ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2026

 ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ΄ ΛΟΥΚΑ

Απόστολος: Εφ. β΄ 2-10

Ευαγγέλιον: Λουκ. η΄ 41-56

8 Νοεμβρίου 2026

Αγαπητοί μου αδελφοί,

Το σημερινό Ευαγγέλιο δεν μας διηγείται απλώς δύο θαυματουργικές επεμβάσεις του Χριστού, αλλά κάτι πολύ βαθύτερο: ποιος είναι ο Χριστός απέναντι στη φθορά, στην ανθρώπινη αδυναμία και τελικά απέναντι στον ίδιο τον θάνατο.

Η ευαγγελική διήγηση κινείται ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που έχουν φθάσει στα όριά τους. Από τη μία βρίσκεται μία γυναίκα που επί δώδεκα χρόνια σταδιακά χάνει το αίμα της, δηλαδή τη ζωτική της δύναμη. Από την άλλη βρίσκεται ένα δωδεκάχρονο κορίτσι, το οποίο φθάνει πλέον στον θάνατο.

Η μία ζωή μαραίνεται επί δώδεκα χρόνια· η άλλη, ύστερα από δώδεκα χρόνια ζωής, σβήνει. Και ανάμεσα στις δύο στέκεται ο Χριστός, όχι απλώς ως θεραπευτής, αλλά ως η ίδια η πηγή της ζωής.

Ο Ιάειρος, αρχισυνάγωγος και άνθρωπος με κοινωνική θέση, πέφτει στα πόδια του Κυρίου. Η δοκιμασία έχει καταργήσει κάθε ανθρώπινη αυτάρκεια.

Όταν κινδυνεύει το μοναχοπαίδι του, ούτε το αξίωμά του ούτε η κοινωνική του θέση μπορούν να τον βοηθήσουν. Ζητώντας ο Ιάειρος από τον Χριστό να σώσει την κόρη του, ζητεί στην πραγματικότητα κάτι που υπερβαίνει κάθε ανθρώπινη εξουσία: ζητεί την ανατροπή της φθοράς. Και ζωή εκεί όπου κυριαρχεί ο θάνατος μπορεί να προσφέρει μόνον Εκείνος που είναι ο ίδιος η Ζωή.

Ο Χριστός ξεκινά για το σπίτι του Ιάειρου. Και τότε εμφανίζεται η αιμορροούσα. Μία γυναίκα χωρίς όνομα, χωρίς κοινωνικό κύρος, εξαντλημένη από μία μακροχρόνια ασθένεια. Το Ευαγγέλιο τονίζει ότι είχε αναλώσει όλον τον βίο της αναζητώντας θεραπεία και κανείς δεν κατόρθωσε να την θεραπεύσει. Ακριβώς αυτό το σημείο έχει ιδιαίτερη πνευματική δύναμη.

Τούτη η γυναίκα, η αιμορροούσα, δεν είχε κανένα «κατόρθωμα» να παρουσιάσει. Ολόκληρη η ιστορία της, αντιθέτως, ήταν μία ιστορία αποτυχίας, εξαντλήσεως και αδυναμίας. Είχε χάσει τις δυνάμεις της, είχε εξαντλήσει τα μέσα της. Βρισκόταν ἐν λάκκῳ κατωτάτῳ, όπως μας λέει ο Ψαλμωδός, ἐν σκοτεινοῖς καὶ ἐν σκιᾷ θανάτου. Μόνο μια ελπίδα της είχε απομείνει: ο Χριστός. Και ακριβώς τότε, όταν δεν μπορούσε πλέον να στηριχθεί στον εαυτό της, μπόρεσε να στηριχθεί ολοκληρωτικά σε Εκείνον.

Εδώ αγαπητοί μου βρίσκεται ένα από τα βαθύτερα παράδοξα της πνευματικής ζωής. Ο άνθρωπος πολλές φορές θέλει να συναντήσει τον Θεό έχοντας ακόμη εξασφαλισμένες όλες τις δικές του βεβαιότητες. Θέλει τον Θεό ως συμπλήρωμα της δικής του αυτάρκειας. Όμως το Ευαγγέλιο αποκαλύπτει συχνά έναν διαφορετικό δρόμο. Υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες ο άνθρωπος πρέπει να φθάσει στο όριο των δυνατοτήτων του, όχι για να καταστραφεί, αλλά για να καταλάβει ότι η ζωή του δεν θεμελιώνεται τελικά στον ίδιο. Η αιμορροούσα δεν σώζεται επειδή απέκτησε ξαφνικά περισσότερη δύναμη. 

Σώζεται επειδή μέσα στην αδυναμία της στρέφεται ολόκληρη προς τον Χριστό.

Πλησιάζει λοιπόν από πίσω και αγγίζει την άκρη του ιματίου Του. Και αμέσως θεραπεύεται. Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας μας λένε ότι η γυναίκα άγγιξε τον Χριστό πρώτα νοερώς και ύστερα σωματικώς. Τον άγγιξε πρώτα με την πίστη και κατόπιν με το χέρι. Και γι’ αυτό συμβαίνει ένα παράδοξο: πλήθος ανθρώπων αγγίζει τον Χριστό, αλλά ο Κύριος σταματά και ρωτά: «Τίς ὁ ἁψάμενός μου;»

Οι μαθητές απορούν. Όλοι Τον αγγίζουν. Και όμως, δεν Τον αγγίζουν όλοι πραγματικά. Μπορεί κανείς να βρίσκεται εξωτερικά πολύ κοντά στον Χριστό και όμως υπαρξιακά να παραμένει μακριά Του. Το πλήθος Τον περιέβαλλε, Τον πίεζε, Τον άγγιζε σωματικά· όμως μόνον η αιμορροούσα Τον άγγιξε αληθινά, επειδή Τον προσέγγισε όχι ως ένα ακόμη πρόσωπο μέσα στον κόσμο, αλλά ως την πηγή της ζωής της.

Εδώ αποκαλύπτεται ένα από τα βαθύτερα μυστήρια της πίστεως. Η σωτηρία δεν συνίσταται στην εξωτερική εγγύτητα προς τα ιερά ούτε στην απλή κατοχή θρησκευτικής γνώσεως, αλλά στη μετάβαση από την αυτάρκεια στην κοινωνία, από την κλειστή ύπαρξη, στην ύπαρξη ως σχέση. Ο άνθρωπος σώζεται όταν παύει να θεμελιώνει το είναι του αποκλειστικά στον εαυτό του και παραδίδει την ύπαρξή του σε Εκείνον από τον οποίο αντλεί το αληθινό είναι και τη ζωή.

Η πίστη, επομένως, δεν είναι απλώς αποδοχή αληθειών περί του Χριστού. Είναι είσοδος σε κοινωνία μαζί Του. Είναι άνοιγμα ολόκληρου του προσώπου στη χάρη Του· είναι η συγκατάθεση ώστε η δική Του ζωή να γίνει ζωή μας.

Το άγγιγμα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού δεν αποτελεί μία στιγμιαία θρησκευτική συγκίνηση, αλλά γεγονός μεταμορφώσεως. Ο άνθρωπος εξέρχεται από την απομόνωση του εγώ, από τον φόβο της φθοράς και από την αγωνία της αυτοσυντηρήσεως και εισέρχεται σε μία ζωή η οποία δεν πηγάζει πλέον από τις δικές του δυνάμεις αλλά από τον Χριστό. Τότε ο Χριστός δεν είναι απλώς Εκείνος στον οποίο πιστεύουμε· γίνεται Εκείνος μέσα στον οποίο υπάρχουμε.

Γι’ αυτό και ο Κύριος λέγει: «Ἔγνων δύναμιν ἐξελθοῦσαν ἀπ’ ἐμοῦ».

Ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας επιμένει ιδιαίτερα σε τούτα τα λόγια: Οι προφήτες ενεργούν θαυματουργικά με δύναμη που λαμβάνουν από τον Θεό.

Στον Χριστό όμως η δύναμη δεν εμφανίζεται ως κάτι εξωτερικό ή ξένο προς Αυτόν. Εξέρχεται από τον ίδιο. Ο Ευαγγελιστής μάς οδηγεί έτσι στη χριστολογική καρδιά του γεγονότος: αυτός που θεραπεύει δεν είναι απλώς ένας χαρισματικός άνθρωπος. Είναι ο ενανθρωπήσας Υιός και Λόγος του Θεού.

Και ενώ όλα αυτά συμβαίνουν, φθάνει η φοβερή είδηση στον Ιάειρο: «Τέθνηκεν ἡ θυγάτηρ σου· μηκέτι σκύλλε τὸν διδάσκαλον».

Εδώ πλέον δεν υπάρχει απλώς ασθένεια. Υπάρχει θάνατος. Και εκεί όπου τελειώνει κάθε ανθρώπινη δυνατότητα, ακούγεται ο λόγος του Χριστού:

«Μὴ φοβοῦ· μόνον πίστευε». Ο λόγος αυτός δεν σημαίνει: «μην ανησυχείς, όλα θα συμβούν όπως τα επιθυμείς». Η πίστη μας δεν είναι εγγύηση ότι η ζωή θα εξελιχθεί σύμφωνα με το δικό μας σχέδιο. Είναι κάτι ασύγκριτα βαθύτερο: εμπιστοσύνη ότι ακόμη και όταν το δικό μας σχέδιο καταρρέει, ο Χριστός παραμένει Κύριος της ζωής μας.

Ο Ιάειρος καλείται τώρα να περάσει από την πίστη στο θαύμα στην πίστη στο Πρόσωπο. Όσο η κόρη του ζούσε, μπορούσε να ελπίζει ότι ο Χριστός θα τη θεραπεύσει. Τώρα όμως καλείται να Τον εμπιστευθεί ακόμη και ενώπιον του θανάτου.

Ο σύγχρονος λόγος της Εκκλησίας επανέρχεται συχνά σε αυτή τη διάσταση. Το «μη φοβού» δεν αποτελεί μία ψυχολογική προσπάθεια καταστολής του φόβου. Η υπέρβαση του φόβου γίνεται δυνατή όταν ο άνθρωπος «ανοίγεται στο πέλαγος της πίστεως», όχι γενικά και αφηρημένα, αλλά προς το συγκεκριμένο Πρόσωπο του Χριστού.

Ο Χριστός φθάνει στο σπίτι και λέγει για το νεκρό παιδί: «Οὐκ ἀπέθανεν, ἀλλὰ καθεύδει». Δεν αρνείται τον θάνατο. Τον επανατοποθετεί όμως μέσα στη δική Του παρουσία.

Για Εκείνον που είναι «Ζωὴ κατὰ φύσιν», ο θάνατος δεν έχει τον τελικό λόγο. Γι’ αυτό η Εκκλησία μας δεν ονομάζει τυχαία τους νεκρούς «κεκοιμημένους». Δεν πρόκειται για έναν ποιητικό ευφημισμό. Είναι ομολογία πίστεως στην Ανάσταση.

Και ο Χριστός πιάνει το κορίτσι από το χέρι: Ἡ παῖς, ἐγείρου». Εδώ συντελείται κάτι συγκλονιστικό. Κατά τον Μωσαϊκό Νόμο, τόσο η αιμορροούσα όσο και ο νεκρός αποτελούσαν πηγή τελετουργικής ακαθαρσίας. Όποιος τους άγγιζε γινόταν ακάθαρτος. Στον Χριστό συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο.

Η αιμορροούσα Τον αγγίζει, αλλά δεν Του μεταδίδει τη δική της ακαθαρσία· Εκείνος της μεταδίδει τη δική Του ζωή. Ο Χριστός αγγίζει το νεκρό σώμα της κόρης, αλλά δεν γίνεται ακάθαρτος· το νεκρό σώμα γίνεται ζωντανό. 

Η φθορά δεν μπορεί να εισέλθει και να κυριαρχήσει στον Χριστό. Η ζωή Του εισέρχεται στη φθορά και την καταργεί.

Ο Υιός του Θεού προσλαμβάνει τη θνητή ανθρώπινη φύση όχι για να υποταχθεί στον θάνατό της αλλά για να μεταδώσει σε αυτήν τη δική Του ζωή.

Κατέρχεται μέχρι τον δικό μας θάνατο, ώστε ο θάνατος να γίνει πέρασμα προς την Ανάσταση. Γι’ αυτό, αδελφοί μου, η αιμορροούσα και ο Ιάειρος δεν είναι δύο μακρινές ευαγγελικές μορφές. Είναι δύο όψεις της δικής μας υπάρξεως. 

Υπάρχουν στιγμές που είμαστε η αιμορροούσα: κουρασμένοι από τις προσπάθειές μας, έχοντας εξαντλήσει τα μέσα και τις βεβαιότητές μας. Και υπάρχουν στιγμές που είμαστε ο Ιάειρος: στεκόμαστε μπροστά σε κάτι που δεν μπορούμε πλέον να αλλάξουμε. Και στις δύο περιπτώσεις ο δρόμος είναι ο ίδιος.

Να πάψουμε να ζητούμε απλώς κάτι από τον Χριστό και να αρχίσουμε να ζητούμε τον ίδιο τον Χριστό. Γιατί η τελική απάντηση του Ευαγγελίου δεν είναι ότι ο Χριστός λύνει πάντοτε όλα τα προβλήματά μας. Είναι κάτι απείρως μεγαλύτερο: ότι ο ίδιος ο Χριστός γίνεται η ζωή μας.

Και τότε ακόμη και μέσα στη φθορά, μέσα στην αποτυχία, μέσα στον φόβο και τελικά ακόμη και μπροστά στον θάνατο, μπορεί να ακουστεί ο λόγος Του: «Μὴ φοβοῦ· μόνον πίστευε».

Γιατί ο Χριστός δεν είναι απλώς αυτός που χαρίζει ζωή. Είναι ο ίδιος η Ζωή. Αμήν.

Λάμπρος Αλεξόπουλος

ΠΗΓΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου