ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Τετάρτη 26 Φεβρουαρίου 2014

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ & ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ
26η Φεβφουαρίου 2012
Κυριακὴ τῆς Τυροφάγου
(Ματθ. Ϛ΄ 14-21)


Βρισκόμαστε, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, στὸ κατώφλι τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία μᾶς ἀνοίγει τὶς νοητὲς πύλες τῆς μετανοίας.

Γι’αὐτὸ καὶ τὸ σημερινὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα εἶναι ἕνα ἐγερτήριο σάλπισμα ποὺ μᾶς καλεῖ σὲ μετάνοια ἔμπρακτη καὶ ἀληθινή.

Εἶναι πλέον καιρὸς μετανοίας, μᾶς λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος· καιρὸς νὰ σηκωθοῦμε ἀπὸ τὸν ὕπνο τῆς ἀμέλειας. Διότι ἡ ἡμέρα τῆς Δευτέρας Παρουσίας εἶναι πλησιέστερη σὲ ἐμᾶς παρὰ τότε, τὸν πρῶτο καιρὸ ποὺ γνωρίσαμε τὴν πίστη. Ἐὰν λοιπὸν τότε δείξαμε ζῆλο, πολὺ περισσότερο πρέπει νὰ δείξουμε τώρα.

Διότι ἡ ζωή μας αὐτή, ποὺ μοιάζει μὲ σκοτεινὴ νύχτα, προχώρησε καὶ ἡ ἡμέρα τῆς μελλούσης ζωῆς πλησιάζει. Καὶ ἐὰν ἀκόμη ὁ Κύριος δὲν ἔλθει σύντομα μὲ τὴν Δευτέρα Παρουσία του, ἔρχεται ὅμως γιὰ τὸν καθένα μας μὲ τὸν θάνατό μας, ὁ ὁποῖος ὅλο καὶ πλησιάζει. «Ἀποθώμεθα οὖν τὰ ἔργα τοῦ σκότους». Ἂς ἀποθέσουμε λοιπὸν σὰν ἄλλα ἀκάθαρτα ἐνδύματα τὰ ἔργα τῆς ἁμαρτίας ποὺ γίνονται στὸ σκοτάδι. Ὅπως συμπεριφέρεται κανεὶς τὴν ἡμέρα, ποὺ τὰ βλέμματα πολλῶν τὸν παρακολουθοῦν, ἔτσι καὶ ἐμεῖς ἂς συμπεριφερθοῦμε μὲ εὐπρέπεια· ὄχι μὲ ἄσεμνα φαγοπότια καὶ μέθες οὔτε μὲ πράξεις αἰσχρότητος καὶ ἀσέλγειας οὔτε μὲ φιλονεικίες καὶ ζηλοτυπίες.

Τὸ πρῶτο βῆμα λοιπὸν τῆς μετανοίας, στὸ ὁποῖο μᾶς καλεῖ σήμερα ὁ ἀπόστολος Παῦλος, εἶναι νὰ πετάξουμε ἀπὸ πάνω μας τὰ ἔργα τοῦ σκότους, τὰ ἔργα τῆς ἁμαρτίας. Καὶ μὴν νομίσουμε ὅτι ἡ προτροπή του ἀνεφέρεται μόνο σὲ ἀνθρώπους ποὺ βρίσκονται μακριὰ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Ἀναφέρεται σὲ ὅλους μας. Διότι ἔργα τοῦ σκότους δὲν εἶναι μόνον τὰ βαριὰ ἁμαρτήματα καὶ οἱ ἐξωτερικὲς πράξεις. Εἶναι ἀκόμη καὶ οἱ ἐσωτερικὲς καταστάσεις τῆς ψυχῆς. Εἶναι καὶ οἱ ἁμαρτωλὲς σκέψεις καὶ διαθέσεις. Εἶναι ἀκόμη καὶ αὐτὴ ἡ ἕλξη πρὸς τὴν ἁμαρτία. Πόσες φορὲς συλλαμβάνουμε κι ἐμεῖς τὸν ἑαυτό μας νὰ σκέπτεται, νὰ ἐπιθυμεῖ ἢ νὰ ἐνεργεῖ ἀντίθετα ἀπὸ τὸ θεῖο θέλημα; Ἔχουμε λοιπὸν ὅλοι μας ἀνάγκη μετανοίας, μετανοίας ἔμπρακτης καὶ ἀληθινῆς.

Καὶ μετάνοια ἔμπρακτη θὰ πεῖ νὰ μισήσουμε τὰ ἁμαρτήματά μας καὶ νὰ τὰ ρίξουμε στὴ ἀπέραντη θάλασσα τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ. Νὰ πετάξουμε ἀπὸ ἐπάνω μας κάθε βάρος ποὺ μᾶς κρατάει προσηλωμένους στὴ γῆ καὶ μᾶς ἐμποδίζει νὰ ἀνέλθουμε ψηλὰ στὸν οὐρανό. Κάι νὰ προσέλθουμε στὸ μυστήριο τῆς ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως μὲ συντριβὴ καὶ ἀποφάσεις. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη κίνηση τῆς μετανοίας. Δὲν ἀρκεῖ ὅμως μόνον αὐτή. Θὰ πρέπει νὰ ὁλοκληρώσουμε τὴν μετάνοιά μας καὶ μὲ κάτι ἄλλο, ὅπως μᾶς λέει στὴ συνέχεια τὸ ἀποστολικό μας ἀνάγνωσμα:

«Ἐνδυσώμεθα τὰ ὅπλα τοῦ φωτός». Νὰ ντυθοῦμε σὰν ἄλλα ὅπλα τὰ φωτεινὰ ἔργα τῆς ἀρετῆς. Οὐσιαστικὰ δηλαδὴ νὰ φορέσουμε σὰν ἔνδυμα τῆς ψυχῆς μας τὸν ἴδιο τὸν Κύριό μας, ὥστε ὅλη μας ἡ ζωὴ νὰ μοιάζει τέλεια σ’Αὐτόν.

Ἀλλὰ καὶ ἡ συμπεριφορά σας ἀπέναντι στοὺς ἄλλους χριστιανοὺς μᾶς λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος πρέπει νὰ εἶναι συνετή. Διότι ὑπάρχουν καὶ μερικοὶ Χριστιανοὶ ἀδύνατοι στὴν πίστη. Σ’ αὐτοὺς λοιπὸν θὰ πρέπει νὰ δείχνετε εἰδικὴ συμπεριφορά. «Τὸν δὲ ἀσθενοῦντα τῇ πίστει προσλαμβάνεσθε». Σ’ αὐτὸν ποὺ εἶναι ἀσθενικὸς στὴν πίστη του, καὶ πιστεύει πὼς ἡ σωτηρία του ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν διάκριση τῶν φαγητῶν καὶ ἡμερῶν, νὰ τὸν δέχεσθε μὲ καλωσύνη, χωρὶς νὰ ἐπικρίνετε τὶς ἰδέες του. Ἄλλος πιστεύει ὅτι δὲν ἀπαγορεύεται νὰ φάει ἀπ’ ὅλα τὰ φαγητά. Ὁ ἀσθενὴς ὅμως στὴν πίστη τρώει λαχανικὰ καὶ ἀποφεύγει ἄλλα φαγητὰ ἀπὸ φόβο μήπως μολυνθεῖ ἀπὸ αὐτά.

«Ὁ ἐσθίων τὸν μὴ ἐσθίοντα μὴ ἐξουθενείτω», ἐκεῖνος ποὺ τρώει ἀπ’ ὅλα τὰ φαγητὰ ἂς μὴν περιφρονεῖ τὸν στενοκέφαλο ἐκεῖνο ποὺ δὲν τρώει ἀπ’ ὅλα. Καὶ ἐκεῖνος ποὺ δὲν τρώει ἀπ’ ὅλα, ἂς μὴ κατακρίνει ἐκεῖνον ποὺ τρώει. Διότι κι ἐκεῖνον ποὺ τρώει ἀπ’ ὅλα ὁ Θεὸς τὸν προσέλαβε στὴν Ἐκκλησία του. Αὐτὸς δὲν ἔχει ἐσένα ἀφεντικό του ἀλλὰ τὸν Θεὸ ἔχει Κύριό του. Γιὰ τὸν Κύριό του λοιπὸν στέκεται ἢ πέφτει πνευματικῶς. «Σὺ τὶς εἶ ὁ κρίνων ἀλλότριον οἰκέτην», ποιὸς εἶσαι ἐσὺ ποὺ κατακρίνεις ξένο δοῦλο; Μάθε λοιπὸν ὅτι αὐτὸς θὰ σταθεῖ στερεὸς στὴν πίστη. Διότι ὁ Θεὸς εἶναι δυνατὸς νὰ τὸν ἀνορθώσει καὶ νὰ τὸν στερεώσει.

Βέβαια τὸ δεύτερο αὐτὸ μέρος τοῦ ἀποστολικοῦ ἀναγνώσματος περιέχει πολλὰ σημαντικὰ στοιχεῖα ποὺ ἀναφέρονται στὸ θέμα τῆς διακρίσεως καὶ τῆς νηστείας. Ἐμεῖς ὅμως ἂς σταθοῦμε στὸ σημεῖο ἐκεῖνο ποὺ συγκεφαλαιώνει τὸ μεγάλο θέμα τῆς μετανοίας. Τί μᾶς λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος; Ὅτι τὸ ἔργο τῆς μετανοίας εἶναι διπλό. Δὲν εἶναι μόνο ἄρνησι τοῦ κακοῦ ἀλλὰ καὶ ἀποδοχὴ τοῦ καλοῦ. Δὲν ἀρκεῖ μόνον νὰ πετάξουμε ἀπὸ πάνω μας τὰ βάρη τῆς ἁμαρτίας. Γιὰ νὰ ὁλοκληρωθεῖ ἡ μετάνοιά μας, θὰ πρέπει νὰ κάνουμε κι ἕνα δεύτερο βῆμα, νὰ ντυθοῦμε τὰ ὅπλα τοῦ φωτός.

Ποιὰ εἶναι ὅμως αὐτὰ τὰ ὅπλα τοῦ φωτός; Εἶναι οἱ ἀρετές· τὰ ἀγαθὰ ἔργα· τὰ ἔργα τῆς ἀγάπης καὶ φιλανθρωπίας πρὸς τὸν συνάνθρωπο, ὁ ἀγώνας γιὰ τὴν κατάκτηση τῶν ἀρετῶν, ἡ δυνατὴ καὶ βιωματικὴ προσευχή, ἡ τακτικὴ μελέτη τοῦ θείου λόγου, ἡ συνειδητὴ μυστηριακὴ ζωή. Ὅλα αὐτὰ εἶναι ὅπλα φωτεινὰ ἐναντίον τοῦ σατανᾶ καὶ τῆς ἁμαρτίας. Μόνον αὐτὰ πλέον θὰ πρέπει νὰ στολίζουν τὴν ψυχή μας.

Νὰ ἀποστραφοῦμε λοιπὸν τὴν ἁμαρτία καὶ νὰ ἀγαπήσουμε μὲ ὅλη μας τὴν δύναμη τὴν ἀρετή. Δηλαδὴ σὲ τελικὴ ἀνάλυσι νὰ ἀγαπήσουμε τὸν Χριστὸ καὶ τὸ θέλημά του. Χωρὶς καὶ τὰ δύο αὐτὰ στοιχεῖα πραγματικὴ μετάνοια δὲν ὑπάρχει. Διότι ἡ μετάνοια δὲν εἶναι μιὰ νωχελικὴ διάθεση πρὸς τὸ καλό χωρὶς κοπιώδη ἀγῶνα. Εἶναι δρόμος ζωῆς. Γι’ αὐτὸ χρειάζεται διαρκὴς ἀγώνας μέχρι τελευταίας μας ἀναπνοῆς, ὥστε μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ νὰ κερδίσουμε τὴν αἰωνιότητα. Ἀμήν.

π. Χ.Μ
 Κυριακή της Τυρινής
«Τό στάδιον τῶν ἀρετῶν ἠνέωκται, οἱ βουλόμενοι ἀθλῆσαι εἰσέλθετε, ἀναζωσάμενοι τόν καλόν τῆς νηστείας ἀγώνα».

 Σήμερα Κυριακή της Τυρινής και από αύριο αρχίζει η Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή, η οποία καθώς προηγεί-ται της Μεγάλης Εβδομάδος, μας προε-τοιμάζει να ζήσουμε κατά το δυνατόν καλύτερα τα άγια Πάθη και την ζωη-φόρο Ανάσταση , μας βοηθά να συμμε-τάσχουμε και εμείς στον Σταυρό και την Ανάσταση του Χριστού.
Πώς όμως θα πρέπει να περάσου-με την περίοδο αυτή μας το λέει το ση-μερινό Ευαγγέλιο. Μας υποδεικνύει α) να συγχωρέσουμε ο ένας τον άλλο· «ε-άν δεν συγχωρέσετε τους ανθρώπους για τα παραπώματά τους, ούτε και ο (ουράνιος) πατέρας θα συγχωρέσει ε-σάς για τα δικά σας παραπτώματα  β) να νηστεύσουμε και γ) να θησαυρίσου-με όχι επί της γης αλλά «θησαυρούς ἐν οὐ¬ρανῷ».
Σπουδαία και μεγάλα και τα τρία θέματα. Ας περιοριστούμε σήμερα και ας δούμε κάπως καλύτερα το θέμα της νηστείας.
Ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο, τους πρωτοπλάστους, «κατ’ εἰκόνα» δική του, για να φθάσουν στο «καθ’ ομοίω-σιν». Δηλαδή τους έδωσε τις προϋποθέ-σεις, τη δυνατότητα να προχωρήσουν σταδιακά και να τελειοποιηθούν, να γί-νουν όμοιοι με αυτόν κατά την αφθαρ-σία, δηλαδή να ζουν χωρίς αρρώστια και θάνατο, και όμοιοι με αυτόν κατά την αρετή. Και αυτή η ωρίμανση θα γι-νόταν με άσκηση, με την τήρηση μιας εντολής. Η εντολή δε αυτή ήταν να κά-νουν μια μικρή νηστεία. «Από κάθε δένδρο που είναι στον παράδεισο μπο-ρείτε να φάτε. Από το δένδρο όμως της γνώσεως του καλού και του κακού δεν πρέπει να φάτε». Και τους προειδοποί-ησε· «τη μέρα που θα φάτε από αυτό θα πεθάνετε». Με την τήρηση δε της εντο-λής αυτής θα καλλιεργούσαν και θα έδειχναν την υπακοή που έχει μέσα της την ταπείνωση και την αγάπη.
Ο διάβολος όμως που είχε ήδη ξε-πέσει από υπερηφάνεια, το δηλητήριο αυτό της υπερηφάνειας το πρόσφερε στην Εύα. «Όχι της είπε, αν φάτε δε θα πεθάνετε αλλά θα γίνετε «ως θεοί»». Έτσι παρασύρθηκαν οι πρωτόπλαστοι και έφαγαν και με το να μη νηστέψουν έχασαν τον παράδεισο, απέκτησαν την φθορά και οδηγήθηκαν στο θάνατο. Και για να τον ξανακερδίσουν και να ζήσουν, πρέπει να βαδίσουν τον αντί-θετο δρόμο, δηλαδή χρειάζεται να νη-στεύσουν.
Αυτό έκανε ο Χριστός, και νήστεψε σαράντα μέρες στην έρημο· όχι γιατί το χρειαζόταν αλλά για χάρη μας, για να κατανικήσει το διάβολο. Αυτό έκαναν και οι άγιοι Απόστολοι και καθόρισαν τη νηστεία της Μ. Τεσσαρακοστής με τον  69ο κανόνα τους, ο οποίος λέει ότι κάθε κληρικός που δεν νηστεύει την Μ. Τεσσαρακοστή καθώς και τις Τετάρτες και Παρασκευές, χωρίς να έχει λόγο υ-γείας, να καθαιρείται, αν δε είναι λαϊ-κός να αφορίζεται.
Είναι λοιπόν απαραίτητη η νη-στεία για τον κάθε χριστιανό. Πώς όμως θα μπορέσουμε καλύτερα και επωφε-λέστερα να την μετέλθουμε; Να μερικά που θα μπορούσαν να μας βοηθήσουν.
Πρωτίστως να μη τη βλέπουμε ως αγγαρεία αλλά ως φάρμακο για τη θε-ραπεία της ψυχής μας. Η ψυχή μας εί-ναι άρρωστη και η αρρώστιά της είναι η φιλαυτία, μορφές της οποίας είναι η φι-ληδονία και η γαστριμαργία, δηλαδή το να τρώμε για να ευχαριστηθούμε. Ο πνευματικός άνθρωπος τρώει από α-νάγκη· τρώει μόνο ότι είναι απαραίτητο και μόνο όσο χρειάζεται για να ζήσει. Και ακριβώς ο σκοπός της νηστείας δεν είναι απλώς το να στερηθούμε κάποιες τροφές αλλά το να ξεκολλήσει η ψυχή μας από τα ευχάριστα φαγητά και ε-λεύθερη να στραφεί προς τον Θεό και να ενωθεί με αυτόν. Δύσκολη η θερα-πεία και ο όσιος Ιωάννης της Κλίμακος προτείνει ένα τέχνασμα. Να νηστέψου-με πρωτίστως από τα λιπαρά, μετά από τα ερεθιστικά και έπειτα από τα εύγε-στα.
Ακόμη για να έχει πνευματική α-ξία η νηστεία μας πρέπει να στηρίζεται στην πίστη. Η νηστεία της Εκκλησίας αν και έχει ευεργετικά αποτελέσματα και στη σωματική υγεία, όμως ο σκοπός της είναι καθαρά πνευματικός. Δεν γί-νεται ούτε για λόγους υγείας, ούτε για να χάσουμε κιλά ούτε για διαμόρφωση «σιλουέτας». Αιτία και σκοπός της νη-στείας είναι ο Χριστός.
Επί πλέον η νηστεία ως εγκράτεια, για να έχει αποτελέσματα πρέπει να είναι γενική, ολοκληρωμένη. Δηλαδή να μη περιορίζεται στην κοιλιά αλλά να επεκτείνεται και στην όραση και στην ακοή και γενικά σε όλες τις αισθήσεις. Τι όφελος αν κλείνω την πόρτα στον εχθρό αφήνω όμως ανοικτά τα παρά-θυρα; «Αυτός που περιορίζει την νη-στεία μόνο στην αποχή των φαγητών, μας λέει ο άγ. Ιωάννης Χρυσόστομος, αυτός είναι που περισσότερο την ατιμά-ζει… Ας μη νηστεύει μόνο το στόμα αλ-λά και τα μάτια και η ακοή και τα πόδια και τα χέρια και όλα τα μέλη του σώμα-τος». Και ακόμη πιο πολύ, η νηστεία να μη περιορίζεται στις αισθήσεις αλλά να επεκτείνεται και να είναι αποχή από κάθε είδος αμαρτίας. «Αληθινή νηστεί-α, τονίζει ο Μ. Βασίλειος, είναι η αποξέ-νωση από το κακό· η εγκράτεια της γλώσσας, η αποχή από το θυμό, ο χωρι-σμός από τις (κακές)επιθυμίες, από την καταλαλιά, το ψέμα, την επιορκία. Η στέρηση αυτών είναι αληθινή νηστεία». Και πράγματι τι πνευματικό όφελος θα έχω αν δεν τρώω κάποιες τροφές τρώγω όμως το δίκιο ή την υπόληψη του άλλου;
Τέλος, η νηστεία που είναι κάτι το αρνητικό, μια στέρηση, καλό είναι να συνοδεύεται και με θετικές αρετές όπως είναι η προσευχή και η ελεημοσύνη. «Νηστεύεις; Δείξε το μου, με αυτά τα έργα, λέει και πάλι ο χρυσορρήμων ά-γιος. Ποια έργα; Αν δεις πτωχό ελέησέ τον· αν δεις εχθρό συμφιλιώσου μαζί του· αν δεις φίλο που προκόβει μη τον βασκάνεις…».
Αλλά πάνω από όλα, ως επιστέ-γασμα, χρειάζεται η ταπείνωση. Αν κάθε καλό έργο κινδυνεύει από την υ-περηφάνεια, είναι προφανές ότι και η νηστεία για να μας ωφελήσει, οι κόποι της να μη πάνε χαμένοι, οι καρποί της να διατηρηθούν, χρειάζεται η ασφάλεια της ταπεινώσεως. Γι' αυτό και ο Κύριος συμβουλεύει· «Όταν νηστεύετε μη γί-νεστε σκυθρωποί όπως οι υποκριτές παραμορφώνουν το πρόσωπό τους για να δείξουν στους ανθρώπους ότι νη-στεύουν. Σας βεβαιώνω ότι έτσι έχουν πάρει ήδη το μισθό τους, δηλαδή τους επαίνους των ανθρώπων. Εσύ αντίθε-τα, όταν νηστεύεις περιποιήσου τα μαλλιά και νίψε το πρόσωπό σου, για να μη φανεί στους ανθρώπους η νη-στεία σου, αλλά στον Πατέρα σου που είναι παντού. Και ο Πατέρας σου  που βλέπει και τα κρυπτά, θα σου αποδώσει στα φανερά την αμοιβή σου».
Αυτή την αμοιβή είθε και εμείς να επιτύχουμε «ἀναζωσάμενοι, με πολλή ταπείνωση και πολλές υπομονές, τόν καλόν τῆς νηστείας ἀγώνα», με τις πρεσβείες της Παναγίας Μητέρας μας και όλων των Αγίων. Αμήν.
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ
Απόστολος: Ρωμ. ιγ΄ 11 -ιδ΄4
Ευαγγέλιο: Ματθ. στ΄ 14-21
2 Μαρτίου 2014

«Το στάδιον των αρετών ηνέωκται· οι βουλόμενοι αθλήσαι, εισέλθετε»
(τροπάριο των αίνων).

«Στάδιον αρετών», χαρακτηρίζει ο υμνωδός την περίοδο  της Μεγάλης Σαρακοστής, γιατί είναι περίοδος εντονότερου πνευματικού αγώνα και οι αθλητές μπαίνουν ελεύθερα στον πνευματικό στίβο με ετοιμότητα, με δύναμη και προ πάντων  με θέληση να αγωνιστούν. Αν η περίοδος των τριών προηγούμενων Κυριακών του Τριωδίου θεωρηθούν ως περίοδος «προπόνησης» στη βάση των αρετών που είναι η ταπεινοφροσύνη και η μετάνοια, η περίοδος που αρχίζει από αύριο είναι περίοδος διάθεσης και αγωνιστικής πορείας. Αν στον αθλητικό στίβο μπαίνει περιορισμένος αριθμός αθλητών και βραβεύονται μόνο οι τρεις πρώτοι, στον πνευματικό στίβο βραβεύονται όλοι όσοι θα αγωνιστούν «νομίμως» (Β΄ Τιμ. β΄5), ανεξάρτητα από τη σειρά που θα τερματίσου ν.

Ο πνευματικός αγώνας επικεντρώνεται σε τρία βασικά σημεία. (1) Στην προσφορά της συγχώρησης στο συνάνθρωπο. (2) Την ειλικρινή και όχι υποκριτική άσκηση και προβολή των αρετών και ιδιαίτερα της νηστείας. Και (3) Την επικέντρωση της προσοχής του ανθρώπου στους πνευματικούς και ουράνιους θησαυρούς οι οποίοι, σε σχέση με τους γήινους είναι άφθαρτοι και αιώνιοι.

Βάση, λοιπόν, και θεμέλιο αυτού του αγώνα είναι η αγάπη και η προσφορά της συγχώρησης στο συνάνθρωπο. Ο Θεός προσφέρει τη συγχώρηση στον άνθρωπο. Με βάση αυτή την εμπειρία της  συγχώρησης που μας προσφέρει ο Θεός, οφείλουμε και εμείς να συγχωρούμε το  συνάνθρωπο. Αν αρνηθούμε να το πράξουμε, τότε αρνούμαστε την ίδια στιγμή την αγάπη προς τον Θεό. Ο Απόστολος της αγάπης, ο Ιωάννης, μας τονίζει: «Αγαπητοί μου, ας αγαπάμε ο ένας τον άλλο, γιατί η αγάπη προέρχεται από το Θεό. Όποιος αγαπάει δείχνει ότι έχει αναγεννηθεί από το Θεό και ότι γνωρίζει το Θεό. Όποιος δεν αγαπάει δε γνώρισε το Θεό, γιατί ο Θεός είναι αγάπη» (Α΄ Ιωάν. δ΄ 7-8).

Αν, λοιπόν, σκοπός και στόχος του πνευματικού μας αγώνα είναι, η διά της εφαρμογής του  θελήματος του, η ομοίωση μας με το Θεό, τότε μοναδικός δρόμος είναι ο δρόμος της αγάπης. Η εμπειρία της συγγνώμης που δεχόμαστε με την καταφυγή στο Θεό και τη συγχώρηση από αυτόν δημιουργεί, κατά την Κυριακή προσευχή, τη δέσμευση και υποχρέωση «ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών» (Ματθ. στ΄ 12), όπως κι εμείς τα χαρίζουμε στους δικούς μας οφειλέτες.

Ακούσαμε στο σημερινό ευαγγέλιο:; «Αν συγχωρήσετε τους ανθρώπους για τα παραπτώματα τους, θα συγχωρήσει κι εσάς ο Ουράνιος Πατέρας σας. Αν όμως δε συγχωρήσετε στους συνανθρώπους σας τα παραπτώματα τους, ούτε κι ο Πατέρας σας θα συγχωρήσει τα δικά σας παραπτώματα».

Άρα δεν μπορεί να υπάρξει πνευματική ζωή και αγώνας πνευματικός αν δεν απαρνηθούμε την μνησικακία, Μια τέτοια ζωή θα είναι υποκριτική και σαν τέτοια ο Θεός όχι μόνο την αποστρέφεται, αλλά και την καταδικάζει.

Η άσκηση, λοιπόν, των αρετών θα πρέπει να είναι ειλικρινής και όχι υποκριτική. Σε μια τέτοια αρετή αναφέρεται ο Κύριος στη συνέχεια. Πρόκειται για τη  νηστεία. Μάλιστα τη «Μεγάλη Σαρακοστή» μερικοί την ταυτίζουν με τη νηστεία και ειδικότερα με τα νηστεία των τροφών. Η νηστεία των τροφών είναι μέσο παιδαγωγικό. Αν διαφοροποιήσουμε αυτό το σκοπό και τη μετατρέψουμε σε αυτοσκοπό τότε οδηγούμαστε σε εκτροπή και η νηστεία μας από θεάρεστη πράξη όπως πρέπει να είναι στο τέλος καταντά υποκριτική και άρα θεομίσητη.

Πέραν όμως από την υλική νηστεία, που αποτελεί μέσο χρήσιμο για να φτάσουμε στο σκοπό και που είναι χρονικά περιορισμένη, έχουμε και την πνευματική νηστεία. Αυτή αποτελεί σκοπό και αυτοσκοπό της Χριστιανικής ζωής και αφορά όλη την ύπαρξη του ανθρώπου καθώς και όλη τη διάρκεια της ζωής του. Η αληθινή νηστεία δεν εξαντλείται μόνο με την αποχή των τροφών, έστω κι αν είναι ειλικρινής και πραγματική, αλλά ολοκληρώνεται με την αποξένωση από τα πάθη. Κατά τον υμνωδό «νηστεία καθαρά μακρυσμός αμαρτίας, αλλοτρίωσις παθών».

Αν η σωματική νηστεία δεν συμπληρωθεί με την πνευματική νηστεία, δηλαδή την αποχή από τα πάθη και την αμαρτία, τότε χάνει τον πραγματικό της χαρακτήρα, μετατρέπεται σε απλό τύπο, απλή συνήθεια και εξομοιώνεται με τη νηστεία των δαιμόνων. Λέει ο υμνωδός «βρωμάτων νηστεύουσα, ψυχή μου και παθών μη καθαρεύουσα, μάτην επαγάλλη τη ατροφία∙ ει μη αφορμή σοι γένηται προς διόρθωσιν, ως ψευδής μισείται παρά του Θεού και τοις κακίστοις δαίμοσιν ομοιούται τοις μηδέποτε σιτουμένοις».

Αν, λοιπόν, η νηστεία των τροφών δε γίνεται αφορμή για τη διόρθωση των παθών τότε είναι μάταιη. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος τονίζει: «Τιμή γαρ νηστείας ουχί σιτίων αποχή, αλλά αμαρτίας αναχώρησις, ως γε τη των βρωμάτων αποχή  μόνον ορίζων την νηστείαν, ούτως εστίν ο μαλιστα ατιμάζων αυτήν». Την αληθινή σχέση της νηστείας με την αμαρτία εκφράζει πολύ ωραία ο υμνωδός: «Νήστευσον, ψυχή μου, κακίας και πονηρίας, κράτησον οργής και θυμού και πάσης αμαρτίας. Ιησούς γαρ τοιαύτην θέλει νηστείαν, ο φιλανθρωπότατος Θεός  ημών».

Τέλος η νηστεία μας τότε μόνο θα έχει αξία όταν τη δική μας στέρηση την αναπληρώνουμε με τη βοήθεια σε κείνον που δεν έχει. Και στις μέρες μας είναι πάρα πολλοί αυτοί που δεν έχουν. Διαφορετικά αν νηστεύουμε απλώς για να θησαυρίζουμε, ενώ στερείται  ή και πεθαίνει ο συνάνθρωπος μας, τότε αυτή η νηστεία μας είναι άκαρπη.

Ιδιαίτερα σημαντικό είναι και το τρίτο μήνυμα του σημερινού ευαγγελίου. Η απόσταση από τα πρόσκαιρα και γήινα αγαθά αποτελούν για το Θεό τη βάση της Χριστιανικής ζωής. «Μη μαζεύετε θησαυρούς πάνω στη  γη, όπου τους αφανίζει ο σκόρος και η σκουριά κι όπου οι κλέφτες κάνουν διαρρήξεις και τους κλέβουν». Δυστυχώς εμείς αγνοήσαμε τα πιο πάνω. Όμως φροντίστε να μας τα θυμίσει η Τρόικα με το «κούρεμα». Κι ακριβώς την επόμενη μέρα της τραγικής εκείνης απόφασης διαβαζόταν και πάλι το σημερινό ευαγγέλιο! Τυχαίο το γεγονός ή αφορμή για να δώσουμε σημασία στο περιεχόμενο των λόγων του Ιησού;

Αδελφοί μου, «ώρα ημάς εξ’ ύπνου εγερθήναι». Προτού χρεοκοπήσουμε οικονομικά χρεοκοπήσαμε πνευματικά και ηθικά. Ας ξαναβρούμε τον εαυτό μας μέσα από μια νέα αγωνιστική πορεία και μάλιστα κάθαρσης εσωτερικής, πνευματικής. Χάσαμε μια μάχη. Ας κερδίσουμε τον πόλεμο μέσα από τη δική μας αναγέννηση. Ας ριχτούμε πάλι στον αγώνα της νηστείας των τροφών, αλλά ιδιαίτερα των παθών. Ας διακριθούμε στην επιείκεια και τη συγχώρεση. Ας προσηλωθούμε ιδιαίτερα στην προσφορά και την αγάπη. Όλοι μπορούμε να προσφέρουμε στο μέτρο των δυνάμεων μας. Η προσφορά μας αυτή θα είναι η πιο σημαντική και για τους συνανθρώπους μας. Ας μην την αρνηθούμε. Αμήν.


Θεόδωρος Αντωνιάδης
Ι Ε Ρ Α Μ Η Τ Ρ Ο Π Ο Λ Ι Σ Θ Η Β Ω Ν κ α ι Λ Ε Β Α Δ Ε Ι Α Σ
Κήρυγμα Κυριακῆς τῆς Τυρινῆς
Ἀδελφοί μου,
Στά πρόθυρα τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς ἡ Ἐκκλησία μέ τό σημερινό Εὐαγγέλιο μᾶς ὑπενθυμίζει τό νόημα καί τήν διάσταση τῆς ἀληθινῆς νηστείας.
Ἡ νηστεία εἶναι τό πιό διαδεδομένο καί δημοφιλές ἀσκητικό μέσο τῆς ἐκκλησιαστικῆς μας παράδοσης.
Ἡ λέξη σημαίνει τήν ἀποχή ἀπό τίς τροφές. Ὡς πρακτική μέ θρησκευτικό περιεχόμενο τή συναντᾶμε σέ ὅλες σχεδόν τίς θρησκεῖες καί σχετίζεται κυρίως μέ τήν ἐξωτερίκευση τοῦ πένθους, τῆς θλίψης, τῆς ἐσωτερικῆς συντριβῆς καί τήν προετοιμασία γιά μεγάλες ἑορτές ἤ σπουδαίες τελετουργίες, πού προϋποθέτουν ἐσωτερική κάθαρση.
Οἱ παλαιοί Χριστιανοί τηροῦσαν μέ εὐλάβεια τίς καθορισμένες νηστεῖες μέ μόνη δικαιολογημένη ἐξ αίρεση τούς ἐμπεριστάτους(ἀσθενεῖς, ὁδοιπόρους, νήπια). Ἄλλωστε γιά ὅσους ἀδικαιολόγητα καταστρατηγοῦν τίς νηστεῖες οἱ κανόνες ἐπιβάλλουν αὐστηρά ἐπιτίμια. Σήμερα ἡ νηστεία ὡς θεσμός εἶναι περιφρονημένη καί παρεξηγημένη. Ἄλλοι, παρασυρόμενοι ἀπό τήν γενικευμένη ἐκκοσμίκευση, τήν παραμερίζουν, ἐνῶ ἄλλοι τήν ὑπερτιμοῦν ἀδιάκριτα καί τῆς ἀποδίδουν τεράστια σωτηριολογική ἀξία καθιστώντας την αὐτοσκοπό.
Ἡ νηστεία, ὅμως, δέν εἶναι αὐτοσκοπός, εἶναι μέσο τοῦ ἀσκητικοῦ ἀγώνα, τό μυστικό ὅπλο τοῦ «ἀοράτου πολέμου» κατά τῶν παθῶν, «ἡ μάχαιρα ἥτις ἐκκόπτει πολλάς κακίας».
Ἡ ἀληθινή νηστεία ἔχει χαρακτήρα παιδαγωγικό καί ἀναγωγικό.
Διδάσκει τόν ἄνθρωπο νά μή βασίζεται στά ὑλικά πράγματα, τοῦ ὑπενθυμίζει τή σχετική ἀξία τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν καί τόν ὁδηγεῖ νά ξεπεράσει τήν τυραννία τῆς ὑλικῆς ἀναγκαιότητας καί νά φθάσει στό βασίλειο τῆς ἐλευθερίας τοῦ Πνεύματος.
Ὁ μέγας ἐχθρός τῆς νηστείας, ὅπως φαίνεται στη σημερινή εὐαγγελική περικοπή εἶνια ἡ τυπολατρία καί ἡ ὑποκρισία, μέ μιά λέξη ὁ φαρισαϊσμός, αὐτή ἡ φοβερή πνευματική ἀσθένεια πού πλήττει καί ἀκυρώνει κάθε ἐκδήλωση εὐσεβείας.
Ἡ Ἐκκλησία μέ τό θεόπνευστο λόγο τῶν πατέρων τῆς ἱερᾶς ὑμνογραφίας μᾶς προειδοποιεῖ ὅτι ἀληθινή καί εὐάρεστη στό Θεό νηστεία, δέν εἶναι ἀπλά ἡ τυπική τήρηση κάποιων περιορισμῶν στήν διατροφή, ἀλλά γενικά ἡ ἀποχή ἀπό τό κακό.
«Ἀληθής νηστεία ἡ τῶν κακῶν ἀλλοτρίωσις, ἐγκράτεια γλώσσης, καταλαλιᾶς, ψευδοῦς καί ἐπιορκίας. Ἡ τούτων ἔνδεια, νηστεία ἔστιν ἀληθής καί εὐπρόσδεκτος».
Θά ἀκούσουμε στόν ἐσπερινό τῆς Καθαρᾶς Δευτέρας.
Οἱ πατέρες συνιστοῦν νά συνοδεύεται ἡ νηστεία μέ τήν ἄσκηση θετικῶν ἀρετῶν καί κυρίως τῆς ἐλεημοσύνης. «Νηστεύεις; Δεῖξον μοι διά τῶν ἔργων αὐτῶν. Ποίων ἔργων, φησίν, ἐάν ἴδῃς πενήντα ἐλέησον», ὅπως λέγει στήν Γ ́ Ὁμιλία του εἰς Ἀνδριάντας ὁ ἱερός Χρυσόστομος.
Ἡ νηστεία συνδέεται μέ τήν κοινωνικότητα τοῦ ἀνθρώπου. Δέν ἀποσκοπεῖ στήν ἐγωκεντρική κατάκτηση κάποιου ἀτομικοῦ ἀσκητικοῦ ρεκόρ. Παιδαγωγεῖ τόν ἄνθρωπο νά ἀκολουθεῖ τόν κοινό κατ’ ἀλήθειαν τρόπο ζωῆς «σύν πᾶσι τοῖς ἁγίοις». Ἀναγκαῖος ὅρος, λοιπόν, γιά νά ἀρχίσουμε «τόν καλόν τῆς νηστείας ἀγῶνα» εἶναι ἡ ἀποκατάσταση τῶν κοινωνικῶν μας σχέσεων σέ σωστή βάση μέ τήν ἀμοιβαία συγχώρηση.
Γι ́αὐτό ὁ πρῶτος ἑσπερινός τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς καταλήγει μέ τό παλαιό μοναστικό ἔθος τῆς ἀλληλοσυγχώρησης καί ὀνομάζεται ἐσπερινός τῆς συγγνώμης.

Τρίτη 25 Φεβρουαρίου 2014

 ΚΥΡΙΑΚΗ «ΤΗΣ ΤΥΡΟΦΑΓΟΥ»

Ματθ. στ’ 14-21

Ἐὰν γὰρ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καὶὑμῖν ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος· ἐὰν δὲ μὴ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰπαραπτώματα αὐτῶν, οὐδὲ ὁ πατὴρ ὑμῶν ἀφήσει τὰ παραπτώματαὑμῶν. Οταν δὲ νηστεύητε, μὴ γίνεσθε ὥσπερ οἱ ὑποκριταὶ σκυθρωποί·ἀφανίζουσι γὰρ τὰ πρόσωπα αὐτῶν ὅπως φανῶσι τοῖς ἀνθρώποις νηστεύοντες· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ἀπέχουσι τὸν μισθὸν αὐτῶν. Σὺ δὲνηστεύων ἄλειψαί σου τὴν κεφαλὴν καὶ τὸ πρόσωπόν σου νίψαι, ὅπως μὴφανῇς τοῖς ἀνθρώποις νηστεύων, ἀλλὰ τῷ πατρί σου τῷ ἐν τῷ κρυπτῷ, καὶ ὁ πατήρ σου ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ ἀποδώσει σοι ἐν τῷ φανερῷ. Μὴθησαυρίζετε ὑμῖν θησαυροὺς ἐπὶ τῆς γῆς, ὅπου σὴς καὶ βρῶσις ἀφανίζει, καὶ ὅπου κλέπται διορύσσουσι καὶ κλέπτουσι· Θησαυρίζετε δὲ ὑμῖν θησαυροὺς ἐν οὐρανῷ, ὅπου οὔτε σὴς οὔτε βρῶσις ἀφανίζει, καὶ ὅπου κλέπται οὐ διορύσσουσιν οὐδὲ κλέπτουσιν· ὅπου γάρ ἐστιν ὁ θησαυρὸςὑμῶν, ἐκεῖ ἔσται καὶ ἡ καρδία ὑμῶν.

Φτάσαμε στὶς τελευταῖες μέρες πρὶν ἀπὸ τὴν Μεγάλη Σαρακοστή.Ἤδη κατὰ τὴν ἑβδομάδα τῆς Ἀπόκρεω , δυὸ μέρες - ἡ Τετάρτη καὶ ἡΠαρασκευὴ - ἀνήκουν στὴ Σαρακοστή. Ἡ Θεία Λειτουργία δὲν τελέσθηκε καὶ ἡ ὅλη τυπικὴ διάταξη στὶς ἀκολουθίες ἔχει πάρει τὰλειτουργικὰ χαρακτηριστικὰ τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς.

Τὸ Σάββατο τῆς Τυροφάγου ἡ Ἐκκλησία μας  «ποιεῖ μνεία πάντων τῶνἐν ἀσκήσει λαμψάντων ἁγίων ἀνδρῶν τὲ καὶ γυναικῶν». Οἱ ἅγιοι εἶναι τὰ πρότυπα ποὺ θ' ἀκολουθήσουμε, οἱ ὁδηγοὶ στὴ δύσκολη τέχνη τῆς νηστείας καὶ τῆς μετάνοιας. Στὸν ἀγώνα ποὺ πρόκειται ν'ἀρχίσουμε δὲν εἴμαστε μόνοι, ἔχουμε βοηθοὺς καὶ παραδείγματα.

Τὴν Κυριακή, τελευταῖα μέρα πρὶν τὴ Σαρακοστή, ποὺ συνήθως τὴνὀνομάζουμε Κυριακὴ τῆς συγγνώμης καὶ «τῆς ἀπὸ τοῦ Παραδείσου τῆς τρυφῆς ἐξορίας του Πρωτόπλαστου Ἀδάμ».

Ξέρουμε ὅτι ὁ ἄνθρωπος πλάσθηκε γιὰ νὰ ζεῖ στὸν Παράδεισο, γιὰ τὴν γνώση τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν κοινωνία μαζί Του. Ἡ ἁμαρτία του ὅμως τὸνἀπομάκρυνε ἀπὸ τὴν εὐλογημένη ζωὴ καὶ ἔτσι ἡ ὕπαρξή του στὴ γῆεἶναι μιὰ ἐξορία. Η Μ. Σαρακοστὴ εἶναι ἡ ἀπελευθέρωσή μας ἀπὸ τὴσκλαβιὰ τῆς ἁμαρτίας. (σέλ. 32)

Τὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα αὐτῆς τῆς Κυριακῆς (Μάτθ. 6, 14-21) θέτει τοὺς ὅρους γιὰ μιὰ τέτοια ἀπελευθέρωση. Πρῶτος ὅρος εἶναι ἡ νηστεία,ἡ προσπάθεια νὰ ἐλευθερωθοῦμε ἀπὸ τὴ δικτατορία τῆς σάρκας καὶτῆς ὕλης πάνω στὸ πνεῦμα. Δὲν πρέπει ὅμως ἡ νηστεία μας νὰ εἶναιὑποκριτική, δηλαδὴ «πρὸς τὸ θεαθῆναι», νὰ μὴ φαινόμαστε «στοὺςἀνθρώπους νηστεύοντες, ἀλλὰ στὸν Πατέρα μας ἐν τῷ κρυπτῷ» ὅπωςἀναφέρεται στὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα.

Δεύτερος ὅρος εἶναι ἡ συγγνώμη: «Ἐὰν ἀφῆτε στοὺς ἀνθρώπους τὰπαραπτώματά τους, θὰ ἀφήσει καὶ τὰ δικά σας ὁ οὐράνιος Πατέρας».Ἡ συγχωρητικότητα εἶναι ἡ ἐπιστροφὴ στὴν ἑνότητα, στὴ σύμπνοια, στὴν ἀγάπη. Ἔτσι στὸν Ἑσπερινὸ αὐτῆς τῆς Κυριακῆς, στὸ τέλος τῆςἀκολουθίας, ὅλοι οἱ πιστοὶ πλησιάζουν τὸν ἱερέα καὶ ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, ζητώντας τὴν ἀμοιβαία συγχώρεση.

Οὐσιαστικὰ ἀπὸ τὸν Ἑσπερινὸ αὐτὸ ἀρχίζει ἡ Μεγάλη Σαρακοστή.Ἀρχίζει ἡ ἀκολουθία μὲ τὸν ἱερέα ντυμένο στὰ λαμπερὰ ἄμφια καὶ τὰτροπάρια ἀναγγέλουν τὸν ἐρχομὸ τῆς Μ. Σαρακοστῆς καὶ πέρα ἀπ' αὐτή, τὸν ἐρχομὸ τοῦ Πάσχα. Κατόπιν γίνεται ἡ εἴσοδος τοῦΕὐαγγελίου μὲ τὸν ἑσπερινὸ ὕμνο «Φῶς ἱλαρὸν ἁγίας δόξης» καὶ ὁἱερέας προχωρεῖ στὴν Ὡραία Πύλη γιὰ νὰ ἀναφωνήσει τὸ Προκείμενο ποὺ πάντα ἀναγγέλει τὸ τέλος τῆς μιᾶς μέρας καὶ τὴν ἀρχὴ τῆς ἄλλης.Ἡ θαυμάσια μελωδία: «Μὴ ἀποστρέψεις τὸ πρόσωπό σου ἀπὸ τοῦπαιδός σου, ὅτι θλίβομαι, ταχὺ ἐπάκουσόν μου, πρόσχες τὴ ψυχή μου καὶ λύτρωσε αὐτήν» λέγεται πέντε φορές, τὰ φῶτα σβήνουν καὶ τὰχρωματιστὰ ἄμφια ἀλλάζουν.Ἀπὸ αὐτὸ τὸ σημεῖο ξεκινάει ἡ Μεγάλη Σαρακοστή: συναισθάνομαιὅτι εἶμαι ἐξόριστος ἀπὸ τὴν ὀμορφιὰ τῆς Βασιλείας Του καὶ θλίβομαι. Τελικὰ παραδέχομαι ὅτι μόνο ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ μὲ βοηθήσει σ' αὐτὴ τὴθλίψη. Μετάνοια πάνω ἀπ' ὅλα εἶναι τὸ ἀπελπισμένο κάλεσμα γιὰ τὴΘεία βοήθεια. Στὴ συνέχεια διαβάζεται ἡ προσευχὴ τοῦ Ἁγίου Ἐφραὶμ ποὺ συνοδεύεται ἀπὸ μετάνοιες. Καθὼς οἱ πιστοὶ πλησιάζουν τὸνἱερέα, ὁ χορὸς ψάλλει πασχαλινοὺς ὕμνους. Ἀπὸ τώρα βλέπουμε νὰλάμπει στὸ τέλος τὸ φῶς τῆς Ἀνάστασης, τὸ φῶς τῆς Βασιλείας τοῦΘεοῦ.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’.

Ὁ Θεὸς τῶν Πατέρων ἡμῶν, ὁ ποιῶν ἀεὶ μεθ’ ἡμῶν, κατὰ τὴν σὴνἐπιείκειαν, μὴ ἀποστήσῃς τὸ ἔλεός σου ἀφ’ ἡμῶν, ἀλλὰ ταῖς αὐτῶνἱκεσίαις, ἐν εἰρήνῃ κυβέρνησον τὴν ζωὴν ἡμῶν.

Ἔτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.Τὸ πολυσύνθετον, Πατέρων σύστημα, ἀνευφημήσωμεν, ἐνθέοις ᾄσμασι, τοὺς ἐν Ἑῴᾳ καὶ Βορρᾷ, καὶ Ἄρκτῳ καὶ Μεσημβρίᾳ, ἐν ἀσκήσει λάμψαντας, καὶ Θεὸν θεραπεύσαντας, ἀρετῶν ἀκρότητι, καὶ θαυμάτων δυνάμεσι, γνωστοὺς καὶ ἀνωνύμους καὶ πάντας, οὓς ὁ Χριστὸς λαμπρῶς ἐδόξασε.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Ὡς ἀπαρχὰς τῆς φύσεως.

Ὡς εὐσεβείας κήρυκας, καὶ ἀσεβείας φίμωτρα, τῶν Θεοφόρων τὸν δῆμον ἐφαίδρυνας Κύριε, τὴν ὑφήλιον λάμποντα. Ταῖς αὐτῶν ἱκεσίαις, ἐν εἰρήνῃ τελείᾳ τοὺς σὲ δοξάζοντας, καὶ μεγαλύνοντας, διαφύλαξον ψάλλειν καὶ ᾄδειν σοι· Ἀλληλούϊα.

Ἕτερον Κοντάκιον. Ἦχος πλ. β’. Αὐτόμελον.Τῆς σοφίας ὁδηγέ, φρονήσεως χορηγέ, τῶν ἀφρόνων παιδευτά, καὶ τῶν πτωχῶν ὑπερασπιστά, στήριξον συνέτισον τὴν καρδίαν μου Δέσποτα. Σύ δίδου μοι λόγον, ὁ τοῦ Πατρὸς Λόγος· ἰδοῦ γὰρ τὰ χείλη μου, οὐ μὴ κωλύσω ἐν τῷ κράζειν σοι· Ἐλεῆμον, ἐλέησόν με τὸν παραπέσοντα.

Μεγαλυνάριον.Χαίροις τῶν Ὁσίων θεία πληθὺς, οἱ πάσῃ τῇ κτίσει, ἐνασκήσαντες ἱερῶς, χρόνοις διαφόροις, ἀσκητικοῖς καμάτοις, Πατέρες Θεοφόροι, σκεύη χάριτος.

Η Κυριακή της Τυρινής


Η τέταρτη Κυριακή του Τριωδίου είναι αφιερωμένη στην εκδίωξη των πρωτοπλάστων από τον παράδεισο της τρυφής. Ο άνθρωπος δημιουργήθηκε από το Θεό ως το τελειότερο και εκλεκτότερο δημιούργημα του Θεού, ως «εικόνα και καθ' ομοίωσις» αυτού ( Γέν.1,26). Πλάστηκε να ζει αιώνια μέσα στη χάρη και τις ευλογίες του Θεού, ατέρμονο βίο άπαυτης ευδαιμονίας. Αυτή τη σημασία έχει η βιβλική διήγηση περί του κήπου της Εδέμ (Γεν.2 ο κεφ.). Ο άνθρωπος έκαμε κακή χρήση της ελεύθερης βούλησής του και προτίμησε το κακό. Ο αρχέκακος διάβολος τον παρέσυρε στην πτώση και την καταστροφή. Αυτό του στέρησε τον παράδεισο, δηλαδή την αέναη και ζωοποιό παρουσία του Θεού και την κοινωνία των ακένωτων ευλογιών Του.
Μέγα χάσμα ανοίχτηκε ανάμεσά τους (Εφ.2,13). Η αγία Γραφή αναφέρει συμβολικά πως οι πρωτόπλαστοι διώχτηκαν από τον κήπο της Εδέμ και δύο αγγελικά όντα τάχθηκαν να φυλάγουν με πύρινες ρομφαίες την πύλη του, για να μην μπορούν να την παραβιάσουν αυτοί. Το ατέλειωτο δράμα του ανθρωπίνου γένους άρχισε!
Ο Αδάμ και η Εύα τότε κάθισαν απέναντι από τον κήπο της τρυφής και θρηνούσαν για το κακό που τους βρήκε. Αναλογίζονταν την πρότερη ευδαιμονία τους, την σύγκριναν με την τωρινή δυστυχία τους, προέβλεπαν το μέλλον ζοφερό και γι' αυτό έκλαιγαν γοερά. Τα καυτά τους δάκρυα πότιζαν την άνυδρη γη και οι σπαραχτικές κραυγές τους έσπαζαν την ηρεμία της έξω του παραδείσου ερήμου.
Όμως δυστυχώς ο θρήνος των πρωτοπλάστων δεν ήταν αποτέλεσμα μεταμέλειας για την ανυπακοή και την ανταρσία τους κατά του Θεού. Δεν ήταν πράξη μετάνοιας και αίτημα συγνώμης προς το Θεό, αλλά ωφελιμιστικός σπαραγμός. Δε θρηνούσαν για τη χαμένη αθωότητα και αγιότητα, αλλά για τη χαμένη υλική ευμάρεια του παραδείσου. Ούτε ένας λόγος μετάνοιας δεν ακούστηκε από τα χείλη τους! Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας λένε πως αν εκείνη την τραγική στιγμή οι προπάτορές μας μετανοούσαν ειλικρινά και ζητούσαν ταπεινά συγνώμη από τον απόλυτα φιλάνθρωπο Θεό, θα είχαν αποκατασταθεί στην πρότερη της πτώσεως κατάστασή τους.
Η ενθύμηση του αδαμιαίου θρήνου αυτή την ημέρα υπήρξε επιβεβλημένη από την Εκκλησία μας. Από την επόμενη ημέρα αρχίζει η αυστηρή νηστεία της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και ο σκληρός αγώνας κατά των ψυχοκτόνων παθών μας. Οι προπάτορές μας αποτελούν πολύ καλό παράδειγμα συνετισμού μας. Η λαιμαργία τους, να φάνε από τον καρπό του απαγορευμένου δένδρου της Εδέμ, τους οδήγησε στην απώλεια. Η πολύμορφη νηστεία η δική μας και η άσκηση των αρετών, μας φέρνει στην ουρανοδρόμο πορεία για να συναντήσουμε ξανά το Θεό. Ο θρήνος ο δικός μας δεν είναι (δεν θα πρέπει να είναι) ωφελιμιστικός, όπως των πρωτοπλάστων, αλλά οντολογική συντριβή και μετάνοια για την αμαρτωλότητά μας. Είναι το μόνο αντίδοτο για την ύβρη μας απέναντι στο Θεό και ο μόνος τρόπος της σωτηρίας μας.
Η Εδέμ βρίσκεται δίπλα μας κλεισμένη. Ο φιλάνθρωπος Θεός μας έδωσε το κλειδί να ανοίξουμε τη θύρα και να εισέλθουμε, το οποίο είναι η ειλικρινής μετάνοιά μας. Ας είναι ζωντανό παράδειγμά μας ο μετανοών συσταυρούμενος με τον Κύριο ληστής, ο οποίος σύμφωνα με το θαυμάσιο επίγραμμα της υμνολογίας της Μ. Παρασκευής, άνοιξε τον παράδεισο «βαλών κλείδα το μνήσθητί μου».

Σάββατο 22 Φεβρουαρίου 2014

 «Ας ξαναγαπήσουμε την...ΑΓΑΠΗ» ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΠΟΚΡΕΩ (Ματθ. ΚΕ' 31-46)
 
Με το σημερινό Ευαγγελικό ανάγνωσμα, η αποκάλυψις του Θεού μας μεταφέρει στην έσχατη πνοή της παγκόσμιας Ιστορίας. Μας αποκαλύπτει το συγκλονιστικό εκείνο γεγονός, της δευτέρας το Κυρίου Παρουσίας, όπου μας διαπερνά στον χώρο της ατελεύτητης αιωνιότητας.
Ο Ιερός Ευαγγελιστής Ματθαίος, καταγράφει με απλότητα αλλά και ρεαλιστικά την εικόνα της εσχάτης κρίσεως και η Αγία μας Εκκλησία, λαμβάνει την θεόπνευστη αυτή παρουσίαση και την τοποθετεί την συγκεκριμένη Κυριακή των Απόκρεω, για να συνειδητοποιήσουμε αλήθειες μεγάλες που αναπόδραστα θα αντιμετωπίσει ο κάθε άνθρωπος.
Και το μεν γεγονός της Εσχάτης Κρίσεως, είναι μια πραγματικότητα που δεν μπορεί παρά να αγγίζει και να συγκινεί τον κάθε άνθρωπο “έχοντα νουν”. Όμως, ας εμβαθύνουμε έστω και ελάχιστα στον ωκεανό των θείων λόγων, ώστε να δρομολογήσουμε τελικώς την ζωή μας στην οδό της χάριτος και της τελικής ευτυχίας.
Να βρεθούμε δηλ. με την μερίδα των σωζέμενων, οι οποίοι και θα ακούσουν το
“δεύτε οι ευλογημένοι του Πατρός μου, κληρονομήσατε την ητοιμασμένην υμίν βασιλεία από καταβολής κόσμου” (Ματθ. ΚΕ΄ 34).
Επιβάλλεται λοιπόν να σταθούμε στο γεγονός αυτό που παίζει καθοριστικό ρόλο, στο πού τελικώς θα βρεθούμε, δηλ. στα
“πρόβατα εξ δεξιών αυτού” ή στα “ερίφια εξ' ευωνύμων”, και το οποίο εξαρτάται άμεσα από τη δική μας συμπεριφορά στον “άνθρωπο”. Και τούτο, όχι μόνο διότι ο άνθρωπος αποτελεί την κορωνίδα της όλης δημιουργίας. Όχι μόνο διότι είναι το θεότεϋκτον μεθόριον δημιούργημα μεταξύ του υλικού και του πνευματικού κόσμου, αλλ' ιδίως και κυρίως διότι ο άνθρωπος τιμήθηκε τόσο ανυπέρβλητα με αυτή την θεία ενανθρώπηση του Υιού και Λόγου του Θεού!
Να, λοιπόν, που ο Ευαγγελικός λόγος μας τοποθετεί στο κέντρο του θέματος. Ο άνθρωπος, «αυτό το άγνωστον», αλλά και το τόσο εξαγιασμένο δημιούργημα, που θα σταθεί μπροστά του τόσο ο πιστός, όσο και ο αρνητής και άπιστος.
Ο πιστός, ατενίζει και αντιμετωπίζει τον άνθρωπο, διότι γνωρίζει ότι ο δρόμος που οδηγεί προς το λατρευτό Πρόσωπο του Κυρίου Ιησού, δεν περνά μέσα από την θάλασσα των συλλογισμών ή από την ριψοκίνδυνη σκαλωσιά του στοχασμού και τις ποικίλες μετρήσεις, ούτε βεβαίως από κάποια ιδιόμορφη και ανεξιχνίαστη “μυστικιστική πνευματικότητα”, αλλά ανοίγεται μέσα από την προσωπικότητα του αδελφού. Του ανθρώπου που βλέπουμε, που καλημερίζουμε και συνεργαζόμαστε την κάθε μας ημέρα.
Ο αρνητής πάλι του Θεού και της αποκαλυπτικής του αγάπης, θα σταθεί και αυτός μπροστά στον άνθρωπο. Θα σταθεί, όχι βεβαίως για να δει την ύπαρξη που φιλοξενεί την αθάνατη ψυχή, ούτε για να εμβαθύνει στο πνεύμα του και να του προσφέρει λύσεις στις υπέρ την ύλην αναζητήσεις του, αλλά για να δει πώς μπορεί να τον οργανώσει, ώστε να επέλθει μια “ήσυχη” και “δημιουργική” κοινωνική συμβίωση. Έτσι, στην καλύτερη των περιπτώσεων, ο ταλαίπωρος άνθρωπος, καταντά μια καλοκουρδισμένη και καλολιπαρισμένη μηχανή, που θα εργάζεται για κάποιο γενικό και αόριστο “κοινωνικό καλό” και μια “πανανθρώπινη ευημερία”, κάτω βεβαίως από μία «παγκόσμια αρχή»....
Ο πιστός, όχι ο γενικά πιστός (αυτό δεν λέει τίποτε στον «τελικό απολογισμό»), αλλ' ο άνθρωπος της Εκκλησίας, ανέρχεται μέρα με την ημέρα το δύσκολο αλλ' όμορφο μονοπάτι με την επίγνωση του ότι,
«ταύτην την εντολήν έχομεν απ΄αυτού, ίνα ο αγαπών τον Θεόν αγαπά και τον αδελφόν αυτού». (Α' Ιωαν. 4.20).
Επομένως, ως αδιάσειστο θεμέλιο της “ενεργουμένης αγάπης”, υφίσταται και φανερώνεται η πίστις στον Θεό, όπως αυτή βεβαίως εκφράζεται δια των Αγίων του Θεού, και όχι η κάποια “αγαθοεργία” που αναπτύσσεται βάσει κάποιου «ανθρωπισμού», άγευστου και άοσμου που ουδεμία ουσιαστική σχέση μπορεί να έχει με την ζωντανή πίστη της Εκκλησίας μας.
Υπάρχει όμως και μια άλλη περίπτωσις, που δείχνει ότι κάποια λυχνία καλών έργων, μισοφέγγει μέσα από ειλικρινή καρδιακή διάθεση, χωρίς τη συνειδητή πνευματικότητα. Αυτά, δεν είναι παρά τα σπέρματα της αγάπης που έχει εμφυτεύσει η πρόνοια του Θεού δια του «κατ΄εικόνα», μέσα στην κάθε ψυχή.
Είναι αυτό που έλεγε κάποιος Άγιος, ότι, υπάρχουν καταπράσινες πεδιάδες που δεν βλέπεις να τις διασχίζουν ποτάμια, και όμως, στο υπέδαφός τους υπάρχει και κυλάει ήσυχα το ύδωρ που ζωογονεί τα δένδρα και αποδιώκει της ξηρασίας την καταστροφή.
Συμβαίνει λοιπόν και αυτό, με όσους δείχνουν διάθεση όντως ευεργετική για τους συνανθρώπους, δεν έχουν όμως ακόμα γνωρίσει το προσώπου του Θεού. Δεν υπάρχει όμως καμμία αμφιβολία πως, η χάρις του Θεού θα φέρει τις περιστάσεις έτσι, ώστε οι καλοπροαίρετες αυτές ψυχές, να συναντήσουν τον Ιησού στον δρόμο τους “προς την Δαμασκό”, και να μεταβληθούν σε συνειδητούς πιστούς και μέλη της Εκκλησίας. Έτσι, η διάθεση για προσφορά και η παροχή αγάπης προς τον αδελφούς
“υπέρ ου Χριστός απέθανεν” (Ρωμ. ΙΔ' 15), τοποθετείται στα σωστά πλαίσια και εδράζεται στην βάση της πίστεως και της αγάπης του ενανθρωπήσαντος Θεού.
Κατανοούμε λοιπόν ότι η σημερινή Ευαγγελική περικοπή της Κρίσεως, δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιείται ως “συγχωροχάρτι” από όσους απλώς ενεργούν κάπου και πού αγαθοεργίες ή έστω εργάζονται αυτή την αγαθοεργία συστηματικά, αλλά απουσίάζει από τη ζωή τους η προσωπική επικοινωνία με τον Ιησού. Άνευ αυτής της μυστηριακής επικοινωνίας με τον Θεό, του οργανικού δηλ. συνδέσμου με την Εκκλησία, δεν μπορεί να υπάρχει η αυθεντική αγάπη προς τους ανθρώπους. Όπως πάλι, όσοι ισχυρίζονται ότι τρέφουν στην καρδιά τους την πίστη του Ιησού, αρνούνται όμως την πρακτική συμπεριφορά της αγάπης προς τον συνάνθρωπο, το μόνο που αποδεικνύουν με την “ανέξοδη πίστη” τους, είναι, ότι ουσιαστικά δεν έχουν γνωρίσει τον Κύριο, και η πίστη τους, παρά τα εξωτερικά σχήματα ή έστω τη “μυστηριακή συμμετοχή”, είναι απλά μια “ιδεολογία” ή ένας απλός συναισθηματισμός, χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο της χάριτος.
Αλλά είναι και τούτο ακόμα. Μόνο μέσα από την Ορθόδοξη πραγματικότητα και στο ανέκφραστο μυστήριο του Σταυρού, όταν αντικρίζουμε τον ανήμπορο άνθρωπο – αδελφό μας, μπορούμε να αναχθούμε στο ουράνιο επίπεδο της αγάπης Θεού. Στη σάρκωση και στη μεγάλη Θυσία. Και μόνο μέσα από αυτό το πλαίσιο και με αυτές τις προϋποθέσεις αναμένουμε να ακούσουμε τον Παντοκρατορικό λόγο
“δεύτε οι ευλογημένοι του πατρός μου, κληρονομήσατε την ητοιμασμένην υμίν βασιλείαν από καταβολής κόσμου” (Ματθ. ΚΕ' 34).
Αδελφοί μου. Για εμάς τους πιστούς που παρά τις αδυναμίες μας αποδεχόμαστε το Θεανδρικό πρόσωπο του Κυρίου μας, η αγάπη προς τους αδελφούς μας και η προσφορά προς τους οποιουσδήποτε πάσχοντες, είναι κάτι το δεδομένο και εκ των ων ουκ άνευ.
Και δεν θα πρέπει να λησμονούμε ποτέ, ότι ο Κύριος
“διήλθεν ευεργετών και ιώμενος πάντας τους καταδυναστευομένους υπό του διαβόλου” (Πραξ. Ι΄ 38). Σκόρπισε παντού την ευεργεσία Του και θεράπευσε όλους που τους δυνάστευε ο διάβολος με τις βασανιστικές ασθένειες και τις αφύσικες επιρροές του.
Σε κάθε εποχή οι άνθρωποι γενικώς και οι πιστοί ειδικώς, επιβάλλεται να αντλούν από τα αποθέματα της προς τους αδελφούς αγάπης. Άνευ αντιρρήσεων η σύγχρονη εποχή και η ταλαιπωρημένη μας κοινωνία, αποτελεί “μοναδική ευκαιρία” για ν´ αποδείξουμε στον ίδιο τον εαυτό μας ότι μπορούμε να προσφέρουμε την έκφραση της πίστεως – αγάπης, προς τους αδελφούς του Χριστού. Και αυτό, ξεκινά από ένα ζεστό βλέμμα που συμπεριλαμβάνει όλα αυτά που αναφέρει ο ίδιος ο Κύριος στην Ευαγγελική περικοπή, και φθάνει έως και αυτή την κορυφή της αγάπης που ονομάζεται αυτοθυσία. Αυτοθυσία για τον αδελφό, και που οδηγεί τον άνθρωπο κατευθείαν στην Βασιλεία του Θεού δηλ. στο πρόσωπο του Κυρίου και Θεού.
Τελικώς, όλοι το βλέπουμε και όλοι μας συμφωνούμε ότι στο χέρι μας είναι ν' ακούσουμε την ευλογημένη Του φωνή: “Αμήν λέγω υμίν, εφ' όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε” (Ματθ. ΚΕ' 40).
Οπωσδήποτε, η αγάπη είναι ανεξάντλητη.
Και σίγουρα, ομοιάζει με την σελήνη. Όταν δεν μεγαλώνει, αρχίζει να ελαττώνεται.
Δεν έχουμε λοιπόν παρά να κλείσουμε με τον Ιερό Αυγουστίνο που έλεγε: “Ας ξαναγαπήσουμε την... ΑΓΑΠΗ”!
Αμήν.

Αρχιμ. Ιωήλ Κωνστάνταρος
 Παραβολή τῆς μελλούσης Κρίσεως (Ματθ. 25, 31-46)

«Ὃταν» κατά τήν μέλλουσαν Κρίσιν «ἔλθῃ ὁ υἱός τοῡ ἀνθρώπου» ὁ Χριστός «ἐν τῆ δόξῃ αὐτοῦ καί πάντες οἱ ἅγιοι Ἄγγελοι μετ’αὐτοῦ, τότε θα καθίσει ἐπί θρόνου δόξης αὐτοῦ συναχθήσεται » θά συγκεντρωθοῦν «ἒμπροσθεν αὐτοῦ πάντα τά ἒθνη » ὃλοι οἱ ἄνθρωποι. Τότε «ἀφοριεῖ αὐτούς ἀπ’ ἀλλήλων » θά χωρίσῃ τούς καλούς ἀπό τούς κακούς «ὥσπερ ὁ ποιμήν ἀφορίζει τά πρόβατα ἀπό τῶν ἐριφίων» ὃπως ὁ τσοπάνης χωρίζει τά πρόβατα ἀπό τά κατσίκια «καί στήσει» θά τοποθετήσῃ τιμητικῶς «τά μέν ποόβατα ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ, τά δέ ἐρίφια» τά κατσίκια «ἐξ εὐωνύμων» εἰς τά ἀριστερά Του. «Τότε ἐρεῖ» θά εἲπῃ «ὁ βασιλεύς τοῖς ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ» εἰς τά ἐκ δεξιῶν πρόβατα Του «δεῦτε» ἐμπρός «οἱ εὐλογημένοι τοῦ Πατρός μου, κληρονομήσατε τήν ἡτοιμασμενην ὑμῖν βασιλείαν ἀπό καταβολῆς κόσμου» τήν πρός χάριν σας ἑτοίμην βασιλικήν χαράν, ἀφ’ ὅτου ὑπάρχει ὁ κόσμος. Σᾶς περιμένει! « Ἐπείνασα γάρ» διότι ἐπείνασα «καί ἐδώκατέ μοι φαγεῖν» μοῦ ἐδώκατε καί ἔφαγα, «ἐδίψησα και ἐποτίσατέ με, ξένος ἢμην καί συνηγάγετέ με» μέ ἐφιλοξενήσατε, «γυμνός και περιεβάλετέ με» μέ ἐνεδύσατε, «ἠσθένησα καί ἐπεσκέψασθέ με, ἐν φυλακῇ ἤμην καί ἤλθετε πρός με. Τότε ἀποκριθήσονται αὐτῷ οἱ δίκαιοι» θά ἀποκριθοῦν εἰς Αὐτόν οἱ δίκαιοι «λέγοντες∙ Κύριε, πότε σέ εἲδομεν πεινῶντα καί ἐθρέψαμεν ἢ διψῶντα καί ἐποτίσαμεν; Πότε δέ σέ εἲδομεν ξένον καί συνηγάγομεν» σέ ἐφιλοξενήσαμεν «ἢ γυμνόν καί περιεβάλομεν» σέ ἐνεδύσαμεν; «Πότε δέ σέ εἲδομεν ἀσθενῆ και ἐν φυλακῇ καί ἢλθομεν πρός σέ; καί ἀποκριθείς ὁ βασιλεύς ἐρεῖ αὐτοῖς» θά εἴπῃ εἰς αὐτούς». «Ἀμήν, λέγω ὑμῖν» σᾶς δηλῶ κατηγορηματικῶς, ὃτι «ἐφ’ ὃσον ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων» ὃτι ἐκάματε εἰς τούς μικρούς αὐτούς ἀδελφούς «ἐμοί ἐποιήσατε» εἰς ἐμέ τό ἐκάματε.

«Τότε ἐρεῖ καί τοῖς ἐξ εὐωνύμων» τότε ὁ Κύριος θά εἲπῃ καί εἰς τούς ἐξ ἀριστερῶν «πορεύεσθε ἀπ’ ἐμοῦ οἱ καταραμένοι εἰς τό πῦρ τό αἰώνιον τό ἡτοιμασμένον τῶ διαβόλῳ καί τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ». Ὅπως ἡ χαρά τοῦ παραδείσου περιμένει τούς δικαίους κατά παρόμοιον τρόπον ἡ θλῖψις τῆς κολάσεως περιμένει τόν Διάβολον καί τούς ἀγγέλους του, ὃσοι τόν ὑπηρέτησαν. «Ἐπείνασα γάρ καί οὔχ ἔδωκατέ μοί φαγεῖν, ἐδίψησα και οὔκ ἐποτίσατέ με, ξένος ἢμην καί οὐ συνηγάγετέ με, γυμνός καί οὐ περιεβάλετέ με, ἀσθενής και ἐν φυλακῆ και οὐκ ἐπεσκέψασθέ με. Τότε ἀποκριθήσονται και αὐτοί λέγοντες∙ Κύριε, πότε σέ εἲδομεν πεινῶντα ἢ διψῶντα ἢ ξένον ἢ γυμνόν ἢ ἀσθενῆ ἢ ἐν φυλακῆ και οὐ διηκονήσαμέν σοι ;» δέν σέ ὑπηρετήσαμεν; «Τότε ἀποκριθήσεται αὐτοῖς λέγων∙ ἀμήν λέγων ὑμῖν» σᾶς δηλῶ κατηγορηματικῶς, ὃτι «ἔφ' ὃσον οὐκ ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἐλαχίστων» ὃ,τι δέν ἐκάματε εἰς τούς μικρούς «οὐδέ ἐμοί ἐποιήσατε». Καί «ἀπελεύσονται» καί θά ἀπέλθωσιν «οὗτοι εἰς κόλασιν αἰώνιον, oἱ δέ δίκαιοι εἰς ζωήν αἰώνιον».

Ἀνάλυσις τῆς παραβολῆς. Ἐδῶ δεν ἒχομεν παραβολήν ὃπως προηγουμένως, ἀλλά εἰκόνα τῆς «μελλούσης Κρίσεως». Ὁ Χριστός ὀνομάζεται Υἱός τοῦ ἀνθρώπου, διότι, ὃ,τι εἶπε καί ἔπαθε, τό εἶπε καί τό ἒπαθε δι’ ὃλους τούς ἀνθρώπους καί ὃ,τι λέγομεν καί πράττομεν καί ἡμεῖς καλόν ἤ κακόν εἰς τούς ἄλλους ἀνθρώπους, τό λέγομεν καί πράττομεν διά τόν Χριστόν. Ὁ χωρισμός τῶν προβάτων ἀπό τῶν ἐριφίων ὑπό τοῦ Χριστοῦ σημαίνει τήν ἐκεῖ εὐκολίαν τοῦ χωρισμοῦ τῶν ἀχωρίστων ἐδῶ καλῶν καί κακῶν ἀνθρώπων.. Μεθ’ ὃσης δηλαδή εὐκολίας χωρίζει ὁ τσοπάνης τά πρόβατα ἀπό τά κατσίκια, μετά τῆς αὐτῆς εὐκολίας θά χωρίσῃ ὁ Θεός καλούς καί κακούς. Πρός ἐρίφια παρομοιάζονται οἱ κακοί ἄνθρωποι, διότι οὗτοι εἶναι ἄγονοι καί ἄγριοι ὃπως τά κατσίκια. Πρός πρόβατα παρομοιάζονται οἱ εὐσεβεῖς, διότι οὗτοι εἶναι ἀθῶοι, πρᾶοι καί γόνιμοι, ὃπως τά πρόβατα. Ἡ ἐκ δεξιῶν θέσις εἶναι τιμῆς ἕνεκεν. Ἡ ἐξ ἀριστερῶν θέσις ἀτιμίας δεῖγμα. Οἱ δίκαιοι ὀνομάζονται εὐλογημένοι τοῦ Πατρός, ἐνῶ οἱ ἄδικοι κατηραμένοι ἄνευ τῆς προσθήκης τοῡ Πατρός, διότι οἱ δίκαιοι σώζονται διά τῆς θείας χάριτος, δι’ἧς εἰργάσθησαν ἐδῶ τήν ἀρετήν καί ἀπολαμβάνουσιν ἐκεῖ τήν ἀμοιβήν, οἱ δέ ἄδικοι τιμωροῦνται ἐξ ἰδίων των ἔργων. Ἑπομένως αἰτία τῆς σωτηρίας μας ἡ θεία χάρις, τῆς δέ ἀπώλειάς μας τά κακά μας ἒργα.

Ἡ ὡς ἀμοιβή διδομένη «βασιλεία» ἤτοι ἡ βασιλική δόξα χαρακτηρίζεται ὃτι εἶναι ἡτοιμασμένη ἀπό καταβολῆς κόσμου, ἳνα τονισθῆ τό μέγα ἐνδιαφέρον τοῦ Θεοῦ ὑπέρ ἡμῶν. Ἔργα ἐλεημοσύνης φέρονται, ὃτι θά ἀμειφθῶσιν ἐκεῖ ὂχι διότι ἀποκλείει την ἀμοιβήν τῶν ἄλλων ἀρετῶν, ἀλλά διότι εἰς τά ἒργα τῆς ἐλεημοσύνης ἐκδηλοῦται περισσότερον ἡ ἀγάπη. Οἱ δίκαιοι ἐρωτοῦν πότε εἶδαν τόν Χριστόν πεινῶντα, διψῶντα καί ἒδωκαν εἰς Αὐτόν,τροφήν καί ὓδωρ ὂχι διότι ἀγνοοῦν τήν ἀμοιβήν, ἀλλά θαυμάζουν τήν γενναιοδωρίαν τοῦ Δεσπότου Θεοῦ καί ἀγνοοῦν ὃτι ἔκαμον καλόν, διότι κατά τόν λόγον τοῦ Κυρίου, δέν ἐγνώριζεν ἡ δεξιά των τί ἐποίει ἡ ἀριστερά των. Δέν γνωρίζουν καί οἱ κακοί τάς κακάς των πράξεις καί ποίας συνεπείας ἔχουσιν αὗται, διότι εἶναι τυφλωμένοι. Ἑπομένως οἱ μέν καλοί ἀγνοοῦν τάς καλάς πράξεις ἀπό ταπείνωσιν, οἱ δέ κακοί ἀγνοοῦν τάς κακάς πράξεις ἀπό τύφλωσιν. Ὁποία διαφορά !

Ἐνταῦθα δέν κατηγοροῦνται κακαί πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἔγιναν, ἀλλά καλαί αἱ ὁποῖαι δέν ἔγιναν. Πόσον αὐστηρόν καί δίκαιον τό δικαστήριον ἐκεῖνο ! Δέν ἐζήτησεν ὁ Θεός ἐργασίαν μεγάλων ἐλεημοσύνων, ἀλλά τῶν ἀναγκαίων, τῶν δυνατῶν καί τῶν ἐλαχίστων. Ἀναγκαῖα εἶναι ἄρτος, φιλοξενία, ἔνδυσις τοῦ γυμνοῦ. Οὒτε πολυτέλειαν τραπεζῶν ἀπῃτησεν, ἳνα δώσωμεν ὡς ἐλεημοσύνην οὒτε πληθώραν ἐνδυμάτων. Δέν ἐζήτησε νά θεραπεύσωμεν τούς ἀσθενεῖς καί ἀποφυλακίσωμεν τούς φυλακισμένους, ἀλλά τό δυνατόν εἰς ἡμᾶς ἤτοι ἐπίσκεψιν αὐτῶν. Καί τό ἐλάχιστον ὕδωρ εἶναι ἀξιόμισθον ὑπό τοῦ Κυρίου. Ἡ σιωπή τῶν ἀδίκων ἔπειτα ἀπό τήν ἀπάντησιν τοῦ Κυρίου σημαίνει, ὃτι τότε πᾶν στόμα θά φραγῆ. Ὁ Χριστός θά ἀπευθυνθῆ καί θά ἐρωτήσῃ πρῶτον τούς δικαίους, ἳνα ἀκούσωσιν οἱ ἁμαρτωλοί τήν ἀρετήν αὐτῶν καί οὕτω ἐλεγχθῶσιν. Εἰς τήν τιμωρίαν ὃμως θά προηγηθοῦν οἱ κακοί πορευόμενοι εἰς κόλασιν αἰώνιον καί θά ἀκολουθήσουν οἱ ἀγαθοί πορευόμενοι εἰς ζωήν αἰώνιον, ἳνα μή ἲδωσιν oἱ ἄδικοι τήν δόξαν τῶν δικαίων ἐκ τοῡ πλησίον, ἀλλά μόνον ἐκ τοῦ μακράν ἐν Ἅδῃ, οἱ δέ δίκαιοι ἲδωσι τήν καταδίκην τῶν ἀδίκων ἀπερχομένων εἰς τήν τιμωρίαν.



Θέμα: Ὕπαρξις καί εἶδος Μελλούσης Κρίσεως.

Ἡ παροῦσα εὐαγγελική διήγησις μᾶς εἶπεν, ὃτι θά ἔλθῃ στιγμή κατά τήν ὁποίαν θά χαλάσῃ αὐτός ὁ κόσμος και ὃλα τοῦ κόσμου τά μεγαλεῖα καί αἱ συμφοραί. Ἕνα μεγαλεῖον καί μιά συμφορά θά μείνουν εἰς τήν θέσιν των μέ δικαιώματα αἰωνίου ὑπάρξεως. Ποῖα εἶναι αὐτά; Ἡ ἀρετή καί ἡ κακία. Πλοῦτος ὑλικός, ἐπιδόσεις ἐπιστημονικαί, φλέβαι καλλιτεχνικαί ὡς γνώσεις ἐπί μέρους, ὃπως λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, θά καταργηθοῦν, διότι θά ἒλθῃ τό τέλειον. Πόσοι ἀπὸ ἐμᾶς χωλαίνομεν τόσον στήν πίστιν τῆς ὑπάρξεως μελλούσης ζωῆς, ὃσον καί εἰς τήν ἐκτίμησιν τῆς πραγματικῆς ἀξίας μεταξύ τῶν πολλῶν ἀξιῶν ὑλικῶν καί πνευματικῶν! Ἄλλοι δηλαδή ἄνθρωποι ἀπιστοῦν, ὃτι ὑπάρχει μέλλουσα ζωή μέ διάφορες δικαιολογίες (ἤ ὃτι δέν εἶδον καί δέν πιστεύουν, ἤ ἀπό τάς ἀδικίας τοῦ κόσμου τούτου ἒρχονται, καί εἰς αὐτήν τήν ἀνυπαρξίαν τοῦ Θεοῦ, διότι ὁ βίος εἶναι τοιοῦτος, ὥστε ἀντίκειται πρός τάς τοιαύτας πεποιθήσεις κ.λ.π.) Ἄλλοι δέ πιστεύοντες εἰς τήν ὓπαρξιν τῆς ἄλλης ζωῆς σφάλλουσιν εἰς τήν ἐκτίμησιν τῆς πραγματικῆς ἀξίας, θαυμάζοντες τάς ἐπιστημονικάς κορυφάς, τίς καλλιτεχνικές φλέβες, τόν ὑλικόν πλοῦτον ἤτοι ἀποθεώνουν τήν ἀξίαν τῆς ἐπιστήμης, τῆς τέχνης καί τοῦ ἐπιγείου πλούτου, ἀδιαφοροῦσι δέ εἰς τήν ἀξίαν τοῦ ἀγαθοῦ ἀνθρώπου. Ἡ περικοπή αὐτή τοῦ εὐαγγελίου θέτει καί. τά δύο αὐτά πράγματα εἰς τήν θέσιν των. Ἄς τά μελετήσωμεν.

Α'. Ὓπαρξις μελλούσης Κρίσεως. «Φάγωμεν, πίωμεν, αὔριον γάρ ἀποθνήσκομεν». Ἰδού τό ἔμβλημα πολλῶν ἀνθρώπων τοῦ κόσμου τούτου! Ἡ μέλλουσα ζωή εἶναι δι’ αὐτούς παραμύθι τῶν παπάδων καί ἀρχόντων πρός ἀργυρολογίαν αὐτῶν ἤ συγκράτησιν τοῦ λαοῦ ἀπό τό κακόν. Ἐδῶ εἶναι ἡ κόλασις καί ὁ παράδεισος, λέγουν ἄλλοι. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι μία ἀνωτέρα μορφή τοῦ ζώου, δευτέρα ἔκδοσις τοῦ πιθήκου ἐπηυξημένη καί βελτιωμένη, ἰσχυρίζονται οἱ ὑλισταί. Ὅπως τό ζῶον ἒτσι καί ὁ ἄνθρωπος μετά τόν θάνατον ἐπανέρχεται εἰς ἀνυπαρξίαν.

Ἄς μελετήσωμεν τόν ἄνθρωπον φιλοσοφικῶς, ἳνα ἲδωμεν, ἄν αὐτά εὐσταθοῦν. Κατά τήν μελέτην μας δέν θά πάρωμεν ὡς βάσιν συζητήσεως τί πιστεύουν 5 ἤ 10 ἄνθρωποι, θά λάβωμεν κάτι τό ὁποῖον παρατηρεῖται εἰς ὃλους τούς ἀνθρώπους ὃλων τῶν ἐποχῶν, ὃλων τῶν τόπων ἀνεξαρτήτως κοινωνικῆς προελεύσεως, φύλου, ἡλικίας κ.λ.π. κάτι δηλαδή τό πανανθρώπινον. Ποῖον εἶναι τοῦτο; Ἰδού. Οὐδείς ἄνθρωπος ὑπάρχει, ὁ ὁποῖος νά μην ἐδοκίμασεν ἒστω καί μίαν φοράν εἰς τήν ζωήν του τό φαινόμενον τῆς ἀγανακτήσεως διά κακήν διαγωγήν τοῦ ἄλλου. Εἰς ὃλους μας δηλαδή κάποτε θά ἐδόθη ἡ περίστασις ἤ ἀφορμή νά αἰσθανθῶμεν ἀγανάκτησιν διά κάποιαν, κατά τήν ἀντίληψιν μας ἀδικίαν. Τό φαινόμενον τοῦτο τῆς ἀγανακτήσεως ἀναλυόμενον τί σημαίνει; Σημαίνει, ὃτι μέσα σέ κάθε ἄνθρωπον ζοῦν δύο κόσμοι. Ὁ μέν εἷς λέγει. Ὁ δίκαιος πρέπει νά ἀμείβεται, ὁ κακός πρέπει νά τιμωρῆται. Παρ’ ὃλην ὅμως τήν ἐσωτερικήν αὐτήν φωνήν παρατηροῦμεν εἰς τήν ζωήν τό ἀντίθετον ἤτοι ὁ κακός νά περνᾶ πολλές φορές καλά, νά ἔχῃ δηλαδή ἐξωτερικάς τιμὰς καί ἀπολαύσεις, ὁ δέ δίκαιος νά ὑποφέρῃ σηκώνων τόν σταυρόν του μέχρι τοῦ Γολγοθᾶ, ὃπως καί ὁ Ἰησοῦς. Οἱ δύο κόσμοι ἐσωτερικός καί ἐξωτερικός ἔρχονται εἰς σύγκρουσιν. Ἐκ τῆς συγκρούσεως τῶν δύο αὐτῶν κόσμων, τοῦ ἐσωτερικοῦ καί τοῦ ἐξωτερικοῦ, γεννᾶται τό φαινόμενον τῆς ἀγανακτήσεως.

Διά νά ἠρεμήσῃ ὁ ἄνθρωπος ἐκ τῆς συγκρούσεως τῆς φωνῆς τῆς συνειδήσεως καί τῆς ἐξωτερικῆς ἀδικίας πρέπει ἕνα ἐκ τῶν τριῶν νά συμβῆ.

1)Ἢ νά μήν ὑπάρχῃ εἰς τον κόσμον ἡ ἀδικία ἤ

2) ἐάν ὑπάρχῃ, νά λείψῃ ἡ φωνή τῆς συνειδήσεως, νά πνιγῆ ὁ ἐσωτερικός μας ἀόρατος κόσμος τῆς δικαιοσύνης καί

3) ἐφ’ ὃσον ὑπάρχουν καί τά δύο αὐτά, πρός λύσιν τῆς τραγικῆς συγκρούσεως τούτων, πρέπει νά παραδεχθῶμεν την μέλλουσαν ζωήν, ὃπου τά πράγματα θά εὓρουν τήν θέσιν των.

Εἶναι ὃμως δυνατόν νά πνιγῆ ὁ ἐσωτερικός κόσμος τῆς δικαιοσύνης, νά μήν ὑπάρχη ἡ φωνή τῆς συνειδήσεως ; Ἀπαντῶ: Ὄχι καί ἰδού διατί. Τόσον βαθειά εἶναι ριζωμένος ὁ κόσμος αὐτός, ἡ φωνή αὐτή μέσα μας, ὥστε τόσαι ἀδικίαι τόσων αἰώνων, τόσων μεγάλων καί τρανῶν ἀνθρώπων δέν ἴσχυσαν νά πνίξουν τήν πανανθρωπίνην αὐτήν φωνήν τοῦ ἐσωτερικοῦ μας κόσμου, τήν φωνήν τῆς συνειδήσεως, ἀλλά ἐξακολουθοῦμεν νά ἐπιμένωμεν, ὃτι ὁ δίκαιος πρέπει νά ἀμείβεται καί ὁ κακός πρέπει νά τιμωρῆται. Ἀλλά ἐξακολουθεῖ νά ὑπάρχῃ καί ἡ ἐξωτερική πραγματικότης τῆς ἀδικίας. Πόσοι δίκαιοι δέν ἐκρεμάσθησαν ὃπως ὁ Ἴησοῦς; Πόσοι κακοί δέν καλοπερνοῦν! Τί πρέπει νά γίνῃ διά νά εἴμεθα σύμφωνοι μέ τό βάθος μας, μέ τόν ἑαυτόν μας, μέ τήν λογικήν; Ἰδού! Εἶναι δίκαιον, λογικόν ὁ δίκαιος ὁ ὁποῖος ἠδικήθη ἐδῶ καί ὁ ἄδικος ὁ ὁποῖος δέν ἐτιμωρήθη ἐδῶ, ὃπως καί ὃσον ἔπρεπε, νά εὓρουν ὁ μέν δίκαιος τήν ἀμοιβήν, ὁ δέ ἄδικος τήν τιμωρίαν κάπου ἀλλοῦ ἤτοι εἰς τήν ἄλλην ζωήν. Εἶναι ἄδικον, ἐάν τά πράγματα δέν τεθοῦν εἰς τήν θέσιν των. Ὥστε ἡ μή ὓπαρξης τῆς μελλούσης ζωῆς, ἀμοιβῆς καί τιμωρίας ἤτοι Κολάσεως καί Παραδείσου ἀντίκειται εἰς τήν ἐσωτάτην φύσιν τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι ἀδικία! Ἑπομένως ἐκεῖνο τό ὁποῖον λέγουσι μερικοί, ὃτι «ἐδῶ εἶναι ἡ κόλασις καί ὁ παράδεισος» διότι ἐδῶ καλοπερνοῦν καί κακοπερνοῦν οἱ ἄνθρωποι, εἶναι ψευδές. Ἐδῶ ἡ κόλασις καί ὁ παράδεισος εἶναι μπερδεμένα, διότι πολλοί οἱ ὁποῖοι πρέπει νά εἶναι εἰς τήν κόλασιν εἶναι εἰς τόν παράδεισον καί ἄλλοι οἱ ὁποῖοι πρέπει νά εἶναι εἰς τόν παράδεισον εἶναι εἰς τήν κόλασιν. Πρέπει νά ξεμπερδευτοῦν. Τοῦτο θά γίνη εἰς τήν ἄλλην ζωήν.

Πλήν τούτου. Σκεφθῆτε σοβαρά, ὃτι ὁ θάνατος εἶναι τό τελικόν τέρμα ὃλων, ὥστε ἄν λάβωμεν μιά ζυγαριά καί θέσωμεν εἰς τόν ἓνα δίσκον ὃλας τάς χαράς τοῦ κόσμου καί εἰς τόν ἄλλον δίσκον τόν θάνατον, ἀσφαλῶς βαρύτερος εἶναι ὁ θάνατος.

Ό Pascal ἔχει ἐπί τοῦ προκειμένου μίαν πολύ σοφήν σκέψιν, τήν ἑξῆς: «Ἄς ὑποθέσωμεν, λέγει, ὃτι ἒλυσα ὃλα τοῦ κόσμου τά προβλήματα, φιλοσοφικά, ἀστρονομικά, μαθηματικά, γεωλογικά, ἱστορικά κ.λ.π. δέν ἔλυσα ὃμως τό πρόβλημα τοῦ θανάτου και τώρα ἀποθνήσκω, θά δυνηθοῦν ἐκεῖνα τά λυθέντα προβλήματα νά θερμάνουν τήν παγωνιά τοῦ ἄλυτου προβλήματος τοῦ βασάνου, κατά τήν ὥραν τοῦ θανάτου μου; Ὄχι ἀσφαλῶς. Kαί ἀντιστρόφως. Οὐδέν ἔλυσα ἐκ τῶν κοσμικῶν καί ἐπιστημονικῶν προβλημάτων, ἔλυσα ὃμως τό τοῦ θανάτου πρόβλημα θετικῶς καί ἐπείσθην, ὃτι ὑπάρχει μέλλουσα μακαριότης καί ἀποθνήσκω, θά δυνηθῆ νά ψυχράνῃ ἡ ἂγνοια τῶν ἀλύτων ἐκείνων προβλημάτων τήν γνῶσιν τοῡ προβλήματος τοῦ θανάτου; Ὄχι. Ἂρα; Πρέπει νά λύσωμεν τό πρόβλημα τῆς πέραν τοῦ τάφου ζωῆς. Τοῦτο θά λυθῆ, ἂν πιστεύσωμεν εἰς τήν ὓπαρξιν τῆς ἄλλης ζωῆς. Ὅ,τι θεωρεῖ λοιπόν ἡ λογική ὡς ἀπαραίτητον, τό λέγει ὁ Κύριος ρητῶς, ὡς εἲδομεν εἰς τήν διήγησιν τῆς μελλούσης Κρίσεως. Πολλοί πιστεύουν ὃτι ὑπάρχει, άλλά ἀγνοοῦν εἰς τί θά ἀπολογηθοῦν. Ἲδωμεν.



Β) Ἡ μέλλουσα Κρίσις. Ὥστε ἀπό λογικῆς ἀπόψεως πρέπει νά ὑπάρχῃ μέλλουσα ἀποκατάστασις τῶν ἀδικιῶν τοῦ κόσμου, ἀπό χριστιανικῆς δέ ἀπόψεως ὑπάρχει. Πῶς θά κριθῶμεν τότε; Κρίσις ὑπάρχει καί ἐδῶ. Καί ἡμεῖς οἱ ἄνθρωποι κρίνομεν. Ἤτοι θέτομεν ἄλλους ἐκ δεξιῶν μας, ἄλλους ἐξ ἀριστερῶν μας. Ὡς βάσις τῆς κρίσεως λαμβάνονται διάφορα χαρίσματα τοῦ κόσμου, ὀμορφιά, φωνή, πλοῦτος, γνώσεις, καλλιτεχνία. Ἢτοι ἐκ δεξιῶν τίθεται ὑπό τήν εὒνοιάν μας ὁ ἐμφανίσιμος κατά τήν μορφήν ἤ τήν ἐνδυμασίαν, εἰς τά ἀριστερά μας ὑπό δυσμένειαν τίθεται ὁ ἐκ φύσεως μή ἐμφανίσιμος κατά τήν μορφήν καί ἐξ’ οἰκονομικῆς ἀνεχείας μή εὐπαρουσίαστος κατά τήν ἐνδυμασίαν, εἰς τά δεξιά μας τίθεται ὑπό τήν εὒνοιάν μας ὁ ἐμφανίσιμος κατά την μορφήν ἢ ἒχων ἐκ φύσεως μελῳδικήν ψαλμῳδίαν καί ἀπαγγελίαν, ἐξ εὐωνύμων ὁ ἠδικημενος εἰς τά τοιαῦτα. Ὑπό θαυμασμόν ἔχομεν τόν μεγάλον ἐπιστήμονα καί καλλιτέχνην, ὑπό περιφρόνησιν δέ τόν μή πεπροικισμένον ὑπό τοιούτων χαρισμάτων. Ὑπό ἐκτιμησίν μας εἰς τά δεξιά μας ὑπάρχουν οἱ θεραπεύοντες τόν ὑλικόν ἤ πνευματικόν ἐγωισμόν μας, εἰς τά ἀριστερά μας ὑπό τήν δυσμένειαν μας οἱ θίγοντες ἡμᾶς ὑλικῶς ἤ ἠθικῶς. Ἰδού πῶς κρίνομεν, πῶς χωρίζομεν ἡμεῖς τά πράγματα.

Δέν θέλω νά περιφρονήσω ὃλας τάς ἀξίας αὐτάς. Ἀρκεταί ἐξ αὐτῶν εἶναι χαρίσματα τοῦ θεοῦ καί εἶναι ἂξια πάσης προσοχῆς. Ἐν τούτοις ὡς βάσις κατά τήν μέλλουσαν Κρίσιν θά ληφθῆ κάτι, τό ὁποῑον δύναται νά ὑπάρχῃ εἰς ὃλους καί ὂχι εἰς ὀλίγους. Ἡ ὡραία μορφή καί φωνή, ἡ εὐφυΐα, ὁ πλοῦτος κ.λ.π. εἶναι εἰς μερικούς ἀνθρώπους καί πρόσκαιρα. Ποῖον εἶναι τό κοινόν ἀγαθόν, τό ὁποῖον θά μείνῃ αἰώνιον; Εἶναι ἡ πρός τόν ἄλλον βοήθεια. Αὐτή ἡ ἀξία δύναται νά ὑπάρχῃ εἰς ὃλους. Ὅλοι μποροῦμε νά γίνωμεν καλοί ἄνθρωποι. Ὅλοι δέν μποροῦμε νά γίνωμεν ἐπιστήμονες, ψάλται κ.τ.λ. . Ἑπομένως κατά τόν μεγάλον ἐκεῖνον χωρισμόν θά κριθῶμεν ἐπί τῆ βάσει ὂχι τῶν χαρισμάτων τοῦ Θεοῦ ἀλλά τῆς ἰδικῆς μας διαθέσεως καί ἐργασίας.Ὄχι δηλαδή ἄν, εἶχες σπίτια καί ἀνάκτορα θά τεθῆς εἰς τά δεξιά τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ἄν ἐφιλοξένησες. Ὄχι ἄν εἶχες ρευστόν χρῆμα, ἄλλα ἄν μέ αὐτό ἐνέδυσες τό ὀρφανόν. Ὄχι ἄν ἦσο ἐλεύθερος, ἄλλα ἄν ἐπεσκέπτεσο τούς φυλακισμένους. Ὄχι ἄν ἦσο ὑγιής καί εὔρωστος, ἄλλα ἄν ἐπεσκέπτεσο τούς ἀσθενεῖς. Ὄχι ἄν ἐφοροῦσες πολυτελῆ ἐνδύματα, ἄλλα ἄν ἐνέδυες τόν γυμνόν. Ὄχι ἄν εἶχες φίλους καί φίλας, ἄλλα ἄν ἐφιλοξένεις τούς ξένους. Ὄχι ἄν κατήγεσο ἀπό οἰκογένειαν μεγάλην καί τρανήν καί ἐκαυχᾶσο δι’ αὐτήν, ἀλλά ἄν συνεπάθης τήν χήραν καί τό ὀρφανό, oἱ ὁποῖοι δέν ἔχουν ὂχι οἰκογένειαν, ἄλλα οὔτε σύζυγον καί πατέρα.

Γενικῶς δέ οἱ ἄνθρωποι θά χωρισθοῦν ἐκεῖ εἰς ἀνθρώπους καί παληανθρώπους. Πόσον σοφός, δίκαιος, συγκινητικός καί ὠφέλιμος εἶναι ὁ χωρισμός ἐκεῖνος! Ἄς φροντίσωμεν νά γίνωμεν καλοί ἄνθρωποι.
 Τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ (Ματθ 25, 31-46) Μητροπολίτης Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας Ἰωὴλ
«Ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων ἐμοὶ ἐποιήσατε»

Στὶς παραβολὲς ποὺ χρησιμοποιοῦσε ὁ Κύριος, ἔλεγε τὴ φράση ‹‹ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν›› (Ματθ. 22,2), δηλ. Παρομοιάζεται ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν μὲ δέκα παρθένες, μὲ πολύτιμο μαργαρίτη, μὲ ἀγρὸ ἢ μὲ χαμένη δραχμὴ κ. ἄ. Στὸ σημερινὸ ὅμως Εὐαγγέλιο δὲν ὁμιλεῖ παραβολικά, ἀλλὰ ἀποκαλύπτει μιὰ κατάσταση πραγματικὴ καὶ δείχνει ἀποκαλυμμένο τὸν ἑαυτό Του, γι’ αὐτὸ καὶ λέγει ‹‹ὅταν ἔλθη ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ› (25,31), ποὺ σημαίνει πὼς ἡ περικοπὴ ἐκφράζει πλήρως τὴν ἀλήθεια γιὰ τὴν τελικὴ Κρίση τῶν ἀνθρώπων.


Τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ ἐλεημοσύνη τῶν ἀνθρώπων

Μία ἰδιότητα τοῦ Θεοῦ εἶναι τὸ ἔλεός Του. Μᾶς καταδιώκει συνεχῶς τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ἐπίσης ὁ ἄνθρωπος, ὁ πλασμένος κατ’ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ἔχει πολλὰ κοινὰ σημεῖα μὲ τὸ Δημιουργό του, ἀλλὰ κατ’ ἐξοχὴν ἡ ἰδιότητα τῆς ἐλεημοσύνης καὶ τῆς εὐεργεσίας τοῦ πλησίον εἶναι ἐκείνη ποὺ τὸν κάνει νὰ πλησιάζει τὸν Κύριο. Ὁ Χριστὸς διῆγε τὴ ζωὴ Του κάνοντας διαρκῶς εὐεργεσίες στοὺς ἄλλους καὶ ‹‹ἰᾶτο πάντας›› (Λουκ. 6,19). Ἀκόμη καὶ τὸν ἑαυτὸ Του ἔδωσε ‹‹λύτρον ἀντὶ πολλῶν›› (Μάρκ. 10,45), ὡς δεῖγμα καὶ καρπὸ τῆς μεγάλης Του ἀγάπης πρὸς τὸν ἄνθρωπο. Οἱ φτωχοὶ ἀδελφοί μας, εἴτε εἶναι πεινασμένοι εἴτε ἄρρωστοι καὶ ἐνδεεῖς, εἶναι ἀδέλφια τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ τὸν ἔχουν ‹‹ἐνδυθεῖ››, ‹‹κατὰ τὸν ἔσω ἀνθρωπον››, σύμφωνα μὲ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο τὸ Θεολόγο. Ἔχουν τὸ ἴδιο βάπτισμα μέ μᾶς, μετέχουν στὴν ἴδια χάρη, ὑπακούουν στοὺς ἴδιους νόμους τοῦ Θεοῦ, μετέχουν στὴν ἴδια θεία Εὐχαριστία κι ἔχουν τὶς ἴδιες μὲ μᾶς ἐλπίδες. Πολὺ ὡραῖα τὸ τονίζει αὐτὸ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ‹‹ἀδελφὸν γὰρ τὸ βάπτισμα ἐργάζεται καὶ ἡ τῶν θείων μηστηρίων κοινωνία››. Ἡ ἐλεήμων καρδία κάνει τὸν ἄνθρωπο κληρονόμο τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ κι ὄχι τόσο τὰ μεγάλα χαρίσματα, ὅπως π.χ. τὰ θαύματα, τὸ προορατικὸ χάρισμα, ἡ μεγάλη σοφία τοῦ νοῦ κ.λ.π.

Ἕνας μεγάλος ἀσκητὴς τῆς ἐρήμου, ὁ Ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος, περιγράφει πῶς πρέπει νὰ εἶναι μία ἐλεήμων καρδιά, δηλ. πῶς γίνεται ὁ ἄνθρωπος φιλάνθρωπος. Ὀφείλει νὰ καίγεται ἡ καρδιά του ἀπὸ ἀγάπη γιὰ ὅλη τὴν κτίση. Νὰ ἀγωνιᾶ ὑπὲρ τῶν ἀνθρώπων, ὑπὲρ τῶν ὀρνέων, ὑπὲρ τῶν ζώων, ἀκόμη καὶ ὑπὲρ τῶν δαιμόνων, ἂν εἶναι δυνατόν. Στὸν ἄνθρωπο ποὺ εἶχε τέτοια καρδιά, τὰ δάκρυα εἶναι ἀσταμάτητα. Δὲν μπορεῖ ν’ ἀκούσει δυστυχία ἢ νὰ δεῖ κάποια βλάβη καὶ νὰ μὴ συγκλονισθεῖ, νὰ μὴ δακρύσει. Προσεύχεται μὲ δάκρυα καὶ ὑπὲρ τῶν ἐχθρῶν του ἀκόμη καὶ ὑπὲρ τῆς φύσεως. Ὅλοι κι ὅλα νὰ ἐλεηθοῦν ἀπ’τὸ Θεό. Βλέπουμε, λοιπόν, πὼς ἕνα δάκρυ μπορεῖ νὰ μᾶς δώσει τὴν εὐκαιρία νὰ κάνουμε δική μας τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ.


Πῶς ἐκδηλώνεται ἡ ἀγάπη μας πρὸς τοὺς ἄλλους;

Ἕνας ἀοίδιμος Ἐπίσκοπος, ὁ Κοζάνης Διονύσιος, γράφει πὼς ἁπλὰ περιστατικὰ τῆς καθημερινῆς ζωῆς μας θὰ μᾶς κρίνουν. Ὄχι σοφία, ὄχι πολιτικὴ ἐξουσία καὶ δύναμη, ὄχι ὑλικὸς πλοῦτος καὶ χρήματα, ὄχι σωματικὴ ρώμη καὶ ὡραιότητα. Δὲν εἶναι αὐτὰ ποὺ ἔχουν ἀξία ἐκείνη τὴν ἡμέρα τῆς Κρίσεως ἀλλὰ γεγονότα ἁπλά, ὅπως τὰ βλέπουμε στὴν καθημερινὴ ζωή. Ἕνα πιάτο φαγητοῦ, μιὰ οἰκονομικὴ ἐνίσχυση στὸν ἄλλο, μία συμπαράσταση σὲ κεῖνον ποὺ περνάει δύσκολες ὧρες, μία ἁπλὴ ἐπίσκεψη στὸν πονεμένο. Ὅλα αὐτὰ γίνονται μὲ ἀθόρυβο τρόπο, χωρὶς τυμπανοκρουσίες καὶ δημοσιεύσεις. Ὁ χριστιανὸς ποὺ πιστεύει καὶ ἐνεργεῖ τὴν πίστη του, ἀποφεύγει τὶς θεαματικὲς ἐκδηλώσεις κι ἐκείνους τοὺς πομπώδεις τρόπους μὲ τοὺς ὁποίους μᾶς ἔχει συνηθίσει ἡ ἐποχή μας. Τὸ μοναδικὸ πράγμα ποὺ θὰ πάρουμε στὴν ἄλλη ζωὴ εἶναι ἡ ἐλεημοσύνη, ἡ ὁποία γίνεται συνήγορος γιὰ μᾶς στὸ Θεό.

Τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο ἀπευθύνεται σ’ ὅλους ἐμᾶς ποὺ τιμᾶμε τὴν εἰκόνα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ λησμονοῦμε νὰ τιμήσουμε τὴν ἔμψυχη εἰκόνα Του ποὺ εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Ἂς ἀκούσουμε τὸν Ἅγιο Γρηγόριο τὸ Θεολόγο ποὺ μᾶς προτρέπει: ‹‹Πλούτισον μὴ περιουσίαν μόνον, ἀλλὰ καὶ εὐσέβειαν...››, δηλ. ἄς πλουτίσουμε ὄχι μόνον σὲ ὑλικὰ ἀγαθά, ἀλλὰ καὶ σὲ εὐσέβεια. Ἄς γίνουμε ἐμεῖς στὸν κάθε πτωχὸ ποὺ θὰ συναντήσουμε ὅ,τι εἶναι ὁ Θεὸς γιὰ ὅλους μας, γιὰ νὰ βροῦμε κι ἐμεῖς ἔλεος.
 Ἀγάπη: Τὸ κριτήριο τοῦ Θεοῦ (Ματθ. 25, 31- 46)


Ἕνα ἀναπόφευκτο γεγονός, ποὺ θὰ τερματίσει τὴν ἱστορία τοῦ κόσμου καὶ θὰ σφραγίσει τὴν προσωπική μας ζωή, παρουσιάζει ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ παραβολὴ τῆς μέλλουσας κρίσης, «ὅταν ἔλθῃ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου». Ὅσο τολμηρὸ καὶ παράδοξο κι ἂν ἀκούγεται, ὁ Χριστὸς δὲν θὰ ξαναέρθει, ἀφοῦ ἤδη εἶναι πανταχοῦ παρὼν στὴ συμπαντικὴ πραγματικότητα καὶ τὴν ἱστορία τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Χριστὸς δὲν ἔφυγε ποτὲ ἀπὸ τὴ ζωή μας, «ἰδοὺ ἐγὼ μεθ' ὑμῶν εἰμί πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος» (Ματθ. 28,22). Κάποτε, στὸν ἐπίλογο τῆς ζωῆς τοῦ κόσμου, ἁπλῶς θὰ φανερωθεῖ, καὶ θὰ λάμψει αὐτὸ ποὺ τώρα δὲν βλέπουμε, καὶ ὅμως ὑπάρχει, ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ δόξα Του. Τότε τὰ σκηνικά του κόσμου καὶ τὰ παρασκήνια τῆς ἱστορίας θὰ πέσουν καὶ ἡ ζωὴ τοῦ κάθε ἄνθρωπου θὰ κριθεῖ.


Ἀγάπη στὸν ἄνθρωπο, τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ

Δυστυχῶς στὴ σκέψη πολλῶν ἀνθρώπων τὸ προφητικὸ βάθος τῆς παραβολῆς τῆς μέλλουσας κρίσης διαστρέφεται ἐπικίνδυνα, κάθε φορὰ ποὺ τὴν ἀντιλαμβάνονται μὲ ἕναν τρόπο ποὺ πανικοβάλλει καὶ τρομοκρατεῖ μὲ ἀπειλές, καταδίκες καὶ τιμωρίες. Ὅμως ὁ Θεὸς δὲν τιμωρεῖ, ἀλλὰ ὁ ἄνθρωπος αὐτοτιμωρεῖται μὲ τὶς ἐπιλογές του καὶ τὶς συμπεριφορές του, ὅπως ὑπαινίσσεται ὁ Χριστός, ὅταν λέει «καθὼς ἀκούω κρίνω, καὶ ἡ κρίσις ἡ ἐμὴ δικαία ἐστὶν» (Ἰω. 5,30). Ὁ Χριστὸς ἀκούει καὶ ἀποδέχεται τὴ δική μας ἀπόφαση. Ἀπὸ τὴ δική μας τοποθέτηση ἐξαρτᾶται ἡ κρίση Του. Κάθε φορὰ ποὺ ἀρνούμαστε τὴν ἀγάπη γιὰ τὸν ἐμπερίστατο ἄνθρωπο ἀρνούμαστε τὸν ἴδιο τὸν Θεό. Γι' αὐτό, ἂν ἀδιαφορήσουμε καὶ δὲν ἀγαπήσουμε τὸν συνάνθρωπο, τότε θὰ κριθοῦμε ἀπὸ τὸν Υἱὸ τοῦ ἀνθρώπου.

Ἡ ἀγάπη, λοιπόν, γίνεται τὸ ἀπόλυτο καὶ διαχρονικὸ μέτρο τοῦ Θεοῦ, ποὺ μᾶς ζυγίζει. Ἀποτελεῖ τὸ ἀδιαμφισβήτητο κριτήριο τῆς κρίσεώς Του. Ὁ ἄνθρωπος δὲν ἔχει ἄλλον ἀσφαλῆ τρόπο καὶ δρόμο, γιὰ νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὸν Θεὸ καὶ νὰ ζήσει τὴν ὑπαρξιακή του εὐτυχία (αὐτὸ ποὺ λέμε σωτηρία), παρὰ μόνο τὴν ἔμπρακτη ἀγάπη στὸν ἄλλον ἄνθρωπο. Ἐδῶ σημασία δὲν ἔχει τὸ ποιὸς εἶναι ὁ πλησίον, ἀλλὰ τὸ πῶς θὰ σταθοῦμε ἐμεῖς «πλησίον», δηλαδή, κοντὰ στὸν ἄλλο.

Ὁ ὅσιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος τονίζει ὅτι «ὅταν φθάνουμε στὴν ἀγάπη, φθάνουμε στὸν Θεὸ καὶ ὁ δρόμος τοῦ ἀγώνα μας τελειώνει». Ὁ Χριστὸς ταυτίζεται μὲ τοὺς ταλαιπωρημένους, τοὺς θλιμμένους, τοὺς καταφρονημένους. Μᾶς ζητᾶ νὰ τὸν ἀνακαλύψουμε καὶ νὰ τὸν συναντήσουμε μέσα ἀπὸ τὴν ἀγάπη μας γιὰ αὐτούς. Ὅταν πάσχει ὁ ἄνθρωπος, συμπάσχει μαζί του καὶ ὁ Θεός. Γι' αὐτὸ ἡ ἔμπρακτη ἀγάπη γιὰ τὸν πάσχοντα ἄνθρωπο ἀποδεικνύει μὲ τρόπο ἁπτὸ καὶ χειροπιαστὸ τὴν πίστη καὶ τὴν ἀγάπη μας γιὰ τὸν Θεό.



Ἡ ἀγάπη ὡς διακονία

«Καὶ οὐ διηκονήσαμέν σοι»; Ἂν ἡ ἀγάπη δὲν διακονεῖ, τότε δὲν εἶναι γνήσια καὶ ξεπέφτει. Ἡ διακονία εἶναι κορυφαῖος τρόπος χριστιανικῆς παρουσίας καὶ μαρτυρίας. Εἶναι θυσία χωρὶς ὑπολογισμό, ἡ ὁποία θεραπεύει ὅ,τι πονάει τὸν ὅλο ἄνθρωπο. Ὁ πεινασμένος, ὁ διψασμένος, ὁ γυμνός, ὁ ξένος, ὁ φυλακισμένος, ὁ ἄρρωστος εἶναι καταστάσεις ζωῆς ποὺ μαστίζουν τὸν ἄνθρωπο ὡς πρόσωπο καὶ ὡς κοινωνία. Ὁ διάβολος, ἡ ἁμαρτία καὶ ἡ φθορὰ δημιουργοῦν συνεχῶς ἀναρίθμητες ἑστίες καὶ πλέγματα ἀνάγκης ποὺ μᾶς κυκλώνουν. Ἀσθένειες, δυστυχία, θεομηνίες, πείνα, ἐγκληματικότητα, περιφρόνηση, μοναξιά, ἐγκατάλειψη, ἐκμετάλλευση, μετανάστευση, ἀδικία, ἀνεργία, εἶναι ὁ χῶρος τῆς ἀνάγκης καὶ τῆς ἀδυναμίας τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι καταστάσεις ὕπαρξης τῶν ἐλαχίστων ἀδελφῶν τοῦ Χριστοῦ.

Γεννιέται ὅμως ἕνα ἐρώτημα, Πῶς τοὺς ἀντιμετωπίζουμε; Οἱ πιὸ πολλοὶ ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς προσπερνᾶμε ἀδιάφορα ἤ τοὺς «προσφέρουμε» ἁπλῶς τὸν οἶκτο μας. Περιορίζουμε καὶ ἐξαντλοῦμε τὸ νόημα τῆς παραβολῆς στὸ καθῆκον τῆς ἐλεημοσύνης. Δὲν μποροῦμε νὰ ὑπερνικήσουμε τὸ φόβο καὶ τὴν ἀνασφάλεια ποὺ γεννᾶ μέσα μας ἡ ἀνωνυμία τοῦ ἀγνώστου συνανθρώπου μας, τοῦ πρόσφυγα καὶ τοῦ λαθρομετανάστη, τοῦ ἀποξενωμένου καὶ ἐγκαταλελειμμένου. Εἴμαστε τραγικὰ ἀνίκανοι νὰ κατέβουμε στὸν «ἅδη τῆς ζωῆς του», ὥστε νὰ τὸν βοηθήσουμε καὶ νὰ τὸν ἀναστήσουμε στὴ ζωὴ τῆς ἀγάπης, κατὰ τὸ παράδειγμα τῆς καθόδου τοῦ Χριστοῦ στὸν ἅδη.

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ἀναφέρει ὅτι «δὲν μπορῶ νὰ πιστέψω γιὰ ἕναν ἄνθρωπο ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ σωθεῖ, ἂν δὲν κοπιάσει γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ διπλανοῦ του». Ἂς μὴν ξεχνᾶμε ὅτι ὁ διπλανός, ὁ κάθε ἐλάχιστος ἀδελφός τοῦ Χριστοῦ, δὲν πεινάει καὶ διψάει μόνο γιὰ ψωμὶ καὶ νερό, ἀλλὰ γιὰ ἀλήθεια, ἀγάπη καὶ σωτηρία. Ἀμήν.
 Τῆς Μελλούσης Κρίσεως (Ματθ. 25, 31-46) Anthony Bloom


Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Σήμερα, στὴν διαδικασία τῆς προετοιμασίας γιὰ τὴν Σαρακοστή, φθάσαμε στὸ τελευταῖο στάδιο: ἐρχόμαστε ἀντιμέτωποι μὲ τὴν κρίση. Ἂν δώσουμε προσοχὴ σ’ αὐτό, προετοιμαζόμαστε πνευματικὰ γιὰ τὴν ἑπόμενη ἑβδομάδα (ἡ πνευματική μας κατεύθυνση θάναι στὸ χέρι μας), γιατί τὴν ἑπόμενη ἑβδομάδα εἶναι ἡ ἡμέρα τῆς Συγχώρησης.

Ἡ σύνδεση μεταξὺ τῶν δύο ἡμερῶν εἶναι προφανής. Καὶ μόνο ἂν μποροῦμε νὰ ἔχουμε τὴν συναίσθηση ὅ,τι ὅλοι μας κι ὁ καθένας χωριστὰ θὰ βρεθοῦμε μπροστὰ στὴν κρίση τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν κρίση τοῦ ἀνθρώπου, ἂν μποροῦμε νὰ θυμηθοῦμε καὶ νὰ συνειδητοποιήσουμε σ’ ὅλο του τὸ βάθος, μ’ ἀνοιχτὴ τὴν καρδιά, στὰ σοβαρά, πόσο εἴμαστε, ὅλοι μας, ὑπόχρεοι ὁ ἕνας στὸν ἄλλο, ἔχουμε ὅλοι εὐθύνη ἀπέναντι στὸν ἄλλο γιὰ κάποιο πόνο καὶ βάρος τῆς ζωῆς, τότε θὰ μᾶς φανεῖ εὔκολο, ὅταν μᾶς ζητιέται νὰ συγχωρήσουμε, ὄχι μόνο νὰ συγχωρήσουμε, ἀλλὰ σὰν ἀπάντηση σ’ αὐτὸ τὸ αἴτημα, νὰ ζητήσουμε νὰ συγχωρηθοῦμε.

Δὲν εἶναι μόνο γιὰ ὅ,τι ἔχουμε κάνει, ἀλλὰ καὶ γιὰ ὅσα δὲν κάναμε, ἀπ’ αὐτὴ τὴν ἔλλειψη εὐαισθησίας τῆς ὑπευθυνότητάς μας, ἀπ ὅλα ὅσα θὰ μπορούσαμε νὰ εἴμαστε γιὰ τοὺς ἄλλους, νὰ κάνουμε γιὰ τοὺς ἄλλους, γιατί δὲν ἐκπληρώνουμε τὴν ἀνθρώπινη κλίση μας. Μποροῦμε καὶ πρέπει σ’ ὅλα τὰ ἐπίπεδα καὶ γιὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους κι ἀκόμα παραπέρα γιὰ ὅλο τὸν κόσμο ποὺ εἶναι δικός μας, νὰ εἴμαστε μία εὐλογία καὶ μία ἀποκάλυψη γιὰ τὰ μεγάλα, γιὰ πράγματα τόσο μεγάλα καὶ τόσο βαθιά, ποὺ οἱ ἄνθρωποι, ἐμεῖς πρῶτ’ ἀπ ὅλα, νὰ μποροῦμε νὰ συνειδητοποιοῦμε ὅτι εἴμαστε στὴν κλίμακα τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ, ὅτι ἡ κλίση μας εἶναι ὄχι μόνο ἠθική, ἀλλὰ τόσο μεγάλη ὅσο κι ὁ Θεός. Ἕνας μυστικιστὴς Γερμανὸς λέει σ’ ἕνα ἀπ’ τὰ ποήματά του «εἶμαι τόσο μεγάλος ὅπως ὁ Θεός, ὁ Θεὸς εἶναι τόσο μικρὸς ὅσο ἐγώ.»

Ἂν μποροῦμε νὰ θυμόμαστε μόνο αὐτὸ, κι αὐτὸ εἶναι ὅτι ἡ κρίση δὲν εἶναι μία στιγμὴ μόνο, τὴ στιγμὴ ποὺ θὰ ἔρθουμε ἀπέναντι στὸν φόβο τῆς καταδίκης· αὐτὸ εἶναι κατὰ τὴν ἀπόλυτη ἔννοια τῆς κρίσης κάτι μεγάλο καὶ ἐμπνευσμένο. Δὲν θὰ κριθοῦμε μὲ βάση τὰ ἀνθρώπινα πρότυπα συμπεριφορᾶς καὶ κοσμιότητα. Θὰ κριθοῦμε σύμφωνα μὲ δεδομένα πέραν τῆς συνηθισμένης ἀνθρώπινης ζωῆς. Θὰ κριθοῦμε στὴν ζυγαριὰ τοῦ Θεοῦ, κι ἡ ζυγαριὰ τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ἀγάπη, ὄχι ἡ ἀγάπη ποὺ νιώσαμε, ἡ συναισθηματική, ἀλλὰ ἡ ἀγάπη ποὺ ζήσαμε καὶ ἐκπληρώσαμε. Τὸ γεγονὸς ὅτι θὰ κριθοῦμε, ὅτι πράγματι κρινόμαστε συνέχεια, μ’ ὅλους τοὺς τρόπους, πέρα ἀπ’ τὰ μικρότερα πρέπει μας, θὰ μποροῦσε νὰ μᾶς ἀποκαλύψει τὸ ἐν δυνάμει μεγαλεῖο μας. Κι ἡ παραβολὴ ποὺ διαβάζουμε σήμερα, μπορεῖ νὰ εἰδωθεῖ ἀπὸ τόσες σκοπιές: οἱ ἄνθρωποι κρίνονται ἀπὸ τὸν Χριστό, στὴν παραβολή Του, μὲ βάση τὴν ἀνθρωπιά τους. Ὑπῆρξαν αὐτοὶ ἄνθρωποι ἢ ὄχι; Ἤξεραν πῶς ν’ ἀγαποῦν, πρῶτα μὲς τὴν καρδιά τους, ἀλλὰ καὶ μὲ πράξεις, στὸ βάθος τῶν πράξεων, γιατί ὅπως ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τὸ θέτει, ὅποιος λέει, ὅτι ἀγαπᾶ τὸν Θεὸ καὶ δὲν ἀγαπᾶ τὸν διπλανό του ἐνεργά, δημιουργικά, εἶναι ἕνας ψεύτης. Καὶ δὲν εἶναι ἀγάπη Θεοῦ, ἂν δὲν ἐκφράζεται σὲ κάθε λεπτομέρεια τῆς σχέσης μὲ τοὺς ἀνθρώπους συνολικὰ, ἀλλὰ καὶ μὲ κάθε πρόσωπο ξεχωριστά.

Κι ἐπίσης, ἂς προετοιμαστοῦμε αὐτὴ τὴν ἑβδομάδα γιὰ τὸ τελευταῖο στάδιο τῆς πορείας ρωτώντας τοὺς ἑαυτούς μας ἐμπρὸς σ’ αὐτὴ τὴν θεία κρίση «εἶμαι ἄνθρωπος; Εἶμαι ἄνθρωπος μέσα μου, στὴν συμπεριφορά μου- ὄχι γενικὰ στὴν στάση μου, ἀλλὰ στοὺς τρόπους μου: εἶναι ἀνθρώπινοι οἱ τρόποι μου; Εἶναι ἡ ζωή μου μία ἔκφραση λεπτῆς, στοχαστικῆς, μὲ ὀξυδέρκεια καὶ δημιουργικότητα, καὶ κάποιες φορὲς γενναιόδωρης καὶ θυσιαστικῆς ἀγάπης; Σὰν ἀντικείμενο ἀγάπης στὸ τέστ αὐτῆς τῆς ἀγάπης, πρέπει νὰ ’ναι ὁ διπλανός μου· τὸ ν΄ ἀγαπᾶς τὸν Θεὸ ποὺ δὲν ζητᾶ τίποτα εἶναι τόσο εὔκολο.»

Κι ἂν στὴν διάρκεια αὐτῆς τῆς ἑβδομάδας βροῦμε ποῦ ἀνήκουμε, θὰ ἔχουμε βρεῖ καὶ τὶς ἀδυναμίες καὶ τὸ μεγαλεῖο τῆς κλίσης μας· ἀφοῦ εἰρηνεύσουμε μ’ ἐκείνους στοὺς ὁποίους ὀφείλουμε, ἔπειτα, ὅταν ἔρθει ἡ ὥρα τῆς συγχώρεσης, κι ὅταν κάποιος ἄλλος ἔχει ἀνακαλύψει τὸ δικό του χρέος πρὸς ἐμᾶς, θὰ μποροῦμε μὲ χαρὰ νὰ δώσουμε συγχώρεση κι εἰρήνη, μὲ αἴσθηση ὑπευθυνότητας καὶ μὲ μιὰ χαρὰ ποὺ χαρίζει ἡ μετάνοια.

Ἀμήν.

Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2014

 ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΠΟΚΡΕΩ (της Κρίσεως) Ευαγγέλιο : 25, 31-46 π.Γερασιμάγγελος Στανίτσας

ΠΩΣ ΚΡΙΝΟΝΤΑΙ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΣΤΗ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

          Εν ολίγοις

          Στην ωραία παραβολή της τελικής Κρίσης  που θα ακούσουμε στους ιερούς Ναούς μας ο Χριστός απαντά στο ερώτημα: ποιο είναι το μέτρο με το οποίο θα κριθούν οι άνθρωποι στο τέλος της ιστορίας. Και μας αποκαλύπτει ότι, επειδή ο Θεός είναι αγάπη χωρίς όρια αυτή θέτει και ως βασικό κριτήριο για να κρίνει τους ανθρώπους.

          Αυτό που δηλώνεται με σαφήνεια στο ευαγγελικό ανάγνωσμα είναι ότι η Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου θα γίνει, ενώ ο χρόνος της δεν δηλώνεται πουθενά. Σε άλλη περίπτωση, όταν ρωτήθηκε ο Χριστός σχετικά από τους μαθητές του, είχε απαντήσει, ότι ο χρόνος της Β΄ Παρουσίας είναι στη σκέψη του Θεού-Πατέρα. Αυτό είναι μία σαφής απάντηση σε όσους κατά καιρούς- ιδιαίτερα στους Μάρτυρες του Ιεχωβά- που προσπαθούν να ορίσουν συγκεκριμένη ημερομηνία.

          O Aπ. Παύλος στην ομιλία του στον Άρειο Πάγο ενώπιον των Αθηναίων, είχε βεβαιώσει, ότι «δεν παρέβλεψε τα χρόνια της άγνοιας, τώρα όμως απαιτεί από τους ανθρώπους σε κάθε τόπο να μετανοούν, γιατί καθόρισε μία μέρα που θα κρίνει την οικουμένη με δικαιοσύνη, μέσω ενός ανδρός που τον όρισε γι’ αυτό. Κι έδωσε βέβαια απόδειξη σε όλους, ότι αυτός θα είναι ο κριτής, ανασταίνοντάς τον από τους νεκρούς». (Πρ. 17,30-31)

          Με τον τρόπο αυτό ο Παύλος συνοψίζει την πίστη της Εκκλησίας για τη μέλλουσα κρίση του κόσμου από τον Ιησού Χριστό. Ως εκ τούτου καλούνται κατ’ αρχήν οι άνθρωποι να μετανοήσουν.

          Η αναγγελλόμενη Βασιλεία του Θεού και η κρίση του κόσμου είναι πραγματικότητα, η οποία νοηματοδοτεί την ύπαρξη του ανθρώπου και την ιστορία του. Η βεβαιότητα της Κρίσεως στηρίζεται στο γεγονός της Αναστάσεως του Χριστού από τους νεκρούς.

          Ο Απ. Παύλος αναφερόμενος στην τελική κρίση του κόσμου, λέγει ότι οι άνθρωποι «θα δώσουν λόγο σ’ Εκείνον που όπου να’ναι θα κρίνει ζωντανούς και νεκρούς» (Α΄ Πέτρ. 4,5). Σ’ αυτήν την τελική κρίση του κόσμου αναφέρεται ο Χριστός στο γνωστό ευαγγέλιο της Κρίσεως.

          Η παραβολή της τελικής Κρίσεως δεν μοιάζει με τις παραβολές που μέχρι τώρα έχουμε γνωρίσει, αλλά είναι διήγηση με ζωηρά παραβολικά στοιχεία. Ο Υιός του ανθρώπου θα έλθει με δόξα και μεγαλοπρέπεια, θα καθίσει στο θρόνο του συνοδευόμενος από τους αγίους Αγγέλους του και μπροστά του θα καθίσουν όλα τα έθνη.

          Η πρώτη εικόνα είναι παρμένη από την ποιμενική ζωή. Ο ποιμένας- Θεός, τα πρόβατα και τα ερίφια-οι άνθρωποι, ο Υιός του Ανθρώπου-ο Χριστός θα καθίσει στο θρόνο και θα τοποθετήσει δεξιά του τα πρόβατα και εξ ευωνύμων τα ερίφια.

          Οι εικόνες που περιγράφουν  την Κρίση είναι παρμένες από τη δικαστική ζωή (κριτές, αμοιβές, τιμωρίες) και βασιλική περιοχή (βασιλιάς, θρόνος, ακολουθία του).

          Θα πει στους άξιους: «Ελάτε οι ευλογημένοι από τον πατέρα μου να κληρονομήσετε τη βασιλεία που έχει ετοιμαστεί για σας».

          Θα πει και στους μη άξιους:  «Φύγετε από μπροστά μου καταραμένοι. Πηγαίνετε στην αιώνια φωτιά που έχει ετοιμαστεί για το διάβολο και τους δικούς του».

          Με ποιο κριτήριο γίνεται η Κρίση;

          Μέτρο και κριτήριο για όλους τους ανθρώπους θα είναι τελικά η α γ ά π η. Με αυτή θα κριθούν όλοι όσοι γνώρισαν το Χριστό και όσοι δεν τον γνώρισαν. Και η αγάπη αυτή θα δοκιμάζεται στα θέματα : της πείνας, της δίψας, της γυμνότητας, της προσφυγιάς, της αρρώστιας, της στέρησης της ελευθερίας- της φυλακής.

          Βέβαια ο καθένας  μας είναι ελεύθερος να επιλέξει τον τρόπο  που θα ζήσει. Ο τρόπος της ζωής του είναι εκείνος που κρίνει την ευτυχία ή τη δυστυχία του. Ο άνθρωπος υφίσταται τις συνέπειες των επιλογών του.

          Η λέξη «φωτιά» στη σημερινή ευαγγελική διήγηση σημαίνει την αιώνια δυστυχία  που θα νοιώθει κάποιος όταν από δικό του φταίξιμο χάσει για πάντα την σχέση του με τον Θεό. Από την άλλη πλευρά απολαμβάνει την ευτυχία που πηγάζει από τη συμμετοχή του στη ζωή του Θεού. Αυτός που τελικά αποφασίζει είναι ο ίδιος ο άνθρωπος (Ι. Δαμασκηνός).

          Οι εικόνες που χρησιμοποιεί ο Χριστός είναι συμβολικές και θέλουν να δείξουν τη μεγάλη ευτυχία ή τη δυστυχία που αισθάνεται ο άνθρωπος όταν είναι κοντά ή μακριά από το Θεό. Αυτό που τονίζεται στην περικοπή είναι ότι ο άνθρωπος θα κριθεί ανάλογα με το πώς έζησε και τι έκανε.

          Ο Θεός δεν «αμείβει» και δεν «τιμωρεί» κανέναν αφού όλους μας καλεί και μας θέλει κοντά του. Εμείς είμαστε που με τον τρόπο μας πλησιάζουμε ή απομακρυνόμαστε απ’ Αυτόν.

          Και πιο συγκεκριμένα στην παραβολή της Κρίσης φαίνεται ότι το κριτήριο που θα κριθούν οι άνθρωποι είναι η αγάπη που θα δείξουν έμπρακτα στους άλλους που ουσιαστικά απευθύνεται στον ίδιο το Χριστό. Χριστιανική αγάπη σημαίνει να ζω και να υπηρετώ τους άλλους ανθρώπους. Σ’ αυτό το επίπεδο κρίνεται η σχέση που έχουμε με το Θεό. Και οι Φαρισαίοι ήταν «καλοί» και «ηθικοί». Τους έλειπε όμως η αγάπη και η πλατιά καρδιά.

          Εκείνο που χρειάζεται είναι να συνειδητοποιήσουμε την προειδοποίηση του Χριστού για τη συντέλεια του κόσμου, όχι βέβαια για να φοβηθούμε, αλλά για να ζούμε εν μετανοία, γιατί μετά την Ανάσταση του Ιησού Χριστού προσεγγίζουμε προς τη εσχατολογική περίοδο. Το τέλος της ιστορίας και του κόσμου και η Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου πρέπει να μας προκαλεί χαρά και όχι φόβο, γιατί θα σημαίνει την αιώνια συνύπαρξη μας με τους Αγίους –φίλους του Θεού.  

Καλή Κυριακή

Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2014

 Κυριακή του Ασώτου π. Γεώργιος Παπαθεοδώρου

Επιστροφή-του-Ασώτου

ΚΥΡΙΑΚΉ ΤΟY AΣΩΤΟΥ
Πως τον έλεγαν τον άσωτο υιό; Ανώνυμο τον άφησε ο Κύριος. Γιατί; Για δύο λόγους. Ο ένας. Δεν θέλει να διαπομπεύσει τον άσωτο. Ήταν βέβαια άσωτος ο νέος. Είμαστε έτοιμοι να τον εντοπίσουμε. Κάποιος νέος ήταν νέος αντάρτης, νέος αυθάδης, νέος έξαλλος, νέος αναρχικός. Ίσως να θέλουμε και να τον λιθοβολήσουμε αυτό τον νέο, κάθε νέο, που έχει παραστρατήσει. Φανταστείτε εκατό ανθρώπους να σπρώχνουν ένα νέο αγόρι στον γκρεμό.  Μόλις φθάνουν στο χείλος, αντί να το λυπηθούν, αντί να κάνουν κάποια τελευταία προσπάθεια να τον συγκρατήσουν, αυτοί με όλη τους την δύναμη δίνουν μια σπρωξιά και το αγόρι πέφτει στον γκρεμό και τσακίζεται. Και αντί να συναισθανθούν αυτοί οι εκατό το έγκλημά τους, βλέπουν το αγόρι τσακισμένο και από πάνω το βρίζουν και του ρίχνουν πέτρες. Και ύστερα μερικοί αρχίζουν να  κλαίνε για το χάλι του νέου. Αυτή είναι η κοινωνία μας σήμερα. Όλες οι δυνάμεις του κακού σπρώχνουν τα  παιδιά και τους νέους στο γκρεμό της αμαρτίας, της διαφθοράς, της αποστασίας, με μια λέξι, της ασωτίας. Δυνάμεις με μαγικά και ηλεκτρονικά μέσα, άνθρωποι διαφθοράς   και εκμεταλλεύσεως, οδηγούν το νέο στο κατρακύλισμα. Και ύστερα του δίνουν την τελευταία σπρωξιά και τον ρίχνουν στο χάος. Είναι η σπρωξιά  της απιστίας. Και μετά, σαν να είναι αθώοι, κατηγορούν το νέο, τον πετροβολούν, τον διασύρουν, τον διαπομπεύουν. Και ορισμένοι  χύνουν και κροκοδείλια δάκρυα. Είναι ανάγκη να φωνάξουμε: δράστες και κακοποιοί, πάψτε να  κατηγορείτε  τα θύματα.  Θύματα   είναι οι νέοι, δράστες οι μεγάλοι. Το θύμα δεν θέλει διαπόμπευση, θέλει στοργή και αγάπη. Να λοιπόν, γιατί ο Θεός της αγάπης, ο Ιησούς Χριστός, δεν αναφέρει το όνομα του ασώτου υιού. Τον αφήνει ανώνυμο.  Ο άλλος λόγος της ανωνυμίας; Ο άσωτος δεν έχει μόνο ένα όνομα. Έχει πολλά ονόματα είναι ανώνυμος, και πολυώνυμος. Πόσα ονόματα  έχει;  Τόσα όσοι και οι άνθρωποι της γης. Άσωτος υιός είναι ο κάθε άνθρωπος. Ο άνθρωπος είναι υιός του Θεού Πατέρα. Κάποτε το παιδί έμενε μαζί με τον  Πατέρα στον παράδεισο. Αλλά έφυγε, ξεμυαλίστηκε, απομακρύνθηκε από την ζωή του Θεού. Για  τον άσωτο λέει η θαυμαστή παραβολή: «Και μετ’ ου πολλάς ημέρας συναγαγών άπαντα ο νεώτερος υιός απεδήμησεν εις χώρα μακράν και εκεί διεσκόρπισε την ουσίαν αυτού ζων ασώτως».   Αποδημία  από τον Θεό η ζωή μας στον κόσμο τούτο. Χώρα μακρά η ζωή της αμαρτίας. Μας απομακρύνει από τον Θεό. Σκορπίζουμε την ουσία μας, την περιουσία μας, υλικά, σωματικά και πνευματικά αγαθά. Άσωτος κάθε αμαρτωλός. Θέλεις να νιώσεις την παραβολή του ασώτου;  Ένας πνευματικός είχε στο γραφείο του το σκίτσο ενός αθλίου νέου, που ζούσε τρελά και έμοιαζε πολύ με τον άσωτο. Και από κάτω έγραφε:  «θέλεις να μάθεις ποιος είναι; Γύρνα πίσω». Γυρίζοντας το σκίτσο βρισκόσουν μπροστά σε ένα καθρέπτη. Και μέσα στον καθρέπτη έβλεπες, ποιόν άλλον; Τον εαυτό σου. Ναι η παραβολή του ασώτου είναι ο καθρέπτης μας. Μόνο αν αναγνωρίσουμε την μορφή μας στο πρόσωπο του ασώτου, μόνο αν βαπτίσουμε τον άσωτο με το δικό μας όνομα, μόνο τότε θα κατανοήσουμε το βάθος και το ύψος της παραβολής.
  Δύο τα μηνύματα της παραβολής του ασώτου για μας. Το ένα σαν αμαρτωλοί το ακούμε. Το άλλο το ακούμε σαν συναμαρτωλοί. Είμαστε αμαρτωλοί. Ο αμαρτωλός κινδυνεύει από πολλούς κινδύνους. Ο χειρότερος είναι η απελπισία. Αμάρτησες; Καλά ήταν μα μην αμαρτήσεις. Αλλά ποιος μπορεί να καυχηθεί, ότι δεν έχει αμαρτίες. Μην απελπίζεσαι. Μη αποκάμνεις, σήκω, και  για σένα σταυρώθηκε ο Ιησούς Χριστός. Η μετάνοια και  σένα περιμένει. Μην απελπίζεσαι. Για δες, τι ήταν η Ραάβ, που σώθηκε; Μια πόρνη. Τι ήταν ο ληστής, που πρώτος μπήκε στον παράδεισο; Αιμοσταγής φονιάς. Τι ήταν ο Παύλος, που αναδείχθηκε πρώτος Απόστολος; Διώκτης των Χριστιανών. Τι ήταν ο νέος της παραβολής; Άσωτος, σαν και σένα, σαν και μένα. Και για μένα, και για σένα είναι η σωτηρία και η βασιλεία του Θεού. δεν είμαστε όμως μόνο αμαρτωλοί. Είμαστε και συναμαρτωλοί. Και σαν συναμαρτωλοί καλούμαστε να δείχνουμε συμπάθεια και επιείκεια σε κάθε αμαρτωλό. Θέλεις έλεος; Δείχνε έλεος. Όχι σκληροί στους μετανοούντας αμαρτωλούς. Οι αμαρτωλοί δεν θέλουν μαστίγιο. Θέλουν στοργή. Η Εκκλησία πάντα έχει αγάπη. Και εμείς αμαρτωλοί. Έλεος ζητάμε. Έλεος ας δείξουμε. Όλους μας περιμένει ο Πατέρας για όλους έχει σφαγή ο «μόσχος ο σιτευτός» ο Κύριος Ιησούς Χριστός. Για όλους η χαρά στο σπίτι του Πατέρα, στην Βασιλεία των ουρανών. Αμήν
 Κυριακή του Ασώτου ... Εις εαυτόν ...

Εις Εαυτόν
Άσωτος ο μικρός ο γιός …Σπαρακτικό το ήμαρτον  ,
 με κρεμασμένο τον Θεό από τον τράχηλό του …
Άσωτος ο Αδάμ που πόσο το  καρτέρησε των οικτιρμών το πρόσταγμα
 και την κατάβαση που σύντριψε των άλυτων  δεσμών τις πύλες …
Άσωτες οι Οσίες  πόρνες και η Αγία στο φρέαρ ,
που ρούφηξαν δίχως πνοή το ύδωρ το άσωστο , το ζων …
Άσωτος ο Σίμων Ιωνάς  με τα πικρά τα κλάματα
στο τρίτο της προδοσίας λάλημα …
Άσωτος κι ο άπιστος ο μαθητής ,
 που γνώρισε Κύριον τον Θεό  του ,  ψηλαφητά αγγίζοντας  τις άκλειστες πληγές Του …
Άσωτος ο ληστής , ο καρφωμένος στης ζωής του τα αβάσταχτα τα κρίματα...
Ήρθε και αυτός εις εαυτόν και έλαβε το δηνάριο της ενδεκάτης ώρας …
Άσωτος των Χριστιανών ο δήμιος , της Δαμασκού το θαύμα .
 που αγώνα τέλεσε καλόν και έγινε στόμα του Θεού , πρώτος  μετά τον Ένα…
Άσωτη η Μαρία …
Όλο γυρίζει στου Ιορδάνη τα ποτισμένα με το αίμα της καρδιάς της χώματα,
βοώντας και αυτή  Μετανοείτε όπως των Προφητών  ο μέγιστος    …


Άσωτος ο Αυγουστίνος της καρτερούσας μάνας  γιός
και ο Νήφωνας και ο Αιθίοπας ο Άγιος  ,  άλλος αυτός του Παραδείσου κλέφτης …
Άσωτος στο κρεβάτι της οδύνης , στης γιατρειάς την ελπίδα , στου Θαύματος την ολόπυρη  την  προσμονή …
Στηθοδαρμός και επιστροφή   απ τα δικά σου βήματα του άνου  πηγαιμού τα πρώτα , τα άθαφτα  ακόμη …
Στα ανόσια  τα ίχνη σου  πατάς με δύναμη πολύ  ,
θυμάσαι και ολοφύρεσαι 
και μακαρίζεις και όλο δοξάζεις και μονολογείς  κοιτάζοντας επάνω  :
Δεν είμαι άξιος εγώ να με φωνάζεις γιό Σου…


Μυριαρίθμητοι  οι Άσωτοι …
Εις Κύριος …
Θάλασσα άμετρη  τα δάκρυα …Μια χούφτα ο Ουρανός όλα τα κράτησε ..
Αστέγνωτος ο θόλος του , σταλάζει  στις ψυχές μας Θείο έλεος …

Τόσοι γυρισμοί  καταφιλημένοι ,
σε Μια αγκαλιά  θα βρίσκουνε  παντοτινή   ευφροσύνη …


νώντας σκοπετέας
Εν τω Φωτί Σου οψόμεθα φως
απόσπασμα απο εκπομπή με τίτλο : Ως τον Άσωτον Οικτίρμον
 Ο άσωτος νους Μητροπολίτης Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱερόθεος
Περιουσία πραγματική του ανθρώπου είναι ο νους. '' Προ πάντων ουσία και περιουσία ημών έμφυτος ο νους εστιν ο ημέτερος '' . Όταν παραμένουμε στον δρόμο της σωτηρίας , '' συνηγμένον αυτόν έχομεν προς εαυτόν και τον πρώτον και ανωτάτω νουν τον Θεόν ''. Σωτηρία είναι να έχουμε τον νου στον Θεό. Όταν όμως ανοίγουμε θύρα στα πάθη , τότε και ο νους μας ΄΄ ευθύς σκορπίζεται , πλανώμενος πάσαν ώραν περί τα σαρκικά τε και γήινα , περί τε τας πολυμόρφους ηδονάς , και τους επί ταύταις εμπαθείς λογισμούς '' . Τότε ο νους του ανθρώπου γίνεται άσωτος και και γενικά ο άνθρωπος λέγεται άσωτος. Ο πλούτος του νου είναι η φρόνηση και αυτή διακρίνει το καλό από το κακό , όταν παραμένει στην τήρηση των εντολών του Χριστού. Όταν όμως ο νους απομακρυνθεί από τον Θεό , τότε και η φρόνηση σκορπίζεται σε πορνεία και αφροσύνη.
                                                        Μητροπολίτης  Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱερόθεος
 Κυριακή του Ασώτου Υιού- Τον νέκρωσε η αμαρτία, τον ανέστησε η μετάνοια.
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ
Στο σημερινό Ευαγγέλιο ακούσαμε την Παραβολή του ασώτου υιού. Με αυτήν ο Κύριος θέλει να μας φανερώσει α) τον πλούτο της αγάπης του στον άνθρωπο, προς τον οποίο κινείται με «μανικόν έρωτα» και «παραφοράν αγάπης». Και β) να εκθέσει την ιστορία της ανθρωπότητας, η οποία εκπροσωπείται με δύο γιους. Ο ένας, ο νεώτερος, φεύγει από το πατρικό σπίτι, γίνεται άσωτος, αλλά ταπεινώνεται, μετανοεί και απολαμβάνει την αγάπη και το έλεος του Πατέρα. Ο άλλος, ο μεγαλύτερος, φαινομενικά βρίσκεται κοντά στον Πατέρα, ενώ πραγματικά είναι μακρυά του, γιατί φθονεί τον αδελφό του, δεν υπακούει στον πατέρα του, εμμένει στο θέλημά του και στερείται του πατρικού συμποσίου. Ας τα δούμε όλα πιό αναλυτικά.
1. Ο άνθρωπος και η «ουσία»
Ο άνθρωπος, για τον οποίο μιλά η Παραβολή, είναι ο Θεός. που για να μας δείξει τον πλούτο της φιλανθρωπίας του, προσέλαβε την ανθρώπινη φύση και έγινε άνθρωπος, για να μας κάνει θεούς. Με τους δύο γιους θέλει να δείξει την ιδιότητα του πατέρα, με πολύ δυνατή την πατρική αγάπη, που ξέρει να σφιχταγκαλιάζει, να φιλά, να δέχεται, να συγχωρεί τους αμαρτωλούς. Απ’ αυτό τον πατέρα ζητεί ο νεώτερος γιός, το «επιβάλλον μέρος της ουσίας». Ποιά είναι η «ουσία» αυτή; Είναι τα θεία χαρίσματα που μας χάρισε ως πατέρας, για να έχουμε τη δυνατότητα να του μοιάσουμε. Είναι η ίδια η ύπαρξή μας η υλική, ο «χους (=το χώμα) εκ της γης», το αισθητό μέρος, αλλά και η «πνοή ζωής», η Χάρη του Αγίου Πνεύματος, που έβαλε μέσα μας, το πνευματικό μέρος της ύπαρξής μας, για να ζωοποιεί την υλική φύση μας. Για να φωτίζει τον κυβερνήτη νου και τις άλλες δυνάμεις μας (σκέψη, φρόνηση, θέληση, επιθυμίες) να κατευθύνονται «άνω»: Να μπορούμε να πραγματοποιούμε τη ζωή ως αγάπη, σχέση και κοινωνία με τον Θεό και τους ανθρώπους, κατ’ εικόνα των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδος.
Έτσι ο άνθρωπος είναι πνεύμα και ύλη, επίγειος, αλλά και ουράνιος. Πλάστηκε για να είναι ενιαίος και αδιαίρετος και να ζει και να υπάρχει θεανθρώπινα. Να είναι εικόνα και «δόξα», δηλαδή φανέρωση του Θεού. Κάθε χωρισμός του θείου από το ανθρώπινο, είναι απόρριψη της σχέσεως με τον Θεό, διασπά και τεμαχίζει τον άνθρωπο και φέρει τον θάνατό του. Αυτή είναι η «ουσία», που μας χάρισε ο Θεός και την οποία ο νεώτερος γιός ζήτησε από τον Θεό να χωρίσει στα δυό. Να χωρίσει το θείο από το ανθρώπινο.
2. Η πορεία του νεώτερου γιου
Η πορεία του νεώτερου γιού, είναι η πορεία του ανθρώπου της πτώσεως, πορεία προς τον θάνατο, στην αληθινή κόλαση, γιατί είναι πορεία απόρριψης και εγκατάλειψης του Θεού. Ξεκινά από τη στιγμή, που ο νεώτερος γιός ζητά να φύγει από το πατρικό σπίτι και την παρουσία του Πατέρα. Και όταν λέμε να φύγει, δεν σημαίνει σε άλλο τόπο, αλλά σε άλλο τρόπο ζωής. Να μη είναι κάτω από την κηδεμονία του Θεού και χωρίς την τήρηση των εντολών Του, που είναι ζωή. Πίστεψε πως μπορεί μόνος του να γίνει θεός. Νόμισε πως είναι ικανός για όλα. Νόμος του ο εαυτός του, η φιλαρέσκεια του, η φιλαυτία του. Έκανε κακή χρήση του θείου χαρίσματος του «αυτεξουσίου», της ελευθερίας, που μας χάρισε ο Θεός να επιλέγουμε τον τρόπο ζωής μας, μαζί μ’ Αυτόν ή χωρίς Αυτόν.
Γι’ αυτό ο Πατέρας-Θεός δεν προσπαθεί να αποτρέψει τον γιό του από τη φυγή, γιατί δεν θέλει κοντά του ανθρώπους, που δεν τον αγαπούν και νομίζουν πως δεν τον έχουν ανάγκη. Τους αφήνει να ωριμάσουν, να καταλάβουν την ανεπάρκειά τους, να δοκιμαστούν ελεύθερα και μόνοι τους να επιστρέψουν.
Έτσι ο άσωτος -ο πεπτωκώς άνθρωπος- «συναγαγών άπαντα» τα θεία χαρίσματα, την «ουσία» του πατέρα του, «αποδημεί» από τον τρόπο ζωής του Θεού, την προσωπική σχέση μαζί Του και αρχίζει άλλη ζωή, χωρίς τον Θεό. Τον ενδιαφέρει να ζήσει βιολογικά, για να ικανοποιεί τις επιθυμίες του υλικού μέρους της ύπαρξής του. Και εγκαταλείποντας τον Θεό, παίρνουν τη θέση Του τα αμαρτωλά πάθη. Αυτά τον κυβερνούν και τον κατευθύνουν και υποδουλώνεται σ’ αυτά. Η «ουσία» του, τα χαρίσματα που του έδωσε ο Θεός, διασκορπίζονται στα διάφορα πάθη, για να απολαύ­σει τις ηδονές της αμαρτίας. Οι ηδονές όμως δεν διαρκούν. Μόλις ο άνθρωπος δοκιμάσει την ηδονή, αυτή φεύγει και ο άσωτος θέλει την επανάληψή της. Ο διάβολος δεν επιτρέπει τον κορεσμό, για να μη σταματήσει ο άνθρωπος να αμαρτάνει. Είναι η αμοιβή των δαιμόνων, όταν ο άνθρωπος υποδουλωθεί σ’ αυτούς. Είναι ο θάνατος της ψυχής από την απουσία του Θεού.
Το Ευαγγέλιο μίλα για λιμό και στέρηση του άσωτου. Είναι ο λιμός για τον οποίο ομιλεί ο Μ. Κανών, «Λιμός Θεού κατέλαβέ με». Είναι η πνευματική πείνα από τη στέρηση του Θεού. Όλες οι τροφές, που ικανοποιούν μόνο το σώμα, μοιάζουν με ξυλοκέρατα, αν λείπει ο «Άρτος της Ζωής». Τρέφεται το σώμα, αλλ’ η ψυχή πεθαίνει από ατροφία και ακολουθεί η φθορά και ο θάνατος του σώματος. Επειδή η φιλήδονη ζωή δεν χορταίνει τον άνθρωπο, νοιώθει την πείνα και την στέρηση του Θεού, από τον διασκορπισμό των θείων χαρισμάτων. Τίποτε το θείο και πνευματικό δεν του μένει. Η στέρηση είναι πλήρης. Γι’ αυτό και έγινε άσωτος, δηλαδή στερημένος σωτηρίας. Στερημένος από τον Θεό, από τη σχέση μαζί Του, από την ευλογία να αγαπά και να αγαπάται. Η φύση του αμαυρώθηκε.
Το κενό όμως του Θεού, κανένας δεν μπορεί να το αναπληρώσει. Χωρίς Θεό θα είναι μόνο «σάρκα», που φθείρεται και πεθαίνει. Εξομοιώνεται προς τα ζώα και μάλιστα τους χοίρους. Η ζωή του έγινε χοιρώδης, δηλαδή εμπαθής και ακάθαρτη. Σ’ αυτό τον εξώθησαν και οι «πολίτες» της μακρινής εκείνης από τον Θεό χώρας, οι δαίμονες. Εκεί οδηγείται ο άνθρωπος, πού θεωρεί βαρύ τον ζυγό του Κυρίου. Υποτάσσεται στον ζυγό των παθών και πέφτει στην κατάσταση των ζώων. Τη δόξα και την τιμή που του χάρισε ο Θεός, τη σχέση με τον Θεό της αγάπης και τους αδελφούς του, την πήραν οι χοίροι, τα ξυλοκέρατα, οι χοιροβοσκοί, η σάρκα, τα πάθη. «Πάση ηδονή επομένη εστίν η αηδία» (αββάς Ισαάκ). Εκείνο που ακολουθεί τη σαρκική ηδονή είναι η αηδία.
«Τη νοοτροπία του άσωτου, ας τη ζητήσουμε στους εαυτούς μας» (ι. Χρυσόστομος).
3. Ήλθεν «εις εαυτόν»
Μετά τη συνειδητοποίηση της πτώσεώς του, της αποτυχίας και της αστοχίας του να απολαύσει τη ζωή, όπως σχεδίασε και οραματίστηκε, «ήλθεν εις εαυτόν». Επομένως όταν ενεργούσε, όπως ενήργησε, ήταν «εκτός εαυτού». Η αναγνώριση της πτώσεως μας, είναι προϋπόθεση για τη μετάνοια.
«Αρχή Μετανοίας το πένθος», η λύπη. Είναι το ξεκίνημα για τη σωτηρία. Τώρα αρχίζει να καταλαβαίνει ότι η τάση για απομάκρυνση από τον Πατέρα του, ήταν οι αντιστάσεις της σαρκικής φύσεώς του, για να μη υποταγεί στον Θεό και το θέλημά του. Επειδή υπόκυψε στην αυτόνομη χοϊκή φύση του, υποδουλώθηκε σ’ αυτή και έφθασε μέχρι τον άδη. Τώρα που έγινε «νεκρός και απολωλώς», θα κατάλαβε το κόστος της απομάκρυνσης από τον Θεό Πατέρα.
Η μόνη σωτηρία είναι το: «Αναστάς πορεύσομαι προς τον Πα­τέρα μου». Όσο κι’ αν βυθίστηκε στην ακολασία και την ασωτία, όσο κι’ αν έζησε στον άδη, η εικόνα του Πατέρα δεν αφανίστηκε από μέσα του. Η δίψα της επιστροφής στον πατέρα, είναι κατάλοιπο από τον αρχικό τρόπο της ζωής ως αγάπης και κοινωνίας με τον Πατέρα.
Η αίσθηση ότι έχει πατέρα έγινε η σωτηρία του. Και όταν τον εγκατέλειπε, πατέρα τον είπε και τώρα που επιστρέφει, πατέρα τον προσφωνεί. «Αναστάς» από την πτώση του, ήλθε προς τον πατέρα αυτού.
Και ο πατέρας φαίνεται υπερβολικά σπλαχνικός. Με τη σιωπώσα αγάπη του, τον ανέμενε στον σταυρό της αναμονής, μέχρι να επιστρέψει. Και τώρα τρέχει μακρυά, τον αγκαλιάζει ολόκληρο και τον καταφιλεί, για να του δείξει πως γίνεται δεκτός, όχι σαν δούλος, αλλά υιός. Με το φίλημά του τον εξαγνίζει και τον αγιάζει.
Παρ’ όλη την αγάπη του πατέρα ο άσωτος, που τώρα σώζεται, εξομολογείται την αμαρτία του: «Ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου…». Είναι σαν να λέγει: Για όλα εγώ πταιω. Δεν τα ρίχνει στον πατέρα του, πως τον είχε τάχα πολύ αυστηρά, πως τον καταπίεζε και γι’ αυτό έφυγε. Πιστεύει πως μόνο αυτός είναι ένοχος και αποφεύγει όλες τις δικαιολογίες. Οι εντολές του Πατέρα Του ήταν «φορτίο ελαφρό».
Ο πατέρας τον αποκαθιστά στην αρχική θέση του υιού. Τον ντύνει με την αρχική στολή, τη θεία Χάρη και του χαρίζει ξανά την υιοθεσία. Δεν τον κάνει «μίσθιον» (=μισθωτό) αλλά υιό αγαπητό. Του προσφέρει «δακτύλιον» στο χέρι, που είναι ο αρραβώνας της μελλούσης ζωής και Βασιλείας, που είναι σημείο ότι ξαναρχίζει η σχέση με τον επουράνιο Νυμφίο.
Αν η αρχή της Μετανοίας είναι το πένθος, το τέλος είναι η αποκατάσταση στον πατρικό οίκο. Αρχίζει μια άλλη ζωή, ως αγάπη, σχέση και κοινωνία με τον Θεό και τους ανθρώπους, «κατ’ εικόνα» της ζωής των προσώπων της Αγίας Τριάδος. Είναι συμμετοχή στη ζωή του Χριστού. Αυτό είναι Μετάνοια. Και «υποδήματα εις τους πόδας» για τον ευαγγελισμό, γιατί χριστιανός είναι «η του πλησίον ωφέλεια». Και ακόμη είναι η δύναμις για να «πατά επάνω όφεων και σκορπιών» (τον σατανά). Και του δίνει και το πιό σπουδαίο: Τον «Μόσχον τον σιτευτόν» -Σώμα και Αίμα Χριστού- που σφάγηκε, για να μας μεταδίδει τη ζωή του. Τώρα θα απαλλαγεί από τον «λιμόν Θεού», γιατί θα τρώγει τον «Μόσχον», τον «πάντοτε εσθιόμενον και μηδέποτε δαπανώμενον». Είναι η τροφή για όσους μένουν στο σπίτι του Πατέρα. Και «φαγόντες ευφρανθώμεν». Όλους τους ενώνει μεταξύ τους και με τον Θεό η κοινή συμμετοχή στον «Μόσχον τον σιτευτόν». Αρχίζει ένας καινούργιος τρόπος ζωής, αγάπης και κοινωνίας και αλληλοπεριχώρησης. Όλοι χωράνε σε όλους και στον Θεό και ο Θεός σ’ αυτούς. Είναι αυτό που συνιστά την Εκκλησία. Σ’ αυτή τη νέα ζωή, μας οδηγεί η Μετάνοια, το δεύτερο Βάπτισμα. Απαιτείται όμως αγώνας για διαφύλαξη. Ο φόβος μήπως φθάσουμε σ’ αυτό τον ξεπεσμό, «μοιάζει με ράβδο πατρική που μας κυβερνά, μέχρι που θα φθάσουμε στον παράδεισο τον πνευματικό. Και όταν φθάσουμε εκεί μας αφήνει (ο φόβος) και φεύγει» (αββάς Ισαάκ).
4. Ο πρεσβύτερος υιός
Το κριτήριο που δίνει η Παραβολή, για την αξιολόγηση των δύο υιών, στους οποίους βρισκόμαστε όλοι, είναι η άγαπητική σχέση με τον Πατέρα τον «εν τοις ουρανοίς» και με τον κάθε άνθρωπο-αδελφό. Μπορούμε να αγαπήσουμε τον Θεό-Πατέρα με όλο το είναι μας και να δεχθούμε μέσα μας τον άλλο άνθρωπο, χωρίς εξαίρεση; Αυτό μάς σώζει.
Ο νεώτερος γιός έφτασε στον θάνατο, γιατί τραυμάτισε και απέρριψε τη σχέση αυτή. Και ήρθε στη ζωή, όταν μετανόησε, εξομολογήθηκε και αποκατάστησε τη σχέση με τον Πατέρα του.
Ο πρεσβύτερος γιός, φαινομενικά διατηρούσε τη σχέση με τον Πατέρα, αλλά πραγματικά δεν υπήρχε. Όπως αναφέρεται στην Παραβολή, όταν ήλθε ο αδελφός του, βρισκόταν στους αγρούς και όταν ήλθε και πληροφορήθηκε τη χαρά του σπιτιού του, «ωργίσθη και ουκ ήθελεν εισελθείν» στο σπίτι. Αν ήταν αληθινός γιός του Πατέρα, που ήταν όλος αγάπη, έπρεπε να χαιρόταν και να εκδήλωνε την αγάπη του, «κατ’ εικόνα» του Πατέρα. Δεν το έκανε, γιατί μέσα του είχε τα πάθη του φθόνου, του μίσους, της υπερηφάνειας. Αυτά του σύγχυζαν την ψυχή και του σκότιζαν το λογικό. Αγαπούσε μόνο τον εαυτό του και τον θεωρούσε αλάθητο. Του έλειπε η ταπείνωση. Ο πατέρας του χαιρόταν για την ευτυχία του παιδιού του και αυτός λυπόταν. Ποθούσε την τιμωρία του αδελφού του. Θα χαιρόταν αν ο πατέρας τον απέπεμπε. Άρα δεν είχε σχέση με τον Πατέρα.
Τον νεώτερο γιό τον έσωσε η αίσθηση της πατρότητας. Ο μεγαλύτερος, ούτε πατέρα δεν τον προσφωνεί. Η σχέση του με τον πατέρα δεν είναι εσωτερική-αγαπητική, αλλά τυπική. «Τόσα χρόνια σου δουλεύω…». Δούλευε την περιουσία και αγάπη δεν είχε, ούτε στον πατέρα του, ούτε στον αδελφό του. Ισχυρίζεται, πως ουδέποτε παράκουσε τον πατέρα του και τώρα μόλις τον παρακαλεί και αυτός παρακούει και δεν μπαίνει στο σπίτι.
Τον αδελφό του δεν τον αποκαλεί αδελφό, αλλά «ο υιός σου ούτος». Δηλαδή μπορεί ένας να φαίνεται πως είναι κοντά στον Θεό, πως δεν λείπει από την εκκλησία και να καυχάται γι’ αυτό. Αν όμως δεν έχει σχέση με τον Θεό και αγάπη στους αδελφούς του, δεν ζει «κατ’ εικόνα» Θεού.
Η Εκκλησία είναι κοινωνία αγαπωμένων προσώπων. Ο πρεσβύτερος γιός σε κανένα σημείο δεν φαίνεται να παραδέχεται πως έκανε λάθος και να εξομολογηθεί, για να πάρει συγχώρηση. Για όλα φταίει ο πατέρας. Γιατί δέχτηκε το παιδί του, γιατί έσφαξε τον μόσχο τον σιτευτό, γιατί δεν του έδωσε ένα ερίφιο… . Εκθέτει τον αδελφό του, ότι σπατάλησε τήν περιουσία «μετά πορνών», γιατί υπεράνω όλων έχει την οικονομία, το χρήμα και μάλιστα εξευτελίζει τον αδελφό του, για να δείξει τη δική του υπεροχή. Αυτοαποκλείστηκε από τον Παράδεισο της αγάπης του Πατέρα, γιατί δεν είχε αγάπη. Έμεινε χωρίς σωτηρία, ά-σωτος, γιατί δεν «ήλθεν εις εαυτόν». Όπως λένε οι Πατέρες, ο Θεός, για τους καθαρούς είναι φως που φωτίζει, ενώ για τους μη καθαρούς πυρ που φλογίζει.
Εμείς πού βρισκόμαστε; Ποιόν από τους δυό εκπροσωπούμε; Ο Θεός να μας αξιώσει να «έλθωμεν εις εαυτούς», για να κάνουμε τις ορθές διαπιστώσεις, για να μη στερηθούμε του «οίκου του Πατρός» μας και της ευωχίας του Μόσχου του σιτευτού.
(Παύλου Μουκταρούδη, θεολόγου. «Διήρχετο διά των σπορίμων», τ. Β΄εκδ. Ι.Μητροπόλεως Λεμεσού-2008)
 Ως τον Άσωτον Οικτίρμον ...( Κυριακή του Ασώτου )
Να σας φάει όλους ο Παράδεισος !
 ( Γέροντας Κλεόπα Ήλιε )



Αν έμενε μοναχός ο Άσωτος , δίχως τους άλλους ήρωες τους περιφρονημένους ,
Θα ήτανε λέει ικανός ,  μόνος την άσωστη αγάπη ,
να την προσφέρει ανόθευτη σε όσους πεφορτισμένους ,
θα ακούγανε τον βίο του και την επιστροφή ,
στο Σπίτι το Ουρανόσκεπο και τα φιλιά τα αμέτρητα που σβήσαν την ντροπή …
Αν έμενε μόνος ο Άσωτος και όλα τα άλλα χάνονταν μέσα απ το Ευαγγέλιο ,
Θα ήτανε λέει δυνατό , μήνυμα  Ουρανόφερτο  να λάβουν λυτρωμού  ,
να εννοήσουν την χαρά , της Θείας μετανοίας…
Και να αγαπήσουν  Κύριον εξ όλης της Καρδίας …
( ν. σκ.)



Μα έδωσε έτσι ο Κύριος που τους γνωρίσαμε όλους εκείνους , που άνθρωπο  δεν  έχουν, τους αγνοημένους  για τους ισχυρούς του  κόσμου ,  μα δικούς Του εκλεκτούς Άγιους ήρωες της Νέας Του Διαθήκης   …
Τον Άγιο Άσωτο και τον Όσιο Τελώνη …
Τον κάθε ελάχιστο των αδερφών Του …
Τις Γυναίκες για τις οποίες ποτέ δεν θα σβηστεί από το χώμα , εκείνο το ότι πολύν ηγάπησαν …..
Του πόνου όλα τα πρόσωπα τα κουρσεμένα  , τα ταπεινά , των κυναρίων φίλια , με την μεγάλη πίστη  που τελικά τους γλίτωσε …
Των Αποστόλων τις ψυχές τις φοβισμένες που αντρίεψε  ο Παράκλητος , που σαν τον Πρωτομάρτυρα έπειτα όλους  τους  μιμητές Εκείνου έστρεψε   στον Ουρανό να Του ζητούν   χάρη ανήκουστη ,  να μην στήσει στους δήμιους  το βάρος για τον μαρτυρικό χαμό τους …
Θεριστές , άλας της γης , διάκονοι , των πάντων δούλοι …




Για όλους εκείνους μάθαμε το τέλος , την αιώνια αρχή της αλήθειας …
Μα για τον αδερφό του Ασώτου λίγοι μιλήσανε  …
Η ιστορία τέλεψε εκεί που ο Πατέρας τον κοίταξε βαθιά με μάτια πονεμένα …
Δεν μάθαμε τι έγινε έπειτα …
Έφυγε μακριά και κείνος παίρνοντας το δικό του μερίδιο …
Και ένιωσε μόλις επέστρεψε  και αυτός  κάποτε  ρακένδυτος ξυπόλυτος και λυπημένος, πώς ήταν τότε , που  έλεος δεν έδειξε στο αναστημένο αδέρφι του …
Και πνίγηκε μες τα φιλιά Εκείνου που τότε πίκρανε και κείνου του πρώτα χαμένου  που τότες  ξέγραψε από  αίμα του …
Για τον αδερφό του Ασώτου λίγοι μίλησαν…
Και αυτοί που κάτι είπαν τον έστειλαν στον Άδη με άλλους σκληρούς και αμετάνιωτους…
Φαντασίας γεννήματα όλα αυτά που  γράφτηκαν πιο πάνω …

Της Προσευχής ανάθρεμμα  αυτό που ακολουθεί …
Ο μεγάλος αδερφός έκλαψε στην αγκαλιά του Πατέρα μόλις άκουσε τα σπαρακτικά εκείνα λόγια :   Νεκρός ην και ανέζησε,  Απολωλώς ην και ευρέθη…
Ήρθε και κείνος ο ταλαίπωρος  εις εαυτόν και φώναξε δυνατά το ήμαρτον …
Και μπήκε ύστερα και έλαμπε  στη  γιορτή …Στο πλάι του Ασώτου .
Μαζί με Χερουβείμ  τραγούδησε  σε κείνο το αξημέρωτο το  πανηγύρι …
Κράτησε σφιχτά  τον αδερφό του και μείναν πάντα μαζί στην άκλειστη την αγκαλιά του Ουρανού …
Και έμειναν εκεί  μαζί με άλλους αμέτρητους , τάγμα ξεχωριστό…
Της μετανοίας χορός αγγελικός...


( νώντας σκοπετέας)
Απόσπασμα από την εκπομπή του Εν τω φωτί Σου οψόμεθα φως με τίτλο :
Ως τον Άσωτον ….Οικτίρμον !