ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Πέμπτη 13 Μαρτίου 2014

 Η Θεοτόκος, το δόγμα και η στερέωσιη της πίστεως από τους υμνολογούντας Χριστιανούς Γ' Χαιρετισμοί
«Τους σούς υμνολόγους Θεοτόκε».
Η πιο σημαντική και η πιο περιεκτική ονομασία της Παναγίας μας αδελφοί μου, είναι το της Θεοτόκου. Και με αυτήν την ονομασία απευθύνεται στην Παρθένο Μαρία, την πάναγνη κόρη της Ναζαρέτ, ο ιερός υμνογράφος του κανόνος που ακούσαμε προηγουμένως.
Ολόκληρο το δόγμα της θείας οικονομίας για τη σωτηρία του ανθρώπου και γενικά του ανθρωπίνου γένους, στηρίζεται σ’ αυτή τη λέξη, τη λέξη «Θεοτόκος».
Ναι αδελφοί μου, σ’ αυτή τη λέξη στηρίζεται η πίστη μας, η θρησκεία μας, η Ορθοδοξία μας. Διότι αν η Παναγία μας δεν είναι Θεοτόκος, τότε ούτε ο Χριστός είναι Θεός ούτε και Σωτήρας και Λυτρωτής του κόσμου. Αλλ’ αυτό είναι βλασφημία και το υποστηρίζουν μόνον οι αιρετικοί, όπως είναι οι Ιεχωβάδες, οι Πεντηκοστιανοί, οι Ευαγγελικοί, οι Αντβεντιστές, οι εχθροί της πίστεως όπως είναι οι Μασόνοι, οι Σιωνιστές, οι Σατανιστές, οι άθεοι και άπιστοι, οι υλιστές, οι νέοι ειδωλολάτρες που ξεφύτρωσαν τώρα τελευταία και πλήθος άλλων κακοδόξων που έχουν πλημμυρίσει δυστυχώς την πατρίδα μας.
Ο Χριστός λοιπόν είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, ο Θεάνθρωπος Κύριος. Ο Ιησούς Χριστός ως τέλειος Θεός είναι το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος που ενηνθρώπισε εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου, Θεός αληθινός εκ Θεού αληθινού, γεννηθέντος και ου ποιηθέντος. Και σαν αληθινός Θεός δεν είναι κτίσμα. Και επειδή δεν είναι κτίσμα γι’ αυτό και η Παναγία μας δεν είναι Χριστοτόκος, ούτε μία απλή γυναικούλα, αλλά η Θεοτόκος και Θεομήτωρ.
Η Θεοτόκος σύμφωνα με τον ειρμό που ψάλαμε προηγουμένως, είναι η ζώσα και άφθονος πηγή θείων χαρισμάτων και απείρων ευλογιών για κάθε χριστιανό που την τιμά και την σέβεται με την προσευχή με τη λατρεία και προπαντός με την καθαρή ζωή του. Διότι όπως είπε ο Κύριος αν κάθε πιστός χριστιανός που λαμβάνει την χάριν του Αγίου Πνεύματος από το Άγιον Βάπτισμα και το Ιερόν Χρίσμα, από τη Θεία Κοινωνία και την αληθινή μετάνοια διά μέσου της Ιεράς Εξομολογήσεως, από το συντετριμμένο πνεύμα και ιδιαιτέρως από την εφαρμογή του θείου θελήματος, γίνεται μέσα στην καρδιά του αυτή η δωρεά του Αγίου Πνεύματος, αυτός ο καρπός του Πνεύματος, πηγή ύδατος αλωμένου εις ζωήν αιώνιον.
Αν όλα αυτά γίνονται στην καρδιά που έχει την χάριν του Αγίου Πνεύματος, τότε αυτό το πράγμα ισχύει ασυγκρίτως πολύ περισσότερο για το πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου, η οποία κατέστη το κατ’ εξοχήν δοχείον του Αγίου Πνεύματος, αφού καταξιώθηκε να κυοφορήσει στα παρθενικά της σπλάχνα και να γεννήσει τον μονογενήν Υιόν του Θεού στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού.
Η Παναγία μας είναι όχι μόνον τιμιωτέρα των Χερουβείμ, όχι μόνον ενδοξοτέρα των Σεραφείμ, αλλά και υψηλοτέρα όλων των αγίων, και λαμπροτέρα όλων των ηλίων και Βασίλισσα της Βασιλείας των Ουρανών. Η Θεοτόκος είναι ο βράχος της αλήθειας, της αλήθειας της πίστεώς μας, που πάνω σ’ αυτόν τον βράχον σπάνε και θα σπάνε εις τους αιώνας πάντοτε τρία φοβερά κύματα.
Το πρώτο κύμα είναι το κύμα του χρόνου. Πέρασαν δυό χιλιάδες χρόνια, και τα ονόματά Της, Θεοτόκος και Θεομήτωρ, Αειπάρθενος και Παναγία δεν μπόρεσε να τα σβήσει και να τα εξαλείψει η χρόνος. Το όνομά Της εξακολουθεί να θριαμβεύει, να θαυματουργεί, να λατρεύεται.
Δεύτερον το κύμα της βλασφημίας. Αφρίζουν τα στόματα των αμαρτωλών και ασεβών που με λύσσα κάθε μέρα, δυστυχώς, πολύ δυστυχώς, βλαστημάνε το Πανάγιον όνομά Της. Άνδρες και γυναίκες, ακόμα και παιδιά, και μικρά παιδιά, νέοι και νέες, γέροι και γριές, μεγάλοι και μικροί, βλαστημάνε συνεχώς το Πανάγιον όνομά Της και γενικώς τα Θεία. Ιδίως οι μορφωμένοι, που παραμορφώνονται και διαβολοποιούνται όταν χυδαία βρίζεται το όνομά Της. Το ίδιο ισχύει όχι μόνον για κάθε αγράμματο και για κάθε απλό Ορθόδοξο χριστιανό, αλλά και για οποιονδήποτε από μας. Η Παναγία μας όμως λυπάται, και πονάει για όλους αυτούς που Την βρίζουν, και περιμένει με καλοσύνη και αγάπη τη μετάνοια και την διόρθωσή τους.
Και τρίτον, το κύμα των αιρέσεων. Τους προαναφέραμε και πιο πάνω. Η λέξις Θεοτόκος για όλους τους αιρετικούς και θεομάχους, τους κακοδόξους, τους απίστους και υλιστάς, είναι ο κυματοθραύστης όπου όλοι τους έσπασαν και σπάνε και θα σπάνε τα μούτρα τους. Δεν είναι η «Μαρία», αλλά είναι η Παναγία. Και αλίμονον σ’ αυτούς που βρίζουν το όνομά Της. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη γρουσουζιά και κατάρα για ένα σπίτι, όταν μέσα σ’ αυτό βλαστημάνε το Πανάγιον και το Τιμιότατον όνομά Της. Δεν είναι η μητέρα – Χριστοτόκος, αλλά η Θεοτόκος και η Θεομήτωρ, η προστάτιδα όλων των χριστιανών. Δεν είναι η γυναίκα του Ιωσήφ αλλά η απλή μνηστή, της οποίας υπήρξε προστάτης και βοηθός, υπήρξε και γι’ αυτόν όπως και για όλους τους πιστούς χριστιανούς όλων των αιώνων, η Παρθένος και η Αειπάρθενος, η Θεοτόκος και Θεομήτωρ.
Υπάρχει όμως και κάποιο αίτημα στον ειρμό που ακούσαμε. Το αίτημα λοιπόν που απευθύνει προς την Υπεραγία Θεοτόκο ο ιερός υμνογράφος, είναι να στεριώσει τους υμνολόγους της, δηλαδή αυτούς που την υμνολογούν, που την ψάλλουν, να τους στερεώσει στην αληθινή πίστη που δεν είναι άλλη από την εν Χριστώ ζωή, την κατά Χριστόν ζωή, την Ευαγγελική ζωή, την Ορθόδοξη ζωή. Αυτή στερεώνει πάνω στην πίστη του Χριστού και αυτή η στερέωσις είναι και ένα από τα πιο βασικά αιτήματα για τη σωτηρία μας. Ζητούμε πίστη για να στερεωθούμε στη ζωή μας.
Και αν η πίστις μας είναι λίγη, χλιαρή, κούφια και άδεια, τότε πολύ γρήγορα κλονιζόμαστε. Τα χάνουμε. Γογγύζουμε κατά του Θεού στην πρώτη θλίψη και στεναχώρια, και βλαστημάμε ασύστολα και ξεδιάντροπα και ενώ φταίμε εμείς και η αμαρτία που διαπράττουμε καθημερινώς, και η χλιαρότητα και η αδιαφορία που έχουμε μέσα μας και που διακρίνει ολόκληρη τη ζωή μας, εν τούτοις κάθε βάσανο και θλίψη και στεναχώρια, και ατύχημα και αρρώστια τα αποδίδουμε στον Θεόν.
Χωρίς πίστη δεν σωζόμαστε. Ο πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται. Χωρίς πίστη στην Θεανθρωπότητα του Ιησού Χριστού δεν υπάρχει σωτηρία, ότι ο Χριστός δηλαδή είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος σε ένα πρόσωπο. Στο Χριστό. Χωρίς αναγνώριση της Παναγίας μας ως Θεοτόκου, δεν ανοίγει η πόρτα του Παραδείσου. Χωρίς μετάνοια και Θεία Κοινωνία δεν σώζεται κανένας. Άμα δεν εφαρμόζουμε τις εντολές του Ευαγγελίου, μην ελπίζουμε ότι θα σωθούμε.
Η Εκκλησία, ο Χριστός, η Παναγία μας, οι άγιοί μας, και τα μυστήριά μας, είναι η κιβωτός της σωτηρίας μας. Γι’ αυτό και παρακαλούμε κάθε μέρα την Παναγία μας, τη μητέρα του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, όλους εμάς που ψάλαμε σήμερα τον κανόνα και τους Χαιρετισμούς, και που Την τιμάμε με την ζωή μας, να μας στερεώνει στην πίστη σ’ Αυτήν και στον Υιόν της και Θεών ημών.
Στις πρεσβείες της εμείς οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί στηρίζουμε την ελπίδα μας για την σωτηρία μας. «Την πάσαν ελπίδα μου εις Σε ανατίθημι Μήτερ του Θεού, φύλαξόν με υπό την σκέπην Σου», θα ικετεύσουμε σε λίγο.
Στηρίζουμε λοιπόν τις ελπίδες μας στην Παναγία μας, αλλά με πίστη, και έργα πίστεως. Με πίστη αλλά και έργα μετανοίας. Με πίστιν. Που θα συνοδεύεται από νηστεία, πνεύματος και σώματος, αγρυπνία, εγκράτεια, προσευχή και Θεία Κοινωνία.
Είθε όλα αυτά διά πρεσβειών της Υπεραγίας Θεοτόκου, να γίνουν κτήμα όλων μας,

Αμήν.
 Κήρυγμα εις τους Γ Χαιρετισμούς Μερικά αίτια στή γέννηση τών παθών καί η καταπολέμησίς τους π.Στέφανος Αναγνωστόπουλος
Χαίρε φλογός παθών απαλλάττουσα,
δηλαδή Χαίρε Υπεραγία Θεοτόκε, που νεκρώνεις με τις πρεσβείες σου τον άνθρωπο από την φλόγα των παθών.
Χριστιανοί μου, από τότε που αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε τον εαυτόν μας μέχρι σήμερα, στην όποια ηλικία και αν είμεθα, παιδιά, νέοι, μεσήλικες και γερόντια, διαπιστώνουμε με λύπη ότι μας πολεμούν συνεχώς κάθε μέρα, πολλών ειδών πάθη.
Πριν από κάθε ορθρινό ή εωθινό Ευαγγέλιο, όπως και στις παρακλήσεις ψάλουμε το γνωστό σε όλους μας «εκ νεότητός μου πολλά πολεμεί με πάθη». Από μωρά δηλαδή μας πολεμούν τα πάθη, που είναι και οι αρρώστιες της ψυχής.
Όπως κάθε αρρώστια έχει τις εκδηλώσεις της, πυρετό, πόνο, ζάλη, εμετούς, εξανθήματα, πύον, και χίλια δυο άλλα, έτσι και τα πάθη έχουν και αυτά τις εκδηλώσεις τους. Εκδηλώνονται δηλαδή ως κακές επιθυμίες, ως διεστραμμένες ορμές, ως πονηρές συνήθειες και ως κακές έξεις.
Κάθε άνθρωπος που γεννιέται σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο, γεννιέται με τη ροπή προς το κακό. Με κλίση προς το κακό και την αμαρτία. Η Αγία Γραφή μας βεβαιώνει λέγοντας ότι ο άνθρωπος εκ νεότητος ρέπει προς τα πονηρά, δηλαδή από της γεννήσεώς του. Φωλιάζουν μέσα μας τα πάθη σαν τους σπόρους που φυτεύονται στη γη. Κάποτε φυτρώνουν αυτοί οι σπόροι, και κάτω από κατάλληλες καιρικές συνθήκες και με τις φροντίδες και τις περιποιήσεις των γεωργών φυτρώνουν, μεγαλώνουν, γιγαντώνουν και δίνουν τους καρπούς των. Το ίδιο συμβαίνει και με την ποικιλία των διαφόρων αδυναμιών και κακών κλίσεων που έχουμε μέσα μας, από τη γέννησή μας. Τις περισσότερες φορές αυτά τρέφονται και μεγαλώνουν και γίνονται πάθη, από μας τους ίδιους τους γονείς προς τα παιδιά μας, που τους δίδουμε το κακό παράδειγμα. Όσο πικρή και αν είναι αυτή η αλήθεια, πρέπει να λέγεται, πρέπει να ακούγεται, πρέπει να διαλαλείται. Ότι τις περισσότερες φορές για τα πάθη των παιδιών μας φταίμε εμείς οι γονείς.
Άλλοτε πάλι οι γονείς μεν είναι ευσεβείς, αλλά έχουν κάποιες αδυναμίες και ιδιαιτερότητες προς τα παιδιά τους, και έτσι ανέχονται τα μικρά τους στραβά κουσούρια, είναι πέρα από κάθε μέτρο επιεικείς, προσφέρουν με αφθονία και αδιακρισία τα υλικά αγαθά, και δεν ελέγχουν μετά σοβαρής αυστηρότητος και τις πλέον μικρές αλλά πικρές παρεκτροπές.
Άλλοι πάλι από τους γονείς είναι πολύ νευρικοί, πολύ θυμώδεις, με πολλές φωνές, και αδιάκριτες ξυλιές και άλλοι πάλι είναι τελείως αδιάφοροι.
Μερικοί, το ακούω με φρίκη αυτό στην Ιερά Εξομολόγηση, παίρνουν οι ίδιοι τα παιδιά τους από το χέρι και τα οδηγούν στην αμαρτία. Τα μαθαίνουν την κακία, την πονηριά, το ψέμα, τη διαφθορά, την κλοπή και χίλια δυο άλλα μύρια κακά.
Υπάρχουν και μερικοί κακοί μπαμπάδες, πατέρες, που όλα τα στραβά τα ρίχνουν στις γυναίκες τους ενώ η κυρίως αιτία είναι η αναισθησία τους.
Υπάρχει που υπάρχει το κακό μέσα στις παιδικές ψυχούλες, και αντί να καλλιεργήσουμε το καλό, το αγαθό, το θεοσεβές, δηλαδή την θεοσέβεια και την αρετήν, εμείς με την όλη μας διαγωγή, τρέφουμε τις αδυναμίες τους, τα κάνουμε πάθη και τα οδηγούμε στην καταστροφή. Και όλα αυτά στην παιδική ηλικία. Τα βλέπουμε!
Ξέρετε πόσα παίρνουν τα παιδιά των έξι μηνών, του ενός έτους, των δύο, των τρία, των πέντε… Μέχρι κάποια ηλικία ας πούμε δέκα ετών, από κεί και ύστερα, μετά από αυτήν την ηλικία δηλαδή, αρχίζει να αποκτά το παιδί την δική του κρίση, αν και την έχει πολύ πιο νωρίς, αλλά ας την βάλουμε εμείς αυτήν την ηλικία μετά τα επτά και τα δέκα, διότι τότε διαβάζουμε και την ευχή που αποδίδει ευθύνη στο παιδί, «Ο Θεός των πνευμάτων και πάσης σαρκός …», αυτή η ευχή διαβάζεται ως συγχωρητική ευχή, των κεκοιμημένων μετά την ηλικία των επτά ετών.
Το παιδί λοιπόν με την δική του κρίση, κάνει τις δικές του επιλογές, και έχει πλέον και τις δικές του ευθύνες. Αλλά ότι κακό ή καλό σπείραμε, αυτό και θα θερίσουμε. Αυτό θα θερίσουν και τα παιδιά που μεγαλώνοντας, ποιος το ξέρει, ή θα γιγαντώσουν ακόμα τα πάθη τους, ή θα τα σμικρύνουν και θα τα εξαφανίσουν, με τον πνευματικό αγώνα που θα κάνουν μέσα από την Ορθόδοξη Παράδοση και Εκκλησία, με την συμμετοχή τους, στα Πανάγια σωστικά μυστήρια, με την τήρηση των Ευαγγελικών εντολών, με την καλλιέργεια των θειοτάτων αρετών, μετά φόβου Θεού πίστεως και αγάπης, εργαζόμενοι το έργον της σωτηρίας, μετά συντριβής και μετανοίας.
Δυστυχώς χριστιανοί μου, δυστυχώς λέω, όλοι μας έχουμε κλίσεις, αδυναμίες, ελαττώματα και πάθη που μας ταλαιπωρούν και μας βασανίζουν καθημερινά, αναστατώνουν τα νεύρα μας, ανακατεύουν τα σωθικά μας, ποτίζουν το μυαλό μας, ερεθίζουν τις αισθήσεις μας και στο τέλος μας κολάζουν. Άλλοτε πάλι έρχονται στιγμές εξάψεως, και από ασήμαντες αφορμές φουντώνουν τα πάθη ακόμα πιο πολύ, μας τυλίγουν σαν φλόγες και καταστρέφουν την ειρήνη μέσα στην ψυχή. Την αγάπη μεταξύ των συζύγων, μεταξύ των αδελφών, και των συγγενών. Αφαιρούν την ασφάλεια και την σιγουριά απ’ τα παιδιά μας, γκρεμίζουν την οικογενειακή ευτυχία, χαλάνε μακροχρόνιες φιλίες, εκμηδενίζουν κάθε πνευματική προσπάθεια για πρόοδο και για σωτηρία. Τα πάθη δεν καταστρέφουν μόνον προσωπικά, τον κάθε άνθρωπο χωριστά, αλλά στην έξαψή τους όπως είπαμε, δεν διαλύουν μόνον την οικογένεια, αλλά ακόμα και ολόκληρες κοινωνίες, λαούς και έθνη.
Χαίρε φλογός παθών απαλλάττουσα. Η εικόνα αυτή των πυρίνων φλογών, που χρησιμοποιείται από τους Χαιρετισμούς, είναι πολύ χαρακτηριστική. Την έχουμε δει και με τα μάτια μας, όπως η πυρκαγιά, όταν απλώνεται στο δάσος, τυλίγει με τις φλόγες της τα πάντα, και αφήνει πίσω της σεληνιακό τοπίο στάχτης και ολοκληρωτικής καταστροφής, έτσι γίνεται και με την φλόγωση των παθών. Απλώνεται πρώτα στο νού μας, τον οποίον θολώνει και σκοτίζει, και κατόπιν στην καρδιά μας, προκαλώντας αφόρητη κατάσταση, πριν ξεθολώσει.
Τα παραδείγματα θα τα πάρουμε από τον ίδιον τον εαυτόν μας, όταν τον βλέπουμε κάτω από την επίδραση των διαφόρων παθών. Θρέφεις μια φωτιά; Συντηρείς αυτήν και μεγαλώνει. Τρέφουμε τα πάθη μας; Και αυτά μεγαλώνουν, φουντώνουν και στο τέλος καταστρέφουν. Τα τρέφουμε τα πάθη μας θα πει ότι ικανοποιούμε τις αμαρτωλές μας επιθυμίες. Και όσον τις ικανοποιούμε, τόσον και περισσότερο αυξάνονται αυτές οι επιθυμίες. Έτσι η αμαρτωλή επιθυμία σιγά σιγά καθίσταται ψύχωση, μανία, και καταλήγει στην αιχμαλωσία, την εξάρτηση και τέλος στον θάνατο και στον αιώνιον θάνατον.
Και όταν κάποιος δεν μπορεί άμεσα να ικανοποιήσει το πάθος του στην αρχή λυπάται, αδημονεί, στεναχωρείται, μελαγχολεί. Είναι νευρικός. Ύστερα αρχίζει να οργίζεται, να θυμώνει, να βρίζει και να δημιουργεί άσχημες σκηνές, στο σπίτι, στη δουλειά, στην κοινωνία. Και αν και τώρα δεν ικανοποιήσει το πάθος του, τότε ολοκληρώνει την αυτοκαταστροφή του, και γίνεται μέχρι και ψεύτης, κλέφτης, ακόμα και φονιάς, χωριστά ότι ξεπουλάει τα πάντα απ’ το σπίτι του, για να μην μπούμε σε άλλες λεπτομέρειες.
Και τώρα μπαίνει το ερώτημα, σώζεται αυτός ο άνθρωπος; Δόξα τω Θεώ σώζεται. Και σώζεται από τον Σωτήρα, τον Κύριό μας, τον Ιησού Χριστό, που ήλθε στον κόσμο για να τον σώσει και όχι για να τον κρίνει. «Εγώ ήλθον για να σώσω τον κόσμον, και όχι για να τον κρίνω».
Με την πίστη, την μετάνοια, την προσευχή και τα Πανάγια Μυστήρια, μπορούμε όλοι μας να ελευθερωθούμε σιγά σιγά από τα πάθη, να ειρηνεύσουν οι λογισμοί μας, να φωτισθεί ο νους μας και το μυαλό μας, να καθαρισθούν οι αισθήσεις μας, να ξαναζωντανεύσουν και να αναζωογονηθούν όλες οι ψυχικές μας δυνάμεις. Η προαίρεσή μας είναι να κατεργασθούμε μετά φόβου και τρόμου την σωτηρία μας, ακολουθώντας τον δρόμον του Σταυρού και της θυσίας.
Η ξεδιάντρωπη προβαλλομένη σαρκολατρεία, τα φοβερά έκτροπα των τηλεοράσεων, ο πάνδημος υλιστικός τρόπος ζωής των ημερών μας, και η κατάλυσις των αξιών της Ευαγγελικής διδασκαλίας της Ορθοδόξου Εκκλησίας, που συντελούν στο να εξάπτωνται στο έπακρον τα ακατανόμαστα πάθη.
Έτσι παρασύρονται και πέφτουν σε μεγάλες αμαρτίες οι χριστιανοί στην πατρίδα μας υπερκαλύπτοντες και αυτόν ακόμη τον ___.
Αλλά όπως όμως ο Πανάγιος Θεός, προστάτεψε τους τρείς παίδας μέσα στην κάμινο του πυρός με θαυματουργικό τρόπο, και το επαναλαμβάνομε αυτό κάθε φορά που ψάλουμε τον κανόνα του Ακαθίστου Ύμνου, έτσι και όλους εμάς, που ζούμε μέσα στην κόλαση της φωτιάς, της αμαρτωλής και ξεδιάντρωπης εποχής μας, μπορεί να μας προστατεύσει ο Θεός με πολλούς τρόπους αρκεί εμείς να το θελήσουμε.
Η θέλησίς μας, η θέλησή σου, και η θέλησή σου και η θέλησίς μου, δηλαδή η καλή μας προαίρεσις είναι αυτή και μόνη που θα μας οδηγήσει στην αληθινή μετάνοια. Και μετά της μετανοίας θα ζωντανέψει η πίστις μας, θα ενεργοποιηθεί η αγάπη προς τον Θεόν και τον πλησίον. Θα πολλαπλασιασθεί η προσευχή μας, και το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με» δεν θα λείψει από τα χείλη, από το νου και απ’ την καρδιά. Θα πυκνώσει η συμμετοχή μας στη Θεία Λατρεία και στα λοιπά μυστήρια, και δεν θα πηγαίνουμε μόνον τρείς και πέντε φορές το χρόνο στην εκκλησία. Θα αρχίσει η μελέτη των Αγίων Γραφών και των καλών άλλων βιβλίων και δη βέβαια των Πατέρων της Εκκλησίας, και θα αυξηθεί και το συναίσθημα της αμαρτωλότητός μας και όλα θα πάρουν τον δρόμο για την σωτηρία. Στην αποδυνάμωση των παθών, και το σβήσιμο της αντιπάλου φλόγας των κακιών και πονηριών μας, θα συντελέσουν τα μέγιστα οι πρεσβείες της Υπεραγίας Θεοτόκου. Σ’ αυτήν καταφεύγουμε για να σβεστούν τα πεπυρωμένα βέλη του πονηρού τα καθ’ ημών δολίως κινούμενα.
Στην Παναγία μας λοιπόν θα προστρέχουμε όταν μας κυκλώνουν οι πειρασμοί. Στην Παναγία μας θα γονατίζουμε για όλα μας τα προβλήματα, τα βάσανα και όλους τους πειρασμούς και τις θλίψεις της ζωής.

Χριστιανοί μου, η μόνη ασφαλής οδός προς τον Χριστό τον Σωτήρα μας είναι η μεσιτεία της Παναγίας Μητρός Του, της Θεοτόκου. Διότι είναι η μόνη που σβήνει με τις πρεσβείες της και τις μεσιτείες της, τις φλόγες των παθών. Γι’ αυτό ακριβώς και ξανά και πάλι ξανά, θα κραυγάσουμε θριαμβευτικά
«Χαίρε φλογός παθών απαλλάττουσα»,
Αμήν

Δευτέρα 10 Μαρτίου 2014

 ΟΙ ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΙ ΠΟΙΜΕΝΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΚΡΑ ΤΗΣ ΠΛΑΝΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ ΙΩΗΛ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΟΣ

Μέσα στην Κιβωτό της σωτηρίας μας, την Αγία μας Εκκλησία, διανύουμε το ευλογημένο πέλαγος της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Η αγωνιστική ατμόσφαιρα της νηστείας και της προσευχής, ήδη μας φανερώνει σε ποια σημεία σημεία θα πρέπει να επικεντρώσουμε το ενδιαφέρον μας, ώστε να χτυπήσουμε τα πάθη και να καλλιεργήσουμε τις Αγιοπνευματικές αρετές.

Αλλά ποιος άλλος θα μπορούσε ασφαλέστερα να μας χειραγωγήσει στο ανηφορικό αυτό μονοπάτι, παρά οι Άγιοι και οι φίλοι του Θεού;

Γι΄αυτό και η Εκκλησία μας, προβάλλει την Β΄Κυριακή των Νηστειών, τη δυναμική μορφή του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης.

Είναι ανάγκη αδελφοί μου να μελετήσουμε τον θαυμάσιο βίο και την παραδειγματική πολιτεία του ανδρός, ο οποίος δικαίως ονομάστηκε από το Ορθόδοξο πλήρωμα «κήρυξ της Χάριτος»!

Άλλωστε, αυτό το Άγιο σκήνωμά του, στη νύμφη του Θερμαϊκού, αποδείνυει του λόγου το αληθές, ότι δηλ. υπήρξε όταν ζούσε στην γη ο ποιμένας που καταυγαζόταν από τις άκτιστες ενέργειες της Αγίας Τριάδος.

Ετόνιζε στο ποίμνιό του, αυτό που ο Απ. Παύλος καταγράφει στην προς Εβραίους επιστολή του, και που θ΄ακούσουμε στο Αποστολικό ανάγνωσμα της Κυριακής. Ότι δηλ. τίποτε επάνω στην γη και στην υλική γενικώς δημιουργία, δεν είναι σταθερό. Το μόνο σταθερό μέσα στην κοινωνία της αγάπης Του είναι ο ίδιος ο Θεός.

Βλέπει λοιπόν κανείς και στο θέμα αυτό τις κοινές εμπειρίες των Αγίων και Δικαίων, τόσο της Παλαιάς, όσο  και της Καινής Διαθήκης. Βλέπει κανείς την οδόν της Εκκλησίας μας. Αυτό το οποίο τονίζει ο Ψαλμωδός χίλια έτη προ της ενανθρωπήσεως, ότι μόνο ο Θεός, μόνο ο Κύριος και Δημιουργός της γης και του ουρανού, μόνο Αυτός είναι αιώνιος, αθάνατος και αμετάβλητος. Αυτό δε κυρίως τονίζει και ο Απόστολος των Εθνών και τούτο ερμηνεύει με τον διαπρύσιο λόγο του και την ησυχαστική του ζωή ο καταπέλτης της παπικής αιρέσεως και κακοδοξίας, ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς.

Ναι, ο Κύριος Ιησούς Χριστός είναι πάντοτε ο Ίδιος και θα είναι φυσικά για πάντα.

Ανώτερος απ΄όλα τα όντα και τα κτίσματα, αφού Αυτός είναι ο Δημιουργός πάντων, «ορατών τε και αοράτων»!

Η αποκαλυπτική Θεολογία του Θεόπνευστου συγγραφέα είναι τόσο αδιαμφισβήτητη και στο σημείο αυτό, ώστε απορεί κανείς για το πώς παρασύρονται και κηρύσσουν τις σατανικές και ακόμα χειρότερα, διδασκαλίες τους, τα ταλαίπωρα θύματα της «Σκοπιάς» δηλ. οι αυτοαποκαλούμενοι «μάρτυρες του Ιεχωβά» ή άλλως χιλιαστές. Απορεί κανείς. Μα τόση ασχετοσύνη και αγραμματοσύνη; Και καλά δεν γνωρίζουν Θεολογία, αγνοούν όμως και αυτή την Ελληνική μας Γλώσσα στην οποία γράφτηκε πρωτοτύπως η προς Εβραίους επιστολή; Τόση και τέτοια πλάνη σε ανθρώπους που θα περίμενε κανείς, τουλάχιστον να αντιλαμβάνονται τα θεμελιώδη και βασικά; Τα θέματα που επιτέλους παραδέχεται και η κοινή λογική;

Αλλά και στο δραματικό τουτο ερώτημα που πολλαπλώς εκφράζει με πόνο ψυχής ο κάθε καλοπροαίρετος πιστός χριστιανός, υπάρχει απάντηση. Βρίσκεται στη συνέχεια του Αποστολικού μας αναγνώσματος. Είναι το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει το Πνεύμα το Άγιον διά της Αποστολικής γραφίδος.

Καταλήγει στο ότι, μετά απ΄όλα αυτά, είναι απολύτως αναγκαίο να προσέχουμε πάρα πολύ.

Να προσέχουμε «μη ποτέ παραρρυώμεν», μήπως δηλ. παρεκκλίνουμε από τον δρόμο της σωτηρίας. Να μένουμε πνευματικώς άγρυπνοι, διότι αν οι Εβραίοι τιμωρήθηκαν για τις παραβάσεις του Νόμου της Παλαιάς Διαθήκης, τον οποίον έδωσε ο Θεός στον Μωυσή δια μέσου Αγγέλων, και ο οποίος αποδείχθηκε βέβαιος και αληθινός σε όλα, πώς, ερωτά ο Απόστολος, εμείς τώρα θα ξεφύγουμε την τιμωρία; Πώς είναι δυνατόν εμείς οι Χριστιανοί να αδιαφορούμε για το μέγιστο αυτό δώρο της σωτηρίας; Μια δηλ. σωτηρία η οποία μας δόθηκε όχι από Αγγέλους, αλλά από τον ίδιο τον ενανθρωπήσαντα Θεό! Τον Κύριο Ιησού Χριστό. Πώς λοιπόν δεν θα τιμωρηθούμε όταν περιφρονούμε και αρνούμαστε αυτή τη σωτηρία μας, την οποία μετέδωσαν οι Άγιοι Απόστολοι και ως πολύτιμη παρακαταθήκη από γενεά σε γενεά, βιώνουν και μεταφέρουν οι Άγιοι της Εκκλησίας  μας;

Αδελφοί μου, ας προσέξουμε διότι τα πράγματα δεν είναι καθόλου απλά, όσον αφορά τη δική μας διάθεση για το θέμα της σωτηρίας μας. Ας προσέξουμε δε διότι οι τιμωρίες και αυτή η κόλαση, δεν είναι απλές θεωρίες όπως πιστεύουν οι άθεοι και όπως κηρύσσουν οι πλανεμένοι θεολόγοι και ποιμένες.

Ο λόγος του Θεού είναι απολύτως αληθής και οι τιμωρίες που περιμένουν όσους νομίζουν ότι μπορούν να παίζουν με τη σωτηρία τους και να εμπαίζουν τους Αγίους μας, θα είναι φρικτές και αιώνιες.

Ας προσέξουμε διότι πάντοτε μεν, αλλά κυρίως στις ημέρες της αποστασίας που ζούμε, τα αντιαιρετικά κηρύγματα και ο αγωνιστικός βίος του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, αποκτούν εξαιρετική επικαιρότητα.

Η διαβολική νοοτροπία που εξισώνει την αλήθεια με την πλάνη, και που τείνει να κυριαρχήσει, είναι άνευ αντιλογίας ο μεγαλύτερος κίνδυνος της Ορθοδοξίας μας σήμερα. Το νεόκοπο και νεοεποχίτικο δόγμα ότι, παπικοί, προτεστάντες, μονοφυσίτες, ορθόδοξοι, όλοι είμαστε χριστιανοί και όλοι είμαστε ένα, αυτόν ακριβώς τον κίνδυνο που επισημαίνουμε αποκαλύπτει.

Οι κακόδοξοι λόγοι «ορθοδόξων ποιμένων» ότι τί σημασία έχουν οι μικροδιαφορές στις δογματικές διατυπώσεις και ότι ο Χριστός είπε να έχουμε αγάπη μεταξύ μας, αποδεικνύουν ότι το καρκίνωμα έχει προχωρήσει στον οργανισμό, περισσότερο απ΄όσο μπορούμε να φανταστούμε.

Δοθέντος δε ότι ο λαός μας, είναι και παραμένει δυστυχώς ακατήχητος, σιγά-σιγά, εντέχνως και υπούλως τείνει να πιστέψει ότι έτσι έχουν τα πράγματα. Ότι δηλ. επί της ουσίας όλοι είμαστε το ίδιο, αφού πιστεύουμε στον Θεό και πως όλη η υπόθεση των διαφορών δεν είναι παρά θέμα διατυπώσεων και σχολαστικών εκφράσεων.

Εάν τώρα προσθέσουμε και την «τεχνική οικονομική κρίση» που μαστίζει την κοινωνία και που έχει ως αποτέλεσμα οι άνθρωποι να πιστέψουν ότι «μόνον επ΄άρτον ζήσεται άνθρωπος», κατανοεί κανείς πώς γίνονται πιστευτές παρόμοιες θεωρίες περί «κοινού Θεού», κοινής Πίστεως και κοινών αγώνων.

Τελικώς, αυτό τώρα που ενώνει τις κοινωνίες, δεν είναι ο μοναδικός Θεός (ποτέ άλλωστε δεν ήταν). Αυτό, μάλλον αυτά που φέρνουν πιο κοντά και συναδελφώνουν σε παγκόσμιο επίπεδο τις ψυχές είναι η λεγόμενη «οικονομική κρίση», η «μόλυνση του περιβάλλοντος», η «ενεργειακή κρίση», οι «τεχνιτές ασθένειες» και τόσα άλλα που κλείνουν ερμητικώς την θύρα στον αυθεντικό τρόπο ζωής, ενώ ανοίγουν διάπλατα τις πύλες σ΄όσους «αγαπητικώ τω τρόπω» κηρύσσουν παγκόσμια θρησκεία κάτω από έναν «πρωτόθρονο αδελφό». Και φυσικά ο «πρωτόθρονος αδελφός» δεν θα έχει καμμία αντίρρηση και για ένα παγκόσμιο νόμισμα και οπωσδήποτε μια κυρίαρχη παγκόσμια κυβέρνηση.

Καλά, θα ρωτήσει κανείς. Οι ποιμένες μας τώρα τί κάνουν; Ποιο το ενδιαφέρον τους για διαφώτιση και διαφύλαξη του ποιμνίου τους; Πού έστω και οι απλές διαμαρτυρίες;

Φίλοι μου «μη ταρασσέσθω η καρδία ημών». Σε κάθε εποχή τα γεγονότα αποδεικνύουν την ποιότητα των ανθρώπων και οι περιστάσεις αποκαλύπτουν «εκ πολλών καρδιών διαλογισμούς».

Οι αυθεντικοί μας οδηγοί δεν είναι παρά οι Άγιοι. Και οι γνήσιοι ποιμένες μας, όσοι ακολουθούν κατά πόδας τους Αγίους. Τους επισήμους Αγίους και όχι τους κατ΄ευφημισμόν και σύμφωνα με το κοσμικό ή έστω «εκκλησιστικό πρωτόκολλο».

Και μιας και ο λόγος μας επανήλθε στους Αγίους, αφού δεν υφίσταται γλυκύτερο εντρύφημα από τους βίους των τέκνων του Θεού, και τούτο διότι αποτελούν το εικονογραφημένο Ευαγγέλιο, ας στρέψουμε το νου μας στον Άγιο Γρηγόριο που σήμερα έχει την τιμητική του και δαψιλώς μας επευλογεί.

Προσέξτε. Θα μπορούσε κανείς να φανταστεί τον Άγιο Γρηγόριο να συμπροσεύχεται με τους κακοδόξους παπικούς; Θα διενοείτο ποτέ Ορθόδοξος πιστός ότι μέσα στον  Ναό του Αγίου Δημητρίου Θεσσαλονίκης, ο κήρυξ της Χάριτος, θα προσκαλούσε τον πάπα ή κάποιον καρδινάλιο για να του «ευλογήσει» το ποίμνιο; Θα μπορούσε να φανταστεί κανείς τον Βυζαντινό χορό να ψάλλει το «Εις πολλά έτη δέσποτα» στον κακόδοξο, πλανεμένο και αιρετικό εκπρόσωπο του κοσμικού κράτους του Βατικανού; Και μόνο να το διανοηθεί κανείς αμαρτάνει και ταράσσεται όταν μάλιστα βλέπουμε στα πράγματα ότι γενικώς οι κακόδοξοι και οι παπικοί  ειδικότερα παραμένουν πεισματικώς αμετανόητοι στις πλάνες και στις αιρέσεις τους;

Ας μη ρωτούμε λοιπόν το τί θα κάνουν κάποιοι, αλλά να ρωτούμε τον εαυτό μας το τί πράττουμε εμείς.

Διαμαρτυρόμαστε για το ότι ανατρέπονται οι αποφάσεις των Συνόδων και των Πατέρων; Θλιβόμαστε και αγανακτούμε όταν οι Άγιοι και οι μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας μας χαρακτηρίζονται ως φανατικοί; 'Η μάλλον αναπαυόμαστε στην «σύνεση» και ξεγελούμε τον εαυτό μας αλλά και το περιβάλλον μας με την φράση ότι «όλα βαίνουν καλώς»;

'Εχουμε μελετήσει πώς σε άλλες εποχές αντιδρούσε το ποίμνιο ή έχει περάσει και σ' εμάς η ιδέα ότι τα θέματα αυτά δεν πρέπει να μας αγγίζουν και τελικώς ρίχνουμε «τη στάχτη στα μάτια» με την φράση «μη θίγετε τα κακώς κείμενα»;

Φυσικά, και για να μην υπάρχουν υποψίες και λογισμοί, ή και σκανδαλισμοί, είναι ανάγκη στο σημείο αυτό να διευκρινίσουμε το εξής. Ότι δηλ. με το να κάνουμε λόγο, αλλά και να αγωνιζόμαστε εναντίον του Οικουμενισμού και του θρησκευτικού συγκρητισμού, δεν θα πέσουμε από την άλλη στην ετέρα μεγάλη παγίδα και στον άλλο πειρασμό του πονηρού, που ονομάζεται άκριτος ζηλωτισμός. Ουδείς έχει το δικαίωμα να αποσπασθεί από το Σώμα της Εκκλησίας και να δημιουργήσει παρατάξεις και σχίσματα. Ουδέποτε αυτό. Άλλωστε, όπως γνωρίζουμε, ο τόπος μας, η Ελλαδική δηλαδή Εκκλησία, και όχι μόνο, έχει δεχθεί κατά καιρούς πολλές τις πληγές στο σώμα της από τους «εκ δεξιών πειρασμούς». Η σύγχρονη μάλιστα κατάσταση στον δραματικό χώρο των σχισμάτων και των ποικίλων «συνόδων», αποδεικνύει άμεσα σε ποιο κατάντημα μπορούν να φθάσουν διάφορες ομάδες, όταν τους λείπει η ακριβής γνώση της εκκλησιαστικής Ιστορίας και όταν υπάρχει ημιμάθεια του Κανονικού Δικαίου. Ο τρόπος δε που χειρίζονται κάποιοι «ηγέτες» των σχισματικών παρατάξεων τα θέματα γενικώτερα, αποδεικνύει, όχι απλώς ασχετοσύνη περί τα θεολογικά, αλλά στην κυριολεξία, αθεοφοβία. Και πώς να μη συμβαίνει αυτό αγαπητοί, όταν αρκετοί εξ' αυτών που παρουσιάζονται με βαρύγδουπους τίτλους και με «εκκλησιαστικά» αξιώματα, καλώς εχόντων των πραγμάτων, θα μπορούσαν «τιμής ένεκεν» να είναι απλώς «κανδηλανάπτες», για να μην ισχυριστούμε ότι θα έπρεπε ν' ανήκουν στους «προσκλαίοντες»; Πώς αλήθεια ηρεμούν με τη συνείδησή τους όταν φτάνουν να προβαίνουν σε ανοικονόμητες οικονομίες, για το καλό δήθεν της παρατάξεως που την έχουν βαπτίσει «εκκλησία»; Και όλα αυτά φίλοι μου, στο όνομα της ταλαίπωρης «ορθοδοξίας» και «ένεκεν αληθείας»...

Όχι λοιπόν! Ξεκάθαρα όχι. Δεν θα φύγουμε από την Κιβωτό της Σωτηρίας. Δεν θα γίνει δηλαδή αυτό που θέλει ο διάβολος, αλλά και που μάλλον θα ήθελαν όσοι συνειδητά παρασπονδούν στα θέματα της πίστεως. Είναι κι αυτό μια τραγικότητα. Όσοι δηλαδή βάλλουν έσωθεν την Εκκλησία μας, θα ήθελαν μετά πολλής της χαράς μάλιστα, να απομακρυνθούν  όσοι πονούν για τα ολισθήματα και τα εκκλησιαστικά εγκλήματα, και τούτο για να αποδυναμωθεί η αντίσταση, και έτσι να οδηγήσουν το σκάφος εκτός σωτηρίου πορείας, και στην ρότα που επιθυμούν.

Θα μείνουμε λοιπόν και θα αγωνιστούμε εντός της Εκκλησίας. Και Εκκλησία, δεν είναι τα λάθη και οι ανθρώπινες αδυναμίες, ή έστω και προδοσίες. Εκκλησία είναι το Σώμα του ίδιου του Κυρίου Ιησού Χριστού.

Άλλωστε, και στο θέμα αυτό, το οποίο δεν αντιμετωπίζεται τώρα για πρώτη φορά, έχουν ξεκαθαρίσει δια παντός τα πράγματα, μεγάλες άγιες και σύγχρονες μορφές της Εκκλησίας μας, όπως ο Σέρβος Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς, αλλά και ο δικός μας, ο ανεπανάληπτος και όσιος πατήρ Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος. Φυσικά την μέση και βασιλική οδό, μας τη διδάσκει ο λόγος του Θεού  και οι άγιοι της Εκκλησίας μας, που ερμηνεύουν τον ζωντανό λόγο του Θεού.

Δευτέρα λοιπόν Κυριακή των Νηστειών.

Ο ουράνιος άνθρωπος και επίγειος Άγγελος, ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ο οποίος πραγματοποίησε διάλογο τόσο με παπικούς όσο και με μουσουλμάνους, ουδέποτε όμως δέχτηκε ότι ο παπισμός είναι εκκλησία, και ουδέποτε εκήρυξε ότι το ισλάμ κατέχει αλήθεια (πολύ περισσότερο δεν έκανε δώρα μουσουλμανικά κοράνια), ο «κήρυξ της χάριτος» λοιπόν, μάς προσκαλεί σε μετάνοια αλλά και σε αγωνιστικό φρόνημα. Ο Αποστολικός λόγος «δια τούτο δει περισσοτέρως ημάς προσέχειν τοις ακουσθείσι, μή ποτέ παραρρυώμεν», ας αποτελεί την πυξίδα για την σταθερή και αταλάντευτη πορεία στον όμορφο, ένδοξο, κάποτε ίσως σκληρό, αλλά και ευλογημένο αγώνα της αγίας Τεσσαρακοστής, μα και ολοκλήρου της ζωής μας. 

                          

                             Αμήν.
 Κυριακή Β Νηστειών "ἔγειρε καὶ ἆρον τὸν κράβαττόν σου¨ π. Αλέξιος Αλεξόπουλος

«σοὶ λέγω, ἔγειρε καὶ ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ ὕπαγε εἰς τὸν οἶκόν σου. Σ’ εσένα το λέω: σήκω, πάρε το κρεβάτι σου και πήγαινε στο σπίτι σου»

Παράξενη ακούγεται η «διαταγή» - προτροπή του Χριστού προς τον παράλυτο. Ο παράλυτος, δεν ήταν ανάγκη να σηκώσει το κρεβάτι του και να πάει στο σπίτι του. Θα μπορούσε κάποιος άλλος να μαζέψει το κρεβάτι. Δεν ήταν κάτι σπουδαίο. Ο Χριστός όμως, το τονίζει αυτό, για δύο λόγους. Πρώτον, για να δουν όλοι ότι ο παράλυτος θεραπεύτηκε πλήρως, αφού είναι σε θέση να κουβαλήσει το κρεβάτι μόνος του, μπορεί να βγει από τα ασφυκτικά γεμάτο δωμάτιο εναντίων τόσο κόσμου και με το κρεβάτι στο χέρι του.

Ακόμη, ο Χριστός θέλησε να επισημάνει , πως από εδώ και στο εξής δε θα τα περιμένει όλα πια από τους άλλους, όπως και πριν, αλλά είναι ανάγκη να εργαστεί και εκείνος για να ζήσει χαρούμενος και χωρίς να αμαρτάνει. Μέχρι τώρα ήταν ανεύθυνος και χωρίς υποχρεώσεις. Τώρα όμως, καλείται διαχειριζόμενος σωστά την ελευθερία του να αναλάβει τις ευθύνες τόσο της συντηρήσεώς του ως βιολογικής υπάρξεως, όσο και της πνευματικής του οντότητας. Ο Χριστός με το θαύμα Του θέλει να τον βοηθήσει, γιατί έχει μετανοήσει και να τον σώσει, αλλά χρειάζεται και από την πλευρά του παράλυτου θέληση και αγώνα να αγαπά και να μην αμαρτάνει.

Αυτή την ανάληψη των ευθυνών την έχουμε ανάγκη ιδιαίτερα σήμερα. Γιατί θα πρέπει να δούμε την ευθύνη μας για την πορεία της κοινωνίας μας και του εαυτού μας, την ευθύνη μας για την επιλογή των προσώπων που θα ασχοληθούν με τα κοινά, θα χαράξουν το μέλλον της κοινωνίας, αλλά και την ευθύνη μας για την πορεία της ζωή μας για την αμέλειά μας ή την αδιαφορία ή την αδυναμία μας για την αντιμετώπιση των προσωπικών μας αλλά και των κοινωνικών προβλημάτων.

Αυτή η ευθύνη συνδέεται με την ελευθερία. Γιατί μόνο ο αληθινά ελεύθερος ή αυτός που επιθυμεί να ελευθερωθεί από οποιοδήποτε δεσμό, κυρίως της ανάγκης και της εξάρτησης, μπορεί να αναλάβει ευθύνες. Καλούμαστε, λοιπόν και μεις σήμερα να σηκώσουμε τα «δικά μας κρεβάτια», τις ευθύνες μας διαχειριζόμενοι το δώρο της ελευθερίας, με την αίσθηση ότι ευθύνη χωρίς αγάπη τόσο για το Θεό, όσο και για τον πλησίον, όπως και για τον εαυτό μας δε νοείται.
 Κήρυγμα εις την Κυριακή Β' Νηστειών.π. Μιχαήλ Μεγαγιάννης,

Ή αμαρτία ρίζα όλων των κακών
«Τέκνο, άφέωνταί σοι οι άμαρτίαι σου»

Το υλικό και πνευματικό σύμπαν είναι, αγαπητοί μου, υπό τάς διαταγές του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Ό Κύριος κάνει πολλά και αναρίθμητα θαύματα. Μετράς τα άστρα του ουρανού; Αδύνατον, είναι αμέτρητα. Έτσι και τα θαύματα, πού έκανε, κάνει και θα κάνει μέχρι της συντέλειας των αιώνων ό Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, είναι αναρίθμητα. Ένα από τα πολλά θαύματα του είναι κι αυτό πού ακούσαμε προ ολίγου.

Μας μιλάει για κάποιον άνθρωπο πού ζούσε στην εποχή του Χριστού. Γεννήθηκε υγιής, άλλα ξαφνικά αρρώστησε. Τα χέρια του άρχισαν να ναρκώνονται, αυτή ή νάρκωση απλώθηκε σε όλο το σώμα, και ό άνθρωπος έγινε πλέον παράλυτος. Ήταν διαρκώς πάνω στο κρεβάτι. Έτσι περνούσε τις μέρες του.

Αλλά ξαφνικά μια μεγάλη ελπίδα έλαμψε μέσα στην καρδιά του. Άκουσε το γλυκύτερο όνομα. Δεν υπάρχει υπό τον ουρανόν άλλο όνομα γλυκύτερο από το όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Άκουσε, ότι ό Χριστός θεραπεύει τους αρρώστους, και αμέσως του γεννήθηκε ή επιθυμία να τον συνάντηση. Άλλα πώς να πάει κοντά του, με τι πόδια;

Το είπε σε κάτι σπλαχνικούς ανθρώπους, κ' εκείνοι τον σήκωσαν με το κρεβάτι, σα να ήταν νεκρός, νεκρός άταφος, και ξεκίνησαν. Άλλ' όταν έφτασαν εκεί πού ήταν ό Χριστός, συνάντησαν πάρα πολύ κόσμο• μήλο να έριχνες, δεν θα 'πεφτε κάτω στη γη. Άλλα οι τέσσερις εκείνοι άνθρωποι δεν απογοητεύθηκαν. Όταν είδαν ότι κανείς δεν τους ανοίγει δρόμο να περάσουν, έκαναν κάτι πού δείχνει τη βαθιά τους πίστη. Ανέβηκαν με το κρεβάτι πάνω στη στέγη, αφαίρεσαν τα κεραμίδια, άνοιξαν μια μεγάλη τρύπα, και από 'κει, με σχοινιά, κατέβασαν τον παράλυτο μπροστά στο Χριστό. Ό Χριστός όμως δεν τον έκανε αμέσως καλά. Του είπε προηγουμένως• «Τέκνον, άφέωνταί σοι αϊ αμαρτίαι σου».

Γιατί το είπε αυτό ό Χριστός; Διότι θέλει, αγαπητοί μου, να μας διδάξει, ότι όλα τα κακά πού υπάρχουν στον κόσμο προέρχονται από την αμαρτία. Προτού ν' αμαρτήσει ό άνθρωπος ήταν ευτυχισμένος. Μετά την αμαρτία μπήκε στη ζωή του ή ασθένεια και ό θάνατος. Κι όσο προχωρούν οι αιώνες και αυξάνει ή αμαρτία, ενώ ή επιστήμη προοδεύει, τόσο περισσότερο αυξάνουν οι αρρώστιες, οι γιατροί και τα φάρμακα. Στην εποχή μας λόγου χάριν φοβερά ασθένεια είναι ό καρκίνος, πού δέ' μπόρεσε ακόμη κανένας γιατρός να τη θεραπεύσει. Άλλη ασθένεια το έιτζ, θερίζει τον κόσμο εξ αιτίας της διαφθοράς και ακολασίας. Για αυτό ψάλλει ή Εκκλησία μας• «Από των πολλών μου αμαρτιών ασθενεί το σώμα ασθενεί μου και ή ψυχή».

Και ό παράλυτος λοιπόν αυτός ήταν ασθενής στην ψυχή πρώτα, είχε άρρωστη ψυχή, διότι είχε διαπράξει αμαρτήματα, και ως τιμωρία των αμαρτιών ήρθε ή παράλυση. Γ ι` αυτό ό Κύριος πρώτα του συγχώρησε τις αμαρτίες.

Τ άκουσαν οι γραμματείς και οι φαρισαίοι και σκανδαλίστηκαν. Ποιος είναι αυτός, είπαν, πού έχει εξουσία να συγχωρεί αμαρτίες;

Όλοι, αγαπητοί μου, αμαρτάνουμε. Αμαρτάνουν τα παιδιά, αμαρτάνουν και οι ασπρομάλληδες γέροντες• αμαρτάνουν άντρες και γυναίκες, αμαρτάνουν επιστήμονες και αγράμματοι, αμαρτάνουν πλούσιοι και φτωχοί, άρχοντες και αρχόμενοι• αμαρτάνει ό λαός μας, άλλα αμαρτάνουμε κ' εμείς οι ποιμένες. Δεν είναι μόνο ό παράλυτος αυτός πού ασθένησε εξ αιτίας των αμαρτιών του' όλοι μας, μικροί και μεγάλοι, αμαρτάνουμε. Για αυτό μια ευχή της Εκκλησίας μας λέει, ότι κανείς δεν είναι καθαρός και άξιος να πλησίαση τα ιερά μυστήρια. Κ' εμείς εδώ θα περιοριστούμε σε ένα μόνο δίδαγμα.

Γνωρίζω τον εαυτό μου, Για αυτό πάντοτε ζητώ συγγνώμη από το λαό μου• αλλά και ό λαός πρέπει να ζήτα συγγνώμη από το Θεό δια των ποιμένων του για τις εκτροπές του από τις θειες εντολές. Έχουμε λοιπόν ανάγκη συγχωρήσεως από το Χριστό.

Θα πείτε• Αν ό Χριστός ήταν στη γη, θα πηγαίναμε κοντά του και θα πέφταμε στα πόδια του και θα ζητούσαμε τη συγχώρηση του.

Ναι, ό Χριστός είναι στους ουρανούς• αλλά είναι κ' εδώ στη γη. Που; Στην Εκκλησία του. Όταν μπαίνεις με προσοχή στο ναό κι ακούς τα ωραία τροπάρια πού ψάλλουν οι ψάλτες, το κήρυγμα του ευαγγελίου, κ' εξομολογείσαι και κοινωνείς, τότε εκεί είναι ό Χριστός. Διότι ό Χριστός άφησε συνεχιστές του έργου του στη γη, κι αυτοί είναι οι κληρικοί της Εκκλησίας. Σ' αυτούς έδωσε εξουσία να συγχωρούν αμαρτίες. Το είπε ό ίδιος• «Λάβετε Πνεύμα άγιον αν τίνων άφήτε τάς αμαρτίας, άφίενται αυτοίς, αν τίνων κρατήτε, κεκράτηνται».

Ό Ιερεύς  ας είναι ό πιο φτωχός του κόσμου, μόλις φορέσει το πετραχήλι γίνεται ανώτερος κι άπ' τους αγγέλους. είναι πλέον όχι απλώς άνθρωπος, αλλά στη θέση του ίδιου του Χριστού. Λέει ό άγιος Κοσμάς ό Αιτωλός• —Συναντάς στο δρόμο δύο πρόσωπα, έναν άγγελο και έναν ιερέα• ποιόν θα προσκύνησης πρώτα; Του απαντούν —Τον άγγελο. — Όχι, λέει ό άγιος• θα προσκύνησης πρώτα τον Ιερέα , διότι έχει εξουσία πού δεν έχουν όχι βασιλείς και άρχοντες, άλλ' ούτε και οι άγγελοι ακόμα. Σε κανέναν άγγελο δεν είπε ό Χριστός να συγχωρεί αμαρτίες. Μόνο ό ιερεύς συγχωρεί. Όπως λοιπόν θα τρέχαμε στο Χριστό για να λάθουμε συγχώρηση των αμαρτιών μας, έτσι ας τρέξουμε στην Εκκλησία.

Είναι λοιπόν μεγάλο το μυστήριο της Ιεράς εξομολογήσεως. Κ' εμείς, πού είμαστε αμαρτωλοί σαν τον παράλυτο, μπορούμε να ακούσουμε το «Τέκνον, άφέωνταί σοι αϊ άμαρτίαι σου». Θα μας δικάσει ό Θεός όχι γιατί αμαρτάνουμε, αλλά γιατί δεν μετανοούμε. Το να αμαρτάνουμε είναι ανθρώπινο, αλλά το να μένουμε στην αμαρτία αμετανόητοι είναι σατανικό. Διότι ό σατανάς μόνο μένει αμετανόητος.

Προς την μετάνοια λοιπόν ας στρέψουμε την προσοχή μας, τώρα μάλιστα πού είναι περίοδος Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Να συγχωρηθούμε κλήρος και λαός, και όλοι μαζί να άγωνιζώμεθα να μη προσκρούσουμε στο θέλημα του Θεού.

Δυστυχώς όμως οί πολλοί δεν ακούνε. Οι πνευματικοί περιμένουν να δεχθούν τις ψυχές στην εξομολόγηση, αλλά λίγοι προσέρχονται. Γι' αυτό σήμερα σας κηρύττω μετάνοια. Και σας προειδοποιώ παρακαλώντας σας • δεν μπορεί κανείς να κοινωνήσει, αν δεν έχει εξομολογηθεί.

Ή εξομολόγηση, λέει ή Εκκλησία μας, είναι δεύτερο βάπτισμα. Εάν δεν αμαρτάναμε, θα έφτανε το πρώτο βάπτισμα. Άλλ' αφού αμαρτάνουμε, έχουμε ανάγκη συγχωρήσεως, ή οποία δίδεται από το Χριστό μέσω του πνευματικού πατρός.

Λέει ένας αμαρτωλός, πού εξομολογήθηκε με ειλικρίνεια- «Όταν εξομολογήθηκα, παράδεισος φύτρωσε στην καρδιά μου». Αν σήμερα οί άνθρωποι είναι λυπημένοι, μελαγχολικοί, έχουν άγχος και αυτοκτονούν, αυτά οφείλονται στο ότι δεν εξομολογούνται, για να συγχωρηθούν τ' αμαρτήματα τους, πού είναι σοβαρά και μεγάλα, και μέσα τους ακούνε τη φοβερή φωνή της συνειδήσεως να τους ελέγχει.
Συγχώρηση, λοιπόν, μας φωνάζει το σημερινό ευαγγέλιο. Πόσο λυπάμαι όταν δεν βλέπω πνεύμα συνδιαλλαγής! Δεν είναι πολύς καιρός πού ήρθε και με βρήκε μια νύφη με την πεθερά της λέει ο γέροντας Παϊσιος . Είχαν διαφορές. Σπάνιο πράγμα να βρεις πεθερά και νύφη αγαπημένες. Προσπάθησα πολύ. Ή πεθερά αλύγιστη. Ή νύφη ταπεινή• γονάτισε στα πόδια της, της φίλησε το χέρι και είπε• —Συχώρεσέ με, μάνα. Εκείνη τίποτα. Αναγκάστηκα να της μιλήσω αυστηρά ειπε ο γέροντας . • χωρίς συγχώρηση κανείς δέ' μπαίνει στον παράδεισο. "Αν αφαιρέσουμε τη συγχώρηση, το μυστήριο της ιεράς εξομολογήσεως, κανείς δεν μπορεί να δη τον ουρανό άργησε αλλά τελικά κατάλαβε το λάθος της η πεθερά και αγκάλιασε την νύφη της και συγχωρέθηκαν .
Το ίδιο λέω και εγώ  εδώ σε όλους μας χωρίς συγχώρεση ο άνθρωπος θα χαθεί . Χριστιανός πού δεν εξομολογείται είναι όπως ό άβάπτιστος. Το ξανάλεω• Παρακαλώ την αγάπη σας όλοι μας να βρούμε τον δρόμο της συγχωρήσεως και της αγάπης ο Χριστός εν τω μέσω ημων.

Να είσθε όλοι καλά
 Ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς και η εποχή μας

Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς (1296-1359) είναι ένας από τους μεγαλύτερους Πατέρες της Εκκλησίας μας. Ορισμένες φορές τοποθετείται ως τέταρτος Ιεράρχης μαζί με τον Μ. Βασίλειο, τον Γρηγόριο Θεολόγο και τον Ιωάννη Χρυσόστομο. Σε μια κρίσιμη εποχή, κατά την οποία ο χριστεπώνυμος ουμανισμός αμφισβητούσε την πεμπτουσία της Εκκλησίας ως «κοινωνίας θεώσεως», ο άγιος Γρηγοριος ο Παλαμάς πρόβαλε τη διδασκαλία για τη θέωση του ανθρώπου με τη μετοχή του στην άκτιστη ενέργεια του Θεού. Δεν παρουσίασε καινούργιες θεολογικές αλήθειες που δεν υπήρχαν προηγουμένως στην Αγία Γραφή και την Παράδοση της Εκκλησίας. Χρησιμοποιώντας όμως τη γλώσσα, τους όρους και τις έννοιες της εποχής του, ανέτρεψε τις αμφισβητήσεις και προσβολές της χριστιανικής πίστεως και ζωής με τη διαχρονική αλήθεια της Εκκλησίας.

Κεντρική θέση στη θεολογία του αγίου Γρηγορίου Παλαμά έχει η διάκριση ανάμεσα στην ουσία και την ενέργεια ή τις ενέργειες του Θεού. Η διάκριση αυτή, που έχει τις ρίζες της στήν Αγία Γραφή, αναπτύχθηκε θεολογικά από τους Πατέρες της Καππαδοκίας. Ο άγιος Γρηγόριος χρησιμοποίησε τη διάκριση αυτήν υπογραμμίζοντας τον άκτιστο χαρακτήρα της θείας ενέργειας. Η υπογράμμιση αυτή δεν συνιστά θεολογικό νεωτερισμό αλλά μόνο θεολογικό τονισμό. Κάθε φύση έχει και την αντίστοιχη ενέργειά της. Η κτιστή φύση έχει κτιστή ενέργεια, ενώ η άκτιστη έχει άκτιστη ενέργεια.

Ο Θεός δεν παραμένει απρόσιτος και ακοινώνητος στον άνθρωπο ούτε τον προσεγγίζει και κοινωνεί με αυτόν χρησιμοποιώντας κτιστά μέσα, αλλά έρχεται σε άμεση σχέση και προσωπική κοινωνία μαζί του με την άκτιστη ενέργεια ή τις άκτιστες ενέργειές του. Με τον τρόπο αυτόν ο άνθρωπος μετέχει άμεσα και προσωπικά στη θεία ζωή και γίνεται θεός κατά χάρη. Ολόκληρη η παλαμική θεολογία καταλήγει σε τελική ανάλυση στην προάσπιση της αλήθειας αυτής• της αλήθειας της εν Χριστώ ανακαινίσεως και θεώσεως του ανθρώπου, δηλαδή της αναδείξεώς του ως προσώπου «καθ’ ομοίωσιν Θεού».

Όπως εύστοχα επισήμανε ο γέροντας Σωφρόνιος, «ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς είναι εκείνος που μας εξήγησε, πως να στεκόμαστε μπροστά στον Θεό, πως να τον γνωρίζουμε με εναν καταφατικό τρόπο»[1]. Η ενέργεια του Θεού δεν είναι κάποια αόριστη δύναμη ή υπερδύναμη. Η ενέργεια του Θεού είναι ο ίδιος ο Θεός• είναι «ο ζών Θεός», που γίνεται προσιτός και μεθεκτός στον άνθρωπο. Με την ενέργεια του Θεού ζούμε τον ζώντα Θεό μέσα στην ιστορία και στη Ζωή μας.

Στην πολεμική που ανέπτυξε ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς αναιρώντας την κακοδοξία του Βαρλαάμ για τον κτιστό χαρακτήρα της θείας ενέργειας, επισήμανε και την πρόταξη του προσώπου. Ακολουθώντας ως ένα σημείο και κατά λεξη τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο ο Παλαμας λέει: «Και τω Μωϋσή δε χρηματιζων ο Θεός, ουκ είπεν εγώ ειμι η ουσία, αλλ’ αγώ ειμι ο ών[2]∙ ου γάρ εκ της ουσίας ο ών, αλλ’ εκ του όντος η ουσία• αυτός γάρ ο ών όλον εν εαυτώ συνείληφε το είναι»[3].

Η αναγωγή της ουσίας στο όν δεν σημαίνει και πρόταξη του όντος απέναντι της ουσίας, πράγμα που θα σήμαινε σε τελική ανάλυση και ύπαρξη όντος χωρίς ουσία. Το λάθος αυτό σημειώθηκε πρόσφατα στον θεολογικό χώρο κατά τη συζήτηση της εννοίας του προσώπου, με την επίκληση μάλιστα και του παρατεθέντος χωρίου του αγίου Γρηγορίου Παλαμα. Αλλά έτσι αποφεύγεται μέν ο ουσιανισμός, τον οποίο ορθώς απορρίπτουν οι ορθόδοξοι θεολόγοι, αναδύεται όμως στη θέση του ενας ανούσιος περσοναλισμός. Ο περσοναλισμός αυτός είναι τελείως ξένος προς την πατερική παράδοση και τη θεολογία του αγίου Γρηγορίου Παλαμα. “Οπως τονίζει ο άγιος Γρηγόριος, διακρίνουμε την υπόσταση από την ουσία και παρουσιάζουμε τη διαφορά της από εκείνην, αλλά δεν μπορούμε να βρούμε υπόσταση χωρίς ουσία• «ουκ έστιν ιδείν ύπόστασιν χωρίς ουσίας»[4]. Οι θείες υποστάσεις δεν είναι μέρη της θείας ουσίας, γιατί σε κάθε υπόσταση υπάρχει «όλη και τελεία η θεότης»[5].

Η ανθρώπινη φύση δημιουργήθηκε σε σχέση και αναφορά προς τη θεία φύση. Δημιουργηθήκαμε, σημειώνει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς επαναλαμβάνοντας τον Απόστολο Πέτρο, «ίνα γενώμεθα θείας κοινωνοί φύσεως»[6]. Αυτό σημαίνει, όπως συμπληρώνει ο ίδιος, ότι δεν είμασταν προηγουμένως ούτε γίναμε εξαρχής με την δημιουργία μας κοινωνοί αυτής της φύσεως[7]. Και ενώ έπρεπε να προχωρήσει ο άνθρωπος προς το «καθομοίωσιν», όχι μόνο δεν το έπραξε, αλλά και βάδισε προς την αντίθετη κατεύθυνση. Η διπλή αυτή εκτροπή προκλήθηκε από την έπαρση του ανθρώπου. Αυτή τον αλλοτρίωσε από την κατά φύση ενάρετη ζωή και τον οδήγησε στην παρά φύση εμπαθή ζωή. Όταν όμως ο ανθρωπος ταπεινωθεί και ανακτήσει τη φυσική αναφορά του προς τον Θεό, τότε αίρεται η αντίθεση που υπάρχει μέσα του, ειρηνεύει και ζει την κατά φύση ενάρετη ζωή[8].

Ο άνθρωπος λοιπόν δεν καλείται να νικήσει τη φύση του ή να ελευθερωθεί από αυτήν, αλλά να αντιταχθεί στην εκτροπή της, να νικήσει τα πάθη της και να την κατευθύνει στον σκοπό για τον οποίο εξαρχής δημιουργήθηκε•«στο καθ’ όμοίωσιν», στη μέθεξη της «θείας φύσεως». Μέσα σε αυτήν ακριβώς την προοπτική καλειται ο άνθρωπος να πολεμήσει τη σάρκα του ή και να μισήσει τον ιδιο τον εαυτό του[9].

Μέσα σε αυτήν την προοπτική διεξάγεται και η χριστιανική άσκηση, που αποτελει κεντρικό άξονα στη ζωή και τη διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου. Και έπειδή η έπαρση ήταν η αιτία της εκτροπής του ανθρώπου, γι’ αύτό η ταπείνωση και το πένθος προβάλλονται ως κύρια φάρμακα για την ανόρθωσή του.

Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, όπως σημειώνει ο βιογράφος και εγκωμιαστής του Φιλόθεος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, διέθετε ακρότατη ταπείνωση και ανυπόκριτη «εκ καρδίας αγάπη»• είχε βαθύτατη κατάνυξη, πένθος και αείροα δάκρυα[10]. Τέλος με απόλυτη πειστικότητα και ακατάβλητη δύναμη υπερασπίστηκε την αδιάλειπτη προσευχή, αντικρούοντας τον Βαρλαάμ τον Καλαβρό που την έβλεπε ως διανοητική διαδικασία.

Η θέωση του ανθρώπου, ή η τελείωση και καταξίωσή του ως προσώπου, έρχεται ως επιστέγασμα μακράς και επίπονης ασκητικάς πορείας. Η πορεία αυτή αποκαθιστά την ειρήνη στην ψυχή του πιστού και μετατρέπει τα δάκρυα του πένθους και της μετανοίας σε χαρά και αγαλλίαμα της καρδιάς. Έτσι ο άνθρωπος ελευθερώνεται από τα γήινα πάθη, γεύεται τη θεία μακαριότητα και καταυγάζεται από το άκτιστο φως• γίνεται επίγειος άγγελος του Θεού και προσάγει με τον εαυτό του στον Θεό ολόκληρη την κτίση, γιατί και ο ίδιος μετέχει σε όλα, όπως και στον Θεό που βρίσκεται επάνω από όλα, για να είναι ακριβής εικόνα του[11].

Στο σημείο αυτό αξίζει να επισημάνουμε και τη σπουδαιότητα της διδασκαλίας του αγίου Γρηγορίου Παλαμα για τη σωστή θεολογική προσέγγιση και αντιμετώπιση της σύγχρονης οικολογικής κρίσεως. Η κρίση αυτή δεν είναι επιφανειακή ούτε αντιμετωπίζεται με νομοθετικά μόνο μέτρα ή ακόμα και με την απλή αλλαγή της εξωτερικής συμπεριφοράς του ανθρώπου. Η οικολογική κρίση πηγάζει από την εσωτερική κρίση του ανθρώπου, από τη διάσπαση του νου από την καρδιά του. Πηγάζει από την αποτυχία του να αγκαλιάσει με αγάπη όλόληρη την κτίση και να την αναφέρει μαζί με τον εαυτό του στον Θεό.

Η οικολογική κρίση ξεκινα από την εσωτερική κρίση του ανθρώπου• από την κρίση του ανθρώπινου προσώπου, της ανθρώπινης υποστάσεως. Και η μόλυνση του περιβάλλοντος αντανακλά την εσωτερική μόλυνση του ανθρώπου• τη μόλυνση του νου και της καρδιάς του. Χωρίς την κάθαρση της καρδιάς από τις εμπαθείς διαθέσεις και του νου από τα εμπαθή νοήματα δεν είναι δυνατό να υπάρξουν σωστές σχέσεις του ανθρώπου με τον κόσμο και τα πράγματα του κόσμου. Αν δεν ξεκινήσει ο άνθρωπος από την κρίση που υπάρχει μέσα του, δεν μπορεί να αντιμετωπίσει σωστά την οικολογική κρίση. Η ανακαίνιση του κόσμου προϋποθέτει την ανακαίνιση της ανθρώπινης υποστάσεως.

Η αλήθεια της θεώσεως δεν εμφανίζεται μόνο στη διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, αλλά αισθητοποιείται και στη ζωή του. Άλλωστε η περιγραφή της θεώσεως με τον ανθρώπινο λόγο είναι αδύνατη, γιατί, όπως σημειώνει ο ίδιος, «και λεγομένη άρρητος εκείνη μένει, μόνοις ενώνυμος…τοις ευμοιρηκόσιν αυτής»[12]. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς είχε την ευτυχία να γεννηθεί και να ανατραφεί σε οικογένεια που αγωνιζόταν για την αγιότητα. Όλα τα μέλη της οικογένειάς του είχαν εμφανή γνωρίσματα αγιότητας, γι αυτό και κατά τον τελευταίο καιρό έγινε από το Οικουμενικό Πατριαρχειο η αγιοκατάταξή τους.

Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς δεν στήριξε την ανθρωπολογία του στα φιλοσοφικά ρεύματα της εποχης του. Την στήριξε στην βιωμένη παράδοση της Εκκλησίας, που έζησε και γνώρισε ο ίδιος εκ των ένδον. Βέβαια, χρησιμοποίησε τη γλώσσα, τους όρους και τις έννοιες της εποχής του, όπως έκαναν και οι προγενέστεροι Πατέρες της Εκκλησίας. Αυτό όμως δεν επηρέασε την ουσία της διδασκαλίας του. Αντιθέτως η χρήση των όρων και των εννοιών αυτών ανοιξε νέους ορίζοντες και στην ίδια τη φιλοσοφική σκέψη.

Η επιστημονική ανάλυση των πατερικών κειμένων, όπως και στην προκειμένη περίπτωση του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, προσπαθεί να βρει τις πηγές, από τις οποίες αυτοί άντλησαν την διδασκαλία τους. Έτσι διαπιστώνει π.χ. στον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά πλατωνικές ή νεοπλατωνικές επιδράσεις. Και πραγματικά, μια επιφανειακή ανάγνωση των έργων του μπορεί ίσως να δημιουργήσει τέτοιες εντυπώσεις. Όταν όμως επιχειρηθεί η βαθύτερη ανάγνωσή τους, η εντύπωση που αποκομίζεται είναι τελείως διαφορετική. Οι λέξεις και τα εκφραστικά σχήματα δεν ταυτίζονται με την αλήθεια, αλλά αποτελούν απλά μέσα για τη σχετική πάντοτε υποδήλωσή της. Και η κατανόηση της αλήθειας αυτής δεν είναι εύκολη αλλά ούτε και δυνατή έξω από το πνεύμα της κοινωνίας αυτών που την διατύπωσαν• έξω από το πνεύμα της «κοινωνίας της θεώσεως».

Παραπομπές:

1. Αρχιμ. Σωφρονίου (Σαχάρωφ), Ομιλία προς την Κοινότητα, στις 19-11 – 1989.

2. βλ. Έξοδ. 3,14. 36,625C.

3. Γρηγορίου Παλαμά, Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων 3,2,12, έκδ. Π. Χρήστου, Γρηγορίου του Παλαμά, Συγγράμματα, τόμ. Α’, Θεσσαλονίκη 1962, σ.666. Πρβλ. Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος 45,3, PG

4. Γρηγορίου Παλαμά, Προς Γαβράν 30, έκδ. Π. Χρήστου, ο.π.,τόμ. Β’, σ. 358-359.

5. Γρηγορίου Παλαμά, Προς Παύλον Άσάνην 9, έκδ. Π. Χρήστου, ο.π.,τόμ. Β’, σ. 371.

6. βλ. Β’ Πέτρ. 1,4.

7. βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Θεοφάνης 15, έκδ. Π. Χρήστου, ο.π.,τόμ. Β’, σ.239.

8. βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Προς μοναχήν Ξένην 54, έκδ. Π. Χρήστου, Γρηγορίου του Παλαμά, Συγγράμματα, τόμ. Ε’, Θεσσαλονίκη 1992, σ. 222.

9. βλ. Λουκ. 14,26.

10. βλ. Φιλοθέου Κωνσταντινουπόλεως, Λόγος εις άγιον Γρηγόριον Παλαμάν, PG 151, 569 ΑΒ

11. βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Προς μοναχήν Ξένην 59 και προς Ιωάννην και Θεόδωρον τους φιλοσόφους 18, εκδ. Π. Χρήστου, Γρηγορίου του Παλαμά, Συγγράμματα, τομ. 5, Θεσσαλονίκη 1992, σ 224 και 239

12. Γρηγορίου Παλαμά, Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων 3,1,32, εκδ. Π. Χρήστου, ο.π., τόμ. Α΄, σ. 664.

Πηγή: «Ενατενίσεις», Περιοδική Έκδοση Ιεράς Μητροπόλεως Κύκκου και Τηλλυρίας, Τεύχος 10ο, Ιανουάριος – Απρίλιος 2010
 Μιχαήλ Χούλης, Η θεραπεία του παραλυτικού στην Καπερναούμ

Η θεραπεία του παραλυτικού στην Καπερναούμ (Μάρκ. 2, 1-12)

Μιχαήλ Χούλη, Θεολόγου

Η σπουδαιότερη μορφή στην ιστορία δεν είναι φυσικά άλλη από το πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Μας επισκέφτηκε εξ ύψους για να μας αποκαλύψει την αλήθεια του Τριαδικού Θεού, τη θεότητά Του, τον τρόπο της σωτηρίας μας, αλλά και για να συναντηθεί μαζί μας, να μας γνωρίσει και ως Θεάνθρωπος, να θεραπεύσει τις πληγές μας, ψυχικές και σωματικές. Διασώζονται στα ευαγγέλια 38 περιπτώσεις θαυμάτων του Ιησού (σε κάποια απ’ αυτά υπονοούνται πολύ περισσότερα), τα θαύματα όμως που πραγματοποίησε επί γης ήταν πράγματι πάμπολλα. Διότι ο ευαγγελιστής Ιωάννης επισημαίνει ότι «υπάρχουν και πολλά άλλα που έκανε ο Ιησούς, τα οποία, εάν συμπεριληφθούν το καθένα ξεχωριστά, νομίζω ότι ούτε αυτός ο κόσμος δεν θα χωρούσε τα βιβλία που θα γραφόντουσαν» (Ιω. 21,25). Τα θαύματα του Κυρίου ήταν σημεία του νέου κόσμου της χάριτος, που εγκαινιάστηκε επίσημα κατά την Πεντηκοστή, και με τα οποία προγευόμαστε και προσανατολιζόμαστε προς την αγιοπνευματική διάσταση της βασιλείας Του, όπου δεν θα υπάρχει πόνος, δάκρυ, αρρώστιες, κακίες και θάνατος: «Ιδού, η κατοικία του Θεού είναι μεταξύ των ανθρώπων. Θα κατοικήσει μαζί τους και αυτοί θα είναι λαός του και ο ίδιος ο Θεός θα είναι μαζί τους. Θα εξαλείψει ο Θεός κάθε δάκρυ από τα μάτια τους. Ο θάνατος δεν θα υπάρχει πια. Ούτε πένθος, ούτε κραυγή, ούτε πόνος θα υπάρχει πλέον, γιατί τα παλαιά παρήλθαν. Τότε εκείνος που κάθεται στο θρόνο είπε: Ιδού, τα κάνω όλα καινούργια» (Αποκ. 21,1-5).

  Όπως τα διψασμένα ελάφια τρέχουν στις πηγές των υδάτων, με τόση και περισσότερη θέρμη συνωστιζόταν ο κόσμος για να συναντηθεί με τον Ιησού και να ακούσει την θεία διδασκαλία Του. Όταν διαδόθηκε κάποτε πως βρισκόταν σε ένα σπίτι στην Καπερναούμ (ίσως του Πέτρου), συγκεντρώθηκαν τόσοι πολλοί άνθρωποι ώστε δεν υπήρχε χώρος για να σταθεί κανείς ούτε έξω από την πόρτα. Εκείνος κήρυττε το θείο λόγο. Έρχονται τότε και του φέρνουν έναν παράλυτο, που τον βαστούσαν τέσσερα άτομα. Λόγω της μεγάλης τους πίστης, και επειδή είχαν μεγάλη αγάπη στον Χριστό, αλλά και στον βαριά ασθενή συνάνθρωπό τους (ή και συγγενή τους), ανέβηκαν στην στέγη από την πίσω σκάλα του σπιτιού, αφαίρεσαν τη σκεπή (αποτελείτο από σταυρωτά ξύλινα δοκάρια, με λίγα κλαδιά, καλαμιές και παχύ στρώμα λάσπης), έκαναν ένα άνοιγμα, και κατέβασαν με σκοινιά τη μικρή κλίνη, πάνω στην οποία ήταν ξαπλωμένος ο παράλυτος, μπροστά στον μοναδικό Γιατρό. Όποιος αγαπά αληθινά πάντα βρίσκει τρόπους να πετύχει τον υψηλό σκοπό του και μάλιστα δείχνει την αγάπη του στην πράξη. Όταν ο Ιησούς είδε την δυνατή τους πίστη είπε στον παράλυτο: «Παιδί μου, σου συγχωρούνται οι αμαρτίες» (Μάρκ. 2,5). Όπως ο καλός φυσικός πατέρας δεν αρνείται να εξυπηρετεί τα παιδιά του, έτσι και ο Ιησούς σπλαχνίστηκε και συγχώρεσε και θεράπευσε τον παραλυτικό. Τον ονομάζει «παιδί του», αφού εισάγει πλέον στην ανθρωπότητα εκκλησιαστικά οικογενειακές σχέσεις. Φαίνεται ακόμη στα λόγια Του πως η πρωταρχική ρίζα της ασθένειας είναι η φθορά και η αδυναμία της φύσεώς μας, η αμαρτία, που διαιωνίζεται είτε ως φθαρτότητα και θνητότητα κληρονομικά, είτε προκαλείται από τις ίδιες τις προσωπικές μας πράξεις. Ο μοναδικός ιατρός, Ιησούς Χριστός, θεραπεύει πρώτα την πηγή και αιτία της ασθένειας και μετά θα επακολουθήσει η γιατρειά του σώματος. Ο Θεάνθρωπος είναι εξάλλου «ο αίρων την αμαρτία του κόσμου» (Ιω. 1,29) και ο καταργών «τα έργα του διαβόλου» (Α΄ Ιω. 3,8). 

Κάθονταν όμως εκεί μερικοί γραμματείς και συλλογίζονταν μέσα τους: «Πώς μιλάει αυτός έτσι, προσβάλλοντας τον Θεό; Ποιος μπορεί να συγχωρεί αμαρτίες; Μόνο ένας: Ο Θεός!». Διότι οι νομοδιδάσκαλοι θεωρούσαν βαρύτατη βλασφημία το να ισχυρίζεται κάποιος ότι μπορεί να συγχωρεί αμαρτίες. Το περιστατικό θέλει να υπογραμμίσει τη σύγκρουση του Ιησού με την θρησκευτική ηγεσία της εποχής του, οι οποίοι δεν παραδέχονταν ότι είναι ο Υιός του Θεού και ότι έχει το δικαίωμα «αμαρτίας αφιέναι». Αμέσως κατάλαβε ο Ιησούς ότι αυτά σκέφτονται και τους λέει: «Γιατί κάνετε αυτές τις σκέψεις; Τι είναι ευκολότερο να πω στον παράλυτο: ‘Σου συγχωρούνται οι αμαρτίες’ ή να του πω: ‘Σήκω, πάρε το κρεβάτι σου και περπάτα’; Για να μάθετε λοιπόν ότι έχω εξουσία να συγχωρώ πάνω στη γη αμαρτίες» –λέει στον παράλυτο: «Σε σένα το λέω, σήκω, πάρε το κρεβάτι σου και πήγαινε στο σπίτι σου». Ο κατάκοιτος όχι μόνο θεραπεύτηκε, αλλά βρήκε τη δύναμη να σηκώσει και το στρώμα του και μπροστά σ’ όλους βγήκε έξω, ενώ ο κόσμος θαύμαζε και δόξαζε το Θεό λέγοντας: «Τέτοια πράγματα ποτέ ως τώρα δεν είδαμε» (Μκ. 2,12). Φάνηκε από τότε ότι οι θεραπείες ασθενών, και όλα τα θαύματα του Ιησού μέχρι σήμερα, είναι προγεύσεις και προμηνύματα της τελικής νίκης του Θεού πάνω στη φθορά και το θάνατο. Και αυτό απορρέει από τη μεσσιανική εξουσία του Χριστού πάνω στην αρρώστια, το σατανά, το θάνατο. Να γιατί η Εκκλησία, που είναι η συνέχεια του Ιησού πάνω στη γη, έχει την εξουσία να συγχωρεί αμαρτίες και να θεραπεύει «κάθε νόσο και κάθε ασθένεια», εξουσία που ο Αρχηγός της μεταβίβασε σ’ αυτήν μέσω των αποστόλων και μαθητών Του (Ιω. 20,23).

Ο άνθρωπος επομένως έχει ανάγκη όχι μόνο από ψωμί και χρήματα, αλλά και από ευαισθησία, νόημα ζωής, κοινωνικότητα, δικαιοσύνη και ελευθερία. Στην ουσία ο Χριστός αποκαθιστά τον παραλυτικό στην κοινωνία της εποχής του από την οποία είχε χωριστεί, δεδομένης της τότε αντίληψης ότι ήταν παράλυτος λόγω μεγάλων αμαρτιών που είχαν διαπράξει οι γονείς του ή ο ίδιος. Οι χριστιανοί επομένως δεν μπορούν να είναι παθητικοί παρατηρητές των δρώμενων πάνω στη γη, αλλά οφείλουμε να ανακουφίζουμε τους πτωχούς, τους θλιμμένους, τους διωκόμενους και τους ταλαιπωρημένους. Η Εκκλησία απαρχής και μέχρι των εσχάτων ενδιαφέρεται και για τις υλικές ανάγκες, τις κοινωνικές πληγές, τις διακρίσεις, τη μόλυνση του περιβάλλοντος, τα δικαιώματα των εργαζόμενων, τη φτώχεια.

Το μήνυμα του Χριστού στον κάθε ασθενή είναι να ατενίζει το πρόβλημά του με αισιοδοξία και να μην το καλύπτει, να μην πάψει να πιστεύει, να μην απογοητεύεται αλλά να ανοίγεται σε φίλους και συγγενείς. Να προσπαθεί να αισθάνεται χρήσιμος και να αναμένει το θέλημα του Θεού με πίστη και υπομονή, με ελπίδα και αισιοδοξία. Έξοχα παραδείγματα τα ακόλουθα: Ο πιστός γερμανός συνθέτης Φρήντριχ Χαίντελ, αφού θεραπεύτηκε (μετά από προσευχή) από παραλυσία του δεξιού του χεριού, έγραφε για αρκετό διάστημα στη συνέχεια το αριστουργηματικό ορατόριό του ‘Μεσσίας’, που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1742 στο Δουβλίνο. Η Ώντρεϋ Μύλλερ, αν και έπασχε από πολιομυελίτιδα και ήταν παράλυτη σε όλο το σώμα κάτω από λαιμό, εν τούτοις είχε τέτοια πίστη που την βοήθησε να γράψει υπέροχα άρθρα, χτυπώντας με ένα σφυράκι ανάμεσα στα δόντια τη γραφομηχανή της. Τα κείμενά της αυτά, γεμάτα δύναμη και ελπίδα, τόνωσαν το ηθικό και παρηγόρησαν χιλιάδες αναγνώστριές της.

Βλέπουμε ότι η χάρη του Θεού ανακαινίζει τον άνθρωπο, τον λυτρώνει ψυχοσωματικά και ότι εξαρτάται από τη θέληση του Θεού και τη δική μας πίστη η σωτηρία μας. Η άκτιστη χάρη Του όμως δεν είναι απαραίτητο να ενεργεί πάντα τη σωματική θεραπεία (για λόγους πνευματικά παιδαγωγικούς), απ’ τη στιγμή που ο πιστός κοινωνεί ήδη με την πίστη και την αγάπη του στο μυστήριο του Χριστού, απελευθερώνεται με τη μετάνοιά του από τον εγωισμό και ατομισμό του και βαδίζει με ελπίδα και αρετή την αγιαστική του πορεία προς τη βασιλεία των Ουρανών.

ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ:

-ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΥΠΑΡΞΗ, Κων/νου Γρηγοριάδη, τόμ. α΄, έκδ. β΄, εκδ. Μεταμόρφωσις του Σωτήρος, Αθ. 2001

-Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΑΙ Ο ΚΑΙΝΟΥΡΙΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, Ν. Νευράκη, Αθ. 1989

-ΤΟ ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ, εκδ. Πουρναρά, Θεσσαλ. 1988
 ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ, ΤΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Γιορτάζουμε σήμερα 31 Μαρτίου, ημέρα μνήμης του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, του Θαυματουργού και Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης.

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ήταν δεινός θεολόγος και διαπρεπέστατος ρήτορας και φιλόσοφος. Δεν γνωρίζουμε το χρόνο και τον τόπο της γέννησής του. (Ο Σ. Ευστρατιάδης όμως, στο αγιολόγιο του, αναφέρει ότι ο Άγιος Γρηγόριος γεννήθηκε το 1296 μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη, από τον Κωνσταντίνο τον Συγκλητικό και την ευσεβέστατη Καλλονή).

Ξέρουμε όμως, ότι κατά το πρώτο μισό του 14ου αιώνα μ.Χ. ήταν στην αυτοκρατορική αυλή της Κωνσταντινούπολης, απ' οπού και αποσύρθηκε στο Άγιο Όρος χάρη ησυχότερης ζωής, και αφιερώθηκε στην ηθική του τελειοποίηση και σε διάφορες μελέτες.

Το 1335 μ.Χ. με τους δύο αποδεικτικούς λόγους του «Περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος», ήλθε σε σύγκρουση με τον Βαρλαάμ τον Καλαβρό, ο οποίος δίδασκε πως ο άνθρωπος δεν μπορεί να γνωρίσει το Θεό, κι ακόμα περισσότερο δεν μπορεί να ενωθεί μαζί Του.

Κατά τα λεγόμενα του Βαρλαάμ, ο Θεός είναι «κλειστός στον εαυτό του» και δεν μπορεί να ενωθεί με τους ανθρώπους. Επομένως, οι «ησυχαστές», οι μοναχοί δηλαδή εκείνοι που έλεγαν ότι μπορεί ο άνθρωπος, αν έχει καθαρή καρδιά και αν συγκεντρωθεί στην «καρδιακή προσευχή» (το «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ Θεού, ελέησόν με»), να ενωθεί με το Θεό και να φωτισθεί και να δει το Άκτιστο φως, ασχέτως της μόρφωσής του, δεν ήταν Ορθόδοξοι αλλά «μεσσαλιανιστές» και «ομφαλόψυχοι».

Μετά από αυτές τις τοποθετήσεις του Βαρλαάμ, ο Παλαμάς εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη από όπου και άρχισε τον αγώνα «υπέρ των Ιερώς ησυχαζόντων», δηλ. αυτών που ασκούσαν τον ησυχασμό, συγγράφοντας μάλιστα και τους ομώνυμους λόγους του. Το ζητούμενο της πάλης αυτής ήταν κυρίως το μεθεκτικόν ή αμέθεκτον της θείας ουσίας.

Ο Γρηγόριος, οπλισμένος με μεγάλη πολυμάθεια και ισχυρή κριτική για θέματα αγίων Γραφών, διέκρινε μεταξύ θείας ουσίας αμεθέκτου και θείας ενεργείας μεθεκτής. Και αυτό το στήριξε σύμφωνα με το πνεύμα των Πατέρων και η Εκκλησία επικύρωσε την ερμηνεία του με τέσσερις Συνόδους. Στην τελευταία, που έγινε στην Κωνσταντινούπολη το 1351 μ.Χ., ήταν και ο ίδιος ο Παλαμάς. Αλλά ο Γρηγόριος έγραψε πολλά και διάφορα θεολογικά έργα, περίπου 60.

Αργότερα ο Πατριάρχης Ισίδωρος, τον εξέλεξε αρχικά επίσκοπο Θεσσαλονίκης. Λόγω όμως των τότε ζητημάτων, αποχώρησε πρόσκαιρα στη Λήμνο. Αλλά κατόπιν ανέλαβε τα καθήκοντα του. Πέθανε το 1360 μ.Χ. και τιμήθηκε αμέσως σαν Άγιος. Ο Πατριάρχης Φιλόθεος, έγραψε το 1376 μ.Χ. εγκωμιαστικό λόγο στο Γρηγόριο Παλαμά, μαζί και ακολουθία και όρισε την εκκλησιαστική μνήμη του στη Β' Κυριακή της Μ. Τεσσαρακοστής.

Το τίμιο σώμα του, μετά από την εκταφή, υπήρξε άφθαρτο, δηλαδή δέν σάπισε, αλλά ευωδίαζε και θαυματουργούσε. Στούς λατίνους όμως, τους υποτελείς του Πάπα, ήταν χονδρό αγκάθι η ενθύμιση του Αγίου και μάλιστα ολόσωμου. Γι αυτό πολλες φορές τον συκοφαντούσαν λέγοντας, πως για τα αμαρτήματά του έμεινε «άλυωτος», δέν δέχθηκε από απέχθεια η γη να τον διαλύσει «στα εξ ων συνετέθη»! Τον 19ο αιώνα μ.Χ. ο ναός του Αγίου καταστράφηκε από φωτιά και το τίμιο σκήνωμά του κάηκε αφήνοντας μόνον τα οστά ανέπαφα!

Τόσο γινάτι κράτησαν οι καθολικοί που όταν τυπώνονταν οι εκκλησιαστικές μας ακολουθίες στην Βενετία - κατά τους χρόνους της τουρκοκρατίας - ο Δόγης έδινε την άδειά του για την έκδοση, μόνον εφόσον δέν υπήρχε σχετική αναφορά στον Αγιο. Έτσι για αρκετά χρόνια που κυκλοφορούσαν τα έντυπα από την Βενετία, η γιορτή του είχε σχεδόν ξεχαστεί. Περί τα μέσα και τέλη του 20ου αιώνα, επανήλθε η μνήμη των ενδόξων αγώνων του και έλαβε την πρέπουσα θέση στον χώρο των Ορθόδοξων ναών.

Στους εορτάζοντες και στις εορτάζουσες, χρόνια πολλά και ευάρεστα στο Θεό !!!

Απολυτίκιο:

Ήχος πλ. δ'.

Ορθοδοξίας ο φωστήρ, Εκκλησίας το στήριγμα και διδάσκαλε, των Μοναστών η καλλονή, των θεολόγων υπέρμαχος απροσμάχητος, Γρηγόριε θαυματουργέ, Θεσσαλονίκης το καύχημα, κήρυξ της χάριτος, ικέτευε διά παντός, σωθήναι τας ψυχάς ημών.
Κυριακή β΄ Νηστειών (Γρηγορίου του Παλαμά))

«Τέκνον, ἀφέωνται σοί αἱ ἁμαρτίαι σου»

Ακούσαμε σήμερα, αγαπητοί μου, το Ευαγγελικό ανάγνωσμα που μας ανέγνωσε η αγία μας Εκκλησία, Β΄ Κυριακή των Νηστειών, ημέρα που πανηγυρίζουμε τη μνήμη του Αγίου Γρηγορίου, Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης του Παλαμά. Και μας το διάβασε για να μας οδηγήσει στην μετάνοια αφού ο Χριστός πρώτα θεράπευσε τη ψυχή του παραλύτου της περικοπής μας και έπειτα το σώμα του. Πως όμως συνέβη τούτο; Τέσσερις σπλαγχνικοί άνθρωποι είδαν τον παράλυτο και αποφάσισαν ότι δεν έπρεπε να τον αφήσουν αβοήθητο. Πίστευαν ότι ο Χριστός μπορούσε να τον θεραπεύσει.

Πολλοί έβλεπαν τον παράλυτο. Τον έβλεπαν οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι, τον έβλεπε κι όλος ο Ιουδαϊκός λαός. Τι έκαναν όμως; Τίποτα. Οι τέσσερις αυτοί άνθρωποι, άγνωστοι μεν σε μας, γνωστοί όμως στο Θεό, ήθελαν να μεταφέρουν τον παράλυτο στο Χριστό. Δεν περίμεναν να πάει ο Χριστός στο παράλυτο. Πως όμως; Σκέφτηκαν διάφορους τρόπους. Η αγάπη, αδελφοί μου, είναι εφευρετική. Έτσι βρήκαν τον τρόπο μεταφοράς του παραλύτου. Τον έβαλαν πάνω σε ένα φορείο και τον πήγαν στο σπίτι όπου δίδασκε κείνο τον καιρό ο Χριστός. Τότε όμως βρήκαν μπροστά τους ένα πρόβλημα. Στο σπίτι υπήρχε πλήθος λαού που δεν άνοιγε δρόμο να περάσει το φορείο με τον παράλυτο. Όλοι κρατούσαν σφικτά τις θέσεις τους. Το θέαμα του δυστυχισμένου αυτού ανθρώπου κανέναν απ’ αυτούς δεν συγκινεί. Θα περιμέναμε οι Γραμματείς και Φαρισαίοι που διάβαζαν το Νόμο να φανούν και εφαρμοστές του.

Αλλά δεν τον εφάρμοζαν. Τότε, πως έβαλαν οι τέσσερις σπλαγχνικοί άνθρωποι τον παράλυτο στο σπίτι; Είπαμε ότι η αγάπη είναι εφευρετική. Και βρήκαν τον τρόπο. Ανέβηκαν στη σκεπή του σπιτιού, όπως γνωρίζουμε από το ευαγγελικό ανάγνωσμα, «ἀπεστέγασαν τήν στέγη»,  όπως μας λέει ο ευαγγελιστής Μάρκος, και κατέβασαν τον παράλυτο με σχοινί μπροστά στο Χριστό. Και ο Χριστός σταματώντας για λίγο την ομιλία του, βλέπει την πίστη των τεσσάρων αυτών ανθρώπων, των αχθοφόρων της αγάπης, και απευθύνεται προς τον παράλυτο λέγοντάς του: «τέκνον, ἀφέωνται σοί αἱ ἁμαρτίαι σου».  Παιδί μου, του λέει, σου συγχωρούνται οι αμαρτίες σου. Η πίστη των τεσσάρων αυτών ανθρώπων τους έκαναν να αγαπήσουν τον άγνωστο άνθρωπο γι’ αυτούς και να τον σώσουν οδηγώντας τον στο Χριστό. Αλλά γιατί ο Χριστός να θεραπεύσει πρώτα την ψυχή του παραλύτου;

Γιατί, όπως μας λέει ο Απὀστολος Παύλος, όλες οι ασθένειες οφείλονται στην αμαρτία. Γι’ αυτό και ο Χριστός; συγχώρεσε πρώτα τις αμαρτίες του. Οι Γραμματείς και Φαρισαίοι όμως, που ήταν γεμάτοι υποκρισία, έλεγαν μέσα τους ότι ο Χριστός είναι βλάσφημος. Ποιος μπορεί να συγχωρεί αμαρτίες; Μόνον ο Θεός. Πως τότε, έλεγαν μέσα τους, ο Χριστός λέει ότι μπορεί να συγχωρεί αμαρτίες; Θεός είναι; Δεν καταλάβαιναν ότι μπροστά τους είχαν τον Υιό και Λόγο του Θεού. Αλλά ο Χριστός που διαβάζει και τις πιο κρυφές μας σκέψεις είπε: τι είναι πιο εύκολο σε μένα, να πω στον άνθρωπο αυτό σου συγχωρούνται οι αμαρτίες σου ή να του πω «σήκω, πάρε το κρεββάτι σου και πήγαινε υγιής στο σπίτι σου»;

Για να δείτε πως είμαι Αληθινός Θεός λέει στον παράλυτο: παιδί μου σήκω υγιής και πήγαινε σπίτι σου. Ναι, αδελφοί μου, εκείνο που έκανε το Χριστό να θεραπεύσει τον παράλυτο είναι τόσο η πίστη των τεσσάρων, όσο και η αγάπη τους. Εμείς πως διδασκόμαστε από το παράδειγμα των τεσσάρων αυτών ανθρώπων; Και σήμερα υπάρχουν άνθρωποι δυστυχισμένοι. Υπάρχουν άνθρωποι εγκαταλελειμμένοι στα νοσοκομεία και σε άλλα ιδρύματα που χρειάζονται το λιγότερο ένα λόγο παρηγοριάς από μας. Γιατί ενδέχεται να υπάρχουν και άνθρωποι που δεν έχουν σταθερά πίστη και να λένε ότι όχι μόνο οι άνθρωποι αλλά κι ο Θεός τους εγκατέλειψε. Μπορεί εμείς να μην είμαστε ο Χριστός και να θαυματουργούμε. Μπορεί να είμαστε οι άγιοι Απόστολοι που να κάνουμε θαύματα με τη δύναμη του Χριστού. Μπορούμε όμως να πούμε στους συνανθρώπους ένα καλό λόγο για να μην νιώθουν μόνοι στη ζωή.

Υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που θέλουν να έρθουν εκκλησία αλλά δεν μπορούν γιατί δεν μπορούν να έρθουν μόνοι τους. Πρέπει κάποιος να τους μεταφέρει. Εμείς πηγαίνουμε στην αγορά, στο θέατρο, στο κινηματογράφο, στην πλατεία. Αλλά αυτοί δεν μπορούν γιατί χρειάζεται κάποιος να τους μεταφέρει. Και άλλοι πάλι χρειάζεται να τους τονώσουμε την πίστη. Γιατί εκτός από την παραλυσία του σώματος υπάρχει και η παραλυσία της ψυχής. Έτσι η αγάπη μας, αδελφοί, πρέπει να απλώνεται και να αγκαλιάζει όλους τους ανθρώπους.  Και επειδή μιλήσαμε για πίστη, και σήμερα εορτάζουμε την μνήμη του Αγίου Γρηγορίου, Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, του Παλαμά, που ήταν άνθρωπος πίστεως, αγάπης, ταπεινοφροσύνης και κάθε αρετής μας διδάσκει την αγάπη. Δεν πρέπει η προσευχή μας και η αγάπη μας να είναι μόνον για τους δικούς μας. Γιατί ο Χριστός δεν ήρθε για λίγους ανθρώπους.

Δεν ήρθε για μια φυλή και ένα έθνος. Ήρθε για όλο τον κόσμο. Τώρα γίνεται μια άδικη επίθεση προς τους ανθρώπους της Λιβύης. Σκοτώνονται πάρα πολλοί αθώοι άνθρωποι. Τι κι αν δεν είναι Χριστιανοί; Η καρδιά μας ως χριστιανοί πρέπει να αγαπά κάθε άνθρωπο στη γη μας. Ακόμα και τους ειδωλολάτρες και τους μωαμεθανούς. Υπάρχουν άπιστοι που λένε ότι η πίστη του Χριστού χάθηκε. Λάθος! Όσο υπάρχουν άνθρωποι που έχουν την αρετή της αγάπης ως την μεγαλυτέρα στη ζωή τους η πίστη ζει και ο Χριστός είναι μέσα μας. Όταν εφαρμόζουμε το Ευαγγέλιο στη ζωή μας η πίστη του Χριστού είναι ζωντανή. Αδελφοί μου! Ο αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, Άγιος Γρηγόριος, εκτός του ότι πολέμησε τους αιρετικούς παπικούς, ζητά από το Θεό το φωτισμό Του.

«Κύριε, λέει, φώτισόν μου το σκότος». Αυτός που ήταν φωτισμένος και είχε αγωνισθεί σ’ όλη τη ζωή του μέσα στις σπηλιές και τις ερήμους της Βεροίας λάμποντας εν τέλει ως φως μέσα στην μεγαλούπολη Θεσσαλονίκη, ζητά το φωτισμό του Θεού. Εμείς ποιοι είμαστε αδελφοί, που πολλές φορές λέμε ότι δεν έχουμε αμαρτίες για να πάμε στον πνευματικό και να εξομολογηθούμε; Χρειαζόμαστε, αδελφοί μου, την Εξομολόγηση για να φωτίζουμε τη ψυχή μας και να καθαριζόμαστε ψυχικά. Εύχομαι να είμαστε, και εάν δεν είμαστε να γίνουμε όλοι μας πιστοί και ευλαβείς χριστιανοί, άνθρωποι αγάπης και ελπίδος στο Θεό, για να κερδίσουμε μαζί με τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά που εορτάζει σήμερα η εκκλησία μας και όλη τη χορεία των αγίων τη βασιλεία των ουρανών. Αμήν

Σάββατο 8 Μαρτίου 2014

Η ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ π. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΟΡΜΠΑΡΑΚΗΣ

Η Κυριακή της Ορθοδοξίας δεν αντιμετωπίζεται από την Εκκλησία μας σαν μια απλή Κυριακή. Η όλη τελετουργία της ημέρας δείχνει την ιδιαιτερότητά της, αφού στην ουσία προβάλλει όλα εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν περιεχόμενα της πίστεως και της ζωής της Εκκλησίας. Το Συνοδικό μάλιστα της Ορθοδοξίας, που ακούμε το πρωί, έρχεται να επιβεβαιώσει την πεποίθηση της Εκκλησίας ότι η ίδια βρίσκεται στον κόσμο όχι σαν ένας κλώνος στο δέντρο του Χριστιανισμού, όπως πιστεύουν οι αιρετικοί Προτεστάντες, αλλά σαν το ίδιο το δέντρο, η προέκταση κατ᾽ αλήθειαν του Κυρίου, ῾῾ο Χριστός παρατεινόμενος εις τους αιώνας᾽᾽, κατά τη γνωστή έκφραση του αγίου Αυγουστίνου.
῾῾ΟΙ προφήται ως είδον, οι Απόστολοι ως εδίδαξαν, η Εκκλησία ως παρέλαβεν, οι Διδάσκαλοι ως εδογμάτισαν, η Οικουμένη ως συμπεφώνηκεν, η χάρις ως έλαμψεν...ο Χριστός ως εβράβευσεν. Οὔτω φρονούμεν, ούτω λαλούμεν, ούτω κηρύσσομεν Χριστόν τον αληθινόν Θεόν ημών...᾽᾽. ῾῾Αύτη η πίστις των Αποστόλων, αύτη η πίστις των Πατέρων, αύτη η πίστις των Ορθοδόξων, αύτη η πίστις την Οικουμένην εστήριξεν᾽᾽.

1.  Η Ορθόδοξη Εκκλησία:  η μόνη Εκκλησία που διασώζει την αληθινή εικόνα του Χριστού.

Η πεποίθηση της Ορθόδοξης Εκκλησίας  ότι διασώζει την αληθινή εικόνα του Χριστού - πεποίθηση η οποία στηρίζεται και στην ιστορία και στην εμπειρία όλων των αγίων -  σημαίνει πρώτα από όλα ότι αν θέλει κανείς να έχει ορθή σχέση μέ τόν Χριστό, αν θέλει να Τον δει ανόθευτα και γνήσια, πρέπει να ενταχτεί στο σώμα της, να γίνει μέλος της, να βαπτιστεί ορθόδοξος χριστιανός. Διότι αυτή είναι η μόνη Εκκλησία που συνέχισε και συνεχίζει να ζει και να βλέπει τα πράγματα σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του Χριστού και των Αποστόλων. Σ᾽ έναν κόσμο που προβάλλει πολλούς παρμορφωτικούς φακούς, που και μέσα στο Χριστιανισμό παρουσιάζονται φαινόμενα πολλαπλής απόκλισης, η Ορθόδοξη Εκκλησία μάς τοποθετεί άμεσα και σε ευθεία γραμμή προς την Αποκάλυψη του Χριστού. Καλύτερα:  ο ίδιος ο Χριστός κρατάει ανοιχτή την αληθινή εικόνα Του και την παρουσία Του στον κόσμο μέσα από το ζωντανό σώμα Του, την Ορθόδοξη Εκκλησία.
´Ετσι ο ορθόδοξος βαπτισμένος χριστιανός δεν έχει δική του πίστη. Η πίστη του είναι η πίστη της Εκκλησίας, της οποίας ο ίδιος είναι ενσυνείδητο μέλος. Αν ενδεχομένως ο ορθόδοξος θελήσει να έχει δική του πίστη, τότε παύει αυτομάτως να ανήκει και στην Εκκλησία του Χριστού. Διότι θέτει τον εαυτό του υπεράνω του όλου, του σώματος, άρα στην πραγματικότητα αυτοθεοποιείται. Στη συγκεκριμένη περίπτωση βρισκόμαστε μπροστά ακριβώς σ᾽ αυτό που συνιστά την ουσία τη αμαρτίας:  τον εγωισμό του ανθρώπου.
Από την άποψη αυτή το βασικό γνώρισμα του ορθοδόξου πιστού είναι η υπακοή, άρα και η ταπείνωση, δεδομένου ότι η υπακοή προϋποθέτει την ταπείνωση του ανθρώπου.Επανειλημμένως μάλιστα έχει τονιστεί ότι ορθόδοξος δεν είναι τόσο ο ενάρετος, όσο ο ταπεινός. Κι η ταπείνωση αυτή κρίνει και τη γνησιότητα της οποιασδήποτε νομιζομένης αγιότητας. Με άλλα λόγια ο θεωρούμενος άγιος είναι τόσο πιο πολύ άγιος, όσο είναι έτοιμος να υπακούσει στην Εκκλησία, με την υπάρχουσα αγιοοπνευματική συνοδική δομή της και τους κανονικούς ποιμένες της. Ποτέ κανείς πραγματικά άγιος άλλωστε δεν έθεσε τη δική του αγιότητα υπεράνω της αγιότητας της Εκλησίας.Γι᾽ αυτό και δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι οι πραγματικά μεγάλοι Γέροντες, σαν τους όσιο Πορφύριο, Παΐσιο, Ιάκωβο, Σωφρόνιο, είχαν έντονο εκκλησιαστικό φρόνημα και παρέπεμπαν πάντοτε τους ανθρώπους να ενταχτούν στην κανονική ορθόδοξη Εκκλησία, μέλη τίμια της οποίας ήσαν και είναι άλλωστε και οι ίδιοι.
Ας ακούσουμε για παράδειγμα αυτά που γράφει σε μια επιστολή του ο Γέροντας Σωφρόνιος: ῾῾Πιστεύω στον Χριστό. Πιστεύω τον Χριστό. Είμαι δεμένος με την αγάπη του Χριστού. Εμπιστεύομαι μόνο τόν Χριστό που γνώρισα στην Εκκλησία᾽᾽. ῾῾Ο Χριστός, τον Οποίο μου έδωσε η Εκκλησία! Δεν καταφρονώ κανένα μέσο που συντελεί στην ένωσή μου με τον Χριστό. Αλλά είναι άραγε δυνατό να βρούμε κάπου έξω από την Εκκλησία σε μεγαλύτερη αφθονία αυτά τα μέσα; Στην Εκκλησία έχω τον ενσαρκωθέντα Θεό με τρόπο, ώστε να τρώμε και να πίνουμε τον Θεό, να αναπνέουμε τον Λόγο Του. Με το όνομά Του, τον Λόγο Του, τη δύναμή Του τελούμε τα μυστήρια. Και τα μυστήρια αυτά δεν αποτελούν κάποια απλά μόνο σύμβολα, αλλά αληθινή πραγματικότητα. Και όλη η πείρα αυτό μαρτυρεί τόσο ολοφάνερα᾽᾽. Και σε άλλο σημείο της επιστολής σημειώνει τα εξής καταπληκτικά: ῾῾ Ο χριστιανισμός δεν μπορεί να μην είναι εκκλησιαστικός, αν εξετάσουμε προσεκτικά την Εκκλησία ως σώμα του Χριστού ή ως ιστορικό φαινόμενο, ως κοινότητας των χριστιανών... Τι είναι λοιπόν αυτό που μου δίνει η Εκκλησία;  Το βάπτισμα, τη μετάνοια, την κοινωνία, την ιερωσύνη κλπ. Μέσα από την Εκκλησία, σύμφωνα πάντα με το μέτρο των δνατοτήτων μου, γίνομαι κληρονόμος της πιο μεγαλειώδους παραδόσεως που υπάρχει στην ιστορία της ανθρωπότητας. Διά μέσου της Εκκλησίας και μέσα στην Εκκλησία ζω συνεχώς την πιο ζωντανή σχέση με τον Ιωάννη τον Θεολόγο και τον Παύλο και τους Αποστόλους, με τον Αθανάσιο, τον Βασίλειο και τους άλλους Πατέρες, με τον Αντώνιο και τον Σισώη, με τον Μακάριο και τον Ισαάκ, με τον Μάξιμο και τον Συμεών τον Νέο Θεολόγο, με τον Γρηγόριο Παλαμά, τον Σεραφείμ του Σάρωφ. Αυτοί είναι οι οικείοι μου, οι συγγενείς μου. Τους παρέλαβα όμως στην εκκλησιαστική τάξη. ´Εξω από την Εκκλησία ο σύνδεσμος μαζί τους εξασθενεί. ´Εστω και σε μικρότερο μέτρο, ζω όμως την ίδια ζωή με αυτούς. Διά μέσου της Εκκλησίας διαμορφώνω στη συνείδησή μου την εικόνα του από άπειρη αγάπη Εσταυρωμένου για τις αμαρτίες μας Χριστού. Εικόνα που πάντοτε με πράο, αλλά έντονο τρόπο, ελκύει την ψυχή μου! Και να, όλα αυτά μου δίνουν τη δύναμη να υπομένω πολλά ανόητα διεστραμμένα, που συναντάμε στο εκκλησιαστικό περιβάλλον᾽᾽.

2. Η ορθοδοξία ως ορθόδοξη πίστη και ορθόδοξη πράξη (αγάπη).

Δεν είναι μισαλλόδοξες κορώνες τα παραπάνω. Δεν έχουν να κάνουν με φανατισμούς και υπερηφάνιες αδιάκριτες. Είναι φωνή ευθύνης και συναίσθησης του βάρους αποστολής από εκείνους που τάχτηκαν να φυλάγουν Θερμοπύλες της πίστεως. Είναι η φωνή των Πατέρων μας και των Αγίων μας, που έδωσαν και το αίμα τους για να διαφυλαχτεί ανόθευτη η παράδοση του Χριστού και των Αποστόλων. Είναι το ῾῾ουκ ένι εν άλλω ουδενί η σωτηρία᾽᾽ (Πρ. Απ. 4, 12) των Αποστόλων, όταν μιλούσαν για τον Ι. Χριστό. Οι μισαλλοδοξίες και οι φανατισμοί είναι ανέξοδη υπόθεση. Εξαντλούνται σε φωνασκίες ή το ακόμη χειρότερο σε βιαιότητες που καλλιεργούν τα πάθη του ανθρώπου και στρέφονται κατά του συνανθρώπου. Ο αγώνας όμως για την ορθόδοξη πίστη αποτελεί αγώνα που προϋποθέτει το θάνατο του ίδιου του ορθοδόξου για να ζήσει ο κόσμος. Συμπεριφέρεται δηλ. ο ορθόδοξος στον αγώνα του σαν τον ίδιο τον Χριστό: όπως Εκείνος ήλθε για να φέρει  τη ζωή περνώντας από τη διαδικασία του θανάτου Του, κατά τον ίδιο τρόπο και ο γνήσιος πιστός Του: πεθαίνει ο ίδιος προς χάρη του άλλου!
Είναι αυτονόητο έτσι ότι ο ορθόδοξος δεν είναι ο απλά ορθοδοξολογών. ´Οποιος πιστεύει ότι η ορθοδοξία είναι θέμα ορθών και μόνο λόγων είναι πλανεμένος στο έπακρο. Ο Κύριος διαβεβαίωσε ότι ῾῾ου πας ο λέγων μοι Κύριε, Κύριε, εισελεύσεται εις την βασιλείαν των Ουρανών, αλλ᾽ ο ποιών το θέλημα του πέμψαντός με Πατρός᾽᾽(Μαθ. 7, 21῟). ´Ετσι ορθόδοξος είναι εκείνος που ζει την ορθή πίστη, που τηρεί το θέλημα του Ουράνιου Πατέρα. Δηλ. εκείνος που κ α ι πιστεύει στον Χριστό, αλλά  κ α ι  αγαπά το συνάνθρωπό του. Διότι αυτή την εντολή μάς έδωσε ο Κύριος:  ᾽῾Αύτη εστίν η εντολή αυτού: ίνα πιστεύσωμεν τω ονόματι του Υιού Αυτού και αγαπώμεν αλλήλους᾽᾽ (Α´ Ιωάν. 3, 23).
Δεν πρέπει να λησμονούμε άλλωστε αυτό που επανειλημμένως επισημαίνει ο λόγος του Θεού:  μια ορθοδοξολογία χωρίς την εμψύχωσή της από την ίδια τη ζωή, πέρα από υποκρισία, συνιστά μνήμη προσωρινή. Σιγά-σιγά εκφυλίζεται μέχρις ότου χαθεί παντελώς! Ο άγιος Ιάκωβος ο αδελφόθεος με εποπτικό τρόπο γράφει:  ῾῾ ´Οποιος ακούει το λόγο του Θεού και δεν τον εφαρμόζει, αυτός μοιάζει με άνθρωπο που βλέπει τον εαυτό του μέσα σ᾽ έναν καθρέπτη. Τον βλέπει και φεύγοντας ξεχνάει αμέσως πώς ήταν!᾽᾽ (1, 23-24).
´Ισως όμως θέσει κανείς εκ του αντιθέτου το λογικό ερώτημα:  δεν υπάρχει περίπτωση να ζήσει κανείς ορθόδοξα χωρίς να είναι ορθόδοξος;  Να ζήσει δηλ. την αγάπη χωρίς να πιστεύει στον Χριστό;  Η απάντηση, όσο κι αν φαίνεται απόλυτη, ειναι αρνητική. Κανείς δεν μπορεί να αγαπήσει, να πράξει δηλ. ορθά, χωρίς την ανάλογη πίστη. Διότι η αγάπη για την οποία μιλάει ο Χριστός είναι η αγάπη που έδειξε και έζησε Εκείνος. ´Οχι μια αγάπη που αποτελεί απλό συναίσθημα και αγκαλιάζει μόνο τους δικούς μας ανθρώπους, αλλά μιά αγάπη που κινείται και στο χώρο των εχθρών και αντικειμένων μας, μια αγάπη που γίνεται μια τεράστια αγκαλιά για όλον τον κόσμο. ῾῾Αύτη εστίν η εντολή η εμή, ίνα αγαπάτε αλλήλους, καθώς ηγάπησα υμάς. Μείζοντα ταύτης αγάπην ουδείς έχει, ίνα τις την ψυχήν αυτού θη υπέρ των φίλων αυτού᾽᾽ (Ιωάν. 15, 13).
Ποιος μπορεί να φτάσει στο σημείο αγάπης και προς τον εχθρό;  Η ανθρώπινη φύση δεν φτάνει μέχρις εκεί. Τα καλά αποθέματά της εξαντλούνται πολύ γρήγορα. Το ανθρώπινο συναίσθημα δεν μπορεί να υπερνικήσει την αδικία και την πονηρία ενός εχθρού μας. Απαιτείται η υπέρ φύσιν ενέργεια:  η χάρη του ίδιου του Χριστού, για να ικανώσει τον άνθρωπο να δει και μέσα ακόμη από την κακία του πλησίον, την εικόνα του Θεού, τον ίδιο τον Χριστό. Ποια μάτια πέρα από τα μάτια της πίστεως σ᾽ Εκείνον, μπορούν να δουν έτσι;  Ποια καρδιά μπορεί να αγαπήσει με την ανιδιοτέλεια του Χριστού παρά η καρδιά που φέρει τον Χριστό και έχει τη χάρη Του ενεργούσα μέσα της λόγω του αγίου βαπτίσματος;
´Ετσι ο ισχυρισμός ότι και ο εκτός της Εκκλησίας άνθρωπος μπορεί να αγαπά σαν τόν Χριστό είναι πλάνη και ουτοπία. Το αντίθετο μάλιστα: ο τονισμός της αγάπης και προς τον εχθρό χαρακτηρίζεται από τον μη πιστό το λιγότερο ως αφέλεια και αθεράπευτος ρομαντισμός. Προσβάλλει κατ᾽ αυτόν το αίσθημα της ανθρώπινης δικαιοσύνης, γι᾽ αυτό και απορρίπτεται ασυζητητί. ´Ωστε μόνον ο ορθόδοξος πιστός, που ζει και αναπνέει τον αέρα της ορθόδοξης Εκκλησίας μπορεί να αγαπά με τον τρόπο του Χριστού. Μόνον ο ορθά πιστεύων είναι και ορθά πράττων.
Με τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι ο αγώνας για την αλήθεια της πίστεως τελικώς αποτελεί αγώνα για την αλήθεια του ίδιου του ανθρώπου:  να διακρατηθεί  το αληθινό του πρόσωπο, να μπορεί ο άνθρωπος να αγαπά. Μένω στην ορθόδοξη Εκκλησία σημαίνει μένω στον Χριστό και μένω στον Χριστό σημαίνει μπορώ να αγαπώ:  απλά και αληθινά, όλον τον κόσμο, όπου γης, χωρίς όρια και φραγμούς. Αυτό ακριβώς έκαναν και οι άγιοί μας. Αγάπησαν τον Χριστό και έδειξαν την αληθινή αγάπη και προς τον άνθρωπο. Γι᾽ αυτό και όταν μιλάμε για την Ορθόδοξη Εκκλησία δεν πρέπει το μυαλό και η σκέψη μας να πηγαίνουν σε κάποιους ίσως κληρικούς ή και σε κάποιους λαϊκούς, που μπορεί να μη στέκουν σωστά στην πίστη. Η σκέψη μας πρέπει να πηγαίνει στους αγίους μας. Οι άγιοί μας είναι τα όρια της ορθοδοξίας μας, γιατί σ᾽ αυτούς φανερώνεται ο ίδιος ο Χριστός μας. Αυτοί αποτελούν την προέκτασή Του στον κόσμο, όπως το έχει διατυπώσει και ο μέγας απόστολος Παύλος, ο αγιώτερος πάντων για πολλούς: ῾῾Ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός῾῾ (Γαλ. 2, 20).
Στην πραγματικότητα οι άγιοι δείχνουν τι σημαίνει αποκατάσταση των εικόνων -  ό,τι εορτάζουμε ιστορικά την Κυριακή της Ορθοδοξίας. Αποκατέστησαν με τη χάρη του Θεού την εικόνα Εκείνου μέσα τους, γι᾽ αυτό και τιμώντας αυτούς τον Χριστό στην πραγματικότητα τιμούμε και δοξάζουμε. ῾῾...Τον μεν (Χριστόν) ως Θεόν και Δεσπότην προσκυνούντες και σέβοντες, τους δε (αγίους) δια τον κοινόν Δεσπότην, ως αυτού γνησίους θεράποντας τιμώντες, και την κατά σχέσιν προσκύνησιν απονέμοντες᾽᾽ κατά τη διατύπωση και πάλι του Συνοδικού της Ορθοδοξίας.

3. Ορθοδοξία και ιεραποστολή.

Αυτό το αγκάλιασμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας για όλον τον κόσμο -  προέκταση της αγκαλιάς του Χριστού, όπως είπαμε - δικαιολογεί και το γιατί η ορθοδοξία σχετίζεται πάντοτε και με την ιεραποστολή. Η Εκκλησία μας δηλ. τη συγκεκριμένη ημέρα θυμάται και τα εκλεκτά εκείνα μέλη της, που έλαβαν την κλήση από τον Θεό να μεταφέρουν το μήνυμα του Ευαγγελίου στα πλανεμένα ανά τον κόσμο αδέλφια τους. Κι η σχέση αυτή ορθοδοξίας και ιεραποστολής φαίνεται καθαρά στο ευαγγελικό ανάγνωσμα της Θείας Λειτουργίας της ημέρας, όταν ο απόστολος Φίλιππος, αφού ακολούθησε τον Χριστό, ένιωσε την ανάγκη να καλέσει και τον αδελφικό του φίλο Ναθαναήλ, προκειμένου να γίνει κι αυτός μέτοχος της ίδιας εμπειρίας. Κι είναι τούτο μια αλήθεια που δεν πρέπει να ξεχνάμε, αφού υπάρχουν πολλοί που κατηγορούν το Χριστιανισμό ότι η αφοσίωση που κηρύσσει στον Χριστό οδηγεί σε απομόνωση και απομάκρυνση από το συνάνθρωπο. Δεν υπάρχει λοιπόν μεγαλύτερη πλάνη και μεγαλύτερο ψέμα από αυτό. Και τούτο γιατί όσο πλησιάζει και προσεγγίζει κανείς τον Χριστό, τόσο και περισσότερο στρέφεται, όπως νομίζουμε επαρκώς δείξαμε και παραπάνω, με αγάπη προς το συνάνθρωπό του.
Θα επιμείνουμε στην αλήθεια αυτή με μια πολύ όμορφη εικόνα την οποία μας δίνει ο μεγάλος ασκητικός διδάσκαλος, αββάς Δωρόθεος. ῾῾Ας υποθέσουμε, λέει, ότι ο κόσμος όλος μοιάζει με ένα κύκλο, του οποίου κέντρο είναι ο Θεός, ενώ οι ευθείες από τον κύκλο έως το μέσο οι οδοί, δηλ. οι διαγωγές των ανθρώπων. ´Οσο λοιπόν εισέρχονται οι άγιοι προς τα μέσα, ποθώντας να προσεγγίσουν τον Θεό, τόσο έρχονται κοντά σ᾽ Εκείνον, αλλά και κοντά στους άλλους. Καί όσο πλησιάζουν τον Θεό, πλησιάζουν μεταξύ τους και όσο πλησιάζουν μεταξύ τους, πλησιάζουν τον Θεό. Με τον ίδιο τρόπο ας εννοήσουμε και το χωρισμό᾽᾽.
Πώς όμως κάλεσε ο Φίλιππος τον Ναθαναήλ;  Δεν ήλθε ούτε εκβιαστικά ούτε αραδιάζοντάς του διάφορα λογικά επιχειρήματα. Στην αμφισβήτηση του Ναθαναήλ περί της προελεύσεως του Μεσσία - ῾῾εκ Ναζαρέτ δύναταί τι αγαθόν είναι; ᾽᾽ -  απάντησε μόνο:  ῾῾´Ερχου και ίδε᾽᾽( Ιωάν. 1, 47). Τον κάλεσε να έλθει ώστε μόνος να διαπιστώσει την αλήθεια της δικής του εμπειρίας. Αυτό σημαίνει ότι ἡ ιεραποστολή νοείται αφενός ως κατάθεση μιας προσωπικής εμπειρίας περί του Χριστού και αφετέρου ως κλήση για θέα του προσώπου Εκείνου. Ποτέ δηλ. η ιεραποστολή δεν καταργεί την ελευθερία του προσώπου, ενώ ακριβώς στηρίζεται από την άλλη στη δύναμη της προσωπικής μαρτυρίας.
Είναι όμως επίσης σημαντική η επισήμανση ότι η άσκηση αυτή ιεραποστολής σχετίζεται με καλοπροαιρέτους ανθρώπους. Ο Ναθαναήλ, για παράδειγμα, στον οποίο απευθύνθηκε ο Φίλιππος, ήταν άνθρωπος που διψούσε γνήσια για την αλήθεια. ῾῾´Ιδε Ισραηλίτης, εν ω δόλος ουκ έστι᾽᾽ (Ιωάν. 1, 48), είπε ο Κύριος. Κι αυτό σημαίνει:  δεν είναι φρόνιμο να καλεί προς μετοχή στην πίστη του Χριστού ανθρώπους που είτε είναι κακοπροαίρετοι είτε ακόμη είναι ανέτοιμοι ν᾽ ακούσουν το λόγο του Θεού.
Κάτι τέτοιο μάλιστα συνέβη και στην πρώτη Εκκλησία. Υπήρξαν δηλ. Χριστιανοί, που μέσα στον ενθουσιασμό τους για τον Χριστό, άκριτα πολλές φορές οδηγούνταν σε ιεραποστολική δράση. Το αποτέλεσμα ήταν απογοητευτικό. Γι᾽ αυτό και η ίδια η  Εκκλησία έφτασε στο σημείο, στις περιπτώσεις αυτές, να απαγορεύσει την άσκηση της ιεραποστολής. Είπε συγκεκριμένα ότι δεν επιτρέπεται η ιεραποστολή όταν το ακροατήριο 1) είναι εχθρικά διακείμενο, 2) είναι χλευαστικά διακείμενο ή 3) είναι ανέτοιμο για αποδοχή της πίστεως.
Μια τέτοια απόφαση ήταν σύμφωνη και με τα λόγια του ίδιου του Κυρίου που είχε πει:  ῾῾Μη δώτε τα άγια τοις κυσί, μηδέ βάλητε τους μαργαρίτας υμών έμπροσθεν των χοίρων῾῾ (Ματθ. 7 ,6). ´Ετσι η ιεραποστολή ναι μεν κατανοείται πάντοτε ως το αποτέλεσμα της γνησίας και ορθής πίστεως στον Χριστό, αλλ᾽ έχει και ως γνώρισμά της τη διάκριση:  το πού και πώς θα κατατεθεί η μαρτυρία αυτή της πίστεως.

Η εορτή της Ορθοδοξίας δεν είναι εορτή για θριαμβολογίες. Αν μείνουμε στις δάφνες του παρελθόντος δεν θα κάνουμε τίποτε άλλο από το να μιμούμαστε τους Ιουδαίους στην παρακμασμένη περίοδό τους, όταν καυχώνταν και υπερηφανεύονταν για τα παλαιά μεγαλεία τους. Η αποτίμηση του ίδιου του Κυρίου μας στην περίπτωση αυτή είναι δεδομένη και για μας: ῾῾Ουκ οίδα υμάς!῾῾ (Ματθ. 25, 12). Δεν σας γνωρίζω. Η εορτή της Ορθοδοξίας αποτελεί πάντοτε μια πρόκληση, για να προβληματιστούμε οι πιστοί πάνω στην ποιότητα της πίστεώς μας:  αν έχουμε και ζούμε πράγματι την πίστη μας ή αν την έχουμε αλλοιώσει με ξένα προς αυτήν στοιχεία. Μην ξεχνάμε ότι η ορθόδοξη πίστη είναι ένας συνεχής πνευματικός αγώνας για τον πιστό άνθρωπο, όπως ήδη φάνηκε μέχρι τώρα, που θα πει ότι στο βαθμό που χαλαρώνει τον αγώνα του αυτό, δεν μένει στάσιμος, μα οπισθοχωρεί. Δυστυχώς για μας, στα πνευματικά πράγματα δεν υπάρχει στασιμότητα. Η στασιμότητα ισοδυναμεί με την οπισθοχώρηση. Ο Κύριος υπήρξε σαφέστατος στο σημείο αυτό:  ῾῾ο μη ων μετ᾽ εμού κατ᾽ εμού εστι και ο μη συνάγων μετ᾽ εμού σκορπίζει῾῾.
´Ετσι ως ορθόδοξοι αν θέλουμε να είμαστε συνεπείς προς την πίστη μας, μόνο μπροστά μπορούμε να προχωρούμε. Ακόμη και στις περιπτώσεις που φαίνεται ότι, ενώ κάνουμε αγώνα με ταπείνωση, δεν προαγόμαστε και δεν καλλιτερεύουμε, και τότε, στην πραγματικότητα, προχωρούμε. Απλώς δεν βλέπουμε, λόγω μη επαρκούς ακόμη καθαρότητάς μας, την αύξηση των δαιμονίων που μας πολεμούν, εν συγκρίσει προς το παρελθόν. ´Ελεγε ο Γέρων Παΐσιος ότι όταν κάνουμε αγώνα εναντίον ενός πάθους μας και ξαναπέφτουμε στο ίδιο, πολλές φορές δεν βλέπουμε πρόοδο, γιατί την προηγουμένη πολεμούσαμε με ένα δαιμόνιο και την άλλη με πολύ περισσότερα.
Αν δεν δούμε λοιπόν την εορτή της Ορθοδοξίας ως πρόκληση για σκληρή αυτοκριτική και για απόφαση μέχρι θανάτου να ζήσουμε όπως ο Χριστός και οι άγιοι, ίσως καλύτερα να μην αναφερόμαστε σ᾽ αυτήν, γιατί τό μόνο που κάνουμε τότε είναι να συσσωρεύουμε περισσότερο οργή για μας εν τη ημέρα της κρίσεως!
 ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ π. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΟΡΜΠΑΡΑΚΗΣ

῾Πίστει Μωϋσῆς ῾μέγας γενόμενος᾽ ἠρνήσατο λέγεσθαι υἱός θυγατρός Φαραώ, μᾶλλον ἑλόμενος συγκακουχεῖσθαι τῷ λαῷ τοῦ Θεοῦ ἤ πρόσκαιρον ἔχειν ἁμαρτίας ἀπόλαυσιν᾽ (῾Εβρ. 11, 24-25)

( Μέ τήν πίστη ὁ Μωϋσῆς, ὅταν πιά μεγάλωσε, ἀρνήθηκε νά ὀνομάζεται γιός τῆς κόρης τοῦ Φαραώ. Προτίμησε νά ὑποφέρει μαζί μέ τόν λαό τοῦ Θεοῦ, παρά νά ἀπολαμβάνει τήν πρόσκαιρη ἁμαρτωλή ζωή).

α. ῾Η Κυριακή τῆς ᾽Ορθοδοξίας δέν σχετίζεται οὐσιαστικά μέ τό περιεχόμενο τῆς Σαρακοστῆς. ᾽Αποτελεῖ ἱστορική ἐπέτειο τῆς νίκης τῆς ᾽Εκκλησίας μας ἀπέναντι στήν χριστολογική αἵρεση τῆς εἰκονομαχίας - ἡ ἄρνηση τῶν εἰκόνων ἀπεδείχθη ὅτι σημαίνει ἄρνηση τῆς πραγματικότητος τῆς ἐνανθρώπησης τοῦ Θεοῦ ἐν προσώπῳ ᾽Ιησοῦ Χριστῷ - καί ἀπέναντι γενικῶς σέ ὅλες τίς αἱρέσεις, κάτι πού διατρανώθηκε τό πρῶτον τό 843 μ.Χ. καί ἔκτοτε πανηγυρικῶς ἐπαναλαμβάνεται τήν πρώτη Κυριακή τῶν Νηστειῶν. ῎Ετσι στήν οὐσία ἡ Κυριακή τῆς ᾽Ορθοδοξίας διασαλπίζει τήν διαχρονική νίκη τῆς ὀρθῆς πίστεως στόν Θεό, γι᾽ αὐτό καί τό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα ἀπό τήν πρός ῾Εβραίους ἐπιστολή τοῦ ἀποστόλου Παύλου συνιστᾶ ἀκριβῶς μία ἐποποιΐα τῆς πίστεως αὐτῆς, ἐνσαρκωμένης σ᾽ ἐκείνους πού κατεξοχήν ῾ἐμαρτυρήθησαν διά τῆς πίστεως᾽, τούς μεγάλους Πατριάρχες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καί τούς ἁγίους Προφῆτες, μέ πρῶτον ἀπό ὅλους τόν μέγα Μωϋσῆ.

β. 1. Πράγματι, ὁ ἀπόστολος μνημονεύει ἰδιαιτέρως γιά τήν πίστη του στόν Θεό τόν Πατριάρχη Μωϋσῆ - ὡς συνέχεια βεβαίως τοῦ προτύπου τῆς πίστεως στόν Θεό, τοῦ ᾽Αβραάμ - διότι ἡ πίστη πού ἐπέδειξε σ᾽ Αὐτόν εἶχε ἔμπρακτο χαρακτήρα: ἦταν μία προσαρμογή τῆς ζωῆς του σ᾽ αὐτό πού ἤξερε ὅτι ἦταν τό θέλημα τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ.  Ποτέ ἄλλωστε στήν ῾Αγία Γραφή, Παλαιά καί Καινή Διαθήκη, ἡ πίστη στόν Θεό δέν ἔχει θεωρητικό ἤ ἁπλῶς νοησιαρχικό χαρακτήρα, διότι μία τέτοια πίστη συνιστᾶ ἁπλή ἰδεολογία, ἀποτελεῖ δηλαδή ἀνθρώπινο διανοητικό κατασκεύασμα, γι᾽ αὐτό καί ἀπορρίπτεται ὡς κάτι κενό καί νεκρό. ῾῾Η πίστις γάρ χωρίς τῶν ἔργων νεκρά ἐστί᾽. ῾Ο ἀπόστολος χαρακτηρίζει πιστό τόν Μωϋσῆ, διότι ὅταν πιά μεγάλωσε ἐγκατέλειψε τήν ζωή πού ζοῦσε καί ἀκολούθησε μία ἄλλη, ἐντελῶς διαφορετική καί ἀνατρεπτική τῆς προηγουμένης. Κι αὐτό γιατί; Γιά νά ἀκολουθήσει, ὅπως εἴπαμε, αὐτό πού ὁ Θεός εἶχε ἀποκαλύψει στόν λαό Του. ῾Πίστει Μωϋσῆς μέγας γενόμενος ἠρνήσατο λέγεσθαι υἱός θυγατρός Φαραώ, μᾶλλον ἑλόμενος συγκακουχεῖσθαι τῷ λαῷ τοῦ Θεοῦ᾽.

2. ῾Η ἐξέλιξη αὐτή στήν ζωή τοῦ μεγάλου ἀνδρός δίνει τό μέτρο τῆς ἀληθινῆς πίστεως - αὐτῆς πού ὁδηγεῖ στήν εὕρεση ὄντως τοῦ Θεοῦ -  γιατί ἀποτελεῖ πορεία ἀντίστροφη τῶν κοσμικῶν κριτηρίων πού ἀντιμάχονται τόν Θεό. Θέλουμε νά ποῦμε ὅτι κατά τά κριτήρια τοῦ κόσμου τούτου, τοῦ πεσμένου ὅμως στήν ἁμαρτία καί κυριαρχημένου ἀπό τόν Πονηρό, ἡ πορεία ἑνός ἀνθρώπου γιά νά εἶναι ῾ἐπιτυχής᾽ πρέπει νά ἔχει ῾ἀνοδικό᾽ χαρακτήρα: ἀπό τήν φτώχεια στόν πλοῦτο, ἀπό τήν καταφρόνηση στήν δόξα, ἀπό τήν ταλαιπωρία στήν καλοπέραση. ᾽Επιτυχημένος δηλαδή κατά τόν κόσμο εἶναι ὁ ἄνθρωπος πού δουλεύει στόν ἐγωϊσμό του καί στά παρακλάδια τοῦ ἐγωϊσμοῦ: τήν φιλοκτημοσύνη, τήν προβολή καί τό φαίνεσθαι, τίς σαρκικές ἀπολαύσεις. Μέ τόν Μωϋσῆ τά πράγματα ἀνατρέπονται: ἀπό τόν πλοῦτο τοῦ πριγκηπόπουλου πηγαίνει στήν φτώχεια τοῦ δούλου, ἀπό τήν δόξα τοῦ πρώτου ἐκπίπτει στήν καταφρόνια τοῦ ἔσχατου, ἀπό τήν καλοπέρασή του ἔρχεται στόν κόπο καί τόν πόνο. Κι αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ ὁδός τοῦ Θεοῦ ὑπάρχει ἐκεῖ πού ἐπισημαίνει κανείς τά σημάδια τῆς στενότητας καί τῆς θλίψεως. ῾Τί στενή καί τεθλιμμένη ἡ ὁδός ἡ ἀπάγουσα εἰς τήν ζωήν᾽ ὅπως εἶπε καί ὁ Κύριος. ῾Καί πλατεῖα ἡ ὁδός ἡ ἀπάγουσα εἰς τήν ἀπώλειαν᾽. ῎Ετσι μέ τόν Μωϋσῆ ἡ πίστη τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ ἀποκαλύπτει τά πραγματικά ὅριά της, πού ὑπερβαίνουν τήν λογική τοῦ παρόντος κόσμου: συνιστᾶ ὑπέρ φύσιν κατάσταση καί  ἔξοδο κυριολεκτικά ἀπό τόν ῾φυσικό᾽ ἑαυτό. Θεός καί ἀνθρώπινα πάθη δέν συμβιβάζονται. ῾῞Ος ἄν θέλῃ φίλος εἶναι τοῦ κόσμου, ἐχθρός τοῦ Θεοῦ καθίσταται᾽!

3. ῾Ο ἀπόστολος ἐξηγεῖ τήν θεωρούμενη αὐτήν παραδοξότητα: ἡ προτεραιότητα γιά τόν Μωϋσῆ ἦταν ἀκριβῶς ἡ ζωή μαζί μέ τόν Θεό.  ᾽Εκεῖνος συνιστοῦσε τόν θησαυρό καί τήν ἀξία τῆς ζωῆς του. Στό δίλημμα πού τοῦ ἐτέθη: χωρίς τόν ἀληθινό Θεό ἀλλά μέ πλούτη καί ἀπολαύσεις ἐπίγειες ἤ μαζί μέ τόν Θεό ἔστω καί μέ κακουχίες καί καταφρόνια, ἡ ἀπάντηση ἦταν: ἄς χάσω ὅλα τά ἐπίγεια γιά νά ἔχω τόν Θεό. Κατά τά λόγια τοῦ ἀποστόλου: ῾Μείζονα πλοῦτον ἡγησάμενος τῶν Αἰγύπτου θησαυρῶν τόν ὀνειδισμόν τοῦ Χριστοῦ᾽ (Θεώρησε μεγαλύτερο πλοῦτο ἀπό τούς θησαυρούς τῆς Αἰγύπτου τόν ἐξευτελισμό,  σάν ἐκεῖνο πού ὑπέφερε ὁ Χριστός).  Γιατί; Διότι εἶχε καρφωμένα τά μάτια του στίς οὐράνιες ἀνταμοιβές. ῾᾽Απέβλεπε γάρ εἰς τήν μισθαποδοσίαν᾽. Κι εἶναι σάν νά μᾶς λέει ὁ ἀπόστολος ὅτι ἀφενός ἡ ἀληθινή πίστη στόν Θεό κινεῖται στόν ὁρίζοντα τῆς αἰωνιότητας καί ὄχι στόν ὁρίζοντα τοῦ φθαρτοῦ αὐτοῦ κόσμου (῾οὐ σκοποῦμεν τά βλεπόμενα ἀλλά τά μή βλεπόμενα. Τά γάρ βλεπόμενα πρόσκαιρα, τά δέ μή βλεπόμενα αἰώνια᾽ ὅπως λέει ἀλλοῦ ὁ ἀπόστολος), ἀφετέρου ἡ πίστη αὐτή μέ τόν θυσιαστικό της χαρακτήρα παραπέμπει στό Πάθος τοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ, ὅτι δηλαδή ἡ πίστη  στήν Παλαιά Διαθήκη κατανοεῖται ὀρθά κάτω ἀπό τήν ὀπτική τῆς Καινῆς: ὑπό τό πρίσμα τῆς ζωῆς τοῦ Κυρίου ἀξιολογεῖται ἡ ὅποια ἀξία καί ἁγιότητα τῶν προσώπων τῆς Παλαιᾶς.

4. Δέν μᾶς θυμίζει ἡ προβληματική τῆς πίστεως τοῦ Πατριάρχη Μωϋσῆ τήν προβληματική καί ὅλων τῶν ἁγίων τῆς ᾽Εκκλησίας μας, σάν τοῦ ἁγίου Παύλου καί πάλι πού θά πεῖ: ῾ἡγοῦμαι πάντα σκύβαλα εἶναι, ἵνα Χριστόν κερδήσω᾽; Καί πόσο πράγματι μοιάζουν οἱ ζωές τῶν δύο αὐτῶν μεγάλων ἀνδρῶν, τοῦ Μωϋσῆ καί τοῦ Παύλου! Δέν ἦταν μόνο ὁ Μωϋσῆς τό πριγκιπόπουλο πού ἔγινε δοῦλος γιά χάρη τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ. Πολύ περισσότερο ἦταν ὁ Παῦλος, Σαούλ ἤ Σαῦλος πρό τῆς μεταστροφῆς του στήν χριστιανική πίστη, ὁ ὁποῖος καί αὐτός ἀπό  πριγκιπόπουλο τοῦ ᾽Ιουδαϊσμοῦ ἐπέλεξε κατόπιν τῆς κλήσεώς Του ἀπό τόν Κύριο νά ὑφίσταται τόν ὀνειδισμό ᾽Εκείνου. Γιά νά τονισθεῖ μέ τόν πιό ἀπόλυτο τρόπο ἀκριβῶς ἡ ἀλήθεια αὐτή: ὅτι ἄν δέν χάσει κανείς ὅ,τι θεωρεῖ ζωή στόν κόσμο τοῦτο – τά ἐπίγεια ἀγαθά καί τίς ἀνέσεις του, ὅπως εἴπαμε – δέν πρόκειται ποτέ νά εὕρει τήν ἀληθινή ζωή πού δίνει ὁ ἴδιος ὁ Κύριος. ῾῾Ο εὑρών τήν ψυχήν αὐτοῦ ἀπολέσει αὐτήν, καί ὁ ἀπολέσας τήν ψυχήν αὐτοῦ ἕνεκεν ἐμοῦ εὑρήσει αὐτήν᾽ (ὁ Κύριος).

5. ῾Η πίστη τοῦ Μωϋσῆ, ἡ ἔμπρακτη, ἡ θυσιαστική καί ῾παράλογη᾽ γιά τά κριτήρια τοῦ κόσμου τούτου, ἡ πρό Χριστοῦ χριστιανική, μᾶς ἐπισημαίνει καί μία ἄλλη τέλος διάσταση: τήν ἐκκλησιαστικότητά της. ῾Ο Μωϋσῆς, λέει ὁ ἀπόστολος, ἄφησε τήν ψεύτικη πίστη πού εἶχε γιά νά ἀποκτήσει τήν ἀληθινή τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Θέλησε ῾νά ὑποφέρει μαζί μέ τόν λαό τοῦ Θεοῦ᾽ προκειμένου νά εἶναι πιστός στόν Θεό. Κι αὐτό σημαίνει ὅτι καμμία πίστη δέν στέκει ὡς πίστη Θεοῦ εἴτε ἀτομοκεντρικά εἴτε ἐκτός αὐτοῦ πού εἶναι ὁ λαός τοῦ Θεοῦ. Καί λαός Θεοῦ ὑπάρχει ἐκεῖ πού ὑπάρχει κλήση ἀπό τόν Θεό καί ἀνταπόκριση τοῦ ἀνθρώπου: στήν πρώτη φάση τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ στήν Παλαιά Διαθήκη μέ τούς δικαίους ἀνθρώπους πού ἀνταποκρίθηκαν στό κάλεσμα τοῦ Θεοῦ: Πατριάρχες καί προφῆτες, στήν δεύτερη καί τελεία φάση της στήν Καινή Διαθήκη μέ τόν ἐρχομό τοῦ Κυρίου ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ καί τήν ᾽Εκκλησία πού ἵδρυσε καί ἔκτοτε καθοδηγεῖ καί ζωοποιεῖ διά τοῦ Πνεύματός Του. Γι᾽ αὐτό καί ἐκτός ᾽Εκκλησίας πιά δέν μπορεῖ κανείς νά θεωρηθεῖ ἀληθινά πιστός, παρά μόνον ὅταν ἐνταχθεῖ στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τήν ᾽Εκκλησία, διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος, κρατώντας καί αὐξάνοντας τήν πίστη διά τῶν λοιπῶν μυστηρίων καί τῆς τηρήσεως τῶν ἁγίων ἐντολῶν τοῦ Κυρίου.

γ. ῾Η Κυριακή τῆς ᾽Ορθοδοξίας ὡς νίκη τῆς ὀρθῆς πίστεως ἔχει ἰδιαίτερη σημασία ὄχι γιά νά θυμηθοῦμε ἁπλῶς τά ἱστορικά γεγονότα πού τήν καθιέρωσαν (ἱστορισμός), ὄχι γιά νά ὁδηγηθοῦμε σέ μία καύχηση ὅτι ἐμεῖς εἴμαστε οἱ καλοί πού κρατᾶμε τήν ἀλήθεια (φαρισαϊσμός), ἀλλά γιά νά κινητοποιηθοῦμε στήν ἔμπρακτη βίωση τῆς πίστεως, πού σημαίνει ἀλλαγή τῆς ζωῆς μας καί φανέρωση τοῦ Χριστοῦ καί μέσα ἀπό ἐμᾶς στόν κόσμο. ᾽Αλλά αὐτό προϋποθέτει γενναιότητα καί ἀνδρεία ψυχῆς μαζί μέ τήν ταπείνωση τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ καί ὀρθή ἐκκλησιαστική ζωή. Γιατί τό μέτρο τῆς πίστεως αὐτῆς μᾶς τό δίνουν ὄχι οἱ ἄνθρωποι τοῦ κόσμου τούτου, ἀλλά οἱ ἅγιοί μας, σάν τόν παμμέγιστο Μωϋσῆ γιά παράδειγμα,  σάν τόν ἀπόστολο Παῦλο, σάν ὅλους τούς παλαιοτέρους καί νεωτέρους ἁγίους μας.  Τελικῶς τό νά εἶναι κανείς ὀρθόδοξος δέν φαίνεται νά εἶναι καί πολύ εὔκολο!
π. Γεώργιος Δορμπαράκης
ΚΥΡΙΑΚΗ 9 ΜΑΡΤΙΟΥ 2014 – Α΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ
                                                                                                                                                              (Ιω. α΄ 42-52) (Εβρ. ιβ΄ 1-10)
Ο Θρίαμβος της Ορθοδοξίας “Την άχραντον εικόνα σου προσκυνούμεν, αγαθέ»


Όπως γνωρίζουμε, κάθε Κυριακή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής ανοίγει μπροστά μας δύο θέματα στα οποία ο πιστός καλείται να εντρυφήσει και να αντλήσει πλούσια πνευματικά εφόδια.  Έτσι και την πρώτη Κυριακή των νηστειών, η Εκκλησία μας πανηγυρίζει τον θρίαμβο της Ορθοδοξίας.  Θυμόμαστε την μέρα αυτή τη νίκη εναντίον των εικονομάχων, μιας αίρεσης με πολύ επικίνδυνες πλάνες οι οποίες ουσιαστικά συνίστανται στην αμφισβήτηση της Ενανθρώπησης του Κυρίου μας.  Αυτό σήμαινε ότι ο άνθρωπος δεν μπορούσε να σωθεί και να εγκολπωθεί τα αιώνια μηνύματα της αιώνιας αλήθειας που τόσο αφειδώλευτα μάς προσφέρει η μητέρα μας Εκκλησία.
Η νίκη της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας, σηματοδοτείται με την οριστική αναστήλωση και την προσκύνηση των Αγίων Εικόνων με την Σύνοδο που έγινε στην Κωνσταντινούπολη το 843 μ.Χ.  Πληροφοριακά σημειώνεται ότι η σχέση της γιορτής αυτής με την Μεγάλη Τεσσαρακοστή είναι από μια άποψη ιστορική: Ο πρώτος θρίαμβος της Ορθοδοξίας έγινε ειδικά αυτή την Κυριακή. 
Η ακτινοβολία αλήθειας
Οι άγιοι Πατέρες μας, με τη Θεία σοφία που τους διέκρινε, τοποθέτησαν στην Κυριακή αυτή την νίκη της Ορθοδοξίας για να μπορούν οι πιστοί να αντλήσουν τα απαραίτητα πνευματικά εφόδια, τα οποία θα τους συνοδεύουν στο μεγάλο οδοιπορικό τους προς συνάντηση με τον αναστημένο Χριστό.
Ακριβώς Ορθοδοξία σημαίνει τη σωστή πίστη. Είναι μια πολύ βασική προϋπόθεση στον αγώνα του πιστού που διεξάγει την περίοδο αυτή για να μπορεί να ανεβεί σε ανώτερες πνευματικές κορυφές, με φόντο τις αρετές που μπορεί να εγκολπωθεί μέσα από το στάδιο του αγώνα του. Τη σωστή πίστη μάς την δίνει μόνο το πρόσωπο του Κυρίου μας. Μόνο όταν αναζητήσουμε ειλικρινά και γνωρίσουμε πραγματικά τον Χριστό καταξιώνεται η ζωή μας. Μόνο η συνάντηση και η προσωπική σχέση μας με τον Κύριο μπορεί να αναπαύει την ύπαρξή μας. Το βεβαιώνει αυτό το νέφος των μαρτύρων, των οσίων, των πατέρων και των διδασκάλων που αγωνίστηκαν μέχρι θανάτου για την Ορθόδοξη πίστη. Αυτούς τιμούμε σήμερα, την Κυριακή της Ορθοδοξίας και θυμόμαστε τα κατορθώματά τους.
Αγαπητοί αδελφοί, ο σημερινός εορτασμός της Εκκλησίας μας αλλά και της Ορθοδοξίας μας, μάς υπενθυμίζει και το χρέος που έχουμε ως Ορθόδοξοι Χριστιανοί, να υπηρετούμε με όλες μας τις δυνάμεις την αλήθεια του Κυρίου  μας. Να εναποθέτουμε με απόλυτη εμπιστοσύνη τον εαυτό μας στην προοπτική που διανοίγει για τη σωτηρία μας. Η Ορθοδοξία δεν εξαντλείται μόνο σε φραστικές διατυπώσεις αλλά επεκτείνεται και στη δυναμική έννοια της ορθοπραξίας, που εξυπακούει τη μετουσίωση σε καθημερινή πράξη ζωής της αλήθειας της Εκκλησίας μας.  Ο θρίαμβος αυτής της αλήθειας μάς επιφορτίζει με μεγάλες ευθύνες να ανταποκριθούμε κι΄ εμείς στο ιερό χρέος της διάδοσής της σε όλο τον κόσμο. Για να το επιτύχουμε όμως αυτό, απαιτείται όπως η όλη ζωή μας μεταβάλλεται σε καθημερινή ζωντανή μαρτυρία που να εκπέμπει στις συχνότητες του ισχυρού παραδείγματος, όπως αυτό εκπηγάζει μέσα από την πραγματικότητα της Εκκλησίας μας. Αυτό έδειξαν με την πράξη τους και οι 40 μάρτυρες εν Σεβαστεία που τιμούμε σήμερα. Ο θρίαμβος της Ορθοδοξίας λειτουργεί τελικά σαν μια πρόκληση για να ακτινοβολεί η παρουσία της μέσα από τις δικές μας υπάρξεις και να μεταγγίζει αιώνια μηνύματα σε όλο τον κόσμο.
Χριστάκης Ευσταθίου, Θεολόγος