ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Τρίτη 29 Απριλίου 2014

Κυριακή των Μυροφόρων – Με αγάπη και αφοσίωση



ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ Πράξ. ς΄ 1-7
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ Μάρκ. ιε΄ 43 - ις΄ 8
ΜΕ ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ ΑΦΟΣΙΩΣΗ
1. Η ἀγάπη ποὺ τολμᾶ
Ἡ Κυριακὴ τῶν Μυροφόρων εἶναι ἀφιερωμένη στὰ πρόσωπα ἐκεῖνα τὰ  ὁποῖα μὲ πολλὴ ἀγάπη ἀλλὰ καὶ περισσὴ εὐλάβεια φρόντισαν γιὰ τὴν  ἀποκαθήλωση τοῦ ἀχράντου Σώματος τοῦ Κυρίου καὶ τὸν ἐνταφιασμό Του. Πρόκειται γιὰ τὸν Ἰωσὴφ ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀριμαθαία, τὸν  Νικόδημο, τὸν νυκτερινὸ μαθητὴ τοῦ Κυρίου, καὶ τὶς Μυροφόρες γυναῖκες.
Αὐτὴ ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Κύριο, στὴν περίπτωση τοῦ Ἰωσὴφ καὶ τοῦ Νικοδήμου ἐκδηλώθηκε μὲ ἡρωισμὸ καὶ αὐταπάρνηση. Ὁ Ἰωσήφ, «εὐσχήμων βουλευτής», δηλαδὴ σεβαστὸ  καὶ ἐπίσημο μέλος τοῦ Ἰουδαϊκοῦ  Συνεδρίου, ἦταν αὐτὸς ποὺ τόλμησε  νὰ παρουσιαστεῖ στὸν Πιλάτο καὶ νὰ  ζητήσει τὸ ἅγιο Σῶμα τοῦ Κυρίου γιὰ  νὰ τὸ ἐνταφιάσει.
Τόλμησε! Χωρὶς νὰ ὑπολογίζει τὶς ἀντιδράσεις τῶν Ἰουδαίων ἢ τὴν τυχὸν ἀπόρριψη τοῦ αἰτήματός του. Τόλμησε! Κι ἂς γνώριζε ὅτι αὐτὸ ἔθετε σὲ κίνδυνο τὸ ἀξίωμα, τὴν περιουσία, τὴν ἴδια του τὴ ζωή!

Αὐτὴ τὴν τόλμη καλούμαστε κι ἐμεῖς νὰ ἀποκτήσουμε. Τόλμη γιὰ νὰ ὁμολογοῦμε τὴν πίστη μας, ἀκόμη κι ἂν δεχόμαστε εἰρωνεῖες γι’ αὐτό· νὰ θυσιάζουμε τὸν ἑαυτό μας χάριν τῶν ἄλλων· νὰ μένουμε πιστοὶ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὅ,τι κι ἂν αὐτὸ μᾶς κοστίσει.
Εἰδικὰ στὴν ἐποχή μας χρειάζεται τόλμη γιὰ νὰ εἶναι κανεὶς γνήσιος μαθητὴς τοῦ Κυρίου. Διότι, ὅπως τονίζει κι ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ὁ Θεὸς δὲν μᾶς ἔδωσε «πνεῦμα δειλίας, ἀλλὰ δυνάμεως» (Β΄ Τιμ. α΄ 7).
2. Η ἀγάπη ποὺ ἀγρυπνεῖ
Στὸ μεταξὺ οἱ πιστὲς κι ἀφοσιωμένες μαθήτριες τοῦ Κυρίου ποὺ εἶχαν παρατηρήσει προσεκτικὰ τὸν τόπο ὅπου ἐνταφιάστηκε τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, περίμεναν νὰ περάσει ἡ ἀργία τοῦ Σαββάτου, γιὰ νὰ πᾶνε καὶ νὰ τὸ ἀλείψουν μὲ ἀρώματα καὶ νὰ ἐκδηλώσουν ἔτσι τὸν σεβασμὸ καὶ τὴν ἀγάπη τους πρὸς τὸν λατρευτό τους Διδάσκαλο.
Πράγματι ξεκίνησαν γιὰ τὸ μνημεῖο «λίαν πρωῒ τῆς μιᾶς σαββάτων», πολὺ πρωὶ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος.Τὴν ὥρα ποὺ ὁ ἥλιος ἄρχισε νὰ διαλύει τὸ πρωινὸ σκοτάδι, οἱ γυναῖκες αὐτὲς ἔτρεξαν στὸν τάφο τοῦ Κυρίου γιὰ νὰ ἐπιτελέσουν τὸ ἱερό τους ἔργο. Εἶναι χαρακτηριστικὸς ὁ πόθος τῶν ἁγίων Μυροφόρων νὰ βρεθοῦν στὸν τάφο τοῦ Κυρίου «ὄρθρου βαθέος». Εἶναι ἀξιοθαύμαστη καὶ ἡ τόλμη τους νὰ βαδίσουν μέσα στὴ νύχτα χωρὶς νὰ ὑπολογίσουν τὸν κίνδυνο ποὺ διέτρεχαν.
Τόσο δυνατὴ ἦταν ἡ ἀγάπη καὶ ἡ ἀφοσίωσή τους πρὸς τὸν Σωτήρα Χριστό.Ἀλήθεια ἔχουμε ἐμεῖς παρόμοια ἀγάπη πρὸς τὸν Κύριο;... Ξημερώνει Κυριακή. Οἱ καμπάνες τῶν ἐκκλησιῶν χτυποῦν ἀπὸ τὸ πρωί. Μᾶς καλοῦν νὰ ἔλθουμε νὰ λατρεύσουμε τὸν Κύριο. Κι ἂν οἱ Μυροφόρες εἶχαν τέτοιο πόθο γιὰ τὸ νεκρὸ Σῶμα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, μὲ πόσο μεγαλύτερο πόθο πρέπει νὰ προσερχόμαστε στὸν ἱερὸ ναὸ οἱ πιστοὶ χριστιανοὶ ποὺ γνωρίζουμε ὅτι ἐκεῖ θὰ συναντήσουμε τὸν ἀναστημένο Κύριο, τὸν αἰώνιο Νικητὴ τοῦ θανάτου;! Ἐμεῖς ποὺ ἔχουμε τὴ μοναδικὴ εὐλογία νὰ κοινωνοῦμε τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ἂς διδαχθοῦμε ἀπὸ τὸ παράδειγμα τῶν Μυροφόρων καὶ κάθε Σάββατο βράδυ ἂς ἀφήνουμε ἄλλες ἀπασχολήσεις καὶ περισπασμούς. Ὅλη ἡ σκέψη καὶ ἡ καρδιά μας ἂς εἶναι στραμμένη στὴ λατρεία τοῦ Θεοῦ.
Μὲ τέτοιο πόθο καὶ κατάλληλη προετοιμασία ἂς ξεκινοῦμε κάθε Κυριακὴ πρωί-πρωὶ γιὰ νὰ ἔλθουμε στὴν ἐκκλησία. Ἐκεῖ ποὺ μᾶς περιμένει ὁ ἀναστὰς Κύριος γιὰ νὰ μᾶς χαρίσει εἰρήνη, παρηγοριὰ κι ἐλπίδα!
3. Η ἀγάπη ποὺ ὑπερνικᾶ τὰ ἐμπόδια
Βέβαια, βαδίζοντας στὴν ὁδὸ τοῦ Κυρίου, πολλὲς φορὲς συναντοῦμε δυσκολίες καὶ ἐμπόδια. Ἂς μὴν ἀπογοητευόμαστε ὅμως.
Πολὺ μᾶς διδάσκουν καὶ στὸ σημεῖο αὐτὸ ἡ ἐπιμονὴ καὶ ἡ πίστη τῶν Μυροφόρων γυναικῶν. Καθὼς προχωροῦσαν πρὸς τὸ μνημεῖο, ἔλεγαν μεταξύ τους: «Τίς ἀποκυλίσει ἡμῖν τὸν λίθον;». Ποιὸς θὰ μᾶς κυλίσει ἐκεῖνο τὸν ὀγκόλιθο ἀπὸ τὴν εἴσοδο τοῦ μνημείου; Καὶ τὰ ἔλεγαν αὐτὰ μεταξύ τους, διότι ὁ λίθος ποὺ ἔφραζε τὸν τάφο ἦταν τεράστιος καὶ δὲν ἦταν εὔκολο νὰ μετακινηθεῖ.
Παρ’ ὅλα αὐτὰ δὲν γύρισαν πίσω. Ἔμειναν σταθερὲς στὴν πορεία καὶ τὴν ἀποστολή τους. Καὶ δικαιώθηκαν γιὰ τὴν πίστη καὶ τὴ σταθερότητά τους. Διότι μόλις ἔστρεψαν τὰ μάτια τους πρὸς τὸ μνημεῖο, παρατήρησαν μὲ ἔκπληξη ὅτι ὁ ὀγκόλιθος εἶχε μετατοπισθεῖ καὶ δὲν εἶχαν πλέον δυσκολία στὴν πρόσβαση. Πλησίασαν, κι ἐκεῖ δέχθη καν τὸ χαρμόσυνο ἄγγελμα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου.
Δυσκολίες καὶ ἐμπόδια συναντοῦμε κι ἐμεῖς συχνὰ στὴ ζωή μας. Κάποτε τὰ προβλήματα φαίνεται ὅτι ὁδηγοῦν σὲ ἀδιέξοδο. Ἂς μὴν ἀπογοητευόμαστε ὅμως. «Τὰ ἀδύνατα παρὰ ἀνθρώποις δυνατὰ παρὰ τῷ Θεῷ ἐστι» (Λουκ. ιη΄ 27). Ἂς προχωροῦμε πάντοτε μὲ πίστη κι ἐλπίδα. Ἡ ἐλπίδα στὸν ἀναστάντα Κύριο δὲν θὰ μᾶς ντροπιάσει καὶ δὲν θὰ μᾶς διαψεύσει ποτέ.
“Ο ΣΩΤΗΡ” 1 Μαΐου 2013

Κυριακή των Μυροφόρων Η τόλμη των δύο


Μεγάλη Παρασκευή απόγευμα, λίγο πριν γείρει ο ήλιος στη δύση του στο Γολγοθά. Ο Ιωάννης, ο αφοσιωμένος μαθητής του Κυρίου, και οι λίγες μαθήτριες που παρέμειναν εκεί ατενίζουν με αβάσταχτο πόνο και βαθιά θλίψη το νεκρό σώμα του αγαπημένου τους Κυρίου να κρέμεται άψυχο πάνω στον σταυρό. Κι ένας φόβος μεγάλος και απειλητικός τριγυρνά στη σκέψη όλων τους: ο κίνδυνος να μείνει άταφο το άχραντο σώμα του νεκρού αγαπημένου τους. Ποιος όμως θα τολμήσει να το ζητήσει για να του αποδώσουν νεκρικές τιμές; Και μάλιστα πριν δύσει ο ήλιος! Ο χρόνος κυλά αδυσώπητος. Σ’ αυτήν την κρίσιμη ώρα που το αδιέξοδο τρομοκρατεί τις καρδιές, μια αναπάντεχη λύση φαίνεται στον ορίζοντα. Κάποιοι ανηφορίζουν προς τον Γολγοθά. Ο Ιωσήφ από την Αριμαθαία, ο κρυφός μαθητής, και ο Νικόδημος, ο νυχτερινός μαθητής· εκλεκτά μέλη του Ιουδαϊκού Συνεδρίου. Τι να συμβαίνει άραγε; Μέσα στην καταχνιά της Μεγάλης Παρασκευής ο Ιωσήφ τόλμησε. Παρουσιάσθηκε στον Πιλάτο ζητώντας το σώμα του Χριστού. Ο Πιλάτος έμεινε έκπληκτος: Πώς τόσο γρήγορα πέθανε ο Ιησούς! Και όταν βεβαιώθηκε από τον εκατόνταρχο γι’ αυτό, απάντησε θετικά στον Ιωσήφ. Όλα πλέον γίνονται αστραπιαία. Ο Ιωσήφ αγόρασε καινούργιο σεντόνι και ο Νικόδημος προμηθεύτηκε εκατό λίτρα σμύρνας και αλόης. Και αφού έφθασαν στον Γολγοθά με πόνο βαθύ και δάκρυα πολλά, κατέβασαν ευλαβικά το σώμα του Κυρίου από τον σταυρό. Το τύλιξαν με τα οθόνια, το περίελουσαν με τα πολύτιμα μύρα τους και τα καυτά τους δάκρυα. Και το εναπέθεσαν στο καινούργιο μνημείο, που ήταν σκαλισμένο στο βράχο, και κύλησαν μπροστά ένα μεγάλο λίθο.
Ο κίνδυνος να μείνει το σώμα του Εσταυρωμένου άταφο ξεπεράστηκε. Για να γίνει όμως αυτό, κάποιοι τόλμησαν. Οι δυο κρυφοί μαθητές του Κυρίου που τώρα αποκαλύπτονται. Τώρα δεν υπολογίζουν ούτε τη θέση τους στο Ιουδαϊκό Συνέδριο ούτε τον κίνδυνο να γίνουν αποσυνάγωγοι. Τολμούν. Επειδή αγάπησαν τον Κύριο και πίστεψαν σ’ Αυτόν. Τώρα ήρθε η ώρα να αποδείξουν στην πράξη την πίστη τους. Και το αποδεικνύουν στην κρισιμότερη ώρα με σύνεση, αλλά και με τόλμη. Και δίνουν το μάθημα της τόλμης σ’ εμάς που κάποτε δειλιάζουμε ν’ αποκαλύψουμε τις θρησκευτικές μας πεποιθήσεις. Και μας καλούν να μη διστάζουμε να υψώνουμε τη φωνή μας όταν το κακό θριαμβεύει, όταν πολεμείται ο Χριστός και η Εκκλησία του. Αλλά να παίρνουμε θέση· να τολμούμε με σύνεση και θάρρος. Χωρίς να φοβόμαστε τις αντιδράσεις και το κόστος. Και οι κίνδυνοι θα υπερνικώνται.

Ο φόβος των μυροφόρων

Κοντά στο σταυρό του Κυρίου την ώρα της αποκαθηλώσεως οι αφοσιωμένες μαθήτριες του Κυρίου παρατηρούσαν προσεκτικά πού τοποθετήθηκε το σώμα του Κυρίου. Πώς άντεξαν να βλέπουν νεκρό Αυτόν που επί τρία χρόνια έδινε φως και ζωή; Πόσο θα ήθελαν να Του προσφέρουν και τα δικά τους ακριβά μύρα της αγάπης τους! Όμως ο χρόνος και ο νόμος δεν τους το επέτρεπε. Και αφού περίμεναν με αδημονία να περάσει το Σάββατο, αγόρασαν αρώματα για να έλθουν το πρωί της επόμενης ημέρας στον τάφο. Πολύ πρωί ξεκίνησαν για το μνημείο. Ένα θέμα μόνο τις προβλημάτιζε: Ποιος θα αποκυλίσει τον μεγάλο λίθο από την είσοδο του τάφου; Μόλις όμως πλησίασαν και έστρεψαν τα μάτια τους προς το μνημείο, είδαν έναν άγγελο να κάθεται στα δεξιά ντυμένο με λευκή στολή, και γέμισαν φόβο και κατάπληξη. Αυτός όμως τους είπε: Μη φοβάστε. Ζητάτε τον Ιησού τον Ναζαρηνό τον εσταυρωμένο. Αναστήθηκε! Δεν είναι εδώ. Να, είναι αδειανός ο τόπος που Τον έβαλαν. Αλλά πηγαίνετε και πέστε στους μαθητές του και στον Πέτρο ότι θα σας περιμένει στη Γαλιλαία. Εκεί θα τον δείτε, όπως σας το είχε πει. Και εκείνες έφυγαν από το μνημείο γεμάτες τρόμο και έκσταση. Και δεν είπαν τίποτε σε κανένα, διότι είχαν κυριευθεί από φόβο.
Γιατί όμως φοβήθηκαν οι γυναίκες αυτές; Αυτές ατρόμητες ξεκίνησαν μέσα στη νύχτα προς το μνημείο και δεν υπολόγισαν ούτε τους μανιασμένους Ιουδαίους ούτε τους απειλητικούς Ρωμαίους στρατιώτες ούτε τους ληστές που καιροφυλακτούσαν ούτε το φόβο που ασφαλώς προκαλούσε η ώρα και ο τόπος ο ερημικός, τόπος νεκρών. Τι ήταν λοιπόν αυτός ο φόβος;
Οι γυναίκες αυτές είδαν το μνημείο κενό, τον λίθο αποκυλισμένο, τον άγγελο απαστράπτοντα να τους λέει κάτι που φαινόταν αδιανόητο: Ο εσταυρωμένος νεκρός «οὐκ ἔστιν ὧδε». Κι αυτές κυριεύθηκαν από τρόμο και έκσταση, διότι άρχισαν να συνειδητοποιούν ότι μέσα στο μνημείο έγινε κάτι πολύ μεγάλο. Το συγκλονιστικότερο θαύμα του κόσμου. Εκεί μέσα νικήθηκε ο θάνατος. Εκεί μέσα αναστήθηκε όχι ένας άνθρωπος, όπως πριν λίγες ημέρες ο Λάζαρος, αλλά ο ίδιος ο Θεάνθρωπος Κύριος. Και αναστήθηκε όχι για να ξαναπεθάνει κάποτε, αλλά για να μην πεθάνει ποτέ. Και οι Μυροφόρες λοιπόν τά ‘χαν χαμένα, έμειναν εκστατικές, διότι δεν μπορούσαν τότε να διανοηθούν αυτό που τα πράγματα έδειχναν ότι εκεί στο κενό μνημείο, Αυτός που αναστήθηκε, Αυτός τον Οποίο διακονούσαν επί τρία χρόνια δεν ήταν μόνο ο Διδάσκαλός τους, ο Μεσσίας, ο μέγας προφήτης, αλλά ήταν ασυγκρίτως ανώτερος, ο ίδιος ο Θεός! Και μέσα από τα βάθη του νου τους μια αλήθεια, η μεγαλύτερη αλήθεια δονούσε τις καρδιές τους: ο Χριστός ανέστη!

Σάββατο 26 Απριλίου 2014

 ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ (ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ)


῾Ὤ, καλή ἀπιστία τοῦ Θωμᾶ!᾽

 Ἡ πρώτη Κυριακή μετά τήν ᾽Ανάσταση τοῦ Κυρίου, ἡ καί ᾽Αντίπασχα ὀνομαζομένη, εἶναι ἀφιερωμένη στόν μαθητή τοῦ Χριστοῦ  Θωμᾶ, ὁ ὁποῖος γίνεται πιά τό ῾μέσον᾽ διά τῆς ἀπιστίας του,  προκειμένου νά καταστεῖ βέβαιο τό γεγονός τῆς νίκης κατά τοῦ θανάτου. ῾᾽Απιστία πίστιν βεβαίαν ἐγέννησε᾽, κατά τόν ὑμνογράφο. Καί τοῦτο γιατί ἡ ἀπιστία αὐτή ῾προκαλεῖ᾽ τόν Κύριον νά τοῦ φανερώσει πιό ἔντονα τά σημάδια τῆς παρουσίας Του καί νά τόν ὁδηγήσει στή σωτήρια ὁμολογία: ῾ὁ Κύριός μου καί ὁ Θεός μου᾽.

1. Ἡ ἀπιστία τοῦ Θωμᾶ ἔτσι γίνεται καλή ἀπιστία. Ὅσο παράδοξα κι ἄν ἠχεῖ τοῦτο, ἡ πραγματικότητα εἶναι αὐτή: ὑπάρχει καλή, ἀλλά καί κακή ἀπιστία. Καλή ἀπιστία εἶναι αὐτή πού σέ πρώτη φάση ἐγκλωβίζει τόν ἄνθρωπο στήν ἀμφισβήτηση καί τήν ἄρνηση, θέτοντάς του ὡς προτεραιότητα τήν πίστη στή λογική καί τίς αἰσθήσεις. ῾᾽Εάν μή ἴδω, οὐ μή πιστεύσω᾽. Εἶναι ὁ σκεπτικισμός πού συναντᾶμε πολλές φορές μέσα στίς εὐαγγελικές διηγήσεις, σάν τήν περίπτωση γιά παράδειγμα τοῦ Ναθαναήλ, ὅταν καλεῖται νά γνωρίσει τόν Μεσσία ἀπό τόν φίλο του Φίλιππο - ῾ἐκ Ναζαρέτ δύναταί τι ἀγαθόν εἶναι;᾽ - ἤ σάν τήν περίπτωση τοῦ τραγικοῦ πατέρα πού προσφεύγει μέν στόν ᾽Ιησοῦ γιά νά θεραπεύσει τό παιδί του, ἀλλά γεμάτος ἐρωτηματικά καί ἀμφισβήτηση: ῾᾽Αλλ᾽ εἴ τι δύνασαι, βοήθησον ἡμῖν᾽. Κι ὁ Κύριος τήν ἀμφισβήτηση καί τόν σκεπτικισμό αὐτόν δέν τά ἀπορρίπτει. Τά παίρνει ὡς τά πρῶτα ἐναύσματα τῆς πίστεως, πού θά ὁδηγήσουν στή στέρεα καί βεβαία πίστη. Διότι βλέπει ὅτι ἡ ἀπιστία αὐτή πηγάζει ἀπό μιά καρδιά πού πάσχει καί ἀγωνιᾶ.
 ῎Ετσι τό γνώρισμα τῆς καλῆς ἀπιστίας φαίνεται νά εἶναι αὐτό: ἡ ὀδυνωμένη καρδιά τοῦ ἀνθρώπου, πού παλεύει μεταξύ τῆς πίστεως καί τῆς ἀπιστίας. ῾Πιστεύω, Κύριε,᾽ - γιά νά θυμηθοῦμε καί πάλι τό προαναφερθέντα πατέρα - ῾βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ᾽. Θυμᾶται κανείς ἐδῶ καί τό παρόμοιο γεγονός ἀπιστίας πού πέρασε καί ὁ Γέρων Παΐσιος στά παιδικά του χρόνια (᾽Αρσένιος τότε), ὅταν ἡ ἀπιστία ἑνός φοιτητῆ κλόνισε τίς μέχρι τότε βεβαιότητές του. Καί μᾶς περιγράφει τήν ὀδύνη τῆς καταστάσεως αὐτῆς: ῾Θόλωσε ὁ πνευματικός μου ὁρίζοντας. Γέμισα ἀπό ἀμφιβολίες. Θλίψη κατέλαβε τήν ψυχή μου᾽. Εἶναι ἡ παρόμοια κατάσταση πού περνάει κάθε ἄνθρωπος, μέχρις ὅτου στερεωθεῖ στήν πίστη του στόν Χριστό, γεγονός πού σημαίνει ὅτι ἡ φάση αὐτή τῆς ἀπιστίας δέν θεωρεῖται ὡς κάτι ἀρνητικό καί παράδοξο, ἀλλά φυσιολογικό σκαλοπάτι στήν πορεία τῆς πνευματικῆς ὡριμάνσεως τοῦ ἀνθρώπου.

2. Πότε ἡ ἀπιστία θεωρεῖται κακή; Ὅταν δέν θεωρεῖται καρπός ἐσωτερικῆς πάλης, ἀλλά ἀφορμή γιά νά ὁριστικοποιηθεῖ ἡ ἀπομάκρυνση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν Χριστό, κάτι πού προφανῶς ἔχει ἤδη ἀποφασιστεῖ ἀπό αὐτόν. Μέ ἄλλα λόγια, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἀποφασίσει νά δουλεύει στά πάθη του, ὅταν ἡ προτεραιότητά του εἶναι ἡ ἐμπαθής προσκόλλησή του στόν κόσμο τοῦτο, εἴτε ὡς φιληδονία εἴτε ὡς φιλοδοξία καί φιλαργυρία, ὅταν μέ ἄλλα λόγια τήν πρώτη θέση τήν καταλαμβάνει ὁ ἑαυτός του, τότε τήν ἀπιστία τήν χρησιμοποιεῖ ὡς ἀφορμή γιά νά δικαιώσει τίς ἐπιλογές του. Στήν περίπτωση αὐτή δέν βοηθεῖται ἀπό τή χάρη τοῦ Θεοῦ κατά τρόπο θετικό, ἤ μᾶλλον βοηθεῖται, ἀλλά μέ τρόπο πού παραπέμπει στό ῾φοβερόν τό ἐμπεσεῖν εἰς χεῖρας Θεοῦ ζῶντος᾽. Ἡ περίπτωση τοῦ προδότη μαθητῆ τοῦ Χριστοῦ ᾽Ιούδα, πού καί αὐτός πέρασε ἀπό τό καμίνι τῆς ἀπιστίας, εἶναι, νομίζουμε, ἐν προκειμένῳ ἐνδεικτική.

3. Ποιό φαίνεται νά εἶναι τό ἀποφασιστικό σημεῖο τοῦ περάσματος ἀπό τήν ἀπιστία στήν πίστη; Ἡ ὕπαρξη ἑνός ἔστω ἐλάχιστου ποσοστοῦ ταπείνωσης, δηλαδή ἡ ἀμφισβήτηση τοῦ ἀπόλυτου τῶν ἐπιλογῶν τοῦ ἴδιου τοῦ ἀνθρώπου, πού τόν κάνει νά ἐμπιστευτεῖ τήν κοινή ἐμπειρία τῶν ἄλλων καί πού τόν ὁδηγεῖ στήν ᾽Εκκλησία. Ὁ Θωμᾶς κατορθώνει νά ἀπεγκλωβιστεῖ ἀπό τήν ἀπιστία του, μόλις ἀποφασίζει νά βγεῖ ἀπό τό ῾καβούκι᾽ του. Ἡ ταπείνωση πού ἐπιδεικνύει, ὡς στροφή πρός τούς ἄλλους καί ὄχι τόν ἑαυτό του, εἶναι τό ρίσκο πού ἀναλαμβάνει γιά νά μπεῖ στό χῶρο τῆς ἔκπληξης: τῆς ἐμπειρίας τοῦ ἀναστημένου Χριστοῦ. Ὁ Κύριος βλέπουμε ὅτι ἐκεῖ τοῦ φανερώνεται: στή σύναξη τῶν μαθητῶν, στήν ᾽Εκκλησία, καί ὄχι στό θολό σύννεφο τῶν λογισμῶν τῆς μοναξιᾶς του. Καί τόν καλεῖ μ᾽ ἕναν ἀπόλυτα προσωπικό τρόπο, πού διαλύει τίς ἀμφιβολίες του: ῾φέρε τόν δάκτυλόν σου ὧδε καί ἴδε τάς χεῖράς μου, καί φέρε τήν χεῖρά σου καί βάλε εἰς τήν πλευράν μου, καί μή γίνου ἄπιστος, ἀλλά πιστός᾽. Ἡ συγκλονιστική αὐτή ἐμπειρία τοῦ Θωμᾶ τόν ὁδηγεῖ πιά στή φυσιολογική στάση τῶν πιστῶν μαθητῶν: στήν προσκύνηση τοῦ Χριστοῦ καί στήν ὁμολογία τῆς πίστεως: ῾ὁ Κύριός μου καί ὁ Θεός μου᾽.

4. ῎Ετσι ἡ πίστη στήν ᾽Ανάσταση τοῦ Κυρίου διαπιστώνεται ὅτι εἶναι γεγονός βιούμενο στήν ᾽Εκκλησία καί μόνον ἐκεῖ. Μόνον ὁ ἐν τῇ ᾽Εκκλησίᾳ ζῶν καί μάλιστα αὐτός πού ἀγωνίζεται νά βαδίζει τήν ὁδό τοῦ Κυρίου, δηλαδή νά τηρεῖ τίς ἅγιες ἐντολές Του, μπορεῖ καί νά βλέπει καί νά νιώθει τήν ἀναστημένη παρουσία ᾽Εκείνου. ῾Ὅτι ἑώρακάς με, πεπίστευκας. Μακάριοι οἱ μή ἰδόντες καί πιστεύσαντες᾽. Πέραν τοῦ γεγονότος μέ τόν Θωμᾶ, ὁ Κύριος τό εἶχε προείπει στούς μαθητές Του, στήν ἐκτεταμένη διδασκαλία Του στά πλαίσια τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου: μετά τή Σταυρική Του θυσία θά εἶναι ὁρατός καί θά Τόν αἰσθάνονται μόνον οἱ μαθητές Του. Στήν ἔνσταση τοῦ ᾽Ιούδα, ὄχι τοῦ ᾽Ισκαριώτη, ῾Κύριε, καί τί γέγονεν ὅτι ἡμῖν μέλλεις ἐμφανίζειν Σεαυτόν καί οὐχί τῷ κόσμῳ;᾽, στήν ἔνσταση δηλαδή τῆς κοσμικῆς λογικῆς πού ἀπαιτεῖ μιάν ἐξωτερική ἐπιβολή καί νίκη κατά τῶν ἐχθρῶν τῆς πίστεως, ὁ Κύριος εἶναι ἀπόλυτος καί σαφής: Μόνον ὅποιος τηρεῖ τίς ἐντολές Του, συνεπῶς οἱ πιστοί μαθητές Του, θά Τόν ζοῦν καί θά Τόν βλέπουν. ῾᾽Εάν τις ἀγαπᾷ με, τόν λόγον μου τηρήσει, καί ὁ πατήρ μου ἀγαπήσει αὐτόν, καί πρός αὐτόν ἐλευσόμεθα καί μονήν παρ᾽ αὐτῷ ποιήσομεν᾽.

Κι εἶναι τοῦτο καί ἡ μόνιμη ἀπάντηση, πέραν τῶν ὅσων εἴπαμε, γιά τό πῶς βεβαιώνεται κανείς στήν πίστη τοῦ Χριστοῦ: μόνον διά τῆς ἀγάπης στόν συνάνθρωπο. ῾Πίστις δι᾽ ἀγάπης ἐνεργουμένη᾽, πού σημειώνει ὁ ἀπ. Παῦλος. Μέ ἄλλα λόγια, ὅταν ἡ ἀμφιβολία καί ἡ ἀπιστία ἀρχίζουν νά μέ ταλαιπωροῦν, ἡ ἀπάντηση εἶναι νά θερμαίνω τήν καρδιά μου ἐντονότερα γιά τόν κάθε πλησίον μου καί μάλιστα τόν θεωρούμενο ἐχθρό μου. Τήν ὥρα πού θά παλεύω ν᾽ ἀγαπῶ ἐκεῖνον μέ τόν ὁποῖο φαίνεται νά ἔχω πρόβλημα, τήν ὥρα ἀκριβῶς αὐτή θά νιώθω καί τή χάρη τοῦ ἀναστημένου Χριστοῦ νά εἰσρέει στήν καρδιά μου. Εἶναι μιά ἐμπειρία τῆς ᾽Αναστάσεως πού βεβαίως, εἶναι αὐτονόητο, πρέπει κανείς νά πειραματιστεῖ στόν ἴδιο του τόν ἑαυτό γιά νά τή νιώσει.
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΑΝΤΙΠΑΣΧΑ (ΘΩΜΑ)
Απόστολος: Πραξ. ε΄ 12-20
Ευαγγέλιο: Ιω. κ΄ 19-31
27 Απριλίου 2014

«Των θυρών κεκλεισμένων… διά τον φόβον των Ιουδαίων, ήλθεν ο Ιησούς και έστη εις το μέσον και λέγει αυτοίς∙ ειρήνη υμίν»



Σφαλισμένες ήταν οι πόρτες  του υπερώου, αγαπητοί αδελφοί όπου είχαν συναχθεί, καταπτοημένοι και περίφοβοι, οι μαθητές. Και χωρίς να τις ανοίξει, τις πέρασε ο αναστημένος Κύριος, στάθηκε στη μέση, έγινε ορατός κι ακουστός στους φίλους του και τους χαιρέτησε: Ειρήνη σε σας. Έγινε ακριβώς εκείνο που δεν περίμεναν, εκείνο όπου δεν πήγαιναν οι  λογισμοί τους. Οι Μυροφόρες τους είχαν ήδη αναγγείλει την Ανάσταση, αλλά αυτοί δεν τις είχαν πιστέψει, θεωρώντας τα λόγια τους παραλήρημα. Τι περίμεναν οι απόστολοι; Να έλθουν οι Ιουδαίοι και να τους πάρουν κι αυτούς, όπως τον διδάσκαλό τους, για να τους οδηγήσουν στη σφαγή. Ποιος άλλος θα μπορούσε να τους σκεφτεί; Ποιος άλλος θα είχε λόγο να έλθει εκεί και να ασχοληθεί μαζί τους; Εκείνος που τους αγαπούσε, που είχε όσο κανείς άλλος θέση στον όμιλο τους, ο γλυκύτατος Κύριος, ήταν αποθεμένος άπνους στους κόλπους της γης. Οι όχλοι, που εδώ και λίγες μέρες τον είχαν υποδεχθεί με τα κλαδιά των φοινίκων κι είχαν ζηλέψει τους φίλους και τους διαλεχτούς του, τώρα ούτε τους σκέφτονταν καν. Κι αν τους σκέφτονταν, θα ένοιωθαν περιφρόνηση. Μονάχα οι Ιερείς, οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι, έχοντας θανατώσει τον Χριστό, θα ήθελαν ίσως να βάλουν χέρι και στους στενούς φίλους του. Μονάχα αυτοί ίσως να συλλογίζονταν τους αποστόλους και να έστελναν μιαν άλλη σπείρα να τους πιάσει.

Αλλά να, που δεν έγινε έτσι. Δεν συνέβη το κακό που η ανθρώπινη ολιγοπιστία προσδοκούσε, αλλά το μέγιστο καλό που η θεία αγάπη και δύναμη είχαν ετοιμάσει. Ο Ιησούς, με σάρκα και οστά, αναστημένος από τον τάφο, διάβηκε με το ένδοξο, άφθαρτο και πνευματικό σώμα του, τις κλειστές πόρτες του υπερώου, παρουσιάστηκε στους φίλους του και τους ξαναχαιρέτησε με τον αξέχαστο και γλυκύτατο εκείνο χαιρετισμό, που τόσο συχνά τους είχε αποτείνει: «Ειρήνη υμίν».

Ειρήνη σε σας. «Ας σκορπίσουν από τις ψυχές σας ο φόβος και η απόγνωση. Ας αιθριάσει ο νους σας.  Κοιτάξτε τα χέρια μου και την πλευρά μου. Εγώ είμαι, ο ίδιος. Εγώ είμαι, ο Δεσπότης και διδάσκαλος σας. Ο Άδης δεν με κράτησε, το σκότος δεν με κατάπιε, η φθορά δεν με κυρίευσε. Ο τάφος με ξενοδόχησε για λίγο, η γη με φύλαξε προς ώρας. Αναστήθηκα από τους νεκρούς και ήλθα να σας δω, να μιλήσω μαζί σας, να φάω από το φαί σας. Ας έλθει λοιπόν, η ειρήνη στις ταραγμένες καρδιές σας, ας αναστηθεί ξανά η πίστη σας».

«Είπεν ουν ο Ιησούς πάλιν αυτοίς· ειρήνη υμίν».

Ειρήνη σε σας, άλλη μια φορά. Όπως με έστειλε ο Πατέρας μου, έτσι και εγώ τώρα στέλνω εσάς.

«Και τούτο ειπών ενεφύσησε και λέγει αυτοίς• λάβετε Πνεύμα Άγιον». Πάρτε, δεχτείτε το Άγιο Πνεύμα, που με αυτό ο Πατέρας μου με σήκωσε από το μνήμα και με δόξασε. Δεχτείτε το ζωοποιό Πνεύμα, για να σηκωθείτε κι εσείς από χάμω, όπου κείτονται η πίστη σας, η αγάπη σας, η ελπίδα σας. Αναστηθείτε και εσείς στην καινούργια, την αθάνατη ζωή. Εγερθείτε, για να μη γνωρίσετε από δω και πέρα την ακινησία και το συμμάζωμα, αλλά να διατρέξετε την οικουμένη σαν αετοί και να φέρετε στις ψυχές το φως της Αναστάσεως μου. Λάβετε το Πνεύμα του Πατρός μου, για να περάσετε κι εσείς, όπως εγώ από τον σφραγισμένο τάφο και τις κλειστές αυτές πόρτες, για να περάσετε και εσείς απ’ όλα τα εμπόδια και να δώσετε σε όλους την ειρήνη που εγώ σας δωρίζω.

«Εχάρησαν ουν οι μαθηταί ιδόντες τον Κύριον», σημειώνει ο ευαγγελιστής, αγαπητοί αδελφοί. Ποιοι μαθητές; Όχι όλοι, αλλά οι δέκα μόνο. Διότι έλειπαν δύο. Ένας, που δεν επρόκειτο να ξαναγυρίσει ποτέ πιά, ο προδότης. Κι ένας, που άξιζε περισσότερο απ’ όλους να δει αυτή την ημέρα τον Κύριο, ο Θωμάς ο δίδυμος. Γιατί ήταν μια καρδιά πιο δυνατή από τις άλλες. «Θωμάς δε εις εκ των δώδεκα, ο λεγόμενος Δίδυμος, ουκ ην μετ’ αυτών ότε ήλθεν ο Ιησούς», σημειώνει πάλι ο ευαγγελιστής. Δεν ήταν, λοιπόν, μαζί τους. Είχε βγει έξω, ίσως για να προμηθευτεί τρόφιμα, ίσως για να μάθει τίποτε από τις προθέσεις των εχθρών του Χριστού. Δεν φοβόταν αυτός, όπως οι άλλοι. Δεν τον ένοιαζαν οι κίνδυνοι. Και πώς αυτό πράγματι έτσι ήταν, το βλέπεις από τη συμπεριφορά αυτού του μαθητού σε μια άλλη περίσταση, που την αναφέρει ο ίδιος ευαγγελιστής, ο Ιωάννης. Όταν ο Κύριος ξεκίνησε να πάει στη Βηθανία, για να αναστήσει τον Λάζαρο, οι άλλοι μαθητές θέλησαν να τον αποτρέψουν, γιατί οι Ιουδαίοι σχεδίαζαν να τον λιθοβολήσουν. Τότε ο Θωμάς μπήκε στη μέση και τους είπε:

-        Άγωμεν και ημείς, ίνα αποθάνωμεν μετ’ αυτού. Αυτός, λοιπόν, ο γενναίος μαθητής έλειπε, όταν για πρώτη φορά είδαν οι απόστολοι τον αναστημένο Κύριο. Κι ήταν, ακριβώς για τη γενναιότητα του, εκείνος που άξιζε πιο πολύ απ’ όλους αυτή τη χαρά.

Αλλά ο Ιησούς του την επεφύλαξε ξεχωριστή. Ήλθε ύστερα από οχτώ μέρες ειδικά γι’ αυτόν. Και του σκόρπισε μονομιάς τη φυσική και δικαιολογημένη δυσπιστία που έδειξε, όταν οι συμμαθητές του, του ανήγγειλαν ότι είχαν δει τον Κύριο.

Γιώργος Σαββίδης
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ

Κυριακή 27η Απριλίου 2014

        Την πρώτη και δεύτερη εμφάνιση στους Μαθητάς Του, Του Αναστημένοι Κυρίου μας, μας εξιστορεί σήμερα στο Ιερό Ευαγγέλιο ο Ευαγγελιστής Ιωάννης.

            Και οι δύο αυτές εμφανίσεις συνέβηκαν στο υπερώο των Ιεροσολύμων, εκεί που έγινε και ο Μυστικός Δείπνος.

            Η πρώτη εμφάνιση έγινε το δειλινό της ημέρας της Αναστάσεως. Ο Κύριος εμφανίζεται με τρόπο θαυμαστό. Ενώ οι πόρτες ήταν κλειστές, ήλθε, στάθηκε στο μέσον του χώρου και είπε: "Ειρήνη ὑμῖν." Έπειτα, για να πεισθούν οι Μαθητές ότι πραγματικά Αυτός είναι ο Διδάσκαλος τους, τους έδειξε τα πανάγια χέρια Του και την πλευρά Του, που έφεραν εμφανή τα σημεία της Σταυρικής Του θυσίας. Όπως ήταν επόμενο, χάρηκαν οι Μαθητές, με την απρόοπτη αυτή συνάντηση. Ο Ιησούς τους είπε και πάλι: "Ας είναι ειρήνη σε σάς! Καθώς με απέστειλε ο Επουράνιος Πατέρας μου για το έργο της σωτηρίας, έτσι και εγώ σάς στέλνω, ως συνεχιστές του έργου μου! Μετά τους ενεφύσησε τα πρόσωπα και έτσι, τους μετέδωσε το Άγιο Πνεύμα και την πνευματική εξουσία, να γίνουν φορείς της Χάριτος του Θεού και δι΄ αυτών να συγχωρούνται από τον Θεό οι αμαρτίες των πιστών.

            Στην συνάντηση αυτή απουσίαζε ο Θωμάς. Όπως ήταν φυσικό, οι Μαθηταί είπαν στον Θωμά τα σχετικά με την εμφάνιση αυτή. Και ο Θωμάς από έκπληξη, από θαυμασμό, από αγάπη πολλή για τον Χριστό, αλλά και από ανθρώπινη θα λέγαμε αδυναμία, ήθελε ο ίδιος να δει τον Κύριο, να Τον ψηλαφίσει, για να βεβαιωθεί απόλυτα για την πραγματικότητα του γεγονότος. Και ο Παντογνώστης Θεός μας, ο οποίος γνωρίζει τα πάντα, προς Χάρη του Μαθητού του Θωμά, καταδέχθηκε ύστερα απο οκτώ πάλι ημέρες, να εμφανισθεί ξανά, στον ίδιο τόπο, με τον ίδιο θαυμαστό τρόπο και με τον ίδιο χαιρετισμό.

            Τώρα, στην δεύτερη αυτή εμφάνιση Του Σωτήρα μας Χριστού, είναι και ο Θωμάς. Κατάπληκτος αντικρύζει Τον Θείο του Διδάσκαλο, ο Οποίος τον προτρέπει να τον ψηλαφίσει, για να πεισθεί. Παρά ταύτα, ο Θωμάς δεν ετόλμησε να το κάνει αυτό. Αλλά με πολλή δυνατή πίστη προσκυνά τον Κύριο και ομολογει: "Πιστεύω, ότι εσύ είσαι ο Κύριος μου και ο Θεός μου!"

            Και στο τέλος, ο Θεάνθρωπος διεκήρυξε κάτι το πάρα πολύ σπουδαίο: "Μακάριοι οἱ μή ἰδόντες και πιστεύσαντες" Δηλαδή: "Ευτυχείς είναι όσοι παρά το ότι δεν είδαν, εν τούτοις επίστευσαν."

            Στο γεγονός αυτό που σήμερα ακούσαμε στο Ιερό Ευαγγέλιο, θαυμάζομε την Παντοδυναμία του Θεού, ο Οποίος ως Παντοδύναμος και "πανταχού Παρών", έχει την δυνατότητα να ξεπερνά τους φυσικούς όρους και να εισέρχεται και όταν οι πόρτες είναι κλειστές.

            Αλλά θαυμάζουμε όμως και την άπειρη φιλανθρωπία Του. Η φιλανθρωπία Του τον οδήγησε στον Σταυρό, στον τάφο, στην Ανάσταση. Και η φιλανθρωπία Του τώρα τον κάνει να πραγματοποιήσει και την δεύτερη αυτή εμφάνισή Του, για τον Μαθητή Του Θωμά. Ο Ιερός Χρυσόστομος αναφερόμενος στην φιλανθρωπία Του αυτή γράφει: "Καί χάρη μιας ψυχής παρουσιάζει τον Εαυτό Του με τα σημάδια των πληγών και έρχεται να σώσει τον ένα, τον Θωμά…"

            Αυτή την φιλανθρωπία Του εξυμνεί και ψάλλει και ο ιερός υμνογράφος στην υμνολογία της σημερινής Κυριακής και γράφει: "φιλάνθρωπε, μέγα και ανείκαστον το πλήθος των οικτιρμών Σου. Ότι εμακροθύμησας υπο Ιουδαίων ραπιζόμενος, υπό Αποστόλου ψηλαφώμενος και υπό αθετούντων Σε πολυπραγμονούμενος." Δηλαδή: "Φιλάνθρωπε, μέγα είναι και απερίγραπτο το πλήθος των εκδηλώσεων της αγάπης Σου, αφού καταδέχθηκες να ραπισθείς από τους Ιουδαίους, να ψηλαφηθείς από τον Θωμά και να γίνεις αντικείμενο έρευνας από όλους που δεν Σε δέχθηκαν!"

            Ο Άγιος Απόστολος Θωμάς δεν ήταν άπιστος, όπως πολλοί με ασέβεια τον ονομάζουν. Και αυτοί αμαρτάνουν. Η φαινόμενη ως απιστία του, είναι "καλή". Αυτό τονίζει και ο υμνογράφος, όταν ψάλει: " Ω καλή ἀπιστία τοῦ Θωμά!". Αν ήταν κακοπροαίρετη η απιστία του, θα ήταν απλά απιστία, με ό,τι αρνητικό συνεπάγεται η απιστία. Δεν θα ήταν καλή απιστία. Επομένως, απιστία δεν υπήρχε στον ένδοξο αυτόν Απόστολο.

            Ο Μέγας Αθανάσιος γράφει: "Ο Θωμάς ποθώντας να δει Τον Ιησού, δεν δέχθηκε την προφορική είδηση."

            Ο Θωμάς δεν απιστεί, αλλά αμφιβάλλει ανθρώπινα. Εξ΄ άλλου, ο Κύριος μας του είπε: "Μή γίνου ἄπιστος, ἀλλά πιστός". Δηλαδή: "Μή γίνεις στο μέλλον άπιστος, αλλά να είσαι πάντοτε πιστός." Δηλαδή, προλαβαίνει την ενδεχόμενη απιστία, την μελλοντική απιστία του Μαθητή Του. Δεν την ελέγχει. Εάν ο Θωμάς ήταν άπιστος, τότε ο Κύριος μας θα του έλεγε: "Μήν είσαι άπιστος". Άλλο πράγμα σημαίνει το "είμαι" και άλλο πράγμα σημαίνει το "γίνομαι".

            Αλλά και οι θείοι λόγοι "μακάριοι οἱ μή ἰδόντες καιί πιστεύσαντες" είναι το πιο εύγλωττο και ισχυρό κήρυγμα της ευαγγελικής αυτής περικοπής.

            Όλοι μας έχουμε ανάγκη απο την χριαστιανική πίστη. Η πίστη με τα έργα και με την Θεία Χάρη μας σώζει. Η πίστη μάς οδηγεί στην ένωσή μας με τον Τριαδικό Θεό.

            Ο Νικηφόρος Θεοτόκης παρατηρεί: "Αδελφοί, εμείς ούτε σαν τους Αποστόλους είδαμε τον Κύριο, ούτε σαν τον Θωμά, εζητήσαμε να δούμε τα σημάδια των πληγών Του. Μόνο που ακούσαμε την Ευαγγελική Του διδασκαλία και πιστέψαμε πως Αυτός είναι ο Υιός του Θεού και ο Λυτρωτής του κόσμου. Ο Κύριος μακαρίζει τους μη ιδόντας και πιστεύσαντας. Αλλά για να γίνουμε και εμείς άξιοι αυτού του μακαρισμού, πρέπει η πίστη μας να είναι πίστη δι΄ αγάπης ενεργουμένης και διά καλών έργων τελειουμένη!"

            Και μαζί με τον Άγιο Θωμά να επαναλαμβάνουμε εσώψυχα: "Ο ΚΥΡΙΟΣ ΜΟΥ ΚΑΙ Ο ΘΕΟΣ ΜΟΥ ΔΟΞΑ ΣΟΙ!", Αμήν!

π. Α. Μ.
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ – 27 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2014
 Ιερά Μητόπολις Σερβίων και Κοζάνης

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ

(Ἰω. 20, 19-31)

Τή στάση τοῦ Θωμᾶ, ἀγαπητοί ἀδελφοί, συνηθίσαμε νά τή βλέπουμε σάν κάτι πού θά πρέπει νά προσπαθήσουμε ν’ ἀποφύγουμε, ἀλλά αὐτή ἡ θεώρηση ὀφείλεται σέ παρεξήγηση. Ὁ Θωμάς δέ θέλει ν’ ἀρκεστεῖ στίς διαβεβαιώσεις τῶν ἄλλων μαθητῶν καί ζητάει νά δεῖ ὁ ἴδιος τόν Κύριο. Ὁ ὑμνωδός ἀποκαλεῖ αὐτή τήν ἀπιστία «καλή», γιατί ὁδηγεῖ τίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων στήν «ἐπίγνωση».

Πραγματικά, ὅταν ἀρκούμαστε στίς διαβεβαιώσεις τῶν ἄλλων, δεχόμαστε κάτι πού δέν τό διαπιστώσαμε καί δέν τό γνωρίζουμε οἱ ἴδιοι. Ἔτσι δεχόμαστε τήν ἀλήθεια σάν ἕνα λογικό συμπέρασμα, σάν μία νοητική σκέψη. Ὅμως ἡ ἀλήθεια δέν εἶναι μία σκέψη, ἀλλά μία ὁλοζώντανη πραγματικότητα. Ἡ διαβεβαίωση ἐκείνου πού βίωσε μία πραγματικότητα ἔχει μία ἀναμφισβήτητη δύναμη, ἀλλά ἡ διαβεβαίωση ἐκείνου, πού τόν διαβεβαίωσε κάποιος ἄλλος, δέν εἶναι τόσο δυνατή· κι ὅσο ἡ διαβεβαίωση ἀπομακρύνεται ἀπό τό ἄμεσο βίωμα τῆς πραγματικότητας, τόσο χάνει τή δύναμή της.

Πολλοί «εὐσεβείς» ἄνθρωποι δέ φαίνεται νά ὑποπτεύονται ὅτι μία «καλή ἀπιστία» μπορεῖ νά εἶναι ἀσύγκριτα καλύτερη ἀπό μία «κακή πίστη», μία πίστη συμβατική, μή γνήσια. Πολλές φορές ἡ πίστη μας εἶναι ἀποτέλεσμα φόβου καί δειλίας. Εἶναι μία πίστη μέ τήν ὁποία μποροῦμε νά ἐξασφαλίζουμε τήν πνευματική μας τακτοποίηση, μία πίστη πού μᾶς προφυλάσσει ἀπό τήν περιπέτεια. Δηλαδή, μία πίστη πού δέν εἶναι πράγματι πίστη. Γι’ αὐτό καί δέν τολμᾶμε νά τήν ἀμφισβητήσουμε. Ὑποσυνείδητα φοβόμαστε ὅτι δέν ἔχουμε ἀρκετή

ἤ ἴσως ὅτι δέν ἔχουμε καθόλου πίστη κι ὁ φόβος μας αὐτός ἴσως νά μήν εἶναι ἀδικαιολόγητος.

Ἡ ζωή μας, παρά τίς διακηρύξεις πίστης πού κάνουμε, δείχνει ἀδιάψευστα τήν ἀπιστία μας. Διακηρύσουμε τήν πίστη μας στήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ, ἀλλά τό βάρος πού δίνουμε στούς τραπεζικούς μας λογαριασμούς καί στά κτήματά μας εἶναι ἀδιάψευτη ἀπόδειξη τῆς εἰδωλολατρίας μας. Ἔτσι ἡ πίστη μας τελικά εἶναι πολλά σκαλοπάτια πιό κάτω ἀπό τήν ἀπιστία κάποιων ἄλλων, πού εἶχαν καί τήν τιμιότητα καί τήν τόλμη ἀλλά καί ἀρκετή πίστη στήν πίστη τους, ὥστε νά τολμήσουν νά τήν ἀμφισβητήσουν.

Ἐκεῖνοι τολμοῦν αὐτή τήν πνευματική περιπέτεια, πού μπορεῖ νά ὁδηγήσει τόν ἄνθρωπο στήν ἀληθινή γνώση τοῦ Θεοῦ. Αὐτοί τολμοῦν νά ποῦν τό ἠρωϊκό: «ἄν δέν τόν δῶ ὁ ἴδιος, δέ θά τό πιστέψω». Καί λέγοντας αὐτό δείχνουν ὅτι ἔχουν ἀρκετή ἐλπίδα καί πίστη πώς θά τόν δοῦν. Ἐνῶ, ὅσοι ἀπό μᾶς δέν τολμᾶμε νά ποῦμε «ἄν δέν τόν δοῦμε, δέ θά πιστέψουμε», δείχνουμε ὅτι μέσα μας δέν πιστεύουμε πώς ὑπάρχει περίπτωση νά τόν δοῦμε καί γι’ αὐτό δέν τολμᾶμε νά τό διακινδυνεύσουμε. Δέ θέλουμε νά διακινδυνεύσουμε τήν πνευματική μας τακτοποίηση καί γι’ αὐτό δέν ριχνόμαστε στήν πάλη μέ τό Θεό.

Ὁ Θωμάς ὅμως τόλμησε νά ριχτεῖ σ’ αὐτή τήν πάλη. Τόλμησε νά πεῖ «ἄν δέν τόν δῶ ὁ ἴδιος, δέν θά τό πιστέψω». Καί μ’ αὐτή τήν τόλμη του ἔδειξε τήν πραγματική πίστη πού βρισκόταν κάτω ἀπό τήν ἐπιφανειακή ἀπιστία του, γιατί κανείς δέ μπαίνει σέ μία περιπέτεια ἀπό τήν ὁποία εἶναι βέβαιος ὅτι

θά βγεῖ χαμένος. Ἀλλά ὁ Θωμάς βγῆκε τόσο κερδισμένος, ὅσο κερδισμένος βγαίνει κι ὅποιος ἄνθρωπος ζητήσει νά δεῖ τό Θεό.

Ὁ Θωμάς ἔχει τό κουράγιο ν’ ἀναζητάει καί γι’ αὐτό τολμάει νά λέει στούς ἄλλους μαθητές «ἄν δέν τόν δῶ, δέν πείθομαι ἀπό τά λόγια σας». Αὐτή ἡ τόλμη τῆς ἀναζήτησης μίας ἄμεσης ἐπαφῆς μέ τήν ἀλήθεια εἶναι ἕνα δῶρο τοῦ Θεοῦ. Αὐτή ἡ τόλμη ὁδηγεῖ τόν Θωμά στήν πραγματική συνάντηση μέ τόν ἀναστημένο Χριστό.

Γιατί ὅμως στήν εὐαγγελική περικοπή μας ὁ Χριστός σχεδόν ἐπιπλήττει τόν Θωμά: «πείστηκες ἐπειδή μέ εἶδες μέ τά μάτια σου˙ μακάριοι ἐκεῖνοι πού χωρίς νά μ’ ἔχουν δεῖ, πιστεύουν»; Ἡ ἐπίπληξη αὐτή ἀναφέρεται στόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο ὁ Θωμάς θέλει νά συναντήσει τόν Χριστό. Δέν τόν ἐπιπλήττει γιατί ζητάει νά τόν συναντήσει ὁ ἴδιος, ἀλλά γιατί διαλέγει τό πιό χαμηλό δυνατό ἐπίπεδο συνάντησης, δηλαδή ἐκεῖνο τῶν αἰσθήσεων. Οἱ ἐνέργειες τῆς θείας Χάρης πού ὑποπίπτουν στίς αἰσθήσεις εἶναι λιγότερο συγκλονιστικές. Ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ ἐνεργεῖ μέ τρόπους πολύ συγκλονιστικότερους ἀπό ἐκείνους πού ὑποπίπτουν στίς αἰσθήσεις. Ὅμως ὁ Θωμάς, ὅπως κι ἐμεῖς πολλές φορές, δέν ἀναζητάει τίς τελευταῖες ἀλλά ἀρκεῖται στίς πρῶτες. Ἄν κάποιος νεκρός ἀναστηνόταν ἀπό τόν τάφο του, θά προκαλοῦσε κατάπληξη ἀκόμη καί στούς πιό πιστούς ἀνθρώπους, ἀλλά τίς πνευματικές ἀναστάσεις πού συμβαίνουν καθημερινά μόλις πού τίς παρατηροῦμε. Ποιός θάνατος ὅμως εἶναι φοβερότερος, ὁ φυσικός ἤ ὁ πνευματικός; Ποιοί εἶναι πραγματικά πεθαμένοι, οἱ ἅγιοι πού ἔχουν ταφεῖ πρίν ἀπό αἰῶνες ἤ οἱ ἄνθρωποι πού κινοῦνται πλάι μας

καί οἱ φυσικές τους λειτουργίες εἶναι τέλειες, ἀλλά ἡ καρδιά τους δέ μπορεῖ νά νιώσει ἴχνος ἀγάπης οὔτε γιά τό συνάνθρωπο οὔτε γιά τό Θεό;

Ὁ Χριστός, ἀγαπητοί ἀδελφοί, ἀνταποκρίνεται στήν ἀνάγκη τοῦ κάθε ἀνθρώπου κι ἐνσαρκώνεται γιά τόν κάθε ἄνθρωπο. Δηλαδή εἶναι πρόθυμος νά κατέβει καί νά τόν συναντήσει στό ἐπίπεδο πού ἐκεῖνος βρίσκεται. Ἔτσι ἔκανε μέ τό Ζακχαῖο, τή Χαναναία καί τόν ἑκατόνταρχο. Ζητάει ὅμως ἀπ’ ὅλους νά μήν ἀρκεστοῦν νά τόν συναντήσουν στό ἐπίπεδο τῶν αἰσθήσεων, ἀλλά νά προχωρήσουν στήν οὐσιαστική συνάντηση, πού γίνεται στό χῶρο τῆς καρδιᾶς.

Ἄς ἀναζητήσουμε κι ἐμεῖς τόν ἀναστημένο Χριστό κι ἄς τόν δοξολογήσουμε μέ ὕμνους, ὄχι βλέποντας τον μέ τά σωματικά μας μάτια ἀλλά πιστεύοντας τον μέ τόν πόθο τῆς καρδιᾶς. Ἄς ἀπομακρύνουμε ἀπό τήν ψυχή μας τήν κατήφεια τῶν παθῶν καί τή ζάλη τῶν λογισμῶν καί τότε θ’ ἀνθίσει στίς καρδιές μας ἡ ἄνοιξη τῆς πίστης. Μέ μία τέτοια προπαρασκευή θά μπορέσουμε νά συναντήσουμε τόν ἀναστημένο Χριστό πέρα ἀπό τό ἐπίπεδο τῶν αἰσθήσεων καί θ’ ἀξιωθοῦμε νά δοῦμε καί ν’ ἀκούσουμε «ὅσα μάτι δέ τά εἶδε κι οὔτε τ’ ἄκουσε αὐτί κι οὔτε πού τά ἔβαλε ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου, ὅσα ἑτοίμασε ὁ Θεός γιά ἐκείνους πού τόν ἀγαποῦν» (Α΄ Κορ. 2,9). Ἀμήν.
ΚΥΡΙΑΚΗ 27 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2014 – ΤΟΥ ΘΩΜΑ
(Ιω. κ΄ 19-31) (Πραξ. ε’ 12-20)
Ομολογία πίστεως
“Ο Κύριός μου και ο Θεός μου”


Κλεισμένοι στο υπερώο των Ιεροσολύμων ήταν οι δέκα μαθητές, αλλά απουσίαζε ο Θωμάς. Και αυτό γιατί τους διακατείχε μεγάλος φόβος μετά από τα όσα έζησαν κατά τη διάρκεια του Πάθους του Διδασκάλου τους. Ιδιαίτερα μετά το μεγάλο γεγονός της Αναστάσεως, ο κίνδυνος καταδίωξής τους ήταν ιδιαίτερα έντονος.

Έτσι εξηγείται γιατί το βράδυ της Αναστάσεως οι μαθητές ήταν τρομοκρατημένοι και βρίσκονταν σε αμηχανία για το τί έπρεπε να πράξουν. Ξαφνικά όμως και χωρίς να ανοίξει η πόρτα του υπερώου εμφανίσθηκε ο Αναστάς Κύριος και είπε: “Ειρήνη υμίν”. Βέβαια δεν εμφανίσθηκε με το φθαρτό ανθρώπινο σώμα, αλλά με το νέο, το αφθαρτοποιημένο. Η εμφάνιση αυτή συνδέεται πιο πολύ με την ανάγκη να τους ενημερώσει και να τους διαβεβαιώσει ότι το έργο της σωτηρίας του ανθρώπου, στο οποίο είχαν κληθεί να γίνουν συνεργοί και αυθεντικοί μάρτυρες, θα συνεχιζόταν. Για να τους στηρίξει λοιπόν στην πίστη και να μην τους αφήσει περιθώρια αμφιβολιών, τους έδειξε τα χέρια και την πλευρά Του προκειμένου να δουν τα σημάδια των πληγών Του που άφησε στο σώμα Του η Σταύρωση.

Παρών και ο Θωμάς

“Μεθ’ ημέρας οκτώ” στον ίδιο χώρο του υπερώου ο Αναστάς Κύριος πραγματοποιεί νέα εμφάνιση, παρόντος τώρα και του Θωμά, η οποίος έμελλε να διαδραματίσει σημαντικά ρόλο στη μαρτυρία του γεγονότος της Ανάστασης του Κυρίου. Όταν είχε έλθει στο χώρο, του διηγήθηκαν οι άλλοι μαθητές τα όσα συνέβησαν. Εκείνος από υπερβολικό ζήλο για να συναντήσει τον Κύριο τους είπε: “Εάν μη ίδω εν ταις χερσίν Αυτού τον τύπον των ήλων, και βάλω τον δάκτυλόν μου εις τον τύπον των ήλων, και βάλω την χείραν μου εις την πλευράν Αυτού, ου μή πιστεύσω”.

Ο εσωτερικός κόσμος του Θωμά δεν διέλαθε της προσοχής του Παντογνώστη Κυρίου. Φαινόταν καθαρά η καλή προαίρεσή του και ο μεγάλος σεβασμός που έτρεφε απέναντι στον Διδάσκαλό του. Έτσι ο Χριστός αφού του απηύθυνε τον ίδιο χαιρετισμό, είπε αμέσως στον Θωμά: “Φέρε τον δάκτυλό σου εδώ και βάλε το χέρι σου στην πλευράν μου και μήν μένεις άπιστος αλλά γίνε πιστός”.

Ο Κύριος του μίλησε τόσο απλά και ήρεμα που ο Θωμάς συγκλονίστηκε από τα βάθη της ψυχής του. Δονήθηκαν τόσο όμορφα οι χορδές της καρδιάς του που σε δίκην μουσικής μελωδίας απέδωσαν στην πιο ωραία αρμονία τη σωτήρια ομολογία: “Ο Κύριός μου και ο Θεός μου”.

Η ομολογία αυτή του Θωμά που είναι ομολογία πίστεως στην Θεότητα του Κυρίου μας, μπορεί να αποδίδεται και από τις χορδές της δικής μας καρδιάς και να εκπέμπεται σαν πράξη καθημερινής ζωής. Αυτό σημαίνει ότι η ομολογία του Θωμά μπορεί να εκφράζεται στην καθημερινή μας ζωή ως μια γεννήτρια πίστεως που να μας υποκινεί να επαναλαμβάνουμε κι΄ εμείς με τον δικό μας τρόπο: “Ο Κύριός μου και ο Θεός μου”.

Αγαπητοί αδελφοί, η ομολογία αυτή δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο φραστικά αλλά θα πρέπει να λειτουργεί σαν οδοδείκτης στην πορεία του κάθε ανθρώπου που αγωνίζεται για να ενωθεί με το Θεό. Η αναγνώριση της θεότητας του Αναστημένου Κυρίου μας γίνεται ιδιαίτερα μετά από την άξια συμμετοχή μας στο Ευχαριστιακό Δείπνο, το οποίο μας προσφέρει σε κάθε Θεία Λειτουργία ως ευκαιρία για να συνδεθεί το θνητό με το αθάνατο, το φθαρτό με το άφθαρτο, το κτιστό με το άκτιστο. Γι΄ αυτό και μετά τη μετάληψη της Θείας Κοινωνίας διακηρύσσουμε με βεβαιότητα ότι “είδομεν το Φως το αληθινόν” στη βάση της εμπειρικής διακήρυξης του Θωμά “Ο Κύριός μου και ο Θεός μου”.



Χριστάκης Ευσταθίου, Θεολόγος.
 Κυριακή του Θωμά – «Η σωτήριος ομολογία» (Μητροπολίτου Κυθήρων Σεραφείμ)

«Η ΣΩΤΗΡΙΟΣ ΟΜΟΛΟΓΙΑ»
«Ὁ Κύριός μου καί ὁ Θεός μου»
Ὀκτώ ἡμέρες μετά τήν ἔνδοξη Ἀνάστασί Του ὁ Θεῖος Λυτρωτής μας, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἐμφανίζεται πάλι στούς ἁγίους Μαθητές Του καί Ἀποστόλους, παρόντος αὐτή τή φορά καί τοῦ Θωμᾶ, «κεκλεισμένων τῶν θυρῶν» τοῦ οἴκου, στόν ὁποῖο ἦσαν συναγμένοι, συγκαταβαίνοντας στήν ἀδυναμία τοῦ Ἀποστόλου Θωμᾶ νά πιστεύσῃ στήν μαρτυρία καί διαβεβαίωσι τῶν συμμαθητῶν του ὅτι ἀναστήθηκε ὁ Χριστός καί τόν εἶδαν καί τόν προσκύνησαν Ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν. Θεϊκή συγκατάβασις ὄχι μόνο στήν ἀνθρώπινη ἀδυναμία του νά πιστεύση στή χαρμόσυνη εἴδησι πού τοῦ μετέφεραν οἱ ἄλλοι μαθητές τοῦ Χριστοῦ, αὐτόπτες τοῦ Ἀναστάντος Κυρίου, ἀλλά καί στήν ἔμμονη δήλωσί του ὅτι δέν θά πιστεύση, ἐάν δέν ἰδῆ προηγουμένως τό σημάδι τῶν καρφιῶν καί δέν βάλη τό δάκτυλό του στό σημεῖο αὐτό καί τό χέρι του στήν τρυπημένη ἀπό τήν λόγχη τοῦ στρατιώτη ἁγία πλευρά τοῦ Θεανθρώπου.

          «Κεκηρυγμένη καί ὡμολογημένη ἀπιστία - δυσπιστία. Ἐνυπάρχει ἰσχυρογνωμοσύνη καί εἰς αὐτήν τήν μορφήν τῶν λόγων του καί πρό παντός εἰς τήν ἐπανάληψιν τῶν ἰδίων λέξεων». Ὁ ἐκκλησιαστικός ἑρμηνευτής Εὐθύμιος Ζυγαβηνός παρατηρεῖ ὅτι : «Διά τοῦτο ὁ Θωμᾶς ἐγκαλεῖται - κατηγορεῖται. Διότι εἰς τούς συμμαθητάς του, πού ἦσαν ἀξιόπιστοι καί τόν διαβεβαίωναν γιά τήν θέασι τοῦ Ἀναστάντος δέν ἐπίστευσε».
Ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, ἀναφερόμενος στήν ὀλιγοπιστία τοῦ Θωμᾶ σχολιάζει ὅτι : «Νομίζω δέ ὅτι κατά μεγάλη οἰκονομία Θεοῦ εἶχε συμβῆ πρός καιρόν ἡ ὀλιγοπιστία τοῦ μαθητοῦ. Γιά νά πιστεύωμε χωρίς κανένα ἐνδοιασμό ἐμεῖς οἱ μεταγενέστεροι, μέ τήν πληροφορία πού μᾶς ἔδωσε, ὅτι ὁ Οὐράνιος Πατέρας διά τοῦ Υἱοῦ ἐζωογόνησε καί ἀνέστησε τήν σάρκα Του, πού ἦταν κρεμασμένη ἐπάνω στό ξύλο τοῦ Σταυροῦ καί ἐθανατώθηκε».
Ὁ ἱερός Χρυσόστομος σημειώνει ὅτι : «Ζητοῦσε τήν πίστι (καί τήν βεβαιοπιστία) μέ τήν παχύτατη αἴσθησι (τήν ἁφή) καί δέν ἐπίστευε στά μάτια του. Γιατί δέν εἶπε : Ἄν δέν ἰδῶ, ἀλλά ἄν δέν ψηλαφήσω ... μήπως τυχόν ἦταν φαντασία τό βλεπόμενο».
«Ἐσύ δέ, συνεχίζει ὁ θεῖος Χρυσόστομος, ὅταν ἰδῆς ἀπιστοῦντα τόν μαθητή, ἐννόησε τήν φιλανθρωπία τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ, πῶς καί γιά μιά ψυχή φανερώνει τόν ἑαυτό του νά ἔχη τραύματα καί ἔρχεται γιά νά διασώση καί τόν ἕνα».
«Ξανάρχεται ὁ Ἰησοῦς (μετά ἀπό ὀκτώ ἡμέρες), προσθέτει ὁ ἱερός Χρυσόστομος, καί δέν περιμένει νά ἀντιμετωπίση τίς ἀξιώσεις τοῦ δύσπιστου μαθητοῦ, οὔτε νά ἀκούση κάτι παρόμοιο, ἀλλά ἐνῶ ἐκεῖνος τίποτε δέν εἶπε, ὁ Θεάνθρωπος ἀφοῦ πρόφθασε ἔκανε αὐτά πού ἐπιθυμοῦσε».
Ὁ Κύριος συγκαταβαίνοντας στήν ἀδυναμία τοῦ Θωμᾶ τηρεῖ τούς ὅρους, πού τούς ὑπαγόρευσε ἡ δυσπιστία του, γιά νά μή μείνη αὐτός ἐγκλωβισμένος μέσα στά δίχτυα της. Σάν καλός ποιμένας ἀναζητεῖ τό ἀπολωλός πρόβατο καί τό ξαναφέρνει στήν ποίμνη, ἀπό τήν ὁποία κινδύνευε νά ἀποπλανηθῆ. «Ἡ συγκατάβασις καί ἀνοχή τοῦ Κυρίου, ἀλλά καί ἡ τρυφερότητά του πρός τόν ἀπιστήσαντα μαθητή εἶναι μοναδική καί ἀσύγκριτη».
Αὐτή ἡ μεγάλη συγκατάβασις καί μακροθυμία τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ ἀνακάλεσε στήν πίστι τόν δύσπιστο μαθητή μέ ἀποτέλεσμα ὄχι ἁπλῶς νά ἀναγνωρίση τόν Ἰησοῦν ὡς Κύριον, ἀλλά καί νά ὁμολογήση τήν θεότητά του τόσο πιό πολύ, ὅσο κανένας μέχρι τότε δέν τήν εἶχε ὁμολογήσει. Εἶπε μέσα ἀπό τήν καρδιά του τό «ὁ Κύριός μου καί ὁ Θεός μου». Ἔδωσε τήν σωτήρια ὁμολογία του. Ἄς τόν μιμῆται ὁ καθένας μας σέ ἀνάλογες στιγμές. Ἀμήν.-

† Ὁ Κ.Σ
 Κυριακή του Θωμά –«καὶ ἀπεκρίθη Θωμᾶς καὶ εἶπεν αὐτῷ, ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου»


Ἀπόστολος: Πράξ. ε´ 12-20
Εὐαγγέλιον: Ἰωάν. κ´ 19-31
«καὶ ἀπεκρίθη Θωμᾶς καὶ εἶπεν αὐτῷ, ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου»
Ὁ Ἀναστὰς Κύριος, τὴν ἑπομένην Κυριακὴ ("τῇ μιᾷ τῶν σαββάτων") ἀπὸ τὴν Κυριακὴ τῆς Ἀναστάσεως, ἐμφανίζεται στοὺς φοβισμένους μαθητὲς διά τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων καὶ τοὺς μεταδίδει μήνυμα εἰρήνης καὶ χαρᾶς. Τοὺς χαιρετίζει μὲ τὸν χαιρετισμὸ "εἰρήνη ὑμῖν", τὸν ὁποῖον ἐπαναλαμβάνει ἄλλες δύο φορές. Ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ δὲν εἶναι μία ἁπλὴ καθημερινὴ ἔκφραση χαιρετισμοῦ, ἀλλὰ ἔχει βαθύτερο νόημα. Ἐπάνω στὸν Σταυρὸ ὁ Χριστὸς σχίζει τὸ χειρόγραφο τῶν ἁμαρτιῶν τῆς ἀνθρωπότητος καὶ συμφιλιώνει τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸν Θεό. Ἐνεργεῖται τὸ μυστήριο τῆς καταλλαγῆς (συμφιλιώσεως) μεταξὺ ἀνθρώπων καὶ Θεοῦ ἀλλὰ καὶ μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων ποὺ καλοῦνται νὰ ζήσουν τὴν νέα πνευματικὴ πραγματικότητα τῆς ἐν Χριστῷ ἀδελφότητος, νὰ γίνουν μέλη τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀδελφοὶ ἐν Κυρίῳ.
Ὁ Κύριος δείχνει στοὺς μαθητὲς τὰ σημάδια τῆς Σταυρώσεως, τὶς πληγὲς στὰ χέρια καὶ τὴν πλευρά Του στὸ ἀναστημένο ἔνδοξο Σῶμα Του. Οἱ μαθητὲς "ἐχάρησαν ἰδόντες τὸν Κύριον".

Μετὰ τὴν μεγάλη θλίψη, τὸν φόβο, τοὺς λογισμοὺς ἀμφιβολίας ποὺ ἀκολούθησαν τὰ δραματικὰ γεγονότα τῆς Σταυρώσεως καὶ τῆς Ταφῆς τοῦ Χριστοῦ, ἔρχεται τὸ ἀδιαμφισβήτητο γεγονὸς τῆς Ἀναστάσεως, γιὰ νὰ χαροποιήσει τοὺς μαθητές. Ἡ χαρὰ τῶν μαθητῶν εἶναι καὶ δική μας χαρά, διότι ἡ Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου γίνεται γιὰ τοὺς πιστοὺς ἡ ἀπαρχὴ τῆς αἰωνίου ζωῆς (Ἰω. ια´ 25-26).
Ἀπὸ τὴν πρώτη αὐτὴ συνάντηση τοῦ Κυρίου μὲ τοὺς μαθητὲς ἀπουσίαζε ὁ Θωμᾶς. Ἐν ὅσῳ οἱ ὑπόλοιποι μαθητὲς βιώνουν τὴν χαρὰ τῆς Ἀναστάσεως καὶ τὴν βεβαιότητα τῆς παρουσίας τοῦ Κυρίου, ὁ Θωμᾶς ἐξακολουθεῖ νὰ βασανίζεται ἀπὸ λογισμοὺς ἀμφιβολίας καὶ ὀλιγοπιστίας. Γιὰ νὰ πιστεύσει θέλει ἁπτὲς ἀποδείξεις, νὰ ἀγγίσει τὶς πληγὲς τοῦ Κυρίου καὶ νὰ βεβαιωθεῖ γιὰ τὰ λεγόμενα τῶν ἄλλων μαθητῶν.
Δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἐκπλήσσει ἡ στάση τοῦ Θωμᾶ, διότι μὲ αὐτὴν ταυτίζεται ἡ πλειονότητα τῶν ἀνθρώπων, ποὺ δὲν ἀρκεῖται στὸν λόγο καὶ τὶς διαβεβαιώσεις τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ ζητοῦν τὸ κάτι περισσότερο, τὴν ἀκλόνητη ἀπόδειξη, τὸ ἀδιάσειστο τεκμήριο τοῦ δακτύλου ἐπὶ τῶν τύπων τῶν ἥλων. Ἡ πίστη μας πολλὲς φορὲς χωλαίνει ὅταν τὴν ἀναμειγνύουμε μὲ λογισμοὺς ἀμφιβολίας, ὅταν μὲ τὴν πεπερασμένη μας ἀνθρώπινη λογικὴ προσπαθοῦμε νὰ προσεγγίσουμε τὰ μυστήρια τοῦ Θεοῦ καὶ ἐν προκειμένῳ τὴν Ἀνάσταση.
Ἀλλὰ δὲν μποροῦμε νὰ μὴ θαυμάσουμε τὴν ἄκρα συγκατάβαση τοῦ Κυρίου ποὺ συγκατανεύει στὴν ἀδυναμία τοῦ Θωμᾶ καὶ ἐμφανίζεται "μεθ᾽ ἡμέρας ὀκτώ", γιὰ νὰ ἱκανοποιήσει τὸ αἴτημα τοῦ ὀλιγοπίστου ἢ δυσπίστου Θωμᾶ. Κατὰ θείαν οἰκονομίαν ἐπιτρέπει ὁ Θεὸς τὴν προσωρινὴ ὀλιγοπιστία τοῦ μαθητοῦ, γιὰ νὰ πληροφορηθοῦμε καὶ ἐμεῖς τὴν πραγματικότητα τῆς ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ προσηλώσεως τοῦ Κυρίου καὶ τῆς τριημέρου Ἀναστάσεως Αὐτοῦ. Ἡ ψηλάφηση τοῦ Θωμᾶ τῶν πληγῶν τοῦ Κυρίου βεβαιώνει ὅτι τὸ ἀναστημένο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἔνδοξο βεβαίως, δὲν εἶναι πνευματικὸ ἢ ἀερῶδες (φάντασμα, ὀπτασία) ἀλλὰ πρα γματικό, σαρκικό, ἁπτό. Ὁ Χριστὸς ἐπιτρέπει στὸν Θωμᾶ νὰ ἀγγίσει τὶς πληγὲς τῆς ἁγίας Αὐτοῦ χειρὸς καὶ ἔτσι διά τῆς ψηλαφήσεως τῆς ἁγίας σαρκός, κατὰ χάριν Θεοῦ οἱ πιστοὶ μετέχουμε τῆς μυστικῆς εὐλογίας, δεχόμενοι τὸν Χριστόν, γιὰ νὰ πιστεύσουμε καὶ ἐμεῖς στὸ γεγονὸς τῆς Ἀναστάσεως (Ἅγ. Κύριλλος Ἀλεξανδρείας).
Ἡ εὐλογημένη ἀπιστία τοῦ Θωμᾶ, κατὰ τὴν ἔκφραση τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου, καταλήγει στὴν μεγαλειώδη ὁμολογία πίστεως: "ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου". Μία ὁμολογία πίστεως ποὺ κονιορτοποιεῖ τοὺς ἀνὰ τοὺς αἰῶνες αἱρετικοὺς ποὺ ἀρνοῦνται τὴν θεότητα τοῦ Χριστοῦ, τὴν Σάρκωση τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου.
Τέλος, γιὰ νὰ μὴ ἀδικήσουμε τὸν Ἀπόστολο Θωμᾶ, ποὺ ἔλαβε τὸν χαρακτηρισμὸ τοῦ "ἀπίστου Θωμᾶ", ὀφείλουμε νὰ διευκρινήσουμε ὅτι καὶ οἱ ἄλλοι μαθητὲς ἀρχικῶς ἦσαν δύσπιστοι ("ἀπιστούντων αὐτῶν καὶ θαυμαζόντων" - Λουκ. κδ´ 41) καὶ ὅτι ἡ πίστη τοῦ ἀτυχῶς ἀποκαλουμένου "ἀπίστου Θωμᾶ" ἦταν τόσο μεγάλη, ὥστε πῆγε πολὺ πιὸ μακρυὰ ἀπὸ ὅλους τοὺς ἄλλους Ἀποστόλους. Ἔφθασε μέχρι τὴν μακρινὴ Ἰνδία, γιὰ νὰ κηρύξει τὸ Εὐαγγέλιο καὶ νὰ μαρτυρήσει γιὰ τὴν πίστη τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ.
Ἀρχιμανδρίτης π. Κύριλλος Κεφαλόπουλος
 ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΘΩΜΑΣ: Ο ΔΥΣΠΙΣΤΟΣ ΜΑΘΗΤΗΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
         Την πρώτη Κυριακή μετά την Ανάσταση η Εκκλησία μας τιμά τη μνήμη του αγίου ενδόξου αποστόλου Θωμά και διαβάζεται στις εκκλησίες η σχετική περικοπή της ψηλάφησης του Κυρίου από αυτόν. Δεν είναι τυχαία αυτή η επιλογή. Έρχεται να επιβεβαιώσει, μαζί με τις τόσες άλλες μαρτυρίες, ότι ο Κύριος αναστήθηκε όντως από τους νεκρούς. Ο Θωμάς κατά θεία παραχώρηση ζήτησε να έχει απτή εμπειρία της Ανάστασης του Χριστού. Να βάλλει τα χέρια του «επί των τύπων των ήλων» και να πιστέψει στο υπέρτατο γεγονός. 
      Το όνομά του στην αραμαϊκή γλώσσα «Τέομα» σημαίνει δίδυμος. Στο ιερό Ευαγγέλιο του δίδεται όντως η προσωνυμία «Δίδυμος» (Ιωάν.11,16). Οι αγιογραφικές πληροφορίες για το Θωμά είναι σχετικά λίγες και γι’ αυτό έχουν εγερθεί κατά καιρούς αυθαίρετες ερμηνείες για το πρόσωπό του. Προσπάθησαν να εντοπίσουν τίνος δίδυμος αδελφός ή αδελφής υπήρξε. Κάποιοι τον ταυτίζουν με τον αναφερόμενο από τον Ματθαίο (13,55) αδελφόθεο Ιούδα. Μάλιστα οι πολέμιοι του Χριστού συγγραφείς υποστηρίζουν ότι αυτός υπήρξε δίδυμος αδελφός του Κυρίου, παρά τις αντίθετες μαρτυρίες των Ευαγγελίων, θέλοντας να πλήξουν την υπερφυσική ενανθρώπηση του Θεού Λόγου! Αρχαία παράδοση, την οποία αποδέχεται η Εκκλησία μας ο Θωμάς ήταν δίδυμος αδελφός κάποιας Λυδίας ή Λυσίας. Κάποιοι άλλη παράδοση αναφέρει ότι ήταν δίδυμος αδελφός κάποιου Ελεάζαρ.

       Ο Θωμάς καταγόταν από την Αντιόχεια, σε αντίθεση με την πλειοψηφία των μαθητών, που ήταν Γαλιλαίοι (Ιωάν.21,2). Κλήθηκε από τον Κύριο να τον ακολουθήσει και αυτός υπάκουσε (Ματθ.10,3.Μάρκ.3,18.Λουκ.6,15). Γενικά υπήρξε από τους πιο αφοσιωμένους μαθητές, τον οποίο διέκρινε το θάρρος. Όταν οι άλλοι μαθητές προσπαθούσαν να αποτρέψουν το Χριστό να μεταβεί στη Βηθανία να αναστήσει το Λάζαρο, για το φόβο κακοποιήσεώς τους από τους φανατικούς Ιουδαίους, ο Θωμάς αψηφώντας τον κίνδυνο τους είπε: «άγωμεν και ημείς ίνα αποθάνωμεν μετ’ αυτού» (Ιωάν.11,16). Είναι η πρώτη φορά που ακούστηκε από μαθητή του Χριστού να ζητά να πεθάνει μαζί με τον Κύριο! Ταυτόχρονα υπήρξε και σχετικά ορθολογιστής. Στο Μυστικό Δείπνο δε δίστασε να ρωτήσει τον Κύριο: «Κύριε, ουκ οίδαμεν που υπάγεις και πως δυνάμεθα την οδόν ειδέναι;» (Ιωάν.14,5). Επίσης ήταν και σκεπτικιστής και δύσπιστος. Για να πιστέψει στην Ανάσταση του Κυρίου ζήτησε να έχει απτή βεβαίωση, να ψηλαφίσει με τα ίδια του τα χέρια τις πληγές του διδασκάλου του. Μετά την ψηλάφηση ομολόγησε με ενθουσιασμό και αυθορμητισμό: «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου» (Ιωάν.20,28).
      Αρχαία παράδοση αναφέρει ότι κήρυξε το Ευαγγέλιο στην Περσία και την αχανή χώρα των Ινδιών. Ως τα σήμερα θεωρείται ο φωτιστής των χωρών αυτών. Το τέλος της ζωής του υπήρξε μαρτυρικό. Οι φανατικοί ειδωλολάτρες τον θανάτωσαν δια λογχισμού. Η μνήμη του εορτάζεται στις 6 Οκτωβρίου.       
      Στο όνομα του Θωμά έχουν διασωθεί τρία απόκρυφα κείμενα του 2ου μ. Χ. αιώνα. Πρόκειται αναμφίβολα για ψευδεπίγραφα κείμενα αρχαίων αιρετικών γνωστικών, οι οποίοι θέλοντας να δώσουν κύρος στις αιρετικές τους δοξασίες, τις απέδωσαν στον απόστολο Θωμά. Αυτά τα κείμενα περιέχουν σοβαρές πλάνες και κακοδοξίες και γι’ αυτό δε θα πρέπει να τα εμπιστεύονται οι πιστοί, διότι τα χρησιμοποιούν οι χριστιανομάχοι για να πλήξουν την αξιοπιστία της χριστιανικής διδασκαλίας και ιδιαίτερα το Θείο Πρόσωπο του Λυτρωτή μας Χριστού. 
      Πολλοί αποκαλούν τον απόστολο Θωμά άπιστο. Δεν είναι σωστός αυτός ο χαρακτηρισμός του. Ο Θωμάς δεν υπήρξε άπιστος, αλλά δύσπιστος. Ζητούσε αποδείξεις για να βεβαιωθεί και να πιστέψει, όπως και έγινε. Ο Κύριος δεν του αρνήθηκε αυτή του την επιθυμία, γεγονός που σημαίνει ότι η πίστη μας στα
διδάγματα της Εκκλησίας μας, δεν είναι, και δεν πρέπει να είναι, παθητική και απόλυτα άκριτη κατάσταση, αλλά προϊόν ελεύθερης επιλογής. Ο απόστολος Φίλιππος, όταν μίλησε στον φίλο του Ναθαναήλ για το Χριστό του είπε εκείνο το περίφημο: «έρχου και ίδε» (Ιωάν.1,47), «έλα φίλε μου να διαπιστώσεις με τα ίδια σου τα μάτια αυτά που σου λέω για Εκείνον». Άρα δεν είναι κακό να ερευνούμε καλόπιστα. Κακό είναι να κρατάμε στάση κακόπιστη, η οποία και θα μας κρατήσει τελικά μακριά από την αλήθεια. Ο απόστολος Θωμάς ήταν καλόπιστος και γι’ αυτό, αφού ικανοποίησε τις αισθήσεις του, ομολόγησε ευθαρσώς: «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου» (Ιωάν.20,28)! Πόσοι και πόσοι μεγάλοι άνδρες και γυναίκες στην ιστορία δεν έγιναν πιστοί από την έρευνα! Μυριάδες πραγματικοί επιστήμονες ανακάλυψαν την πίστη τους μέσα από την επιστημονική έρευνα, διότι στα θαυμαστά τους πορίσματα είδαν τις άκτιστες ενέργειες του Θεού να είναι παρούσες, δημιουργικές και συνεκτικές δυνάμεις του κόσμου! Αντίθετα υπάρχουν άλλοι επιστήμονες, τους οποίους δεν αγγίζει το γεγονός της πανταχού παρουσίας του Θεού, διότι ορμώνται εξ’ αρχής με οδηγό την τυφλή απιστία. Αυτοί δε θα βρουν ποτέ την αλήθεια και δε θα συναντήσουν το Θεό!   
     Το σκοτεινό μεσαίωνα κυκλοφόρησε στη Δύση ένα σλόγκαν, το οποίο δεν έχει το παραμικρό έρεισμα στην αγία Γραφή και την Παράδοση της Εκκλησίας μας. Πρόκειται για το «πίστευε και μη ερεύνα», το οποίο και έγινε παντιέρα των χριστιανομάχων τους τελευταίους αιώνες. Αντίθετα, η αγία Γραφή και οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, μας παροτρύνουν: «ερευνάτε τας Γραφάς» (Ιωάν.5,39), και «δράξασθε παιδείας» (Ψαλμ.2,12). Κριτήριό μας θα πρέπει να είναι το γεγονός της ελευθερίας, ως προϋπόθεση καθορισμού του προσώπου. Ο ελεύθερος άνθρωπος είναι η γνήσια εικόνα του Θεού, σύμμορφος της εικόνος του Θεού, δια του Χριστού (Φιλιπ.3,23). Αυτό έκανε και ο απόστολος Θωμάς! 
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΘΗΒΩΝ και ΛΕΒΑΔΕΙΑΣ
ΚΗΡΥΓΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΟΥ ΘΩΜΑ
Η πρώτη Κυριακή μετά το Πάσχα, ονομάζεται, καθώς όλοι γνωρίζουμε, Κυριακή του Θωμά, του μαθητή του Κυρίου που, όπως πληροφορούμαστε από το ευαγγελικό ανάγνωσμα της ημέρας, φάνηκε δύσπιστος ή ακόμα και άπιστος μπροστά στο θαύμα της Ανάστασης και ζήτησε για να πιστέψει απτές αποδείξεις και χειροπιαστά τεκμήρια.
Έτσι ο μαθητής αυτός έμεινε στην ιστορία σαν ο άπιστος Θωμάς, αιώνιο σύμβολο απιστίας.
Βέβαια η απιστία του Θωμά είναι πολύ διαφορετική από την αμαρτωλή απιστία της εποχής μας, που δεν δίστασε να ισχυρισθεί ότι ο Ιησούς ήταν ιστορικά ανύπαρκτο πρόσωπο!
Στην περίπτωση του Θωμά δεν υπάρχει η εγωιστική οίση του ανθρώπου που βασιζόμενος στις δικές του μόνο δυνάμεις κηρύσσει τον πόλεμο σε κάθε τι υπερλογικό και επιδιώκει με διαβολικό πείσμα να καταρρίψει το Θεό από τον θρόνο Του, για να πάρει ο ίδιο τη θέση του.
Η απιστία του Θωμά δεν έχει το χαρακτήρα της «ὕβρεως»με την αρχαιοελληνική έννοια, δηλαδή της αλαζονείας. Είναι μάλλον μια «καλή» απιστία, όπως την χαρακτηρίζει η υμνογραφία, γιατί μέσα από αυτήν φανερώνεται τελικά η πίστη. Μακριά από κάθε αλαζονική ύβρη, ο Θωμάς εκπροσωπεί απλά με τη συγκεκριμένη στάση του τον μέσο άνθρωπο, τη συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων που έχουν ανάγκη από συγκεκριμένα απτά στηρίγματα για την πίστη τους. Είναι ο τύπος που βασίζεται στην κυριαρχία των αισθήσεων, γι’ αυτό απαιτεί να θέσει τον δάκτυλον «ἐπί τόν τύπον τῶν ἥλων».
Η απιστία του Θωμά δεν εκπροσωπεί τον υπερφίαλο ορθολογισμό, που απορρίπτει κάθε τι το υπερφυσικό, αλλά το δίκαιο αίτημα της ανθρώπινης λογικής έρευνας.
Εκφράζει, δηλαδή, το πνεύμα της καλοπροαίρετης επιστήμης που είναι η αναζήτηση της αλήθειας με την παρατήρηση συγκεκριμένων φαινομένων.
Σαν εκφραστής αυτής της ανθρώπινης στάσης ο Θωμάς επειδή είχε καλές προθέσεις και ειλικρινές ενδιαφέρον μόλις έλαβε από τον Αναστημένο Ιησού τις συγκεκριμένες αποδείξεις που ζήτησε, αμέσως εγκατέλειψε την απιστία του και έγινε μεγαλόφωνος ομολογητής της Ανάστασης και της θεότητας του Κυρίου. Έτσι η «απιστία» του γέννησε την πίστη και τον μετέβαλε σε κήρυκα της μεγαλύτερης αλήθειας που είχε, έχει και θα έχει ανάγκη ο κόσμος.
Στο παρελθόν αρκετές φορές οι άνθρωποι της εποχής εκείνης ζήτησαν από τον Ιησού «σημείο», δηλαδή υπερφυσικό θαύμα ως απόδειξη της μεσσιανικής του ταυτότητας και της θεϊκής του καταγωγής. Το ίδιο και ο διάβολος την ώρα του πειρασμού στην έρημο και οι αρχιερείς και γραμματείς κάτω από το σταυρό.
Σ’ αυτές τις περιπτώσεις ο Ιησούς αρνήθηκε το «σημεῖον» αρνήθηκε την απόδειξη που προσέφερε στο Θωμά, γιατί διέβλεπε πίσω από αυτές τις προκλήσεις, την πονηρία και την ανειλικρίνεια, μιά δαιμονική λογική του «καί ἄν ἴδω, οὐ μή πιστεύσω». Ο Χριστός μας θεμελιώνοντας το βασίλειο της ελευθερίας για τα πιστά τέκνα του Θεού, δεν ήθελε να εξαναγκάσει τους ανθρώπους με την τρομοκρατία των θαυμάτων σε μια κίβδηλη πίστη, αποτέλεσμα φόβου.
Η απιστία και η ψηλάφηση στάθηκε για το Θωμά μια κορυφαία στιγμή, κατά την οποία του αποκαλύφθηκε το μυστήριο του Θεανθρώπου. Όμως δεν ήταν εκείνη η στιγμή που τον ανέδειξε σε απόστολο. Η στιγμή εκείνη ήλθε λίγο βραδύτερα κατά την ημέρα της Πεντηκοστής, με την έκχυση του Αγίου Πνεύματος. Η χάρη και επενέργεια του Αγίου Πνεύματος ήταν εκείνη που τελικά μεταμόρφωσε τον Θωμά και τους άλλους μαθητές και τους κατέστησε μάρτυρες και μετόχους της αλήθειας, που ο Θεός αποκαλύπτει στους εκλεκτούς.
Κυριακή του Θωμά

Yπό Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αντινόης κ. κ. ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ

Χριστός Ανέστη!  Αληθώς Ανέστη ο Κύριος!

Οι μαθητές του Κυρίου φοβισμένοι και έντρομοι καταφεύγουν, μετά το θάνατο του Διδασκάλου τους, στο γνωστό και φιλόξενο σπίτι, το Υπερώο της Ιερουσαλήμ, όπου έφαγαν το τελευταίο δείπνο μετά του Ιησού.  Πόρτες και παράθυρα είχαν κλειστεί, για τον φόβο των Ιουδαίων.  Αι Μυροφόρες γυναίκες μαρτύρησαν, ότι είδαν οπτασία αγγέλων μπροστά στο κενό Τάφο και τον ίδιο τον Κύριο τρεις μέρες μετά από το σταυρικό μαρτύριο και θάνατό Του.  Οι καρδιές όλων είναι αναστατωμένες.  Σύγχυση και έντονος φόβος επικρατεί στις ψυχές των Αποστόλων.  Η πρώτη εμφάνιση του Αναστάντος Ιησού, το πρωί της “μιά των Σαββάτων” (Ιωάν. 20:19), προξένησε περισσότερη σύγχυση παρά ποτέ με την αρνητική στάση του Αποστόλου Θωμά να παραδεχθεί, ότι οι άλλοι μαθητές είδαν τον Κύριο.  “Εάν μη ίδω εν ταις χερσίν αυτού τον τύπον των ήλων και βάλω τον δάκτυλόν μου εις τον τύπον των ήλων, και βάλω την χείρα μου εις την πλευράν αυτού, ου μη πιστεύσω” (Ιωάν. 20:25).

Το γεγονός, ότι οι ίδιοι οι Μαθητές και Απόστολοι του Κυρίου δύσπισαν την ανάσταση του Διδασκάλου τους φαίνεται παράδοξο, όμως το κατανοούμε, διότι η πλήρης φώτιση των Αποστόλων πραγματοποιήθηκε την ημέρα της Πεντηκοστής.  Μέχρι τότε οι καρδιές των ήσαν “βραδείς του πιστεύειν επί πάσιν οις ελάλησαν οι προφήται” (Λουκ. 24:25).

Οκτώ μέρες μετά την πρώτη εμφάνιση του Κυρίου ήσαν πάλι συγκεντρωμένοι οι Μαθητές, “των θυρών κεκλεισμένων”, εμφανίζεται ο αναστάς Ιησούς και τους χαιρετά λέγοντας: “Ειρήνη υμίν” (Ιωάν. 20:26).  Τότε στρέφεται προς τον Θωμά και με πολύ αγάπη τον προσκαλεί νά πλησιάσει και να Τον ψηλαφίσει.  Τον καλεί να εξετάσει με προσοχή τις πληγές Του.  Τον καλεί, να εμβαθύνει στο μυστήριο της Θείας Οικονομίας μέ το λογικό και τον τρόπο σκέψεως, που θα τον ικανοποιούσε ούτως, ώστε να μη μένει στην απιστία, αλλά να γίνει “πιστός” (Ιωάν. 20:27).

Η καλή απιστία αυτή των Αποστόλων μπορεί να αποδοθεί στη Θεία Οικονομία.  Όχι βεβαία ότι την προκάλεσε ο Θεός, αλλά το ότι την ανέχθηκε και άφησε να εκδηλωθεί για να διαπιστωθεί με χειροπιαστές αποδείξεις η Ανάστασή Του.  Το γεγονός της Ανάστασης επιβλήθηκε στους Μαθητές, αφού προηγουμένους επιβλήθηκε στις αισθήσεις τους με τους πιό θετικούς και πειστικούς τρόπους. 
   
Οι Μαθητές είδαν με τα μάτια τους τον αναστημένο Διδάσκαλό τους. Άκουσαν με τα αυτιά τους την γαλήνια εκείνη φωνή, που τους χάριζε πάντοτε την εσωτερική γαλήνη και ειρήνη. Ψηλάφισαν με τα χέρια τους τις αιματόφορτες πληγές Του.  Αισθάνθηκαν τις πληγές των καρφιών και του λογχισμού της σταύρωσής του.  Κι όλοι με πίστη βαθειά και ιερή συγκίνηση προσκυνούν και αναφωνούν, “Ο Κύριος μας και ο Θεός μας”.

Ο Παντοδύναμος Θεός, ο Αναστάς εκ των νεκρών Ιησούς Χριστός, δεν θέλει κανένα να αφήσει στο σκοτεινό χώρο της αμφιβολίας και της δυσπιστίας.  Θέλει να διασκορπίσει το θείο Φως της Ανάστασής Του στις καρδιές όλων των ανθρώπων και να φωτίσει την πορεία της ζωής μας. 

Σήμερα, στην εποχή του εικοστού πρώτου αιώνα, της τεχνολογικής προόδου, της ανάπτυξης κάθε είδους ιδεολογικής σκέψης και φιλοσοφικών ρευμάτων, και ενώ η ανθρωπότητα βρίσκεται στις θύρες της τρίτης χιλιετηρίδας, επικρατεί μέσα στη ψυχή της η αμφιβολία και η δυσπιστία.  Η ανθρωπότης, φύσει υπολογιστική και θετική, θέλει να βεβαιωθεί, ότι ο εκ της Μαρίας γεννηθείς και σαρκωθείς Θεός Λόγος αναστήθηκε από τους νεκρούς.  Και ο Κύριος δέχεται την εξ αυτοψία πίστη, την πίστη, που διαβεβαιώνεται διά υπερφυσικών θαυμάτων και σημείων.  Δέχεται την αμφιβάλλουσα πίστη, που μετά από εξονυχιστικές έρευνες και βασισμένες στη καλή διάθεση του ερωτώντας ανθρώπου, μεταβάλλεται σε πίστη θερμή, αλλά προ παντός δέχεται και μακαρίζει την πίστη, που εκπηγάζει από την προς Αυτόν αγάπη.  “Μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες” (Ιωάν. 20:29).

Και οφείλομε να διαχωρίσουμε την απιστία από την αμφιβολία, διότι η μία διαφέρει πολύ από την άλλη.  Η απιστία αρνείται τα πάντα.  Δεν δέχεται τίποτα το υπερφυσικό.  Κυριαρχείται όχι απλά από πνεύμα αντιλογίας και υπεροψίας, αλλά από άρνηση στην παραδοχή οποιασδήποτε θετικής σκέψης σε θέματα που αφορούν τον Θεό και την πέρα του τάφου αιώνιας ζωής.  Η αμφιβολία, αντίθετα, περιέχει το στοιχείο της πίστεως, που ερωτά και αναζητά κάποια διαβεβαίωση.  Δεν είναι κακοπροαίρετη, αλλά καλοπροαίρετη.  Δεν είναι αρνητική, αλλα ζητά μέσα από την έρευνα, τις ερωτήσεις, τις απορίες να βρεί τον Αναστάντα Χριστό, όπως ακριβώς έκαμε ο Απόστολος Θωμάς.
Η απιστία, όταν καταντά υπερήφανη και μοχθηρά, δεν μεταπείθεται από τίποτε.  Καμία δύναμη, καμία απόδειξη, κανένα στοιχείο δεν μπορεί να προσκομισθεί για να πείσει τον άπιστο.  Ακολουθεί την αρχή, «ου με πείσεις, καν με πείσεις». Κακοπιστεί και φλυαρεί, όπως ακριβώς έκαμαν τότε οι αρχιερείς και οι γραμματείς του Ιουδαϊκού Λαού, οι οποίοι και θαύματα είδαν, και τον επί του Σταυρού θάνατο του Ιησού, ως και τον κενό Τάφο Του διαπίστωσαν και, παρ’ όλα αυτά, έμειναν στην απιστία.

Η πίστη των απλών και αγνών ανθρώπων, που εκπηγάζει από την εξ αποκαλύψεως Διδασκαλία του Ιερού Ευαγγελίου, καθοδηγεί τον άνθρωπο στην τήρηση των θείων Εντολών και στην υποταγή του στο θείο θέλημα.  Η ορθή πίστη δεν φοβάται την έρευνα.  Δεν θέλει τυφλή πίστη, που επιβάλλεται με την βία.  Ο Χριστός θέλει όλοι οι άνθρωποι να γνωρίσουν την αλήθεια της θεογνωσίας ελεύθερα και με προσωπική επίγνωση.  Η πίστη στο Χριστό είναι πίστη στην Αλήθεια, γιατί Εκείνος είναι η Πηγή κάθε αλήθειας. Ο Χριστός είναι η Αυτό-αλήθεια, που Αυτό-αποκαλύφθηκε στον κόσμο για να προσφέρει την αληθινή Ζωή σ’ όσους θα πιστέψουν στο όνομά Του, διότι ο Ίδιος είναι η Αυτο-Ζωή.

Δυστυχώς, όμως, και σήμερα ο Αναστάς Ιησούς Χριστός είναι το “σημείον αντιλεγόμενον” για τους πολλούς και σ’ όλους τους τομείς της επιστημονικής έρευνας. Μέσα στο εικοστό πρώτο αιώνα δεν  έπαυσαν να ξεσηκώνονται θανάσιμοι εχθροί κατά του Χριστού, της Εκκλησίας και των μελών της, οι οποίοι πολεμούν μ’ όλα τα μέσα την Αλήθεια.  Δεν έπαυσαν να κογχλάζουν οι ποταμοί των διωγμών και να συγκαλλούνται συνέδρια, που επιδιώκουν την φθορά και την καταστροφή της Εκκλησίας.  Μέσα από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, την τηλεόραση, το ραδιόφωνο και τις εφημερίδες, οι εχθροί του αναστάντος Χριστού προσπαθούν με κάθε τρόπο να καταπολεμήσουν την Αλήθεια της Ανάστασης, του θείου Φωτός που βγαίνει από τον Πανάγιο Τάφο, ή να σπείρουν κακόβουλες αμφιβολίες για τον πραγματικό Τάφο του Κυρίου και τόσα άλλα.

Αλλά όλοι εκείνοι, που πιστεύουν στον Αναστάντα Χριστό, τον Θεό μας, ας μην επηρεαζόμαστε από τα κακόφωνα αυτά μηνύματα της απιστίας. Καμία δύναμη δεν μπορεί να βλάψει την ορθή πίστη στο Χριστό.  Ας μη ξεχνάμε τι είπε ο Κύριος στον Απόστολο Παύλο στον δρόμο προς την Δαμασκό, «σκληρόν προς κέντρα λακτίζειν». 

Εμείς ως Ορθόδοξοι Χριστιανοί, που έχομε ακλόνητη την πίστη μας προς τον Αναστάντα Χριστό, οφείλομε να υψώνουμε το ανάστημά μας κατά της αμαρτίας της απιστίας και να αποδεικνύουμε με έργα αγάπης την ορθότητα της πίστεως μας.  Ας υψώνουμε την φωνή της ορθόδοξης ομολογίας μας εναντίον κάθε κακόφωνης παραχάραξης της αλήθειας.  Ας αναφωνήσουμε με πίστη βαθειά τα λόγια της ομολογίας του Απόστολου Θωμά, “Ο Κύριος μου και ο Θεός μου”, ώστε να ακουστεί απ’ όλους όσοι μας περιτριγυρίζουν. 

Ο Κύριος μας αληθινά αναστήθηκε και αποτελεί πλέον την Πηγή της Ζωής και το Φως του κόσμου, η Αλήθεια και η Οδός της ζωής μας, η παρηγοριά και η ελπίδα της ύπαρξης μας. 
   
Χριστός Ανέστη!  Αληθώς Ανέστη ο Κύριος!
 «ΕΙΡΗΝΗ! ΟΝΟΜΑ ΓΛΥΚΥ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑ ΓΛΥΚΥΤΕΡΟΝ»

Κυριακή του Θωμά

(Ιωάννου Κ' 19-31)

Λίγες ψυχές έχουν προσεγγίσει τη λύπη των μαθητών και λίγες υπάρξεις έζησαν το δράμα των αποστόλων, όταν αυτοί είδανν τον Κύριο νεκρό και όταν η ειρήνη φτερούγησε μέσα από την καρδιά τους.

Και δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από το να χάνει κανείς την ελπίδα του και μέσα στην καρδιά του το καρκίνωμα της συγχύσεως και της ταραχής να κατατρώγει τα κύτταρα της ειρήνης.

Αυτή ακριβώς την κατάσταση βίωναν οι μαθητές κλεισμένοι μέσα στο υπερώον όταν ξαφνικά τα πράγματα άλλαξαν. Ο Κύριος και Διδάσκαλος, ο Ένδοξος Νικητής του Θανάτου, ο Θεάνθρωπος Αναστημένος, εμφανίζεται μπροστά τους.

«Ήλθεν ο Ιησούς και έστη εις το μέσον, και λέγει αυτοίς· ειρήνη υμίν». Μέσα στην ομάδα των μαθητών, που η θλίψις τους είχε μεταβάλει σε ανθρώπινα ράκη, προσφέρει την δική Του Ειρήνη; «Ειρήνη υμίν» είπε και ξαναείπε, δίνοντάς τους την εξουσία του δεσμείν και λύειν τις αμαρτίες των ανθρώπων: «Καθώς απέσταλκέ με ο πατήρ, καγώ πέμπω υμάς. Και τούτο ειπών ενεφύσησε και λέγει αυτοίς· λάβετε Πνεύμα Άγιον· αν τινών αφήτε τας αμαρτίας, αφίενται αυτοίς, αν τινών κρατήτε, κεκράτηνται».

“Ειρήνη” λοιπόν. Το γλυκύ όνομα και η πνοή του ουρανού μέσα στην όλη ψυχοσωματική ύπαρξη. Αυτό είναι το πρώτο και μεγάλο δώρο που χαρίζει ο Ιησούς αμέσως μετά την ένδοξή Του Ανάσταση στους μαθητές Του.

Και όταν λέμε για μαθητές, δεν εννοούμε μόνο αυτούς που ευρίσκονταν φοβισμένοι στο υπερώον. Πρωτίστως βεβαίως σε αυτούς. Αλλά η ευλογία της ειρήνης επεκτείνεται, καλύπτει και επισφραγίζει τις καρδιές όλων των μαθητών, δηλ. των πιστών, των μελών της Εκκλησίας Του, του Σώματός του, έως το τέλος των αιώνων.

Υπήρξε, άραγε άνθρωπος, υπάρχει αλλά και θα βρεθεί ποτέ ψυχή που να μη διψά στα τρίσβαθα της πνευματικής καρδιάς το ουρανόσταλτο αυτό δώρο που χαρίζει ο Πατήρ δι' Υιού εν Αγίω Πνεύματι; Είτε το έχει συνειδητοποιήσει η ύπαρξις, είτε όχι, στο βάθος της συνειδήσεώς μας και του είναι μας, αυτό κυρίως λαχταρούμε και γι' αυτό αγωνιζόμαστε .

Ρώτησε κάποτε, ένας άνθρωπος του Θεού που ευρισκόταν έτη και ενιαυτούς στον ευλογημένο χώρο της ασκήσεως, μια ομάδα φοιτητών: Τι έστι άνθρωπος; Για να δώσει ο ίδιος την απάντηση στους νέους εανθρώπους που εκρέμοντο από τα χείλη του. «Άνθρωπος εστί το ομορφότερο δημιούργημα του Θεού, το οποίο δεν είναι πλασμένο παρά για την χαρά και την ευλογία που φέρει η Ειρήνη του Αγίου Πνεύματος «η πάντα νουν υπερέχουσα»».

Ναι, αυτή είναι η πραγματικότητα. Και στην φράση αυτή του Γέροντος περικλείεται όλο το κεφάλαιο του Χριστιανικού μας αγώνα και ο Προσανατολισμός της Ορθοδόξου πορείας μας, της όμορφης και τρισευλογημένης Ορθοπραξίας μας.

Μέσα δε στο πλαίσιο αυτό που αποτυπώνει την πραγματικότητα, τού γιατί υπάρχουμε και για ποιον λόγο ζούμε, ατενίζουμε τους μαθητές, την ώρα που είχαν στο μέσον αυτών, τον Αναστημένο διδάσκαλο, ως εκπροσώπους όλης της οικουμένης, από των περάτων έως των περάτων της γης, ως εκπροσώπους του γένους των ανθρώπων που εντός της Εκκλησίας, δια των Αποστόλων και των διαδόχων αυτών, λαμβάνουν και θα λάβουν την ευλογία της «Ειρήνης»!

Αλλά στο σημείο αυτό είναι ανάγκη να προσθέσουμε τούτο το σημαντικό. Το «Ειρήνη πάσι» που απευθύνει ο Κύριος, δεν εξαντλείται απλά σε μία κατάσταση ειρηνική και που όπως είπαμε διψά ο άνθρωπος, αλλά είναι κάτι το πολύ βαθύτερο που ξεπερνά τις διανοητικές δυνάμεις του ανθρώπου. Η “Ειρήνη” αυτή του Ιησού είναι μία ευλογία, που συμπεριλαμβάνει και πλήθος άλλων δωρεών που είναι αναγκαίες για να ανθίσει και να ευωδιάσει το λουλούδι αυτό της χάριτος.

Και ομολογουμένως, το κατάλληλο έδαφος είναι η άφεσις των αμαρτιών, που ο ίδιος ο άνθρωπος χρειάζεται εν ταπεινώσει να ζητήσει από τον Ιησού δια του μυστηρίου της Ιεράς εξομολογήσεως. Ο επίγειος άγγελος, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος σε τόνο θριαμβευτικό και μέσα σε ριπές Αναστάσιμης χαράς και ευωδίας, διασαλπίζει: «μηδείς οδυρέσθω πταίσματα· συγγνώμη γαρ εκ του τάφου ανέτειλεν»!

Και όσοι γεύθηκαν αυτή την αλήθεια, αισθάνθηκαν την απαλοιφή της ενοχής από την συνείδηση, το σκόρπισμα της ταραχής και την ενθρόνιση, στο κέντρο της καρδιάς, της γαλήνης και επιτέλους τη χαράς.

Τώρα καταλαβαίνει κανείς την εναλλαγή των συναισθημάτων των μαθητών, που από φοβισμένοι και απογοητευμένοι μεταβάλλονται σε πρόσωπα που αναδύουν την χαρά του Χριστού από τα απύθμενα βάθη της καρδιάς.

Ο μαθητής της αγάπης που θεοκίνητος καταγράφει και την τελευταία του λέξη σε ό,τι υψηλότερο θα μπορούσαν να κρατούν στα χέρια τους τα μέλη της Εκκλησίας, στο Ιερό του Ευαγγέλιο, σημειώνει την λέξη «εχάρησαν». Και πώς είναι δυνατόν να συμβαίνει διαφορετικά, αφού η Ειρήνη είναι η θυγατέρα που γεννά την χαρά! Όπου είναι η μία, αδύνατον να απουσιάζει και η δεύτερη.

«Εχάρησαν ουν οι μαθηταί ιδόντες τον Κύριον»!

Με την ζωντανή παρουσία του αναστάντος Χριστού, ο φόβος και ο τρόμος που είχαν φωλιάσει, έφυγαν από τις καρδιές τους, και η χαρά πλημμύρισε τις υπάρξεις τους. Αυτήν ακριβώς την κατάσταση της λύπης που θα την διαδεχόταν η χαρά, την είχε προείπει ο Κύριος: «Μικρόν και ου θεωρείτε με, και πάλιν μικρόν και όψεσθέ με». Και επιπλέον τους διευκρινίζει: «Αμήν αμήν λέγω υμίν ότι κλαύσετε και θρηνήσετε υμείς... αλλά η λύπη υμών εις χαράν γενήσετε» (Ιωάν. ΙΣΤ' 16,20).

Βεβαίως η χαρά αυτή στηρίζεται στην πίστη της Αναστάσεως. Όχι μόνο στην Ανάσταση του Χριστού, αλλά και στη δική μας, την προσωπική ανάσταση, όταν θα έρθει η ορισμένη ώρα. Όποιος όμως δεν πιστεύει στην ανάσταση του Χριστού, και δεν ελπίζει και στη δική του ανάσταση, αυτός δεν έχει λόγο να χαίρεται. Κι αν φαίνεται στον κόσμο ότι χαίρεται, για όσους μπορούν να διακρίνουν κάτω από τα φαινόμενα, η καρδιά είναι γεμάτη θλίψη, άγχος και στενοχώρια. Αυτός δε είναι και ο ουσιαστικός λόγος που στα μάτια των αθέων και των απίστων, έχει αποτυπωθεί η μόνιμη θλίψη και το παγερό βλέμμα της αποστασίας.

Εχάρησαν λοιπόν οι μαθητές και διότι είδαν τον Κύριο και διότι έλαβαν την ευλογία της ειρήνης, αλλά και την ιδιαίτερη εξουσία να συγχωρούν τα αμαρτήματα.

Και ναι μεν ο Θωμάς δεν πίστευσε στην ομολογία των άλλων μαθητών, εκφράζοντας μαζί με την ολιγοπιστία και ένα παράπονο, για το ότι δεν έζησε και αυτός το συγκλονιστικό γεγονός. Όμως, «μεθ' ημέρας οκτώ», λαμβάνει το μεγάλο μάθημα από τον ίδιο τον Κύριο και γεμάτος ιερό δέος και ειρήνη στην καρδιά, ομολογεί «ο Κύριός μου και ο Θεός μου»!

Της ειρήνης που κατοικεί αναφαίρετα στην ψυχή αλλά και στο σώμα μας. Και αυτή η κατάσταση είναι όχι κάτι το στατικό, αλλά μια δυναμική πραγματικότητα που εμπνέει τον πιστό να αναπτερώνει το ζήλο του και να προκόπτει στην αρετή και στην αγιότητα. Άλλωστε η ειρήνη αυτή δεν εξαρτάται από εξωτερικούς παράγοντες και από ανθρώπινες συμφωνίες. Είναι η ειρήνη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Μάς το ετόνισε ξεκάθαρα, μάς το υποσχέθηκε και μάς την εχάρισε. «Ειρήνην την εμήν δίδωμι υμίν, ού καθώς ο κόσμος» (Ιωαν. ΙΔ' 27).

Και αυτό συμβαίνει διότι ο Χριστός δεν είναι μόνο άνθρωπος, αλλά ο Θεός που έγινε άνθρωπος. Ο Αναστάς Κύριος, δεν χαρίζει απλώς και για λίγες στιγμές την ειρήνη, αλλά την δωρίζει αναφαίρετα. Είναι αποκλειστικώς δική του αυτή η δωρεά, και τούτο, διότι είναι ο Θεός που δύναται να παρέχει ισοβίως το μοναδικό αυτό δώρο Του στους πιστούς. Σύμφωνα δε με τον λόγο του Απ. Παύλου, ο Χριστός, «Αυτός εστίν η ειρήνη ημών» (Εφεσ. Β' 14). Επομένως η ειρήνη δεν είναι απλώς ένα πολύτιμο αγαθό, που έχει και προσφέρει ο Χριστός, αλλά είναι πρόσωπο. Το Πρόσωπο του Νικητού του Θανάτου, του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.

Αυτή η πραγματικότητα είναι ανάγκη να βιώνεται στην ζωή μας. Ο αγώνας δηλ. και η ευλογία της Χριστοποιήσεώς μας, που ξεκινά ειρηνικώς από την απλή καθημερινότητα και τις αναγκαίες υποχωρήσεις στα επουσιώδη και που φθάνει έως αυτή την κορυφαία ομολογία προς την κάθε κατεύθυνση «ο Κύριός μου και ο Θεός μου»!

Και επειδή όλοι μας λίγο-πολύ έχουμε παρασυρθεί από το ταραχώδες πνεύμα της εποχής, ας επικεντρώσουμε λίγο την προσοχή μας στον Βιβλικό λόγο του Θεόπνευστου Παροιμιαστή: «Κρείσσον ψώμος μεθ' ηδονής εν ειρήνη ή οίκος πλήρης πολλών αγαθών» (Παρ. ΙΖ' 1).

Αμήν.

Αρχιμ. Ιωήλ. Κωνστάνταρος

Πέμπτη 24 Απριλίου 2014

Η αδυναμία του Θωμά και οι σύγχρονοι Θωμάδες
Κυριακή του Θωμά
(Πραξ. Απ. Ε´ 12-20)
  
 Αρχ. Ιωήλ Κωνστάνταρος, Ιεροκήρυξ Ι. Μ. Δρ. Πωγ. & Κονίτσης                                                       
Κάθε φορά που η λειτουργική μας ζωή, μετά το Πάσχα, φέρει στην επικαιρότητα την όλη στάση του Αποστόλου Θωμά, θέλοντας και μη γίνονται κάποιες συγκρίσεις που μας γεννούν ευλογημένους προβηματισμούς. Κατ΄ επέκτασιν δε μας προσφέρουν λύσεις σε προβλήματα που έχουν να κάνουν με την πίστη που προσωπικώς βιώνουμε.
Ας εστιάσουμε λοιπόν για άλλη μια φορά την προσοχή μας στον μαθητή που φαίνεται να ξεκινά από ένα παράπονο, το οποίο όμως τελικώς, φθάνει στην ολιγοπιστία.
Είναι αλήθεια ότι ο Θωμάς απουσίαζε από τη σύναξη των μαθητών την ώρα που ο Αναστάς Ιησούς έκανε σ΄αυτούς την εμφάνισή Του. Σπουδαίο μάθημα κι αυτό προς όλους μας.  Το ότι δηλ. δεν μπορούμε να περιμένουμε τον Κύριο απομονωμένοι και ξεκομμένοι από τη Χριστιανική μας κοινότητα. Δεν είναι δυνατόν να απολαύσουμε την Χάρη με τις τόσες εκφάνσεις της, εγκλωβισμένοι μέσα στην ιδιορρυθμία και στην αποκοπή από την λειτουργική μας σύναξη και από το κοινόν ποτήριον της Ζωής.
Τέλος πάντων, όμως, αν και ο Θωμάς απουσίαζε, θα έπρεπε να πειστεί τώρα στην μαρτυρία όλων των άλλων μαθητών. Επιβαλλόταν να βεβαιωθεί, αφού επιτέλους, όλοι οι άλλοι συμμαθητές του, δεν του ήταν ούτε ξένοι, ούτε και εχθροί. Ήταν ομόψυχοι και έζησαν και αυτοί το δράμα των ημερών, όπως και ο ίδιος στον απόλυτό του βαθμό. Και αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι πάλι μετά από οκτώ ημέρες, παρουσία τώρα και του Θωμά << έρχεται ο Ιησούς των θυρών κεκλεισμένων, και έστη εις το μέσον και είπεν ειρήνη υμίν >> ( Ιωαν. Κ´ 26)
Τώρα όμως μέσα στα συγκλονιστικά γεγονότα που βιώνει ο Θωμάς και που δίνει την σωτήρια ομολογία << ο Κύριός μου και ο Θεός μου>>, τελικώς, δεν απαλλάσσεται από τον Ιησού, λόγω του << δικαίου >> παραπόνου του, για την προηγούμενη του Σωτήρος εμφάνιση.
Όχι μόνο δεν δικαιώνεται για την άρνησή του στο να αποδεχθεί την μαρτυρία των μαθητών, αλλά ελέγχεται από τον Ιησού με την φράση << ότι εώρακάς με, πεπίστευκας, μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες >> ( Ιωαν. Κ´ 29 ). Δηλ. Θωμά, πίστεψες, επειδή με είδες. Όμως, μακαριώτεροι και περισσότερο ευτυχισμένοι είναι εκείνοι οι οποίοι αν και δεν με είδαν με τους οφθαλμούς τους, όπως με είδες εσύ, αυτοί όμως επίστευσαν.
Επίστευσαν στην Ανάσταση και στην Θεότητά μου.
Και όλοι αυτοί βεβαίως που πίστευσαν και θα πιστεύσουν έως της συντελείας των αιώνων, είναι όλα τα μέλη της Εκκλησίας του Σώματος του Χριστού!
Αυτά τονίζει ο Κύριος και δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι ο λόγος του αυτός αποτελεί και τον τελευταίο του μακαρισμό ο οποίος έχει να κάνει με την πίστη στο Θεανδρικό του πρόσωπο.
Ο Ιησούς λοιπόν, βλέπουμε, ότι όχι μόνο δεν απαλλάσσει τον μαθητή του για την στάση της ολιγοπιστίας του, αλλ΄ αντιθέτως τον ελέγχει ενώπιον και όλων των άλλων μαθητών.
Το Ιερό Ευαγγέλιο, καταγράφει αυτή του την συμπεριφορά, ως παράδειγμα προς αποφυγήν για όλες τις μετέπειτα γεννεές των πιστών.
Και ναι μεν, ο ίδιος ο Θωμάς, ίσως να δικαιολογούσε τον εαυτόν του, στην άρνηση της ομολογίας και της διαβεβαιώσεως των άλλων μαθητών, για τα της πρώτης εμφανίσεως. Να δικαιολογούσε με την σκέψη και την λογική ότι, αφού είμαι κι εγώ μαθητής, άρα θα έπρεπε να εμφανιστεί ο Ιησούς και σ´εμένα τον ίδιον. Αφού κι εγώ πόνεσα ( αλλά δυστυχώς και τον εγκατέλειψα φοβούμενος το μένος των Γραμματέων και των Φαρισαίων ), και επιτέλους είμαστε όλοι στον ίδιο << παρονομαστή >>, γιατί λοιπόν να μην έχω κι εγώ αυτή την ευλογία της προσωπικής φανερώσεως και γνώσεως του Διδασκάλου;
Ναι, ο Θωμάς έφθασε στο άκρως επικίνδυνο σημείο της ολιγοπιστίας, ξεκινώντας τόσο από την απουσία του εκ του κύκλου των μαθητών, όσο κι απ΄ την ευαισθησία του χαρακτήρα του, που τον έκανε να βιώνει εσωτερικώς ένα ίσως δίκαιο παράπονο, που όμως, όπως βλέπουμε, τελικώς δεν τον δικαιώνει.
Πόσοι όμως από εμάς ξεκινούμε από παρόμοιες η διαφορετικές θέσεις, με αποτέλεσμα να φθάνουμε στο κατάντημα της ολιγοπιστίας; Της ολιγοπιστίας που θα πρέπει με ειλικρίνεια να ομολογήσουμε ότι δεν απέχει πολύ και από αυτή την απιστία.
Πράγματι φίλοι μου. Πόσες φορές, παρά τις καλές μας προθέσεις, διατηρώντας όμως μέσα μας μια περίεργη ψυχική κατάσταση, όπως της ντροπής, ή του φόβου προς τους ανθρώπους και προς τους εχθρούς του Χριστού, φθάνουμε στην άρνηση, με την σκέψη ότι η ομολογία που περιμένει από εμάς ο Ιησούς, είναι δυνατόν να μας κοστίσει κάτι μικρό η μεγάλο;
Πόσες φορές φθάνουμε στο σημείο ν΄αρνηθούμε την αλήθεια και προβάλλουμε δήθεν την αρετή της << συναίσεως >> ως προπέτασμα καπνού για την όλη μας απαράδεκτη συμπεριφορά;
Και πάλι, πόσες φορές καλούμαστε από αδελφούς Χριστιανούς σε κοινούς αγώνες, που συνεπάγονται ξεκάθαρη ομολογία, τόσο στο Δόγμα, όσο και στο Ευαγγελικό ήθος, κι εμείς αρνούμαστε, διότι δεν είδαμε δήθεν ξεκάθαρα ότι αυτό αποτελεί το θέλημα του Θεού, κι έτσι <<  εξασφαλίζουμε >> τα ποικίλα κεκτημένα;
Και πώς αλήθεια, επί παραδείγματι, μας διαφεύγει το γεγονός ότι το Σώμα του Χριστού, η Εκκλησία δηλ. που επιμένει στην ξεκάθαρη θέση ότι << εκτός Εκκλησίας ουκ έστι σωτηρία >>, και άρα θα πρέπει κι εμείς αναντιρρήτως να αποδεχόμαστε και να ομολογούμε αυτήν την θεμελιώδη αλήθεια, εμείς αρνούμαστε τούτο το σωτήριο Δόγμα;
Φυσικά έχουμε την << δυνατότητα >> να << δικαιολογηθούμε >>… να προβάλλουμε τόσους και τόσους λόγους για την στάση μας, όταν τα πράγματα αποδεικνύουν ότι δεν έχουμε το δίκαιο με το μέρος μας. Εαν μάλιστα διαθέτουμε και κάποια χαρίσματα, μπορούμε να παρουσιάσουμε το άσπρο μαύρο και το μαύρο άσπρο, κατά το κοινώς λεγόμενον. Υπάρχει η .δυνατότητα να ξεγελάσουμε τους συνανθρώπους μας, ότι την συγκεκριμένη στιγμή, που κάποιοι άλλοι έπαιζαν την ζωή τους ένεκεν αληθείας, εμείς << επιβαλλόταν >> δήθεν να έχουμε μια διαφορετική τακτική, αφού σ΄αυτό οδηγεί η σύνεση και η << Χριστιανική συμπεριφορά >>… Και άνευ αντιρρήσεων φίλοι μου, οι << συνετοί >> στο τέλος θα προσπαθήσουν ν´απολαύσουν την δόξα της νίκης, κατά τον λόγο << πολεμήσθε για να δοξασθούμε >>.
Ακριβώς όμως, εκεί είναι που ο ίδιος ο Ιησούς ξεσκεπάζει την πραγματική διάθεση της καρδιάς μας, αλλά και τις αδυναμίες που καλύπτονται κάτω από τις << θεολογικές >> δικαιολογίες.
Εκεί είναι που ενώ ο κακός εαυτός μας, μας δικαιολογεί και οι άνθρωποι μας δικαιώνουν, εκεί ακριβώς, τονίζουμε, έρχεται ο έλεγχος του Ιησού, που αποδεικνύει ότι κάτω από τις << ευγενείς συμπεριφορές >> και τα όμορφα λόγια, δεν κρύπτεται τίποτε άλλο, παρά η καταραμένη ολιγοπιστία με όλες της τις εκφάνσεις.
Και στο σημείο αυτό, ο Αναστάς Κύριος εμφανίζεται για να φανερωθεί και κυρίως να θεραπευθεί η αδυναμία του καλού του μαθητού. Του Θωμά, αλλά και του κάθε << Θωμά >>.
Με είδες και πίστευσες. Ε λοιπόν δεν είναι κάτι το σπουδαίο αυτό. Το ιδανικό είναι να πιστεύεις στην μαρτυρία των συναποστόλων σου. Δηλ. της Εκκλησίας, δίχως να απαιτείς να σου εμφανισθεί ο Θεός, διότι αυτό όχι μόνο δείχνει ολιγοπιστία, αλλά περνά, αλλοίμονο, σ΄ένα άλλο επικίνδυνο μονοπάτι. Στο να πειράζει δηλ. ο άνθρωπος τον ίδιο τον Θεό. Και φυσικά η εντολή είναι κρυστάλλινη << ουκ εκπειράσεις Κύριον τον Θεόν σου >>.
Φίλοι μου, ο Απόστολος Θωμάς είναι πολύ περισσότερο κοντά μας απ΄όσο νομίζουμε.
Η ολιγοπιστία, ανεξαρτήτως του ψυχολογικού της υπόβαθρου ή της πνευματικής ρηχότητας, καιροφυλακτεί να εισχωρήσει στην καρδιά μας, στο κάθε βήμα της ζωής μας, εαν δεν παραμείνουμε άγρυπνοι και προσεκτικοί. Είναι δε τόσο λεπτή στην παρουσία της κάποιες φορές, που ούτε καν το φανταζόμαστε.
Βεβαίως, σε καθαρώς θεωρητικό επίπεδο, είναι αδύνατον ένας πιστός να τρέφει μέσα στην καρδιά του τον πειρασμό αυτόν. Όμως, σε άλλα επίπεδα, όπως της δειλίας, της εκφράσεως της χριστιανικής γνώμης και ιδιαιτέρως της αρνήσεως της Εκκλησιολογικής Ομολογίας, ότι δηλ. το Σώμα του Χριστού, η Ορθοδοξία μας, αποτελεί την Κιβωτό της Σωτηρίας, τούτο στην εποχή μας αποτελεί ολοφάνερη ολιγοπιστία. Και άνευ αντιρρήσεως, κάνει τον άνθρωπο να έρχεται αντιμέτωπος με τον ίδιο τον Ιησού.
Αδελφοί μου, το θεμέλιο της Ορθοδόξου Πνευματικότητος είνα η πίστη στον Ιησού. Επιβάλλεται δηλ. να έχουμε όχι απλά μια θεωρητική πίστη κι έναν απλό συναισθηματισμό, αλλά την Ορθόδοξη πίστη που βιώθηκε απο τους Αποστόλους, τους διαδόχους τους, τους Αγίους, τους Μάρτυρες, τους Ομολογητές και τους Οσίους!
Επομένως, εάν κανείς θέλει πρωτίστως να σέβεται τον εαυτόν του, και να θεμελιώνει την ζωή του επάνω στον ακρογωνιαίο λίθο, δεν έχει παρά να παρακαλέσει τον Αναστάντα Κύριο να του χαρίσει έτι πλέον την δωρεά της Πίστεως, αλλά και ο ίδιος να την καλλιεργεί σε όλη του τη ζωή, με ο,τι αυτό στον καθημερινό αγώνα συνεπάγεται.

Γένοιτο.
Αμήν.
Απόστολος Θωμάς
(6 Οκτωβρίου & Α' Κυριακή μετά το Πάσχα)

Πρωτ. Γεωργίου Παπαβαρνάβα
Ο Απόστολος Θωμάς ανήκε σε οικογένεια αλιέων και ήταν κατηριθμημένος στον χορό των δώδεκα Αποστόλων. Είναι γνωστός κυρίως από το γεγονός ότι ζήτησε να δη και να ψηλαφήση τους τύπους των ήλων στα χέρια και την πλευράν του Χριστού.
Όπως είναι γνωστόν, ο Απόστολος Θωμάς απουσίαζε όταν ο Χριστός, μετά την Ανάστασή Του, επισκέφθηκε τους Μαθητές Του στο υπερώον όπου ήσαν συνηγμένοι. Όταν πληροφορήθηκε τα σχετικά με την επίσκεψη του Χριστού, εζήτησε να Τον δη και να ψηλαφίση τις πληγές του Σταυρού στα χέρια και την πλευρά Του. 
Όταν, τελικά, πραγματοποιήθηκε η συνάντηση αυτή μετά από οκτώ ημέρες, ο Θωμάς Τον ομολόγησε Κύριο και Θεό Του. 
Την Κυριακή της Αναστάσεως, στον Εσπερινό της Αγάπης, αναγινώσκεται στους Ιερούς Ναούς, και μάλιστα σε διάφορες γλώσσες, το Ευαγγελικό ανάγνωσμα, που αναφέρεται στην επίσκεψη του Χριστού στους Μαθητές Του, απόντος του Αποστόλου Θωμά.
Ο Απόστολος Θωμάς, μετά την Πεντηκοστή, κήρυξε το Ευαγγέλιο στους Πάρθους, τους Πέρσες, τους Μήδους και τους Ινδούς. Είχε μαρτυρικό τέλος. Κατ’ αρχάς ρίφθηκε στην φυλακή. Ύστερα παραδόθηκε σε πέντε στρατιώτες, οι οποίοι τον ανέβασαν πάνω σε ένα όρος και τον εθανάτωσαν, αφού κατετρύπησαν το σώμα του με λόγχες.
Ο ιερός υμνογράφος, περιγράφοντας το μαρτυρικό τέλος του Αποστόλου Θωμά, και απευθυνομενος στον Χριστό, λέγει χαρακτηριστικά: “Ο Θωμάς, ο οποίος ζητούσε να βάλη το χέρι του στην πλευρά Σου, για σένα νύττεται την πλευράν του”.
Τα περιστατικά της ζωής του, κυρίως όσα έχουν σχέση με την πίστη του και με τον τρόπο με τον οποίον αυτή εκφράζεται, μας δίνουν την αφορμή να τονίσουμε τα ακόλουθα:
Πρώτον. Έχει επικρατήσει η άποψη ότι ο Απόστολος Θωμάς ήταν άπιστος, επειδή ζήτησε να δη με τα μάτια του και να ψηλαφήση με τα χέρια του τον Αναστάντα Χριστό. Βέβαια, είπε τον γνωστόν εκείνο λόγο “εάν μη ίδω... ου μη πιστεύσω”, αλλ’ όμως δεν ήταν άπιστος με την έννοια που δίνουμε εμείς στην απιστία και δεν αμφέβαλε για την Ανάσταση του Χριστού. Πληροφορήθηκε από τους άλλους Αποστόλους την Ανάσταση του Κυρίου, καθώς και την επίσκεψή Του “τών θυρών κεκλεισμένων”, ήθελε όμως να αποκτήση προσωπική εμπειρία του θαυμαστού αυτού γεγονότος. Ήθελε να έχη προσωπική συνάντηση με τον Αναστάντα Χριστό, να απολαύση την ευλογία της παρουσίας Του και να φθάση από την πίστη εξ ακοής στην πίστη εκ θεωρίας.
“Κατά την διδασκαλία των Πατέρων μας ο Θωμάς δεν ήταν άπιστος Απόστολος, όπως εμείς νομίζουμε και εννοούμε την απιστία, αλλά ήθελε να προχωρήση από την πίστη εξ ακοής στην πίστη εκ θεωρίας. Η πίστη εξ ακοής είναι η πίστη που συνδέεται με τις πληροφορίες που μας δίνουν οι άλλοι. Οι Μαθητές διαβεβαίωναν τον Απόστολο Θωμά ότι είδαν τον Χριστό, όμως εκείνος δεν αρκέστηκε στην πίστη αυτή αλλά ήθελε να προχωρήση στην πίστη εκ θεωρίας, ήθελε να δη προσωπικά τον Χριστό. Οπότε ο Χριστός τον άφησε μια ολόκληρη εβδομάδα να είναι κατηχούμενος και στην συνέχεια εμφανίσθηκε για να του δώση την πίστη εκ θεωρίας. Τότε ο Θωμάς είπε: «ο Κύριός μου και ο Θεός μου» (Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου, Κηρύγματα Αυγούστου, "Εκκλησιαστική Παρέμβαση", τεύχος Ιουλίου - Αυγούστου 2003).
Το γεγονός ότι ο Απόστολος Θωμάς αρχικά απουσίαζε κατά την εμφάνιση του Χριστού στους Μαθητές Του, φαίνεται ότι ήταν οικονομία Θεού, για να γίνη πιστευτό το θαύμα της Αναστάσεως και να διαλυθή κάθε είδους αμφιβολία. Ο ιερός υμνογράφος θα αναφωνήση: “Ω καλή απιστία του Θωμά βεβαίαν πίστιν εγέννησεν”. Βέβαια, ο Χριστός είπε το “μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες”, αλλά αυτό αναφέρεται στην πίστη εξ ακοής, που είναι εισαγωγική πίστη και φυσικά απαραίτητη για να προχωρήση κανείς στην πίστη εκ θεωρίας που είναι εμπειρική πίστη, ήτοι προσωπική κοινωνία του ανθρώπου με τον προσωπικό Θεό της Εκκλησίας.
Δεύτερον. Ο Χριστός όταν επισκέφθηκε και πάλι τους Μαθητές Του μετά από οκτώ ημέρες, κάλεσε τον Απόστολο Θωμά να ψηλαφήση τα σημάδια των πληγών στο Σώμα Του. Τότε ο Απόστολος Θωμάς Τον ανεγνώρισε και Τον ομολόγησε Κύριο και Θεό του. Τον ανεγνώρισε από τις πληγές του Σταυρού, οι οποίες αποτελούν σημάδι της αγάπης Του, αλλά και της δυνάμεώς Του. Την ομολογία του Θωμά οι άγιοι Πατέρες την ονομάζουν σωτήριο. Και πραγματικά οδηγεί στην σωτηρία όλους εκείνους που την απευθύνουν στον Χριστό εκζητώντας ταπεινά το έλεός Του.
Ένας Χριστός χωρίς τους τύπους των ήλων στο σώμα Του δεν είναι αληθινός Χριστός. Ο Αντίχριστος θα ομοιάζη με τον Χριστό εξωτερικά, αλλά δεν θα έχη τα σημάδια του Σταυρού. Κατά μία Πατερική ερμηνεία, τα αρχικά του αριθμού χ ξ στ' (666), που αναφέρεται στον αντίχριστο, σημαίνουν “χριστός ξένος σταυρού”.
Ο Χριστός αναγνωρίζεται από τα σημάδια των πληγών του Σταυρού. Αλλά και οι γνήσιοι Μαθητές του Χριστού αναγνωρίζονται και αυτοί από τα σημάδια του Σταυρού του Χριστού, που ο καθένας τους ηθελημένα σηκώνει. Άλλωστε, δεν υπάρχει άνθρωπος σε αυτή την ζωή που να μη βαστάζη τον δικό του σταυρό. Και στην περίπτωση που αρνείται τον ελαφρύ Σταυρό του Χριστού, τότε σηκώνει τον βαρύ σταυρό της αμαρτίας.
Η πραγματική πίστη είναι άμεσα συνδεδεμένη με την αγάπη και τον πόνο. Όποιος έχει βρη μέσα του τον Χριστό, δια της υπακοής στην Εκκλησία, αυτός Τον ομολογεί καθημερινά με την ζωή του και κυριολεκτικά λιώνει από την αγάπη προς τον Θεό και τον πλησίον.

Καταφυγή στο κήρυγμα. Περί Αποστόλου Θωμά. Πρωτ. Θωμά Βαμβίνη


Καταφυγή στο κήρυγμα
Πρωτ. Θωμά Βαμβίνη
Οι ημέρες του Τριωδίου, αλλά και οι ημέρες του Πεντηκοσταρίου είναι πλούσιες σε νοήματα, που εμπνέουν όσους θέλουν να κρατούν την ύπαρξή τους προσανατολισμένη προς το πρόσωπο του Χριστού. Χωρίς αυτά τα νοήματα δεν μπορεί να ζήση ο νους μας. 
Νεκρώνεται, πνίγεται μέσα στους λογισμούς που τον προσβάλλουν, μεγάλος όγκος των οποίων στις μέρες γεννιέται από τα τηλεοπτικά γεγονότα, από τους θυμούς και τις κριτικές που προκαλούν τα διατυμπανιζόμενα σκάνδαλα κάποιων ανθρώπων της Εκκλησίας.
Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι στις μέρες μας η πίστη των ανθρώπων δοκιμάζεται μέσα σε “βαβυλώνιο κάμινο”, στην οποία είναι αμφίβολο αν για τους περισσότερους υπάρχη το “διασυρίζον πνεύμα”, το οποίο μετατρέπει “το πυρ εις δρόσον”. 

Κι αυτό γιατί άνθρωποι που θα έπρεπε να είναι στη θέση των προφητών ζηλεύουν δυστυχώς την εξουσία του Ναβουχοδονόσορα, “επταπλασιάζοντας” την καυστικότητα της δοκιμασίας στην οποία υπόκειται το πλήρωμα της Εκκλησίας. Όμως η Εκκλησία υπάρχει. Το τυπικό της, κατά το δυνατόν, τηρείται, έστω και αν ο πολύς λαός έχη χαλαρώσει την σχέση του με το πνεύμα και το γράμμα του. Θέλουμε δεν θέλουμε οι κληρικοί “αναγινώσκουμε επ’ εκκλησίαις” το Ευαγγέλιο, τελούμε την αναίμακτο μυσταγωγία. 
Οπότε η διάνοιά μας έχει την δυνατότητα να προσλαμβάνη σωτήρια νοήματα –έστω κι αν απαγγέλλονται μηχανικά–, με τα οποία μπορεί να ρυθμίζη τις κινήσεις του σώματος και να τροφοδοτή την καρδιά μας, αναρριπίζοντας μέσα της την πίστη και καθιστώντας μας ικανότερους να προσέλθουμε στα φρικτά και σωτήρια μυστήρια.
Όλα τα παραπάνω ειπώθηκαν για να τονισθούν, μέσα στα σύγχρονα εκκλησιαστικά γεγονότα, κάποια πράγματα από εκκλησιαστική και ποιμαντική πλευρά, γιατί δεν αρκεί ο δημοσιογραφικός λόγος για να πραγματοποιηθή η λεγόμενη “κάθαρση της Εκκλησίας”. Χρειάζεται το εκκλησιαστικό κήρυγμα. 
Ο λόγος ο “τομώτερος υπέρ πάσαν μάχαιραν δίστομον”, που καθαρίζει την οπτική δύναμη της ψυχής και ελευθερώνει τον άνθρωπο από αιχμαλωσίες σε λογισμούς και παράλογες εξαρτήσεις της καρδιάς, δίνοντάς του την δυνατότητα να προχωρήση στην ανάπτυξη της προσωπικής σχέσης του με τον Θεό. 
Δυστυχώς, η δημοσιογραφική έρευνα έχει επισκιάσει στις μέρες μας το εκκλησιαστικό κήρυγμα. Χρειάζεται όμως να γίνουμε λίγο ανεπίκαιροι δημοσιογραφικά, καταφεύγοντας στο κήρυγμα, για να δούμε πώς μπορούμε να επιβιώσουμε πνευματικά στο σύγχρονο περιβάλλον.
Για την περίπτωσή μας είναι πολύ διδακτική η ιστορία της απιστίας του απ. Θωμά, η οποία προβάλλεται από την Εκκλησία μας την πρώτη Κυριακή μετά το Πάσχα.
Ο απ. Θωμάς δείχνει πώς η έκφραση αμφιβολιών και η απαίτηση αποδεικτικών στοιχείων μπορεί να οδηγήση στην βεβαίωση της πίστης. Οπότε στις μέρες μας, κατά τις οποίες η πίστη πολλών ανθρώπων δοκιμάζεται, παρουσιάζει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον αφ’ ενός μεν η ιστορία της απιστίας του, αφ’ ετέρου δε η ερμηνεία της από τους Πατέρες της Εκκλησίας.
Η ιστορική αρχή της απιστίας του απ. Θωμά βρίσκεται στην απουσία του από την σύναξη των Μαθητών του Χριστού το βράδυ της “Μιάς των Σαββάτων”. Αυτή η σύναξη των μαθητών του Χριστού ήταν στην πραγματικότητα σύναξη της πρώτης Εκκλησίας. Σε αυτήν ήλθε ο Χριστός “των θυρών κεκλεισμένων” για να μεταδώση στους φοβισμένους μαθητές του την “υπερέχουσα πάντα νουν” ειρήνη Του. Η απουσία του απ. Θωμά, η αποκοπή του από τους αδελφούς του, τον άφησε εκτεθειμένο στο πνεύμα της απιστίας και της αμφιβολίας, χωρίς την ειρήνη που είχαν οι άλλοι Μαθητές, οι οποίοι βεβαιώθηκαν για την Ανάσταση του Χριστού.
Φέρνοντας τα πράγματα στην εποχή μας μπορούμε να πούμε ότι ο απ. Θωμάς απουσίασε από την Εκκλησία. Απουσίασε από την σύναξη των πιστών. Γι’ αυτό συνέβη σ’ αυτόν ό,τι συμβαίνει σε κείνους πού, αναίτια ή για ασήμαντη αφορμή, απουσιάζουν από την ευχαριστιακή σύναξη της Εκκλησίας. 
Στερούν τον εαυτό τους από την πραγματική παρουσία του Χριστού. Διότι ο Χριστός σε κάθε Θ. Λειτουργία εισέρχεται μυστηριακά –“των θυρών κεκλεισμένων”, χωρίς να εμποδίζεται από τίποτε το αισθητό– και μεταδίδεται με την μορφή του ευχαριστιακού Άρτου και του Οίνου στο λαό Του. Ο απ. Θωμάς μακριά από την σύναξη των μαθητών, στερήθηκε την παρουσία του Χριστού και έμεινε πνιγμένος στις αμφιβολίες και τις αγωνίες του. 
Το ίδιο συμβαίνει με όσους ζουν μια “χριστιανική” ζωή που δεν έχει οργανική σχέση με την σύναξη των πιστών, την Ενορία και την Θ. Ευχαριστία. Οι λόγοι και οι εμπειρίες των Αγίων έχουν γι’ αυτούς ερωτηματικό. Δεν μπορούν να πιστέψουν πράγματα που είναι έξω από την λογική και την εμπειρία τους. Οι Απόστολοι και όλοι οι Άγιοι ομολογούν με την διδασκαλία τους και την ζωή τους την βασική τους εμπειρία, η οποία συνοψίζεται στην φράση: “εωράκαμεν τον Κύριον”. 
Αυτός ο λόγος των Αγίων είναι “σημείον αντιλεγόμενον”. Για κάποιους λίγους είναι επιβεβαίωση και της δικής τους εμπειρίας. Από άλλους απορρίπτεται ως εξωπραγματικός, ενώ σε άλλους γεννά την εναγώνια αντίδραση: “Εάν μη ίδω... ου μη πιστεύσω”. 
Αυτοί οι τελευταίοι –ειλικρινείς, αλλά ακόμη πνευματικά ανώριμοι– ταλαιπωρούνται στις μέρες μας πολύ περισσότερο από ό,τι παλιότερα, διότι έχουν να διανύσουν μακρύτερο και δυσχερέστερο δρόμο, μέχρι να φθάσουν στην επιβεβαίωση της πίστης. Πρέπει να ξεπεράσουν τις αρνητικές εμπειρίες που τους προσφέρουν ορισμένοι φορείς του μυστηρίου της ιερωσύνης, οι οποίοι ξεχνούν ότι η ιερωσύνη δεν είναι μια δημοσιοϋπαλληλική υπηρεσία, η οποία οργανώνεται με βάση κάποιον δημοσιοϋπαλληλικό κώδικα. 
Δεν θεμελιώνεται σε κοσμικούς νόμους. Έχει θεμέλιό της τον Χριστό, στον οποίο και ανήκει. Είναι το μυστήριο της αισθητής παρουσίας Του στον κόσμο. Αυτοί, λοιπόν, που με τους λόγους και τα έργα τους “εμποδίζουν” την χάρη του μυστηρίου της ιερωσύνης να βεβαιώση τις καρδιές των ανθρώπων, ταλαιπωρούν πολύ εκείνους που διακατέχονται από την εναγώνια απαίτηση του απ. Θωμά: “Εάν μη ίδω... ου μη πιστεύσω”.
Βέβαια, δεν πρέπει ο καθένας να μεταθέτη το πρόβλημά του στους ώμους των άλλων, ούτε να δικαιολογή τον εαυτό του αναφερόμενος στους δύσκολους καιρούς που περνάμε. Πρέπει να αναλαμβάνη την προσωπική του ευθύνη, με το βάρος της οποίας είναι ωφέλιμο να ταπεινώνη τον εαυτό του. Έχουμε την ευθύνη της πνευματικής μας πορείας. 
Δεν πρέπει να τα περιμένουμε όλα από τους άλλους. Εμείς αποφασίζουμε σε ποιούς θα μαθητεύσουμε και ποιούς θα καταστήσουμε πρότυπά μας. Στα θέματα της πνευματικής ζωής και της πίστεως υπάρχουν συχνές ανατροπές, τις οποίες συναντούμε και στις ιστορίες των Αγίων. 
Μπορεί, για παράδειγμα, Αρχιερείς, Ιερείς και Μοναχοί να απομακρυνθούν από την χάρη του Θεού, να χάσουν την σωτηρία τους, να σκανδαλίσουν τον κόσμο, ενώ ένας ασήμαντος κοινωνικά και μορφωτικά άνθρωπος, λαϊκός, βιοπαλαιστής, να γίνη τόπος θεοφανείας, δηλαδή, άνθρωπος που να συμβιώνη “εν αισθήσει και πληροφορία” με τον Θεό, ώστε να μας βεβαιώνη, όπως οι Μαθητές τον απ. Θωμά, ότι “εωράκαμεν τον Κύριον”.
Σύμφωνα με μια ερμηνεία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά ο απ. Θωμάς “οικονομικώς” απουσίαζε από τον κύκλο των μαθητών του Χριστού, όταν για πρώτη φορά τους επισκέφθηκε μετά την Ανάσταση, επειδή ήταν ανέτοιμος να δεχθή την παρουσία Του. Είχε ανάγκη προπαρασκευής. Κάτι που έγινε στις ημέρες που μεσολάβησαν μέχρι την νέα φανέρωση του Χριστού. Το “εωράκαμεν τον Κύριον”, που του έλεγαν οι άλλοι μαθητές, και οι συζητήσεις που έκανε μαζί τους, τον προετοίμασαν και τον κατέστησαν ικανό να γίνη μάρτυρας της Αναστάσεως.
Εν κατακλείδι, η μελέτη και η ακρόαση του λόγου των Αποστόλων και των Αγίων, η σύνδεσή μας με την ενοριακή μας κοινότητα και κυρίως η συμμετοχή μας στην σύναξη της Θ. Ευχαριστίας, από όποιους κανονικούς Αρχιερείς ή Ιερείς και αν τελήται, μας δίνουν την δυνατότητα να συνδεθούμε με ανθρώπους που μπορούν να μας ελκύσουν στα βαθύτερα και υψηλότερα της ευαγγελικής ζωής, και να μας καταστήσουν απρόσβλητους από όλους τους λογισμούς της αμφιβολίας και της απιστίας, από όπου και αν προέρχονται.