ΦΩΝΗ ΚΥΡΙΟΥ
ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΔΙΑΚΟΝΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
Ο ΧΡΙΣΤΟΣ, ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΖΩΗ
Ὁ Κύριος, ὅπως ἐξιστορεῖ ὁ εὐαγγελιστής Λουκᾶς, μετά τήν θεραπεία τοῦ δαιμονιζομένου τῶν Γαδαρηνῶν, ἐπέστρεψε στήν Γαλιλαία, ὅπου τόν ὑποδέχθηκαν πλήθη ἀνθρώπων. Μεταξύ αὐτῶν τόν περίμενε καί ὁ ἀρχισυνάγωγος, ὁ προϊστάμενος δηλαδή τῆς συναγωγῆς, πού ὀνομαζόταν Ἰάειρος. Μέ πόνο ψυχῆς ἔπεσε στά πόδια τοῦ Ἰησοῦ καί τόν παρακαλοῦσε νά μεταβεῖ στήν οἰκία του, καθότι ἡ περίπου δωδεκαετής μονάκριβη θυγατέρα του ἦταν ἑτοιμοθάνατη. Καί ἐνῶ πορεύονταν πρός τά ἐκεῖ, τούς γνωστοποιεῖται ὁ θάνατός της. Ὁ Κύριος ἀπευθύνεται στόν πατέρα της καί τοῦ λέγει, «μή φοβᾶσαι, μόνο πίστευε καί θά σωθεῖ»· καί ἀφοῦ ἔφθασε στήν οἰκία, ἔδωσε πάλι τήν ζωή στήν νεαρή θυγατέρα τοῦ Ἰαείρου, τήν ἀνέστησε ἐκ νεκρῶν.
Ἀπό τόν φόβο στήν πίστη
Τό ἀσύλληπτο γιά τήν ἀνθρώπινη νόηση γεγονός τῆς ἀναστάσεως, ἡ ὑπέρβαση τοῦ θανάτου καί τοῦ φόβου γιά τό ἄγνωστο εἶναι δωρεές πού προσφέρονται ἀπό τόν ἐνανθρωπήσαντα Λόγο τοῦ Θεοῦ, τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, στόν ἄνθρωπο. Ἡ Ἐκκλησία ἀποδέχεται μέ ἁπλότητα, πίστη καί «ἀφελότητα καρδίας» τίς εὐαγγελικές διηγήσεις περί τῆς ἀναστάσεως νεκρῶν, οἱ ὁποῖες προεικονίζουν τήν Ἀνάσταση τοῦ ἰδίου τοῦ Χριστοῦ. Καί ἡ πίστη στήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ μᾶς παρέχει τήν βεβαιότητα καί γιά τήν δική μας ἀνάσταση· γιά τήν μετοχή μας στήν αἰώνιο ζωή, στήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τῆς ὁποίας «οὐκ ἔσται τέλος».
Ὁ Χριστός ζητάει ἀπό τόν πατέρα τῆς περικοπῆς μας νά μή φοβᾶται, ἐφόσον πιστεύει καί ἐμπιστεύεται τά πάντα σέ Ἐκεῖνον· τόν Σωτῆρα καί Λυτρωτή τῶν ἀνθρώπων. Ἡ προτροπή τοῦ Κυρίου, «μή φοβοῦ», μᾶς θυμίζει σκηνές ἐμφανίσεως τοῦ ἰδίου τοῦ Θεοῦ ἤ ἁγίων Ἀγγέλων Του στήν Παλαιά καί Καινή Διαθήκη. Λόγου χάριν, «μή φοβοῦ» λέγει ὁ Θεός στούς Πατριάρχες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὅταν τούς ἀποκαλύπτεται γιά νά ἐξαγγείλει τίς ἐπαγγελίες Του (Γεν. 15,1· 26,24). «Μή φοβεῖσθε» λέει ὁ Χριστός στούς Μαθητές Του, ὅταν ἔντρομοι τόν εἶδαν νά περιπατεῖ ἐπί τῆς θαλάσσης, καί ὁ ἀρχάγγελος Γαβριήλ λέγει «μή φοβοῦ» στήν Παρθένο Μαρία στήν Ναζαρέτ, ὅταν τῆς εὐαγγελίζεται ὅτι θά γεννήσει τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ (Λουκ. 1,30). Ὁ Ἰάειρος βίωσε τόν φόβο τοῦ θανάτου, τό μυστήριο τῆς πίστεως καί τήν φανέρωση τῆς δυνάμεως τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ εἶδε τήν θυγατέρα του νά ἐπανέρχεται στήν ζωή, μέ τήν ἐξουσία πού ἔχει ὁ Χριστός ἐπί τοῦ θανάτου. Ἑπομένως, ἡ παρουσία τοῦ Χριστοῦ στήν ζωή του ἦταν μιά Θεοφάνεια· μιά ἀποκάλυψη περί τοῦ ἐσχάτου νοήματος τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου, τό ὁποῖο βρίσκεται στό Πρόσωπο τοῦ Κυρίου, στόν λόγο, στήν Θεότητά Του.
Ἡ πίστη ὡς αὐτοπαράδοση τοῦ ἀνθρώπου στήν θεία ἀγάπη
Ὅσο περισσότερο ὁ ἄνθρωπος ἐμπιστεύεται τόν Θεό, τόσο καί ἀποκτᾶ τήν ἐμπειρία ὅτι ἡ πίστη εἶναι ζωή, αὔξηση, πορεία, ἀλήθεια, πηγή δημιουργικότητας, ἁγιασμοῦ, χάριτος καί φωτισμοῦ. Ἡ πίστη διαμορφώνει κατά Χριστόν τήν ὅλη προσωπικότητα τοῦ ἀνθρώπου, πού ἐπιδιώκει νά ζεῖ σύμφωνα μέ τίς ἅγιες εὐαγγελικές ἐντολές, τίς ὁποῖες θεωρεῖ ὡς τό ὕψιστο κριτήριο τῆς συνειδήσεώς του.
Γι’ αὐτό ὁ Ἱερός Χρυσόστομος ἐπιμένει ὄχι μόνο στήν ἀπόκτηση καί καλλιέργεια τῆς πίστεως, ἀλλά καί στόν ὀρθό τρόπο ζωῆς· «ἡ πίστη –λέγει– εἶναι μεγάλο καί σωτήριο ἀγαθό, πού χωρίς αὐτή δέν μπορεῖ κανείς νά σωθεῖ ποτέ. Ὅμως, δέν εἶναι σέ θέση νά τό πραγματοποιήσει αὐτό μόνη της, ἀλλά χρειάζεται καί ὁ ὀρθός τρόπος ζωῆς». Στήν περίπτωση τοῦ Ἰαείρου, ἡ ὀρθότητα τοῦ βίου του ἐκφράζεται μέ τήν ὑπακοή στήν ὑπέρλογη προτροπή τοῦ Χριστοῦ, τήν ἀφοβία, τήν ἐμπιστοσύνη του στόν Κύριο.
Ἡ ὕπαρξη ὡς δῶρο τοῦ Θεοῦ
Ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, μέ τό φῶς τῆς πίστεως καί τῆς εὐαγγελικῆς διδαχῆς, ἀντιλαμβάνεται ὅτι ἡ ὕπαρξη εἶναι δῶρο, χάρισμα καί εὐεργεσία τοῦ Θεοῦ. Αὐτή ἡ διαπίστωση πλημμυρίζει τήν καρδιά του ἀπό εὐγνωμοσύνη καί ἀγάπη πρός τόν Κύριο τῆς Δόξης· ἀπό τήν αἴσθηση ὅτι τό Ἅγιο Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ἐλευθερώνει τόν ἄνθρωπο ἀπό τόν φόβο τοῦ θανάτου, χαρίζοντάς του τήν ὄντως ζωή, τήν ἐλπίδα, τήν ἐλευθερία καί τήν ἀγάπη πρός πάντας, ἀκόμη καί πρός τούς ἐχθρούς, ἡ ὁποία εἶναι πρόγευση ἀθανασίας.
Ἀρχιμ. Ν. Κ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου