ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Πέμπτη 13 Μαρτίου 2014

Κυριακή Β΄ Νηστειών (αγίου Γρηγορίου Παλαμά).
«Ὀρθοδοξίας ὁ φωστήρ Ἐκκλησίας τό στήριγμα καί διδάσκαλε, κήρυξ τῆς χάριτος…».

Εόρτασε την περασμένη Κυριακή, πρώτη της Μ. Τεσσαρακοστής, η Εκκλησία μας το γεγονός της αναστηλώσεως των ιερών εικόνων ως Κυριακή της Ορθοδοξίας και σήμερα, επιτελεί την μνήμη του αγίου Γρηγορίου Παλαμά, λόγω της πολύ σημαντικής συμβολής του στη διατήρηση του ορθοδόξου δόγματος και της βασισμένης πάνω σε αυτό ορθοδόξου πνευματικής ζωής.
Ο άγιος Γρηγόριος καταγόταν από την Βασιλεύουσα. Γεννήθηκε το 1296 από γονείς εναρέτους και επιφανείς, τον Κωνσταντίνο και την Καλονή. Ο πατέρας του ήταν συγκλητικός, και κατόπιν έγινε μοναχός. Ο Γρηγόριος ήταν επτά ετών όταν πέθανε ο ενάρετος πατέρας του, ο οποίος εμπιστεύ-θηκε τα παιδιά του στη προστασία του Θεοτόκου, την οποία και άφησε Επίτροπό τους.
Ο άγιος μαζί με το θεϊκό χάρισμα της ευφυίας που είχε, επέδειξε και σπάνια επι-μέλεια, με αποτέλεσμα σε μικρό χρονικό διάστημα να αποκτήσει κάθε επιστήμη και γνώση της εποχής του. Σε ηλικία είκοσι ε-τών έγινε θαυμαστός και από μεγάλους συγχρόνους του σοφούς. Για την αξιοζήλευ-τη προκοπή του, τον ζήτησε ο αυτοκράτορας να υπηρετήσει στο παλάτι, αλλ’ ο Γρηγόριος ως συνετός, τον πόθο και το νου του γύρισε στα υψηλότερα· ζητούσε να ανέβη στον Θεό και να αφιερώσει τον εαυτό του σε αυτόν, ζώντας ζωή ασκητική και ισάγγελη.
Τον σκοπό του φανέρωσε στη μητέρα του και εκείνη ως ευλαβέστατη δόξασε τον Θεό, κάλεσε δε και τα άλλα της παιδιά, για να πληροφορηθούν από τον μεγαλύτερο αδελφό τους τα σχετικά με την αφιέρωσή του. Τους κατέπεισε όλους και φάνηκαν και εκείνοι πρόθυμοι να ακολουθήσουν παρόμοιο με τον του αγίου δρόμο. Μοίρασαν με τρόπο ευαγγελικό τα υπάρχοντα στους πτωχούς και αφήνοντας τις ματαιότητες του κόσμου, η μεν μητέρα με τις δύο θυγατέρες της μπήκαν σε γυναικείο μοναστήρι, τους δύο δε αδελφούς ο Γρηγόριος πήρε μαζί του στο Άγιον Όρος. Εκεί μπήκε στην υπακοή του θαυμάσιου Γέροντος Νικηφόρου, ο οποίος ζούσε ησυχαστική ζωή κοντά στο Μο-ναστήρι του Βατοπεδίου. Με την εν γένει άσκηση και μάλιστα της υπακοής και της ταπεινώσεως προόδευσε στις αρετές και μόρφωσε στην καρδιά του τον Χριστό, αξιώθηκε δε να δεχθεί, με μυστική αποκάλυψη, την ιδιαίτερη παρουσία και αντίληψη της Υπεραγίας Θεοτόκου.
Μετά την κοίμηση του Γέροντά του, πήγε στην περίφημη Μονή Μεγίστης Λαύρας, και κατόπιν στην έρημο όπου παρέδωσε τον εαυτό του σε κάθε κατά Χριστόν σκληραγωγία. Συμμαζώνοντας το νου του στην καρδιά είχε παντοτινή ασχολία την προσευχή και κραύγαζε προς τον Χριστό· «φώτισόν μου το σκότος, φώτισόν μου το σκότος». Έτσι, και με τη βοήθεια του Θεού, νικούσε κατά κράτος στους πολέμους κατά του διαβόλου. Με νηστείες, αγρυπνίες και πολλά δάκρυα καθάρισε την ψυχή του, έγινε σκεύος εκλεκτό του Παναγίου Πνεύματος και αξιώθηκε να έχει πολλές θεοφάνειες. Κατόπιν, λόγω των πολλών επιδρομών των Τούρκων, αναγκάστηκε να μεταβεί στη Θεσσαλονίκη, χωρίς όμως να αφήσει την ακρίβεια της αγίας του ζωής.
Κοντά στις άλλες ουράνιες δωρεές έ-λαβε, κατόπιν θεϊκής πληροφορίας, και το μέγα χάρισμα της ιεροσύνης. Τελούσε την ιερή Μυσταγωγία ως άλλος άγγελος, ώστε οι παρευρισκόμενοι, και μόνο που τον έβλεπαν ένοιωθαν κατάνυξη στις ψυχές τους. Καθώς ήταν πνευματοφόρος αναδείχθηκε πραγματικός πνευματικός πατέρας. Έλαβε εξουσία κατά των δαιμόνων, το χάρισμα των θαυμάτων και προέλεγε τα μέλλοντα να συμβούν. Με ένα λόγο ήταν στολισμένος με τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος και δικαίως, με θεία ψήφο, ανήλθε και στον αρχιερατικό θρόνο της Εκκλησίας των Θεσσαλονικέων, της οποίας αναδείχθηκε άξιος ποιμένας.
Όμως η προσωπικότητα και το έργο του αγίου Γρηγορίου αναδείχθηκαν λαμπρότερα και ευρύτερα, όταν παρουσιάστηκε ο κίνδυνος από τον δυτικό κατά το φρόνημα μοναχό Βαρλαάμ, και τους ομόφρονές του, οι οποίοι κυρίως έλεγαν ότι η χάρη του Θεού είναι κτίσμα, οπότε όμως ο άνθρωπος δεν μπορεί να σωθεί.
Ο άγιος Γρηγόριος αγωνίστηκε κατά της πλάνης αυτής προβάλλοντας το από την εμπειρία των Αγίων ορθόδοξο φρόνημα το οποίο και κατοχυρώθηκε με αποφάσεις Συνόδων στην Κωνσταντινούπολη, οι οποίες κήρυξαν τον άγιο «ἀσφαλέστατον τῆς εὐσεβείας πρόμαχον».
Εκτός όλων αυτών, ο Θεός, κατά τις ανεξιχνίαστες βουλές του, έστειλε τον άγιο διδάσκαλο μεταξύ των Τούρκων. Καθώς κάποτε έπλεε προς την Βασιλεύουσα πιάστηκε από τους Αγαρηνούς και σύρθηκε αιχμάλωτός τους. Τον κράτησαν ένα χρόνο και τον μετέφεραν από τόπο σε τόπο και από πόλη σε πόλη, αλλά εκείνος ως γενναίος αθλητής και διδάσκαλος μέγας, δίδασκε το Ευαγγέλιο του Χριστού άφοβα. Όσους στέκονταν καλά στην πίστη τους στερέωνε ακόμη περισσότερο, τους κλονισμένους στερέωνε κατά τρόπο σοφό, με εκείνους δε που περιέπαιζαν τα χριστιανικά δόγματα συζητούσε με θάρρος για την ένσαρκο οικονομία, την προσκύνηση του Τιμίου Σταυρού και των αγίων εικόνων και για πολλά άλλα ζητήματα. Και άλλοι μεν, οι καλοπροαίρε-τοι, τον θαύμαζαν, άλλοι δε μαίνονταν εναντίον του, και θα τον σκότωναν αν δεν τους εμπόδιζε η ελπίδα της εξαγοράς του. Τέλος, κατά θεία οικονομία και για την μεγάλη ωφέλεια της Εκκλησίας, κάποιοι φιλόχριστοι τον ελευθέρωσαν και έτσι επανήλθε στο ποίμνιό του, μάρτυς αναίμακτος, στολισμένος με τα στίγματα του Χριστού.
Συνέχισε να καταρτίζει και να καθαγιάζει τον λαό, μέχρις ότου, μετά από βαριά αρρώστια, στις 14 Νοεμβρίου του 1359, σε ηλικία 63 ετών, επήλθε το μακάριον τέλος της θαυμάσιας εκείνης ζωής. Πριν από πολλές μέρες είχε προείπει την εκδημία του, και κατ’ αυτήν, θείο και υπερφυσικό φως φώτισε το πρόσωπό του και περιέλαμψε το δωμάτιο όπου κείτονταν το ιερό λείψανο, το οποίο η συνδεδεμένη με αυτό χάρις του Θεού κατέστησε «θαυμάτων πηγήν, εις κοινόν και αδάπανον ιατρείον».
Ο θεοφόρος Παλαμάς είχε καθιερωθεί, εν όσω ακόμη ζούσε, στη συνείδηση των ορθοδόξων ως άγιος. Οι αγώνες του υπέρ της Ορθοδοξίας για τους οποίους τόσους διωγμούς και δεσμά υπέστη, η κατ’ επανάληψη αναγνώρισή του από την Εκκλησία ως προμάχου της, οι αρετές, τα χαρίσματα και το πλήθος των θαυμάτων του, πριν και μετά την κοίμησή του, τον κατέταξαν στην χρυσή αλυσίδα των μεγάλων διδασκάλων και Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας. Μόλις εννέα έτη μετά την εκδημία του αναγνωρίστηκε και επίσημα ως άγιος και ορίστηκε να εορτάζεται η μνήμη του και κατά τη Β΄ Κυριακή της Μ. Τεσσαρακοστής, μετά την Κυριακή της Ορθοδοξίας ως τρόπον τινά επέκτασή της.
Και εμείς πρέπει να αισθανόμαστε τον άγιο Γρηγόριο ως κανόνα της Ορθοδόξου Θεολογίας και της χριστιανικής μας ζωής.
«Τα επουράνια, τα επουράνια» ήταν τα λόγια τα οποία υποψιθύριζε πριν την κοίμησή του, τα οποία θα πρέπει να αποτελούν για μας αφυπνιστική και προτρεπτική κραυγή. Να μη αδικούμε τον εαυτό μας βάζοντας ως στόχο της ζωής μας τα επίγεια που είναι πρόσκαιρα αλλά την ένωσή μας με τον Θεό. Να γίνουμε κοινωνοί όχι της ουσίας του αλλά της χάριτός του που είναι θεία και μπορεί να κάνει θεό τον άνθρωπο. Πώς; Με τα άγια μυστήρια και τις άγιες αρετές, και ιδιαίτερα με την προσευχή του νου στην καρδιά, που θα πρέπει να είναι αδιάλειπτη, συνεχής, όχι, καθώς παρατηρεί ο άγιος, για να πείσουμε τον Θεό, διότι είναι «αυτοπαράκλητος» ούτε για να τον ελκύσουμε προς εμάς, αφού είναι πανταχού, αλλά για να ανεβαίνουμε εμείς προς αυτόν, να είμαστε ενωμένοι συνεχώς με αυτόν και έτσι να μετέχουμε των αγαθοπρεπών δωρεών του, τις οποίες είθε όλοι μας να επιτύ-χουμε με τις πρεσβείες του κατ’ εξοχήν κήρυκος της χάριτος αγίου Γρηγορίου Παλαμά. Αμήν.
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ & ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ

19 Μαρτίου 2006
Κυριακή Β΄ Νηστειῶν
(Μαρκ. β΄, 1-12)

Στὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο ὁ παραλυτικὸς προσκομίζεται στὸν Χριστὸ κατὰ ἕνα παράδοξο τρόπο. Ἐπειδὴ ὑπῆρχε πολὺς κόσμος καὶ ἦταν ἀδύνατο νὰ προσεγγίσουν, γι᾿ αὐτὸ ἀνέβηκαν στὴν στέγη τοῦ σπιτιοῦ ποὺ βρισκόταν ὁ Χριστός, ξηλώνουν ἕνα μέρος ἀπ᾿ αὐτὴ καὶ κατεβάζουν τὸ κρεβάτι μὲ τὸν παραλυτικὸ μπροστὰ στὸν Χριστό.

Ὅμως τὰ παράδοξα αὐτῆς τῆς Εὐαγγελικῆς περιοκῆς, δὲν σταματοῦν ἐδῶ. Τὸ ἕνα διαδέχεται τὸ ἄλλο. Ποιό ἄλλο δηλαδή; Τὸ πῶς ἀντιμετωπίζεται τὸ πρόβλημα τοῦ παραλυτικοῦ; Ὁ Χριστὸς ἀντικρύζοντας τὸν ασθενή, δὲν ἀναφέρεται στὴν σωματική του ἀσθένεια, ὥσαν νὰ μὴν ὑπάρχει. Ἀλλὰ ἀπαευθυνόμενος πρὸς αὐτὸν τοῦ λέγει πὼς οἱ ἁμαρτίες του εἶναι συγχωρεμένες.

Πόσο παράξενα καὶ παράδοξα ἐνεργεῖ ὁ Χριστός! Ἐπειδὴ ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ τὸ κατανοήσει. Ἀφοῦ δὲν ἔχει τὴ δυνατότητα νὰ ἑρμηνεύσει τὸν τρόπο ἐνεργείας Του. Εἶναι ἄλλος ὁ δρόμος καὶ ὁ τρόπος λειτουργίας τοῦ Θεοῦ καὶ ἄλλος τοῦ ἀνθρώπου.

Καὶ συγκεκριμένα ἐδῶ στὸν παραλυτικό, ὁ Χριστὸς ἐνεργεῖ μ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο, γιατὶ ἐπιθυμεῖ νὰ καταδείξει τὸ στενὸ δεσμὸ ποὺ ὑπάρχει μεταξὺ τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς ἀσθένειας. Γνωρίζει δὲ πὼς ἐτοῦτος ὁ ἄνθρωπος, ὅπως ἄλλωστε συμβαίνει σὲ κάθε ἄνθρωπο, ἔχει διαπράξει ἁμαρτωλὲς καὶ ἄδικες πράξεις.

Ἐπιθυμώντας νὰ ἀποκαθάρει τὸν ψυχικὸ κόσμο του μὲ τὴν συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν του, ὑπογραμμίζει τὸ γεγονὸς τῆς ἐπιδράσεως τῆς ψυχῆς, στὸ σῶμα. Καὶ τὸ ἀντίθετο. Ἐπειδὴ ὅμως τὰ πάντα ἐκπορεύονται ἀπὸ τὴν ψυχή· καὶ ἐπειδὴ ἐκεῖ ὅλα προγραμματίζονται καὶ σχεδιάζονται, γι᾿ αὐτὸ εἶναι ἀπαραίτητο νὰ εἶναι χῶρος καθαρότητας καὶ ἁγιότητας.

Ὕστερα ἔρχεται τὸ σῶμα, ὡς ὑπηρετικὸ ὄργανο τῆς ψυχῆς καὶ ἐκτελεῖ ὅσα ἤδη ἔχουν σχεδιαστεῖ καὶ ἀποφασιστεῖ. Ἡ ψυχὴ λοιπόν, ὡς κυρίαρχο ὄργανο καθοδηγεῖ τὸ σῶμα νὰ πράξει τὸ καλὸ ἢ τὸ κακό.

Ὁ Χριστὸς ἀναφερόμενος στὶς ἁμαρτίες καὶ ὄχι στὴν ἀσθένεια τοῦ σώματος, ‘

Αποδεικνύει μὲ παρρησία πὼς ἔχει ἐξουσία Θεϊκή. Καὶ μπορεῖ νὰ συγχωρεῖ. Γιατὶ τὶς ἀσθένειες τοῦ σώματος ὁ ἄνθρωπος πολλὲς φορὲς μπορεῖ νὰ θεραπεύσει καὶ κάποτε ἀποτελεσματικὰ. Ὅμως τὶς ἀσθένειες τῆς ψυχῆς «εἶν᾿ ἀνήμπορος νὰ τὶς γιατρέψει».

Καὶ ἐπειδὴ ἡ εὐθύνη τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὶς πράξεις ποὺ διαπράττει καθημερινὰ εἶναι καθοριστική, ἕνας μονάχα τρόπος ὑπάρχει γιὰ νὰ τὸν ἀπαλλάξει ἀπὸ τὸ βάρος τους. Ἡ συγχώρηση. Μὲ τὴν συγχώρηση, ὅπως καὶ πιὸ πάνω ἀναφέραμε, μόνο ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ τὴ δώσει.

Ὁ Θεὸς δὲ παρέχοντας τὴν συγχώρηση, ξεπερνάει ἀκόμη καὶ τὰ ὅρια τῆς δημιουργίας Του. Γιατὶ δίνοντας ἄφεση καὶ διαγράφοντας πράξεις καὶ ἔργα ἁμαρτωλά, «δὲν ἐπιτελεῖ μονάχα ἔργο δικαιοσύνης, ἀλλὰ... πραγματώνει ἔργο ἀγάπης, ποὺ δὲν εἶναι πιὰ δημιουργία, ἀλλ᾿ ὑπερδημιουργία».

Οἱ γραματεὶς ποὺ κατηγόρησαν τὸν Χριστὸ πὼς ξεστόμισε βλασφημία μὲ τὸ λόγο Του ὅτι συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτίες τοῦ παραλυτικοῦ, κρίνουν μὲ ἀνθρώπινα μέτρα. Καὶ στέκονται ἀδύναμοι μπροστὰ στὴ Θεϊκὴ βούληση. Γι᾿ αὐτὸ ὁ Χριστὸς, ξεπερνώντας τὰ ἀνθρώπινα μέτρα, ἐπιθυμώντας νὰ δείξει ποιὸς εἶναι, τοὺς ἀπευθύνει τὸ ἐρώτημα: «Τί εἶναι εὐκολότερο νὰ πῶ στὸν παραλυτικό, ἂς εἶναι συγχωρεμένες οἱ ἁμαρτίες σου ἢ νὰ τοῦ πῶ, σήκω καὶ πάρε τὸ κρεβάτι σου καὶ περπάτα;»

Γιατὶ καὶ τὰ δύο φαντάζουν ἀδύναμα γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Μήτε νὰ συγχωρεῖ ἁμαρτίες μπορεῖ καὶ μήτε νὰ γιατρέψει τὸν παραλυτικό. Μὰ ὁ Χριστὸς ἔχει τὴ δυνατότητα νὰ πράξει καὶ τὰ δύο, γιατὶ εἶναι Θεὸς καὶ ἀγαπᾶ τὰ πλάσματά Του.

Ἐκφράζοντας τὸ Θεϊκὸ κύρος καὶ τὴ Θεϊκὴ ἀγάπη, προστάζει τὸν παραλυτικό: «Σοὺ λέγω, σήκω καὶ πάρε τὸ κρεβάτι σου καὶ πήγαινε στὸ σπίτι σου». Ὁ Χριστὸς ὡς ὁ ἰατρὸς τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος, θεραπεύει καὶ τὰ δύο.

Καὶ ἔτσι ὁ παραλυτικὸς ἐξῆλθε μπροστὰ σὲ ὅλους θεραπευμένος ψυχικὰ καὶ σωματικά. Διπλὴ ἡ θεραπεία του καὶ διπλὸ τὸ δῶρο τοῦ Χριστοῦ σ᾿ αὐτόν.

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, δὲν πρέπει ποτὲ νὰ περάσει ἀπὸ τὸ μυαλό μας, πὼς εἴμαστε ἔξω ἀπὸ τὸ χῶρο τῆς ἁμαρτίας. Δηλαδὴ πὼς δὲν ἔχουμε διαπράξει ἁμαρτίες. Γιατὶ κάτι τέτοιο δὲν εἶναι ἀλήθεια. Ἀντίθετα μάλιστα, ἡ ἀλήθεια εἶναι πὼς ζοῦμε μέσα στὸ χῶρο τῆς ἁμαρτίας καὶ διαπράττουμε ποιὸς λίγες καὶ ποιὸς πολλὲς καθημερινά.

Ὁ Χριστὸς ὅμως ἦλθε στὸν κόσμο γιὰ νὰ σηκώσει στοὺς ὤμους Του τὰ δικά μας ἀτοπήματα καὶ ἁμαρτήματα. Αὐτὸς ἄλλωστε ἔχυσε τὸ αἷμα Του ἐπάνω στὸ Σταυρό, γιὰ νὰ μποροῦμε ἐμεῖς νὰ γευμόμαστε τὴ δική Του ζωή.

Γιὰ νὰ πάρουμε τελικὰ τὸ διπλὸ δῶρο Του, ὅπως ὁ παραλυτικὸς τοῦ σημερινοῦ Εὐαγγελίου. Τὴν συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν μας καὶ τὴ θεραπεία τῶν σωματικῶν ἀσθενειῶν μας. Καὶ νὰ ἐγερθοῦμε, παίρνοντας τὸ κρεβάτι τοῦ πόνου καὶ τῆς ἀρρώστιας, γιὰ νὰ τὸ κάνουμε χῶρο χαρᾶς καὶ μακαριότητας, πορευόμενοι νὰ ζήσουμε τὴν ἀγάπη Του στὴ βασιλεία Του.

Ἀρχιμ. Ν.Π.
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ & ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ

4 Μαρτίου 2007
Κυριακή Β΄ Νηστειῶν
(Μάρκ. β΄, 1-12)

Μιὰ ἀπὸ τὶς ἰδιότητες τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ παγνωσία Του. Δηλαδὴ ὁ Θεὸς γνωρίζει τὰ πάντα καὶ ὅλα τὰ ἀποκαλύπτει. Σ᾿ Αὐτὸν δὲν μένει κάτι κρυφό, ἀφοῦ μπροστά Του ἀποκαλύπτονται τὰ πάντα.

Ἐτούτη δὲ ἡ ἰδιότητα τῆς παγνωσίας δὲν ἔχει τοπικοὺς περιορισμούς, μήτε βεβαίως χρονικούς. Ἔτσι, ὅπου κι ἂν βρισκόμαστε, ὅπου καὶ ἂν πᾶμε, Αὐτὸς τὸ γνωρίζει, τὸ βλέπει καὶ τὸ ἀποκαλύπτει. Ὁ Θεὸς γνωρίζει τοὺς συλλογισμούς μας καὶ γνωρίζει τὶς πράξεις μας.

Ὁ ψαλμωδὸς Δαυῒδ στὸν 138 ψαλμό του, μὲ τὸν ποιητικὸ λόγο του, περιγράφει αὐτὴ τὴν ἀλήθεια. Νὰ τί λέγει: «Ποῦ νὰ πάω, ὥστε νὰ εἶμαι μακριὰ ἀπὸ τὸ πνεῦμα σου καὶ ποῦ νὰ φύγω, ὥστε νὰ μὴ παρακολουθοῦμαι ἀπὸ τὸ πρόσωπό σου; Ἐὰν ἀνεβῶ στὸν οὐρανό, σὺ εἶσαι ἐκεῖ· ἐὰν κατεβῶ στὸν Ἅδη, ἡ παρουσία Σου καὶ ἐκεῖ ἐκτείνεται. Ἐὰν ἤθελα νὰ γίνω πτερωτός... ἐκεῖ ποὺ ἀνατέλλει... ὁ ἥλιος καὶ κατασκηνώσω στὰ ἔσχατα τῆς θαλάσσης καὶ ἐκεῖ τὸ χέρι Σου θὰ μὲ ὁδηγήσει καὶ θὰ μὲ κρατάει σφιγκτὰ ἡ δεξιά Σου...».

Στὸ σημερινὸ δὲ Εὐαγγέλιο, κατὰ τὴ θεραπεία τοῦ παραλυτικοῦ, ὁ Χριστὸς ἀποκαλύπτει τοὺς διαλογισμοὺς τῶν γραμματέων. «Τί βάζετε στὸ μυαλό σας τέτοιες σκέψεις;» τοὺς λέγει. Καὶ ποιὲς ἦταν αὐτὲς οἱ σκέψεις; Μὰ ὅτι ὁ Χριστὸς βλασφημεῖ, ἐπειδὴ συγχώρεσε τὶς ἁμαρτίες τοῦ παραλυτικοῦ. Κατ᾿ αὐτοὺς μονάχα ὁ Θεὸς ἔχει τὸ δικαίωμα αὐτό.

Ἀπιστία λοιπὸν στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀμφιβολία γιὰ συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν τοῦ παραλυτικοῦ. Ὁ Χριστὸς ὅμως, ποὺ γνωρίζει τί σκέπτονται, τοὺς ξεσκεπάζει, ἀπαντώντας σ᾿ αὐτοὺς μὲ πράξη ἀγάπης. Συγχωρεῖ τὸν παραλυτικὸ καὶ τὸν γιατρεύει ἀπὸ τὴν παράλυσή του, λέγοντάς του· «Σὲ σένα λέγω, σήκω ἐπάνω, πάρε τὸ κρεβάτι σου στὸν ὦμο καὶ πήγαινε στὸ σπίτι σου!».

Ἐμεῖς δέ, ἀκούοντας τὸν λόγο τοῦ σημερινοῦ Εὐαγγελίου καὶ ἀφοῦ ἀντιληφθοῦμε πὼς μιλάει γιὰ τὴ δική μας σωτηρία, νὰ σταθοῦμε στὸν ἑαυτό μας ὁ καθένας. Καὶ νὰ κατανοήσουμε ὄχι μόνο πὼς διαπράττουμε ἁμαρτίες καὶ παρανομίες μὰ ἰδιαιτέρως πὼς αὐτὲς τὶς γνωρίζει πολὺ καλὰ ὁ Θεός.

Ἂν κάνουμε πὼς τὶς ἀρνιόμαστε, Αὐτὸς θὰ μᾶς τὶς ἀποκαλύψει. Ἂν τὶς κρύψουμε, θὰ φανοῦμε σὰν τὶς στρουθοκαμήλους ποὺ κρύβουν τὸ κεφάλι τους στὴν ἄμμο καὶ νομίζουν πὼς ἔχουν κρυφθεῖ. Δηλαδὴ θὰ γίνουμε γελοῖοι.
Τί πρέπει λοιπὸν νά κάνουμε; Νὰ ὁμολογήσουμε τὰ λάθη μας καὶ νὰ ζητήσουμε τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Εἰδεμὴ θὰ ζοῦμε συνεχῶς μὲ τὸ βάρος τους νὰ πλακώνει τὴν ψυχή μας καὶ σὰν σαράκι νὰ κατατρώγει τὴν ὕπαρξή μας.

Ἔτσι σκεπτόμενοι, φθάνουμε στὸ ἱερὸ μυστήριο τῆς ἐξομολογήσεως, ποὺ εἶναι «βαθειὰ ἀνάγκη τῆς ψυχῆς μας». Ἐπειδὴ ὅμως εἶναι πολλοὶ αὐτοὶ ποὺ δὲν γνωρίζουν τί εἶναι ἐξομολόγηση, ἀνάγκη νὰ ποῦμε δύο λόγια γι᾿ αὐτή.
Ἡ ἐξομολόγηση δὲν εἶναι κατ᾿ ἀρχὰς ἀνάκριση, γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ πνευματικός, ὁ ἐξομολόγος, δὲν ἀνακρίνει καὶ δὲν κατακρίνει. Ἐμεῖς ὅμως ὀφείλουμε νὰ εἴμαστε ἑτοιμασμένοι, δηλαδὴ νὰ ξέρουμε τί θὰ ποῦμε καὶ τί πρέπει νὰ ἐξομολογηθοῦμε.

Δὲν χρειάζεται νὰ φλυαροῦμε καὶ νὰ πλατειάζουμε τὸν λόγο. Μήτε ν᾿ ἀσχολούμαστε μὲ τοὺς ἄλλους παρὰ μονάχα μὲ τὸν ἑαυτό μας. Δὲν εἶναι ἐπιτρεπτὸ νὰ κρύβουμε πράγματα καὶ γεγονότα ἢ νὰ τὰ ἀλλοιώνουμε ἢ νὰ τὰ διαστρέφουμε. Ὁ Θεὸς τὰ γνωρίζει, γι᾿ αὐτὸ καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ξεγελαστεῖ.

Μὰ πρὸ πάντων πρέπει νὰ ἔχουμε πάρει τὴν ἀπόφαση νὰ μετανοήσουμε καὶ νὰ ζητήσουμε συγγνώμη ἀπὸ τὸ Θεό, ποὺ μᾶς τὴν παρέχει μὲ τὴν συγχωρητικὴ εὐχὴ τοῦ ἐξομολόγου.

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, στὴν Ἁγία Γραφὴ εἶναι κι ἐτοῦτο γραμμένο· «λέγε σὺ πρῶτος τὰς ἁμαρτίας σου, ἵνα δικαιωθῇς». Μὴν περιμένεις νὰ σὲ ρωτήσουν· ἐσὺ πρέπει νὰ τὰ πεῖς. Ὁ Θεὸς ἄλλωστε δὲν χρειάζεται νὰ ρωτήσει, γιατὶ τὰ ξέρει. Ἐμεῖς πρέπει νὰ τὰ ὁμολογήσουμε, ἐξομολογούμενοι τὶς ἁμαρτίες μας.

«Πές τις ἐσὺ κι ὁμολόγησέ τις πρῶτος· νοιῶσε στὴν ψυχή σου τὴν ἀνάγκη νὰ τὶς ὁμολογήσεις· ἄνοιξε τὴν ψυχή σου, γιὰ νὰ μπῆ ὁ καθαρὸς ἀέρας καὶ τὸ φῶς, ποὺ θὰ σὲ γιατρέψη καὶ θὰ σὲ ξαναγεννήση...». Τότε θὰ νοιώσεις πὼς ὑπάρχει κι ἄλλος τρόπος καὶ ἄλλος δρόμος, γιὰ νὰ διαβεῖς. Εἶναι ἀκριβῶς αὐτὸς ποὺ προβάλλει καθοδηγητικός, ὅταν μέσα σου ἀρχίζει νὰ βιώνεται ἡ μορφὴ τοῦ Χριστοῦ.

Ἀρχιμ. Ν.Π.
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ & ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ

4 Μαρτίου 2007
Κυριακή Β΄ Νηστειῶν
(Μάρκ. β΄, 1-12)

Μιὰ ἀπὸ τὶς ἰδιότητες τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ παγνωσία Του. Δηλαδὴ ὁ Θεὸς γνωρίζει τὰ πάντα καὶ ὅλα τὰ ἀποκαλύπτει. Σ᾿ Αὐτὸν δὲν μένει κάτι κρυφό, ἀφοῦ μπροστά Του ἀποκαλύπτονται τὰ πάντα.

Ἐτούτη δὲ ἡ ἰδιότητα τῆς παγνωσίας δὲν ἔχει τοπικοὺς περιορισμούς, μήτε βεβαίως χρονικούς. Ἔτσι, ὅπου κι ἂν βρισκόμαστε, ὅπου καὶ ἂν πᾶμε, Αὐτὸς τὸ γνωρίζει, τὸ βλέπει καὶ τὸ ἀποκαλύπτει. Ὁ Θεὸς γνωρίζει τοὺς συλλογισμούς μας καὶ γνωρίζει τὶς πράξεις μας.

Ὁ ψαλμωδὸς Δαυῒδ στὸν 138 ψαλμό του, μὲ τὸν ποιητικὸ λόγο του, περιγράφει αὐτὴ τὴν ἀλήθεια. Νὰ τί λέγει: «Ποῦ νὰ πάω, ὥστε νὰ εἶμαι μακριὰ ἀπὸ τὸ πνεῦμα σου καὶ ποῦ νὰ φύγω, ὥστε νὰ μὴ παρακολουθοῦμαι ἀπὸ τὸ πρόσωπό σου; Ἐὰν ἀνεβῶ στὸν οὐρανό, σὺ εἶσαι ἐκεῖ· ἐὰν κατεβῶ στὸν Ἅδη, ἡ παρουσία Σου καὶ ἐκεῖ ἐκτείνεται. Ἐὰν ἤθελα νὰ γίνω πτερωτός... ἐκεῖ ποὺ ἀνατέλλει... ὁ ἥλιος καὶ κατασκηνώσω στὰ ἔσχατα τῆς θαλάσσης καὶ ἐκεῖ τὸ χέρι Σου θὰ μὲ ὁδηγήσει καὶ θὰ μὲ κρατάει σφιγκτὰ ἡ δεξιά Σου...».

Στὸ σημερινὸ δὲ Εὐαγγέλιο, κατὰ τὴ θεραπεία τοῦ παραλυτικοῦ, ὁ Χριστὸς ἀποκαλύπτει τοὺς διαλογισμοὺς τῶν γραμματέων. «Τί βάζετε στὸ μυαλό σας τέτοιες σκέψεις;» τοὺς λέγει. Καὶ ποιὲς ἦταν αὐτὲς οἱ σκέψεις; Μὰ ὅτι ὁ Χριστὸς βλασφημεῖ, ἐπειδὴ συγχώρεσε τὶς ἁμαρτίες τοῦ παραλυτικοῦ. Κατ᾿ αὐτοὺς μονάχα ὁ Θεὸς ἔχει τὸ δικαίωμα αὐτό.

Ἀπιστία λοιπὸν στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀμφιβολία γιὰ συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν τοῦ παραλυτικοῦ. Ὁ Χριστὸς ὅμως, ποὺ γνωρίζει τί σκέπτονται, τοὺς ξεσκεπάζει, ἀπαντώντας σ᾿ αὐτοὺς μὲ πράξη ἀγάπης. Συγχωρεῖ τὸν παραλυτικὸ καὶ τὸν γιατρεύει ἀπὸ τὴν παράλυσή του, λέγοντάς του· «Σὲ σένα λέγω, σήκω ἐπάνω, πάρε τὸ κρεβάτι σου στὸν ὦμο καὶ πήγαινε στὸ σπίτι σου!».

Ἐμεῖς δέ, ἀκούοντας τὸν λόγο τοῦ σημερινοῦ Εὐαγγελίου καὶ ἀφοῦ ἀντιληφθοῦμε πὼς μιλάει γιὰ τὴ δική μας σωτηρία, νὰ σταθοῦμε στὸν ἑαυτό μας ὁ καθένας. Καὶ νὰ κατανοήσουμε ὄχι μόνο πὼς διαπράττουμε ἁμαρτίες καὶ παρανομίες μὰ ἰδιαιτέρως πὼς αὐτὲς τὶς γνωρίζει πολὺ καλὰ ὁ Θεός.

Ἂν κάνουμε πὼς τὶς ἀρνιόμαστε, Αὐτὸς θὰ μᾶς τὶς ἀποκαλύψει. Ἂν τὶς κρύψουμε, θὰ φανοῦμε σὰν τὶς στρουθοκαμήλους ποὺ κρύβουν τὸ κεφάλι τους στὴν ἄμμο καὶ νομίζουν πὼς ἔχουν κρυφθεῖ. Δηλαδὴ θὰ γίνουμε γελοῖοι.
Τί πρέπει λοιπὸν νά κάνουμε; Νὰ ὁμολογήσουμε τὰ λάθη μας καὶ νὰ ζητήσουμε τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Εἰδεμὴ θὰ ζοῦμε συνεχῶς μὲ τὸ βάρος τους νὰ πλακώνει τὴν ψυχή μας καὶ σὰν σαράκι νὰ κατατρώγει τὴν ὕπαρξή μας.

Ἔτσι σκεπτόμενοι, φθάνουμε στὸ ἱερὸ μυστήριο τῆς ἐξομολογήσεως, ποὺ εἶναι «βαθειὰ ἀνάγκη τῆς ψυχῆς μας». Ἐπειδὴ ὅμως εἶναι πολλοὶ αὐτοὶ ποὺ δὲν γνωρίζουν τί εἶναι ἐξομολόγηση, ἀνάγκη νὰ ποῦμε δύο λόγια γι᾿ αὐτή.
Ἡ ἐξομολόγηση δὲν εἶναι κατ᾿ ἀρχὰς ἀνάκριση, γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ πνευματικός, ὁ ἐξομολόγος, δὲν ἀνακρίνει καὶ δὲν κατακρίνει. Ἐμεῖς ὅμως ὀφείλουμε νὰ εἴμαστε ἑτοιμασμένοι, δηλαδὴ νὰ ξέρουμε τί θὰ ποῦμε καὶ τί πρέπει νὰ ἐξομολογηθοῦμε.

Δὲν χρειάζεται νὰ φλυαροῦμε καὶ νὰ πλατειάζουμε τὸν λόγο. Μήτε ν᾿ ἀσχολούμαστε μὲ τοὺς ἄλλους παρὰ μονάχα μὲ τὸν ἑαυτό μας. Δὲν εἶναι ἐπιτρεπτὸ νὰ κρύβουμε πράγματα καὶ γεγονότα ἢ νὰ τὰ ἀλλοιώνουμε ἢ νὰ τὰ διαστρέφουμε. Ὁ Θεὸς τὰ γνωρίζει, γι᾿ αὐτὸ καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ξεγελαστεῖ.

Μὰ πρὸ πάντων πρέπει νὰ ἔχουμε πάρει τὴν ἀπόφαση νὰ μετανοήσουμε καὶ νὰ ζητήσουμε συγγνώμη ἀπὸ τὸ Θεό, ποὺ μᾶς τὴν παρέχει μὲ τὴν συγχωρητικὴ εὐχὴ τοῦ ἐξομολόγου.

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, στὴν Ἁγία Γραφὴ εἶναι κι ἐτοῦτο γραμμένο· «λέγε σὺ πρῶτος τὰς ἁμαρτίας σου, ἵνα δικαιωθῇς». Μὴν περιμένεις νὰ σὲ ρωτήσουν· ἐσὺ πρέπει νὰ τὰ πεῖς. Ὁ Θεὸς ἄλλωστε δὲν χρειάζεται νὰ ρωτήσει, γιατὶ τὰ ξέρει. Ἐμεῖς πρέπει νὰ τὰ ὁμολογήσουμε, ἐξομολογούμενοι τὶς ἁμαρτίες μας.

«Πές τις ἐσὺ κι ὁμολόγησέ τις πρῶτος· νοιῶσε στὴν ψυχή σου τὴν ἀνάγκη νὰ τὶς ὁμολογήσεις· ἄνοιξε τὴν ψυχή σου, γιὰ νὰ μπῆ ὁ καθαρὸς ἀέρας καὶ τὸ φῶς, ποὺ θὰ σὲ γιατρέψη καὶ θὰ σὲ ξαναγεννήση...». Τότε θὰ νοιώσεις πὼς ὑπάρχει κι ἄλλος τρόπος καὶ ἄλλος δρόμος, γιὰ νὰ διαβεῖς. Εἶναι ἀκριβῶς αὐτὸς ποὺ προβάλλει καθοδηγητικός, ὅταν μέσα σου ἀρχίζει νὰ βιώνεται ἡ μορφὴ τοῦ Χριστοῦ.

Ἀρχιμ. Ν.Π.
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ & ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ

23 Μαρτίου 2008
Β´ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν
(Μάρκ. 2, 1-12)

Ἄφησε τὴν χώρα τῶν ἀχαρίστων Γεργεσηνῶν ὁ Κύριος καὶ μέσῳ τῆς λίμνης Γενησαρὲτ ἦλθε στὴν Καπερναούμ. Τρεῖς εἶναι, ἀδελφοί μου, οἱ πόλεις τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. Ἡ Βηθλεὲμ στὴν ὁποία γεννήθηκε ὡς ἄνθρωπος. Ἡ Ναζαρὲτ στὴν ὁποία ἀνατράφηκε καὶ ἀνδρώθηκε, καὶ ἡ Καπερναοὺμ ἡ παραθαλλασία καὶ ὡραία, «ἡ ἰδία πόλις», ἡ ἀγαπητή Του.

Ἡ Ἱερουσαλὴμ ὡς προφητοκτόνος καὶ θεοκτόνος δὲν λογίζεται ὡς πόλη τοῦ Ἰησοῦ. Ἦλθε στὴν Καπερναοὺμ «καὶ ἠκούσθη ὅτι εἰς οἶκόν ἐστι· καὶ εὐθέως συνήχθησαν πολλοὶ….καὶ ἐλάλει αὐτοῖς τὸν λόγον». Παντοῦ δίδασκε ὁ Κύριος. Καὶ στὶς συναγωγὲς καὶ στὶς πεδιάδες καὶ στοὺς δρόμους καὶ στὶς βάρκες καὶ στὶς πλατεῖες καὶ σὲ σπίτια ἰδιωτῶν.

Ἕνα τέτοιο σπίτι χρησιμοποιεῖ σήμερα στὴν Καπερναοὺμ γιὰ ὁμιλητικὸ βῆμα. Πολὺς λαὸς συγκεντρώθηκε, τὸ σπίτι γέμισε ἀσφυκτικά. Ἀνάμεσα στοὺς ἄλλους καταφθάνουν καὶ τέσσερεις ἄνθρωποι ποὺ σηκώνουν στὰ χέρια τους ἕνα παραλυτικό. Τὸ πλῆθος ὅμως τῶν ἀκροατῶν δὲν τοὺς ἀφήνει νὰ πλησιάσουν, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ δὲν ἀποθαρρύνονται καὶ προκειμένου νὰ πλησιάσουν τὸν «ἰατρὸ τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων» ξεσκέπασαν ἕνα μέρος τῆς στέγης καὶ μὲ προσοχή, σιγά-σιγά, κατέβασαν μὲ σχοινιὰ τὸ ξυλοκρέβατο τοῦ ἀσθενοῦς. Τὸ θαῦμα ἔγινε.

Θαυματουργεῖ καὶ σήμερα ὁ Κύριος καὶ θεραπεύει ἀσθένεια ἀνίατη καὶ ἀθεράπευτη. Θεραπεύει ἀρρώστια σώματος καὶ ἀσθένεια ψυχῆς. Ὁ παραλυτικὸς στάθηκε στὰ πόδια του. Ἡ πίστη του βραβεύτηκε. Ἡ εὐτυχία πλημμύρισε τὴν καρδιά του. Ὁ λαὸς θαύμασε καὶ ἐδόξασε τὸ Θεό. Μὰ πιὸ πολὺ ἀπ᾿ ὅλους τὴν χαρὰ τοῦ παραλυτικοῦ τὴν μοιράστηκαν οἱ τέσσερεις συνοδοί, γιατί δώσανε κόπο καὶ πήρανε χαρά. Κουράστηκαν τὰ χέρια ἀλλὰ ἀνακουφίστηκε ἡ ψυχή τους μὲ τὴν ἴαση. Τὴν γιατρειὰ τοῦ παραλύτου.

Δὲν ξέρουμε, δὲν ἔχουμε καμμία πληροφορία ποιοὶ ἦταν οἱ τέσσερεις αὐτοὶ ἄνδρες. Μποροῦμε ὅμως νὰ συμπεράνουμε πὼς ἦταν φίλοι ἢ γνωστοὶ τοῦ παραλυτικοῦ. Ὅποιοι ὅμως καὶ ἂν ἦταν, ἡ πράξη τους ἦταν τόσο ὑπέροχη. Ἦταν πράξη ἀγάπης καὶ συμπόνιας. Ἦταν ψυχικὴ ἐκδήλωση ἀνωτέρου πνεύματος. Ἦταν ἀληθινοὶ φίλοι, γιατί ἔμειναν πιστοὶ στὸν καιρὸ τῆς δοκιμασίας καὶ τῆς δυστυχίας τοῦ φίλου τους.

Δὲν εἶναι μικρὸ πρᾶγμα νὰ ξέρη κανεὶς νὰ συμπονᾶ. Νὰ πονᾶ στὸν πόνο τοῦ ἄλλου καὶ νὰ λυπᾶται στὴν λύπη του. Νὰ θλίβεται στὴ θλίψη του καὶ νὰ ἀνησυχῆ στὴν ἀνησυχία του. Νὰ ἐφαρμόζη τὴν ὑπόδειξη τοῦ ἀποστόλου Παύλου «κλαίειν μετὰ κλαιόντων» (Ρωμ. 12-15). Ἡ συμπόνια δὲν εἶναι μία ἁπλῆ ἀρετὴ ἀλλὰ μία ἀπέραντη θαυμαστὴ κατάσταση, μ᾿ ἕνα ἐξαίσιο χριστιανικὸ μεγαλεῖο. Συμπόνια σημαίνει: ἀγάπη, καλωσύνη, βοήθεια, ἐξυπηρέτηση, αὐταπάρνηση, κατανόηση, θυσία, καλὴ καρδιά. Εἶναι αὐτὸ ἀκριβῶς ποὺ λείπει σὲ μεγάλο βαθμὸ στὴν σύγχρονη ἐποχή, ἐποχὴ τοῦ ἀτομισμοῦ καὶ τῆς ἀδιαφορίας.

Δὲν ἐνδιαφέρονται οἱ σημερινοὶ ἄνθρωποι γιὰ τὸν συνάνθρωπό τους. Δὲν εἶναι καὶ τόσο πρόθυμοι νὰ ρίξουν μία ματιὰ ἀγάπης καὶ φιλανθρωπίας στοὺς πονεμένους καὶ τσακισμένους ἀπὸ τὰ βάσανα τῆς ζωῆς. Δὲν ἔμαθαν τὴν ἀγάπη, γιατὶ δὲν γνώρισαν τὸν Χριστὸ καὶ δὲν ἔμαθαν τίποτα γιὰ τὸν Χριστό, γιατὶ δὲν γνώρισαν τὴν ἀγάπη. Μόνο ὅσοι ξέρουν ν᾿ ἀγαποῦν μποροῦν ν᾿ ἀνακουφίζουν τὸν πονεμένο.

Ὅμως ὅποιος θέλει νὰ μάθη τί εἶναι ἀγάπη πρέπει νὰ ὁδηγήση τὰ βήματά του στὸ βράχο τοῦ Γολγοθᾶ καὶ νὰ σκύψη εὐλαβικὰ κάτω ἀπὸ τὸν ματωμένο σταυρὸ τοῦ Κυρίου. Ἀλήθεια, ἀδελφοί μου, πόσο συμπονοῦσε Ἐκεῖνος τὸν λαό Του. Πόσες φορὲς δὲν μᾶς φανέρωσαν οἱ ἱεροὶ Εὐαγγελιστὲς τὴν συμπόνια τοῦ Ἰησοῦ.

Ὅταν οἱ χιλιάδες τοῦ λαοῦ πεινοῦν, ἀφοῦ τρεῖς ὁλόκληρες μέρες τὸν ἀκοῦν νὰ διδάσκη, ἐκείνους λέει στοὺς μαθητές Του. «Σπλαγχνίζομαι ἐπὶ τὸν ὄχλον ὅτι … οὐκ ἔχουσι τί φάγωσι» (Ματθ.15-52). Ὅταν ἀντίκρυζε ἀρρώστους ἡ συμπόνια Του μεγάλωνε. Κάποτε εἶδε «πολὺν ὄχλον καὶ εὐσπλαγχνίσθη ἐπ᾿ αὐτοῖς καὶ ἐθεράπευσε τοὺς ἀρρώστους αὐτῶν» (Ματθ. 14-14). Ἄλλοτε πάλι ὅταν ἀντίκρισε τὸ θέαμα τοῦ δυστυχισμένου λεπροῦ, «σπλαχνισθείς, ἐκτείνας τὴν χεῖρα ἥψατο αὐτοῦ» (Μάρκ. 1-41).

Ἐπιβλέπει ἐπὶ τὴν θέλησιν τοῦ ἀνθρώπου. Ὅταν μάλιστα ὁ ἄνθρωπος πράξη ὅσα μπορεῖ, τότε ὁ Θεὸς τοῦ παρέχει καὶ τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν καὶ τὴν ὑγεία τοῦ σώματος καὶ ἐπιχορηγεῖ τὰ ἐπίγεια καὶ οὐράνια ἀγαθά.

Ἀγαπητοί μου, ἡ συμπόνια δὲν εἶναι ἐλεημοσύνη. Εἶναι κάτι παραπάνω. Εἶναι δόσιμο τῆς καρδιᾶς στὴν ὑπηρεσία τῆς ἀγάπης. Εἶναι ἱερὴ προσφορά. Εἶναι καλωσύνη καὶ εὐγένεια ψυχῆς. Εἶναι συμπάθεια, συναίσθημα ἅγιο ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ἔμπρακτη ἀγάπη. Ἡ καλωσύνη καὶ ἡ συμπόνια εἶναι παιδιὰ τῆς ἀγάπης. Ὀμορφαίνουν τὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων. Δὲν κοστίζουν τίποτα καὶ ὅμως προσφέρουν τόσα πολλά.

Σήμερα ὅμως, ἀδελφοί, Κυριακὴ Β’ Νηστειῶν, ἡ Ἐκκλησία μας καθόρισε νὰ ἑορτάζεται καὶ ἡ μνήμη τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ. Καὶ ἡ γιορτή του αὐτὴ ἀποτελεῖ συνέχεια τῆς Κυριακῆς της Ὀρθοδοξίας, ἀφοῦ ὁ ἅγιος Γρηγόριος, Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, ὡς ἄξιο τέκνο τῆς Ἐκκλησίας συνετέλεσε στὸ θρίαμβο τῆς Ὀρθοδοξίας κατὰ τὸν 14ο αἰῶνα καὶ μὲ τὴν διδασκαλία του περιχαράκωσε τὸν ἀληθινὸ χαρακτῆρα τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως καὶ τὴν σωτηριώδη σημασία της γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Κάνει λοιπὸν ὁ ἑορταζόμενος ἅγιος μία διαφορετικὴ προσέγγιση καὶ ἑρμηνεία τῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς ποὺ ἀκούσαμε. Λέγει λοιπὸν ὁ ἅγιος Γρηγόριος γιὰ τὸ θαῦμα στὸ σπίτι τῆς Καπερναούμ· ὅλοι ἄκουγαν τὸν Χριστό. Δὲν τὸν ὑπάκουσαν ὅμως ὅλοι. Ὅλοι εἴμαστε φιλήκοοι καὶ φιλοθεάμονες, ὄχι ὅμως καὶ φιλάρετοι. Ὅλοι ἐπιθυμοῦμε νὰ μάθουμε τὰ σωτήρια καὶ ἀκοῦμε εὐχάριστα τὴν ἱερὴ διδασκαλία καὶ μάλιστα «φιλοκρινοῦμεν τοὺς λόγους», ἀλλὰ καμμία προσπάθεια δὲν κάνουμε νὰ καρποφορήση μέσα μας ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ. Ἀκοῦμε ἀναλύσεις πατερικῶν κειμένων, μιλᾶμε θεολογικά, ἀλλὰ δυσκολευόμαστε νὰ τηρήσουμε τὶς ἐντολὲς καὶ τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ.

Ὁ παραλυτικὸς «αἰρόμενος ὑπὸ τεσσάρων» ἔφθασε στὸ σπίτι ποὺ δίδασκε ὁ Χριστός. Οἱ συνοδοί του «ἀπεστέγασαν τὴν στέγην» καὶ κατέβασαν τὸν παραλυτικὸ μπροστὰ στὸν Χριστό. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος προσαρμόζει αὐτὴ τὴν πράξη στὴν θεραπεία τῆς παράλυτης ψυχῆς. Καθένας ποὺ πρόσκειται στὶς ἡδονὲς εἶναι παράλυτος στὴν ψυχὴ καὶ βρίσκεται καθηλωμένος στὸ κρεβάτι τῆς ἡδυπάθειας καὶ σαρκικῆς μολύνσεως. Ἡ ψυχὴ εἶναι παράλυτη καὶ καθηλωμένη σ᾿ ἕνα σῶμα ποὺ ὑπηρετεῖ τὶς ἡδονές.

Χρειάζεται καὶ πρέπει νὰ ἐπιστρέψη στὸ Χριστὸ αὐτὴ ἡ ψυχὴ γιὰ νὰ θεραπευθῆ. Σ᾿ αὐτὴ τὴν ἐπιστροφὴ θὰ βοηθήσουν τέσσερεις παράγοντες: «ἡ οἰκεία κατάγνωσις», δηλαδὴ ἡ αὐτομεμψία, «ἡ ἐξαγόρευση τῶν προημαρτημένων», δηλαδὴ ἡ ἐξομολόγηση, «ἡ ὑπόσχεσις ἀποχῆς τῶν κακῶν», δηλαδὴ ὑπόσχεση γιὰ διόρθωση καὶ «ἡ δέησις πρὸς Θεόν», δηλάδη ἡ προσευχή. Μένει ὅμως «ν᾿ ἀποστεγάσουμε τὴν στέγη», τὴν ὀροφή. Καὶ ὀροφὴ εἶναι τὸ λογιστικὸ μέρος τῆς ψυχῆς ποὺ εἶναι φορτωμένο ἀπὸ ὑλικὰ προερχόμενα ἀπὸ τὰ γήϊνα πάθη καὶ χωρίζουν τὴν ψυχὴ ἀπὸ τὸν Χριστό. Ἀνάγκη λοιπὸν νὰ καθαρισθῆ ὁ λογισμός μας, γιατὶ τότε ὁ παράλυτος νοῦς θὰ ἀκούση τὴν γλυκύτατη λέξη «τέκνον» καὶ θὰ λάβη ἄφεση ἁμαρτιῶν, θὰ ἀναστηθῆ καὶ θὰ ζῆ τὴν ὄντως ζωή, τὴν ἐν Χριστῷ ζωή.
Ἀρχιμ. Ν. Κ.
 ΚΥΡΙΑΚΗ Β’ ΝΗΣΤΕΙΩΝ ( Ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ)

Γράφει ὁ Ἱεροκῆρυξ Ἀρχιμ. Νικάνωρ Καραγιάννης
«Τέκνον ἀφέωνται  σοὶ αἳ ἁμαρτίαι σου». Ἡ φράση αὐτὴ τοῦ Χριστοῦ στὸ παραλυτικὸ τῆς Καπερναοὺμ συνδέει τὴν ἀρρώστια μὲ τὴν ἁμαρτία καὶ τὴν συγχώρηση μὲ τὴν θεραπεία. Γι’ αὐτὸ ὁ Χριστὸς πρώτα θεραπεύει τὸ κέντρο καὶ τὴν ρίζα τῆς ἀρρώστιας δηλ. τὴν ἁμαρτία καὶ στὴν συνέχεια προσφέρει τὴν σωματικὴ θεραπεία. Αὐτὴ ἡ θεραπεία εἶναι ἀπόδειξη ὅτι «ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐξουσίαν ἔχει ἐπὶ τῆς γῆς ἀφιέναι ἁμαρτίας». Ἂν δὲν ὑπάρχει μία τέτοια σχέση καὶ συνάφεια μεταξὺ της συγχώρησης καὶ τῆς θεραπείας τότε τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ παραμένουν ἀκατανόητα, μετέωρα καὶ χωρὶς συνοχή. Ὁ Χριστὸς κηρύττει ὡς νικητὴς τῆς ἁμαρτίας ποὺ αἴρει καὶ παραμερίζει τὸ βάρος της καὶ θεραπεύει τὰ συμπτώματά της καὶ ἕνα ἀπὸ αὐτὰ εἶναι ἡ ἀρρώστια.

     Ὅμως ὅλα αὐτὰ ἀκούγονται παράδοξα καὶ προκαλοῦν τὴν λογικὴ τοῦ σημερινοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι ἀντίθετα μὲ τὸ ἐπιστημονικό του κοσμοείδωλο. Σὲ κανένα ἰατρικὸ βιβλίο δὲν φαίνεται ἡ σχέση τῆς ἁμαρτίας μὲ τὴν ἀρρώστια, οὔτε βέβαια τῆς θεραπείας μὲ τὴν σωτηρία. Χωρὶς νὰ ὑπάρχει ταυτότητα μεταξὺ των δύο αὐτῶν ἐννοιῶν καὶ καταστάσεων κανεὶς γιατρὸς δὲν μπορεῖ νὰ ἀρνηθεῖ ὅτι ἡ ἁμαρτία ὡς καταπάτηση τῶν νόμων τῆς ζωῆς καὶ τῶν ὁρίων τῆς φύσεως, ἀποτελεῖ ξένο σῶμα στὸν ψυχοσωματικὸ ὀργανισμὸ τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι βάρος τὸ ὁποῖο πιέζει τὴν ψυχή, ἀμβλύνει τὴν ἀντοχή της καὶ ὁδηγεῖ στὴν ψυχικὴ καὶ σωματικὴ ἀσθένεια καὶ μέσα ἀπὸ αὐτὴ στὸν βιολογικὸ  θάνατο. Ἀπὸ αὐτὸ συμπεραίνει κανεὶς ὅτι φυσικὸ κακὸ προέρχεται ἀπὸ τὸ ἠθικὸ ποὺ εἶναι ἡ ρίζα ὅλων τῶν πόνων καὶ τῶν θλίψεων τοῦ κόσμου.

    Ἡ Ἁγία Γραφὴ δὲν ἐξετάζει τὰ ἐξωτερικὰ αἴτια ποὺ προκαλοῦν μία ἀσθένεια. Δὲν ἀσχολεῖται μὲ τὰ βιολογικὰ αἴτια καὶ τοὺς ἰατρικοὺς τρόπους θεραπείας τοὺς ὁποίους ἐπιβάλλεται νὰ ἐρευνᾶ ἡ ἐπιστήμη βελτιώνοντας τὴν φυσικὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου. Ἐδῶ ἡ πίστη δὲν ὑποκαθιστᾶ τὴν ἐπιστήμη, οὔτε ἡ ἐπιστήμη καταργεῖ τὴν πίστη. Ὅταν καὶ οἱ δύο λειτουργοῦν σωστὰ βοηθοῦν τὸν ἄνθρωπο νὰ ἀνορθώνεται ἀπὸ τὴν πτώση. Ἡ ἐπιστήμη ὡς δυνατότητα τοῦ ἀνθρώπινου νοῦ εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ ποὺ ἔχει βέβαια κάποια ὅρια. Ὅμως πέρα καὶ πάνω ἀπὸ αὐτὰ τὰ ὅρια ἀρχίζει ὁ ἀπέραντος χῶρος τῆς πίστεως. Ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ ἐμβαθύνει στὴ ρίζα τοῦ πόνου, τῆς ἀρρώστιας καὶ τοῦ θανάτου καὶ αὐτὴ δὲν εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὴν διατάραξη τῆς σχέσεώς του ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό. Ἐδῶ βρίσκεται ἡ ἀπάντηση πῶς προῆλθε τὸ κακὸ στὸν κόσμο καὶ πῶς μπορεῖ νὰ  ἀντιμετωπισθεῖ ὀντολογικά.

    Ὁ Χριστὸς δὲν μιλᾶ πουθενὰ για τὴν οὐσία τῆς ἁμαρτίας τὴν προϋποθέτει ὅμως στὸ κήρυγμά του σὰν μία φοβερὴ καθημερινὴ πραγματικότητα ποὺ ἐμποδίζει τὴν ἐπικράτηση τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ.  Ὅσο διαρκεῖ ὁ σημερινὸς κόσμος ἡ ἀνθρωπότητα θὰ συνεχίζει νὰ ὑφίσταται τὶς συνέπειες τῆς ἁμαρτίας καὶ μία ἀπὸ αὐτὲς εἶναι  ἡ ἀσθένεια. Ἡ ἁμαρτία  γίνεται πρόξενος θλιβερῶν συνεπειῶν γιὰ ὅλους μας ἀνεξαιρέτως. Ὅλοι γνωρίζουμε πόσο συχνὰ δοκιμάζεται ἡ ζωή μας ἀπὸ τὸ ἄγχος, τὴν ἀγωνία, τὸν φόβο, τὴν ἀνασφάλεια, τὴν ἐσωτερικὴ διάσπαση καὶ διάσταση. Μία πνευματικὴ καὶ σωματικὴ κατάσταση ἀρρώστιας καὶ φθορᾶς. Μόνο μέσα σ’ αὐτὴ τὴν ὀπτικὴ κατανοοῦμε τὴν ἐσωτερικὴ σχέση τῆς ἁμαρτίας μὲ τὴν ἀρρώστια κατὰ τὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ ἀποστόλου Παύλου

    Ὁ Χριστὸς καθὼς συναντᾶ τὸν ἄνθρωπο  ζεῖ τὰ δεινὰ καὶ τὴν τραγωδία ποὺ προκαλεῖ τὸ κακὸ στὴν ζωή του. Μὲ τὴν διδασκαλία καὶ τὰ θαύματά Του τὸν ἀπελευθερώνει  ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ τὸν θεραπεύει ἀπὸ τὴν ἀρρώστια. Τοῦ προσφέρει τὴν δυνατότητα νὰ ὑπερνικήσει τὸ κακὸ ποὺ εἶναι ριζωμένο μέσα του καὶ ἀποτυπώνεται γύρω του. Ἡ θεραπεία τῶν ἀσθενειῶν καὶ τὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου συνυπάρχουν στὸ ἔργο καὶ τὴν ἀποστολὴ τοῦ Κυρίου. Ἡ σώζουσα δύναμη τῆς πίστεως καὶ ἡ θεραπευτικὴ δύναμη τοῦ Χριστοῦ διοχετεύεται στὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὴν μεταμορφώνει. Ἡ ἀρρώστια βέβαια παραμένει μία μεταπτωτικὴ κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου. Γὶ αὐτὸ καὶ κάθε θεραπεία εἴτε εἶναι καρπὸς τῆς θαυματουργικῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, εἴτε εἶναι ἀποτέλεσμα τῶν κατορθωμάτων τῆς ἐπιστήμης εἶναι μία νίκη τοῦ ἀνθρώπου ἐνάντια στὴν φθορά. Ἕνα ἀκόμη βῆμα γιὰ νὰ παραταθεῖ τὸ θαῦμα τῆς ζωῆς πάνω στὸν θάνατο μέχρι τὴν ὁριστικὴ ἐκμηδένισή του μετὰ τὴν κοινὴ ἀνάσταση στὴν αἰωνιότητα. Ἀμήν.
ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ
Απόστολος: Εβρ. α΄ 10-β΄3
Ευαγγέλιο: Μάρκ. β΄ 1-12
16 Μαρτίου 2014

«Τι ταύτα διαλογίζεσθε εν ταις καρδίαις υμών;»

 Ένα από τα μεγάλα χαρίσματα που έλαβε ο άνθρωπος από τον Θεό, αγαπητοί μου αδελφοί, είναι ο νους και η ικανότητά του να σκέπτεται. Το χάρισμα αυτό τον ξεχωρίζει από τα ζώα και τον βοηθά να προοδεύει, να μορφώνεται και να δημιουργεί πολιτισμό. Όμως, όπως με όλα τα άλλα χαρίσματα, έτσι και ο νους, μετά την πτώση των πρωτοπλάστων, εσκοτίσθη και διεστράφη. Γι’ αυτό και δεν χρησιμοποιείται πάντοτε όπως όρισε ο Θεός, να γνωρίζει δηλαδή και να σκέπτεται το άγιο και αγαθό θέλημα Του, αλλά γίνεται συχνά όργανο και κέντρο κακίας και αμαρτίας, νους αμαρτωλός, γεμάτος πονηριά και αχρειότητα. Στο σημερινό Ευαγγέλιο, ανάμεσα στον κόσμο που ακούει την διδασκαλία του Χριστού και βλέπουν την θεραπεία του παραλυτικού, είναι και μερικοί Γραμματείς. Όταν, λοιπόν, ακούουν τον Χριστό να λέει στον παραλυτικό «σου συγχωρώ τις αμαρτίες σου», αρχίζουν να σκέπτονται κρυφά μέσα στις σκοτεινές καρδιές τους. Ποιος είναι αυτός που εκστομίζει τέτοιες βλασφημίες. Αυτός είναι ένας άνθρωπος σαν κι εμάς. Και που βρήκε την εξουσία να συγχωρεί αμαρτίες, αφού τέτοια πνευματική εξουσία την έχει μόνο ο Θεός; Κι’ αυτά τα έλεγαν μέσα τους με την ιδέα πως δεν τους βλέπει και δεν τους ακούει κανείς. Αλλά ο Κύριος σαν Παντογνώστης που είναι και τους βλέπει και τους ακούει. Βλέπει και ακούει τους απόκρυφους διαλογισμούς τους και γυρίζει τότε προς αυτούς, τους βλέπει καλά και τους λέει: «Γιατί σκέπτεσθε τέτοια πονηρά και άδικα πράγματα και γιατί βάζετε στο νου σας βλάσφημους λογισμούς;». Με αφορμή τα λόγια αυτά του Κυρίου προς τους Γραμματείς, ας δούμε κι εμείς σήμερα πότε και πως αμαρτάνει ο νους μας και πως είναι δυνατό να διορθωθεί και ανακαινισθεί.

Ο Θεός, αδελφοί μου, δεν μας έδωσε το νου για την εξυπηρέτηση της φυσικής μόνο ζωής μας, αλλά και για να μας βοηθά να προσεγγίζουμε Εκείνο. Να Τον ενθυμούμαστε, να Τον σκεπτόμαστε και να επικοινωνούμε μαζί Του. Πόσοι όμως χρησιμοποιούμε τον νου μας, για τους σκοπούς αυτούς; Μια μικρή μειοψηφία. Οι περισσότεροι τον αφήνουμε να αμαρτάνει. Σκέψεις οίησης, αλαζονείας και εγωισμού αφήνουμε ν’ αναπτύσσονται συχνά στον νου μας και να μας δημιουργούν μια νοσηρή κατάσταση υψηλοφροσύνης. Κι’ έτσι, υπό την επίδραση των σκέψεων αυτών, φρονούμε ότι εμείς είμαστε σπουδαίοι και ανώτεροι από όλους τους άλλους. Αυτή η υψηλοφροσύνη ήταν και το ιδιαίτερο γνώρισμα των Γραμματέων και των Φαρισαίων, κατά την εποχή που ζούσε στη γη ο Χριστός. Σήμερα, είναι το γνώρισμα σχεδόν όλων μας που δίκαια μας κάνει αποκρουστικούς στο Θεό.

Βέβαια το ότι η υψηλοφροσύνη είναι σοβαρό αμάρτημα του νου, που πρέπει να την καταπολεμούμε συστηματικά, ελάχιστοι το γνωρίζουμε. Θα πρέπει να την καταπολεμούμε ενθυμούμενοι πάντοτε την παραγγελία του αποστόλου Παύλου, που λέει: «Μη υπερηφανεύεσαι, αλλά ταπεινοφρονών έχε φόβον» (Ρωμ. ΙΑ΄,20). Σαν αποτέλεσμα της υψηλοφροσύνης είναι ένα άλλο αμάρτημα που διαπράττουμε πάλι με το νου μας. Πρόκειται για την κατάκριση των άλλων που κάμνουμε κατ’ αρχάς μέσα μας. Επηρεασμένοι πολλές φορές από τον θαυμασμό για τον εαυτό μας και τυφλωμένοι από την αλαζονεία μας, κρίνουμε τους άλλους με πολλήν ευκολία. Και βρίσκουμε σ’ αυτούς όλα τα σφάλματα του κόσμου, τους θεωρούμε ένοχους και τους καταδικάζουμε με ασπλαχνία. Αυτό έκαμαν και οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι κατά του Κυρίου, που συγχώρεσε και θεράπευσε τον παραλυτικό του σημερινού Ευαγγελίου. Άρχισαν, όπως είδαμε, να Τον κατακρίνουν και να θεωρούν βλασφημία τα λόγια Του. Όμως, τι μας λέει ο Κύριος γι’ αυτό; «Μη κρίνετε τους συνανθρώπους σας, για να μη σας κρίνει κι εσάς ο Θεός. Με το κριτήριο που κρίνετε θα κριθείτε και με το μέτρο που μετράτε θα μετρηθείτε» (Ματθ. Ζ΄1-2).

Άλλο αμάρτημα του νου είναι οι πονηροί και οι σαρκικοί λογισμοί. Όπως ο ίδιος ο Θεός, είπε, η σκέψη του ανθρώπου είναι πονηρή από την νεότητά του (Γεν. Η΄21). Φυσιολογικά, λοιπόν, οι λογισμοί αυτοί, μολύνουν και ρυπαίνουν το νου. Κι εδώ είναι που συνεργάζεται ο νους με την καρδιά του ανθρώπου. Η καρδιά, όπως είναι γνωστό, είναι η πηγή των πονηρών επιθυμιών του ανθρώπου. Κι ο νους που θα έπρεπε ν’ αντισταθεί στην επίδρασή τους, τις δέχεται και τις επεξεργάζεται. Το αποτέλεσμα είναι να παθαίνει βαρύ μολυσμό. Γιατί συνηθίζει να στρέφεται όλο γύρω από σαρκικές έννοιες και εικόνες. Και το κάθε τι, μάλιστα πολλές φορές και αθώες ενέργειες, να τις κρίνει με πονηριά. Για τους καθαρούς όλα είναι καθαρά, μας λέει ο απόστολος Παύλος, για τους μολυσμένους όμως  και τους άπιστους, τίποτε δεν είναι καθαρό, γιατί και το μυαλό τους και η συνείδησή τους είναι μολυσμένη (Τίτ. Α΄,15). Με αυτούς, λοιπόν, τους τρόπους αμαρτάνει συνήθως ο νους. Κι ας μη ξεχνούμε ότι ο Κύριος, σαν Παντογνώστης που είναι, γνωρίζει για τους διαλογισμούς μας και κάποια μέρα θα μας ελέγξει και γι’ αυτούς, όπως έλεγξε σήμερα τους Γραμματείς. Γι’ αυτό μη τους αφήνουμε να μας μολύνουν γιατί, εκτός από το φόβο της φανερώσεώς τους, οι λογισμοί συνήθως είναι η αρχή και η αφετηρία των αμαρτωλών και ένοχων πράξεων. Αντίθετα, ας φροντίζουμε για την καθαρότητα και ανακαίνιση του νου μας. Πως όμως θα πετύχουμε την  ανακαίνιση αυτή;

Η ανακαίνιση του νου είναι πρώτα ο καρπός ενός συνεχούς πνευματικού αγώνος κι έπειτα η συνέργεια της Θείας Χάριτος. Σ’ αυτό πολύ θα βοηθήσει η ειλικρινής μετάνοια. Με την μετάνοια και την εξομολόγηση θα αποβάλουμε το ακάθαρτο περιεχόμενό του. Σαν  αποτέλεσμα της κάθαρσης αυτής έρχεται η Χάρις του Θεού, που φωτίζει το νου και όλη μας την ύπαρξη. Νέες σκέψεις και νέα φρονήματα επικρατούν πλέον στον εσωτερικό μας κόσμο. Και βέβαια δεν αρκεί μόνο αυτό. Χρειάζεται και πάλιν προσοχή, ώστε να μη αναπτυχθούν εκ νέου εντός μας σκέψεις αλαζονείας ή κατακρίσεως ή πονηριάς. Θετικά θα βοηθηθούμε πολύ αν εκμεταλλευθούμε όλα αυτά και αν στρέψουμε το νου μας προς τον Θεό. Αν στην καθημερινή μας ζωή σκεπτόμαστε Εκείνο και το Πανάγιο θέλημα Του, τότε να είμαστε βέβαιοι ότι θα έχουμε άφθονη τη Χάρη Του. Αν διαλογιζόμαστε όσα είναι αληθινά, σεμνά, δίκαια, καθαρά, αξιαγάπητα, καλόφημα, ό,τι έχουν σχέση με την αρετή και είναι άξια επαίνου. (Φιλ. Δ΄,8). Αν διατηρούμε τον εαυτό μας σε κατάσταση ταπεινοφροσύνης και σωφροσύνης και φόβου Θεού και ο νους μας θα είναι αγνός και καθαρός. Γιατί ένας αγνός νους είναι η καλύτερη προϋπόθεση μιας ζωής μεταμορφωμένης και πνευματικής.

Αδελφοί μου! Η Μεγάλη Τεσσαρακοστή, μας καλεί να κάνουμε έργο πάθους. Σ’ αυτό πρωτίστως εντάσσεται και ο έλεγχος των λογισμών. Άλλωστε και ο σήμερον τιμώμενος Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ιδιαίτερα ασκήθηκε στον τομέα αυτό και διακρίθηκε για το πειθαρχημένο και φωτεινό νου του. Ας ξεκινήσουμε, λοιπόν, κι εμείς τον αγώνα. Με ενθουσιασμό, επαγρύπνηση και δυναμισμό. Να κρατήσουμε την σκέψη μας καθαρή, ιερή, ουράνια. Ώστε ολόκληρη η ύπαρξη μας να γίνει ειρηνική, φωτεινή, εξαγιασμένη, πράγματι ευλογημένη.


† Ηγούμενος Χρυσορροϊατίσσης κ. Διονύσιο
Β΄ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ (ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ)

Κυριακή 16η Μαρτίου 2014

        Όταν οι πατέρες της Εκκλησίας μιλούν για τη Μ. Τεσσαρακοστή την παρουσιάζουν ως ένα μεγάλο ταξίδι. Ένα ταξίδι πνευματικό, μια οδοιπορία ασκητική, μια κατεύθυνση σταυρική και συνάμα θυσιαστική. Ένα ταξίδι που έχει ως γνώμονα, ως πυξίδα, τον σταυρό και σκοπό του να φτάσει και να κολυμπήσει μέσα στο ανέσπερο φως της Αναστάσεως. Η Εκκλησία, μας εφοδίασε με πολλά και απαραίτητα πνευματικά εφόδια που οδηγούν με ασφάλεια στο επιθυμητό αποτέλεσμα.

            Την πρώτη Κυριακή της Μ. Τεσσαρακοστής, μας δείχνει την ασκητική λαμπρότητα της ορθοδοξίας, η οποία είναι η πνευματική μητέρα και τροφός, που κυοφορεί και τρέφει τα παιδιά της μέσα στην πνευματική της μήτρα και τα γεννά ή μάλλον τα αναγεννά στη βασιλεία των Ουρανών. Ο Άγιος Δωρόθεος ο Γαζής τον 6ο μ.Χ. αιώνα έγραφε: ΄΄Χρειαζόμαστε βοήθεια, χρειαζομαστε οδηγούς μετά το Θεό’’ Έτσι ο σημερινός σταθμός πνευματικού ανεφοδιασμού είναι μία μορφή, ένα ένσαρκο ευαγγέλιο, ένα δοχείο της χάριτος του Θεού, ένας μεγάλος πατέρας της Εκκλησίας, ο οποίος θα μπορούσαμε να πούμε με βεβαιότητα ότι στιγμάτισε την τόσο δύσκολη εποχή του. Είναι ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ο αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, ο κήρυξ της χάριτος και του φωτός όπως χαρακτηριστικά ονομάστηκε από αυτούς που μελέτησαν τη ζωή και το έργο του. Ο Πατέρας του ήταν συγκλητικός, αξιωματούχος δηλαδή της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Οι αρετές που κοσμούσαν τον πατέρα του ήταν περισσότερες και μεγαλύτερες από τα κοσμικά αξιώματα. Όταν εκοιμήθη, όσοι συναντούσαν κάποιο από τα πέντε παιδιά του, έλεγαν χαρακτηριστικά: ΄΄Αυτό είναι παιδί του Αγίου΄΄. Πρώτος γεννήθηκε ο Γρηγόριος και ακολούθησαν τα άλλα 4 αδέλφια του, τα οποία τελείωσαν και αυτά τον βίο τους φορώντας το μοναχικό σχήμα. Η μόρφωση του ήταν μοναδικά λαμπρή. (Σε ηλικία 17 ετών έκανε τόση εντύπωση, ένα θέμα το οποίο ανέπτυξε για την λογική του Αριστοτέλη, ώστε ο δάσκαλος του Θεόδωρος Μετοχίτης, πρύτανης τότε του πανεπιστημίου της Κωνσταντινουπόλεως ανεφώνησε με θαυμασμό: ΄΄Και ο ίδιος ο Αριστοτέλης να ήταν παρόν και να τον άκουγε, θα τον επαινούσε υπερβολικα΄΄). Τρεις Άγιοι θα γίνου δάσκαλοι του στην κατά Χριστόν φιλοσοφία, ο Αγιορείτης μητροπολίτης Φιλαδέλφειας Θεόκλητος, ο Νικόδημος παρά τη μονή του Βατοπαιδίου και Ο Γρηγόριος ο Βυζάντιος. Σε ηλικία 20 ετών, παρόλες τις παρακλήσεις του αυτοκράτορος και των άλλων αξιωματούχων, που διέβλεπαν μια λαμπρή σταδιοδρομία, μεταβαίνει στο Άγιον Όρος, το Όρος της προσωπικής του μεταμόρφωσης, ποθώντας το βίο της ασκήσεως.         

Στο σημείο αυτό, θα έπρεπε να εκφράσουμε την ευγνωμοσύνη μας στους αντιπάλους του, τον μορφωμένο δυτικό μοναχό Βαρλαάμ, και τον πολυμαθή αλλά εμπαθή Νικηφόρο Γρηγορά οι οποίοι έγινα η αιτία να σπάσει ο Γρηγόριος τη σιωπή του, για να ανακόψει την αλλοίωση του δόγματος, της παραδόσεως αλλά και του τρόπου ζωής που έφεραν αυτοί οι κακόδοξοι ως αποσκευές τους από την μακρινή Δύση. Δίδασκαν ότι μέσω της φιλοσοφίας μπορεί ο άνθρωπος να φτάσει στο Θεό. Έλεγαν, οι πατέρες της αιρέσεως, για τους Αγίους ασκητές, ότι το φως που έβλεπαν ήταν ψευδαίσθηση και φαντασία. Ο Άγιος Γρηγόριος, ο οποίος είχε ψηλαφίσει το φως αυτό, είχε γίνει υιός του φωτός, τους αντέκρουσε με την άρτια φιλοσοφική του κατάρτιση αλλά κυρίως με το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος, εκμηδένισε τις διδασκαλίες τους και κατέρριψε τα επιχειρήματα τους. Στο φως, στο Θεό, λέει ο Άγιος μας δεν φτάνει κανείς ακολουθώντας φιλοσοφικούς δρόμους αλλά με την ταπείνωση, την συντριβή και την κάθαρση της καρδιάς. Τότε δέχεται την χάρη του Αγίου Πνεύματος και γεύεται το φως το οποίο δεν είναι η ψευδαίσθηση ή φαντασία αλλά φως άκτιστο, φως άχρονο, ατελείωτο, είναι χαρά, αγαλλίαση, ουρανός, Βασιλεία του Θεού, είναι το φως το αληθινό, το οποίο δεν λέγεται, δεν βλέπεται, δεν εκφράζεται, δεν διδάσκεται, μόνο βιώνεται, μόνο ψηλαφείτε. Ο άνθρωπος του φωτός όχι μόνο φωτίζεται αλλά φωτίζει, όχι μόνο ζωογονείται αλλά και ζωογονεί. Μετέχοντας στο Χριστό που είναι το αιώνιο και αληθινό φως γίνεται ουσιαστικά ένα δεύτερο αληθινό φως. Αυτό ακριβώς είναι ο Άγιος Γρηγόριος. Δεν εισήγαγε ο ίδιος ένα καινούργιο σύστημα διδασκαλίας και γνώσεως του Θεού, αλλά έζησε και στη συνέχεια εξέφρασε αυτό που συνάντησε μέσα στην Εκκλησία, ασκούμενος στην εν Χριστώ ζωή.

      Τώρα πραγματικά κατανοούμε τον ένα λόγο που η Εκκλησία μας θέτει τον Άγιο Γρηγόριο οδοδείκτη μέσα στην περίοδο της Άγιας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Ο Άγιος Γρηγόριος μιλά για φως, είναι ο θεολόγος του άκτιστου φωτός. Η Μεγάλη Τεσσαρακοστή είναι πορεία προς το φως, προς το ανέσπερο φως της Αναστάσεως. Όμως υπάρχει και ένας δεύτερος λόγος. Ο μεγάλος αυτός και θαυμαστός αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, δεν αναφέρεται μόνο στο αποτέλεσμα που είναι το φως αλλά και στην πορεία. Μας μιλά για μετάνοια, για χαροποιό πένθος, για πάθη, για αρετές, για άσκηση. Ας τον ακούσουμε: ΄΄Η μετάνοια, δίνει την απελευθέρωση από τα δεσμά της αμαρτίας, είναι η αρχή και ο διαρκής τρόπος ζωής του χριστιανού. Δεν εξαντλείται σε ορισμένες αντικειμενικές βελτιώσεις της συμπεριφοράς, ούτε σε τύπους και σχήματα εξωτερικά, αλλά αναφέρεται σε μία βαθύτερη και καθολικότερη αλλαγή στη ζωή του ανθρώπου. Δεν είναι μια παροδική συντριβή από τη συναίσθηση διαπράξεως κάποιας αμαρτίας αλλά μια μόνιμη πνευματική κατάσταση που σημαίνει, σταθερή κατεύθυνση του ανθρώπου προς τον Θεό και συνεχή διάθεση για ανόρθωση, θεραπεία και ανάληψη πνευματικού αγώνα. Της μετανοίας προηγείται η επίγνωση και η συναίσθηση των αμαρτιών και ακολουθεί η εξομολόγηση, η αποστροφή της αμαρτίας, η προσευχή΄΄. ΄΄Πενθούμε και γιατί στερούμαστε τον Θεό αλλά και γιατί με τις αμαρτίες μας τον λυπήσαμε΄΄ . ΄΄Η άσκηση έχει δύναμη μεταμορφωτική, είναι το μέσο που μεταστρέφει, αναμορφώνει και ευπρεπίζει΄΄ . ΄΄Αρετή, είναι το μεταμορφωμένο πάθος, είναι το κόσμημα της καθαρής ψυχής ΄΄ . Συχνά ο ιερός πατήρ αναφέρεται στην τροφή του Σώματος και του Αίματος του Δεσπότου Χριστού μέσω της οποίας μετέχουμε στην άκτιστη χάρη του Θεού. Για τους εχθρούς του ο Γρηγόριος ήταν ΄΄ο αλλόκοτος περί την θρησκείαν΄΄, ΄΄ο απερίσκεπτος ΄΄ . Για μας ο Παλαμάς είναι ο κεκαθαρμένος, ο φωτισμένος, ο θεραπευμένος άνθρωπος, ο γνήσιος και αληθινός φίλος του Θεού και του φωτός. Είναι ο Άγιος Πατέρας της Εκκλησίας, ο υπερασπιστής της Ορθοδοξίας και της Ορθοπραξίας, ο μέγας πολέμιος της αιρέσεως.

       Ο Άγιος Γρηγόριος μας δίνει σήμερα το δικό του στίγμα με τη συγκλονιστική ικετήρια κραυγή του ΄΄ φωτισόν μου το σκότος, φωτισόν μου το σκότος ΄΄ . Αποκαλύπτεται λοιπόν ο άνθρωπος που έχει συναίσθηση του σκότους, που υιοθέτησε η ανθρώπινη ύπαρξη μετά την πτώση, αλλά και ο άνθρωπος που διψά για φως, για Θεό, για ανόρθωση, για Ανάσταση. Ο Γρηγόριος απέκτησε πολλούς μαθητές αλλά και συνεχιστές της σωτήριας κραυγής του. Ένας σύγχρονος μεγάλος ασκητής, σπουδαστής και αυτός της Θεότητος και μέτοχος του άκτιστου φωτός, ο παπά Εφραίμ ο Κατουνακιώτης μας αποκαλύπτει την εμπειρία του από την Θέα του Θείου Φωτός : ΄΄Ω φως, φως προαιώνιο, φως γλυκύτατο μου φως, φως γλυκύτατο μου φως, φώτισον και μένα, το σκότος μου, διάλυσον φώς μου την πώρωση μου, την σκοτοδίνη μου. Ω φως, πότε θα σε ξαναδώ και πάλι, έλα φως, φως στην ψυχή μου. Δεν έχω άλλη υπομονή. Ψυχή μου έως πότε θα έχεις τα μάτια σου κλειστά. Ω ψυχή μου, πόσο σε αδίκησσα, αλλά έλα και συ προς το φως και ας είσαι τυφλή, το φως, θα σου ανοίξει τους οφθαλμούς΄΄ . Αμήν.
ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ – 16 ΜΑΡΤΙΟΥ 2014

(Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ)

(Μαρκ. β΄ 1-12)

Ἀγαπητοί μου χριστιανοί,

Ὅπως μᾶς λέγει τὸ ἅγιο καὶ ἱερὸ Εὐαγγέλιο, ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς, ὕστερα ἀπὸ μία περιοδεία του, ξαναγύρισε στὴν Καπερναούμ. Ὅταν ἔμαθαν οἱ ἄνθρωποι ὅτι βρίσκεται σ’ ἕνα ἀπὸ τὰ σπίτια τῆς πόλεως, συγκεντρώθηκαν ἐκεῖ τόσοι πολλοί, ὥστε νὰ μὴν χωροῦν ὅλοι μέσα, ἀλλὰ ἔμειναν στριμωγμένοι γιὰ νὰ ἀκούσουν τὸν λόγο του. Ἦρθαν τότε τέσσερεις ἄνδρες κουβαλώντας μὲ τὰ χέρια τους ἕνα παράλυτο, γιὰ νὰ τὸν θεραπεύση. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν μποροῦσαν νὰ πλησιάσουν ἐξ αἰτίας τοῦ πλήθους, χάλασαν τὴ στέγη καὶ κατέβασαν τὸν παράλυτο μπροστὰ στὸ Χριστό. Ἐκεῖνος φαίνεται νὰ μὴν ἔδωσε σημασία στὸ πρόβλημα τῆς ἀρρώστειας, ἀλλὰ προσέχοντας τὴν πίστη ἐκείνων ποὺ τὸν ἔφεραν, πρόσφερε στὸν παραλυτικὸ τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν.

Τὸ πρῶτο, ὅπως φαίνεται, ποὺ ἐνδιαφέρει τὸ Χριστὸ δὲν εἶναι ἡ σωματικὴ θεραπεία, ἀλλὰ ἡ πνευματική, ποὺ γίνεται μὲ τὴ συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν. Ἡ ἁμαρτία εἶναι ἡ ρίζα ὅλων τῶν κακῶν, διότι μᾶς ἀποκόπτει ἀπὸ τὸν Θεό, ποὺ εἶναι ἡ πηγὴ τῶν ἀγαθῶν. Ὅσο μέσα μας ὑπάρχει καὶ ἐνεργεῖ ἡ ἁμαρτία, ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἐμποδίζεται νὰ φθάση στὴν καρδιά μας. Αὐτὸ ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα νὰ παραμένουμε ὁλόκληροι μέσα στὸ σκοτάδι τῆς πλάνης, κυριευμένοι ἀπὸ

τὰ πάθη τοῦ φθόνου, τῆς μνησικακίας, τῆς φιλοδοξίας, τῆς φιλαργυρίας, τῆς φιληδονίας καὶ πολλῶν ἄλλων. Αὐτὰ τὰ πάθη δημιουργοῦν τὸ ἄγχος καὶ τὴ βαθιὰ θλίψη ἤ τὴν ἀδιαφορία γιὰ τὴ σωστὴ προστασία τοῦ σώματος καὶ ἔτσι ὁδηγοῦν συχνὰ σὲ ἀσθένειες καὶ ποικίλες ἄλλες ταλαιπωρίες. Τὸ χειρότερο ὅμως ἀπὸ ὅλα εἶναι ὅτι ἡ ἀμαρτία προκαλεῖ αἰώνιο κακό. Ἐὰν δὲν συγχωρηθῆ μᾶς κρατάει μακρυὰ ἀπὸ τὸν Θεὸ, ἀπόλυτα δυστυχισμένους, κολασμένους, καὶ μετὰ τὸν θάνατο, γιὰ πάντα.

Ἡ Ἐκκλησία μᾶς διδάσκει ὅτι ὁ Χριστὸς ἔγινε καὶ τέλειος ἄνθρωπος γιὰ νὰ σώση τὸν κόσμο. Καὶ πρῶτον ἀπ’ ὅλα νὰ σώση τὸν ἄνθρωπο. Καὶ μάλιστα ὁλόκληρο τὸν ἄνθρωπο, τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα μαζί. Κι ἀκόμη νὰ τὸν σώση ὄχι προσωρινά, ἀλλὰ γιὰ πάντα, αἰώνια.

Τὸ ἔργο αὐτὸ τῆς αἰώνιας σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἰδιαίτερα δύσκολο, ἐπειδὴ ἀπαιτεῖ τὴ δική μας συνεργασία μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεὸς ἔχει τὴ δύναμη νὰ μᾶς σώση μόνος του μὲ τὴν μεγαλύτερη εὐκολία, ἀλλὰ δὲν θέλει νὰ τὸ κάνη αὐτὸ χωρὶς τὴ δική μας θέληση. Γι’ αὐτὸ στὴν προσπάθειά του νὰ μᾶς σώση ἐνεργεῖ κατὰ τέτοιο σοφὸ τρόπο, ὥστε καὶ τὴν ἐλευθερία μας νὰ μὴν προσβάλη καὶ τὸ σωτήριο ἔργο του νὰ ἐπιτύχη.

Μὲ τὸ σοφὸ καὶ θεῖο του σχέδιο ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς θέλει νὰ μᾶς βγάλη πρῶτα ἀπὸ τὰ σκοτάδια τῆς πλάνης καὶ νὰ μᾶς φωτίση μὲ τὸ φῶς τῆς ἀλήθειας. Θέλει νὰ μᾶς μάθη νὰ διακρίνουμε τὸ ἀληθινὸ ἀπὸ τὸ ψεύτικο καὶ

νὰ ἐπιζητοῦμε αὐτὸ ποὺ ἀληθινὰ μᾶς συμφέρει. Θέλει νὰ προτιμοῦμε τὸ μόνιμο καὶ αἰώνιο ἀπὸ τὸ προσωρινὸ καὶ ἐφήμερο. Κι ὅλα αὐτὰ θέλει νὰ τὰ κάνουμε ἐλεύθερα καὶ ὄχι ἀναγκαστικά. Τότε μποροῦμε νὰ συνεργασθοῦμε μαζί του καὶ Ἐκεῖνος μᾶς χαρίζει τὴ σωτηρία, θεραπεύει καὶ τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα. Γι αὐτὸ ἡ κύρια φροντίδα τοῦ Χριστοῦ σὲ ὅλη αὐτὴν τὴν ἱστορία εἶναι νὰ δείξη ὅτι ὁ ἴδιος εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεός, ἴσος μὲ τὸν Θεὸ Πατέρα. Ὅταν οἱ ἄνθρωποι τὸν πιστεύσουν ὡς ἀληθινὸ Θεό, τότε μποροῦν νὰ τὸν ἐμπιστευθοῦν καὶ νὰ συνεργασθοῦν μαζί του γιὰ τὴ σωτηρία τους. Στὴν ἱστορία τῆς σημερινῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς ὑπέρχουν τρία σημεῖα, στὰ ὁποῖα ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς φανερώνει τὴν θεότητά του.

Τὸ πρῶτο σημεῖο εἶναι ἐκεῖνο στὸ ὁποῖο συγχωρεῖ τὶς ἀμαρτίες τοῦ παραλυτικοῦ. Ὁ πρῶτος λόγος, ποὺ εἶπε μόλις ἀντίκρυσε τὸν παραλυτικὸ, ἦταν· «Παιδί μου, σοῦ συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτίες σου». Εἶναι γνωστὸ ὅτι κανένας ἄλλος δὲν μπορεῖ νὰ συγχωρήση ἁμαρτίες ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Θεό. Πῶς ὅμως μποροῦσαν νὰ ἐξακριβώσουν οἱ ἄνθρωποι ὅτι πραγματικὰ συγχώρησε τὶς ἁμαρτίες; Τὴν πραγματικὴ συγχώρηση τὴν ἀπέδειξε ὁ Χριστὸς μὲ δύο ἄλλες πράξεις, ἐπίσης ἀποκλειστικές γιὰ τὸν Θεό. Ἡ μία ἦταν ὅτι διάβασε τὶς μυστικὲς σκέψεις τῶν Γραμματέων. Μόλις ἐκεῖνοι ἄκουσαν τὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ, μὲ τὸν ὁποῖο ἐξήγγειλε τὴ συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν, σκέφθηκαν μέσα τους,· «Γιατὶ βλασφημεῖ κατ’ αὐτὸν τὸν

τρόπο; Ποιὸς μπορεῖ νὰ συγχωρεῖ ἁμαρτίες παρὰ μόνον ἕνας, ὁ Θεός;» Ὁ Ἰησοῦς κατάλαβε ἀμέσως τὶ εἶχαν στὴ σκέψη τους, καὶ τοὺς ρώτησε· «Γιατὶ κάνετε αὐτὲς τὶς σκέψεις μέσα σας;» Καὶ αὐτὸ εἶναι γνώρισμα μόνον τοῦ Θεοῦ. Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ γνωρίζη μυστικὲς σκέψεις ἄλλου ἀνθρώπου. Ὁ Χριστὸς, ποὺ μόνος τὶς γνωρίζει μὲ τόση εὐκολία, εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεός.

Τέλος, ὁ Χριστὸς προχώρησε καὶ στὸ τρίτο σημεῖο. Θεράπευσε τὸν παραλυτικό. Αὐτὸ ἦταν ἕνα ἐξωτερικὸ καὶ θαυμαστὸ σημεῖο, ποὺ τὸ εἶδαν ὅλοι, καὶ δὲν μπορεῖ νὰ τὸ κάνη ἀπὸ μόνος του κανένας ἄνθρωπος. Μόνον ὁ Θεός. Μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ἔδειξε ὅτι, ὅπως μπορεῖ νὰ κάνη ὡς Θεὸς αὐτὸ ποὺ φαίνεται, δηλαδὴ νὰ θεραπεύση ἕνα παράλυτο, ἔτσι μπορεῖ νὰ κάνη καὶ αὐτὸ ποὺ δὲν φαίνεται, δηλαδὴ νὰ συγχωρήση τὶς ἁμαρτίες. Μὲ ὅλες αὐτὲς τὶς πράξεις ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς φανέρωσε τὸν ἑαυτό του ὡς ἀληθινὸ Θεό καὶ ἔδωκε τὴν εὐκαιρία στοὺς καλοπροαίρετους ἀνθρώπους νὰ συνεργασθοῦν μαζί του καὶ νὰ ὁδηγηθοῦν στὴ σωτηρία.

Μὲ ὅσα ἔκανε καὶ εἶπε ὁ Χριστὸς στὸ πολλαπλὸ θαῦμα τοῦ παραλυτικοῦ μαθαίνει καὶ σὲ μᾶς νὰ ἱεραρχοῦμε τὰ πράγματα σωστὰ καὶ νὰ ἐνδιαφερόμαστε πρῶτα γιὰ τὰ πνευματικὰ καὶ αἰώνια καὶ ὕστερα γιὰ τὰ ἐγκόσμια καὶ τὰ ἐφήμερα. Ἀμήν.
ΚΥΡΙΑΚΗ 16 ΜΑΡΤΙΟΥ 2014 – Β΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ
(Γρηγορίου του Παλαμά)
(Μαρκ. β΄ 1-12)                                                      (Β΄ Εβρ. α΄ 10-β΄ 3)

Ευχαριστιακή ζωή

     «Τέκνον αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου»


Ζωηφόρα ήταν τα μηνύματα που αντλήσαμε την περασμένη Κυριακή που ήταν αφιερωμένη στο θρίαμβο της Ορθοδοξίας. Σε συνέχεια των ψυχωφελών αυτών μηνυμάτων, η δεύτερη Κυριακή των νηστειών έρχεται με τα ξεχωριστά της αλλά και πνευματοφόρα νοήματά της να μας τροφοδοτήσει για να συνεχίσουμε τον αγώνα μας που οδηγεί στη συνάντηση με τον Αναστημένο Χριστό. Μάλιστα για να μας ενισχύσει στην πορεία μας, η μητέρα μας Εκκλησία προβάλλει τη μεγάλη μορφή του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, ο οποίος όρθωσε το πνευματικό ανάστημά του απέναντι σε όλους εκείνους που επιχειρούσαν να διασαλεύσουν την αλήθεια της πίστεως και να διαβρώσουν το οικοδόμημα της Εκκλησίας του Χριστού.

Ο Γρηγόριος Παλαμάς

Ο Γρηγόριος γεννήθηκε στην Μικρά Ασία τον 14ον αιώνα και απ΄ εκεί ήλθε στην Κωνσταντινούπολη, προσφυγόπουλο κυνηγημένο από τους Τούρκους. Διακρίθηκε στις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο, σε σημείο που όλοι οι διανοούμενοι του Βυζαντίου έτρεφαν μεγάλη εκτίμηση στο πρόσωπο του Γρηγορίου, όχι μόνο για τη λαμπρή του σκέψη αλλά και για τον αδαμάντινο χαρακτήρα του. Η ανάδειξη του Γρηγορίου συνδέεται περισσότερο με την αντιμετώπιση του επικίνδυνου με τις πλάνες του για την Εκκλησία, Βαρλαάμ του Καλαβρού. Συγκεκριμένα, ο Βαρλαάμ ισχυριζόταν ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να γνωρίσει εμπειρικά αλλά μόνο νοησιαρχικά τον Θεό και πολύ περισσότερο να ενωθεί μαζί Του.  Ήταν τότε που ύψωσε το πνευματικό ανάστημά του ο Γρηγόριος. Ο μεγάλος αυτός Πατέρας της Εκκλησίας συγκεφαλαίωσε όλη την πατερική παράδοση και την εμπειρία της Εκκλησίας σε μια μεγαλειώδη σύνθεση. Ο Θεός υπάρχει κατά δύο τρόπους, κατά την Ουσία Του και κατά τις θείες και άκτιστες ενέργειές Του. Σίγουρα ο άνθρωπος δεν μπορεί να γνωρίσει την Ουσία του Θεού. Μπορεί όμως να γνωρίσει και να ενωθεί μάλιστα μαζί Του, μέσα από τις θείες και άκτιστες ενέργειές Του. Όπως δηλαδή παραχώρησε η αγάπη του να αποκαλύπτεται στη Δημιουργία, στην Ιστορία, στο πρόσωπο του Χριστού, στα μυστήρια της Εκκλησίας μας. Μέσα από τη Δημιουργία γνωρίζουμε τον Θεό ως πηγή σοφίας και ωραιότητας. Στην Ιστορία τον γνωρίζουμε μέσα από τις θαυμαστές ενέργειές του.  Και φυσικά πολύ περισσότερο γνωρίζουμε το Θεό στο πρόσωπο του Κυρίου μας. Στην Εκκλησία ακόμα, ο Θεός γίνεται για μας Άρτος και Οίνος, γεύση και τροφή, χάρη, φως και αγιασμός. Ουσιαστικά ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς με τη διδασκαλία του, παρακινεί τον άνθρωπο να ακολουθήσει μια πορεία που οδηγεί στην ένωσή του με τον Θεό, μέσω της Μυστηριακής ζωής της Εκκλησίας.

Ο παραλυτικός

Με τη διδασκαλία του Αγίου Γρηγορίου συνάπτεται άμεσα και η Ευαγγελική περικοπή που ακούσαμε σήμερα. Φαίνεται μέσα από τη διήγηση ότι η προσωπική συνάντηση του ανθρώπου με το Χριστό που διέρχεται σίγουρα μέσω της πίστεως, είναι η δυνατότητα μετοχής του στη ζωή του Θεού εν Χριστώ Ιησού που αποτυπώνει την προοπτική θέωσης του ανθρώπου. Όπως μπορούμε να διακρίνουμε, ο Χριστός προσφέρει συγχώρηση των αμαρτιών, όταν ο άνθρωπος, όπως ο παραλυτικός της περικοπής, είναι ανοικτός και αποδέχεται την κοινωνία της αγάπης του. Με τη θεϊκή προσταγή του ο Κύριος, «έγειρε, άρον τον κράββατόν σου και ύπαγε εις τον οίκον σου», βοηθεί τους ανθρώπους να ανακαλύψουν την πατρική του αγάπη.

Αγαπητοί αδελφοί, ισχυρή είναι η βάση της Ορθόδοξης Πίστης μας, όπως εκφράζεται μέσα από την θεραπεία του παραλυτικού, τη διδασκαλία, την αγιότητα και το εκκλησιαστικό φρόνημα του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, αλλά και από τη ζωή του αγίου Χριστοδούλου του εν Πάτμω, του οποίου τη μνήμη τιμούμε σήμερα. Το άγιο παράδειγμα τους ας μας παρακινεί να προσβλέπουμε στα πιο ιερά πνευματικά ανεβάσματα.

Χριστάκης Ευσταθίου, Θεολόγος
 Η τροπική αποξένωσις από τα πράγματα του κόσμου και της αμαρτίας και ο μύθος του Αισώπου Γ' Χαιρετισμοί
«Ξένον τόκον ειδόντες, ξενοθώμεν του κόσμου, τον νουν προς ουρανόν μεταθέντες».

Πέντε αισθήσεις έχει κάθε άνθρωπος, όλοι μας έχουμε πέντε αισθήσεις, και με τις πέντε αυτές αισθήσεις συμμετέχουμε συχνά στη Θεία Λατρεία. Έτσι με τα μάτια μας βλέπουμε τα τελούμενα, βλέπουμε τις ιερές εικόνες, τις παραστάσεις εδώ από την θεανθρώπινη ζωή του Κυρίου μας, και βλέπουμε επίσης και τα διαδραματιζόμενα μέσα στη Θεία Λατρεία.
Με την ακοή ακούμε τις ευχές και τους ύμνους, τα αναγνώσματα και το ιερό κήρυγμα. Με την όσφρηση απολαμβάνουμε το μοσχοθυμίαμα, πολλές φορές έχομε όσφρηση και της Θείας Κοινωνίας, όπως και τη Χάρη και την ευωδία του Παναγίου Πνεύματος. Με την αφή ασπαζόμαστε τις ιερές εικόνες και τον Τίμιο Σταυρό, και με τη γεύση μετέχουμε της μυστικής τραπέζης, και γευόμεθα της Θείας Κοινωνίας, του Σώματος και του Αίματος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.

Αλλά έχουμε όμως και μια έκτη αίσθηση. Και αυτή η έκτη αίσθησις για μας τους χριστιανούς είναι η πίστις. Η πίστις λοιπόν κάνει τα μάτια μας ώστε να βλέπουν θαυμαστά και ουράνια πράγματα. Η πίστις κάνει τ’ αυτιά μας να ακούνε υπερφυσικά λόγια και ουράνιους ακόμα ύμνους, ακατάληπτα για τα σαρκικά αυτιά. Η πίστις δίνει συμβολική σημασία στο λιβάνι, όταν μ’ αυτό μας θυμιατίζουν, η πίστις πνευματοποιεί το άναμα του κανδηλιού και ενός κεριού όταν το ανάβουμε, για να έχει υγεία ένας άρρωστος συγγενής μας ή για τον φωτισμό ενός παιδιού μας, ή για την ανάπαυση ενός κεκοιμημένου φίλου και συγγενούς. Η πίστις δίνει δύναμη, όχι μόνον δύναμη αλλά παντοδυναμία, στο απλό σημείον του Σταυρού που θα κάνουμε. Η πίστις λοιπόν δίνει ακόμα και θεολογική διάσταση, στον ασπασμό της εικόνας, όπως θα κάνετε ύστερα από λίγο, στην Παναγία εδώ το Ρόδο το Αμάραντο, και ο ασπασμός αυτός δεν θα μένει πάνω στο ξύλο, στις μπογιές και στο χρώμα, αλλά θα μεταβεί στο πρωτότυπο, δηλαδή θ’ ανέβη ψηλά στον ουρανό. Η πίστις κάνει τον χριστιανό να αισθάνεται ότι αληθινά κοινωνεί Σώματος και Αίματος Ιησού Χριστού. Χωρίς την πίστη τα πάντα στην Εκκλησία είναι ξεροί τύποι. Και η τυπολατρεία είναι ο τάφος του Χριστιανισμού.
Όταν έχουμε πίστη σαν «κόκκο σινάπεως» τότε μπορούμε δια της πίστεως αυτής να κάνουμε θαύμα αλλά και να παρακολουθήσουμε όμως το θαύμα που τελείται σε κάθε ιερή ακολουθία και ειδικότερα ό,τι γίνεται μέσα στο ναό, και μάλιστα κατά τη διάρκειαν της Θείας Λειτουργίας.

Θαύμα είναι και ο Ακάθιστος αυτός Ύμνος με τους Χαιρετισμούς που παρακολουθούμε κάθε Παρασκευή την Μεγαλη Σαρακοστή, αλλά όταν και μείς από μόνοι μας τα βράδια με το Μικρό Απόδειπνο απαγγέλουμε τους Χαιρετισμούς. Θαύμα σαν άσμα, θαύμα σαν έκφρασις, θαύμα σαν σύνθεσις. Έχουν περάσει χίλια τόσα χρόνια από τότε που έχει γραφεί αυτός ο Ακάθιστος Ύμνος και οι Χαιρετισμοί, και όμως χιλιάδες και μυριάδες είναι εκείνες οι ψυχές οι οποίες εξακολουθούν να συγκινούνται απ’ τους Χαιρετισμούς και τον Ακάθιστο Ύμνο, και μάλιστα πολλές φορές να βλέπουν και θαυμαστά αποτελέσματα στην οικογένειά τους.
Ο Ακάθιστος Ύμνος κυρίως είναι θαύμα για το περιεχόμενό του. Τι μας περιγράφει; Μας περιγράφει εκείνο το οποίον αποτελεί την βάση του Χριστιανισμού. Και όποιος απορρίπτει αυτό που περιγράφει ο Ακάθιστος Ύμνος, που είναι ένα γεγονός, απορρίπτει την πίστη και το δόγμα μας, το δόγμα δηλαδή και την πίστη της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Και το γεγονός αυτό είναι η ενανθρώπισις του Θεού Λόγου. Όποιος λοιπόν απορρίπτει την Θεαθρωπότητα του Ιησού Χριστού ότι δηλαδή ο Χριστός είναι τέλειος άνθρωπος και τέλειος Θεός, απορρίπτει συγχρόνως και το δόγμα της Αγίας Τριάδος όπως και το δόγμα της Θεοτόκου, η οποία Παναγία είναι και Θεοτόκος είναι και Θεομήτωρ είναι και Αειπάρθενος, σύμφωνα με τους δογματικούς όρους και τις αποφάσεις της Τετάρτης Οικουμενικής Συνόδου. Αυτό το γεγονός λοιπόν εξυμνεί ο Ακάθιστος Ύμνος. Γέννησις από Παρθένον. Φοβερό και παράξενο και τρομακτικό, πολλές φορές γίνεται συζήτησις και περίγελος και ειρωνεία των ανθρώπων.
«Ξένον τόκον ειδόντες ξενοθώμεν του κόσμου». Λογικά επιχειρήματα δεν χρειάζονται για να πιστέψει κανείς. Αν είμαστε ολιγόπιστοι, χλιαροί και δεν ξέρω τι άλλο, τότε οπωσδήποτε οι λογισμοί που θα έρχονται μέσα στην καρδιά μας, θα ταράζουν το νου μας, θα ταράζουν την ψυχή μας, αλλά και στο τέλος θα χάσομε και αυτήν.

Για όσους λοιπόν είναι ολιγόπιστοι και χλιαροί και αμφιβάλλοντες να πούμε ένα δύο έτσι ας το πούμε λογικά επιχειρήματα, ας το πούμε έτσι. Τι είναι δυσκολότερο πράγμα, από την ανυπαρξία ο Θεός να φτιάξει ολόκληρο αυτό το αστρικόν Σύμπαν και να φτιάξει έναν άνθρωπον, ή από έναν άνθρωπον να κάνει άλλον άνθρωπο; Ποιο είναι πιο δυσκολότερο, το πρώτο ή το δεύτερο; Ασφαλώς το πρώτο. Διότι από την ανυπαρξία να φέρει ολόκληρο αυτό το Σύμπαν που βλέπουμε με τα δισεκατομμύρια των γαλαξιών, αλλά και να πλάσει άνθρωπον από το τίποτα; Από το μηδέν; Και όμως ο Θεός έκαμε το δύσκολο εύκολο. Από την ανυπαρξία δεν έφερε μόνον τον άνθρωπο και από τον άνθρωπο έπλασε άνθρωπο, δηλαδή από τον πρώτο Αδάμ τον παλαιό Αδάμ έκαμε την Εύα αλλά και από την Νέα Εύα όμως έκαμε τον Νέον Άνθρωπον, τον Νέον Αδάμ, τον Θεάνθρωπο Ιησού Χριστό. Ο Θεός που έδωσε τον φυσικό τρόπο να γεννιώνται οι άνθρωποι επί της γης, δεν θα μπορούσε να δώσει, αφού είναι Θεός παντοδύναμος, και έναν υπερφυσικό τρόπο για να γεννηθεί το παιδί του ουρανού, δηλαδή ο Θεάνθρωπος Κύριος; Ασφαλώς και μπορούσε, διότι ήτο Θεός και είναι Θεός. Παράξενος τόκος και παράξενο θαύμα. Ο Θεός όμως απ’ τον ουρανό κατέβηκε στη γη για να ανεβή ο άνθρωπος από τη γη στον ουρανόν.

«Ξένον τόκον ειδόντες ξενοθωμεν του κόσμου, τον νουν εις ουρανόν μεταθέντες». Μιλάει εδωπέρα ο υμνογράφος για μια μετάθεση και τη μετάθεση τη ζητούμε όλοι μας, απ’ το χειρότερο βέβαια στο καλύτερο. Απ’ το κατώτερο στο ανώτερο. Ο Χριστός λοιπόν ήλθε εδώ κάτω στη γη, για να πραγματοποιήσει και αυτός μια μετάθεση ασυγκρίτως από εκείνην την οποία επιδιώκουν οι άνθρωποι. Δηλαδή να πάρει τον άνθρωπο από τη γη και να τον μεταφέρει στον ουρανόν. Και κάτι καλύτερο. Να μεταθέσει το μυαλό μας, να μεταθέσει τη σκέψη μας, από τα γήινα στα ουράνια. Αλλά όπως βλέπομε είμαστε πολύ πεζοί. Κάθε άνθρωπος σχεδόν. Τα ενδιαφέροντά μας περιορίστηκαν μόνον στη γη και στα υλικά πράγματα και στη απόκτηση πολλών αγαθών. Τα όνειρά μας τα περισσότερα περπατούν μέσα στη λάσπη. Δεν έχουμε σκέψεις ουράνιες. Δεν έχουμε πνευματικές ανησυχίες. Δεν έχουμε εμπιστοσύνη και εξάρτηση από τον Άγιο Θεό. Η νοοτροπία μας είναι η βελτίωσις των οικονομικών πραγμάτων της ζωής μας.
Για να καταλάβουμε καλύτερα να πούμε – ας μου επιτρέψετε με δυο λόγια έναν μύθο του Αισώπου για να καταλάβουμε την νοοτροπία των σημερινών ανθρώπων, έναν μύθο ο οποίος γράφτηκε πριν δύο χιλιάδες εξακόσια χρόνια - . Κάποτε λέει τα ζώα θέλησαν να εκλέξουν αρχηγό. Σκέφτηκαν λοιπόν να δώσουν την αρχηγία στον αετό, διότι αυτός πετούσε στα ουράνια ψηλά. Αλλά κατάλαβαν ότι δεν μπορούσε να ασχοληθεί με τα χαμηλά και με τα γήινα. Άλλωστε λοιπόν σε όλα τα ζώα υπήρχε και η άφθονη ζήλεια βλέποντάς τον πόσο άπιαστος ήταν όταν πετούσε στα ουράνια, διότι ο αετός όπως ξέρουμε πετάει περισσότερο ψηλά από όλα τα πουλιά. Κι έτσι λοιπόν μεταξύ των υποψηφιοτήτων αφού απέρριψαν τον αετό, έκαναν λοιπόν ψήφους σαν τους δικούς μας, και εξέλεξαν, τι εξέλεξαν για αρχηγό, ξέρετε ποιο ζώο εξέλεξαν, για αρχηγό τότε εκείνη την εποχή, λέει ο Αίσωπος; Το γουρούνι. Το γουρούνι λοιπόν πήρε αμέσως ύφος αρχηγού, έβαλε στέμμα στο κεφάλι, - σας το μεταφράζω από τα αρχαία όπως το έχει γραμμένο ο Αίσωπος – και κάλεσε συνεδρίαση το Διοικητικό Συμβούλιο των ζώων. Η συνεδρίασις έγινε που αλλού, μέσα στη λάσπη. Ήταν το βασίλειον του νέου αρχηγού. Ύστερα από θυελλώδη συνεδρίαση αποφάσισαν λοιπόν να βελτιώσουν την χαμώδη και λασπώδη ζωή τους. Δηλαδή αν θα έχουν λιγότερη ή περισσότερη λάσπη, αν θα είναι η λάσπη πιο σκληρή ή πιο υγρή, αν θα τρώνε λιγότερα ή περισσότερα βελανίδια και άλλα τέτοια. Και την ώρα εκείνη πέρασε ένας αετός από πάνω, και με μια στροφή του κεφαλιού του έδειξε τα ύψη του ουρανού. Τον καθαρόν αέρα και τις ψηλές κορφές. Αμέσως το Συμβούλιον των Ζώων με αρχηγό το γουρούνι, ξεσηκώθηκαν εναντίον του ανεδαφικού αετού. Και τελικά τον διέγραψαν από τα μητρώα τους, μια και δεν ήθελε να προσγειωθεί ο αετός στη λασπώδη και χοιρώδη ζωή τους.
Τι δηλωνει ο μύθος αυτός; Δίνει εξήγηση ο ίδιος ο Αίσωπος αλλά και πολλοί από τους νεωτέρους συγγραφείς ασχολούμενοι, μας λένε ότι η χοιρώδης αυτή κατάστασις είναι κατάστασις του σημερινού κόσμου. Αν ήταν τέτοια η κατάστασις πριν δύο χιλιάδες εξακόσια χρόνια, εξακολουθεί να είναι και στις ημέρες μας. Και αν κάποιος χριστιανός από μας μέσα σε μια ομήγυρη, μέσα σε μια συντροφιά θελήσει να μιλήσει για τα ύψη του Ουρανού, να μιλήσει για τον Παράδεισο, να μιλήσει για την Κόλαση, να μιλήσει για την Δευτέρα Παρουσία και την Κρίση του Θεού, να μιλήσει για το άπλωμα του κακού, για μετάνοια και Εξομολόγηση και Θεία Λειτουργία. Αν θέλει να μιλήσει για το Ευαγγέλιο και για το κήρυγμα που άκουσε, για κάτι που διάβασε στους βίους των Αγίων και τα Γεροντικά, αν θέλει να μιλήσει για πνευματική ζωή, για πνευματικούς αγώνες, για προσευχή και εγκράτεια και νηστεία και άλλα, ε, τότε θα τον θεωρήσουν όχι μόνον αντικοινωνικό, και γω δεν ξέρω τι άλλη μομφή θα του δώσουν.

Και όμως οι άνθρωποι είναι πλασμένοι για τον ουρανό, «ουκ επ’ άρτον μόνον ζήσεται άνθρωπος», λέγει η Αγία Γραφή, δεν ζει ο άνθρωπος μόνον με το ψωμί, χρειάζεται αλλά δε ζει μόνον με αυτό. Και κάπου αλλού μας τονίζει ιδιαιτέρως, -τι μας λέγει ιδιαιτέρως;- ότι ζητείτε πρώτα την Βασιλεία του Θεού και την δικαιοσύνην του και όλες οι υλικές ανάγκες σας θα τις καλύψω εγώ, ως Παντοδύναμος Θεός, αρκεί να μου έχετε εμπιστοσύνη, εμπιστοσύνη ότι είμαι Πατέρας σας, εμπιστοσύνη ότι είμαι ο παντοδύναμος Τριαδικός Θεός, ότι είμαι ο Πλάστης σας και Δημιουργός. Τι φωνάζει ο Απόστολος Παύλος, «τα άνω ζητείτε, τα άνω φρονείτε μη τα επί της γης», εκεί από την Προς Καλασσαείς Επιστολή του.

«Ξενοθώμεν του κόσμου λοιπόν, τον νουν εις ουρανόν μεταθέντες». Ακούγοντας όσα είπαμε μέχρι τώρα, μερικοί μπορεί να μας πουν ότι έχουν δίκιο που μας κατηγορούν εμάς τους χριστιανούς, ότι ενδιαφερόμαστε μόνο για τα ουράνια και για την άλλη ζωή, και αδιαφορούμε για τα γήινα προβλήματα. Περιμένουν μόνον την άλλη ζωή και αρνούνται λέει να συμμετάσχουν στην πρόοδο του πολιτισμού, και της επιστήμης και της τέχνης, και ότι η θρησκεία είναι το όπιον του λαού που κοιμίζει τους χριστιανούς, για να μην μπορούν να κάμουν κοινωνικές επαναστάσεις, έτσι μας κατηγορούν, και αφήνουμε λέει ανενόχλητους τους διεφθαρμένους να εκμεταλλεύονται το λαό. Υπάρχουν και άλλοι που λένε και άλλα πολλά διάφορα, με κοσμοθεωρίες τις οποίες δυστυχώς πολλές φορές αυτές τις υλιστικές θεωρίες τις ασπάζονται και τα διάφορα πολιτικά κόμματα. Σ’ αυτούς βέβαια οι οποίοι μας κατηγορούν κάτι τέτοια, έχουμε να απαντήσουμε ότι πρόκειται περί παρεξηγήσεως. Ο χριστιανός δεν αδιαφορεί για τη γη. Διότι ο Θεός έγινε άνθρωπος στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού και ήλθε στη γη. Και έδειξε το ενδιαφέρον Του για τους ανθρώπους. «Διά τούτο γαρ ο υψηλός Θεός, επι γης εφάνη ταπεινός άνθρωπος». Ενδιαφέρεται για τη γη. Διότι αυτή η γη καλλιεργείται. Διότι αυτή η γη δίνει τους καρπούς της τους οποίους εμείς γευόμεθα όλοι μας. Ο χριστιανός ενδιαφέρεται και για τη γη, ενδιαφέρεται και για τον κόσμο, ενδιαφέρεται και για την κοινωνία.
Όλες οι Μητροπόλεις στην Ελλάδα έχουν πολλαπλές φιλανθρωπικές δραστηριότητες, έχουν ένα πλήθος από γηροκομεία, από φιλόπτωχα ταμεία, από καθημερινά συσσίτια, αλλά βλέπετε τα μέσα μαζικής ενημερώσεως, οι τηλεοράσεις, δεν ασχολούνται με τις φιλανθρωπικές δραστηριότητες, μήπως ασχολήθηκαν ποτέ ότι υπάρχουν σε αρκετές μητροπόλεις και σε νησιά φιλανθρωπικοί σύλλογοι υπό την προστασία των μητροπολιτών, που προσφέρουν πλήρη προστασία στις άγαμες κοπέλες που είναι έγκυες, αρκεί να μην κάνουν έκτρωση; Και δω στας Αθήνας υπάρχει φιλανθρωπικός σύλλογος εκκλησιαστικός του αγεννήτου παιδιού, στις οποίες πρόεδρος είναι η σύζυγος του πατρός Γεωργίου Μεταλληνού η πρεσβυτέρα. Επίσης υπάρχει στη Θέρμη της Θεσσαλονίκης φιλανθρωπικός συλλογος πάλι για το αγέννητο παιδί που ονομάζεται «Ευγγελιστής Μάρκος», και της οποίας προϊσταται ο πατήρ Κωνσταντίνος Πλευράκης.
Θα μπορούσαμε βέβαια να πούμε και άλλα φοβερά πράγματα και ενδιαφέροντα, είναι για τα κακά εκείνα τα οποία σήμερα θα κάμουν και θα μας φέρουν και θα πλημμυρίσουν και την πατρίδα μας αλλά και ολόκληρο τον κόσμο από δεινά. Ιδιαίτερα όμως μας δίδονται οι πληροφορίες από το Άγιον Όρος, και από Αγίους ερημιτάς και ασκητάς και άλλους αγίους ανθρώπους, ότι η Ελλάδα έχει να τραβήξει στο άμεσο μέλλον πολλά δεινά εξαιτίας των εκτρώσεων, διότι είναι από διακόσιες έως τετρακόσιες χιλιάδες το χρόνο εκτρώσεις. Για βάλτε τις αυτές σε μία εικοσαετία, θα βλέπατε λοιπόν ότι σήμερα θα είχαμε τρία εκατομμύρια νέους ανθρώπους, εκ των οποίων άλλοι θάταν στρατιώτες, άλλοι θάταν στα Λύκεια, άλλοι στα Γυμνάσια, άλλοι στα Δημοτικά, άλλοι στα Νηπιαγωγεία, και θα εζητούντο πλήθος δασκάλων και καθηγητών για να μπορέσουν να μορφώσουν τούτα τα παιδιά. Και όμως όλα αυτά εσφάχτηκαν από τους λεγομένους γονείς και μητέρες, αν λέγονται μητέρες αυτές.
Ώσπου να οργανωθεί το κράτος μας σε μια ολοκληρωμένη κοινωνική και νοσοκομειακή πρόνοια, τα πάντα τα είχε η Εκκλησία. Όλα τα είχε η Εκκλησία τότε. Αυτό φαίνεται βέβαια και στα τετρακόσια χρόνια της σκλαβιάς. Αλλά τέτοια ιστορία όμως ούτε την διαβάζουμε, ούτε και διδάσκεται στα σχολεία μας.

Τότε θα πείτε τι σημαίνει «ξενοθώμεν του κόσμου;». Δε σημαίνει να αποξενοθούμε από τον κόσμο τοπικά, αλλά τροπικά. Θα ζούμε στο κόσμο αλλά δεν θα γινόμεθα κόσμος. Και μάλιστα κόσμος μέσα στην αμαρτία. Μέσα στον κόσμον αλλά όχι κόσμος. Ο κόσμος της φθοράς και της αμαρτίας. Αυτό το στίχο, αυτό το στόχο μάλλον είχε και η αγωνιώδης εκείνη προσευχή που έκανε ο Κύριος το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης πριν αρχίσει το φοβερό του πάθος, όταν έκαμε προσευχή στον ουράνιο Πατέρα και είπε «Πάτερ ουκ ερωτώ ίνα άρεις αυτούς εκ του κόσμου, αλλ’ ίνα τηρήσεις αυτούς εκ του πονηρού». Δεν σου ζητώ να τους πάρεις μέσα απ’ τον κόσμο, τους δώσεκα αυτούς Αποστόλους, και τους διαδόχους αυτών και να τους πας στας ερήμους και στα βουνά, αλλά θέλω να τους διατηρείς σώους και αβλαβείς από τον πόλεμον του πονηρού, των παθών και της κακίας. Αυτή ήταν η προσευχή του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και αυτό θα πει «ξενοθώμεν του κόσμου».
Ο χριστιανός ζει την αγωνίαν του κόσμου αλλά δεν παρασύρεται από το πνεύμα του κόσμου, από το κοσμικό φρόνημα, το φρόνημα της αμαρτίας. Ενδιαφέρον για τη γη, αγάπη για τον άνθρωπο, αγώνας για κοινωνική δικαιοσύνη, ή πάλι για μια καλύτερη κοινωνία, αυτά εξασφαλίζουν συγχρόνως, όταν γίνονται με αρετή, εξασφαλίζουν και το εισιτήριο για τον ουρανό. Ο χριστιανός αν είναι αληθινός χριστιανός δεν αδικεί τον πλησίον, δεν απατά, δεν κλέβει, δεν προδίδει, δεν εκμεταλλεύεται τις ανάγκες του πλησίον, δεν βλασφημά τα θεία, δεν σκοτώνει τα έμβρυα, δεν δημιουργεί κοινωνικές αναταραχές, δεν αδικεί, δεν κοροϊδεύει, δεν συκοφαντεί, σέβεται την ελευθερία του πλησίον, αυτός είναι ο χριστιανός. Φυλάγεται από την χαρτοπαιξία, φυλάγεται από τον αλκοολισμό, φυλάγεται από τον ιππόδρομο, τα ναρκωτικά και την αναρχία. Φροντίζει να μην φανατίζεται για τίποτα και δεν είναι θορυβοποιός.

Θα μπορούσαμε να πούμε και άλλα πολλά για να καταδείξομε ότι ο χριστιανός ζώντας μέσα στην κοινωνία, είναι ο μόνος νομοταγής πολίτης, ο θεοσεβής πιστός χριστιανός. Με όλα αυτά απεδείχτηκε ότι ο αληθινός χριστιανός αγωνιζόμενος μέσα στην πληθωρική κακία και αδικία, σεβόμενος τον εαυτόν του και τον πλησίον, είναι ευεργέτης της κοινωνίας. Και όταν ο πιστός αυτός και σωστός χριστιανός, γίνει και άγιος, τότε καθίσταται ο κοινωνικότερος όλων των ανθρώπων. Όταν εσύ ο χριστιανός, και συ, και συ και γω, γίνομε άγιοι είμαστε οι κοινωνικότεροι όλων των ανθρώπων, όλων των ανθρώπων της γης. Γιατί; Γιατί αποκτούμε ως άγιοι αγιασμένη επικοινωνία με τον Θεόν, που σημαίνει ότι δια των προσευχών του ο Άγιος στηρίζει ολόκληρη την οικουμένη, όλους τους ανθρώπους. Αγαπώντας τον Θεόν, αγαπάς και τον πλησίον, και πρακτικά, και έμπρακτα. Είσαι ευεργέτης. Είσαι ο διακονών της κοινωνίας.

Χριστιανοί μου, άνω σχώμεν τας καρδίας. Αυτό θα πει «ξενοθώμεν του κόσμου και τον νουν εις ουρανόν μεταθέντες». Άνω σχώμεν τας καρδίας, και το φωνάζομεν αυτό. Και τον παρακαλούμε σε κάθε μας λειτουργία. Φτάνει πια, αρκετά χρόνια ζήσαμε κολλημένοι μέσα στη λάσπη της αμαρτίας. Καιρός πλέον να ξεκολλήσουμε από τη λάσπη δια της μετανοίας και να πετάξομε ψηλά, ψηλά στον ουρανόν όπου ο θρόνος του Τριαδικού Θεού, δια πρεσβειών της Υπεραγίας Θεοτόκου Δεσποίνης ημών κα Αειπαρθένου Μαρίας,

Αμήν.
 Παρασκευή Γ΄ Χαιρετισμῶν «Χαῖρε, δένδρον ἀγλαόκαρπον, ἔξ᾿ οὗ τρόφονται πιστοί»
 Ὁ Ἀκάθιστός Ὕμνος, ἀγαπητοί μου, ἔχει 144  στίχους, 144 χαῖρε. Κάθε ἕνας στίχος εἶναι καί ἕνα μαργαριτάρι, ἕνα διαμάντι. Μέ κάθε ἕνα Χαῖρε προσφέρουμε καί ἕνα λουλούδι στήν Ὑπεραγία Θεοτόκο. Ἕνα ἀπό αὐτά θά πάρουμε σήμερα νά ὀσφρανθοῦμε καί νά ἀπολαύσουμε τήν εὐωδία του. Ἕνα στίχο θά προσπαθήσουμε νά ἑρμηνεύσουμε σύντομα. Χαῖρε, δένδρον ἀγλαόκαρπον, ἐξ᾿ οὗ τρέφονται πιστοί.
  Ὁ ἱερός ὑμνογράφος τῆς Ἐκκλησίας, ἀπευθυνόμενος στήν Παναγία, τήν ἀποκαλεῖ δένδρον καί μάλιστα ἀγλαόκαρπον. Δέντρο πού ἔχει ὡραίους, γλυκεῖς καί χυμώδης καρπούς. Τρῶς καί εὐχαριστιέσαι, τούς ἀπολαμβάνεις.
Ὑπάρχουν ὅμως δύο εἰδῶν δέντρα. Τό ἕνα εἶναι τό φυσικό δέντρο καί τό ἄλλο τό πνευματικό. Τό φυσικό δέντρο εἶναι δῶρο καί εὐλογία τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο. Εἶναι θαυμαστά καί εὐεργετικά τά δέντρα. Εὐεργετικά, γιατί μᾶς δίνουν τούς καρπούς τους, τά φύλλα καί τά ξύλα. Μᾶς τρέφουν, μᾶς θερμαίνουν, μᾶς ἀναπαύουν καί μᾶς δροσίζουν κάτω ἀπό τόν ἴσκιο τους. Πρέπει νά εἴμαστε πολύ εὐγνώμονες στό Θεό γιά τά  δέντρα. Ὅπου ὑπάρχει δέντρο, ἡ ἀτμόσφαιρα εἶναι καθαρή, ἔχουμε πλούσιο ὀξυγόνο. Ὅπου ἔχουμε δέντρα, ἐκεῖ ὑπάρχει ὑγεία καί ὀμορφιά. Δέν εἶναι ὡραία ἡ γυμνή, φαλακρή γῆ. 
Τό θαυμαστό εἶναι ὅτι ἔχουμε διάφορα εἴδη δέντρων: μηλιά, πορτοκαλιά, ἐλιά, ἀχλαδιά, ἀμπέλι καί ἄλλα πολλά. Τό κάθε δέντρο ἔχει κορμό, κλαδιά, φύλλα, ἄνθη καί καρπούς. Ὅλα ἔχουν ρίζες καί τρέφονται ἀπό τήν γῆ. Ἀπό αὐτήν παίρνουν τό ἴδιο νερό καί τά ἴδια συστατικά. Πῶς τώρα στό ἕνα φυτό τά συστατικά γίνονται μῆλα, στό ἄλλο πορτοκάλια, σταφύλια κ.ο.κ; Καί τό ἄλλο θαυμαστό, πῶς αὐτό πού ρουφᾶνε οἱ ρίζες στό ἴδιο δέντρο γίνεται ἄλλο κορμός, ἄλλο φύλα καί ἄλλο καρπός; Ἄς ἔρθει ἡ ἐπιστήμη νά μᾶς τό ἐξηγήσει. Δέν μπορεῖ, εἶναι ἀνεξήγητο. Ἐ, μία ρίζα, ἕνα δέντρο φωνάζει, μαρτυράει καί λέει, ὅτι ὑπάρχει Θεός. Ἄθεοι καί ἄπιστοι, ὅσοι δεν πιστεύετε στό Θεό, φτιᾶξτε ἕνα δέντρο, μία ρίζα, δέν μπορεῖτε!
  Εἶναι αὐτό πού λέει μέσα στό Εὐαγγέλιο, κἄν ἐγώ σιωπήσω, οἱ λίθοι κεκράξονται. Οἱ πέτρες καί τά ξύλα βροντοφωνάζουν, ὅτι ὑπάρχει Θεός.
Ἀλλά ἄς πᾶμε τώρα στό ἄλλο δέντρο, τό πνευματικό. Αὐτό εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Ὅπως τό φυσικό δέντρο ἔχει ρίζα, ἔτσι καί ὁ ἄνθρωπος. Ἡ ρίζα ὅμως τοῦ ἀνθρώπου δέν εἶναι στή γῆ, ἀλλά στόν οὐρανό. Ἡ ρίζα πού δίνει χυμό στόν ἄνθρωπο, γιά νά καρποφορεῖ ἔργα ἀγαθά, εἶναι ὁ Χριστός. Αὐτός εἶναι τό ἄνθος ἐκ τῆς ρίζης Ἰεσσαί, ὅπως ψάλλουμε στίς καταβασίες τῶν Χριστουγέννων. Ὅπου ὑπάρχει αὐτή ἡ ρίζα, ὁ Χριστός, ἐκεῖ βλέπουμε καρπούς, ἀρετές, τούς καρπούς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού ὅπως λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος εἶναι ἡ ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις , πραότης, ἐγκράτεια.
  Ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία εἶναι ἕνα ἀπέραντο δάσος καί δέντρα καρποφόρα οἱ προφῆται, οἱ Ἀπόστολοι, οἱ Μάρτυρες, οἱ Ὅσιοι, ὅλοι οἱ Ἅγιοι, ὅλοι οἱ ἀπ᾿ αἰῶνος χριστιανοί. Τό μεγαλύτερο δέ, τό ὡραιότερο ἀπό ὅλα, τό ἀγλαόκαρπο δέντρο εἶναι ἡ Παναγία, διότι ἔφερε στόν κόσμο τόν πλουσιότερο καί πολυτιμότερο καρπό, τόν Χριστό, πού εἶναι ὁ οὐράνιος ἄρτος, ἡ τροφή τοῦ παντός κόσμου.
  Τώρα νά ρωτήσουμε, ἐμεῖς τί εἴμαστε; Εἴμαστε δέντρα καρποφόρα; Ἄς ἐξετάσουμε τούς ἑαυτούς μας. Ποῦ εἶναι οἱ καρποί μας; Ποῦ εἶναι ἡ πίστη μας; Τίφανερώνει ἡ ζωή μας; Ποῦ εἶναι ἡ ἀγάπη μας; Γιατί τόσο μίσος ἀκόμη καί μεταξύ τῶν συγγενῶν; Ποῦ εἶναι ἡ χαρά; Ὅλοι μελαγχολοῦν. Γεμᾶτες οἱ καρδιές μας μελαγχολία, ἆγχος καί ἀγωνία.
Καταντίσαμε δέντρα ἄκαρπα καί ὡς ἄτομα καί ὡς οἰκογένειες. Ποῦ εἶναι οἱ καρποί τοῦ γάμου, ἡ τεκνογονία; Ἁμαρτία, ναί, μεγάλη. Πολύ διαδεδομένα τά σαρκικά παραπτώματα, περιορισμένη ὅμως στό ἐλάχιστο ἡ γέννηση τῶν παιδιῶν. Τά νοσοκομεῖα καί οἱ κλινικές ἔγιναν σφαγεῖα. Οἱ γιατροί μετατράπηκαν σέ σφαγεῖς. Οἱ γονεῖς δολοφόνοι τῶν παιδιῶν τους, σκοτώνουν μέ ἐλαφρᾷ τῇ καρδίᾳ τά ἴδια τους τά παιδιά. Ἐγίναμε δέντρα ἄκαρπα. Μόνο τό κακό κάνουμε. Ἡ πατρίδα μας, παλαιότερα εὐλογημένο δέντρο, τώρα μαραζώνει. Κατάντησε ἕνα ἄκαρπο γερασμένο δέντρο.
  Τί θά γίνει, ἐδῶ πού φτάσαμε; Ἐμένα ρωτᾶτε; Νά ρωτήσουμε τόν Τίμιο Πρόδρομο, ὅπως τόν ρώτησαν τότε οἱ γραμματεῖς καί οἱ φαρισαῖοι. Οἱ σαδδουκαῖοι, οἱ διανοούμενοι, οἱ στρατιωτικοί καί οἱ ἁπλοῖ ἄνθρωποι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Σᾶς φύτεψε ὁ Θεός, τούς εἶπε, γιά νά φέρετε καρπό, μά ἐσεῖς γίνατε ἄκαρπα δέντρα. Νά τώρα, τό τσεκούρι βρίσκεται στή ρίζα τῶν δέντρων. Κάθε δέντρο, πού δέν κάνει καλό καρπό, τό κόβουν καί τό ρίχνουν στή φωτιά. Ἔτσι κι᾿ ἐμᾶς μᾶς περιμένει τσεκούρι καί φωτιά. Δηλαδή μεγάλη τιμωρία καί φοβερή κόλασις.
  Ἕνα πρᾶγμα ὑπολείπεται νά κάνουμε. Νά πέσουμε στά γόνατα. Νά πέσουμε μπροστά στήν Παναγία καί νά τήν θερμοπαρακαλέσουμε, αὐτή πού εἶναι τό δένδρον τό ἀγλαόκαρπον, τό ἐγκαλλώπισμα ὅλης τῆς οἰκουμένης, νά βοηθήσει κι᾿ ἐμᾶς νά γίνουμε δέντρα καρποφόρα. Ἀπό ἄγρια ξύλα καί ἄκαρπα πού εἴμαστε, νά ἐμβολιαστοῦμε μέ τό ἐμβόλιο τῆς πίστεως τοῦ Χριστοῦ. Νά ἑλκύσουμε πάνω μας τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ, γιά νά κάνουμε καρπούς σωτηρίας. Ἀμήν.-
 ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΟΥΣ Γ΄ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΥΣ Του Πρωτ. Γεωργίου Σούλου «Χαίρε ότι εμωράνθησαν οι δεινοί συζητηταί, χαίρε ότι εμαράνθησαν οι των μύθων ποιηταί»
«Χαίρε ότι εμωράνθησαν οι δεινοί συζητηταί, χαίρε ότι εμαράνθησαν οι των μύθων ποιηταί».
 Η χριστιανική πίστη, ξεκινώντας από το πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου, μώρανε και μάρανε, τόσο τους συζητητές του λόγου, όσο και τους ποιητές των μύθων, απέδειξε δηλαδή ότι όταν ο τρόπος της ζωής στηρίζεται μόνο στη δύναμη της λογικής ή στη δύναμη του ανθρώπινου ασυνείδητου, της εγκόσμιας θρησκευτικότητας και του μύθου, δεν μπορεί να δώσει στον άνθρωπο νόημα και περιεχόμενο ζωής. Η ζωή δεν βρίσκει νόημα, όταν στηρίζεται μόνο στη συζήτηση, δηλαδή στα λόγια. Ούτε όταν μένει προσκολλημένη στο λόγο, δηλαδή στον ορθολογισμό.
Η χριστιανική πίστη, δια του προσώπου της Υπεραγίας Θεοτόκου, μας δίνει μία άλλη διάσταση, η οποία αποκαλύπτει την ανεπάρκεια του λόγου και του μύθου, και νοηματοδοτεί την σωτηριολογική ζωή, τουλάχιστον εκείνων που πιστεύουν και αγωνίζονται, να ζουν τη ζωή της Εκκλησίας.
Το πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου αποκαλύπτει τη δυναμική της ταπείνωσης, της απλότητας, της πραότητας και της υπακοής, σε παραγγέλματα, που δεν προέρχονται από τον ορθό λόγο, αλλά από την αδιάσειστη  σχέση ανθρώπου – Θεού και την ελεύθερη βούληση του συγκεκριμένου προσώπου, ήτοι της Παρθένου. Η αποδοχή του Ευαγγελισμού καθιστά την νεαρή κόρη, ως  μητέρα του Θεού, ως χώρα του αχωρήτου δια της αγνής συγκαταθέσεώς της, συντρίβεται κάθε έννοια ορθολογισμού και μύθου.
Η πρόσληψη της ανθρώπινης φύσης, από τον Θεό, δεν ήταν απλώς μια μεταμόρφωση του Θεού σε άνθρωπο. Ο Θεός κατήλθε εις τη γη προσλαμβάνοντας ολόκληρη την ανθρώπινη φύση και ενώθηκε με αυτήν  οντολογικά και «υποστατικά». Γι’ αυτό ο Θεός πεθαίνει πάνω στο Σταυρό, ο οποίος εξελήφθη από την ορθολογική σκέψη, ως «μωρία». Συνεπώς η Παναγία ανέτρεψε τη λογική του μύθου και τη μυθολογία, η οποία δεν μπορεί, να αντιληφθεί, ότι ένας Θεός πεθαίνει στο Σταυρό, από αγάπη για τον άνθρωπο. Διότι οι μύθοι απαιτούσαν μόνο την υποταγή και την υπακοή των ανθρώπων στις θεότητες, που δημιουργούσαν. Αιτία του Μυστηρίου της «μωρίας του Σταυρού» γίνεται Παναγία.
Μυστήριο είναι κάθε τι, που ξεπερνά το όριο της αντίληψης και της λογικής. Το μυστήριο της Σαρκώσεως του Θεού, φανερώνει το ασύλληπτο και αδιανόητο της κενώσεως της Θείας Αγάπης. Σ’ αυτό το Μυστήριο συνεργεί τόσο η αγάπη του Θεού, ως υπέρβαση του λόγου και του μύθου, όσο και η συγκατάθεση του ανθρώπου.
Εξ’ αιτίας του Μυστηρίου της Ενανθρωπίσεως, μωραίνονται οι δεινοί συζητητές, δηλαδή οι φιλόσοφοι και οι διανοούμενοι, διότι αδυνατούν, παρά τη σοφία τους, να ερμηνεύσουν το θαύμα του τόκου της Παναγίας. Μαραίνονται, επίσης και οι ποιητές των μύθων, γιατί δεν μπορούν να ερμηνεύσουν την αγάπη, η οποία υπερβαίνει κάθε έννοια λόγου και λογικής. Δηλαδή, ενώπιον του Θείου και απερίγραπτου Λόγου του Θεού, ουδείς άλλος λόγος ή λογική του κόσμου, μπορεί να συγκριθεί.
Παρά ταύτα η χριστιανική πίστη δεν κατάργησε ούτε τον λόγο, ούτε τη λογική,  αλλά, βέβαια, φανέρωσε την ανεπάρκεια τόσο του λόγου, όσο και του μύθου, που αδυνατούν, να δώσουν πληρότητα και νόημα ζωής στους ανθρώπους, τους οποίους μόνο ο Υιός και Λόγος του Θεού, ζωοποιεί, δια του δικού Του θανάτου, μετά των εκείνων θάνατο.
Η Θεοτόκος με την συνέργειά της, στο θέλημα του Θεού, λειτουργώντας σαν «γέφυρα μετάγουσα» δημιούργησε μία μόνιμη σχέση ανάμεσα  στον  Θεό και στον άνθρωπο. Βέβαια, η σχέση του ανθρώπου με τον Θεό, δεν είναι πλήρης, αλλά δύναται να γίνει πλήρης. Και θα γίνει πλήρης, όταν, η πίστη εγκαθίσταται, μέσα από την πνευματικότητα και την πνευματική ζωή του ανθρώπου. Θα γίνει πλήρης, όταν ο άνθρωπος απαρνηθεί το  «Εγώ» του, και κατορθώσει να βρει την, όχι μόνο την ύπαρξή του, αλλά και την αξία της. Με αυτόν τον τρόπο ενισχύεται η σχέση του με τον Θεό και αρχίζει ο άνθρωπος, να αισθάνεται την αυτοσυνειδησία του και την αμαρτωλότητά του. Η αυτοσυνειδησία στην οποία οδηγεί τον άνθρωπο η πίστη, είναι η προϋπόθεση της οντολογικής του απελευθέρωσης. Η πίστη είναι το όριο της επίγειας προσωρινής μας ύπαρξης. Η πίστη, όμως «ανοίγει την πόρτα» της αιωνιότητας. Η πίστη, βεβαίως δεν είναι θέωση, αλλά προσφέρει τη δυνατότητα να αποκτήσει, κανείς, τη «κατά χάρη» θέωση.
Η ολοκληρωμένη πίστη φθάνει στη λογική του υπέρλογου Θεού, και εκδηλώνεται, ως υπακοή. Δεν είναι ερευνητική, ούτε αμφιβάλλει, αλλά γίνεται  συναρπαγή.  Δεν είναι κατάληξη συλλογισμού, αλλά συνειδητή απόφαση ευθύνης.
Αυτήν την πίστη απόκτησε, η Παρθένος Μαρία, η οποία χωρίς να ερευνήσει, χωρίς να δυσανασχετήσει, χωρίς να αρνηθεί, αποδέχεται το Θείο Μήνυμα, που της παρέδωσε  ο Αρχάγγελος του Θεού και γίνεται αυτόχρημα συνεργός στο σχέδιο της Θειας Οικονομίας και  Ενανθρωπίσεως του Υιού και Λόγου του Θεού. Ένα σχέδιο, που έκανε να μωραθούν οι «δεινοί συζητηταί», δηλαδή οι λόγιοι και οι φιλόσοφοι και να μαραθούν κάθε μορφής μύθος ή φαντασία.
Εμείς θαυμάζοντας το Μυστήριο πιστώς βοώμεν.
Χαίρε Νύμφη ανύμφευτε!
 Η αξία καί η δύναμις τής ΕΥΧΗΣ Γ' Χαιρετισμοί
Χριστιανοί μου,
Και πάλιν ο λόγος μας για την ευχή, για το γλυκύτατον όνομα και πράγμα, το παντοδύναμον όνομα του Ιησού Χριστού, για το "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με".

Κάποιο πνευματικοπαίδι μου, μου ανέφερε αυτές τις ημέρες τα εξής.
Πρίν από εικοσιπέντε περίπου χρόνια, είχα συμβουλέψει την μητέρα ενός φίλου μου, που έμενε στο παραπλεύρως διαμέρισμα απ’ το δικό μου, πώς να προσεύχεται με κομποσχοίνι, επαναλαμβάνοντας το όνομα του Ιησού Χριστού, "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με".
Η γυναίκα ήτο θεοσεβής, πιστή, με εκκλησιασμό και συμμετοχή στα πανάγια μυστήρια. Έτσι το δέχτηκε ευχάριστα και το έθεσε σε εφαρμογή.
Ύστερα από δυο μέρες έρχεται και μου λέγει.
«Γιώργο, λέγω την ευχή καθισμένη, και αισθάνθηκα κάποιος να μου τραβάει το κομποσχοίνι. Φοβήθηκα πολύ και αμέσως σταμάτησα».
«Μη σταματάτε», της απάντησα, «και μη φοβάστε, ο διάβολος το κάνει, γιατί ενοχλείται και καίγεται από την ευχή. Είναι ένα συνηθισμένο φαινόμενο αυτό, το έχω αντιμετωπίσει πολλές φορές, και έχω και προσωπική εμπειρία αλλά και από άλλους αγωνιζομένους εν τω κόσμω πιστούς χριστιανούς, που πρωτοέπιαναν το κομποσχοίνι στο χέρι».
Μετά από δύο τρείς μέρες, συνεχίζει ο Γιώργος, η μητέρα του φίλου μου, με κτυπάει την πόρτα, βγαίνω έξω και μου λέει.
«Γιώργο πρέπει να σου πω κάτι. Γιατί πριν από λίγο, στεκόσουν έξω απ’ την πόρτα του διαμερίσματος, και άρχισες να με βρίζεις με τόσο άσχημα λόγια, και μάλιστα τη στιγμή που έκανα προσευχή με το κομποσχοίνι»;
Ευτυχώς που ήρθε και μου το είπε, γιατί εγώ δεν έκανα ποτέ κάτι τέτοιο. Της εξήγησα λοιπόν, με τη φώτιση που μου έδωσε ο Θεός, ότι ο διάβολος χρησιμοποίησε την φωνή μου, ενοχλημένος ασφαλώς από την ευχή που τον ζεματούσε, και προσπάθησε όχι μόνον να την σταματήσει, αλλά και την γυναίκα να την κάνει να θυμώσει και να τα βάλει μαζί μου.

Αυτού του είδους τα παιχνίδια χριστιανοί μου και τα πειράγματα του διαβόλου, είναι πολύ γνωστά και συνηθισμένα στους αρχαρίους, δηλαδή όπως είπα πριν, εκείνους που πρωταρχίζουν την ευχή.
Το πλέον συνηθισμένη ας το πούμε επίθεση των δαιμόνων, είναι η προσβολή με λογισμούς. Προσβάλλει δηλαδή το νου μας συνεχώς, με λογισμούς αισχρούς, πονηρούς, κακούς, βλασφήμους. Ή με λογισμούς υπερηφάνειας, κενοδοξίας, εγωισμού, αυτοθαυμασμού και πολλούς άλλους, ή και με σκέψεις και προσβολές απελπισίας, απογνώσεως, αμέλειας και τα λοιπά.
Παραδείγματος χάρη, μπορεί να μας πει την ώρα που κάνομε προσευχή, ότι άδικα προσεύχεσαι, πως δεν ακούει την προσευχή, διότι δεν πρόκειται να σωθείς, είσαι μεγάλος αμαρτωλός, και ο Θεός δε σ’ ακούει. Δε λέει η Αγία Γραφή ότι «αμαρτωλόν ο Θεός ουκ ακούει»;
Βλέπεται είναι μοναδικός στο να επικαλείται ακόμα και αγιογραφικά χωρία, αφού το έκαμε στον ίδιο τον Κύριο στο Σαραντάρειον Όρος όταν πήγε να Τον πειράξει, με τον τριπλό πειρασμό, χρησιμοποίησε τις δυο φορές αγιογραφικά χωρία. Άρα λοιπόν μπορεί να τα χρησιμοποιεί για να μας πλανέψει και σε μας που είμαστε άνθρωποι άπειροι γύρω από τα πνευματικά αυτά θέματα, και την πάλη του αγώνος εναντίον των δαιμόνων.
Μοναδικός σκοπός λοιπόν είναι να παρατήσουμε την ευχή. Επίσης θα μας βάλει ο διάβολος πολύ συχνά λογισμούς εναντίον του πνευματικού, του πνευματικού μας, και άλλοτε πάλι θα μας ρίξει στην υπερηφάνεια, πώς; ότι δήθεν κάτι καταφέραμε, ότι πλέον διαφέρουμε από τους άλλους, ότι έχουμε προοδεύσει, ότι εμείς πλέον είμεθα οι καλοί και όλοι οι άλλοι είναι σκάρτοι. Ότι έχουμε τόσα χαρίσματα που όλοι πλέον αρχίζουν να μας προσέχουν, να μας προτιμούν, να μας επαινούν, να μας θαυμάζουν και τόσα άλλα.

Μού έλεγε ένα κοριτσάκι δεκατεσσάρων ετών ότι πήγε να κάνει κομποσχοίνι στις δέκα η ώρα το βράδυ, και ο διάβολος της ψιθύρισε μέσα της «Μπράβο! Ποιο κορίτσι και παιδάκι στην ηλικία των δεκατεσσάρων ετών, και τέτοια ώρα κάνει προσευχή με κομποσχοίνι; Μπράβο και μπράβο και μπράβο …», και με το «μπράβο» θα χάσουμε τον μισθόν των κόπων μας.

Όταν λοιπόν διαπιστώσει ο εχθρός ο αιώνιος της ψυχής μας, ότι εμείς αποδεχθήκαμε κάποιες από αυτές τις προσβολές, τότε κατά την διάρκειαν της προσευχής, - ειδικότερα όταν δεχθούμε την προσβολή των επαίνων – μπορεί να προκαλέσει κάποιο παράδοξο φως, που όμως είναι σκοτεινοχαρές και της πλάνης πρόξενος. Άλλοτε πάλι κάνει ο διάβολος πως υποχωρεί στο δικό μας πόλεμο και στη δική μας αντίσταση, που προβάλλουμε εμείς, και στη συνέχεια μας κολακεύει με λογισμούς επαινετικούς. «Μπράβο, καλά τα κατάφερες, νίκησες το διάβολο». Και άλλα βέβαια παρόμοια για να μας ρίξει και πάλι στην υπερηφάνεια για να μας ρίξει και πάλι στην υπερηφάνεια και χάσουμε τον κόπο της αγρυπνίας και της προσευχής. Μερικές φορές προκαλεί κάποιους θορύβους, - προσέξτε, πολύ, πολύ απαλούς – τους οποίους και παρουσιάζει μέσα στο λογισμό με ταχύτητα αστραπής, σαν αγγελικά φτερουγίσματα. Και εδώ μπορεί να ακολουθήσει μια παράξενη δροσιά στο πρόσωπο για να μας κάνει να πιστέψομε ότι αυτή η δροσιά προκαλείται από τα φτερουγίσματα των αγγέλων. Πολλοί την έχουν πατήσει.

Θα μπορούσαμε έτσι συνεχίζοντας να πούμε και άλλα παραδείγματα απάτης και πλάνης των δαιμόνων, αλλά ήδη τα έχουμε γράψει στο γνωστό βιβλίο «Η ευχή μέσα στον κόσμο». Φοβερά είναι τα τεχνάσματα του διαβόλου αδελφοί μου, με τα οποία θέλει να κερδίσει την ψυχή μας ο παμπόνηρος δαίμονας και να την ρίξει, αφού εμείς συγκατατεθούμε με τη θέλησή μας, στο αιώνιο πυρ της Κολάσεως. Για να μπορέσουμε όμως να διακρίνουμε τις σατανικές παγίδες, δια μέσου των λογισμών, πρέπει να ζητούμε αφενός μεν τις συμβουλές του πνευματικού, και αφετέρου να καλλιεργούμε την μετάνοια και το ταπεινό φρόνημα.

Με πολλούς τρόπους χριστιανοί μου μας ομιλεί ο Θεός, για το πώς θα μπορέσουμε να αποφύγουμε αυτές τις παγίδες τις δαιμονικές. Μας ομιλεί και μας φωτίζει κατά πρώτον με τα λόγια της Αγίας Γραφής, Παλαιάς και Καινής Διαθήκης, δηλαδή δια μέσου των δικαίων, των προπατόρων, των προφητών, των Ευαγγελιστών, όπως και των λοιπών Αποστόλων. Επίσης μας ομιλεί και μας φωτίζει μέσα από την πληθώρα των συγγραμμάτων των πατέρων της Εκκλησίας, και ειδικά των Καππαδόκων, Μεγάλου Βασιλείου, Γρηγορίου του Θεολόγου, Ιωάννου του Χρυσοστόμου, όπως και των νηπτικών πατέρων με πρώτον τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά. Έτσι λοιπόν μας προσφέρεται από τους μεγάλους πατέρες της Εκκλησίας μας, κυρίως όμως μέσα από την Καινή Διαθήκη, μας προσφέρονται οι διάφοροι τρόποι, με τους οποίους νικάμε το κακόν, πρώτον που υπάρχει μέσα μας, στην ανθρώπινη φύση μας, «ό μισώ», φωνάζει ο Παύλος, «τούτο και πράσσω». Πρέπει να γλυτώσουμε και να λυτρωθούμε και να αποφύγουμε και τον κόσμον της κακίας που υπάρχει γύρω μας, και τις πανουργίες βέβαια των δαιμόνων και συγχρόνως να καλλιεργούμε τις αρετές, με την βασική προϋπόθεση της συμμετοχής μας στα σωστικά μυστήρια της Εκκλησίας, Βάπτισμα, Χρίσμα, Θεία Κοινωνία και Ιερά Εξομολόγηση.

Εμάς όμως μας ενδιαφέρουν επαναλαμβάνω, οι δαιμονικές παγίδες. Για να τις διακρίνουμε στην καθημερινή μας ζωή, και στον μικρό πνευματικό μας αγώνα, για την πιστή και την απόλυτη υπακοή στο θέλημα του Αγίου Θεού, απαιτούνται δύο πράγματα: φως και προσευχή. Όχι το φως του ηλίου, ούτε το τεχνητό φως των λαμπτήρων, ούτε και το φως από φωτιά. Αλλά το φως του ταπεινού φρονήματος, το φως της ταπεινοφροσύνης, ή καλύτερα το φως της αληθινής ταπεινώσεως. Αυτό το φως είναι μια φωτιστική και θεϊκή δύναμις που φωτίζει το μυαλό μας, και του δίδει σοφίαν, πολλή σοφίαν και γνώσιν από Θεού ή όπως καλύτερα αποκαλείται θεογνωσία. Και όχι μόνον αυτό, αλλά το φως αυτό γεμίζει τον αγωνιζόμενο πιστό και ταπεινόφρονα χριστιανό από χάριτες και δωρεές του Θεού, δηλαδή από χαρίσματα. Και το δεύτερο που τονίσαμε είναι η προσευχή και μάλιστα η προσευχή με το κομποσχοίνι, προσευχή στο όνομα του Σωτήρος Χριστού, "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με". Και έτσι η ευχούλα με το κομποσχοίνι είναι και αυτό φως, φως Χριστού. «Φως Χριστού φαίνει πάσι», διακηρύσσουμε βεβαιωτικά σε κάθε προηγιασμένη Θεία Λειτουργία.

Όμως ένα φως είναι η προσευχή και ταπείνωσις, φως Χριστού που φωτίζει κάθε χριστιανό που έχει ταπεινό φρόνημα και προσεύχεται αδιαλείπτως στο όνομα του Ιησού Χριστού. Ταπεινοφρονείς εσύ και ελεηνολογείς εσύ τον εαυτόν σου για το πλήθος των αδυναμιών σου; Αν ναι, τότε όταν θα προσεύχεσαι με το παντοδύναμο αυτό όνομα θα γεμίζεις από Χριστόν, θα χορταίνεις από Χριστόν, θα ενδύεσαι τον Χριστόν και θα είσαι όλο φως, φως Χριστού, και αυτό το φως θα σε ζαλίζει και θα σε μεθά. Θα είσαι μεθυσμένος, αλλά μεθυσμένος από ουράνια ευτυχία και χαρά.
Πιθανόν να μην καταλαβαίνουμε αυτή τη στιγμή, τι μας λέγουν οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, γιατί είμαστε άγευστοι το τι θα πεί να είναι κάποιος μεθυσμένος από την χάριν και το φως του Χριστού. Σας υπενθυμίζω όμως το πάθημα των Αποστόλων την ημέρα της Πεντηκοστής όταν μέθυσαν από το Άγιον Πνεύμα, και πλούτισαν τότε από σοφίαν Θεού, από χάριν Θεού, από γνώσιν Θεού, από φως Θεού.

Να όμως που ο χλευασμός και η ειρωνία των εχθρών του Χριστού, είπεν τότε μίαν αλήθεια, ότι «γλεύκους μεμεστωμένοι εισί οι Απόστολοι». Αυτό αναφέρεται στις Πράξεις των Αποστόλων, στο δεύτερο κεφάλαιο, δηλαδή ήπιαν δυνατό κρασί και μέθυσαν και δεν ξέρουν τι λένε. Και όμως και Πάρθοι και Μήδοι και Πέρσες και από όλα τα μέρη όσα ήσαν συγκεντρωμένοι εκείνη την ημέρα στα Ιεροσόλυμα, ο καθένας άκουγε στη δική του διάλεκτο τον καυστικό εκείνον αλλά και φωτιστικό λόγο του Αποστόλου Πέτρου.
Ιδού λοιπόν η Θεία Μέθη της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος και η μέθη αυτή έκαμε τους Αποστόλους όχι μόνον πανσόφους και ρήτορας ανά την οικουμένην, αλλά και φως αληθινόν εις ολόκληρον τον κόσμον. Και ύστερα από μια τέτοια μέθη ποιος μπορούσε να τους χωρίσει από την αγάπην του Χριστού; Μήπως οι θλίψεις ή οι στεναχώριες; Μήπως οι διωγμοί, ή οι αρρώστιες και η πείνα; Μήπως οι φυλακές και οι εξορίες; Μήπως τα βασανιστήρια ή μήπως και τα θηρία στο Κολοσσαίον της Ρώμης; Γι’ αυτό και ισχύει το «εν εκάστω θανατούμεθα όλην την ημέραν, ελογίσθημεν ως πρόβατα επί σφαγής», όπως το βεβαιώνει και ο Απόστολος Παύλος στο όγδοον κεφάλαιον της Προς Ρωμαίους Επιστολής του.
Κανένας και τίποτα δεν μπορεί να μας χωρίσει από την αγάπην του Χριστού, γι’ αυτό και μείς όλοι με ταπείνωση και συντριβή, με πίστη και μετάνοια, ας λέμε μέρα νύχτα την ευχούλα. "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με". Και αυτή η μονολόγιστος ευχή θα ανάψει μέσα στις καρδιές μας το φως το αληθινόν, το φως του Χριστού που θα μας οδηγήσει με ασφάλεια και σιγουριά στο λιμάνι του Παραδείσου, στην αγκαλιά του Θεού. Αυτό θα φωτίζει το δρόμο της ζωής μας ώστε με ασφάλεια να περάσουμε και μέσα από τις πολλαπλές παγίδες των δαιμόνων.

Κάθε μέρα λοιπόν, κάθε ώρα, κάθε στιγμή, με ταπείνωση "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με". Και να είστε υπερβέβαιοι, αν επιμείνουμε με ταπείνωση και πίστη, θα γεμίσουμε από φως Χριστού. Θα χορτάσουμε από Χριστόν. Από έλεος και μακροθυμία θεία. Θα μεθύσουμε από τη χάρη Του. Θα μεταμορφωθούμε από το δόξα Του.

Και θα σας φέρω ένα ωραίο παράδειγμα για να τελειώσουμε.
Όταν ο λειτουργός ιερεύς στη Θεία Λειτουργία βγαίνει εδώ στην Ωραία Πύλη και εκφωνεί «Άνω σχώμεν τας καρδίας», και σηκώνει τα χέρια του προς τον Παντοκράτορα, οι ιεροψάλτες μας που αντιπροσωπεύουν τον λαόν του Θεού, δηλαδή το εκκλησίασμα, όλους εσάς, απαντούν «Έχομεν προς τον Κύριον». Άραγε όμως, στρέφουμε όλοι τις καρδιές μας, τις έχουμε δηλαδή; λέει «έχομε προς τον Κύριον», έχουμε τις καρδιές μας στραμμένες όλοι. Τις έχουμε όμως ; Στραμμένες προς τον θρόνον του Παντοκράτορος Κυρίου; Πιστεύω πως όχι όλοι μας. Ελάχιστοι. Ένας, δύο, πέντε, δέκα; Δε γνωρίζω… Ο Θεός το γνωρίζει. Εκείνος είναι ο παντογνώστης. Εκείνος ετάζει καρδίας και νεφρούς.
Αλλ’ όμως και ένας εκκλησιαζόμενος χριστιανός να έχει την καρδιά του καθαρή και στραμένη δια της ευχής προς τον Χριστόν, τότε το μέλος αυτό του εκκλησιάσματος και γενικά της Εκκλησίας, δοξάζεται! Αφού με τη δύναμη της ευχής ανεβάζει ψηλά στο θρόνο του Θεού, «έχομεν προς τον Κύριον». Και το αισθάνεται αυτό, λέγοντας «Χριστέ μου ελέησέ με»! Αισθάνεται την καρδιά του να ανεβαίνει στο θρόνο του Θεού, και τότε δοξάζεται. Προσέξτε τι θέλω να σας πω, αν θυμηθούμε τους μακαρισμούς. «Μακάριοι είναι όλοι εκείνοι που έχουν καθαρή καρδιά, διότι αυτοί και μόνον τον Θεόν όψονται». «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία ότι αυτοί τον Θεόν όψονται».
Και αφού λοιπόν αξιώνονται να δουν πνευματικά την δόξα του Θεού, δοξάζονται και αυτοί ολόκληροι ψυχοσωματικά. Και η Αγία Γραφή μας λέγει με το στόμα του Αποστόλου Παύλου τα εξής. Αναφερόμενος στο σώμα μας, μας λέγει, όταν ένα μέλος από το σώμα μας πάσχει, συμπάσχουν όλα τα μέλη. Όταν πονάει το κεφάλι μου, ολόκληρος ταλαιπωρούμαι. Όταν όμως έχω ψυχική ευφορία από μια χαρά, είμαι ολόκληρος χαρούμενος! Παίρνω ζωή επάνω μου. Όταν λέει το ένα μέλος δοξάζεται, συνδοξάζονται όλα τα μέλη. Αυτό μας λέει ο Απόστολος Παύλος. Άρα λοιπόν, σ’ αυτόν τον έναν, γυναίκα ή άνδρα, που σπρώχνει και στρέφει με την δύναμη του ονόματος του Ιησού Χριστού, - διότι είναι το υπέρ παν όνομα, στο οποίον πάν γόνυ κάμπτει. Παντοδύναμο είναι το όνομα. Στο όνομα του Ιησού Χριστού, έγειρε και περιπάτει. Στο όνομα του Ιησού Χριστού, σοι λέγω καθαρίσθητι. Και καθαρίζεσαι. Στο όνομα του Ιησού Χριστού σου λέγω «λελυμένος», και εν τω νυν αιώνι και εν τω μέλλοντι. Και αυτόματα πραγματοποιούνται τα πάντα. Και τα θαύματα γίνονται. - Έτσι λοιπόν, αυτός ο άνδρας ή η γυναίκα, που έχει καθαρή την καρδιά, και τη στρέφει με τη δύναμη του ονόματος του Ιησού Χριστού, στο θρόνο του Θεού, και δοξαζεται απ’ αυτή τη δόξα, συνδοξάζονται στο θρόνο του Θεού, και όλα τα μέλη του εκκλησιάσματος, ή καλύτερα όλης της εκκλησίες. Γι’ αυτό και χρεωστούμε ευγνωμοσύνη, σ’ αυτόν τον έναν, τον ανώνυμο, που πάντα τον έχει η Εκκλησία σε ένα κρυφό μέρος να προσεύχεται, που με την ιδιότητα της κοινής ανθρωπίνης φύσεως και επειδή το θέλει και ο ίδιος ο Θεός, μας συνδοξάζει και εμάς όλους.
Τώρα πόσοι από μας αντιλαμβανόμεθα αυτή τη δόξα, αυτό το καταλαβαίνουμε, το πληροφορείται η καρδιά μας, όταν θα βγούμε έξω από την εκκλησία, και καθ’ όλην την διάρκειαν της ημέρας, αν η καρδιά μας πληρούται από χαρά, χαράν αναστάσιμη.
Αυτό σημαίνει λοιπόν ότι οδηγούμεθα και μεις, σιγά σιγά αλλά σταθερά, μαζί με τους ολίγους, μαζί με το μικρόν ποίμνιον, και με τον δικό μας προσωπικό αγώνα, στη σωτηρία δια του Ιησού Χριστού,
στον οποίον ανήκει πάσα δόξα τιμή και προσκύνησις,
τώρα και πάντοτε και εις τους απεράντους αιώνας των αιώνων,

Αμήν.
 Παρασκευή Γ΄ Χαιρετισμῶν « Διανάστησον δέ ἡμᾶς ἐν τῷ καιρῷ τῆς προσευχῆς».π. Γεώργιος Ρ. Ζουμῆς
Στην ωραιότατη ευχή του Μικρού Αποδείπνου «Και δός ημίν, Δέσποτα», περιέχεται  η φράσις και η δέησις προς τον Ιησού Χριστό « διανάστησον δε ημάς εν τω καιρώ της προσευχής». Μέχρι σήμερα πάρα πολλά  είπαμε περί προσευχής, πολλά διαβάσαμε.,  πολλά ακούσαμε και ασφαλώς προσευχόμαστε  άλλος λιγότερο  και άλλος περισσότερο. Το θέμα  όμως είναι , ξέρουμε να προσευχώμαστε ; Οι απόστολοι κάποτε ζήτησαν από τον Χριστό να τους  διδάξει,  να τους  μάθει πώς πρέπει να προσεύχωνται. Κι’ Εκείνος μας έδωσε τον τύπο, ένα υπόδειγμα της προσευχής, ώστε με τέτοιο πνεύμα να προσευχώμαστε, για να εισακούεται η δέησίς μας  και να ωφελούμεθα από την προσευχή μας. Είναι το « Πάτερ ημών», η λεγομένη Κυριακή προσευχή.
Για να μας ωφελήσει  η προσευχή που κάνουμε πρέπει να γίνεται θεάρεστα. Να συντρέχουν κάποιοι λόγοι, να γίνεται κάτω από  τις κατάλληλες  προϋποθέσεις.
Άς δούμε κατ’ αρχήν, ποιός είναι ο καιρός της προσευχής. Λέγει  ο Σοφός Σολομών , « καιρός παντί πράγματι». Για κάθε πράγμα υπάρχει  ο κατάλληλος καιρός, ο  κατάλληλος χρόνος. Αυτό μας θυμίζει τα λόγια του απ. Παύλου « αδιαλείπτως προσεύχεσθε». Δεύτερον ο στίχος με τον οποίο αρχίσαμε  λέγει «διανάστησον»., που σημαίνει ότι προσευχόμαστε όρθιοι. Στεκόμαστε με ευλάβεια , με προσοχή, με φόβο Θεού. Δεν κινούνται μηχανικά μόνο τα χείλη μας, αλλά συμμετέχει, προσεύχεται και η καρδιά μας. Αν βέβαια  υπάρχει λόγος, κάποια ανάγκη και δεν μπορούμε να σταθούμε όρθιοι, τότε μπορούμε να προσευχηθούμε καθιστοί ακόμη και ξαπλωμένοι, όπως μας συμβουλεύουν οι πνευματικοί μας και οι Άγιοι Πατέρες. Το σώμα σαν ασθενικό θα κάθεται, η ψυχή όμως το πνεύμα θα  παραμένει όρθιο και η καρδιά θα αγρυπνεί. Δεν είναι σωστό να αφήνουμε την προσευχή τελευταία, αφού κάνουμε όλες τις άλλες εργασίες μας ,σαν να ήταν κάτι παρακατιανό η προσευχή, ή αφού περάσει η  ώρα, ή αφού ξενυχτήσουμε στην τηλεόραση και τότε κουρασμένοι και νυσταγμένοι θα πάμε να προσευχηθούμε. Τότε ασφαλώς δεν θα είναι προσευχή, αλλά αγγαρεία, κοροϊδία και ασέβεια. Ασφαλώς δεν θα είναι προσευχή και ποτέ δεν θα εισακουσθεί από τον Θεό. Έλεγε ένας χαρισματούχος  αγιορείτης μοναχός, όταν η προσευχή δεν φτάνει από το στόμα στο δικό μας το αυτί, πως θέλετε να φτάσει στον ουρανό και να εισακουσθεί από τον Θεό; Στην προσευχή πρέπει να είμαστε ξύπνιοι, όρθιοι και εν εγρηγόρσει. Έτσι είπε ο Κύριος: « Γρηγορείτε και προσεύχεσθε».
Το τρίτο σημείο που πρέπει να προσέξουμε είναι το περιεχόμενο της προσευχής. Αυτά που λέμε να είναι αληθινά, να ανταποκρίνωνται στην πραγματικότητα, να τα πιστεύουμε. Τι θέλω να πώ: Η Κυριακή προσευχή περιέχει επτά αιτήματα. Από αυτά τα έξι αναφέρονται σε πνευματικά θέματα. Το ένα μόνο αναφέρεται σε θέμα υλικό, αν και σ’ αυτό οι Πατέρες βλέπουν πάλι  νόημα πνευματικό. Στην αρχή της προσευχής λέμε « Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς». Δεν λέμε « Πάτερ μου», αλλά «Πάτερ ημών»,σε πληθυντικό αριθμό. Αυτό σημαίνει ότι  μεταξύ μας είμαστε αδέλφια. Το ερώτημα είναι, αυτό που λέμε το πιστεύουμε; Αφού είμαστε αδέλφια, έχουμε μεταξύ μας αδελφική αγάπη; Έχουμε τόσο ισχυρούς δεσμούς  αγάπης; Μήπως και την ώρα της προσευχής  λέμε ψέματα; Και δεν λέμε ψέματα σε άνθρωπο, αλλά στον Θεό, οπότε η αμαρτία μας είναι μεγαλύτερη. Αυτή η αγάπη τόσο πολύ μειώθηκε, τόσο ατόνησε, τόσο ξεθώριασε, ώστε δεν την συναντούμε ούτε και ανάμεσα στους συγγενείς, ούτε και σ’ αυτά τα αδέλφια, στα μέλη της οικογένειας. Υπάρχουν αδέλφια που έχουν διακόψει κάθε δεσμό και επικοινωνία μεταξύ τους, κάθε σχέση. Έχουν τέτοιο μίσος μέσα τους, που ούτε  στους ξένους, ούτε ανάμεσα στους εχθρούς δεν το συναντούμε. Γιατί είναι βαθιά βγαλμένο το μάτι σου; γιατί μου το έβγαλε ο αδελφός μου. Αν το έβγαζε ξένος, θα άφηνε λίγη ρίζα. Ο αδελφός έκανε μεγαλύτερη ζημία , το ξεπάτωσε εντελώς. Γιαυτό και όταν κάποιοι έχουν μεγάλο μίσος μέσα τους λέμε « μισούνται σαν αδέλφια».
Ανάμεσα στα ανδρόγυνα, στους συζύγους , υπάρχει πάντοτε η αναμενόμενη αγάπη; Με τι όνειρα ξεκινούν τον γάμο τους δύο νέοι και πού καταλήγουν λίγο αργότερα; Πού πήγε αυτή η αγάπη ,πώς χάθηκαν όλα αυτά τα ευγενή αισθήματα; Τι ύβρεις, τι κατηγορίες εκστομίζονται από τον ένα εναντίον του άλλου!
Παλαιότερα πρίν πάνε κάποιοι στα δικαστήρια, για να χωρίσουν, υπήρχε η λεγομένη απόπειρα συμβιβασμού. Προσπαθούσε δηλαδή ο Μητροπολίτης να τους συμβιβάσει και να τους συμφιλιώσει. Σε κάποια τέτοια περίπτωση είπε ένας Μητροπολίτης στην κοπέλα, μέχρι τώρα ήταν ο άγγελός σου, πώς τώρα έγινε ο διάβολός σου και δεν θέλεις ούτε να τον βλέπεις; Μέχρι τώρα ήσουν μελιστάλακτη, όλο γλυκόλογα, γιατί τώρα τόσο μίσος, τόση κακία μέσα σου, τόση περιφρόνηση και λές, αυτός, αυτός, ούτε το όνομά του θέλεις να αναφέρεις. Έτσι , αγαπητοί μου, όταν προσευχόμενοι  λέμε « Πάτερ ημών», ψευδόμεθα, δεν πιστεύουμε σ’ αυτά που λέμε,  δεν λέμε  αλήθεια.
Αλλά και στο τέλος της προσευχής, για να αφήσουμε όλα τα άλλα, λέμε, «άφες ημίν τα όφειλήματα  ημών, ως και ημείς  αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών». Συγχώρησέ μας, Κύριε και Θεέ μας, όπως κι’ εμείς συγχωρούμε όσους μας έβλαψαν , μας ελύπησαν και μας επίκραναν. Το κάνουμε όμως; Δυστυχώς ,τις περισσότερες φορές  όχι. Δεν τους συγχωρούμε , τους κατηγορούμε,  δεν θέλουμε ούτε να τους βλέπουμε, αισθανόμαστε μίσος και απέχθεια και αποστροφή. Όταν μάλιστα ο πνευματικός θέσει το δίλημμα, ή τους συγχωρείς και κοινωνείς , ή δεν τους συγχωρείς και συνεπώς δεν μπορείς να κοινωνήσεις πολλοί προτιμούν, ούτε να τους συγχωρήσουν, ούτε να κοινωνήσουν. Κατά τα άλλα είμαστε καλοί χριστιανοί.
Αγαπητοί μου, ας μάθουμε να προσευχώμαστε  όρθιοι και στην ψυχή και στο σώμα. Να προσευχώμαστε με ειλικρίνεια, με καθαρότητα, ει δυνατόν  μετά δακρύων, για να εισακούσει ο Θεός την προσευχή μας, να ικανοποιεί τα αιτήματα μας ,να μας αγιάζει και να μας οδηγεί στην σωτηρία. Αμήν