Πρέπει νὰ ὁδηγοῦν αὐτὰ εἰς τὸν Χριστόν. Πρέπει δηλαδὴ οἱ γονεῖς νὰ προπορεύωνται εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ὥστε νὰ ἐκκλησιάζωνται. Πρέπει οἱ γονεῖς ὄχι μόνον νὰ στελλουν τὰ παιδιὰ των εἰς τὴν ἐξομολόγησιν, ἀλλὰ νὰ ἐξομολογοῦνται καὶ αὐτοί, ὅπως ἐξωμολογήθη καὶ ὁ πατὴρ τοῦ δαιμονιζομένου υἱοῦ τὴν ὀλιγοπιστίαν του εἰς τὸν Χριστόν. Πρέπει οἱ γονεῖς μαζὶ μὲ τὰ παιδιὰ των νὰ προσέρχωνται εἰς τὰ Ἄχραντα Μυστήρια. Πόσον ὡραῖον νὰ βλέπῃ τις γονεῖς νὰ συμπροσεύχωνται μὲ τὰ παιδιὰ των! Πόσον συγκινητικὸν γονεῖς νὰ συμψάλλουν μὲ τὰ παιδιὰ των. Τότε θὰ φύγουν τὰ δαιμόνια ἀπὸ τὰ μικρὰ παιδιά. Ἐὰν οἱ γονεῖς στέλλουν μόνον τὰ παιδιὰ των εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, ἐξομολόγησιν, θείαν κοινωνίαν, αὐτοὶ δὲ ἀδιαφοροῦσιν, οὐδόλως οἰκοδομοῦσιν αὐτά.

Τί νὰ εἴπῃ τις διὰ τοὺς γονεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐμποδίζουσιν ἤ εἰρωνεύονται τὰ παιδιὰ των, ὅταν αὐτὰ θρησκεύωσι; Αὐτοὶ πρῶτοι θὰ πληρώσωσι τὰ ἐπίχειρα τῆς κακίας των, διότι τὰ δαιμόνια τῶν παιδιῶν αὐτῶν θὰ στραφοῦν κατὰ τῶν γονέων των καὶ θὰ ποτίσουν αὐτοὺς μὲ δηλητήριον. Ἰδοὺ ἡ φύσις τοῦ παιδίου μακρὰν καὶ πλησίον τοῦ Χριστοῦ. Ἰδοὺ αἱ ἀτελεῖς διαπαιδαγωγήσεις σχολικαὶ καὶ οἰκογενειακαὶ καὶ αἱ συμπληρώσεις αὐτῶν.

Ποίαν σημασίαν ἔχει ἡ θρησκευτικὴ διαπαιδαγώγησις τῶν παιδιῶν φαίνεται ἐκ τοῦ ἑξῆς: Ὁ βαθύπλουτος Κροῖσος ἠρώτησε τὸν σοφὸν Σόλωνα, ποῖος εἶναι ὁ εὐτυχέστερος τῶν ἀνθρώπων. Ὁ Σόλων ἀπαντᾷ: Ὁ Βίτων καὶ ὁ Κλέοβις, διότι θρησκευτικῶς παιδαγωγηθέντες ὑπὸ τῆς μητρὸς των ἐφάνησαν εὐγνώμονες εἰς αὐτὴν κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπον. Ἡ μήτηρ τῶν δύο αὐτῶν υἱῶν μετέβαινε τακτικὰ εἰς τὸν ναόν. Ἡμέραν τινά, ἐπειδὴ ἔλειψαν οἱ ἵπποι τοῦ ὀχήματος, ἐζεύχθησαν οἱ δύο οὗτοι υἱοὶ καὶ ἔφερον ἐγκαίρως τὴν μητέρα των εἰς τὸν ναόν. Ἐκεῖ κοιμηθέντες οἱ δύο υἱοὶ κατόπιν προσευχῆς τῆς μητρὸς των, ὅπως ἐπιτύχωσιν οὗτοι τὸ μέγιστον ἀγαθόν, ἀπέθανον ἐν τῷ ναῷ! Ἐὰν τοιαύτην ἰδέαν εἶχον οἱ πρὸ Χριστοῦ διὰ τὴν θρησκευτικὴν ἀνατροφήν, ποίαν σημασίαν πρέπει νὰ δίδωμεν ἡμεῖς διὰ τὰ παιδιὰ εἰς τὴν Χριστιανικὴν ἀνατροφήν; Ἂς ὁδηγήσωμεν λοιπὸν τὰ παιδιὰ εἰς τὸν Χριστόν!


Δευτέρα πρόρρησις τοῦ πάθους τοῦ Κυρίου.

Ματθ. 17,22-23. Μᾶρκ. 9,30—32. Λουκ. 9,43β—45.
Ὁ Κύριος καὶ οἱ μαθηταὶ Του «ἐξελθόντες ἐκεῖθεν» ἐκ τῶν μερῶν δηλ. τῆς Καισαρείας τῆς Φιλίππου, ὅπου ἐθεραπεύθη ὁ σεληνιαζόμενος υἱὸς «παρεπορεύοντο διὰ τῆς Γαλιλαίας καὶ οὐκ ἤθελεν, ἵνα τις γνῷ». Ὁ Κύριος δηλαδή, ἵνα ἀποφύγῃ τὸν κοσμικὸν ἐνθουσιασμὸν καὶ ἵνα εὑρίσκεται μόνος μετὰ τῶν μαθητῶν Του παρασκευάζων αὐτοὺς διὰ τὸ πάθος του «παρεπορεύετο» ἤτοι διήρχετο πόλεις καὶ κώμας χωρὶς νὰ σταματήσῃ ἤ ἐπορεύετο διὰ τῶν μὴ κεντρικῶν ὁδῶν τῶν πόλεων.

«Πάντων δὲ θαυμαζόντων ἐπὶ πᾶσι, οἷς ἐποίει καὶ συστρεφομένων αὐτῶν ἐν τῇ Γαλιλαίᾳ εἶπεν ὁ Κύριος πρὸς τοὺς μαθητάς αὐτοῦ». Ἐνῷ δηλαδὴ ὅλοι ἐθαύμαζον διὰ τὸ θαῦμα τοῦ δαιμονιζομένου υἱοῦ καὶ τὰ ἄλλα θαύματα, τὰ ὁποῖα ἔκαμνε καὶ ἐνῷ περιεφέρετο ὁ Κύριος μετὰ τῶν μαθητῶν Του ἐν τῇ Γαλιλαίᾳ, «ἐδίδασκε» συνεχῶς καὶ κατ’ ἐπανάληψιν ἐτόνιζεν εἰς «τοὺς μαθητάς αὐτοῦ καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς˙ θέσθε ὑμεῖς εἰς τὰ ὦτα ὑμῶν τοὺς λόγους τούτους», δέσατε κόμπον καλὰ εἰς τὸ μυαλό σας, ὅτι «ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδεται» ὑπὸ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων «εἰς χεῖρας ἀνθρώπων καὶ ἀποκτενοῦσιν Αὐτὸν» θὰ τὸν φονεύσωσι «καὶ ἀποκτανθεῖς τῇ τρίτῃ ἡμέρα ἐγερθήσεται» καὶ φονευθείς θὰ ἀναστηθῇ τὴν τρίτην ἡμέραν. Οἱ μαθηταὶ ἀκούσαντες ταῦτα «ἐλυπήθησαν σφόδρα». Ὁ Κύριος μετὰ τὴν ἐπὶ τοῦ ὄρους μεταμόρφωσίν Του στρέφει τὸ βλέμμά Του εἰς τὸν Γολγοθᾶν, διότι ὁ καιρὸς πλησιάζει, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἀναβῇ εἰς Ἱεροσόλυμα, ἵνα σταυρωθῇ. Οἱ μαθηταὶ ἀδυνατοῦν νὰ συνδέσουν τὰ δύο ταῦτα ὄρη, διότι ἀδυνατοῦν νὰ συνδυάσωσι μεταμόρφωσιν καὶ σταύρωσιν. Διά τοῦτο ὁ Λουκᾶς λέγει δὶ’ αὐτούς. «Οἱ δὲ ἠγνόουν τὸ ρῆμα τοῦτο» τῆς σταυρώσεως. Δὲν ἐνόουν τὴν σταύρωσίν Του, διότι ἦσαν πλήρεις πολιτικῶν μεσσιανικῶν ἀντιλήψεων. Ὁ Λουκᾶς προσθέτει καὶ ἄλλο τι: «τὸ ρῆμα τοῦτο ἦν παρακεκαλυμμένον ἀπ’αὐτῶν, ἵνα μὴ αἴσθωνται αὐτὸ καὶ ἐφοβοῦντο ἐρωτῆσαι Αὐτὸν περὶ τοῦ ῥήματος τούτου». Ἡ ἀλήθεια δηλαδὴ τοῦ πάθους τοῦ Κυρίου, ἦτο ἀκατανόητος, πολὺ βαρεῖα διὰ τὸν νοῦν τῶν Ἀποστόλων. Ἡ θεία πρόνοια, ἵνα μὴ συντριβῶσιν οἱ Ἀπόστολοι ὑπὸ τὸ βάρος τῆς ἀληθείας ταύτης καὶ ὦσι ἐν διαρκεῖ κατηφείᾳ ἐπέτρεπε νὰ μὴ ἐννοῶσι τὴν φρικτὴν ὄψιν τοῦ σταυροῦ πλήρως. Ἐφοβοῦντο δὲ νὰ ἐρωτήσωσι καὶ τὸν Ἰησοῦν, ἵνα μὴ λυπήσωσιν Αὐτὸν καὶ ἐπιτιμηθῶσιν ὑπ’ Αὐτοῦ, ὡς ἐπετιμήθη καὶ ὁ Ἀπόστ. Πέτρος, ἴσως δὲ καὶ ἵνα μὴ ἀκούσωσι τρομερώτερα πράγματα.

Οἱ Ἀπόστολοι δὲν ἐνόησαν «τὸ ρῆμα» τὸν λόγον περὶ τοῦ πάθους τοῦ Κυρίου. Ἐνόησαν ὅμως κάποιο ἄλλο σπουδαῖον σημεῖον, τὸ ἑξῆς. Προλέγων ὁ Κύριος τὸ πάθος Του, δηλοῖ, ὅτι ἑκουσίως πάσχει, εἶναι κύριος τοῦ πάθους Του. Ἑπομένως ὁ πειρασμὸς τοῦ ἀπροσδοκήτου τοῦ πάθους τοῦ Κυρίου δὲν πρόκειται νὰ ἐπηρεάσῃ τελικῶς τοὺς μαθητάς Του περὶ δῆθεν ἀποτυχίας τοῦ ἔργου Του.

Ἡ πρόρρησις αὕτη τοῦ πάθους τοῦ Κυρίου θεωρεῖται δευτέρα, ἂν καὶ πρὸ ταύτης ὑπῆρξαν δύο ἄλλαι ἐν Ματθ. 16,21 καὶ 17,12, διότι ἡ πρώτη 16,21 θεωρεῖται κυρία πρόρρησις. Ἡ ἄλλη ἐν 17,12 ἦτο συμπτωματική. Ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου ἦτο ἀκατανόητος ὑπὸ τῶν Ἀποστόλων, διότι ἐθεωρεῖτο ἐσχάτη ἀδυναμία διὰ τὸν Ἀρχηγὸν των καὶ ἀπελπισία διὰ τὸν ἑαυτὸν των. Καὶ ὅμως ὁ Σταυρὸς εἶναι δύναμις καὶ ἐλπίς.



Θέμα: Ὁ Σταυρὸς δύναμις - ἐλπὶς
Α.Ὁ Σταυρὸς δύναμις. Ὁ Σταυρὸς εἶναι δύναμις πρὸς τὸν Ἰησοῦν, τὸν ὑλικὸν κόσμον καὶ τὸν ἔμψυχον κόσμον ἀνθρώπων καὶ δαιμόνων.
α) Ὁ Σταυρὸς δύναμις τοῦ Χριστοῦ. Ὅταν βλέπωμεν τὸν Ἰησοῦν ἐγκαταλελειμμένον εἰς τὴν μανίαν τῶν σταυρωτῶν του καὶ παραδίδοντα τὴν ἁγίαν Του ψυχὴν ἐν μέσῳ τόσων σκληρῶν βασάνων μὴ φαντασθῶμεν, ὅτι περιῆλθεν εἰς τὴν ἀξιοθρήνητον ταύτην θέσιν ἀπὸ ἀδυναμίαν. Δὲν εἶναι ἡ σκληρότης τῶν βασανιστηρίων, τὰ ὁποῖα τὸν κάμνουν καὶ ἀποθνῄσκει, εἶναι ἡ θέλησίς Του. Ὁ θάνατος παρ’ ἡμῖν προέρχεται ἐξ ἀδυναμίας, ἀπὸ ἐξάντλησιν. Ὁ Κύριος ἀποθνῄσκει, διότι τό θέλει. Ὁ Κύριος πρὶν σταυρωθῇ ὁμολογεῖ: «ἐξουσίαν ἔχω θεῖναι τὴν ψυχήν μου καὶ ἐξουσίαν ἔχω πάλιν λαβεῖν αὐτήν». Ἰωάν. 10,18. Κατὰ τὸν Εὐαγγελιστὴν Ἰωάννην ὁ Κύριος ἐξηπλωμένος ἐπὶ τοῦ σταυροῦ ἐξετάζει διὰ τῆς σκέψεώς Του τὰ ὑπὸ τῶν προφητῶν περὶ ἑαυτοῦ γραφέντα καὶ «εἰδώς ὁ Ἰησοῦς, ὅτι τὰ πάντα τετέλεσται» ἐννοήσας, ὅτι ἅπασαι αἳ προφητεῖαι ἐξεπληρώθησαν πλὴν τοῦ πικροῦ ποτίσματος, ἵνα πληρωθῇ ἡ γραφὴ εἶπε «διψῶ». (2)

Μετὰ ταῦτα ἰδών, ὅτι οὐδὲν ἄλλο Τὸν κρατᾷ εἰς τὸν κόσμον, ὑψώνει τὴν φωνήν Του καὶ παραδίδει τὸ πνεῦμα μετὰ τοσαύτης ἠρεμίας, ὥστε εἶναι εὔκολον νὰ συμπεράνῃ τις, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ τοῦ ἀφαιρέσῃ τὴν ζωήν. Ποῖον ἄλλον εἴδομεν νὰ κοιμᾶται μετὰ τοιαύτης γλυκύτητος, μεθ’ ὅσης ἀποθνῄσκει ὁ Ἰησοῦς ἐπὶ τοῦ σταυροῦ; Οὐδένα! Ποῖος ἄλλος ὁρίζει τόσον ἀκριβῶς τὴν ὥραν τοῦ ὕπνου, καθ’ ἥν θὰ κλείσουν τὰ βλέφαρά του, ὡς ὁρίζει ὁ Χριστὸς τὴν ὥραν τοῦ θανάτου Του; Οὐδείς! Τὶς τῶν ἀνθρώπων μελετῶν ταξίδιον ὁρίζει τόσον ἐπακριβῶς τὴν ὥραν τῆς ἀναχωρήσεως καὶ ἀφίξεως, ὅσον ὁ Χριστὸς τὴν ὥραν τοῦ θανάτου Του; Οὐδείς! Διά τοῦτο ὁ Ρωμαῖος ἑκατόνταρχος, ὁ ὁποῖος ζῶντος τοῦ Κυρίου οὐδόλως συνεκινήθη ἐκ τῆς τοῦ Κυρίου τύχης, ὅταν ὅμως ἀπέθανεν ὁ Κύριος, ὠμολόγησεν ἐκεῖνος τὴν θεότητά Του εἰπών «ἀληθῶς Θεοῦ Υἱὸς ἦν οὗτος».

Διατί; Διότι εἶδεν ἐν τῇ ἐσχάτῃ ταύτῃ ἀδυναμίᾳ καὶ ἐξαντλήσει δύναμιν ἠρεμίας καὶ ἐλευθερίαν αὐτοδιαθέσεως. Ἰδοὺ ἡ πρώτη δύναμις τοῦ Ἐσταυρωμένου; Ἀποθνῄσκει κατὰ τὸν Αὐγουστῖνον ἐκ δυνάμεως, ἐπειδὴ τὸ θέλει καὶ οὐχὶ ἐξ ἀδυναμίας παρὰ τὴν θέλησίν Του. Ὦ δύναμις τοῦ Ἐσταυρωμένου!

β) Ὁ Σταυρὸς δύναμις πρὸς τὸ ὑλικὸν σύμπαν. Ὁ Σταυρικὸς θάνατος ἔχει τὴν δύναμιν νὰ σείσῃ ἐκ θεμελίων τὸν Οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν, διότι ὁ ἥλιος ἐσκοτίσθη «σκότος ἐγένετο ἐφ’ ὅλην τὴν γῆν, τὰ μνημεῖα ἠνεῴχθησαν καὶ πολλὰ σώματα τῶν κεκοιμημένων ἁγίων ἠγέρθη˙ καὶ τὸ καταπέτασμα» τὸ τέμπλον τοῦ Ναοῦ, ἂς εἴπωμεν σήμερον, «ἐσχίσθη εἰς δύο ἀπὸ ἄνω ἕως κάτω». Γενικῶς ὁ σταυρὸς δίδει ἕνα μάθημα, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν εἰς τὴν ἄψυχον φύσιν νὰ μάθῃ ποῖον ἦτο τὸ χάος, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐξῆλθε καὶ εἰς τό ὁποῖον θὰ κατήντα, ἂν δὲν συνετηρεῖτο ὑπὸ τῆς θείας προνοίας. Πόση εἶναι ἡ δύναμις τοῦ Σταυροῦ!

γ) Ὁ σταυρὸς πρὸς τὸν ἄνθρωπον καὶ δαίμονας. Ὁ σταυρὸς συνταράσσει ὄχι μόνον τὴν ἄψυχον φύσιν, ἀλλὰ τοὺς δαίμονας καὶ τὸν ἐγωϊσμὸν τῶν ἀνθρώπων. Ἰδοὺ πῶς. Μεγαλύτερα νίκη εἶναι ἡ καθυπόταξις τῶν δαιμόνων καὶ τοῦ ἐγωϊσμοῦ τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ τὴν συντριβὴν ὁλοκλήρου τῆς φύσεως, διότι οὐδὲν ἐν τῇ φύσει ῥοῶδες καὶ ἀνυπότακτον ὅσον ἡ ἀνθρωπίνη καρδία καὶ οὐδὲν ἄκαμπτον ὅσον ἡ τῶν δαιμόνων ὑπεροψία. Ὁ ἐγωϊσμὸς εἶναι ὁ μεγαλύτερος ἐχθρός τοῦ Θεοῦ, διότι ἀνῆλθε μέχρι τοῦ Θείου Θρόνου καὶ ἐκρήμνισεν ἐκεῖθεν μερίδα ἀρκετὴν καὶ ἐκλεκτὴν τῶν Οὐρανίων πνευμάτων, τοὺς ἀγγέλους, κατόπιν κατῆλθεν εἰς τὴν γῆν καὶ ἀφοῦ μετέβαλε τοὺς ἀνθρώπους εἰς ἐγωϊστάς καὶ ἀντάρτας κατὰ τοῦ Θείου θελήματος, ἔκαμε αὐτοὺς δούλους τοῦ κακοῦ.

Ὁ σταυρὸς ὅμως εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ὑπέταξε τοσαύτας καὶ τοιαύτας καρδίας ἀνθρωπίνας, οἵας οὐδεμία ἄλλη δύναμις τοῦ κόσμου. Γύρω τοῦ σταυροῦ βασιλεῖς ἐναπέθεσαν τὰ σκῆπτρα καὶ τὰς βασιλικάς ἀλουργίδας, παρθένοι ἀφιέρωσαν τὸ ἄνθος τῆς ζωῆς των. Μάρτυρες ἔδωκαν τὸ αἷμὰ των, πλῆθος δὲ ὁσίων, ἀσκητῶν, ἱερομαρτύρων ἔζησαν τὸν σταυρὸν ὑποτάσσοντες τὸν ἐγωϊσμὸν των. Ποῖα ὅπλα ἐχρησιμοποίησεν ὁ Κύριος κατὰ τῶν ἐχθρῶν τούτων; Μήπως κεραυνούς, ἀστραπάς ἤ τὴν μεγαλοπρεπῆ Του ἐμφάνισιν ἐνώπιον τῆς ὁποίας τὰ ὑψηλότερα ὄρη τρέμουν, διαρρέουν ὡς τηκόμενος κηρός; Ὄχι! Ἀλλὰ αἱματωμένην καθέδραν, ὀνοζομένην σταυρόν, αἷμα χυνόμενον μετὰ σκληρότητος, θάνατον ἄτιμον. στέφανον ἐξ ἀκανθῶν. Καὶ πολὺ σοφὴ εἶναι ἡ ἐκλογὴ αὕτη. Θὰ ἔκαμεν ὁ Θεὸς τὸν ἐγωϊσμὸν μεγαλύτερον καὶ τὸν ἐγωϊστὴν δαίμονα ὑπερόπτην, ἐὰν ἤθελεν ἐπέλθει κατ’ αὐτοῦ μετὰ δυνάμεως. Ἡ ἀδυναμία πρέπει νὰ τὸν νικήσῃ, ἵνα ἡ ἧττά του εἶναι καὶ ταπείνωσίς του! Πρέπει νὰ ἡττηθῇ διὰ μέσου τινός, τὸ ὁποῖον περιφρονεῖ! Ὑψώθης ὦ Σατανᾶ, ἐναντίον τοῦ Θεοῦ μεθ’ ὅλης σου τῆς δυνάμεως. Κατῆλθεν ὁ Θεὸς ἐναντίον σου μετὰ πάσης ἀδυναμίας, ἵνα δείξῃ πόσον περιφρονεῖ τὰ σχέδιά σου. Ἠθέλησες νὰ γίνῃς Θεὸς τοῦ ἀνθρώπου. Ἕνας κατὰ τὸ φαινόμενον ἄνθρωπος ἐπὶ τοῦ σταυροῦ γίνεται Θεός σου! Ὦ δύναμις τοῦ σταυροῦ! Ἡ ἐσχάτη ἀδυναμία ἔφερε τοιαῦτα ἀποτελέσματα, οἷα οὐδεμία ἄλλη δύναμις. Πολὺ καλὰ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος καυχᾶται οὐχὶ εἰς τὰ θαύματα καὶ ἀνάστασιν τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ εἰς τὸν σταυρόν Του. «Ἐμοὶ μὴ γένοιτο καυχᾶσθαι εἰμὴ ἐν τῷ σταυρῷ τοῦ Κυρίου». Ὦ δύναμις τοῦ Σταυροῦ! Εἰς μάτην προσπαθοῦν οἱ δήμιοι Ρωμαῖοι στρατιῶται σταυρώνοντες τὸν Χριστὸν νὰ ξηράνουν τὸ ποταμὸν τῆς ζωῆς. Ὅσα περισσότερα πλήγματα καταφέρουν κατὰ τῆς ζωῆς τοῦ Κυρίου καὶ περισσότερον αἷμα χύνεται, τόσον ἀφθονωτέρα ἡ ζωὴ ἀναβρύει ἐκ τῶν πληγμάτων! Ὁ Χριστὸς εἶναι κεφαλάρι ὕδατος ζῶντος. Κάθε κτύπημα καὶ ζωή! Κτυπήσατε λοιπὸν σεῖς, δήμιοι σταυρωταί, μεθ’ ὅλης τῆς σωματικῆς σας δυνάμεως καὶ τῆς ψυχικῆς σας ἀγριότητας! Ἀνοίξατε πληγᾶς, θύρας καὶ παράθυρα ἀπὸ ὅλας τὰς πλευράς τοῦ σώματος τοῦ Κυρίου, ἵνα διαρρεύσῃ ἡ ὡραία Του ζωή! Ματαιοπονεῖτε. Δὲν θὰ ῥεύσῃ, ἐὰν δὲν θελήσῃ Αὐτὸς ὁ ἴδιος. Μάλιστα! Ὅ,τι δὲν ἠδυνήθητε νὰ ἐπιτύχητε διὰ τῆς ἀγριότητός σας τὸ ἐπέτυχεν Ἐκεῖνος διὰ τῆς ἀγάπης Του, διότι ἀπὸ ἀγάπην Του ἠθέλησε καὶ ἀπέθανε! Ἀφοῦ τοιαύτη εἶναι ἡ δύναμις τοῦ Σταυροῦ, αὐτὸς εἶναι ἡ ἐλπίς μας.

Β. Ὁ Σταυρός—Ἐλπίς. Οὗτος εἶναι ἡ ἐλπίς μας. Πράγματι. Ἡ πληθὺς τῶν ἁμαρτημάτων μας εἶναι μεγάλη. Εἰς ποίαν ἀπελπισίαν θὰ περιεπίπτομεν, ἀφοῦ ὁ στενὸς δρόμος, τὸν ὁποῖον ὁ Θεὸς διατάσσει νὰ βαδίσωμεν, τὸ εὐόλισθον τοῦ δρόμου τούτου, τὸ ἀσθενές τῆς κυμαινομένης καὶ ἀσταθοῦς θελήσεώς μας θὰ μᾶς ὡδήγουν εἰς ἀπείρους πτώσεις; Ὅταν ῥίψω ἕν βλέμμα εἰς τὰ μυστικὰ πάθη τῆς ἀνθρωπίνης καρδίας ἱκανῆς νὰ κρύψῃ τόσας καὶ τόσας πτυχάς στρεβλάς διεφθαρμένων κλίσεων, τῶν ὁποίων οὐδεμίαν γνῶσιν οὐδὲ κἄν ὑποψίαν ἔχω, φρίτω. Φρικιῶ, ὅταν συλλογισθῶ, ὅτι καὶ εἰς αὐτὰ τὰ ἀθῶα λόγια καὶ ἔργα ὑπάρχουν τὰ μολύσματα τοῦ κακοῦ! Ἐὰν ἕνας Ἀπόστολος Παῦλος ἔλεγεν «οὐδὲν ἐμαυτῷ σύνοιδα, ἀλλ’ οὐκ ἐν τούτῳ δεδικαίωμαι» «δὲν αἰσθάνομαι συγκεκριμένον τί ἁμάρτημα καὶ ὅμως δὲν εἶμαι ἀπηλλαγμένος ἁμαρτιῶν» τί δύναμαι νὰ εἴπω ἐγώ, νὰ εἴπωμεν ἡμεῖς οἱ ἄθλιοι καὶ ἁμαρτωλοί; Ἔχομεν ὅμως ἐλπίδα τὸν Ἐσταυρωμένον, ὁ ὁποῖος ἐνισχύει τὴν ἀσθενῆ ἀνθρωπίνην φύσιν, συγχωρεῖ τὰς πτώσεις.

Ὦ Σταυρὲ Πανσεβάσμιε, σὺ χύνεις μέσα εἰς τὴν ψυχὴν μας ἠρεμίαν Ἐφ’ ὅσον δύναμαι νὰ ἀγκαλιάσω τὸν σταυρόν, οὐδέποτε θὰ χάσω τὴν ἐλπίδα μου. Ἐφ’ ὅσον βλέπω εἰς τὰ δεξιὰ τοῦ Οὐρανίου Πατρός, τοῦ Θεοῦ, τὸν ἐσταυρωμένον Ἰησοῦν φέροντα τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν σημαδεμένην εἰς τὰς χεῖρας, τοὺς πόδας καὶ τὴν καρδίαν, τὴν κεφαλὴν μὲ τὰ σημάδια ἐκεῖνα τῆς ἀγάπης, τὰς πληγάς τὰς ὁποίας ἔπαθεν ὑπὲρ ἡμῶν, οὐδόλως ἀπελπίζομαι, ὅτι ὁ Θεὸς ἀποστρέφεται τὸ ἀσθενὲς ἀνθρώπινον γένος. Οὐδόλως ὁ τρόμος τῆς θείας μεγαλειότητος μὲ ταράσσει, ὥστε νὰ μὲ ἐμποδίζῃ νὰ πλησιάσω καὶ νὰ σκεπασθῶ εἰς τὴν θείαν εὐσπλαγχνίαν. Ἡ σταυρωμένη θεία σὰρξ εἶναι ἄσυλον τῆς ἀνθρωπίνης μου ἀδυναμίας. Ὁ Σταυρὸς μὲ βεβαιοῖ, ὅτι θὰ ἐλεηθῶ. Ὁποία ἐλπίς!

Ποίαν δύναμιν παρηγορίαν καὶ ἐλπίδα ἔχει ὁ σταυρικὸς θάνατος τοῦ Χριστοῦ, φαίνεται ἀπὸ τὴν δύναμιν, παρηγορίαν καὶ ἐλπίδα ποὺ δίδει καὶ αὐτὸ τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ εἰς τοὺς διαφόρους ἁγίους καὶ ἀσκητάς. Εἷς ἐξ αὐτῶν εἶναι ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος. Οὗτος ἐν ἐρήμῳ εὐρισκόμενος ὑφίστατο πολλοὺς πειρασμοὺς ὁμοίους πρὸς τοὺς τοῦ Κυρίου, ὅταν ἐπειράζετο ὑπὸ τοῦ Σατανᾶ ἐν ἐρήμῳ ἐπὶ 40 ἡμέρας, ἐνεφανίζετο δηλαδὴ ὁ Σατανᾶς ὑπὸ μορφὴν ὄφεων καὶ ἀγρίων θηρίων. Ὅταν ἔκαμνε τὸ σημεῖον τοῦ σταυροῦ ὁ Ἅγιος, οἱ δαίμονες ἔφευγον. Ἔλεγε δὲ πρὸς τοὺς μαθητάς του. Τὸ ὅπλον τοῦ Χριστιανοῦ εἶναι ὁ σταυρός. Ὅπως φεύγει τὸ σκυλὶ πρὸ τῆς μάστιγος, κατὰ παρόμοιον τρόπον καὶ ὁ διάβολος πρὸ τοῦ Σταυροῦ. Ἰδοὺ λοιπὸν διατὶ ὁ σταυρὸς εἶναι δύναμις καὶ ἐλπὶς ἡμῶν.

(1) Μάρκ. 6,7-13
(2) Ἰωάν. 19,23.
 1η Σεπτεμβρίου – Ἀρχὴ τῆς Ἰνδίκτου
Ἀρχὴ τοῦ νέου Ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους
Ἡ λέξη «Ἰνδικτίων» προέρχεται ἀπὸ τὴ λατινικὴ  λέξη «indictio».  Ἰνδικτίων σήμαινε τὸ φορολογικὸ σύστημα τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας, τὸ ὁποῖο εἶχε χρονικὸ κύκλο 15 ἐτῶν. Τὴν ἐποχὴ τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου καθιερώθηκε ὡς τὸ ἐπίσημο σύστημα καταμέτρησης τοῦ χρόνου, λόγω τῆς πρακτικότητάς του. Καταρχᾶς ἀρχὴ τῆς Ἰνδίκτου (πρωτοχρονιά), καθορίστηκε νὰ εἶναι ἡ 23η Σεπτεμβρίου, τόσο γιὰ τὸ Κράτος ὅσο καὶ γιὰ τὴν Ἐκκλησία. Ἀργότερα, κατὰ τον 5ο αἰώνα, ἡ Ἐκκλησία ὅρισε ὅπως ἡ ἀρχὴ τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους νὰ εἶναι ἡ 1η  Σεπτεμβρίου.
Ἀνήμερα τῆς 1ης Σεπτεμβρίου τελεῖται ἡ «Ἀκολουθία τῆς Ἰνδίκτου» καὶ ἡ Ἐκκλησία τελει τὴν ἑορτή:
τῶν μαρτύρων Εὐόδου, Καλλίστης καὶ Ἐρμογένους (τῶν ἀδελφῶν).
τῶν ὁσίων Μελετίου, Νικολάου, Ἀγγελῆ, Συμεὼν Στυλίτη, Ἀντωνίου.
τοῦ Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ.
τὴ Σύναξη τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῶν Μιασηνῶν.
τῶν ἁγίων 40 παρθένων γυναικὼν καὶ τοῦ διδασκάλου...
τοὺς Ἀμμοῦν διακόνου.
Τὰ ὀνόματα τῶν 40 ἁγίων γυναικὼν εἶναι: Ἀδαμαντίνη, Ἀθηνᾶ, Ἀκριβῆ, Ἀντιγόνη, Ἀρηβοϊα, Ἀσπασία, Ἀφροδίτη, Διόνη, Δωδώνη, Ἐλπινίκη, Ἐρασμία, Ἐρατώ, Ἑρμηνεία, Εὐτέρπη, Θάλεια, Θεανώ, Θεονόη, Θεονύμφη, Θεοφάνη, Καλλιρόη, Καλλίστη, Κλειώ, Κλεονίκη, Κλεοπάτρα, Κοραλία, Λάμπρω, Μαργαρίτα, Μαριάνθη, Μελπομένη, Μόσχω, Οὐρανία, Πανδῶρα, Πηνελόπη, Πολυμνια, Πολυνίκη, Σαπφώ, Τερψιχόρη, Τρωάδα, Χάιδω, Χαρίκλεια, Ὠδώνη.
 Ημέρα προσευχῆς γιὰ τὴν προστασία τοῦ περιβάλλοντος
Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καθόρισε ἡ ἡμέρα αὐτὴ νὰ θεωρεῖται ὡς ἡ «Παγκόσμια Μέρα Προσευχῆς γιὰ τὴν Προστασία τοῦ Περιβάλλοντος». 
Ἐπιμέλεια: Παναγιώτης Θεοδώρου, Θεολόγος.
Εκκλησιαστική Πρωτοχρονιά 1η Σεπτεμβρίου (αρχή της Ινδίκτου)

Του Νίκου Φλεμετάκη

Να ευχηθούμε σε όλους καλό μήνα και καλή σχολική χρονιά σε όλα τα σχολιαρόπουλα που σε λίγο θα πλημμυρίσουν με τις χαρούμενες φωνούλες τους τις αυλές των σχολείων!!

Πρώτη του μήνα λοιπόν σήμερα και στον ημεροδείκτη μας σημειώνεται, εκτός των εορταζόντων αγίων, οσίων κ.λπ., ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΙΝΔΙΚΤΟΥ.

Πολλοί ίσως διαβάζοντας τη φράση αυτή θα διερωτηθούν τι σημαίνει η λέξη ίνδικτος και τι αρχίζει την συγκεκριμένη ημερομηνία.

Η λέξη ίνδικτος είναι λατινική ελληνοποιημένη και σημαίνει ορισμός, διάγγελμα διάταγμα( Indictus, indictio= επαγγελία, κήρυξη, διάγγελμα. διάταγμα), το οποίον εκδιδόταν από τους αυτοκράτορες της Ρώμης με σκοπό να καθορίσουν το ύψος του φόρου επί της γεωργικής παραγωγής που θα πλήρωναν οι υπήκοοι της αυτοκρατορίας για τη συντήρηση και τη διατροφή των στρατιωτών.

Ήταν δηλαδή ένα φορολογικό διάταγμα το οποίον είχε διάρκεια 15 χρόνων, γιατί τόσα ήταν τα έτη που υπηρετούσαν οι στρατιώτες στο Ρωμαϊκό στρατό.

Με την απόλυση δε των παλαιών και με την κατάταξη των νέων άρχιζε νέα ίνδικτος, με ίσως μικρότερη ή μεγαλύτερη φορολογία, ανάλογα με τον αριθμό των νέων στρατιωτών.

Με την πάροδο του χρόνου η λέξις ίνδικτος έπαψε να σημαίνει μόνο διάταγμα και σήμαινε χρονική περίοδος 15 ετών. Έγινε δηλαδή η ίνδικτος «μονάδα μέτρησης του χρόνου»(μία ίνδικτος = 15 έτη ).

Η Ίνδικτος, δηλαδή η χρονική περίοδος 15 ετών, εισήχθη στο ρωμαϊκό ημερολόγιο κατά το πρώτο έτος του Ιουλίου Καίσαρος (100 πΧ-44 μ.Χ.) και ονομάστηκε ΚΑΙΣΑΡΙΚΗ.

Έτσι άρχισαν να μετρούν το χρόνο σε ινδίκτους (πρώτη ίνδικτος, β΄ίνδικτος κ.ο.κ.)

Στο Βυζάντιο υπολογισμό του χρόνου με ινδίκτους εισήγαγε ο Μέγας Κων/ντίνος το 312 μ.Χ. και η οποία ονομάστηκε Κωνσταντίνειος Iνδικτιών.

Ακόμη να πούμε ότι ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Ιουστινιανός ο Α΄, το έτος 537 εισήγαγε τη μέτρηση κατά ινδικτιώνες στα κρατικά και δικαστικά έγγραφα. Έλεγαν δηλαδή 1ο έτος, ή 2ο έτος της τάδε ινδικτιώνος κ.ο.κ.

Τι αρχίζει τώρα την πρώτη του μήνα Σεπτεμβρίου, (στα λατινικά σημαίνει έβδομος), (εβδόμου μήνα από την δημιουργία του κόσμου από τον Θεό ,αρχής γενομένης από μήνα Μάρτιο):

Η ίνδικτος άρχιζε την πρώτη Σεπτεμβρίου γιατί κατά το μήνα αυτό η γη παύει να γεννά καρπούς και θεωρείτο αρχή του χρόνου διότι η γή οργώνεται και δέχεται τους σπόρους όλων των καρπών που θα παραχθούν ως τον μήνα Μάρτιο που θεωρείτο η αρχή γεννήσεως των καρπών.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο γνώριζαν οι Ρωμαίοι το ποσόν του φόρου που θα πλήρωναν.

Επίσης την 1ην Σεπτεμβρίου επήγε ο Ιησούς Χριστός στη συναγωγή της Ναζαρέτ και έκανε το πρώτο κήρυγμά του, όπως αναφέρεται στο ευαγγέλιο του Λουκά (4, 16-22) και το οποίον αναγιγνώσκεται την ημέρα αυτή.

Η 1η Σεπτεμβρίου καθορίστηκε ως αρχή της εκκλησιαστικής χρονιάς ως εξής:

Στην περιοχή της Ανατολής τα περισσότερα ημερολόγια είχαν ως πρωτοχρονιά την 24η Σεπτεμβρίου, ημέρα της φθινοπωρινής ισημερίας.

Επειδή όμως η 23η ήταν η γενέθλια ημέρα του αυτοκράτορα της Ρώμης Οκταβιανού (Γεννήθηκε στη Ρώμη στις 23 Σεπτεμβρίου του 63 π.Χ.) η πρωτοχρονιά μετατέθηκε στις 23 Σεπτεμβρίου, η οποία και καθορίστηκε ως αρχή της Ινδίκτου, δηλαδή της περιόδου του ρωμαϊκού διατάγματος για τον φόρο που ίσχυε για 15 έτη.

Αυτή την Πρωτοχρονιά, δηλαδή 23 Σεπτεμβρίου, βρήκε η Εκκλησία και της έδωσε χριστιανικό περιεχόμενο, αφού τοποθέτησε σ’ αυτήν την εορτή της συλλήψεως του Προδρόμου, που αποτελεί και το πρώτο γεγονός της Ευαγγελικής Ιστορίας.

Αργότερα, το 462 μ.Χ., για πρακτικούς λόγους και για να συμπίπτει η πρώτη του έτους με την πρώτη του μηνός, η εκκλησιαστική πρωτοχρονιά μετατέθηκε την 1η Σεπτεμβρίου.

Διευκρινίζεται ότι η πρωτοχρονιά της 1ης Ιανουαρίου έχει Ρωμαϊκή προέλευση και ήρθε στην Ορθόδοξη Ανατολή κατά τα νεότερα χρόνια.

Η Εκκλησία υιοθέτησε αυτό το σύστημα μέτρησης του χρόνου και μετρούσε τα έτη με τίς Ινδικτους. Έτσι το Εκκλησιαστικό έτος άρχιζε την 1η Σεπτεμβρίου με Πατριαρχική Θεία Λειτουργία και ιδιαίτερη Iερά Παράκληση, ώστε να ευλογήσει ο Θεός τον καινούριο χρόνο.

Με τον καιρό ορίστηκαν δύο είδη Ινδίκτου:

Η Καισαρική, δηλαδή η παλαιά ρωμαϊκή πού άρχιζε την 1η Σεπτεμβρίου και την οποία συνέχισε τό Βυζάντιο, και η Παπική, η οποία άρχιζε στίς 25 Δεκεμβρίου και αργότερα την 1η Ιανουαρίου.

Στη Δύση σιγά-σιγά επικράτησε ως αρχή του νέου έτους η 1η Ιανουαρίου, ενώ στην Aνατολή είχε παραμείνει η 1η Σεπτεμβρίου.

Αυτός είναι και ο λόγος που η πρώτη Σεπτεμβρίου παρέμεινε μέχρι και σήμερα η αρχή του Εκκλησιαστικού έτους, δηλαδή: Η Εκκλησιαστική Πρωτοχρονιά.

Ας ευχηθούμε λοιπόν η νέα εκκλησιαστική χρονιά να είναι ευλογημένη και να πλημμυρίσει τις καρδιές των ανθρώπων από καρπούς της ειρήνης, της αγάπης, της αλληλεγγύης,της φιλαλληλίας, και γενικά από καρπούς ανθρωπιάς και πολιτισμού.
Μητροπολίτης Γόρτυνος Ιερεμίας, 1η Σεπτεμβρίου- Η αρχή του εκκλησιαστικού έτους, «αρχή Ινδίκτου»

Η ΠΡΩΤΗ ΤΟΥ ΕΤΟΥΣ

1. Σήμερα, αγαπητοί μου χριστιανοί, 1η Σεπτεμβρίου, είναι η πρώτη του έτους. Αλλά θα πείτε: Δεν είναι πρώτη του έτους η 1η Ιανουαρίου; Όχι, χριστιανοί μου! Η 1η Ιανουαρίου είναι η πρώτη του πολιτικού έτους. Την ημέρα αυτή την γιορτάζουν για πρωτοχρονιά όλοι οι άνθρωποι της γης, και Ορθόδοξοι και Καθολικοί και Μουσουλμάνοι και άθεοι και άπιστοι. Εμείς όμως, σαν Ορθόδοξοι χριστιανοί, πρέπει να έχουμε μιά δική μας πρωτοχρονιά. Και αυτή είναι η 1η Σεπτεμβρίου. Η 1η Σεπτεμβρίου είναι η αρχή του εκκλησιαστικού έτους, «αρχή Ινδίκτου», όπως την γράφουν τα εκκλησιαστικά μας βιβλία. Και είναι αυτή η ημέρα η πρώτη του έτους κατά το ημερολόγιο της Παλαιάς Διαθήκης, που το έτος άρχιζε από το Φθινόπωρο. Βλέπετε λοιπόν ότι και το εκκλησιαστικό τυπικό μας το ρυθμίζει η Παλαιά Διαθήκη.

2. Αλλά θα σας πω τώρα και κάτι άλλο, για να δείτε ακόμη περισσότερο πόσο η Παλαιά Διαθήκη ρυθμίζει το τυπικό του χρόνου. Ο μήνας στον οποίο μπαίνουμε από σήμερα λέγεται «Σεπτέμβριος» και ο άλλος μήνας λέγεται «Οκτώβριος» και μετά από αυτόν ο μήνας λέγεται «Νοέμβριος». «Σεπτέμβριος» σημαίνει έβδομος». «Οκτώβριος» σημαίνει «όγδοος». «Νοέμβριος» σημαίνει «ένατος», όπως και «Δεκέμβριος» σημαίνει «δέκατος». Αλλά πώς είναι ο Σεπτέβριος έβδομος μήνας, αφού από αυτόν αρχίζει το εκκλησιαστικό έτος; Έπρεπε να λέγεται ο πρώτος μήνας. Εδώ, αγαπητοί μου χριστιανοί, έχω να σας πω ότι μας κυβερνάει ένα άλλο τυπικό της Παλαιάς Διαθήκης, το οποίο είναι και το πιο σωστό. Στην Παλαιά Διαθήκη υπάρχουν δύο ημερολόγια. Το ένα, όπως σας είπα, αρχίζει το Φθινόπωρο και κατά το τυπικό αυτό έχουμε και εμείς ως πρώτο μήνα τον Σεπτέμβριο. Κατά το άλλο όμως ημερολόγιο της Παλαιάς Διαθήκης το έτος αρχίζει από την Άνοιξη με πρώτο μήνα τον Μάρτιο, τον «Αβίβ», όπως τον λέγει η Παλαιά Διαθήκη. Ο Μάρτιος, αδελφοί μου χριστιανοί, στην πραγματικότητα είναι ο πρώτος μήνας του έτους. Αν αριθμήσετε τώρα με πρώτο μήνα τον Μάρτιο, θα βγάλετε τον Σεπτέμβριο έβδομο μήνα, τον Οκτώβριο όγδοο, τον Νοέμβριο ένατο και τον Δεκέμβριο δέκατο. «Ντέσεμ» σημαίνει «δέκα». Αλλά γιατί είναι ο Μάρτιος ο πρώτος μήνας του έτους; Ακούστε, χριστιανοί μου: Τον μήνα Μάρτιο έγινε η δημιουργία του κόσμου. Και φαίνεται αυτό από την ζωογόνηση που έχει η γη τον μήνα αυτό. Όλα αυτά που λέει το βιβλίο της Γένεσης για την δημιουργία του κόσμου έγιναν τον μήνα Μάρτιο. Αυτό το λέγει και το τονίζει ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης. Μεγάλος Πατέρας αυτός, αδελφοί μου χριστιανοί! Είναι η συνισταμένη όλων των αγίων Πατέρων! Τον Μάρτιο λοιπόν έγινε η δημιουργία του κόσμου. Αλλά χάλασε αυτός ο κόσμος. Τον χάλασε η αμαρτία. Γι᾽ αυτό από αγάπη ο Θεός ξανάφτιαξε τον χαλασμένο από την αμαρτία κόσμο. «Αναδημιουργία» λέγεται αυτό. Πότε έγινε η αναδημιουργία του κόσμου; Έγινε πάλι τον μήνα Μάρτιο. Γιατί η αναδημιουργία έγινε με τον Ευαγγελισμό της Παναγίας μας, που τον εορτάζουμε τον μήνα Μάρτιο. Γι᾽ αυτό ο μήνας Μάρτιος είναι ο πρώτος μήνας του έτους.
Ώστε λοιπόν και τα δύο ημερολόγια της Παλαιάς Διαθήκης και εκείνο που αρχίζει από το Φθινόπωρο και εκείνο που αρχίζει από την Άνοιξη, μπήκαν και τα δύο στον Εκκλησιαστικό μας βίο. Για την 1η Ιανουαρίου ως αρχή του έτους, με τα κοσμικά της ξεφαντώματα, δεν μιλάω καθόλου. Θέλησαν όλα τα έθνη της γης να έχουν μία κοινή ημερομηνία ως πρώτη του έτους, για να συνεννοούνται στις εμπορικές τους συναλλαγές, και έβαλαν την 1η Ιανουαρίου. Και αυτή η κοσμική πρωτοχρονιά μάς σκέπασε την μεγάλη δεσποτική εορτή της Περιτομής του Κυρίου και την άλλη μεγάλη πάλι εορτή του Ιεράρχου Βασιλείου. Και η κοσμική βέβαια αυτή εορτή της Πρωτοχρονιάς δεν συνδέεται με λατρεία.
3. Ελάτε τώρα πάλι στην Παλαιά Διαθήκη, για να δείτε πώς ετελείτο σ᾽ αυτήν η Πρωτοχρονιά. Πρώτα-πρώτα η Παλαιά Διαθήκη σε όλες τις διαιρέσεις του χρόνου έχει προσευχή. Η πρώτη απλή διαίρεση του χρόνου είναι η εσπέρα και το πρωί. Πρώτα έγινε η εσπέρα και μετά το πρωί. Γι᾽ αυτό η Εκκλησία μας αρχίζει την ημέρα με τον Εσπερινό. Άλλη διαίρεση του χρόνου είναι η εβδομάδα, το «Σάββατο», όπως το λέγει η Παλαιά Διαθήκη. Άλλη διαίρεση είναι οι μήνες και έπειτα το έτος. Σε όλες αυτές τις διαιρέσεις του χρόνου η Παλαιά Διαθήκη κανονίζει προσευχή. Μάλιστα δε η προσευχή που γίνεται το πρωί λέγεται στην Παλαιά Διαθήκη «ταμίτ» και σημαίνει «διαρκής», δηλαδή αδιάλειπτη. Να είναι προσευχή όλη την ημέρα. Και αφού όλη την ημέρα έχουμε προσευχή, όλο το έτος λοιπόν κυλάει με προσευχή.
4. Αλλά για την σημερινή ημέρα 1η Σεπτεμβρίου, που είναι η πρώτη του εκκλησιαστικού έτους, μάς ενδιαφέρει περισσότερο να πούμε πώς γιόρταζαν οι Ιουδαίοι στην Παλαιά Διαθήκη την Πρωτοχρονιά τους. Την γιόρταζαν με πολλή προσευχή και ολόκληρη λατρευτική ακολουθία. Την πρωτοχρονιά τους την είχαν συνδέσει με την εργασία τους. Ποιά είναι η εργασία στην Παλαιά Διαθήκη; Είναι η γεωργία και η κτηνοτροφία. Έννοια μας, αδελφοί μου χριστιανοί! Θα το πληρώσουμε πολύ ακριβά γιατί εγκαταλείψαμε αυτές τις δύο αρχαίες εργασίες, την γεωργία και την κτηνοτροφία. Ο Άβελ ήταν βοσκός προβάτων και ο Κάιν ήταν γεωργός. Σήμερα οι άνθρωποι ούτε τα χωράφια καλλιεργούν, ούτε τα πρόβατα βοσκάνε. Εν τω μεταξύ θέλουν να πίνουν το γάλα και να τρώνε το κρέας! Οι Ιουδαίοι λοιπόν στην Παλαιά Διαθήκη είχαν συνδέσει την Πρωτοχρονιά τους με την γεωργία, με την συγκομιδή των καρπών και γιόρταζαν αυτήν την εορτή μία εβδομάδα ολόκληρη. Την πρώτη ημέρα πήγαιναν στον ναό και ευχαριστούσαν τον Θεό για το έτος που πέρασε. Έσβηναν τα φώτα (τις λυχνίες), δείγμα αυτό ότι έσβησε ο παλιός ο χρόνος. Έπειτα άναβαν καινούργια φώτα, πολλές λυχνίες, για το νέο έτος που έρχεται. Γινόταν ολόκληρη φωτοχυσία. Σε μιά τέτοια περίπτωση ο Χριστός είπε εκείνον τον λόγο Του: «Εγώ ειμι το φως του κόσμου». Τις επόμενες μέρες της εβδομάδος πήγαιναν στα χωράφια τους, αφού η εορτή ήταν για την γεωργία. Πού να έμεναν εκεί; Έκαναν σκηνές και έμεναν σ᾽ αυτές. Γι᾽ αυτό και η εορτή λεγόταν «της Σκηνοπηγίας» εορτή. Στο τέλος της εορτής αυτής πήγαιναν πάλι στον ναό, όπου υποδέχονταν έναν ιερέα, που έφερνε με πομπή νερό σε ένα δοχείο από την κολυμβήθρα του Σιλωάμ. Αυτό το νερό το έχυναν σε μία λεκάνη και έλεγαν: «Αντλήσατε ύδωρ εκ των πηγών του σωτηρίου». Αυτό, χριστιανοί μου, εσήμαινε ότι για να πάει καλά η γεωργία τους πρέπει να έχουν νερό, πρέπει να πέσει βροχή από τον ουρανό. Και τελείωνε λοιπόν η εορτή αυτή της Πρωτοχρονιάς ή της Σκηνοπηγίας με προσευχή για την κατάπεμψη της βροχής.
5. Άργησα, χριστιανοί μου, και δεν σάς είπα το κυριώτερο για την εορτή της Πρωτοχρονιάς στην Παλαιά Διαθήκη. Σάς το λέω με δυό λόγια αυτό που θέλω να πω. Πριν από την αρχή της Πρωτοχρονιάς στην Παλαιά Διαθήκη ο Αρχιερεύς έκανε μία πένθιμη θυσία: Φορώντας ένα λινό ένδυμα έπαιρνε έναν τράγο. Στο κεφάλι του τράγου αυτού έβαζε το χέρι του και έλεγε τα αμαρτήματα του λαού: Ψέματα, κλοπές, μοιχείες, φόνους κ.λπ. Αυτό εσήμαινε ότι τα αμαρτήματα του λαού μεταβιβάζονταν στον τράγο. Τον τράγο αυτό τον οδηγούσαν έπειτα μακρυά και τον γκρέμιζαν σε ένα μεγάλο γκρεμό. Ήταν ο «αποδιοπομπαίος τράγος». Φορούσε έπειτα ο αρχιερεύς λαμπρά ενδύματα και έκανε μιά άλλη θυσία. Η θυσία αυτή λεγόταν «θυσία του εξιλασμού». Με την θυσία αυτή ο λαός ένοιωθε καθαρός στην ψυχή από τα αμαρτήματά του και έτσι υποδεχόταν το νέο έτος. Αυτό, χριστιανοί μου, για μας σημαίνει την εξομολόγηση. Νέο έτος ήρθε. Ας πετάξουμε από πάνω μας τα βάρη των αμαρτιών μας με την εξομολόγηση. Ας πάρουμε την απόφαση να απαρνηθούμε τον πρώτο μας αμαρτωλό βίο και να εφαρμόζουμε σταθερά τον νόμο του Θεού. Αυτό λέγεται ΜΕΤΑΝΟΙΑ. Εύχομαι το έτος αυτό να είναι για όλους μας έτος μετανοίας, για να λάβουμε την Χάρη του Θεού και να δούμε καλύτερες ημέρες, ΑΜΗΝ.
Με πολλές ευχές,

† Ο Μητροπολίτης Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως Ιερεμίας.
 Τι είναι η αρχή της Ινδίκτου; Γιατί "ξεκινάει" το εκκλησιαστικό έτος τότε; (1 Σεπτεμβρίου)
Ο των αιώνων Ποιητής και Δεσπότης, Θεέ των όλων, υπερούσιε όντως, την ενιαύσιον ευλόγησον περίοδον, σώζων τω ελέει σου τω απείρω, Οικτίρμον, πάντας τους λατρεύοντας σοι τω μόνω Δεσπότη, και εκβοώντας φόβω Λυτρωτά· Εύφορον πάσι το έτος χορήγησον.
1η Σεπτεμβρίου: ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΙΝΔΙΚΤΟΥ (δηλαδή αρχή του νέου Εκκλησιαστικού έτους). Για την περίπτωση αυτή, ό Σ. Εύστρατιάδης στο Αγιολόγιο του, γράφει τά έξης: "Λέξις λατινική (indictio) όρισμόν σημαίνουσα καθ' όν κατά δεκαπενταετή περίοδον έπληρώνοντο εις τους αυτοκράτορας των Ρωμαίων οι φόροι. Κατά την εκκλησιαστικήν παράδοσιν, την αρχήν της ίνδικτιώνος είσήγαγεν ό Αύγουστος Καίσαρ (1 -14), ότε διέταξε την γενικήν των κατοίκων του Ρωμαϊκού κράτους απογραφήν και την είσπραξιν των φόρων, κατά την πρώτην του Σεπτεμβρίου μηνός. Από του Μεγάλου Κωνσταντίνου (313) έγένετο επισήμως χρήσις της Ινδικτιώνος ως χρονολογίας, έκτοτε δε ή εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως μέχρι του νυν εορτάζει την α' Σεπτεμβρίου ως αρχήν του εκκλησιαστικού έτους. "Ινδικτον ημιν ευλόγει νέου χρόνου, ώ και παλαιέ και δι' ανθρώπους νέε".

Η Ινδικτιώνα είναι ένας γενικότερος τρόπος μέτρησης του χρόνου ανά 15ετίες με αφετηρία τη γέννηση του Χριστού ή για την ακρίβεια από το 3 π.Χ.
Η 1η Σεπτεμβρίου, η αρχή του εκκλησιαστικού έτους, αποτελεί την αρχή της Ινδίκτου. Τότε τελείται η ακολουθία της Ινδίκτου σε συνδυασμό με τη θεία λειτουργία για την ευλογία του εκκλησιαστικού έτους.
Αρχικά υπήρχε η Αυτοκρατορική Ίνδικτος ή Καισαρική Ινδικτιώνα που μάλλον εισήχθη από τον Μέγα Κωνσταντίνο. Εκαλείτο επιπλέον Κωνσταντινική ή της Κωνσταντινουπόλεως ή Ελληνική. Παράλληλα υπήρχε και η Παπική Ινδικτιώνα.

Η 1η Σεπτεμβρίου καθορίστηκε ως αρχή της εκκλησιαστικής χρονιάς ως εξής:
Στην περιοχή της Ανατολής τα περισσότερα ημερολόγια είχαν ως πρωτοχρονιά την 24η Σεπτεμβρίου, ημέρα της φθινοπωρινής ισημερίας. Επειδή όμως η 23 η ήταν η γενέθλια ημέρα του αυτοκράτορα της Ρώμης Οκταβιανού, η πρωτοχρονιά μετατέθηκε στις 23 Σεπτεμβρίου, η οποία και καθορίστηκε ως αρχή της Ινδίκτου, δηλαδή της περιόδου του ρωμαϊκού διατάγματος για τον φόρο που ίσχυε για 15 έτη. Έτσι Ίνδικτος κατάντησε να σημαίνει αργότερα το έτος και αρχή της Ινδίκτου την Πρωτοχρονιά. Αυτή την Πρωτοχρονιά βρήκε η Εκκλησία και της έδωσε χριστιανικό περιεχόμενο, αφού τοποθέτησε σ' αυτήν την εορτή της συλλήψεως του Προδρόμου, που αποτελεί και το πρώτο γεγονός της Ευαγγελικής Ιστορίας.
Αργότερα, το 462 μ. Χ.., για πρακτικούς λόγους και για να συμπίπτει η πρώτη του έτους με την πρώτη του μηνός, η εκκλησιαστική πρωτοχρονιά μετατέθηκε την 1 η Σεπτεμβρίου. Διευκρινίζεται ότι η πρωτοχρονιά της 1ης Ιανουαρίου έχει Ρωμαϊκή προέλευση και ήρθε στην Ορθόδοξη Ανατολή κατά τα νεότερα χρόνια. Η εκκλησιαστική ακολουθία για το νέο έτος τελείται την 1 η Σεπτεμβρίου, μια ακολουθία απαράμιλλου κάλλους ως προς το υμνογραφικό υλικό.
Σημειωτέον ότι πριν από λίγα χρόνια η Εκκλησία μας όρισε την 1η Σεπτεμβρίου ως ημέρα αφιερωμένη στο φυσικό περιβάλλον.

Άπολυτίκιον. Ήχος β'.
Ό πάσης Δημιουργός της κτίσεως, ό καιρούς και χρόνους εν τη Ίδία εξουσία θέμενος, ευλόγησαν τον στέφανον, του ενιαυτού της χρηστότητας σου, Κύριε, φυλάττων εν ειρήνη τους βασιλείς και την πάλιν σου, πρεσβείαις της Θεοτόκου, μόνε Φιλάνθρωπε.
ΑΡΧΗ  ΤΗΣ  ΙΝΔΙΚΤΟΥ

(Λουκ. δ΄, 16-22)

Στή σημερινή περικοπή, ἀγαπητοί ἀδελφοί, ὁ Χριστός μπροστά στούς ἔκπληκτους Ἰουδαίους πού βρίσκονταν στή Συναγωγή τῆς Ναζαρέτ κατά τήν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου, λέει μέ ἁπλό καί φυσικό τρόπο ὅτι: «Σήμερα βρίσκει τήν ἐκπλήρωσή της ἡ προφητεία πού μόλις ἀκούσατε».

Ἑρμηνεύοντας τήν προφητεία τοῦ Ἠσαΐα στό Πρόσωπό Του καί ἔχοντας πλήρη αὐτοσυνειδησία, ἀφήνει νά φανερωθεῖ ὅτι Αὐτός εἶναι ὁ Μεσσίας, ὁ ἀπό αἰώνων κεχρισμένος μέ Πνεῦμα Θεοῦ. Δέν εἶναι ἁπλά ἕνας ἄνθρωπος πού σέ μία στιγμή τῆς ζωῆς τοῦ ἦλθε ἐπ’ αὐτόν τό Ἅγιο Πνεῦμα καί τοῦ χάρισε μία παροδική, μικρή ἤ μεγάλη θεοπνευστία. Δέν εἶναι ἕνα ἔκτακτο ἤ ὑπερφυσικό  γεγονός πού θά βοηθοῦσε τούς ἀνθρώπους μέσω τοῦ Χριστοῦ νά γνωρίσουν τό Θεό. Εἶναι Αὐτός, στόν Ὁποῖο ἐνυπάρχει τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ μέσα Του, κατέχει τήν ὕπαρξή Του, ὁδηγεῖ τήν ἐπίγεια ζωή Του στήν ὁλοκλήρωση τοῦ σχεδίου τῆς θείας φιλανθρωπίας. Ὁ Χριστός ἦλθε στή γῆ νά φέρει τό μήνυμα τῆς Σωτηρίας καί τῆς ἐπερχομένης Βασιλείας τοῦ Θεοῦ στούς ἀνθρώπους.

Ἡ Βασιλεία πού ἐπαγγέλλεται ὁ Χριστός δέν εἶναι κοσμική. Δέν εἶναι μία βασιλεία πού θά ἀποκαταστήσει ἀνθρώπινα βασίλεια, πού θά συντρίψει ἀντίπαλα ἔθνη καί ἀσεβεῖς βασιλιάδες. Δέν εἶναι μία βασιλεία πού περιλαμβάνει προνομιούχους λαούς, πού ὁρίζει ἡγεμόνες, πού περιβάλλει καί θάλπει τήν ἐξουσία. Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, πού ἀνακοινώνει ὁ Χριστός στή Συναγωγή τῆς Ναζαρέτ, ἔχει ὡς κέντρο της τή Σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Τό μήνυμά της ἀπευθύνεται στούς φτωχούς, στούς μικρούς καί ταπεινούς αὐτοῦ του κόσμου, σ’ αὐτούς πού νιώθουν τήν ὕπαρξή τους ἀσήμαντη μπροστά στό Ἄπειρό του Θεοῦ. Φέρνει τήν κατάργηση τῆς αἰχμαλωσίας τῶν ἀνθρώπων ἀπό τά δεσμά τῆς ἁμαρτίας, τήν ἀπαλλαγή, τή λύτρωση ἀπ’ ὅσα τούς κρατοῦσαν δέσμιους μέχρι τώρα. Ἡ ἁμαρτία εἶναι αἰχμαλωσία πού δέν ἀφήνει τόν ἄνθρωπο νά δεῖ καί νά βρεῖ τόν ἀληθινό του προορισμό, πού τόν κατέχει δέσμιο σέ μία κατάσταση φθαρτότητας σωματικῆς καί ψυχικῆς.

Αὐτή τήν ἀνθρωποκτόνο κατάσταση τῆς ἁμαρτίας πού κρατάει δέσμιο τόν ἄνθρωπο θά συντρίψει ὁ Χριστός μέ τήν Ἀνάστασή Του στό τέλος τῆς ἐπίγειας παρουσίας Του. Μέχρι νά ὁδηγηθεῖ στό Πάθος καί στή σωτήρια Ἀνάστασή Του ὁ Χριστός θά χαρίσει τό φῶς στούς τυφλούς. Φυσικό φῶς στούς σωματικά τυφλούς, οὐράνιο καί ἀποκαλυπτικό στούς πνευματικά τυφλούς. Αὐτό δέν σημαίνει παντοῦ καί πάντα ὅτι ὅσοι ἀκοῦνε καταλαβαίνουν καί ὅσοι βλέπουν ἀντιλαμβάνονται. Προϋπόθεση γιά τήν ἀνάβλεψη τῶν πνευματικά τυφλῶν εἶναι ἡ ἁγνότητα τῆς καρδιᾶς, ἡ πίστη, ἡ ἀποδοχή τῶν λόγων τοῦ Κυρίου. Ἡ σκληρότητα, ἡ σκληροκαρδία, ἡ δυσπιστία στό Πρόσωπο τοῦ Κυρίου, καί ἡ ἀδιαφορία, ἡ ἀναλγησία πρός τούς ἀνθρώπους θά κρατοῦν πάντα κλειστές τίς πόρτες στό φῶς ἤ θά δυσκολεύουν πάντα νά φτάσει στίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων τό πνευματικό φῶς. Ὅμως ἀκόμη καί σ’ αὐτές τίς περιπτώσεις τά ἀδύνατα γιά τούς ἀνθρώπους εἶναι δυνατά γιά τό Θεό. Ὁ Χριστός εἶναι πάντα σέ θέση νά ἀποκαλύψει τό Θέλημα τοῦ Οὐράνιου Πατέρα Του καί Πατέρα μας, δίνοντας στούς ἀνθρώπους τήν πνευματική ἀνάβλεψη.

Ὁ τραυματισμένος ἄνθρωπος ἀπό τό προπατορικό ἁμάρτημα, τοῦ ὁποίου ἀμαυρώθηκε τό «κατ’ εἰκόνα» καί ἐσκοτίσθη ἡ διάνοια, δέν ἦταν σέ θέση νά φτάσει μόνος του στή σωτηρία. Ὁ Νόμος πού δόθηκε στό Μωϋσῆ ἀπό τό Θεό στό ὅρος Σινᾶ, προκειμένου νά παιδαγωγήσει τόν Ἰσραήλ καί δι’ αὐτοῦ νά ἀνακαινίσει καί τούς ὑπόλοιπους λαούς, ἐξέπεσε λόγω τῆς ἀδυναμίας τοῦ Ἰσραήλ σέ ἐπίπεδο νομικιστικῶν καί ἠθικῶν διατάξεων, τύποις καί ὄχι οὐσίας. Γράμματος καί ὄχι Πνεύματος. Πιστεύοντας ὅτι ἡ ἁπλή τήρηση τῶν διατάξεων τοῦ Νόμου φέρνει τή σωτηρία, παραγνωρίστηκαν καί παραμελήθηκαν τό πνεῦμα καί ἡ θεϊκή του προέλευση, φτάνοντας στό ἐπίπεδό της φαρισαϊκῆς τήρησής του.

Σ’ αὐτό τόν ἄνθρωπο ὁ Χριστός φέρνει τό σωτήριο μήνυμά Του, πού δέν εἶναι πλέον τό γράμμα τοῦ Νόμου, ἀλλά ἡ ἐν πνεύματι ὁλοκληρωτική ἀνακαίνιση, ὁ φωτισμός τῆς διανοίας του, πού ἐπιτυγχάνονται μέ τήν ὑπακοή καί μίμηση τῆς θυσιαστικῆς προσφορᾶς Του, τήν ἀποδοχή τῶν Λόγων Του, μέ τήν ἀγάπη ἀκόμη καί στούς ἐχθρούς, μέ τήν ἐν «Πνεύματι καί Ἀληθεία» λατρεία στό Θεό.

Ἡ ἄφεση χαρίζεται πλέον ἀπό τό Χριστό στόν ἄνθρωπο ὄχι ἐπειδή τηρεῖ μηχανικά κάποιες διατάξεις, οὔτε ἐπειδή ὑπακούει σέ στεῖρα νομοθετήματα. Τούτη ἡ ἄφεση πού ἐπαγγέλλεται ὁ Χριστός προϋποθέτει τήν ὁλοκληρωτική μεταστροφή τοῦ νοῦ τοῦ ἀνθρώπου, χαρίζεται ὡς δῶρο ζωῆς ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀγαπᾶ τό Θεό «ἐξ ὅλης της καρδίας του καί ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς του, καί ἐξ ὅλης της ἰσχύος του καί ἐξ ὅλης τῆς διανοίας του καί τόν πλησίον του ὡς σεαυτόν» (Λουκ. 10,27). Ἡ Θυσιαστική πράξη τοῦ Χριστοῦ, ὁ Σταυρός τοῦ Μαρτυρίου, εἶναι λύτρο γιά ὅλους, εἶναι Ἄφεση, εἶναι Λύτρωση, εἶναι Ἀπαλλαγή, εἶναι Ἀποκατάσταση στήν ἀρχέγονη πρότερη θέση πού εἶχε ὁ ἄνθρωπος κατά τή δημιουργία του ἀπό τό Θεό.

Ὅλα αὐτά ὅμως, ἀγαπητοί, δέ θά γίνουν μέσα σέ μία ἡμέρα, ὡς ἀστραπή, ἐν ριπῇ ὀφθαλμοῦ. Ὁ Χριστός δέν ἦλθε γιά νά καταδικάσει, γιά νά ἀπολέσει καί νά ἀπειλήσει τόν πάσχοντα καί πονεμένο ἄνθρωπο μέ τήν ἡμέρα τῆς Κρίσεως. Δέν ἦλθε γιά νά κρίνει τόν κόσμο, ἀλλά γιά νά  τόν σώσει˙ «οὐ γάρ ἦλθον ἵνα κρίνω τόν κόσμον, ἀλλ’ ἵνα σώσω τόν κόσμον» (Ἰωάν.12,47).

Κηρύττει «ἐνιαυτόν Κυρίου δεκτόν», δηλαδή μία περίοδο χάριτος καί μετανοίας, καί εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός πού δέν στέκει ἀπόμακρος καί ἀπροσμέτρητος στό ὕψος τῆς Θεότητάς Του, ἀλλά εἶναι ὁ ἀπό αἰώνων «κρούων τή θύρα» περιμένοντας τήν ἀνταπόκριση τοῦ ἀνθρώπου πού τόσο «ἠγάπησεν ὁ Θεός, ὥστε τόν Υἱόν αὐτοῦ τόν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν μή ἀποληται ἀλλ’ ἔχη ζωήν αἰώνιον» (Ἰωάν. 3,16). Ἀμήν.