ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Σάββατο 8 Μαρτίου 2014

 ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ :ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΠΑΙΔΕΙΑ π.ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ ΜΟΥΡΤΖΑΝΟΣ


                Οι άνθρωποι ταυτίζουν την πίστη στο Θεό με μία εσωτερική, βιωματική κατάσταση που πηγάζει από την παράδοση της κοινότητας στην οποία ο άνθρωπος είναι ενταγμένος, από την οικογένεια, από την αναζήτηση του καθενός, από τον φόβο και την ανάγκη, που ενισχύουν την ανθρώπινη αγωνία για στηρίγματα, τα οποία υπερβαίνουν τα όρια του αισθητού. Χωρίς να αρνείται κάποιος αυτές τις ταυτίσεις, εντούτοις δεν μπορεί παρά να σταθεί σε μία παράμετρο, η οποία μας διαφεύγει. Είναι η παιδεία, την οποία μας θυμίζει η χρονολογική συγκυρία να συνεορτάζουμε την μνήμη των Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων με την Κυριακή της Ορθοδοξίας. Των αθλητών του Χριστού που δεν υπολόγισαν την παγωμένη λίμνη και το μαρτύριο κι εκείνων των πνευματικών μορφών, οι οποίοι τόλμησαν να τα βάλουν με τους αυτοκράτορες και τα ιδεολογικά, πολιτικά και θρησκευτικά κατεστημένα της εποχής τους και να κρατήσουν ανόθευτη την πίστη στην τιμή των εικόνων. 
Η Ορθοδοξία είναι και παιδεία και μάλιστα, αυτή που ο Απόστολος Παύλος χαρακτηρίζει ως παίδευση, άσκηση, δοκιμασία.«Ει παιδείαν υπομένετε, ως υιοίς υμίν προσφέρεται ο Θεός» (Εβρ. 12.7). «Δείξτε υπομονή κατά τη διαπαιδαγώγησή σας. Ο Θεός σας μεταχειρίζεται σαν παιδιά του». Ο Θεός επιτρέπει μέσα από την πίστη να διαπαιδαγωγούμαστε, να δοκιμαζόμαστε, ακόμη και να αισθανόμαστε τιμωρημένοι μέσα από αυτή τη σχέση Πατέρα και παιδιών. Σκοπός της παιδαγωγίας «το μεταλαβείν της αγιότητος» του Θεού, το να μετάσχουμε στην αγιότητά Του (Εβρ. 12,10), να γίνουμε κι εμείς άγιοι όχι λαμβάνοντας μία εξωτερική δωρεά, αλλά μετέχοντας σ’ αυτό που ο Θεός είναι: «άγιοι γίνεσθε ότι εγώ άγιος ειμί» (Α’ Πέτρ. 1, 16).
Οι άνθρωποι θέλουμε να πιστεύουμε σε έναν Θεό ο Οποίος μας δίδει το καλό, ικανοποιεί τις επιθυμίες μας. Έχουμε μάθει να ζητούμε από Εκείνον και να ταυτίζουμε την πίστη με μία ιδιοτέλεια. Δεν πιστεύουμε ότι ο Θεός επιτρέπει να συμβαίνουν δοκιμασίες στη ζωή μας. Είμαστε βέβαιοι ότι αγαπά χωρίς να μας δίνει παιδαγωγία. Έχουμε ταυτίσει την παιδεία με την θετική διάσταση της ζωής. Έτσι αρνούμαστε να δεχτούμε ότι ο Θεός λειτουργεί όπως ο κατά σάρκα πατέρας, όταν αγαπάει αληθινά. Ότι ο Θεός επιτρέπει να συμβούν δυσκολίες. Ότι ο Θεός ευλογεί τον κόπο. Ότι δεν φείδεται  ακόμη και τον έλεγχο. Δεν είναι τιμωρός ο Θεός, γιατί η δοκιμασία, η τιμωρία την οποία επιτρέπει να λάβουμε, δεν είναι το κύριο χαρακτηριστικό Του. Όμως η αγάπη πρέπει να είναι και σκληρή, όταν χρειάζεται. Προς το αληθινό μας συμφέρον, που είναι η στόχευσή μας στην κοινωνία με το Θεό χωρίς αστερίσκους. Η πληρωτική σχέση, η οποία στηρίζεται στην απόλυτη εμπιστοσύνη. Η επίγνωση των λαθών και των αμαρτιών. Και την ίδια στιγμή η ταπείνωση της αποδοχής του θελήματός Του, ακόμη κι αν αυτό δεν είναι πάντοτε ευχάριστο.
«Μη ολιγώρει παιδείας Κυρίου» (Παροιμ. 3,11).  Μην περιφρονείς την διαπαιδαγώγηση του Κυρίου, μας συμβουλεύει το βιβλίο των Παροιμιών  της Παλαιάς Διαθήκης, αλλά και ο Παύλος. Θέλει θάρρος όμως να αποδεχτούμε το θέλημα και την αγάπη του Θεού, που δεν είναι όπως την θέλουμε, όπως την φανταζόμαστε, ωραιοποιημένη. Είναι όμως αληθινή. Έχει να κάνει με την κοινωνία μαζί Του και την μετοχή σ’ Αυτόν, στην αγιότητά Του. Αγιότητα σημαίνει καθαρότητα από αμαρτία, κάτι που για μας δεν είναι εφικτό. Μπορούμε όμως να προσφέρουμε σ’ Αυτόν την μετάνοιά μας. Αγιότητα σημαίνει αγάπη που γίνεται συγχώρεση για τους πάντες, κάτι που δεν είναι και πάλι εφικτό για μας. Μπορούμε όμως να Του προσφέρουμε την διάθεσή μας να αγαπήσουμε και Εκείνος θα αναπληρώσει τις ελλείψεις μας. Αγιότητα σημαίνει αποδοχή του θελήματός Του, γιατί αυτό αποσκοπεί στη σωτηρία, στη λύτρωσή μας από το κακό και το θάνατο, δηλαδή στην αληθινή ελευθερία. Και από μόνοι μας δεν μπορούμε να αποδεχτούμε μια τέτοια προοπτική. Μπορούμε όμως να Του προσφέρουμε την λιγοστή μας άσκηση, την προσπάθειά μας να υπερβούμε τον εαυτό μας, την λιγοστή υπακοή μας κι Εκείνος και πάλι θα θεραπεύσει την αδυναμία μας.
Οι άνθρωποι ταυτίζουν την Ορθοδοξία με την παράδοση, με τους θεσμούς, με τα αξιώματα, με το ιερατείο, με την ιστορία. Την θεωρούν κάτι το ξεπερασμένο, απαραίτητο όμως γιατί πολλοί και αδύναμοι εξακολουθούν να την εμπιστεύονται. Την θέλουν όμως ευχάριστη. Βοηθητική και παρακλητική. Που να συμβάλλει στο να βλέπουν τη ζωή θετικά. Που να προβάλλει έναν Θεό που δεν ζητά τίποτε, αλλά μόνο δίνει. Και δεν μπορούν να αποδεχθούν έναν Θεό που παιδαγωγεί τον άνθρωπο. Μια Εκκλησία που χωρίς να παραθεωρεί την δοτικότητα, κηρύττει δρόμους δύσκολους. Που τολμά να μιλά και να δείχνει δρόμους μαρτυρικούς. Αυταπάρνησης. Ρήξης με τη νοοτροπία κάθε εποχής. Ακόμη κι αν αυτή η ρήξη δεν κάνει θόρυβο.
Ίσως κι εμείς οι χριστιανοί, μέσα από την ανάγκη για αυτοβεβαίωση που ως άνθρωποι αισθανόμαστε, λόγω του ότι εξακολουθούμε να πιστεύουμε σε αξίες και τρόπους που δεν είναι συμβατές με τη νοοτροπία του κόσμου και της σύγχρονης πραγματικότητας, να συμβάλουμε στην αίσθηση ότι η πίστη στο Θεό και η Ορθοδοξία είναι δρόμος και τρόπος εύκολος, που δίνει μαγικές λύσεις στον άνθρωπο. Ίσως να αισθανόμαστε περισσότερο από όσο πρέπει την ανάγκη να αποδείξουμε την χρησιμότητά μας στον κόσμο. Ότι έχουμε λόγο ύπαρξης. Όμως η Ορθοδοξία χωρίς παιδεία, χωρίς διαπαιδαγώγηση, δεν είναι αληθινά ακέραιη. Ωραιοποιεί, αλλά δεν λυτρώνει. Ζητά από τους ανθρώπους να παραδώσουν τα φορτία τους χωρίς καν να κουραστούν να τα κουβαλήσουν. Μετατοπίζει τις ευθύνες στο Θεό, τους θεσμούς, το ιερατείο και αφήνει στην άκρη την ανάληψη του προσωπικού σταυρού από τον καθέναν. Έτσι όμως παραποιεί και το τι σημαίνει αληθινή χαρά, η οποία πηγάζει μέσα από την κοινωνία με το Θεό, την μετοχή στην αγιότητά Του. Είναι κοπιώδης ο δρόμος και ο τρόπος της Ορθοδοξίας.Στενός και τεθλιμμένος. Αλλά όχι μοναχικός. Είναι παρών ο Χριστός στη ζωή αυτού που Τον ακολουθεί. Και είναι τόση πολλή η αγάπη, το φως και η αλήθεια την οποία βιώνει αυτός που δεν φοβάται την παιδεία, ώστε να αλλάζει και να βοηθά και άλλους να αλλάξουν μαζί του.
Μια τέτοια Ορθοδοξία χρειαζόμαστε. Όχι ως θεωρητικό πρότυπο, αλλά ως στάση ύπαρξης και ζωής. Στην ενορία. Στο μοναστήρι. Στο διακόνημά του ο καθένας. Στην μικρότερη ή μεγαλύτερη κοινότητα. Στην πατρίδα. Στον κόσμο. Κι ας μην φαίνεται χρήσιμη μια τέτοια Ορθοδοξία. Ποτέ δεν ήμασταν «χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον» (Α’ Κορ. 13, 1). Πάντοτε θα παραμένουμε η μικρά ζύμη, ο κόκκος του σιναπιού, το άλας της γης.  Οι έχοντες επιλέξει τα δύσκολα. Του Σταυρού που φέρνει Ανάσταση.

Κέρκυρα, 9 Μαρτίου 2014
 Κυριακή της Ορθοδοξίας ( Α΄Νηστειών) - «Ραββί, σὺ εἶ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ»

«Ραββί, σὺ εἶ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ»
Στὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο ἔχουμε τὴν μεγαλειώδη ὁμολογία τοῦ Ναθαναήλ, ὁ ὁποῖος κατόπιν προσκλήσεως τοῦ Φιλίππου καὶ παρὰ τὶς ἀρχικές του ἐπιφυλάξεις, συναντᾶ τὸν Κύριο καὶ ἀναφωνεῖ: "σὺ εἶ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ". Ὁ Ναθαναὴλ ἦταν ἕνας εὐλαβὴς Ἰσραηλίτης ποὺ μελετοῦσε τὶς Γραφὲς καὶ ἐγνώριζε τὶς μεσσιανικὲς προφητεῖες. Ὁ Χριστὸς δέχεται τὴν ὁμολογία του, καὶ ἐπὶ πλέον τοῦ ἀποκαλύπτει ὅτι στὸ μέλλον "μείζων τούτων ὄψει". Καὶ πράγματι ὁ Ναθαναὴλ θὰ ζήσει τὰ θαύματα τοῦ Κυρίου, τὴν Ἀνάσταση καὶ τὴν Ἀνάληψη. Ἡ ἴδια ὑπόσχεση τοῦ Κυρίου ἔχει ἐφαρμογὴ καὶ σὲ ἐμᾶς τοὺς χριστιανούς, ποὺ ὄντως μέσα στὴν Ἐκκλησία βιώνουμε πλούσιες τὶς εὐλογίες καὶ εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ στὴν ζωή μας.

Ἡ ὁμολογία τοῦ Ναθαναὴλ γιὰ τὸν Ἰησοῦ εἶναι σημαντική, διότι τὸ θεμέλιο τῆς χριστιανικῆς πίστεως εἶναι ἡ ὁμολογία τῆς θεότητος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος ἐπαινεῖ τὴν γνήσια καὶ ἄδολη ὁμολογία τοῦ Ναθαναήλ. Εἶναι σημαντικὸ νὰ ἔχουμε τὴν ὀρθὴ πίστη γιὰ τὸ θεανδρικὸ Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, καθὼς ὅλες οἱ μεγάλες αἱρέσεις ποὺ ταλάνισαν τὴν Ἐκκλησία ξέσπασαν γιὰ λόγους χριστολογικούς. Ἐπειδὴ ἡ Σάρκωση τοῦ Λόγου καὶ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ θεανθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ, γιὰ πολλοὺς ἀπετέλεσαν "λίθον προσ κόμματος", ποὺ ἀμφισβήτησαν τὸ σωτηριῶδες σχέδιο τῆς θείας οἰκονομίας καὶ προσπάθησαν νὰ προσεγγίσουν τὸ Μυστήριο τῆς Ἐνανθρωπήσεως μὲ τὴν λογική τους, ἀλλὰ ἀπέτυχαν ὁδηγηθέντες σὲ αἱρέσεις ποὺ ἀρνοῦνταν τὴν θεότητα τοῦ Υἱοῦ (ἀρειανισμός), τὴν ἀνθρώπινη φύση Του (μονοφυσίτες), τὴν μοναδικότητά Του ὡς Σωτῆρος (γνωστικισμός, ἰουδαΐζοντες χριστιανοί).
Οἱ αἱρέσεις περὶ τὸ Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἀπετέλεσαν μεγάλη πνευματικὴ ἀπειλὴ γιὰ τὴν Ἐκκλησία, καθὼς νόθευαν τὴν Ἀλήθεια τῆς πίστεως καὶ ὁδηγοῦσαν πολλοὺς σὲ ὁδοὺς πλάνης καὶ ἀπωλείας. Γι᾽ αὐτὸ οἱ Ἅγιοι Πατέρες ἐκφραστὲς τῆς ὀρθοδόξου αὐτοσυνειδησίας τῆς Ἐκκλησίας, πολέμησαν ἐντόνως τὶς αἱρέσεις καὶ τοὺς αἱρεσιάρχες. Ὁ Ἅγ. Εἰρηναῖος ἔγραφε ὅτι οἱ αἱρέσεις εἶναι ἡ βοτάνη τοῦ διαβόλου, ἐνῶ καὶ ὁ Μέγας Ἀθανάσιος σημείωνε ὅτι οἱ αἱρέσεις εἶναι γεννήματα τοῦ διαβόλου καὶ οἱ αἱρετικοὶ τέκνα τοῦ σατανᾶ, ἀκριβῶς διότι ὁ διάβολος χρησιμοποιεῖ τὶς αἱρέσεις, γιὰ νὰ πλήξει τὴν Ἐκκλησία.
Ἕνα σημεῖο ποὺ ἀξίζει νὰ προσέξουμε εἶναι ὅτι ἡ ὁμολογία τοῦ Ναθαναὴλ ἀκολουθεῖ τὴν πρόσκληση τοῦ Φιλίππου "ἔρχου καὶ ἴδε". Ὁ Ναθαναὴλ γνωρίζει πρῶτα τὸν Κύριο καὶ μετὰ ὁμολογεῖ τὴν θεότητά Του. Αὐτὸ ἔχει ἰδιαίτερη σημασία γιὰ ἐμᾶς τοὺς ὀρθοδόξους. Ἡ πίστη μας εἶναι βίωμα καὶ ἐμπειρία, γνωριμία καὶ γνώση τοῦ Θεοῦ μέσα ἀπὸ τὴν λατρευτικὴ ζωή τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὰ μυστήριά της, στὰ ὁποῖα ὁ Χριστὸς φανερώνεται ("σημαίνεται", Ἅγ. Ν. Καβάσιλας). Ὅταν εἴμαστε συνδεδεμένοι μὲ τὴν Ἐκκλησία καὶ ἔχουμε βίωμα πνευματικὸ καὶ λατρευτικό, ζοῦμε ὄντως ὀρθόδοξο βίο. Ἄλλωστε, ἄτομα ἀποκομμένα ἀπὸ τὴν ζωή τῆς Ἐκκλησίας πέφτουν εὐκολότερα θύματα τῶν αἱρέσεων.
Οἱ Ἅγιοι Πατέρες μὲ σκληροὺς ἀγῶνες διεφύλαξαν τὴν Ὀρθοδοξία καὶ μᾶς τὴν παρέδωσαν ὡς πολύτιμο πνευματικὸ θησαυρό, τὸν ὁποῖον καὶ ἐμεῖς σήμερα ὀφείλουμε νὰ διατηρήσουμε καθαρὸ καὶ ἀνόθευτο ἀπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ οἰκουμενισμοῦ, τοῦ συγκρητισμοῦ καὶ τῆς Νέας Ἐποχῆς. Ἂς μὴ λησμονοῦμε τὸν λόγο τοῦ προμάχου καὶ στύλου τῆς Ὀρθοδοξίας, Ἁγ. Μάρκου Εὐγενικοῦ: "εἰς τὰ τῆς πίστεως οὐ χωρεῖ συγκατάβασις". Σὲ θέματα πίστεως δὲν ἐπιτρέπεται κανένας συμβιβασμός, ὑποχώρηση ἢ παραχώρηση.
Νὰ προσευχόμαστε ὁ Κύριος νὰ μᾶς στηρίζει στὴν πίστη μας καὶ νὰ ὁμολογοῦμε τὴν Ὀρθοδοξία ἔναντι ὅλων.
Ἀρχιμανδρίτης π. Κύριλλος Κεφαλόπουλος
 Κυριακή της Ορθοδοξίας: Η μόνη σωστική αλήθεια, Ορθοδοξία!

Κάποτε ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία εἶχε νὰ ἀντιμετωπίσῃ ἕνα μεγάλο πειρασμό.Ὑπῆρξαν τὸν ὄγδοο αἰῶνα κάποιοι χριστιανοί, ποὺ ὑποστήριζαν πὼς εἶναι μὲν βλασφημία νὰ ἀπεικονίζεται τὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, διότι Αὐτὸς εἶναι ὁἀνεικόνιστος, ἀσχημάτιστος, ἀόρατος Θεός, ἀλλὰ καὶ πὼς εἶναι εἰδωλολατρία ἡπροσκύνηση τῶν εἰκόνων. Σὲ αὐτὴν τὴν πλάνη ὡδηγήθηκαν ἀπὸ παρερμηνεῖες τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἀπὸ τὴν λανθασμένη ἐντύπωση γιὰ τὴν ἀξία τῶν εἰκονιζομένων προσώπων, ἀπὸ πολιτικὰ συμφέροντα, ἀπὸ τὴν ἐπιῤῥοὴ τῆςἑβραϊκῆς καὶ μουσουλμανικῆς θρησκείας ποὺ ἀπαγόρευαν τὴν ἀπεικόνιση καὶἀρνοῦνταν τὴν ὕπαρξη ἁγίων καὶ τὴν ἐνσάρκωση τοῦ Θεοῦ, καθὼς καὶ ἀπὸ τὴν παράχρηση τῶν ἱερῶν εἰκόνων ἐκ μέρους ἀκραίων εἰκονολατρῶν.

Ἡ Ἐκκλησία μας μὲ τὸν μεγάλο ἀγῶνα τῶν ἁγίων πατέρων της καθώρισε τὸ787 μὲ τὴν ἕβδομη οἰκουμενικὴ σύνοδο στὴ Νίκαια τῆς Μικρᾶς Ἀσίας τὸὀρθόδοξο δόγμα, σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖο ἐπιτρέπεται ἡ ἀπεικόνιση τῆςἀνθρώπινης φύσης τοῦ Χριστοῦ, αὐτὴν ποὺ εἶδαν καὶ ψηλάφισαν οἱ Ἀπόστολοι, καὶ ἡ ἀπεικόνιση τῶν ἁγίων, ποὺ πρεσβεύουν γιὰ τοὺς ζῶντες καὶ ὡς καλοὶ φίλοι τοῦ Θεοῦ συνδράμουν στὴν ἀνθρώπινη παράκληση καὶ ἀνταποκρίνονται στὶς προσευχὲς τῶν πιστῶν.
Τὸ ὀρθόδοξο δόγμα κάνει σαφῆ διάκριση ἀνάμεσα στὴλατρεία τοῦ Θεοῦ ὡς Κτίστου καὶ Δημιουργοῦ καὶ στὴχρήση τῆς ὕλης τῆς εἰκόναςὡς κτίσης. Λατρεύουμε τὸν Θεὸ καὶ προσκυνοῦμε στὴν εἰκόνα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ὄχι τὸ ξύλο καὶ τὴν μπογιά, ἀλλὰτὸ πρόσωπο τοῦ Θεανθρώπου καὶ τὴν ὕλη ποὺ προσέλαβεἘκεῖνος, τὸ Πανάγιο Σῶμα Του, μὲ τὸ ὁποῖο ἔσωσε τὴνἀνθρωπότητα. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὶς εἰκόνες τῶν ἁγίων, διὰ τῆς προσκυνήσεως τῶν ὁποίων τιμοῦμε τοὺς ἁγίους, τοὺς σεβόμαστε καὶ τοὺς δείχνουμε τὴν ἀγάπη μας, ὅπως μία μητέρα ἀσπάζεται τὴν φωτογραφία τοῦπαιδιοῦ τῆς ποὺ βρίσκεται μακρυά.
Δυστυχῶς ὑπάρχουν πάντοτε ἐκεῖνοι ποὺ ἀποροῦν καὶ ἀγανακτοῦν μὲ τὴν συῤῥοὴ πιστῶν σὲ Ναούς, προκειμένου νὰ προσκυνήσουν μία εἰκόνα. Εὐτυχῶςὅμως ὑπάρχουν καὶ ἐκεῖνοι ποὺ βρίσκουν σὲ μία εἰκόνα τὴν χαμένη ἐλπίδα, τὴνἀναμονὴ τοῦ θαύματος, τὴν ἐπιβεβαίωση τῆς ἐσωτερικῆς τους πίστης.
Οἱ εἰκόνες, ἀδελφοί μου, δὲν εἶναι καινοτομία στὸν χῶρο τὸν ἐκκλησιαστικό. Εἶναι ἀρχαία παράδοση ἡ ἀπεικόνιση τῶν ἁγίων μαρτύρων στὶς κατακόμβες καὶστοὺς τόπους τοῦ μαρτυρίου. Ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς μάλιστα, ποὺ ἐκτὸς ἀπὸἰατρὸς ἦταν καὶ ζωγράφος, ἁγιογράφησε τὸ γλυκύτατο πρόσωπο τῆς Παναγίας μας σὲ διάφορα ἀντίγραφα. Ἀλλὰ καὶ τὸ Πανάγιο πρόσωπο τοῦ Κυρίου μας, εἴτε αὐτούσιο, εἴτε διὰ συμβολισμοῦ, ἀπεικονιζόταν ἀπὸ τὰ πρῶτα χρόνια ζωῆς τῆςἘκκλησίας, ἀφοῦ ἔγινε κατὰ τὴν ἀνθρώπινη φύση Του ὁρατός, ἔγινε ὑλικός, περιγραπτός, κι ἑπομένως δὲν ὑπῆρχε πρόβλημα στὴν ἀπεινόνισή του ὡςἀνθρώπου, ἀφοῦ ἔγινε ἄνθρωπος.
Ὅταν προσκυνοῦμε μία εἰκόνα, δὲν προσκυνοῦμε τὴνὕλη της, τὸ ξύλο, τὸ μέταλλο, τὸ χαρτί, ἀλλὰ τὸεἰκονιζόμενο πρόσωπο.Ἑπομένως πρέπει καὶ νὰκαταλάβουμε πὼς τὸ θαῦμα δὲν τὸ ἐπιτελεῖ ἡ εἰκόνα ὡςἀντικείμενο, ἀλλὰ ἡ εἰκόναὡς πρόσωπο, τὸ εἰκονιζόμενο πρόσωπο. Κατὰ τὴν ἔννοια αὐτὴ δὲν ὑπάρχουν θαυματουργὲς καὶ μὴθαυματουργὲς εἰκόνες, ἀλλὰμόνον θαυματουργοὶ ἅγιοι ποὺ ἀνταποκρίνονται στὴν διὰ προσκυνήσεως τῶν εἰκόνων τους παράκληση τῶν πιστῶν.
Τὸ νὰ προσκυνᾷ ἑπομένως κάποιος πιστὸς μιὰ εἰκόνα τῆς Παναγίας ὡς περισσότερο θαυματουργῆ ἀπὸ μία ἄλλη σημαίνει πὼς τοῦτος δὲν εχει ξεφύγειἀπὸ τὴν σφαῖρα τῆς εἰδωλολατρίας, ἔχοντας διαστρεβλωμένη ἀντίληψη. Ἢ τὸ νὰφέρνῃ κάποια εἰκόνα στὸ Ναό, γιὰ νὰ «σαραντίσῃ», ὅπως λέγεται, ἀποδεικνύειὅτι δὲν ἀντιλαμ βάνεται τὴν εἰκόνα ὡς εἰκονιζόμενο πρόσωπο, ἀλλὰ ὡςἀντικείμενο, ποὺ θὰ ἀποκτήσῃ μὲ τὸν «σαραντισμό» θαυματουργικὲς ἢ μαγικὲςἱκανότητες.
       Ἡ ὀρθόδοξη εὐσέβεια ἔχει ὅρια, ποὺ ἂν κάποιος τὰ ὑπερβῇ εἴτε ἀπὸ τὴ μιά, εἴτε ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, τραυματίζει τὴν ἰδιότητα τοῦ ὀρθοδόξου καὶ περνᾶστὴν μεριὰ τῆς ἀσεβείας. Αὐτὸ ἔπαθαν καὶ οἱ εἰκονομάχοι, ποὺ ποδοπατοῦσαν καὶκατέστρεφαν τὶς εἰκόνες τῶν ἁγίων, ἀλλὰ καὶ οἱ ἀκραῖοι εἰκονολάτρες, ποὺἔριχναν ξύσματα ἀπὸ εἰκόνες μέσα στὴ Θεία Κοινωνία.             
Ἡ τιμὴ τῶν ἁγίων μέσα ἀπὸ τὸν ἀσπασμὸ τῶν ἱερῶν τους εἰκονισμάτων, τὴν προσκύνηση τῶν ἱερῶν λειψάνων τους καὶ τοῦ Σταυροῦ τοῦ Σωτῆρος μας, ἡλατρεία τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ μας, ἂς γίνεται μὲ εὐλάβεια καὶ συστολή. Δὲν παίζουμε μὲ τὰ ἅγια καὶ ἱερὰ τῆς πίστεώς μας. Αὐτὰ κράτησαν τὴν Ὀρθοδοξία μας, τὴν μόνη ἀληθινὴ πίστη ποὺ μπορεῖ νὰ σώσῃ τὸν κόσμο.

π. Στυλιανός Μακρής
 Το κήρυγμα της Κυριακής: Κυριακή Α΄ Νηστειών
Του Αρχιμανδρίτου Παϊσίου Λαρεντζάκη
Ιεροκήρυκος της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κρήτης
«Ἒρχου καί ἲδε».
Η αγία αυτή ημέρα της πρώτης Κυριακής των Νηστειών είναι ξεχωριστή, διότι παρά το κατανυκτικό κλίμα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, εορτάζει λαμπρά η Ορθοδοξία μας, η αληθινή Εκκλησία του Χριστού. Σήμερα ποιούμε ανάμνηση του κορυφαίου γεγονότος της εκκλησιαστικής μας ιστορίας, της αναστηλώσεως των ιερών εικόνων, το οποίο επισυνέβη το 843 στο Βυζάντιο, χάρις στην αποφασιστική συμβολή της βασιλίσσης αγίας Θεοδώρας.
Ο ευαγγελιστής Ιωάννης περιγράφει τις συναντήσεις του Ιησού Χριστού με δύο από τους μαθητές του, τον Φίλιππο και τον Ναθαναήλ. Όλα τα επί μέρους περιστατικά των συναντήσεων μας δείχνουν ότι οι δύο Ισραηλίτες έγιναν μαθητές και απόστολοι του Χριστού, αφού πρώτα απέκτησαν την εμπειρία της παρουσίας του στον κόσμο μας. Αφού δηλαδή τον γνώρισαν προσωπικά και έλαβαν πείρα για το ποιός είναι.
Ο Φίλιππος γνώριζε πολύ καλά την αγαθή διάθεση του φίλου του Ναθαναήλ. Γνώριζε ότι και εκείνος είχε τον πόθο της λυτρώσεως· την ακλόνητη πίστη σε όσα είχαν προαναγγείλει οι Προφήτες για την έλευση του Λυτρωτή· σίγουρη την ελπίδα ότι δεν θα αργούσε να έρθει ο Χριστός, ο Λυτρωτής του κόσμου και των ανθρώπων. Γνώριζε ακόμη ο Φίλιππος ότι εάν ο Ναθαναήλ ερχόταν σε επικοινωνία και γνωριμία με τον Χριστό θα πίστευε αμέσως σ’ Αυτόν. Για το λόγο αυτό δεν του ανακοινώνει όσα γνώριζε για τον Χριστό και να συζητήσει μαζί του και να του διαλύσει τις τυχόν επιφυλάξεις του, αλλά του λέει «ἒρχου καί ἲδε», για να πεισθείς μόνος σου, ότι αυτός είναι ο Λυτρωτής, ο Υιός του Θεού.
«Ἒρχου καί ἲδε». Πραγματικά εκείνο που μπορεί να εξουδετερώσει προκαταλήψεις, να διαλύσει τυχόν αμφιβολίες, να εμπνεύσει, να θερμάνει και να αναπτύξει ζωντανή και καρποφόρα πίστη προς τον Χριστό είναι η προσωπική γνωριμία μαζί Του. Κάθε καλοπροαίρετος άνθρωπος, που δεν έχει σκληρυνθεί από την απάτη της αμαρτίας, καθένας που με ειλικρίνεια ποθεί την λύτρωση, όταν κατά κάποιο τρόπο γνωρίσει τον Χριστό, θα αισθανθεί την καρδιά του να ελκύεται προς αυτόν, τον νου του να φωτίζεται και την πίστη να γεννάται μέσα του.
Πολλοί είναι οι εχθροί και πολέμιοι του Χριστού, στο διάβα των αιώνων, οι οποίοι είχαν αγαθή διάθεση, μόλις γνώρισαν τον Χριστό μετεβλήθησαν αμέσως. Έγιναν με έργα και λόγια πιστοί μαθητές του και θερμοί κήρυκες του Ευαγγελίου. Από τον Απόστολο Παύλο και μετά η ιστορία του χριστιανισμού είναι γεμάτη από τέτοια παραδείγματα. Σ’ αυτούς μίλησε με πολύ πειστικότητα και τους συγκλόνισε βαθιά, όχι η θεωρητική και με λόγια προβολή της προσωπικότητας του Χριστού, αλλά η προσωπική γνωριμία μαζί του. Εκεί που υπάρχει η προσωπική πείρα, εκεί είναι περιττές οι όποιες θεωρητικές αναλύσεις και αποδείξεις.
«Ἒρχου καί ἲδε». Ο άνθρωπος έρχεται και βλέπει καθαρά, γνωρίζει σαφώς και πείθεται απόλυτα ότι ο σαρκωθείς Υιός και Λόγος του Θεού είναι ως άνθρωπος, ο τέλειος και ιδανικός τύπος. Γιατί σ’ Αυτόν δεν υπάρχει η παραμικρή κηλίδα αμαρτίας, κανένα επισκίασμα ανθρώπινης αδυναμίας, καμία ενοχή. Υπήρξε από την αρχή και παρέμεινε μέχρι το τέλος ο πλήρως και τελείως αναμάρτητος. Ο Προφήτης Ησαΐας τον προανήγγειλε από την ημέρα της γεννήσεώς του ως αγνό και άμωμο νήπιο[1]. Επίσης τον διακήρυξε ως απολύτως αναμάρητον, όταν θα επισφράγιζε τη ζωή του με την λυτρωτική θυσία του πάνω στο Σταυρό. «Αὐτός ἀνομίαν οὐκ ἐποίησεν, οὐδέ εὑρέθη δόλος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ»[2]. Ο ίδιος ο Κύριος με πλήρη συναίσθηση της απόλυτης αναμαρτησίας του έλεγε στους γραμματείς και φαρισαίους, οι οποίοι συνεχώς τον κατασκόπευαν· «τίς ἐξ ὑμῶν ἐλέγχει με περί ἁμαρτίας;»[3].
Στον Χριστό υπάρχει όλος ο πλούτος των αρετών. Η κάθε αρετή στον τέλειο βαθμό και σε ένα άριστο και υπερτέλειο σύνολο ενωμένες μεταξύ τους. Γεμάτος έκσταση ο ιερός υμνογράφος μπροστά στο απαστράπτον μεγαλείο των αρετών του Χριστού υμνολογεί και ψάλλει προς Αυτόν· «ἐκάλυψεν οὐρανούς ἡ ἀρετή σου Χριστέ». Ξεπέρασε κάθε ανθρώπινη αρετή και επεσκίασε και των αγγέλων ακόμη την αγιότητα. Η αγάπη, η στοργή, η ταπείνωση και η πραότητα, η επιείκεια και η συγκατάβαση, η αυταπάρνηση και η αυτοθυσία, η ανεξικακία, η υπομονή και η εγκαρτέρηση μαζί με την πίστη και υπακοή στον ουράνιο Πατέρα, τον ανέδειξαν «ὑπέρ τήν λαμπρότητα τοῦ ἡλίου» φως ηθικής τελειότητας.
Από άπειρη αγάπη προς εμάς τους ανθρώπους επισφράγισε την γεμάτη θυσίες ζωή του με την μεγάλη και φρικτή θυσία πάνω στο Σταυρό. Με βαθειά ταπείνωση έπλυνε τα πόδια των Μαθητών του ζωσμένος το λεντίο. Με συγκινητική πραότητα ρώτησε τον άθλιο εκείνο δούλο· «εἰ κακῶς ἐλάλησα, μαρτύρησον περί τοῦ κακοῦ, εἰ δέ καλῶς, τί μέ δέρεις;». Με πλήρη ανεξικακία, ενώ πονούσε φρικτά πάνω στο Σταυρό του μαρτυρίου, προσευχόταν υπέρ των σταυρωτών του, λέγοντας στον Πατέρα του: «Πάτερ, ἂφες αὐτοῖς· οὐ γάρ οἲδασι τί ποιοῦσι…».
Εκείνος που θα πλησιάσει με απροκατάληπτη και αγαθή διάθεση τον Χριστό, θα τον γνωρίσει ως το υπέρλαμπρο φως του κόσμου. Θα φωτισθεί ο ίδιος από την θεία διδασκαλία του. Θα ακούσει και θα μάθει μεγάλης σημασίας αλήθειες. Θα μάθει, όσο μπορεί να χωρέσει ο ανθρώπινος νους, τι είναι ο άπειρος Θεός, ο δημιουργός και κυβερνήτης των πάντων, ο στοργικός πατέρας των ανθρώπων. Θα μάθει τι είναι ο ίδιος ο άνθρωπος και πόση ανεκτίμητη είναι η αξία της ψυχής, αφού ούτε ολόκληρος ο κόσμος δεν μπορεί να την εξαγοράσει. Θα ακούσει από τον Χριστό αλήθειες για την αιωνιότητα, για τη λατρεία που αρμόζει στο Θεό, για τον τέλειο ηθικό νόμο που πρέπει να ρυθμίζει τη ζωή των ανθρώπων.
Θα πάρει τη χάρη του Χριστού, τις ανεκτίμητες δωρεές των μυστηρίων, την άφεση των αμαρτιών, την αληθινή ειρήνη και χαρά, τον ίδιο τον Χριστό με το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Θα γίνει Χριστοφόρος και Θεοφόρος, σοφός κατά Χριστόν, αγαπημένο τέκνο του Θεού, θεός κατά χάριν, αδελφός και συγκληρονόμος του Χριστού. Θα προγεύεται και θα απολαμβάνει τα αγαθά της αιωνιότητας «ἃ ὀφθαλμός οὐκ εἶδε καί οὖς οὐκ ἢκουσε καί ἐπί καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἃ ἡτοίμασεν ὁ Θεός τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν»[4].
Και τότε χαρούμενος και ενθουσιασμένος από την προσωπική του γνωριμία με τον Χριστό, θα ευχαριστεί με όλη του την καρδιά εκείνο, που σαν άλλος Φίλιππος του είπε· «ἒρχου καί ἲδε». Γεμάτος από φως και χάρη Χριστού, γεμάτος από προσωπική πείρα, με ακλόνητη και ζωογόνο πίστη θα ομολογεί και θα διακηρύσσει όπως ο Ναθαναήλ: «Ραββί, σύ εἶ ὁ υἱός τοῦ Θεοῦ», ο λυτρωτής του κόσμου. Αμήν.

[1] Ησ. ζ΄ 15-16.
[2] Ησ. νγ΄ 9.
[3] Ιωάν. η΄ 46.
[4] Α΄ Κορ. β΄9.

Παρασκευή 7 Μαρτίου 2014

 Κυριακή της Ορθοδοξίας ( Α΄Νηστειών) - «Ραββί, σὺ εἶ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ»


«Ραββί, σὺ εἶ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ»
Στὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο ἔχουμε τὴν μεγαλειώδη ὁμολογία τοῦ Ναθαναήλ, ὁ ὁποῖος κατόπιν προσκλήσεως τοῦ Φιλίππου καὶ παρὰ τὶς ἀρχικές του ἐπιφυλάξεις, συναντᾶ τὸν Κύριο καὶ ἀναφωνεῖ: "σὺ εἶ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ". Ὁ Ναθαναὴλ ἦταν ἕνας εὐλαβὴς Ἰσραηλίτης ποὺ μελετοῦσε τὶς Γραφὲς καὶ ἐγνώριζε τὶς μεσσιανικὲς προφητεῖες. Ὁ Χριστὸς δέχεται τὴν ὁμολογία του, καὶ ἐπὶ πλέον τοῦ ἀποκαλύπτει ὅτι στὸ μέλλον "μείζων τούτων ὄψει". Καὶ πράγματι ὁ Ναθαναὴλ θὰ ζήσει τὰ θαύματα τοῦ Κυρίου, τὴν Ἀνάσταση καὶ τὴν Ἀνάληψη. Ἡ ἴδια ὑπόσχεση τοῦ Κυρίου ἔχει ἐφαρμογὴ καὶ σὲ ἐμᾶς τοὺς χριστιανούς, ποὺ ὄντως μέσα στὴν Ἐκκλησία βιώνουμε πλούσιες τὶς εὐλογίες καὶ εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ στὴν ζωή μας.

Ἡ ὁμολογία τοῦ Ναθαναὴλ γιὰ τὸν Ἰησοῦ εἶναι σημαντική, διότι τὸ θεμέλιο τῆς χριστιανικῆς πίστεως εἶναι ἡ ὁμολογία τῆς θεότητος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος ἐπαινεῖ τὴν γνήσια καὶ ἄδολη ὁμολογία τοῦ Ναθαναήλ. Εἶναι σημαντικὸ νὰ ἔχουμε τὴν ὀρθὴ πίστη γιὰ τὸ θεανδρικὸ Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, καθὼς ὅλες οἱ μεγάλες αἱρέσεις ποὺ ταλάνισαν τὴν Ἐκκλησία ξέσπασαν γιὰ λόγους χριστολογικούς. Ἐπειδὴ ἡ Σάρκωση τοῦ Λόγου καὶ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ θεανθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ, γιὰ πολλοὺς ἀπετέλεσαν "λίθον προσ κόμματος", ποὺ ἀμφισβήτησαν τὸ σωτηριῶδες σχέδιο τῆς θείας οἰκονομίας καὶ προσπάθησαν νὰ προσεγγίσουν τὸ Μυστήριο τῆς Ἐνανθρωπήσεως μὲ τὴν λογική τους, ἀλλὰ ἀπέτυχαν ὁδηγηθέντες σὲ αἱρέσεις ποὺ ἀρνοῦνταν τὴν θεότητα τοῦ Υἱοῦ (ἀρειανισμός), τὴν ἀνθρώπινη φύση Του (μονοφυσίτες), τὴν μοναδικότητά Του ὡς Σωτῆρος (γνωστικισμός, ἰουδαΐζοντες χριστιανοί).
Οἱ αἱρέσεις περὶ τὸ Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἀπετέλεσαν μεγάλη πνευματικὴ ἀπειλὴ γιὰ τὴν Ἐκκλησία, καθὼς νόθευαν τὴν Ἀλήθεια τῆς πίστεως καὶ ὁδηγοῦσαν πολλοὺς σὲ ὁδοὺς πλάνης καὶ ἀπωλείας. Γι᾽ αὐτὸ οἱ Ἅγιοι Πατέρες ἐκφραστὲς τῆς ὀρθοδόξου αὐτοσυνειδησίας τῆς Ἐκκλησίας, πολέμησαν ἐντόνως τὶς αἱρέσεις καὶ τοὺς αἱρεσιάρχες. Ὁ Ἅγ. Εἰρηναῖος ἔγραφε ὅτι οἱ αἱρέσεις εἶναι ἡ βοτάνη τοῦ διαβόλου, ἐνῶ καὶ ὁ Μέγας Ἀθανάσιος σημείωνε ὅτι οἱ αἱρέσεις εἶναι γεννήματα τοῦ διαβόλου καὶ οἱ αἱρετικοὶ τέκνα τοῦ σατανᾶ, ἀκριβῶς διότι ὁ διάβολος χρησιμοποιεῖ τὶς αἱρέσεις, γιὰ νὰ πλήξει τὴν Ἐκκλησία.
Ἕνα σημεῖο ποὺ ἀξίζει νὰ προσέξουμε εἶναι ὅτι ἡ ὁμολογία τοῦ Ναθαναὴλ ἀκολουθεῖ τὴν πρόσκληση τοῦ Φιλίππου "ἔρχου καὶ ἴδε". Ὁ Ναθαναὴλ γνωρίζει πρῶτα τὸν Κύριο καὶ μετὰ ὁμολογεῖ τὴν θεότητά Του. Αὐτὸ ἔχει ἰδιαίτερη σημασία γιὰ ἐμᾶς τοὺς ὀρθοδόξους. Ἡ πίστη μας εἶναι βίωμα καὶ ἐμπειρία, γνωριμία καὶ γνώση τοῦ Θεοῦ μέσα ἀπὸ τὴν λατρευτικὴ ζωή τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὰ μυστήριά της, στὰ ὁποῖα ὁ Χριστὸς φανερώνεται ("σημαίνεται", Ἅγ. Ν. Καβάσιλας). Ὅταν εἴμαστε συνδεδεμένοι μὲ τὴν Ἐκκλησία καὶ ἔχουμε βίωμα πνευματικὸ καὶ λατρευτικό, ζοῦμε ὄντως ὀρθόδοξο βίο. Ἄλλωστε, ἄτομα ἀποκομμένα ἀπὸ τὴν ζωή τῆς Ἐκκλησίας πέφτουν εὐκολότερα θύματα τῶν αἱρέσεων.
Οἱ Ἅγιοι Πατέρες μὲ σκληροὺς ἀγῶνες διεφύλαξαν τὴν Ὀρθοδοξία καὶ μᾶς τὴν παρέδωσαν ὡς πολύτιμο πνευματικὸ θησαυρό, τὸν ὁποῖον καὶ ἐμεῖς σήμερα ὀφείλουμε νὰ διατηρήσουμε καθαρὸ καὶ ἀνόθευτο ἀπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ οἰκουμενισμοῦ, τοῦ συγκρητισμοῦ καὶ τῆς Νέας Ἐποχῆς. Ἂς μὴ λησμονοῦμε τὸν λόγο τοῦ προμάχου καὶ στύλου τῆς Ὀρθοδοξίας, Ἁγ. Μάρκου Εὐγενικοῦ: "εἰς τὰ τῆς πίστεως οὐ χωρεῖ συγκατάβασις". Σὲ θέματα πίστεως δὲν ἐπιτρέπεται κανένας συμβιβασμός, ὑποχώρηση ἢ παραχώρηση.
Νὰ προσευχόμαστε ὁ Κύριος νὰ μᾶς στηρίζει στὴν πίστη μας καὶ νὰ ὁμολογοῦμε τὴν Ὀρθοδοξία ἔναντι ὅλων.
Ἀρχιμανδρίτης π. Κύριλλος Κεφαλόπουλος

Ορθόδοξος Τύπος, 28/02/2014

Πέμπτη 6 Μαρτίου 2014

 Α΄ Στάσις τῶν Χαιρετισμῶν. Θέλεις τὴ χαρά; (+Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου)
Θέλεις τὴ χαρά;
«Χαῖρε, δι᾿ ἧς ἡ χαρὰ ἐκλάμψει» (Ἀκαθ. ὕμν. Α1α΄)
(Ομιλία του †Επισκόπου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου)
Ὑπάρχουν, ἀγαπητοί μου, ἐχθροί, ποὺ κατηγοροῦν τὴν Ἐκκλησία μας, ὅτι μισεῖ τὴ χαρὰ καὶ καλλιεργεῖ τὴ λύπη καὶ τὴ μελαγχολία. Τί ἔχουμε ν᾿ ἀπαντήσουμε;
Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἶνε ἡ πηγὴ τῆς χαρᾶς . Ναί, τῆς χαρᾶς. Ποιές ἀποδείξεις ἔχουμε; Ἀφήνουμε ὅλες τὶς ἄλλες· ἂς πάρουμε μόνο τὸν Ἀκάθιστο ὕμνο. Εἶνε ὅλο χαρά. Καὶ τὸ πρῶτο «χαῖρε» , ποὺ ἀκούσαμε ἀπόψε, ἀρχίζει μὲ τὴ χαρά· «Χαῖρε, δι᾿ ἧς ἡ χαρὰ ἐκλάμψει» · Χαῖρε, Παναγία, ποὺ ἔφερες στὸν κόσμο τὴ χαρά (Ἀκαθ. ὕμν. Α1α΄).

Τὸ ἱερὸ βιβλίο ποὺ περιγράφει τὴ ζωὴ καὶ τὰ θαύματα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ὀνομάζεται Εὐαγγέλιο . Γιατί Εὐαγγέλιο; Τι σημαίνει εὐαγγέλιο ; Εἴδησις. Τί εἴδησις; Εὐχάριστη εἴδησις. Ποιά εἶνε αὐτὴ ἡ εὐχάριστη εἴδησι, ποὺ σκορπάει χαρά; Πολλὲς εὐχάριστες εἰδήσεις ὑπάρχουν.Εὐχάριστες εἰδήσεις εἶνε γιὰ ἕνα χρεωμένο παραδείγματος χάριν ν᾿ ἀκούσῃ, ὅτι τοῦ χαρίστηκαν τὰ χρέη· γιὰ ἕνα φυλακισμένο καὶ κατάδικο, ὅτι ὑπεγράφη γι᾿ αὐτὸν διάταγμα χάριτος καὶ εἶνε πλέον ἐλεύθερος· γιὰ ἕναν ἄρρωστο, ὅτι ἀνακαλύφθηκε τὸ φάρμακο ποὺ θὰ τὸν θεραπεύσῃ· γιὰ ἕναν ποὺ ἑτοιμάζεται γιὰ ταξίδι μακρινὸ νὰ συναντήσῃ τοὺς δικούς του, ὅτι ἐκδόθηκε τὸ διαβατήριό του· γιὰ ἕνα πάμπτωχο, ὅτι κέρδισε τὸν πρῶτο ἀριθμὸ στὸ λαχεῖο…Εὐχάριστες εἰδήσεις αὐτές. Ἀλλὰ παραπάνω ἀπ᾿ ὅλες, ποιά εἶνε ἡ πιὸ μεγάλη στὸν κόσμο; Ἂν τὴν αἰσθανθοῦμε, καλῶς· διαφορετικά, δὲν θὰ καταλάβουμε τὴ χαρὰ ποὺ χαρίζει τὸ Εὐαγγέλιο. Ποιά εἶνε ἡ εἴδησις αὐτή;Ὅτι ἦρθε – ποιός ἦρθε; ἡ μάνα, ὁ πατέρας, ὁ συγγενής μας; Ἦρθε – ποιός ἦρθε; Τὸ νιώσαμε; Εἶνε γεγονός – ἦρθε ὁ Χριστός!
Καὶ γιατί ἦρθε; Ἦρθε νὰ σφουγγίσῃ τὰ δάκρυα τῆς ἀνθρωπότητος καὶ νὰ μᾶς πῇ Μὴν κλαῖτε, ὅπως εἶπε κάποτε στὴ χήρα τῆς Ναῒν «Μὴ κλαῖε» (Λουκ.7,14) . Ἦρθε ὁ Χριστὸς γιὰ νὰ πῇ στὸν ἄνθρωπο, ποὺ ἀναστενάζει κάτω ἀπὸ τὸ βάρος τῶν ἁμαρτημάτων του· «Τέκνον, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου» (Ματθ. 9,2. Μᾶρκ. 2,5) . Ἦρθε νὰ πῇ γιὰ τὴν ἁμαρτωλὴ γυναῖκα, ποὺ ὅλοι τὴν περιφρονοῦσαν· «Ἀφέωνται αἱ ἁμαρτίαι αὐτῆς αἱ πολλαί,ὅτι ἠγάπησε πολύ» (Λουκ 7,47) . Ἦρθε νὰ πῇ στὰ ὀρφανά, ὅτι ἔχουν πατέρα· στὴ χήρα, ὅτι ἔχει προστάτη· στὸν ἀπελπισμένο, ὅτι ὑπάρχει ἐλπίδα· σ᾿ αὐτοὺς ποὺ κλαῖνε πάνω στὰ μνήματα, ὅτι ὑπάρχει ζωὴ αἰώνιος, Ἐγὼ εἶμαι «ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή»(Ἰω. 11,25).
Αὐτὴ εἶνε ἡ χαρὰ ποὺ ἔφερε ὁ Χριστός. Κι ὅτι αὐτὰ δὲν εἶνε λόγια ἀλλὰ μιὰ πραγματικότης, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε ὄντως ἡ χαρὰ τοῦ κόσμου, ἡ παγκόσμιος χαρά, καὶ ἡ «τῶν ἀγγέλων χαρμονή» (ε΄ ᾠδ., β΄ τροπ. καν. Ἀκαθ.) , ὑπάρχουν πολλὲς μαρτυρίες.Ἕνα παράδειγμα θ᾿ ἀναφέρω.
Τὴν ἐποχὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν ἀποστόλων ζοῦσε ἕνας ἄνθρωπος ποὺ κολυμποῦσε στὰ πλούτη. Εἶχε σπίτια ἀπὸ μάρμαρο ὅλων τῶν χρωμάτων. Ἦταν πολὺ ἐπίσημος. Ὄχι νομάρχης ἢ ὑπουργὸς ἢ πρωθυπουργὸς ἢ βασιλιᾶς.Κάτι παραπάνω· ἤτανε αὐτοκράτορας ὅλου τοῦ τότε κόσμου, σὲ ὅλα τὰ βασίλεια· Ἱσπανία, Γαλλία, Ἰταλία, Γερμανία, Ἑλλάδα, Ἀνατολή, Αἴγυπτο, σὲ ὅλο τὸν κόσμο. Εἶχε τεράστια δύναμι. Τὸ ὄνομά του; Τιβέριος καῖσαρ .Στὶς ἡμέρες του γεννήθηκε ὁ Χριστός· γεννήθηκε ἐπὶ Τιβερίου καίσαρος. Αὐτὸς λοιπὸν ἦταν. Ποῦ ζοῦσε; Σὲ ἕνα νησάκι, ποὺ τώρα οἱ τουρῖστες πᾶνε κατὰ χιλιάδες. Δὲν ὑπάρχει ἄλλο σὰν αὐτό. Λέγεται Κάπρι.
Ἐκεῖ εἶχε τὰ πάντα. Ἐν τούτοις αὐτός, προτοῦ νὰ πεθάνῃ,ἄφησε ἕνα γράμμα στὸ ὁποῖο ἔλεγε· –Εἶμαι ἀπελπισμένος, χαρὰ δὲν δοκίμασα στὸν κόσμο, θέλω νὰ πεθάνω, θέλω νὰ πέσω ἀπὸ τὸ γκρεμό… (Ὑπῆρχε, καὶ ὑπάρχει ἀκόμα, ἐκεῖ στὸ νησάκι ἕνας γκρεμὸς 250 μέτρα· ἀπὸ ᾿κεῖ ὁ τύραννος αὐτὸς ἅρπαζε τοὺς ἐχθρούς του καὶ τοὺς ἔρριχνε κάτω μέσα στὴ θάλασσα.Πόσους δὲν εἶχε κατακρημνίσει ἀπὸ ᾿κεῖ!).Αὐτὸς λοιπόν, ποὺ θά ᾿πρεπε νά ᾿νε ὁ εὐτυχέστερος, αὐτὸς λέει· –Χαρὰ δὲν δοκίμασα στὸν κόσμο.Καὶ ἐνῷ ὁ Τιβέριος ἔτσι ζοῦσε καὶ τέτοια ἔγραφε, δέστε τώρα κάποιον ἄλλον, τὴν ἴδια ἐποχή. Αὐτὸν ἂν τὸν ἔψαχνες, δραχμὴ δὲν εἶχε στὴν τσέπη του· γιὰ νὰ ζήσῃ, δούλευε σκληρά. Σπίτι δὲν εἶχε, οἰκόπεδα δὲν εἶχε. Ποῦ ἔμενε, ποῦ κοιμόταν; Ἄλλοτε φιλοξενούμενος, ἄλλοτε ἔξω. Καὶ ἐνῷ ὁ Τιβέριος διασκέδαζεστὸ Κάπρι, αὐτὸς ἦταν δεμένος μέσα σ᾿ ἕνα μπουντρούμι. Γιατί; γιὰ κλεψιές, γιὰ ἀτιμίες; Αὐτὸς μυρμήγκι δὲν πατοῦσε, ἦταν ὁ πιὸ εὐεργετικὸς ἄνθρωπος. Καὶ γράφει γράμμα. Κ᾽ ἐνῷ εἶνε χτυπημένος, πληγωμένος, ἑτοιμοθάνατος, τί λέει· –Χαίρετε, ἀδέρφια μου. «Χαίρετε ἐν Κυρίῳ πάντοτε· πάλιν ἐρῶ, χαίρετε» (Φιλιπ. 4,4).
Ποιός εἶνε; Εἶνε ὁ ἀπόστολος Παῦλος .Καὶ τὰ λόγια αὐτὰ εἶνε ἀπὸ τὴν ἐπιστολή του πρὸς Φιλιππησίους, ποὺ χαρακτηρίζεται ὡς«ἡ ἐπιστολὴ τῆς χαρᾶς». Ποῦ βρῆκε ὁ Παῦλος αὐτὴ τὴ δύναμι; Ὦ Χριστέ! Δὲν εἶνε παραμύθι ἡ θρησκεία μας· εἶνε ὁλοζώντανη. Ἔχει μέσα της πηγὴν ἀκαταβλήτου χαρᾶς . Αὐτὴ τὴ χαρά, ποὺ σκόρπισε ὁ Χριστὸς σ᾿ ἕνα κόσμο δυστυχισμένο,πονεμένο, γεμᾶτο ἀσθένειες καὶ πληγές, αὐτὴ τὴ χαρὰ ἔχει στὸ νοῦ του ὁ ὑμνῳδὸς καὶλέει στὴν Παναγία ποὺ τὸν ἔφερε στὸν κόσμο· «Χαῖρε, δι᾿ ἧς ἡ χαρὰ ἐκλάμψει» .
Ἂν κανεὶς ἀμφιβάλλῃ, ὅτι ὁ Χριστὸς –μόνο αὐτός– δίνει τὴ χαρὰ στὸν κόσμο, ἂς δοκιμάσῃ, ἂς κάνῃ πείραμα. Τί πείραμα;
⃝ Θέλεις τὴ χαρά; Ἄνοιξε τὴν Καινὴ Διαθήκη καὶ διάβασε μιὰ καὶ δυὸ φορὲς αὐτὴ τὴν ἐπιστολὴ ποὺ ἔγραψε ὁ φυλακισμένος Παῦλος. Οἱ ἄνθρωποι, τὴν ὥρα ποὺ οἱ ἐχθροὶ τοὺς θανατώνουν, καταριῶνται καὶ βλαστημᾶνε· λίγοιδιατηροῦν τὴν ψυχραιμία τους. Ἀλλ᾿ αὐτός,ἑτοιμοθάνατος, τί λόγια ἔγραψε! Θέλεις νὰαἰσθανθῇς τὴ χαρά; ἄνοιξε τὸ Εὐαγγέλιο καὶ διάβασέ το. Κι ὅταν τελειώσῃς, θὰ πῇς· Χριστέ, σ᾿ εὐχαριστῶ γιὰ τὰ λόγια αὐτὰ ποὺ εἶπες· ἔφεραν τὴ χαρὰ μέσα μου. Διότι αὐτός,λέει τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο, ποὺ μελετᾷ τὰς Γραφάς, ἔχει τέτοια χαρά, «ὡς ὁ εὑρίσκων σκῦλα πολλά» , ὅπως αὐτὸς ποὺ βρῆκε πλῆθος λάφυρα (Ψαλμ. 118,162).
⃝ Θέλεις τὴ χαρά; Μὴν τρέχεις σὲ διασκεδάσεις· δὲν εἶνε ἐκεῖ ἡ χαρά. Παρατηρῆστε τὰ πρόσωπα ἐκείνων ποὺ βγαίνουν ἀπὸ τὰ κέντρα καὶ τοὺς χορούς. Λυπημένοι, στενοχωρημένοι, γεμᾶτοι πίκρα. Κοιτάξτε κι αὐτοὺς ποὺ βγαίνουν ἀπὸ τὴν ἐκκλησιά· τὰ πρόσωπά τους λάμπουν. Θέ᾿ς  λοιπὸν χαρά;
Πάρε μιὰ Σύνοψι καὶ προσευχήσου . Ὅταν στὸ Ναύπλιο σκότωσαν τὸν Καποδίστρια, τὸ μόνο πραγματικὰ Χριστιανὸ κυβερνήτη τῆς Ἑλλάδος, ἔψαξαν στὰ πράγματά του. Καὶ τί βρῆκαν; Μιὰ Σύνοψι. Τὴ διάβαζε πρωὶ - μεσημέρι - βράδυ, καὶ μέσ᾿ στὰ βάσανά του αἰσθανόταν χαρὰ καὶ ἀγαλλίασι.
⃝Θέλεις χαρά, πιὸ μεγάλη χαρά; Πήγαινε στὸν πνευματικὸ πατέρα, γονάτισε ἐνώπιόν του καὶ ἐξομολογήσου τὰ ἁμαρτήματά σου . Ὅταν τε-λειώσῃς, θὰ αἰσθανθῇς ἐκεῖνο ποὺ αἰσθάνθηκε καὶ ὁ μεγάλος Ῥῶσος λογοτέχνης, ὁ Ντοστογιέφσκυ. Ἐξωμολογήθηκε σὲ ἕναν ἀγράμματο στάρετς, καὶ μετὰ ἔγραψε· «Ὅταν ἐξωμολογήθηκα, παράδεισος φύτρωσε στὴν καρ-διά μου». Χαρὰ καὶ ἀγαλλίασις.
⃝ Θέλεις τὴ χαρά; Ἄντε τὸ Πάσχα, μὲ καθαρὴ καρδιά, νὰ κοινωνήσῃς · τότε ὁ οὐρανὸς μὲ τὰ ἄστρα του θὰ κατεβοῦν ἐντός σου.
⃝ Θέλεις τὴ χαρά; Ψάξε καὶ βρὲς κανένα φτωχό· πήγαινε τὴ νύχτα καὶ βοήθησε τὴ χήρα καὶ τὰ ὀρφανά , ποὺ γέμισε ὁ κόσμος.
⃝ Θέλεις τὴ χαρά; Πίστευε στὸ Θεό, πίστευεστὸ Χριστό· τότε ἡ καρδιά σου θὰ γεμίσῃ.
⃝ Θέλεις τὴ χαρά; Ἔλα, ἀγαπητέ μου, τὴ νύχτα τῆς Ἀναστάσεως καὶ μεῖνε ὣς τὸ τέλος.Ἐκεῖ θ᾿ ἀκούσῃς ἕνα θαυμάσιο λόγο τοῦ Χρυσοστόμου, ποὺ δὲν ὑπάρχει πλάστιγγα νὰ τὸν ζυγίσῃ. Παγκόσμιο ἀριστούργημα. Μεῖνε μέσ᾿στὴν ἐκκλησιά , καὶ θὰ αἰσθανθῇς τὴ χαρά.Ὅταν αὐτὰ τὰ αἰσθανθῇς, τότε θὰ γονατίσῃς μπροστὰ στὴν Παναγιὰ καὶ θὰ πῇς κ᾿ ἐσύ· «Χαῖρε, δι᾿ ἧς ἡ χαρὰ ἐκλάμψει» .Ποῦ εἶστε, ἐχθροὶ τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ λέτε ὅτι ἡ πίστι μας εἶνε μόνο ἀναστεναγμοὶ καὶ δάκρυα; Ὄχι. Μέσα στὴ θλῖψι, ὑπάρχει ὁ Χριστός, ποὺ εἶπε· Μὴ λυπεῖσθε.
«Ἐν τῷ κόσμῳ θλῖψιν ἕξετε· ἀλλὰ θαρσεῖτε, ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον» (Ἰω. 16,33) . Λόγια αἰώνια. Ἂς εἶσαι ὁπιὸ φτωχὸς καὶ ταλαίπωρος· κοντὰ στὸ Χριστὸ βρίσκεις τὴν ἀληθινὴ χαρά. Αὐτὴ τὴ χαρά, ποὺ δίνει ἡ Παναγιά μας, ἂς τὴν αἰσθανθοῦμε ὅλοι τὶς ἅγιες αὐτὲς ἡμέρες· ἀμήν.
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος-

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Παντελεήμονος Φλωρίνης τὴν 28-3-1969 τὸ βράδυ.
 Β Χαιρετισμοί Χαῖρε σκέπη τοῦ κόσμου, πλατυτέρα νεφέλης. -π. Γεώργιος Ρ.Ζουμής
Χαῖρε σκέπη τοῦ κόσμου, πλατυτέρα  νεφέλης.
             Μαζί μέ τόν ὑμνογράφο τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀγαπητοί μου, ψάλαμε πρός τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο τήν Β΄ στάση τῶν Χαιρετισμῶν. Εἶναι κάτι πού πολύ εὐχαριστεῖ τήν Παναγία, ἀλλά καί ὅλοι μας αἰσθανόμαστε κατάνυξη καί ἀγαλλίαση σ᾿ αὐτές τίς Ἀκολουθίες, γι᾿ αὐτό καί στούς χαιρετισμούς οἱ Ναοί εἶναι πάντοτε γεμᾶτοι. Ἄν ὅλοι χαιρώμαστε, ἕνας εἶναι πού στενοχωρεῖται, πού λυπᾶται καί καίγεται. Τόν πιάνει τρέλα, ὑποφέρει, δέν ἀντέχει νά ἀκούει τά λόγια αὐτά. Καί αὐτός εἶναι ὁ ἔξω ἀπ᾿ ἐδῶ, ὁ διάβολος. Τήν μισεῖ ὅσο τίποτε ἄλλο στόν κόσμο,  γιατί ἡ Παναγία τοῦ χάλασε τά σχέδια. Ἔφερε τόν Χριστό στόν κόσμο, πού συνέτριψε τήν δύναμή του. Ἔγινε ἡ γέφυρα τῆς σωτηρίας μας. Ἀλλά μαζί μέ αὐτόν καί οἱ αἱρετικοί χιλιαστές, Προτεστάντες κ.ἄ. δέν θέλουν νά ἀκούσουν  γιά τήν Παναγία, εἶναι τό κόκκινο πανί γι᾿ αὐτούς. Νά βλέπατε τί μοῦτρα κάνουν καί ὁ διάβολος καί οἱ αἱρετικοί, πῶς τσουρουφλίζονται, ὅταν ἐμεῖς μαζευώμαστε καί ὑμνοῦμε τήν Παναγία. Καί μόνο αὐτό φτάνει γιά νά ἀποδείξει περίτρανα ὅτι ἡ αἵρεσις εἶναι κάτι δαιμονικό καί ὅτι οἱ αἱρετικοί εἶναι δαιμονισμένοι.
Κάποτε ζοῦσε ἕνας ἁγιογράφος πολύ εὐλαβής. Ζωγράφιζε τούς ἁγίους μέ νηστεία καί προσευχή. Μά ὅταν καθόταν νά ἁγιογραφήσει τήν Παναγία, ἔβαζε ὅλο τό μεράκι του, ὅλη τήν δεξιοτεχνία του. Ὧρες στεκόταν καί μέ δακρυσμένα μάτια καμάρωνε τήν Παναγία καί τήν εὐχαριστοῦσε, πού τοῦ ἔδινε τήν δύναμη νά τήν ἁγιογραφεῖ. Αὐτό ὅμως ἐξαγρίωνε τόν διάβολο. Θά τόν τακτοποιήσω, μονολογοῦσε. Θά τόν κάνω νά μή μπορεῖ νά ἁγιογραφεῖ.
Πράγματι παρέλυσε τό χέρι του καί δέν μποροῦσε πλέον νά πιάσει τό πινέλο. Ἀλλά ἀπατήθηκε ὁ διάβολος. Αὐτός πού ἀγαπᾶ τήν Παναγία βρίσκει τρόπους νά τήν εὐχαριστεῖ. Δέν μποροῦσε νά ζωγραφίσει μέ τά χέρια, ζωγράφιζε μέ τό πινέλο στό στόμα.
Ξεκίνησε λοιπόν νά ἁγιογραφήσει τήν Πλατυτέρα ψηλά στόν θόλο τοῦ Ἱεροῦ. Ἔσκασε ὁ διάβολος, ἀγρίεψε. Θά σοῦ δείξω ἐγώ ἄν μπορέσεις καί τήν τελειώσεις. Ὅπως κάποτε πέταξε ἀπό τήν σκαλωσιά τόν Ἅγιο Ἀθανάσιο τόν Ἀθωνίτη καί τόν τραυμάτισε θανάσιμα, ἔτσι καί τώρα, τήν ὥρα πού ὁ ἁγιογράφος μέ τό πινέλο στό στόμα ζωγράφιζε, ἦρθε ὁ διάβολος καί ξεκάρφωσε τήν σκαλωσιά, γιά νά τόν ρίξει κάτω. Βοήθα με, Κυρά Παναγιά, φώναξε ὁ ἁγιογράφος τρομαγμένος. Ἄν πέσω κάτω θά σκοτωθῶ. Τήν ἴδια στιγμή πρόφτασε ἡ Παναγία. Ἔβγαλε τό χέρι της ἀπό τήν ἁγιογραφία καί τόν ἅρπαξε. Ἀπό τίς φωνές ἔτρεξαν κάποιοι περαστικοί καί τόν κατέβασαν μέ ἀνεμόσκαλα!! Ἡ Παναγία πρόφτασε, ἔκανε τό θαῦμα της.
Αὐτό τό θαῦμα θά μποροῦσε νά γίνει στόν καθένα μας, ὅταν ἀντιμετωπίζουμε κινδύνους, ἀρκεῖ ἐμεῖς νά πιστεύουμε καί νά καταφεύγουμε στήν κραταιά σκέπη τῆς Θεοτόκου. Οἱ εἰκόνες θαυματουργοῦν, ὅταν αὐτοί πού τίς ζωγραφίζουν εἶναι εὐλαβεῖς καί καθαροί. Οἱ εἰκόνες θαυματουργοῦν, ὅταν ἐμεῖς πιστεύουμε καί ἀγωνιζώμαστε. Ἡ Παναγία μᾶς σκεπάζει  καί μᾶς προστατεύει μέ τήν χάρη της.
Ἄν διαβάσουμε τήν Ἁγία Γραφή, στό βιβλίο τῆς Ἐξόδου, θά δοῦμε καταπληκτιμά πράγματα. Ὁ Θεός ὡδηγοῦσε τούς Ἰσραηλίτες μέσα στήν ἔρημο, τούς ἔδειχνε τόν δρόμο, πού ἔπρεπε νά ἀκολουθήσουν. Τήν ἡμέρα προπορευόταν μία νεφέλη, κάτι σάν σύννεφο, πού τούς ὁδηγοῦσε ἀλλά καί ἔρριχνε σκιά πάνω τους, γιά νά τούς δροσίζει, νά τούς προφυλασσει ἀπό τόν καύσωνα τῆς ἐρήμου.Τό βράδυ γινόταν πύρινος στῦλος, πού τούς ἐφώτιζε καί τούς ζέσταινε. Τό βράδυ στήν ἔρημο πέφτει χαμηλά ἡ θερμοκρασία.
 Ὅταν οἱ Αἰγύπτιοι μέ τά ἅρματα ἔτρεξαν ξωπίσω τους , γιά νά τούς φέρουν πάλι πίσω στήν σκλαβειά, ἡ νεφέλη πῆγε καί στάθηκε πίσω ἀπό τούς Ἰσραηλίτες. Κάλυψε τά νῶτα τους, γιατί πίσω τους ἦταν ὁ ἐχθρός. Ἔγινε  ὁ Θεός ὀπισθοφυλακή. Εἶναι πολύ συγκινητικό αὐτό. Ὁ Θεός φροντίζει καί προστατεύει τούς δικούς του ἀνθρώπους.
Αὐτή ἡ νεφέλη εἰκονίζει τήν Παναγία, κατά τούς ἁγίους Πατέρες, γι᾿ αὐτό καί ψάλλουμε στούς χαιρετισμούς, χαῖρε πύρινε στῦλε ὁδηγῶν τούς ἐν σκότει, χαῖρε σκέπη τοῦ κόσμου πλατυτέρα νεφέλης.
Κάτι ἀνάλογο ἔγινε μέ τήν Κωνσταντινούπολη. Ὅταν τήν ἔχτισε ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, τήν ἀφιέρωσε στήν Παναγία. Ἔτσι στό τροπάριο, τῇ Ὑπερμάχῳ,ψάλλουμε ἀναγράφω σοι ἡ πόλις σου, Θεοτόκε.
Τό 1453 ὁ Μωάμεθ μέ τίς ὀρδές του πολιόρκησε τήν Βασιλεύουσα.Ἔκανε πολλές ἀπόπειρες νά τήν καταλάβει, μά πάντοτε ἀποτύγχανε. Ἕνα σύννεφο ἦρθε καί κάθησε πάνω ἀπό τήν Πόλη, τήν σκέπαζε ὁλόκληρη. Ἦταν πάλι ἡ σκέπη τῆς Παναγίας. Ὁ Μωάμεθ κουράσθηκε, πίστεψε ὅτι δέν μπορεῖ νά τήν κυριεύσει καί σκέφθηκε νά λύσει τήν πολιορκία καί νά φύγει. Ὅμως τήν τελευταία νύχτα κάποιος τοῦ εἶπε:  Μή φεύγεις. Ἡ νεφέλη πού σκέπαζε τήν πόλη, σηκώθηκε καί ἔφυγε. Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ Θεός τους τούς ἐγκατέλιψε. Αὔριο ἡ πόλη θά εἶναι στά χέρια σου, ὅπως καί ἔγινε.
Ἀγαπητοί μου,
Ἡ Παναγία εἶναι ἡ σκέπη ὅλου τοῦ κόσμου. Καί τῶν εὐσεβῶν καί τῶν ἁμαρτωλῶν ἀνθρώπων. Μή λησμονοῦμε νά  ἐπικαλούμεθα τήν βοήθεια καί ἀντίληψή της. Θά εἴμαστε πάντοτε κερδισμένοι. Ἕνα τελευταῖο παράδειγμα.
Σ᾿ ἕνα μοναστήρι ζοῦσε ἕνας μοναχός, πού ἦταν ἀμελής καί ράθυμος. Δέν πήγαινε στίς ἀκολουθίες, στίς ἀγρυπνίες, οὔτε τόν κανόνα του ἔκανε, οὔτε ὑπακοή. Ὅμως παρ᾿ ὅλα αὐτά ἀγαποῦσε τήν Παναγία καί κάθε φορά πού περνοῦσε μπροστά ἀπό τήν εἰκόνα της, τήν κοίταζε στά μάτια καί τῆς ἔλεγε μέ σεβασμό, χαῖρε Κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετά σοῦ.
Στό τέλος τῆς ζωῆς του εἶδε ἕνα ὅραμα, γιά νά διορθωθεῖ. Παρουσιάσθηκε ἕνας ἄγγελος πού τοῦ εἶπε, ἔλα νά δεῖς τίς ἁμαρτίες σου στή ζυγαριά τοῦ Θεοῦ. Ὁ ζυγός ἔγερνε πρός τό μέρος τῶν ἁμαρτιῶν του. Τότε ἡ Παναγία  πού ἦταν εὐχαριστημένη ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ μοναχοῦ, πῆγε καί γονάτισε μπροστά στό Χριστό. Ἡ μητέρα σου ζητάει μία χάρη, εἶπε. Ἀπό τό αἷμα πού σοῦ ἔδωσα θέλω νά μοῦ δώσεις μία σταγόνα. Τό αἷμα πού ἔχυσες ἐπάνω στό σταυρό δέν ἦταν λύτρο ἀντί πολλῶν;  Μία σταγόνα σοῦ ζητῶ.
Ὁ Χριστός δέν μπόρεσε νά τῆς τό ἀρνηθεῖ. Πάνω στή ζυγαριά οἱ δαίμονες εἶχαν τό βιβλίο μέ τίς ἁμαρτίες τοῦ μοναχοῦ, πού βάραινε πολύ. Ἡ Παναγία ἔρριξε τήν σταγόνα τοῦ Τιμίου Αἵματος πάνω στό βιβλίο καί ἀμέσως ἔγινε τό θαῦμα. Οἱ ἁμαρτίες ἔσβησαν καί ὁ μοναχός φώναξε μέ ὅλη τήν δύναμή του χαῖρε Κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετά σοῦ.
Ἀγαπητοί μου,
Μή ἀμελοῦμε καί μή ξεχνοῦμε  πολύ συχνά, πάντοτε, κάθε ὥρα καί στιγμή νά ἐπικαλούμεθα τήν Παναγία. Νά διαβάζουμε, ἄν εἶναι δυνατόν, κάθε μέρα τούς χαιρετισμούς της. Ποτέ μή παύσουμε νά τήν ὑμνοῦμε καί νά τήν ἀγαποῦμε. Θά μᾶς σκεπάσει μέ τήν χάρη της, θά μᾶς λυτρώσει μέ τήν δύναμή της. Θά μᾶς ἀπαλλάξει ἀπό τά βάσανα τῆς παρούσης ζωῆς, ἀλλά καί τῆς ἄλλης. Πάντοτε νά τήν ἐπικαλούμεθα μέ πίστη καί λαχτάρα. Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, φύλαξον ἡμᾶς ὑπό τήν σκέπην σου. Ἀμήν.-
 Β΄ Στάση Χαιρετισμών. Η αυγή και μυστική ημέρα +Μητροπολίτης Φλωρίνης Αυγουστίνος

«Χαῖρε, αὐγὴ μυστικῆς ἡμέρας» (Ἀκάθ. ὕμν. Ι 1β΄)
   Αὐγή! Ποιός, ἀγαπητοί μου, δὲν σηκώθηκε κάποιο ἀνοιξιάτικο πρωινὸ γιὰ ν᾽ ἀπολαύ­σῃ τὸ μαγικὸ θέαμα τῆς αὐγῆς; Τὰ ἄστρα ἐξαφα­νίζονται, ἡ νύχτα ὑποχωρεῖ. Ὁ ἥλιος ὁ βασιλιᾶς τῆς ἡμέρας ἑτοιμάζεται νὰ παρουσιασθῇ, ὁ ὁρίζοντας ῥοδίζει. Τὰ πουλιὰ ξυπνοῦν, τραγούδια ἀκούγονται στὰ δάση, τ᾽ ἀηδόνια ψάλλουν σὰν οἱ καλύτεροι ψάλτες τὸ πρωινό τους τραγούδι. «Πᾶσα πνοὴ αἰνεσάτω τὸν Κύ­ρι­ον»! (Ψαλμ. 150,6). Τὰ ἄνθη εὐωδιάζουν, ἡ ἀτμόσφαι­­ρα ἀρωματίζεται. Ἡ φύσι πανηγυρίζει· ὑποδέχεται τὴν αὐγή, τὴν «ῥοδοδάκτυλον ἠώ».
Αὐγή, χάραμα, χαρὰ Θεοῦ! Λαμπρὸ θέαμα γιὰ ποιητὰς καὶ ζωγράφους.
Ὡραία λοιπὸν εἶνε ἡ αὐγή; Ἀλλ᾿ ἀκόμη ὡ­ραιότερη, ἀπείρως ὡ­ραιότερη εἶνε μία ἄλλη «αὐγή»· εἶνε ἡ ὑπεραγία Θεοτόκος! Ἔτσι τὴν ὀνομάζει ὁ Ἀκάθιστος
ὕμνος (Ι 1β΄, ὁ ὁποῖος ἂς σημειωθῇ ὅτι ὠνομάστηκε Ἀκάθιστος, δι­ότι οἱ ὀρθόδοξοι τὸν εἶπαν κάποτε καὶ πρέπει πάντοτε νὰ παρακολουθοῦν τὴν κατανυκτικὴ αὐτὴ ἀκολουθία τῆς Ἐκκλησίας ὄρθιοι).
«Αὐγὴ» ἡ Θεοτόκος! Γιατί αὐγή; Γιὰ νὰ μάθετε τὸ γιατί, ρωτῆστε τὴν Ἱστορία. Τί ἦταν ὁ κόσμος, πῶς ζοῦσε ἡ ἀνθρωπότης πρὸ Χριστοῦ; Σκοτάδι ἐκάλυπτε τὴ γῆ, σκοτάδι βαθύ, ἐκτεταμένο. Σκοτάδι τριπλό· θρησκευτικό, ἠ­θικό, κοινωνικό. Ἄγνοια τοῦ ἀληθινοῦ Θε­οῦ, λατρεία τῶν παθῶν, θεοποίησις τῆς κτίσεως, κοινωνικὴ διαφθορὰ ἀπερίγραπτη. Νύχτα βαθειά, ἀσέληνη! Ὁ κόσμος ἀγωνιοῦσε. Προσδοκοῦσε νὰ δῇ φῶς, φῶς δυνατό, ἄστρο φωτεινό, ἕναν ἥλιο ποὺ θὰ διέλυε τὰ σκοτάδια τῆς ἀνθρωπότητος. Καὶ τὸ φῶς αὐτό, κατὰ τὶς προφητεῖες ὅλων τῶν ἐθνῶν, τὸ περίμεναν νὰ προέλθῃ ἀπὸ τὴν Ἀνατολή. Ὁ προφήτης Ἠσαΐας, ὁ πέμπτος αὐτὸς εὐαγγελιστὴς τῆς πίστεώς μας, 800 χρόνια πρὸ τῆς ἐμφανί­σεως τοῦ φωτὸς εἶπε τὴν περίφημη προφητεία του· «Ἰδοὺ ἡ παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει, καὶ τέξεται υἱόν, καὶ καλέσεις (καλέσουσι) τὸ ὄ­νομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ, ὅ ἐστι μεθερμηνευ­όμενον μεθ᾿ ἡμῶν ὁ Θεός» (Ἠσ. 7,14· 8,8 = Ματθ. 1,23).
Ὅλοι περίμεναν τὴν Παρθένο, τὴν κόρη τὴν ἁ­γνή, ἐκείνην ποὺ θὰ ἄξιζε νὰ κυοφορήσῃ τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ. Ὁ Υἱός της, σύμφωνα μὲ τὴν πρώτη προφητεία ποὺ δόθηκε στὸ ἀνθρώπινον γένος, θὰ συνέτριβε τὴν κεφαλὴ τοῦ δρά­κοντος (βλ. Γέν. 3,15). Τί ὑψίστη τιμὴ γιὰ τὴν Παρθένο! Μέχρι τὴν ἡμέρα τῆς γεννήσεως τῆς Παρ­θένου, χιλιάδες – ἑκατομμύρια κόρες εἶχον ἐμ­φανισθῆ στὸν πλανήτη. Ἀπὸ αὐτὲς ἄλλες μὲν φημίζονταν γιὰ τὰ κάλλη τους, ἄλλες γιὰ τὴ σο­φία τους, ἄλλες γιὰ τὴν εὐγενῆ καταγωγή τους· ἀλλὰ καμμία ἀπὸ αὐτὲς δὲν εἶχε τὰ ὑ­πέροχα ἐκεῖνα ψυχικὰ προσόντα ποὺ ἐπὶ αἰ­ῶνες ἀναζητοῦσε ἡ ἁγία Τριὰς γιὰ νὰ τὴν ἀ­να­­δείξῃ μητέρα, μοναδικὴ μητέρα τοῦ κόσμου, ἡ ὁποία θὰ γεννοῦσε τὸ νέο Ἀδάμ, τὸν «Υἱ­ὸν (τοῦ) ἀνθρώ­που» (Δαν. 7,13· 10,16. Ματθ. 8,20· 9,6· 11,19. Λουκ. 9,58 κ.ἀ.) ἀλλὰ καὶ «Υἱὸν τοῦ Θεοῦ» (Ματθ. 16,16· 27,54. Λουκ. 1,35. Ἰω. 1,50 κ.ἀ.), τὸν Θεάνθρωπο Ἰησοῦν. Τί μυστήριο! Ζαλίζεται ὁ νοῦς.
Ἐπὶ τέλους ἡ ἀναμενομένη Παρθένος γεννήθηκε. Τὸ ὄνομά της γλυκύτατο· Μαρία. Κόρη γεμάτη χάριτες, ποὺ ἡ κοιλία της θ᾽ ἀναδει­κνυόταν «πλατυτέρα οὐρανῶν» (θ. Λειτ. Μ. Βασ.).
Αὐτὴ θὰ ἐβάσταζε «τὸν βαστάζοντα πάντα» (Ἀκάθ. ὕμν. Α 4β΄). Μόλις γεννιέται ἡ μοναδικὴ αὐτὴ Κόρη, οἱ ἄγγελοι, ποὺ παρακολουθοῦσαν μὲ μεγάλο ἐνδιαφέρον καὶ στοργὴ τὴν ἐξέλιξι τῶν γεγονότων στὴ γῆ, ἀντιλαμβάνονται, ὅτι ἔφθασε ἡ μεγάλη ἡμέρα τῆς ἀπολυτρώσεως τοῦ ἀν­θρωπίνου γένους. Χαίρονται, πανηγυρίζουν τὰ τάγματα τῶν ἀγγέλων. Καὶ μαζὶ μὲ τοὺς ἀγγέλους χαίρονται καὶ οἱ ἄνθρωποι. Διότι ἡ μυροθήκη, ποὺ θὰ δεχόταν τὸ ἀνεκ­τίμητο Μύρο, τὸ ἀκένωτο Μύρο, βρέθηκε. Ὁ κῆπος, μέσα στὸν ὁποῖο θὰ φυτευόταν τὸ Δένδρο τῆς ζωῆς, ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ἑτοιμάστηκε. Καὶ μετὰ ἀπὸ λίγο στὴ Βηθλεὲμ οἱ ποιμένες καὶ μετὰ τοὺς ποιμένες οἱ μάγοι, οἱ υἱοὶ τῶν Χαλδαίων, εἶδαν «ἐν χερσὶ τῆς Παρθένου τὸν πλάσαντα χειρὶ τοὺς ἀνθρώπους· καὶ Δεσπότην νοοῦντες αὐτόν, εἰ καὶ δούλου ἔλαβε μορφήν, ἔσπευσαν τοῖς δώροις θεραπεῦσαι καὶ βοῆσαι τῇ Εὐλογημένῃ· Χαῖρε, ἀστέρος ἀ­δύτου μήτηρ· χαῖρε, αὐγὴ μυστικῆς ἡμέρας». Ἡ Παρθένος, αὐτὴ εἶνε ἡ αὐγὴ τοῦ Χριστι­ανισμοῦ, τὸ γλυκοχάραμα τῆς Ἐκκλησίας.
Καὶ ποιά εἶνε ἡ «ἡμέρα»; Ἡ «ἡμέρα», γιὰ τὴν ὁποία μιλάει ὁ χαιρετισμὸς αὐτός, δὲν εἶ­νε μία ἀπὸ αὐτὲς ποὺ δημιουργεῖ τακτικὰ ἡ στροφὴ τῆς Γῆς γύρω ἀπὸ τὸν Ἥλιο. Εἶνε μία ἄλλη ἡμέρα, ἁγία, πνευματική, πάμφωτη, τὴν ὁποία δημιουργεῖ ὄχι πλέον ἡ στροφὴ τοῦ πλα­νήτου ἀλλὰ ἡ στροφὴ τῆς ψυχῆς πρὸς τὸν Χριστό, τὸν πνευματικὸ ἥλιο τῆς ἀνθρωπότη­τος. Ἡ ἡμέρα αὐτὴ ἄρχισε ἀπὸ τὴ στι­γμὴ ποὺ τὰ σμήνη τῶν ἀγγέλων ἔψαλαν τὸ «Δόξα ἐν ὑ­­ψίστοις Θεῷ…» (Λουκ. 2,14) καὶ θὰ τελειώσῃ τὴ στι­γμὴ ποὺ ἡ σάλπιγγα τοῦ ἀρχαγγέλου θὰ σαλπίσῃ γιὰ ν᾿ ἀναστηθοῦν οἱ νεκροί. Ὅλο αὐ­τὸ τὸ μακρὸ διάστημα αἰώνων καὶ χιλιετι­ῶν, ποὺ μεσολαβεῖ μεταξὺ τῆς πρώτης καὶ τῆς δευ­τέρας Παρουσίας τοῦ Κυρίου, ὀνομάζεται ἐ­δῶ στὸν χαιρετισμὸ «ἡμέρα»· ἡμέρα ἀφέσεως τῶν ἁ­μαρτι­ῶν, ἡμέρα εἰρηνοποιήσεως τῶν ἀν­θρώπων μὲ τὸ Θεό, ἡμέρα χάριτος, ἡμέρα σωτηρίας ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ.
Μακάριοι ὅσοι ζήσουν κατὰ τὸ διάστημα αὐ­τὸ καὶ ἐκμεταλλευ­θοῦν τὶς εὐκαιρίες τῆς «ἡ­μέ­ρας» αὐτῆς. Αὐτοὶ θὰ εἶνε οἱ σεσωσμένοι. Μπροστά τους θὰ προπορεύεται φῶς, προβο­λέας ποὺ φωτίζει παρελθόν, παρὸν καὶ μέλλον. Ἡ πορεία τους ἐ­πάνω ἐδῶ στὴ γῆ τοῦ σκότους θὰ εἶνε φωτει­νή. Αὐτοὶ θὰ εἶνε ἐλεύθεροι ψυχικά, θὰ μπο­ροῦν νὰ κινοῦνται ἐλεύθερα, θὰ ἐργάζων­ται τὸ καλὸ πρὸς ὅλους, θὰ ἐκτελοῦν τὸ θέλημα τοῦ οὐρανίου Πατρός. Θὰ ὀνομάζωνται «υἱοὶ ἡμέρας» (Α΄ Θεσ. 5,5).
Ἀλλὰ ἡ ἡμέρα αὐτή, κατὰ τὸν ποιητὴ τοῦ Ἀ­καθίστου, εἶνε «ἡμέρα μυστική». Γιατί ἆραγε; Διότι λίγοι εἶνε εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσουν τὸ ἀν­έκφραστο ἀγαθὸ ποὺ λέγεται χριστιανικὴ ζωή. Οἱ ἄλλοι οἱ πολλοί, ποὺ δὲν γεύθηκαν τὴ γλυκύτητα τῆς πνευματικῆς ζωῆς, δὲν καταλαβαίνουν τίποτε ἀπὸ τὸν Χριστιανισμό. Γιὰ νὰ κατανοήσουν, πρέπει προηγουμένως ν᾿ ἀ­γαπήσουν τὸν Χριστό. Τότε θὰ ἀνατείλῃ καὶ γι᾿ αὐτοὺς ἡ «μυστικὴ ἡμέρα».
Ἕνα μικρὸ παράδειγμα. Ὅπως ἡ ἀγάπη ποὺ ἑνώνει τὸ εὐλογημένο ἀνδρόγυνο καὶ ἀπὸ δύο καρδιὲς δημιουργεῖ μία καρδιὰ εἶνε κάτι τὸ μυστηριῶδες, ποὺ δὲν εἶνε εἰς θέσιν νὰ τὸ κατα­νοήσῃ ἕνας τρίτος παρὰ μόνο οἱ δύο εὐ­τυχισμένοι σύζυγοι, ἔτσι καὶ ἡ ἀγάπη ποὺ ἑνώ­νει τὸ Χριστὸ καὶ τὸν γνήσιο δοῦλο του δημιουργεῖ μία ἕνωσι ἀδιάρρηκτη, ποὺ οὔτε φωτιὰ οὔ­τε σίδερο οὔτε τίποτε ἄλλο μπορεῖ νὰ τὴ σπά­σῃ. Αὐτὴ ἡ θεία ἀγάπη εἶνε κάτι, εἶνε μεγάλο μυστικό, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ τὸ αἰσθανθῇ ὁ ψυχρὸς καὶ ἀδιάφορος ἀπέναντι στὸν Κύριο. Αὐ­τὸς δὲν ἔκανε ἀκόμη τὴν σωτήριο στροφή του πρὸς τὸν Χριστό, καὶ γι᾿ αὐτὸ ὁ Ἥλιος δὲν ἀ­νέ­τειλε στὴν ψυχή του· δὲν γνωρίζει τὸ γλυκοχάραμα τῆς Χάριτος, δὲν εἶδε «αὐγὴ» πνευ­ματική, δὲν γνώρισε τὴν «μυστικὴν ἡμέραν».
Ὤ! ὁ ἄνθρωπος ποὺ ζῇ μακριὰ ἀπ᾽ τὸ Χριστὸ εἶνε δυστυχισμένος, ὁ μόνος δυστυχισμέ­νος. Κυριαρχεῖται ἀπὸ πνεῦμα πονηρό, ἀπὸ τὸν Ἑωσφόρο, τὸν «Θεὸν τοῦ αἰῶνος τούτου» (Β΄ Κορ. 4,4). Ἔχει βγάλει τὰ μάτια του· τὸν τύφλωσε ὁ σατα­νᾶς. Δὲν βλέπει πλέον τίποτε, ζῇ στὸ σκοτά­δι. Κι ὅπως ὁ ἄνθρωπος ποὺ περπατάει στὸ σκοτά­δι σκοντάφτει διαρκῶς, πέφτει σὲ παγί­δες καὶ βάραθρα, τσακίζεται, δὲ μπορεῖ νὰ δι­ακρί­νῃ τοὺς βράχους ἀπὸ τὰ δάση, τὰ δέν­τρα ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, δὲ βλέπει τὸ δρόμο, ἔτσι κι αὐ­τὸς ποὺ ζῇ μακριὰ ἀπ᾽ τὸ Χριστὸ ἔ­χει νύχτα. Καὶ μόνο νύχτα; Ὁ σατανᾶς τοῦ ἔχει βάλει καπίστι καὶ τὸν ὁδηγεῖ στὰ φρικτότερα ἐγκλήματα. Θὰ τὰ δῇ ἡ «ἡμέρα», θὰ τὰ δοῦν οἱ «υἱοὶ (τοῦ) φωτός» (Λουκ. 16,8. Ἰω. 12,36. Α΄ Θεσ. 5,5), οἱ χριστιανοί, καὶ θὰ κλάψουν. Γιατὶ ὅπως λέει ὁ ἀπόστολος Παῦ­λος, «ὁ Θεὸς τοῦ αἰῶνος τούτου ἐ­τύφλωσε τὰ νο­ήμα­τα τῶν ἀπίστων εἰς τὸ μὴ αὐγάσαι αὐτοῖς τὸν φωτισμὸν τοῦ εὐαγγελίου τῆς δόξης τοῦ Χριστοῦ» (Β΄ Κορ. 4,4). Αὐτοὶ εἶνε οἱ υἱοὶ τῆς «νυκτός» (Α΄ Θεσ. 5,5).
* * *
Ἀλλ᾿ ὅσοι πιστοί, ὅσοι μένετε ἀφωσιωμένοι στὸν Κύριο, μὴ ἀπομακρυνθῆτε ἀπὸ τὸ σωτή­ριο φῶς. Εἶστε οἱ υἱοὶ τῆς ἡμέρας. Μὴ φοβη­θῆτε τὰ παιδιὰ τῆς νύχτας. Ἐσεῖς ἔχετε τὴ χαρά. Ἐσεῖς ζῆτε τὴν «αὐγήν», τὴν «μυστικὴν ἡμέραν», ποὺ εἶνε ἄγνωστη στοὺς πολλούς. Ἐσεῖς ἔχετε καθημερινὴ ἑορτὴ καὶ πανήγυρι, τὴν ἱκανοποίησι τῆς ἀγαθῆς συνειδήσεως. Καὶ τὸ σπουδαιότερο· μετὰ τὴ λῆξι τῆς «μυ­στικῆς ἡμέρας» περιμένετε τὴν ἄλλη ἐκείνη «ἡμέραν Κυρίου τὴν μεγάλην καὶ ἐπιφανῆ» (Ἰωὴλ 3,4 = Πράξ. 2,20), κατὰ τὴν ὁποία «οἱ δίκαιοι ἐκ­λάμψουσιν ὡς ὁ ἥλιος» (Ματθ. 13,43). Γι᾿ αὐτὸ οἱ Χρι­στιανοὶ αὐτοὶ γεμᾶτοι χαρὰ μποροῦν ν᾽ ἀπευθύνωνται πρὸς τὴν ὑπεραγία Θεοτόκο λέγοντας τὸν χαιρετισμὸ «Χαῖρε, αὐγὴ μυστικῆς ἡμέρας».
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
Ἄρθρο, δημοσιεύθηκε στὸ περιοδικὸ «Χριστιανικὴ Σπίθα» του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου (φ. 68/28-3-1947).
 Α' Χαιρετισμοί: Η Παναγία Χαίρει στην Νηστεία και στην Εγκράτεια!

Την Υπερένδοξη Μητέρα του Θεού, την Πάναγνο Θεοτόκο, την γυναίκα που έγινε το μέσο της Ενανθρωπήσεως του Θεού, την Μητέρα της Ζωής τιμά σήμερα και εορτάζει ο πιστός λαός μας. Και γίνεται η ημέρα της γεννήσεώς Της, ημέρα χαράς και πανηγύρεως, διότι εἶναι «τοῦ Ἀδάμ ἡ ἀνάπλασις καί τῆς Εὔας ἡ ἀνάκλησις· τῆς ἀφθαρσίας ἡ πηγή καί τῆς φθορᾶς ἀπαλλαγή, δι᾽ ἧς ἡμεῖς ἐθεώθηεν καί τοῦ θανάτου ἐλυτρώθημεν…»
Αλλά και σήμερα ποιος είναι αυτός ο οποίος θα αμφισβητήσει τη δύναμη και την αγάπη που έχει η Παναγία προς όλο το ανθρώπινο γένος, αφού η ίδια είναι η μεσίτρια προς τον φιλάνθρωπον Θεόν. Είναι η μόνη ευλογημένη απο όλες τις γυναίες, η ιερώτερη ανθρώπινη ύπαρξη που χρησιμοποίησε ο Θεός για την ανάπλαση του ανθρωπίνου γένους. Κατά τον Αγιο Ιωάννη το Δαμασκηνό, είναι η αποκορύφωση και ο καρπός όλης παλαιοδιαθηκικής παιδαγωγικής προετοιμασίας της ανθρωπότητος για την αποδοχή του σαρκωθέντος Θεού. Η θέση της είναι κεντρική μέσα στην Εκκλησία αφού μόλις πρωτομπάινουμε αυτή ατενίζουμε στην κόγχη του ιερού. Είναι η κλίμακα η μετάγουσα τους εκ γης προς Ουρανόν. Ειναι η σκάλα δηλαδή δια της οποίας κατέβηκε ο Χριστός στον κόσμο, αλλά και ο κόσμος δι Αυτής μεταβαίνει προς τον Ουρανό. Εκατοντάδες η μάλλον καλύτερα θα μπορουσαμε να πούμε χιλιάδες τα θαύματά της προς το ανθρώπινο γένος. Ποιος θα αρνηθεί τις εμφανίσεις της σε ανθρώπους που βρίσκονται στο κρεβάτι του πόνου, σε θλιβομένους, σε αρρώστους; Ποίος είναι αυτός ο οποίος θα αρνηθεί την δύναμή της και τα θαύματά της. Σε κείνη καταφεύγουμε μέρα και νυχτα για κάθες μας πρόβλημα. Πόσα υπέροχα τροπάρια έχουν γραφτει ανα τους αιώνες για το πρόσωπό της και ποιος ή ποια μπορεί να φτάσει την αγιότητα και την καθαρότητά της; Η απάντηση βρίσκεται στο διάβα των αιώνων. Πόσες αυτοκράτειρες περάσαν απο αυτή τη γή, πόσες βασίλισσες τιμήθηκαν και προσκυνήθηκαν πολλα χρόνια πίσω, πόσες πολιτικές γυναίκες έρχονται και παρέρχονται σήμερα και μετά από κάποιο διάστημα ξεχνιούνται και σβήνουν. Η Υπεραγία όμως Θεοτόκος, δυο χιλίαδες τώρα χρόνια ζει και θα ζει ανα τους αιώνες. Αυτή κατέχει τα δευτερεία της Τριάδος κατά τον Αγ. Γρηγόριο τον Παλαμά διότι είναι η Αγιοτέρα όλων των Αγιών και ενδοξοτέρα πασών των επουρανίων δυνάμεων. Σε κείνη ελπίζουμε και προστρέχουμε για κάθε μας πρόβλημα διότι την αισθανόμαστε δική μας Μητέρα και Μητέρα όλου του κόσμου. Ακούραστη και ακοίμητη στο σωτήριο και μητρικο πρεσβευτικό της έργο, δέχεται τα δάκρυα και τα αιτήματα των ανθρώπων. Δεν παυει να ανταποκρίνεται στις ικεσίες των απλών και ταπεινών ανθρώπων και να εμφανίζει της δόξα της στις καρδιές.
Η Παναγία Θεοτόκος κατά τους Ορθόδοξους Πατέρες μας κατέχει κεντρικωτάτη θέσιν είς το μυστήριον της σαρκώσεως του Θεού Η απόλυτη αγνότητα και αγιότητα της Θεοτόκου, την τοποθετεί εσχατολογικά αμέσως μετά την Αγία Τριάδα. Είναι δύσκολο να περιγράψει η ανθρώπινη γλώσσα το μεγαλείο της Παρθένου.Ο Αγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς μη μπορόντας να κατατάξη την Θεοτόκο είτε στην άκτιστη είτε στην κτιστή δημιουργία την αποκαλεί “σύνορο μεθόριον ακτίστου και κτιστού”. Και ο Αγιος ο Δαμασκηνός, από τους βασικούς Πατέρες της θεομητορικής θεολογίας την χαρακτηρίζει "όντως αγνή μετά τον Θεό και πάνω από όλουςτους Αγίους". Ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός αναφέρει για το πρόσωπο της Παναγίας : "Να έχετε ευλάβειαν εις όλους τους Αγίους της Εκκλησίας μας, ναι, μα περισσότερον να έχετε χίλιες φορές εις την Δέσποινά μας την Θεοτόκον Μαρίαν, διότι όλοι οι Άγιοι είναι δούλοι του Χριστού, αλλά η Δέσποινά μας, η Θεοτόκος είναι κυρά και βασίλισσα του ουρανού και της γής και πάσης νοητής και αισθητής κτίσεως, ποτε δεν παύει να παρακαλή δια τας αμαρτίας μας. Επήρεν (ο Θεός) την Θεοτόκον και την έκαμε βασίλισσαν και ετίμησε το γένος μας. Δια τούτο πρέπει και ημείς, αδελφοί μου, να τιμώμεν την Δέσποινά μας την Θεοτόκον με νηστείες, προσευχές, ελεημοσύνες και με καλά έργα".
Οι θεοφόροι Πατέρες αλλα και οι ύμνοι της Εκκλησίας μένουν εκστατικοί μπροστά στο μεγαλείο του προσώπου της. Με ποια εγκώμια να στεφανώσουμε το ιερό και δεδοξασμένο Προσωπό της; Δεν υπάρχουν αγαπητοί αδελφοί μου ανθρώπινη γλώσσα μήτε υπερκόσμιος αγγελικός νους για να μπορέσει άξια να υμνήσει την Θεοτόκο και Μητέρα του φωτός. Η ευνωμοσύνη, η εμπιστοσύνη και η αγάπη του πιστού λαού στην Παναγία όμως αποτυπώνονται και στην υμνογραφία, και στη λαογραφεία, στην τέχνη και τη λατρεία. Χιλιάδες εκκλησίες στον Ελλαδικό χώρο και μοναστήρια είναι αφιερωμένα στην Θεοτόκο.
Προς τιμήν της φιλοτεχνήθηκαν πλήθος ιερών εικόνων, αλλά και θεσπέσιοι ύμνοι, ακολουθίες και εορτές έχουν την αναφορά τους στη Θεομήτωρα. Στην Θεοτόκο δόθηκαν πάρα πολλές ονομασίες-περίπου 540 είναι τα επίθετα τα οποία έχει δόσει ο πιστός λαός μας προς το Πρόσωπό της, ως αντάλλαγμα για τα θαύματά της, τις θαυμάσιες ενέργειές της, την παρουσία της ή τις θαυμαστές εμφανίσεις της όπου έρχεται σε άμεση επαφή με τους ανθρώπους και τα προβλήματά τους. Συχνά εμφανίζεται στον ύπνο, αλλοτε πάλι γίνεται αισθητή μόνο με τη φωνή της ή με κάποια ευωδία. Επεμβαίνει θαυματουργικά και θεραπεύει αρρώστιες, ικανοποιεί ανάγκες, σώζει από κινδύνους, δίνει λύσεις σε αδιέξοδα, διότι είναι η των απηλπισμένων μόνη η ελπίς και των πολεμουμένων η βοήθεια.. Άλλοτε πάλι καθοδηγεί για την εύρεση των ιερών εικόνων της και άλλοτε ευαγγελίζεται ευεργεσίες ή αντίθετα προμυνεί συμφορές ή πολέμους. Η ζωντανή όμως αυτή παρουσία της Θεοτόκου στην ατομική όσο και στην κοινή ζωή των χριστιανών για να γίνει αντιληπτή και αποδεκτή, προυποθέτει και εξίσου ζωντανή πίστη.
Η κοινωνία μέρα με τη μέρα οδηγείτε από το κακό στο χειρότερο. Ακούμε να βλασφημείτε το όνομα του Θεού και της Παναγίας και κανένας μας δεν αντιδράει. Όλο και περισσότερο σήμερα αποφεύγεται η αρετή και αυξάνεται η επιδίωξη της αμαρτίας. Τιμώνται σήμερα και διαφημίζονται στην τηλεόραση όσοι ζουν αισχρα, παρά όσοι αγωνίζονται για την αρετή. Καυχώμστε οτι είμαστε Ορθόδοξοι Χριστιανοί αλλά πολλοί από μας περιφρονούμε να κάνουμε το σταυρό μας ή ντρεπόμαστε να τον κάνουμε μπροστά στους άλλους μήπως τάχα μας πουν οπισθοδρομικούς. Δεν περνάει μέρα και ώρα που να μην κατατρώγουμε τους αδελφούς μας με συκοφαντίες και κατακρίσεις. Γίναμε υπερήφανοι, αλαζόνες, αχάριστοι και απέιθαρχοι απένατι στον Θεό και στην Παναγία μας. Και όμως η Υπεραγία Θεοτόκος, το παλατιον του μόνου βασιλέως, ο πύρινος θρόνος του παντοκράτορος, το ιλαστήριον του κόσμου, η άφλεκτος βάτος και το ρόδοντο αμάραντον συνεχίζει και μεσιτεύει μεταξύ του σαρκωθέντος Χριστού και των ανθρώπων ώστε ο θλιβόμενος σ αυτήν να βρει καταφύγιο, ο πολεμούμενος πίσω από αυτή να οχυρωθεί και ο άρρωστος σε αυτήν να προσκοληθεί. Αξίζει αδελφοί μου να τιμήσουμε με καθαρότητα ψυχής και σώματος την Υψηλοτέρα των Ουρανών. Ας την υπηρετήσουμε με ελεημοσήνη στους φτωχούς και κατατρεγμένους αδελφούς μας. Ας κάνουμε την καρδιά μας, ταμείο και κατοικία των αρετών της Θεοτόκου.
Η Παρθένος χαίρει στην νηστεία και στην εγκράτεια, ευφραίνεται στην παρθενία και στην σοφρωσύνη, αγαπά την ειρήνη και την πραότητα, εναγκαλίζεται την αγάπη και την ταπείνωση, Γι αυτό και μείς πρέπει να αγαπούμε αυτές τις αρετές, αν θέλουμε να είμαστε ακόλουθοι και μιμητές της Παρθένου. Και τότε βλέποντάς μας στολισμένους με τέτοιες αρετές, θα επιθυμήσει το κάλλος των ψυχών μας και θα έρθει νοερώς σε καθένα από εμάς, φέρνοντας μαζί της κάθε σειρά πνευματικών αγαθών και χαρίτων.
Αλλά και κάτι άλλο εξίσου σημαντικό, θα καταπείσει τον Υιόν της το Μονογενή να γίνει ένοικος στην ψυχή και στην καρδιά μας ώστε να την δοξάζουμε και στην παρούσα και στην μέλλουσα ζωή εις τους αιώνες των αιώνων.
Αμήν.

π. Σπυρίδων Ιωάννου
 Β' Χαιρετισμοί - Χαίρε Τροφή του μάννα Διάδοχε, Χαίρε Τρυφής Αγίας Διάκονε

Ο άνθρωπος έχει ανάγκη την τροφή για να επιβιώσει. Έτσι πλάσθηκε από το Θεό. Η λήψη της τροφής όμως συνοδεύεται και από μία συγκεκριμένη στάση ζωής, καθώς ο άνθρωπος ενηλικιώνεται. Από την αυτόματη, ενστικτώδη κίνηση, η τροφή γίνεται έλλογη επιλογή, καθώς ο καθένας ακολουθεί την πορεία της σωματικής και πνευματικής ανάπτυξής του. Η τροφή συνοδεύεται από την ηδονή του να αρέσει ή να μην αρέσει, τόσο στη γεύση όσο και στον τρόπο της βρώσης της. Αυτό σημαίνει ότι ο άνθρωπος σταδιακά μπορεί να τρώει για να ζει ή και να ζει για να τρώει. Να συνδέεται με αυτούς που του παρασκευάζουν την τροφή,  με την προσωπική σύνδεση με την μητέρα ή την σύζυγο ή τους οικείους από την οποία την δέχεται ή με την απρόσωπη σύνδεση με εκείνους που πουλούνε τροφή. Γι’ αυτό και η στάση του καθενός έναντι της τροφής δείχνει κατά κάποιον τρόπο τι άνθρωπος είναι.
Συχνά στα ιερά κείμενα  βλέπουμε να γίνεται αναφορά στο θέμα της τροφής. Στην Παλαιά Διαθήκη η τροφή γίνεται αφορμή της πτώσης του ανθρώπου, της έκπτωσής του από τη σχέση με το Θεό στον Παράδεισο και της εξορίας του στον κόσμο που δεν είναι πια στολίδι. Ο άνθρωπος καλείται με τον ιδρώτα του προσώπου του να τρώει τον άρτο του. Και η γη βγάζει ακάνθας και τριβόλους, που κάνουν τον άνθρωπο να μην μπορεί να γευτεί την τροφή ως δωρεά από το Θεό και την αγάπη Του, αλλά να τη βλέπει ως αποτέλεσμα του δικού του κόπου. Γι’ αυτό και η τροφή αποσυνδέεται από την πρόνοια του Θεού και γίνεται αφορμή για πόλεμο και συγκρούσεις μεταξύ των ανθρώπων. Την ίδια στιγμή, στην Παλαιά Διαθήκη, η τροφή αποτελεί το μεγαλύτερο πρόβλημα των Εβραίων, όταν φεύγουν από την Αίγυπτο για να ακολουθήσουν την οδό προς τη γη της Επαγγελίας. Στην έρημο θα γογγύσουν εναντίον του Θεού, γιατί μέσα τους θα συνεχίσουν να φέρουν το σπέρμα της ανταρσίας, που δεν δέχεται ότι η τροφή δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά δωρεά σχέσης του ανθρώπου με το Θεό, ότι η τροφή έρχεται δεύτερη σε μία ζωή στην οποία υπάρχει η εμπιστοσύνη στο Θεό. Και τότε ο Θεός θα τους στείλει το «μάννα», λύνοντας το ζήτημα της επιβίωσης, φανερώνοντας την αγάπη και την πρόνοια προς εκείνους και την ίδια στιγμή, καθώς τους ζητά να το τρώνε αυθημερόν και να μην το κρατάνε για δεύτερη ημέρα, δείχνοντάς τους ότι όσο επιλέγουν την σχέση μαζί Του ως το πρώτο της ζωής, όσο δεν έχουν αγωνία για την τροφή τους, αυτή θα τους έρχεται. Η στάση την οποία καλούνται να έχουν είναι η ευχαριστία. Ο δοξασμός του Θεού για το ότι τους αγαπά.  Η ευγνωμοσύνη για το ότι Εκείνος υπάρχει.
Η Υπεραγία Θεοτόκος αποτελεί την διαδοχή της τροφής του μάννα και γίνεται η ίδια τροφή για τον άνθρωπο και τον κόσμο. Μαζί με όλες τις άλλες αλλαγές, τις ανακαινίσεις του κόσμου που συνοδεύουν την κίνησή της να αποδεχτεί την πρόσκληση του Θεού να γεννήσει τον Υιό της, η Παναγία μας δείχνει ότι αποτελεί η διάδοχος της τροφής του μάννα, μόνο που επισημαίνει το αληθινό νόημά της. Γιατί στο πρόσωπό της βλέπουμε την ανάγκη μας να λειτουργούμε με εμπιστοσύνη προς το πρόσωπο του Χριστού και την πρόνοιά Του για τον καθένα μας. Βλέπουμε την ανάγκη μας να αναφέρουμε δια της προσευχής τη ζωή και την επιβίωσή μας σ’ Εκείνον. Να μην μένουμε στα υλικά αγαθά, αλλά να βιώνουμε το «ουκ επ’ άρτω μόνον ζήσεται άνθρωπος». Και να εκφράζουμε με την ευχαριστία και την ευγνωμοσύνη προς τον Δωρεοδότη της τροφής Κύριο και την έμπρακτη αγάπη προς τον πλησίον μας τα συναισθήματά μας έναντι της δωρεάς της τροφής και κάθε αγαθού, αλλά και κάθε περιστάσεως της ζωής μας, όπως Εκείνος επιτρέπει να μας συμβούνε.
Η Παναγία εμπιστεύθηκε το Θεό και δέχτηκε να συμμετάσχει στο σχέδιο της Θείας Οικονομίας για τη σωτηρία του κόσμου. Τρέφει λοιπόν ως μάνα τους ανθρώπους με ένα νέο μάννα, το οποίο παραμένει άφθαρτο στους αιώνες. Είναι ο ίδιος ο Χριστός, ο Υιός του Θεού, ο οποίος δεν φθείρεται από το πέρασμα της ημέρας, από το χρόνο, από το σκοτάδι της αμαρτίας και της κακίας, ακόμη και από την νοοτροπία μας να εκζητούμε την ηδονή στα ευτελή. Την ίδια στιγμή, το νέο μάννα συνεχίζει να δίδεται καθημερινά στους ανθρώπους ως ο Άρτος της Ζωής. Το παλαιό μάννα δεν μπορούσε να κάνει τους ανθρώπους να αποφύγουν το θάνατο, όχι μόνο τον σωματικό, αλλά και τον πνευματικό, γιατί θεράπευε την ανάγκη της τροφής. Της επιβίωσης. Το νέο μάννα, που είναι ο Χριστός, δίνει ζωήν αιώνιον και ανασταίνει τους ανθρώπους που θα πιστέψουν σ’ Αυτόν, γιατί τρέφει με την Αγάπη του Θεού όχι μόνο το σώμα, αλλά και την ψυχή. Συγχωρεί τις αμαρτίες μας και λυτρώνει από τον πνευματικό θάνατο την ύπαρξή μας. Ζωοποιεί με έναν μυστικό, εσωτερικό τρόπο το σύνολο της ύπαρξής μας και οδηγεί σε μία άλλη τρυφή, την αγία, της αγιότητας, της συνεχούς κοινωνίας με το Θεό που αλλάζει την πορεία της ζωής μας, διότι τώρα γνωρίζουμε τι θέλει ο ουρανός από την καθημερινότητα, τη στάση ζωής μας, τις κρίσεις με τον εαυτό μας και τους ανθρώπους, στις ποικίλες επιθέσεις του κακού και του διαβόλου και, κυρίως, γνωρίζουμε ότι δεν είμαστε μόνοι μας. Το παλαιό μάννα χορηγούνταν σε όλους, ανεξαρτήτως αν δόξαζαν ή όχι το Θεό, γιατί ο Θεός είναι δίκαιος, δηλαδή αγαπά, και ανατέλλει τον ήλιο επί δικαίους και πονηρούς. Το νέο μάννα δίδεται και αυτό σε όλους, όμως,  επειδή δεν αναφέρεται στην επιβίωση, είναι επιλογή του ανθρώπου αν θα το προσλάβει. Η δωρεά δηλαδή του νέου μάννα, του Χριστού, είναι δωρεά ελευθερίας και επαφίεται στον καθέναν αν θα την αποδεχτεί. Και ο τρόπος της αποδοχής είναι η ευχαριστία.Όχι μόνο το μυστήριο της Εκκλησίας, αλλά και η σύνολη στάση ζωής μας. Η δοξολογία του Θεού. Η προσφορά στο συνάνθρωπο. Η αποδοχή του θείου θελήματος, ασχέτως αν μας ευχαριστεί ή όχι.
Πρώτη η Παναγία άνοιξε τον δρόμο ώστε να γευτεί στην ύπαρξή της αυτό το νέο και αιώνιο μάννα. Γι’ αυτό και χαρακτηρίζεται μανναδόχος στάμνα. Όπως σε μία στάμνα ο Μωυσής κρατά ως θησαυρό πολύτιμο λίγο μάννα, το οποίο είναι το μοναδικό που παραμένει άφθαρτο εντός της, έτσι και η Παναγία κρατά στα σπλάχνα της το αιώνιο μάννα, το Χριστό, ο Οποίος παραμένει άφθαρτος και αναλλοίωτος, ενώ αλλοιώνει την φθορά μας. Στο πρόσωπο του Χριστού τόσο η υλική, όσο και η κάθε άλλη τροφή αλλάζουν προσανατολισμό. Ο χριστιανός ξεκινά τη ζωή του από την κοινωνία με τον Άρτο της Ζωής και αυτή είναι η μεγαλύτερη τρυφή, η οποία διασώζει από την έρημο των παθών, της μοναξιάς, του θανάτου τον καθέναν μας και μας δίδει την ευκαιρία να βαδίσουμε προς τη γη της προσωπικής μας Επαγγελίας, τον Παράδεισο της Εκκλησίας και της σχέσης της Αγάπης. Και συνεχίζει τον αγώνα του και στην περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής αλλά και πάσας τας ημέρας της ζωής του με γνώμονα την εμπιστοσύνη στην αγάπη του Θεού, χωρίς αγωνία για την επιβίωσή του και με πνεύμα ευχαριστίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν εργάζεται για τα υλικά. Βλέπει όμως πού βρίσκεται η αληθινή ηδονή. Η τρυφή που είναι ατελεύτητος. Στη σχέση με το Θεό στην Εκκλησία. Και προσεύχεται στην Παναγία να μην επιτρέψει να επηρεαστεί από το πνεύμα του κόσμου, που όχι απλώς αποθεώνει την τροφή, αλλά εκδιώκει τον Δωρεοδότη της από τη ζωή μας. Και συνεχίζει να διακηρύττει  ότι μπορούμε και χωρίς Αυτόν να παλέψουμε με τας ακάνθας και τας τριβόλους τόσο της γης όσο και του εαυτού μας. Μόνο που βλέπουμε καθημερινά τις συνέπειες της επιλογής μας.

Κέρκυρα, 14 Μαρτίου 2014
π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
 Χαῖρε, ὀσμή τῆς Χριστοῦ εὐωδίας

Κάθε Παρασκευή, κατὰ τὴν περίοδο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, πλήθη πιστῶν κατακλύζουν τοὺς ἱεροὺς ναοὺς γιὰ νὰ τιμήσουν τὴν Μητέρα τοῦ Θεοῦ, νὰ ψάλουν τὸ «χαῖρε» πρὸς τὸ «εὔοσμον θυμίαμα», τὸ «μύρον τὸ πολύτιμον», τὴν Κυρία Θεοτόκο. Πλημμυρίζουν οἱ Ὀρθόδοξοι ναοὶ ἀπὸ τὴν ἄρρητη εὐωδία ποὺ ἀναδίδει ἡ πάναγνος μορφὴ τῆς ὑπερευλογημένης Θεοτόκου.

Γι’ αὐτὸ καὶ οἱ πιστοὶ μαζὶ μὲ τὸν ἱερὸ ὑμνωδὸ ἀναφωνοῦν: «Χαῖρε, ὀσμὴ τῆς Χριστοῦ εὐωδίας»! Χαῖρε ἐσύ, Θεοτόκε, ποὺ ἀναδίδεις τὴν εὐωδία τοῦ Χριστοῦ. Εὐωδία Χριστοῦ! Αὐτὸ εἶναι τὸ ἐξαίσιο, τὸ ὑπερουράνιο ἄρωμα τὸ ὁποῖο ἀναδίδει ἡ Παρθένος Μαρία. Μέσα σὲ ἕναν κόσμο ὁ ὁποῖος ἀπέπνεε ἔντονη τὴ δυσοσμία τῆς ἁμαρτίας· μέσα σὲ μία ἀτμόσφαιρα ἀποπνικτικὴ ἀπὸ τὶς ἀναθυμιάσεις τῆς ἠθικῆς διαφθορᾶς καὶ τῆς θρησκευτικῆς πλάνης, ἡ Παναγία ἔγινε «τῆς εὐωδίας τὸ σεπτὸν σκήνωμα», τὸ δοχεῖον τῆς Χάριτος τὸ ὁποῖο γέμισε ἀπὸ τὸ ἀκένωτο μύρο τῆς θεότητος. Τί ἦταν ὅμως αὐτὸ ποὺ κατέστησε τὴν Παρθένο Μαρία δοχεῖο κατάλληλο ποὺ ἔφερε τὴν εὐωδία τοῦ Χριστοῦ στὸν κόσμο;

Πρῶτα ἀπ’ ὅλα, ἡ καθαρότητα τῆς ψυχῆς της. Ἡ Παναγία Παρθένος σὲ ὅλη της τὴ ζωὴ ὑπῆρξε ἄσπιλη κι ἀμόλυντη. Ἀπὸ τῆς πρώτης ἡλικίας διατηροῦσε καθαρὴ καὶ ἁγνὴ τὴν ψυχή της. Δὲν ἄφησε τὸ ρυπαρὸ καὶ ἄθλιο περιβάλλον τῆς Ναζαρέτ, μέσα στὸ ὁποῖο ζοῦσε ἐπὶ ἔτη, νὰ μολύνει στὸ παραμικρὸ τὴν ἠθικὴ καθαρότητά της. Ἀντιστάθηκε μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ στὶς ἐπιθέσεις τοῦ ἐχθροῦ διαβόλου καὶ παρέμεινε ἄτρωτη κι ἀνεπηρέαστη.

Ἦταν ἡ Παναγία ἕνα ὁλόλευκο κρίνο ἁγνότητος. Τὸ μοναδικὸ λουλούδι ποὺ εἶχε νὰ προσφέρει ἡ ἁμαρτωλὴ ἀνθρωπότητα, γιὰ νὰ τὸ ἐπισκιάσει τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον καὶ νὰ δεχθεῖ τὸ οὐράνιο Μύρο, τὸν Ἰησοῦ Χριστό. «Οὐκ εἶχε», λέγει ὁ Μέγας Βασίλειος, «ἡ κατ’ ἐκείνην γενεὰ τῶν ἀνθρώπων ὁμότιμον τῆς καθαρότητος τῆς Μαρίας, ὥστε ἐνέργειαν τοῦ Πνεύματος ὑποδέξασθαι» (PG 31, 1464BC). Δὲν εἶχε ἐκείνη ἡ γενεὰ τῶν ἀνθρώπων κανέναν ἰσάξιο μὲ τὴν καθαρότητα τῆς Μαρίας γιὰ νὰ δεχθεῖ τὴν ἐπενέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Αὐτὴ ἡ καθαρὴ καὶ ἁγνὴ ζωὴ τῆς Θεοτόκου τὴν κατέστησε δοχεῖο κατάλληλο νὰ φιλοξενήσει τὸ ὑπὲρ πάντα τὰ ἀρώματα ἐ ξαίσιον ἄρωμα τοῦ Χριστοῦ.

Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ τὴν καθαρότητα τῆς ψυχῆς της ἡ Παρθένος Μαρία φρόντιζε νὰ καλλιεργεῖ καὶ τὶς μοναδικὲς σὲ κάλλος θεῖες ἀρετές. Πῶς νὰ μὴ θαυμάσει κανεὶς τὴν ταπείνωση καὶ τὴν ὑπακοὴ τῆς πανάγνου Κόρης, ὅταν εἶπε τὸ «ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμά σου» (Λουκ. α΄ 38); Πῶς νὰ μὴν ἐγκωμιάσει τὴν εὐλάβεια, τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ἀφοσίωση στὸ Θεὸ αὐτῆς ποὺ ἀπὸ μικρὴ ἡλικία ζοῦσε στὸ Ναὸ τοῦ Κυρίου;

Πῶς νὰ μὴν ἐπαινέσει τὴν πίστη της στὰ παράδοξα γιὰ τὴν ἀνθρώπινη λογικὴ λόγια τοῦ ἀρχαγγέλου Γαβριήλ; Καὶ πάλι πόσα θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ ἀναφέρει γιὰ τὴ σύνεση, τὴ σεμνότητά της...

Καθὼς μελετοῦμε τὴ ζωὴ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, μᾶς ἀποκαλύπτεται ἕνας ἀπέραντος κόσμος ἀρετῆς· γι’ αὐτὸ οἱ ἱεροὶ ὑμνογράφοι τὴν ἀποκαλοῦν «κῆπον τῶν χαρίτων» καὶ «παράδεισον», μέσα στὸν ὁποῖο ἄνθισαν ὅλης τῆς ἀρετῆς τὰ πολύχρωμα καὶ μυρωδάτα λουλούδια.

Μονὴ αὐτὴ λοιπὸν ἡ Παρθένος Μαρία μπόρεσε ν’ ἀνθίσει καὶ νὰ σκορπίσει στὸν κόσμο, ποὺ ὑπέφερε μέσα στὴν πνιγερὴ ἀτμόσφαιρα τῆς κακίας, τὸ ἄρωμα τῆς πλέον εὐωδιαστῆς καὶ οὐράνιας ἀρετῆς. Γι’ αὐτὸ καὶ ὅταν ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, ὁ πανάγαθος Θεὸς αὐτὴν διάλεξε γιὰ νὰ τὴν κάνει Μητέρα τοῦ σαρκωθέντος Υἱοῦ καὶ Λόγου του. Καὶ τότε πλέον ἡ Παναγία πλημμύρισε ἀπὸ τὴν εὐωδία τοῦ Χριστοῦ. Μὲ τὴ θεία κένωση ὅλο τὸ ἀκένωτο Μύρο γέμισε τὴν ὕπαρξη τῆς Παρθένου Μαρίας. Τὸ «καθαρώτατον δοχεῖον» ποὺ εὐωδίαζε ἀπὸ τὴν ἁγία ζωή της, τώρα συγκρατεῖ ἀπερινοήτως στὰ τοιχώματά του τὴν πηγὴ τῆς εὐωδίας, αὐτὸν τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό.

Τὸ μυστήριο τῆς σαρκώσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου ἀνέδειξε τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο ὡς τὸ πλέον «πολύτιμον μύρον», «ὀσμὴν τῆς Χριστοῦ εὐωδίας». Ἀπὸ τότε ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ, ἡ Παναγία, σκορπίζει αὐτὴ τὴ θεϊκὴ εὐωδία, ὡς ὀσμὴ μύρου μοναδική, καὶ ἑλκύει τοὺς ἀνθρώπους κοντὰ στὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, στὴ λύτρωση καὶ τὴ σωτηρία.

«Χαῖρε, ὀσμὴ τῆς Χριστοῦ εὐωδίας»! Αὐτὴ τὴν ὀσμὴ τῆς εὐωδίας τοῦ Χριστοῦ ὀσφραινόμαστε κι ἀπολαμβάνουμε κι ἐμεῖς κοντὰ στὴν Παναγία μας, κοντὰ στοὺς ἁγίους, κοντὰ στὸν Κύριο Ἰησοῦ! Μιὰ εὐωδία πνευματικὴ ποὺ πολλὲς φορὲς ἐπιτρέπει ὁ Θεὸς νὰ τὴν νιώθουμε καὶ μὲ τὶς αἰσθήσεις μας, ὅταν προσκυνοῦμε τὶς ἱερὲς εἰκόνες ποὺ μυροβλύζουν καὶ τὰ χαριτόβρυτα ἅγια Λείψανα ποὺ εὐωδιάζουν... Αὐτὴ τὴν ὀσμὴ τῆς εὐωδίας τοῦ Χριστοῦ μπορεῖ νὰ ἀναδίδει καὶ ἡ δική μας ζωή, ἀφοῦ σύμφωνα μὲ τὸν θεόπνευστο λόγο τοῦ ἀποστόλου Παύλου «Χριστοῦ εὐωδία ἐσμέν» (Β΄ Κορ. β΄ 15). Ἀρκεῖ νὰ φροντίζουμε, ὥστε τὴν ψυχή μας νὰ τὴ διατηροῦμε καθαρὴ ἀπὸ πάθη καὶ ἁμαρτίες καὶ νὰ τὴ στολίζουμε μὲ τὰ ἄνθη τῶν ἀρετῶν. Ἂς μιμηθοῦμε κι ἐδῶ τὸ παράδειγμα τῆς πανάγνου Κόρης τῆς Ναζαρέτ. Οἱ καιροί μας δὲν εἶναι χειρότεροι ἀπὸ τοὺς τότε καιρούς. Μὲ τὶς πρεσβεῖες της ὁ καθένας μας μπορεῖ νὰ τῆς μοιάσει· στὴν ἁγνότητα, τὴν πίστη, τὴν ταπεινόφρονα ὑπακοὴ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Τέτοιες ἀρετὲς ἑλκύουν τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ σκορπίζουν ζωογόνο εὐωδιαστὸ ἀέρα μέσα στὴν ἀσφυκτικὴ ἀτμόσφαιρα ποὺ ζοῦμε.

Πολὺ περισσότερο ὅμως, ἡ ζωή μας θὰ φέρει τὴν τοῦ «Χριστοῦ εὐωδίαν», ὅταν δεχόμαστε μέσα μας τὸ πιὸ εὐωδιαστὸ μύρο, τὸν Βασιλέα Χριστό. Ὅταν δηλαδὴ μὲ καθαρὴ καρδιὰ καὶ κατάλληλη προετοιμασία προσερχόμαστε στὸ οὐράνιο Μυστήριο τῆς θείας Κοινωνίας. Τότε ὁ πιστὸς ἑνωμένος πλέον μὲ τὸν Κύριο Ἰησοῦ, γίνεται ὁ ἴδιος εὐωδία Χριστοῦ!

Ἂς παρακαλοῦμε τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο νὰ ἀξιώνει καὶ τὸν καθένα ἀπὸ ἐμᾶς μὲ τὴν καθαρὴ κι ἐνάρετη ζωή του, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴ συμμετοχὴ στὰ ἱερὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας, νὰ γίνεται ἕνα θυμιατήρι τοῦ Χριστοῦ ποὺ θὰ σκορπᾶ στὸ περιβάλλον του τὸ ἄρωμα τῆς πίστεως, τὴν «ὀσμὴν τῆς Χριστοῦ εὐωδίας».

Τετάρτη 5 Μαρτίου 2014

ΚΥΡΙΑΚΗ Α' ΝΗΣΤΕΙΩΝ (ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ) (Ιωάννη κεφ. α' στίχοι 44-52).
22. - Η εκλογή των πρώτων μαθητών του Χριστού.
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η σημερινή πρώτη Κυριακή της Μεγάλης Σαρακοστής είναι αφιερωμένη στο θρίαμβο της ορθόδοξης πίστεως μας. Οι άθεοι της εποχής εκείνης (726-843 μ.Χ.) θέλησαν να κλονίσουν την πίστη του ανθρώπου στη Θεότητα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Γι' αυτό και τα έβαλαν με τις Άγιες Εικόνες. Στο τέλος, όμως, όπως πάντα, νίκησε η Εκκλησία και θριάμβευσε η ορθόδοξη πίστη. Αυτή την ορθόδοξη πίστη καλεί η Εκκλησία να αποκτήσουμε και εμείς.
«Τω καιρώ εκείνω ηθέλησεν ο Ιησούς εξελθείν εις την Γαλιλαίαν· και ευρίσκει Φίλιππον και λέγει αυτώ· ακολούθει μοι. Ην δε ο Φίλιππος από Βηθσαϊδά, εκ της πόλεως Ανδρέου και Πέτρου. Ευρίσκει Φίλιππος τον Ναθαναήλ και λέγει αυτώ· όν έγραψε Μωυσής εν τω νόμω και οι προφήται, ευρήκαμεν, Ιησούν τον υιόν του Ιωσήφ τον από Ναζαρέτ. Και είπεν αυτώ Ναθαναήλ· εκ Ναζαρέτ δύναται τι αγαθόν είναι; λέγει αυτώ Φίλιππος· έρχου και ίδε. Είδεν ο Ιησούς τον Ναθαναήλ ερχόμενον προς αυτόν και λέγει περί αυτού· ίδε αληθώς Ισραηλίτης, εν ώ δόλος ουκ εστί. Λέγει αυτώ Ναθαναήλ· πόθεν με γινώσκεις; απεκρίθη Ιησούς και είπεν αυτώ· προ του σε Φίλιππον φωνήσαι, όντα υπό την συκήν είδόν σε. Απεκρίθη Ναθαναήλ και λέγει αυτώ· ραββί, συ ει ο υιός του Θεού, συ ει ο βασιλεύς του Ισραήλ. Απεκρίθη Ιησούς και είπεν αυτώ· ότι είπόν σοι, είδον ·σε υποκάτω της ,συκής, πιστεύεις; μείζω τούτων όψει. Και λέγει αυτώ· αμήν αμήν λέγω υμίν, απ' άρτι όψεσθε τον ουρανόν ανεωγότα, και τους αγγέλους του Θεού αναβαίνοντας και καταβαίνοντας επί τον υιόν του ανθρώπου». 
Εκείνο τον καιρό θέλησε ο Ιησούς να βγει να πάει στη Γαλιλαία. Βρίσκει τότε το Φίλιππο και του λέγει· Ακολούθησε με. Και ήταν ο Φίλιππος από τη Βηθσαϊδά, από την πόλη του Ανδρέα και του Πέτρου. Βρίσκει ο Φίλιππος το Ναθαναήλ και του λέγει. Βρήκαμε εκείνον που έγραψε ο Μωυσής στο νόμο και οι Προφήτες, τον Ιησού το γιο του Ιωσήφ από τη Ναζαρέτ. Και ο Ναθαναήλ του είπε· Από τη Ναζαρέτ μπορεί να βγει τίποτα καλό; Του λέγει ο Φίλιππος. Έλα να δεις. Είδε ο Ιησούς το Ναθαναήλ να έρχεται σ' αυτόν και λέγει γι' αυτόν Να πραγματικά Ισραηλίτης που δεν υπάρχει μέσα του δόλος. Του λέγει ο Ναθαναήλ. Από πού με ξέρεις; Αποκρίθηκε ο Ιησούς και του είπε· Πριν να σε φωνάξει ο Φίλιππος, όταν ήσουν κάτω από τη συκιά, σε είδα. Αποκρίθηκε ο Ναθαναήλ και του λέγει: Διδάσκαλε, συ είσαι ο υιός του Θεού, συ είσαι ο βασιλεύς του Ισραήλ. Αποκρίθηκε ο Ιησούς και του είπε· Πιστεύεις, επειδή σου είπα πως σε είδα κάτω από τη συκιά; Μεγαλύτερα από αυτά θα δεις. Και του λέγει. Σας βεβαιώνω πως πολύ γρήγορα θα δείτε ανοιγμένο τον ουρανό και τους αγγέλους του Θεού να ανεβαίνουν και να κατεβαίνουν κοντά στον υιό του ανθρώπου. 
Γ' ΑΝΑΛΥΣΗ - ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ
1. Από την ιστορία ακόμα ξέρουμε, πως η Χριστιανοσύνη ήταν αναστατωμένη περισσότερο από εκατό χρόνια για το ζήτημα των Αγίων και Ιερών Εικόνων. Οι Εικονομάχοι, δηλαδή οι εχθροί των αγίων Εικόνων, δεν μπορούσαν να παραδεχτούν τη Θεότητα του Ιησού Χριστού. Έφερναν λοιπόν για δικαιολογία, πως ο Θεός είναι Πνεύμα και επομένως δεν μπορούμε να τον ζωγραφίζουμε. Η εικόνα του Κυρίου δεν παρουσίαζε γι' αυτούς τον Υιό του Θεού, δηλ. το Θεάνθρωπο, αλλά ένα συνήθη άνθρωπο. Έλεγαν λοιπόν, πως η προσκύνηση της Εικόνας του Κυρίου από τους ορθοδόξους είναι ειδωλολατρία.
2. Όλοι οι εκκλησιαστικοί Πατέρες της εποχής εκείνης υπεράσπισαν με μεγάλη πίστη και θάρρος τις άγιες Εικόνες μας. Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός και ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης διακρίθηκαν ανάμεσα στους αγωνιστές. Πρόβαλαν την ορθόδοξη πίστη στο πρόσωπο του Κυρίου μας. Είναι ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός, που ένωσε στον εαυτό του τη θεία με την ανθρώπινη φύση. Μπορούμε λοιπόν να τον ζωγραφίζουμε. Όταν τον προσκυνούμε, η πίστη και η αγάπη μας, πηγαίνουν στο πρωτότυπο, δηλαδή στον ίδιο το Θεάνθρωπο Κύριο.
3. Αυτή την ατράνταχτη πίστη στο Θεάνθρωπο Κύριο μας παρουσιάζουν και οι δυο από τους πρώτους μαθητές του Κυρίου, ο Φίλιππος και ο Ναθαναήλ. Ο Φίλιππος έχει μέσα του μεγάλη αγάπη, γι’ αυτό και αμέσως τρέχει να φωνάξει το Ναθαναήλ. «Βρήκαμε, του λέγει, αυτόν που περιμέναμε και που έγραψαν ο Μωυσής και οι προφήτες. Τον αληθινό Μεσσία, τον Υιό, του Θεού». Ο Ναθαναήλ είναι ένας άδολος Ισραηλίτης, γιατί μέσα του είχε πάντα πίστη και αγάπη. Ο Ναθαναήλ αναγνωρίζει με πίστη και αγάπη τη Θεότητα του Κυρίου και ομολογεί πως είναι ο αληθινός βασιλέας του Ισραήλ. Σ' αυτή την ομολογία του Ναθαναήλ θεμελιώνεται ολόκληρο το έργο της σωτηρίας του κόσμου. Ο Ιησούς βραβεύει την πίστη του Ναθαναήλ και τον βεβαιώνει ότι θα δει μεγαλύτερα πράγματα από αυτά. Δηλαδή ότι θα δουν ανοιγμένο τον ουρανό και τους αγγέλους του Θεού να ανεβαίνουν και να κατεβαίνουν κοντά στον Υιό του ανθρώπου, στο Θεάνθρωπο Κύριο.
4. Μακάρι να μπορούσαμε και εμείς να αποκτήσουμε την αγάπη και την πίστη του Ναθαναήλ. Όταν ήμασταν βρέφη εμπιστευόμασταν τη ζωή μας στα πρόσωπα των γονέων μας, τη μητέρα και τον πατέρα. Αυτό το κάναμε, γιατί ήμασταν ενωμένοι μ' αυτούς με την αγάπη. Τέτοια αγάπη ζητεί από μας και ο Χριστός. Αγάπη τέτοια που μας οδηγεί στην απόλυτη και σταθερή πίστη, την ορθόδοξη πίστη προσφέρει η Εκκλησία σ' όλους μας. Αυτή τη πίστη υπογραμμίζουμε και όταν κάνουμε τη λιτανεία των Εικόνων στη μεγάλη γιορτή της Ορθοδοξίας. Έτσι ακούμε τον ιερέα να βροντοφωνεί: «Αύτη η πίστις των Αποστόλων, αύτη η Πίστις των Πατέρων, αύτη η πίστις των 'Ορθοδόξων, αύτη ήτις την Οικουμένην εστήριξε».
ΔΙΔΑΓΜΑ:
«Συ εί ο Υιός του Θεού, συ εί ο βασιλεύς του Ισραήλ». (Ιωάννη κεφ. α' στίχος 50).
ΚΕΙΜΕΝΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΑ
«Όπως είδαν οι Προφήτες, όπως δίδαξαν οι Απόστολοι, όπως παρέλαβε η Εκκλησία, όπως δογμάτισαν οι διδάσκαλοι, όπως έλαμψε η αλήθεια... έτσι φρονούμε, έτσι λαλούμε, έτσι κηρύσσουμε ότι ο Χριστός είναι ο αληθινός Θεός μας. Τιμάμε δε τους Αγίους του με λόγια, με συγγράμματα, με τη θυσία της θείας Ευχαριστίας στους ναούς, με τα κονιάματα. Και το μεν Χριστό προσκυνούμε ως Θεό και Δεσπότη, τους δε Αγίους του τιμούμε και απονέμουμε σχετική προσκύνηση».
(Κείμενο της Αγίας Εβδόμης Οικουμενικής Συνόδου για την Ορθοδοξία).
ΣΤ ΑΣΚΗΣΕΙΣ - ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
1. Τι σου κάνει εντύπωση από τη διαγωγή του Ναθαναήλ;
2. Γιατί τη σημερινή Κυριακή την ονομάζουμε Κυριακή της Ορθοδοξίας;
3. Πώς μπορούμε να αποκτήσουμε και εμείς ζωντανή πίστη στη Θεότητα του Ιησού Χριστού;
 Α΄ Κυριακή των Νηστειών: Η νίκη της Ορθοδοξίας, η αναστήλωση της Εικόνας!
Hμέρα χαρμόσυνος και ευφροσύνης ανάπλεως πεφανέρωται σήμερον...


Ας είναι ευλογητός ο Θεός , αγαπητοί μου αδελφοί, πού μας αξίωσε να βιώσουμε και πάλι τις λαμπρές και πενθοχαρμόσυνες αυτές ημέρες της Εκκλησίας μας. Την προπασχάλια αναστάσιμη χαρά της ορθόδοξης τεσσαρακοστής!

Από την κοιλάδα του κλαυθμώνος της Αγίας και μεγάλης Τεσσαρακοστής αυτομάτως η αγία Εκκλησία μας μεταφέρει  σε πελώρια ύψη θεολογίας, στο θαβώρειο όρος της δόξης. Θρηνήσαμε και κλάψαμε στο πρώτο αυτό σταθμό του σταδίου, είδαμε την πίστη των προφητών, είδαμε την νικη και τα οφέλη της νηστείας,αναψυχτήκαμε με τους λαμπρούς Χαιρετισμούς στην Υπεραγία Θεοτόκο, ευγνωμονήσαμε τον Μεγαλομάρτυρα Θεόδωρο πανηγυρίζοντες, τώρα ας συστήσουμε εορτή για τον θρίαμβο και την πανήγυρη της Ορθοδοξίας.

Η Α΄αυτή Κυριακή των Νηστειών, λαμπρύνεται από την δόξα της πίστης και την νίκη της Εκκλησίας. Την αποσαφήνιση του δόγματος και την νίκη  της Εκκλησίας προβάλει αυτή η Κυριακή πάνω στον κόσμο. Ορθοτομεί η Εκκλησία και πανηγυρίζει, αιματοβαμμένη από τα πορφυρά αίματα των Πατέρων και των Μαρτύρων της γιατί θριάμβευσε πάνω στο δικέφαλο τέρας: την ειδωλολατρία της ύλης και την πλάνη του γνωστικισμού. Ας φιμωθούν οι θεομάχοι παίδες του Μάνεντος. Ιδού Εσαρκωμένος ο Θεός καθαγίασε την ύλη και προσκυνείται υποστατικώς διά της Θεότητας του αναμέσον του λαού Του. Ας σωπάσουν οι μηδενιστές και οι λάτρεις της ύλης. Η αληθινή πίστη θριαμβεύει πνευματικώς, θριαμβεύει και ιστορικώς και από την πληθύν των ευσεβών ορθοδόξων οικουμενικώς λιτανεύεται. Ανοιχτή είναι η θύρα του Παραδείσου για όλους. Πνευματικά τα γυμνάσματα και σαρκικά τα παλαίσματα.Οι Πατέρες δογματίζουν συνοδικώς και η πλάνη της φιλοσοφίας φυγαδεύεται. Ορθώνεται η αλήθεια εζωγραφημένη και ιστορημένη και το σκότος διαλύεται. Αστράπτει και λάμπει η Εκκλησία του Χριστού, στολισμένη με τις πανάγιες Εικόνες του Δεσπότη Χριστού, της Υπεραγίας Θεοτόκου και των αγίων δούλων του Θεού. Θριαμβεύει ο Σταυρός, ζουν τα λείψανα και προκαταγγέλουν ανάσταση, μεταβάλλεται ο άρτος και ο οίνος σε Σώμα και Αίμα Χριστού, καθαγιάζεται το νερό σε λουτρό παλλιγενεσίας, η πέτρα αντιλαλεί την δόξα του Θεού, ο ύμνος και η γραφίδα χαράζουν τα μεγαλεία Του,το μέλος μεγαλουργεί, ο ναός χωρεί τον άχώρητον, η Φύση πανηγυρίζει για την σφραγίδα Του, ο άνθρωπος βρίσκει πλέον ανοικτή την θύρα του χαμένου παραδείσου, γιατί όντως ο Λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν ημίν.

Δεν λατρεύουμε Θεόν αφηρημένο, δεν προσκυνούμε κτίσμα και ύλη, αλλά αυτόν τον Κύριο υποστατικώς θεάνθρωπο προσκυνούμε και την άκτιστη χάρη του μεταλαμβάνουμε οι σαρκικοί και ανάξιοι!Διά της σαρκώσεως ο πριν γνωστός στους προφήτες και δικαίους αποκλειστικά  Θεός , τώρα  στους ανθρώπους   μέσα στην Εκκλησία φανερώθηκε.Η θεοφάνεια ψηλαφητή , η δόξα θεατή, η σωτηρία εξασφαλισμένη, η μετοχή προσιτή. Ας σωπάσουν οι νεφελοβάτες και οι φλήναφοι, οι λάτρεις του πεπερασμένου νοός και οι μωρόδοξοι.Πανηγυρίζει ο Ησυχασμός και επικρατεί η αλήθεια. Αισχύνεται ο Βαρλαάμ και θριαμβεύει η ορθοδοξία. Ας σωπάσουν οι χυδαίοι και οι παγανιστές, οι λατρεύοντες τα κτίσματα και όχι τον Κτίστη, γιατί αποσαφηνίστηκε η αλήθεια και νικά το Ευαγγέλιον. Ας διασκορπιστούν οι δαιμονισμένοι άυλοι και ας πάψουν της νοησιαρχίας οι οπαδοί.Η τιμή επί το πρωτότυπο διαβαίνει κατά τον θεορρήμονα Βασίλειο.Οι κοσμικοί ας αφήσουν τις υποκρισίες τους, οι παραδομένοι στην υλολατρεία να πάψουν να μας κατηγορούν για ειδωλολάτρες. Εμείς Θεόν σεσαρκωμένον λατρεύουμε και την μετοχή στην θεότητα ομολογούμε πανηγυρίζοντες!

 Δεν είναι ξένη αυτή η εορτή με το πνεύμα της Τεσσαρακοστής. Αγιογραφικό εργαστήριο αναστήλωσης είναι η Εκκλησία. Η Τεσσαρακοστή είναι ένα ταξίδι επιστροφής στον Παράδεισο. Αναστηλώνοντας τις Εικόνες, ομολογούμε και δεσμευόμαστε για την αναστήλωση της δικής μας εικόνας, της εικόνας του Θεού. Η Κυριακή της Ορθοδοξίας είναι η Νικη του Ανθρώπου, είναι ο θρίαμβος της Εκκλησίας πάνω στην φθορά και τον θάνατο, πάνω στην φιλοσοφία και την κοσμική πλάνη.Ο άνθρωπος δεν είναι νεφέλη , αλλ'ουτε και χώμα μόνον. Είναι το πλαστούργημα του σοφού Πλαστουργού από χώμα μεν και ουρανό αποτελούμενο. Είναι στην ζωή με την πνοή και την ενέργεια της μόνης Ζωής, του Τριαδικού Θεού . Είναι πλασμένος για να καταστεί θεός κατά χάριν. Αυτή είναι η ομολογία της ανόρθωσης και της αναστήλωσης της Εικόνας.Είναι η ομολογία πώς το καθ'ομοίωσιν είναι δυνατόν πλέον. Είναι αρραβώνας της ουράνιας δόξας. Αύτη η πίστη τον κόσμον εστήριξε. Αύτη η πίστις των Αποστόλων και των Πατέρων.Αυτή την πίστη ας την εμπλουτίζουμε και ας την διεκδικούμε το καθ'ημέραν ,επιστρέφοντας κάθε στιγμή στον Θεό και Πατέρα μας.

Νικά η ορθοδοξία! Τίς Θεός μέγας ως ο Θεός ημών! Καλό υπόλοιπο τεσσαρακοστής, καλή επιστροφή.


π παντελεήμων κρούσκος, 22-23/3/2013

Read more: http://iereasanatolikisekklisias.blogspot.com/2013/03/blog-post_23.html#ixzz2v7Qy0pEY
ΚΥΡΙΑΚΗ Α΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ (Ὀρθοδοξίας)

 Γράφει ὁ Ἱεροκῆρυξ Ἀρχιμ. Νικάνωρ Καραγιάννης

Σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας γιορτάζει τὸ θρίαμβο τῆς Ὀρθοδοξίας, τῆς ἀλήθειας γιὰ τὸν Θεὸ καὶ τὸν ἄνθρωπο, γιὰ τὴν πίστη καὶ τὴν ζωή. Θυμᾶται τὸ ἱστορικὸ γεγονὸς τῆς ἀναστήλωσης τῶν εἰκόνων. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ διακηρύσσει τὴν αὐτοσυνείδησή της, δηλαδὴ φανερώνει τὸ πρόσωπό Της. Γιατί μὲ τὸ πρόσωπο ἐκφράζουμε τὸ βαθύτερο εἶναι μας, τὸ περιεχόμενο τῆς καρδιᾶς μας. Γι’ αὐτὸ καὶ τὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα ἀναφέρεται στὴν προτροπὴ τοῦ Φιλλίπου στὸ φίλο του Ναθαναὴλ «ἔρχου καὶ ἴδε» ἔλα νὰ δεῖς καὶ νὰ γνωρίσεις προσωπικὰ τὸν Χριστὸ γιὰ νὰ τὸν ἀκολουθήσεις. H Ἐκκλησία δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀλλὰ ὁ Χριστὸς παρατεινόμενος στοὺς αἰῶνες, τὸ μυστήριο τῆς παρουσίας Του καὶ τῆς ἐνέργειάς Του. Ὀρθόδοξη πίστη εἶναι προσωπικὴ ἐπαφὴ μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ μέσα στὸ γεγονὸς τῆς Ἐκκλησίας.
Στὴν ἱστορία πολλοὶ ἀναζήτησαν καὶ ἀνακάλυψαν ἀποσπασματικὲς ἀλήθειες γιὰ τὸν Θεὸ καὶ τὸν κόσμο. Κάποιοι ἄλλοι ἰσχυρίσθηκαν ὅτι ἦταν ἀπεσταλμένοι τοῦ Θεοῦ καὶ ἔτσι ἐπινόησαν θρησκεῖες. Δημιούργησαν τὸ «εἴδωλο τοῦ θεοῦ», ὄχι ὅμως τὸν ἀληθινὸ Θεό. Ὁ Χριστὸς φέρνει τὸν Θεὸ ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους γιατί εἶναι ὁ Ἴδιος Θεός. Δὲν μιλάει ἁπλῶς γιὰ τὴν ἀλήθεια, ἀλλὰ εἶναι Αὐτὸς ἡ ἀλήθεια. Ἡ πίστη στὸ θεανθρώπινο πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἀπὸ μόνη της ἕνα θαῦμα. «οὐδεὶς δύναται εἰπεῖν Κύριον Ἰησοῦν εἰ μὴ ἐν Πνεύματι Ἁγίω» (Ἃ΄ Κορ. 12,3). Μία τέτοια πίστη εἶναι ἕνα δῶρο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὸν ἄνθρωπο, μία προσωπικὴ ἀποκάλυψη καὶ ἐμπειρία μέσα στὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας τονίζει ὅτι στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἡ θεϊκὴ καὶ ἀνθρώπινη φύση ἑνώθηκαν «ἀσυγχύτως, ἀδιαιρέτως, ἀτρέπτως καὶ ἀναλοιώτως», χωρὶς νὰ συγχέονται καὶ χωρὶς νὰ διαιροῦνται. Ἕνα μυστήριο ποὺ δὲν μποροῦμε νὰ τὸ κατανοήσουμε, πολὺ δὲ περισσότερο νὰ τὸ ἑρμηνεύσουμε. Γιατί ἡ ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ δὲν χωράει στὴ λογικὴ τοῦ ἀνθρώπου. Δὲν μπαίνει στὸ μικροσκόπιο τῆς ἔρευνας καὶ τοῦ πειράματος. Τὰ δόγματα ποὺ μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς σημερινῆς γιορτῆς καλούμαστε νὰ διαφυλάξουμε, χαράζουν τὰ ὅρια τοῦ περιεχομένου τῆς πίστεως, ἀλλὰ δὲν ἐξηγοῦν τὸ μυστήριο τοῦ Θεοῦ. Μᾶς προτρέπουν νὰ ἐμπιστευθοῦμε καὶ νὰ ζήσουμε μὲ τὴν καρδιὰ μας αὐτὸ ποῦ ὁ Θεὸς μᾶς ἀποκάλυψε, ὄχι ὅμως νὰ ἀναλύσουμε μὲ τὸ μυαλὸ αὐτὸ ποὺ ἡ Ἐκκλησία μᾶς παρέδωσε .
Τὸ μυστήριο τοῦ Χριστοῦ συνίσταται μεταξὺ ἄλλων στὸ γεγονὸς ὅτι, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ «κρύβεται» πάντοτε πίσω ἀπὸ τὸν Υἱὸ τοῦ ἀνθρώπου. Ἐδῶ βρίσκεται τὸ σημεῖο ποὺ σκοντάφτει ἡ ἀνθρώπινη λογικὴ τότε καὶ σήμερα. Ἐδῶ ἀρχίζει ἡ τραγικὴ ἱστορία τῶν πολλῶν καὶ ποικίλων αἱρέσεων οἱ ὁποῖες νοθεύουν τὴν πίστη καὶ ἀκυρώνουν τὴν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ αἵρεση εἶναι ὁ πειρασμὸς τῆς λογικῆς πάνω στὴν ἀποκάλυψη τῆς πίστεως. Ὅσα στοιχεῖα τῆς πίστεως τὰ κατανοεῖ, τὰ ἀποδέχεται καὶ τὰ ὑπερτονίζει. Τὰ ὑπόλοιπα τὰ προσπερνᾶ καὶ τὰ ὑποτιμᾶ. Διαχωρίζει τὸν Ἰησοῦ τῆς ἱστορίας ἀπὸ τὸν Ἰησοῦ τῆς Ἐκκλησίας. Ἄλλωστε ἂς μὴν ξεχνᾶμε ὅτι, τὸν Χριστὸ τὸν συνάντησαν ἀναρίθμητοι ἄνθρωποι στὴν ἐπίγεια διαδρομή του. Τὸν γνώρισαν ὡς «υἱὸ τῆς Μαρίας», ὡς προφήτη, ὡς χαρισματικὸ διδάσκαλο τῆς Ναζαρέτ. Δὲν μπόρεσαν ὅμως ὅλοι νὰ διακρίνουν πίσω ἀπὸ Αὐτὸν τὸν Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, τὸν θεάνθρωπο Χριστὸ τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἱστορία ἀποδεικνύει τὸ πέρασμά του ἀπὸ τὸν κόσμο. Ψηλαφίζει τὰ τεκμήρια τῆς παρουσίας Του. Ἀναγνωρίζει τὸ μεγαλεῖο καὶ ἄλλοτε ἀμφισβητεῖ τὴν ὑπεροχή Του. Δὲν μπορεῖ ὅμως μὲ τὴν ἔρευνα καὶ τὴν ἐπιστημοσύνη νὰ ἀποδείξει τὴν θεότητά Του. Τὸ μυστήριο τοῦ θεανθρώπινου προσώπου τοῦ Χριστοῦ τὸ βιώνουμε «ἐν πίστει» μέσα στὴν Ἐκκλησία. Εἶναι ἀδιανόητο νὰ ἀναζητοῦμε τὴν ἀλήθεια γιὰ τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ στὴν ἀσυδοσία ἢ τὴν χυδαιότητα τῆς τέχνης, στὴν τόλμη ἢ στὴν βλασφημία τῆς διανόησης, στὰ πολύκροτα βιβλία καὶ τὶς κινηματογραφικὲς ὑπερπαραγωγές.
Δὲν μποροῦμε νὰ ἀπαιτοῦμε ἀπὸ τὰ ἀχαλίνωτα στοιχεῖα τοῦ κόσμου νὰ γίνονται κήρυκες τῆς ἀλήθειας τοῦ Χριστοῦ. Ἂν «κόσμος» εἶναι καθετὶ ποὺ βρίσκεται ἔξω ἀπὸ τὴν χάρη καὶ τὴν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, τότε «τὰ τοῦ κόσμου» θὰ συγκρούονται πάντοτε μὲ τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν πραγματικότητα τοῦ Θεοῦ. Ἐμεῖς ὅμως γνωρίζουμε ὅτι «Αὕτη ἐστὶν ἡ νίκη ἡ νικήσασα τὸν κόσμον, ἡ πίστις ἡμῶν»,(Ἰωαν. Α΄ 5,4) ἀφοῦ τὸν τελευταῖο λόγο γιὰ ὅλους καὶ γιὰ ὅλα τὸν ἔχει ὁ Θεός. Ἀμήν.
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ & ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ

12 Μαρτίου 2006
Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας
(Ἰω. α΄, 44-52)

Λαμπρὴ ἡ σημερινὴ ἡμέρα καὶ μεγάλη ἡ ἑορτή! Ἑορτάζει ἡ Ἐκκλησία τὴν Ὀρθοδοξία. Ποὺ εἶναι ἡ Ἐκκλησία τῶν Πατέρων καὶ τῶν Ἁγίων. Τῶν Μαρτύρων καὶ τῶν Ὁσίων.

Ἑορτάζει καὶ τιμάει αὐτὰ ποὺ οἱ Προφῆτες εἶδαν καὶ γνώρισαν. Αὐτὰ ποὺ οἱ Ἀπόστολοι δίδαξαν καὶ τὴ διδαχή του παρέλαβε ἡ Ἐκκλησία. Αὐτὰ ποὺ οἱ διδάσκαλοι δογμάτισαν καὶ ἡ οἰκουμένη συμφώνησε. Αὐτὰ τέλος ποὺ ἔκαναν τὴν χάρη νὰ λάμψει καὶ νὰ παρουσιαστεῖ ἡ ἀλήθεια. Ὅλ᾿ αὐτὰ ποὺ βραβεύθηκαν ἀπὸ τὸ Χριστό.

Στὸ Συνοδικὸ τῆς Ζ΄ης Οἰκουμενικῆς Συνόδου μὲ εὐγλωτο τρόπο καὶ ξεκάθαρη ἔκφραση, καταγράφεται αὐτὸ ποὺ θὰ μπορούσαμε νὰ ὀνομάσουμε βίωμα καὶ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Ἐπειδὴ ἡ Ἐκκλησία βιώνει τὴν Ὀρθοδοξία ὡς φρόνημα, ὡς λαλιὰ καὶ κήρυγμα τοῦ Χριστοῦ.

Καὶ μέσα ἀπὸ τὸν λόγο-κήρυγμα, εἴτε ὡς γραφὴ καὶ συγγραφή, εἴτε ὡς προφορικὴ διδαχή. Μέσα ἀπὸ τὴ θεία Εὐχαριστία, ὡς θυσία καὶ λατρεία, ὡς μυσταγωγία καὶ κοινωνία. Ἡ Ἐκκλησία προβάλλει μὲ τιμὴ καὶ σεβασμὸ τὴν Ὀρθοδοξία.

Κρατώντας ἡ Ἐκκλησία ὡς πολύτιμο θησαυρὸ τὴν Παράδοσή της, στηριζόμενη στὴν πίστη τῶν Ἀποστόλων, τῶν Πατέρων, τῶν Ὀρθοδόξων πιστῶν, διατρανώνει πὼς κατέχει τὴν καθ᾿ ὅλου ἀποκαλυμμένη ἀλήθεια. Καὶ διακηρύσσει μὲ σθένος καὶ παρρησία τὸν Χριστὸ ὡς τὸν ἀλληθινὸ Θεό, Τὸν ὁποῖο προσκυνάει καὶ λατρεύει.

Καὶ κηρύσσει τὴ τιμὴ πρὸς τοὺς Ἁγίους, μὲ τὸ λόγο, τὶς συγγραφές, τὶς θυσίες στοὺς Ναούς, τὶς εἰκόνες τους. Διὰ δὲ τῆς τιμῆς πρὸς αὐτούς, ἀπονέμει τὴν προσκύνηση πρὸς τὸν Χριστό. Ἐπειδὴ ὅλοι ἐτοῦτοι οἱ Ἅγιοι βίωσαν τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ καὶ ἔδωσαν ὅ,τι πολύτιμο εἶχαν, δηλαδὴ τὴν ὕπαρξή τους σ’ Αὑτόν.

Διὰ τοῦ τρόπου δὲ αὐτοῦ ἡ Ἐκκλησία, παίρνει ἐπάνω της ὁλόκληρη τὴν εὐθύνη συνειδητὰ ἀπέναντι στὸ Θεὸ καὶ τὴν ἱστορία. Διαβεβαιώνει, ἔχοντας ὑπόψη γιὰ τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ἐξουσία ποὺ ἔχει μόνο αὐτή, πὼς ἡ π΄σιτη της στὴν Εὐαγγελικὴ ἀλήθεια εἶναι ἡ «πίστις τῶν Ἀποστόλων... ἡ π΄σιτις τῶν Πατέρων... ἡ πίστις τῶν Ὀρθοδόξων...»

Ὁ λόγος τῆς Ἐκκλησία εἶναι προφητικὸς καὶ ἱερατικός. Διατρανώνει τὴν Ὀρθοδοξία της μὲ εὐθύνη «ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἀνθρώπων». Γιατὶ ἀκριβῶς ἐδῶ μιλάει αὐτὴ καὶ ὄχι κάποιο μεμονωμένο ἄτομο. Ἡ Ἐκκλησία ποὺ «εἶναι καθεστὼς πνευματικῆς ἀρχῆς καὶ ἐξουσία θείου δικαίου».

Μ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο καὶ ἐκφράζοντας τὴ θεϊκὴ αὐθεντία ἡ Ἐκκλησία, διδάσκει τὴν ὀρθὴ πίστη καὶ βιώνει τὴ θεία χάρη, ποὺ χορηγεῖ αὐτὸ ποὺ λείπει καὶ ἀναπληρώνει κάθε κενό. Καὶ ταυτόχρονα «κρατεῖ μέσα της τὶς ὀράσεις τῶν Προφητῶν καὶ τὴν Παράδοση τῶν Ἀποστόλων». Ὅλ᾿ αὐτὰ δὲ τὰ καταχωρεῖ καὶ τὰ κατακυρώνει στοὺς λεγόμενους συνοδικοὺς ὄρους τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων.

Ἡ σημερινὴ ἡμέρα μπορεῖ νὰ λογιστεῖ ὡς ἡμέρα θριάμβου. Ἡ Ἐκκλησία χαίρεται καὶ ἑορτάζει τὸ θρίαμβό της ἐνάντια στὸ ψέμα καὶ τὸ σκοτάδι. Διακηρύσει τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ὡς καθημερινὸ βίωμα. Ἔτσι ὅ,τι γίνεται καὶ ὅ,τι ἑορτάζεται, πρῶτα πραγματώνεται ὡς γεγονὸς στὶς καρδιὲς τῶν Χριστιανῶν.

Τὴ δύναμη καὶ τὸ θρίαμβο τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος θὰ περιγράφει εὔγλωτα στὴν ὁμιλία του, ποὺ ἐξεφώνησε πρὸ τῆς ἐξορίας του. Λέγει μεταξὺ τῶν ἄλλων ὁ ἱερὸς Πατέρας: «Τίποτε δὲν εἶναι δυνατώτερον ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία ἄνθρωπε... Ἐὰν ἔχεις πόλεμον μὲ ἕνα ἄνθρωπον ἢ ἐνίκησες ἢ ἐνικήθῃς. Ἀλλ᾿ ἐὰν ἔχῃς πόλεμον μὲ τὴν Ἐκκλησίαν, εἶναι ἀδύνατον νὰ νικήσῃς... Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἰσχυροτέρα τοῦ οὐρανοῦ· “ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ θὰ παρέλθουν, οἱ δὲ λόγοι μου δὲν θὰ παρέλθουν”. Ποιοί λόγοι; “Σὺ εἶσαι Πέτρος καὶ ἐπάνω εἰς τὸν βράχον αὐτὸν τῆς ἀληθινῆς πίστεως καὶ ὁμολογίας, θὰ οἰκοδομήσω τὴν Ἐκκλησίαν μου, ὁ θάνατος δὲ καὶ αἱ ὠργανωμέναι δυνάμεις τοῦ κακοῦ δὲν θὰ ὑπερισχύσουν καὶ δὲν θὰ τὴν κατανικήσουν... ”» (Ε.Π. 52, 428-429).

Γι᾿ αὐτὸ ὅλοι οἱ ἐχθροί, ποὺ πολέμησαν καὶ πολεμοῦν ἀκόμη τὴν Ἐκκλησία, αὐτοὶ ποὺ ρίχνουν χολὴ ἐναντίον της καὶ μὲ μανία καταδιώκουν τὴν πίστη καὶ τὴν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ, ποὺ σκόρπισαν καὶ σκορποῦν θάνατο καὶ βάφουν μὲ αἵματα τὸν χιτῶνα τῆς Ἐκκλησίας, ὅλοι αὐτοὶ χάθηκαν καὶ διαλύθηκαν ὡς καπνὸς. Ὅπως θὰ χαθοῦν καὶ θὰ διαλυθοῦν καὶ οἱ τωρινοί.

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, σήμερα εἶναι ἡ ἡμέρα τῆς Ὀρθοδοξίας, τῆς καθ᾿ ὅλου ἀλήθειας καὶ τοῦ γνήσιου Θεϊκοῦ λόγου. Σήμερα ὅλοι μας βιώνουμε αὐτὸ τὸ ἀληθινό. Τὴν ἀποκάλυψη τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἐναπέθεσε στὸ ἵδρυμά Του τὴν Ἐκκλησία, ὥστε νὰ κατέχει τὴ Θεϊκὴ αὐθεντία, νὰ τὴ διδάσκει, νὰ τὴ λειτουργεῖ, νὰ τὴ βιώνει...

Ἐκφράζοντας δὲ τὴν ἀγάπη καὶ τὸν σεβασμό μας πρὸς τὴν Ὀρθοδοξία, ξαναδιατυπώνουμε τὸν ὕμνο τοῦ Ἰωσὴφ Βρυενίου: «Δὲν θὰ σὲ ἀρνηθοῦμε φίλη Ὀρθοδοξία. Δὲν θὰ σὲ διαψεύσουμε μὲ τὸν πατροπαράδοτο σεβασμό μας. Γιατὶ μέσα στὸν κόλπο σου γεννηθήκαμε καὶ μαζί σου ζοῦμε. Καὶ τέλος μὲ τὴν εὐλογία καὶ εὐχή σου θὰ πορευτοῦμε στὴν αἰωνιότητα. Ὅποτε δὲ μᾶς καλέσει ὁ καιρός, οἱ περιστάσεις θὰ δώσουμε καὶ τὴν ζωή μας γιὰ σένα».

Ἀρχιμ. Ν.Π.
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ & ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ

25 Φεβρουαρίου 2007
Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας
(Ἰω. α΄, 44-52)

Πρώτη Κυριακὴ σήμερα τῆς μεγάλης Τεσσαρακοστῆς καὶ ἡ Ἐκκλησία ἑορτάζει τὴν Ὀρθοδοξία της. Γιατὶ εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη κατ᾿ ἀνατολὰς Ἐκκλησία καὶ καυχᾶται γι᾿ αὐτὸ ποὺ εἶναι κι αὐτὸ ποὺ κατέχει ἀπὸ αἰῶνες.

Δηλαδὴ τὴν καθόλου ἀποκαλυμμένη ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὴν ἄλλωστε τιμάει σήμερα· αὐτὴν προβάλλει, ἀφοῦ αὐτὴν βέβαια διδάσκει μέσα στοὺς αἰῶνες.

Καὶ ἰδιαιτέρως αὐτὴ τὴν Κυριακὴ ἑορτάζει τὴν νίκη τῆς ἀληθείας καὶ τὴν φυγὴ-διάλυση τοῦ ψεύδους. Αὐτὸ ἀκριβῶς διατυπώνεται στὸ Συνοδικὸ ὅρο, ποὺ τμῆμα του διαβάζεται σήμερα. Νὰ τὶ λέγει ἀκριβῶς ἐτοῦτο τὸ κείμενο: «Οἱ προφῆτες ὅπως εἶδαν-γνώρισαν, οἱ Ἀπόστολοι ὅπως δίδαξαν, ἡ Ἐκκλησία ὅπως παρέλαβε, οἱ διδάσκαλοι ὅπως δογμάτισαν, ἡ οἰκουμένη ὅπως συμφώνησε, ἡ χάρη ὅπως ἔλαμψε, ἡ ἀλήθεια ὅπως ἀποδείχθηκε, τὸ ψεῦδος ὅπως ἐξαφανίστηκε, ἡ σοφία ὅπως παρουσιάσθηκε, ὁ Χριστὸς ὅπως ἐβράβευσε, ἔτσι φρονοῦμε, ἔτσι λαλοῦμε, ἔτσι κηρύσσουμε Χριστὸν τὸν ἀληθινὸ Θεό μας...».

Πόσοι ἆραγε ἀπὸ ἐμᾶς γνωρίζουμε αὐτὴ τὴ βασικὴ αλήθεια τῆς πίστεώς μας καὶ πόσοι τὴν διαφυλάσσουμε καὶ τὴν ὑπερασπιζόμαστε;

Γιατὶ εἶναι πολλοὶ ἐκεῖνοι ποὺ δὲν γνωρίζουν τὶ θὰ πεῖ Ὀρθοδοξία. Αὐτοὶ ἀκριβῶς διατείνονται πὼς δὲν τοὺς χρειάζεται. Καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ξεκινοῦν γιὰ νὰ ποῦν, πὼς ὅταν εἶσαι καλὸς ἄνθρωπος, δὲν χρείαζεσαι τὴν Ἐκκλησία μήτε τοὺς ἱερεῖς της.

Ἀκόμη δὲ ὑποστηρίζουν πὼς, ἂν δὲν κάνεις τὸ κακό, εἶσαι ἐντάξει· αὐτὸ εἶναι ὅλο κι ὅλο. «Μὰ χριστιανὸς καὶ καλὸς ἄνθρωπος δὲν εἶναι ἐκεῖνος ποὺ δὲν κάνει τὸ κακό, μὰ ἐκεῖνος ποὺ κάνει τὸ καλό». Γι᾿ αὐτὸ οἱ καλοὶ ἄνθρωποι γίνονται μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἡ Ἐκκλησία μὲ τὰ ἱερὰ Μυστήριά της χορηγεῖ.

Ἀντιλαμβανόμαστε λοιπὸν πὼς οἱ πρῶτοι ἐχθροὶ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὅλοι αὐτοὶ ποὺ πρεσβεύουν ἐτοῦτα τὰ πράγματα, «κι ἂς λένε πὼς εἶναι Χριστιανοὶ Ὀρθόδοξοι κι ἂς θαρροῦνε πὼς εἶναι καλοὶ ἄνθρωποι».

Εἶναι αὐτοὶ ποὺ στεναχωροῦνται δῆθεν, γιατὶ δὲν μποροῦν νὰ φτιάξουν τὸν κόσμο. Καὶ διατυπώνουν σπουδαίους καὶ πομπώδεις λόγους γιὰ τὸ χάλι του. Ὅμως δὲν στεναχωροῦνται ποὺ δὲν μποροῦν νὰ φτιάξουν τὸν ἑαυτό τους καὶ νὰ διορθώσουν τὸ κακό.

«Οἱ ἄνθρωποι, πρέπει νὰ ποῦμε, φτιάχνονται στὴν Ἐκκλησία μὲ τὸ δικό τους πνευματικὸ ἀγώνα καὶ μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἀναπληρώνει ἐκεῖνα ποὺ μᾶς λείπουν».

Ὕστερα, ἂν ἀνατρέξουμε στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας, θὰ βροῦμε μέσα στοὺς αἰῶνες ποὺ κύλησαν, διάφορους ἐχθρούς της· καὶ ἐσωτερικοὺς ἀπὸ τὰ ἴδια τὰ σπλάγχνα της καὶ ἐξωτερικούς. Ἐχθρούς, ποὺ ἐπεδίωξαν τὸ διχασμό, τὴ διαίρεση, τὸ σχίσμα. Καὶ ἐχθροὺς ποὺ καταβάλλουν προσπάθειες νὰ δηλητηριάσουν, νὰ νοθεύσουν τὴν ἀποκαλυμμένη ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ.

Αἱρέσεις καὶ ψεύδη· διαστρεβλώσεις καὶ παρερμηνεῖες. Ὅλα στὴν πολεμικὴ φαρέτρα, κατὰ τῆς ἀληθείας καὶ τῆς γνησιότητας.

Ἡ Ἐκκλησία ἐκ τῶν πραγμάτων ἀναγκάστηκε νὰ τοὺς ἀντιμετωπίσει μὲ τὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους, διατυπώνοντας τὶς ἀλήθειες τῆς πίστεώς μας καὶ κωδικοποιώντας τὶς διδασκαλίες της.

Ἔτσι ἔδωσε ἀποστομοτικὴ ἀπάντηση στὰ φληναφήματα, τὸ ψεῦδος καὶ τὶς αἱρέσεις, διαφυλάσσοντας τοὺς πιστοὺς ἀπὸ τὶς πλάνες τους.

Γιὰ ἐμᾶς λοιπὸν σήμερα, ποὺ κατέχουμε τὴν πραγματικὴ ἀποκαλυμμένη ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ, εἶναι μεγάλο τὸ χρέος νὰ τὴ διαφυλάξουμε καὶ νὰ τὴν ὑπερασπιστοῦμε, ὅταν ὑπάρξει ἀνάγκη.

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ἑορτάζοντες σήμερα τὴν ἡμέρα τῆς Ὀρθοδοξίας, τὴν νίκη της ἔναντι τοῦ ψεύδους καὶ τῆς αἱρέσεως, νὰ θυμόμαστε πὼς ἔχουμε τὸ προνόμιο νὰ ὑπερασπιζόμαστε Θεϊκὲς ἀλήθειες. Ἀλήθειες ποὺ βιώνονται τελικὰ μὲ προσωπικὸ ἀγώνα καὶ μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ.

Γι᾿ αὐτὸ δὲν ἔχουμε λόγο νὰ κρύβουμε ἐτοῦτον τὸ θησαυρό, μὰ νὰ τὸν ἀποκαλύπτουμε στοὺς ἄλλους, γιὰ νὰ αἰσθανθοῦν κι αὐτοὶ τὴν ἀξία του.

Ἔτσι καλοῦμε πάντες καὶ τοὺς λέμε μὲ παρρησία: «Ἐλᾶτε νὰ δῆτε!». Τὴν ὀρθὴ πίστη, τὴν πραγματικὴ ἀλήθεια, τὴν ἀνόθευτη διδασκαλία, τὸν καθαρὸ βίο. Γιατὶ αὐτὸ ἀκριβῶς θὰ πεῖ Ὀρθοδοξία· δηλαδὴ ὀρθὴ πίστη καὶ καθαρὸς βίος.

Ἀρχιμ. Ν.Π.