ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Παρασκευή 24 Ιουλίου 2026

 ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΡΟΝΑΞΙΑΣ

«ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ»

ΚΥΡΙΑΚΗ Η΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

26 ΙΟΥΛΙΟΥ 2026

Ἀ­γα­πη­τοί μου ἀ­δελ­φοί, τε­λευ­ταί­α Κυ­ρι­α­κή τοῦ Ἰ­ου­λί­ου σή­με­ρα. Ἕνας μῆνας γε­μά­τος ἀ­πό μνῆ­μες Ἁ­γί­ων καί αὐ­τή σή­με­ρα συμ­πί­πτει μέ τήν ἑ­ορ­τή τῆς ἁ­γί­ας Πα­ρα­σκευ­ῆς. Ἡ παν­θαύ­μα­στη αὐ­τή μάρ­τυς τοῦ Χρι­στοῦ γεν­νή­θη­κε σ᾽ ἕ­να χω­ρι­ό κον­τά στή Ρώ­μη κα­τά τούς χρό­νους τοῦ εἰ­δω­λο­λά­τρη καί δι­ώ­κτη τῶν χρι­στι­α­νῶν αὐ­το­κρά­το­ρα Ἀ­δρι­α­νοῦ (117-138). Οἱ γο­νεῖς της ἦ­ταν ἐ­νά­ρε­τοι χρι­στι­α­νοί, ὀ­νο­μα­ζό­με­νοι Ἀ­γά­θω­νας καί Πο­λι­τεί­α, καί ἐ­πει­δή δέν μπο­ροῦ­σαν νά τε­κνο­ποι­ή­σουν, πα­ρα­κα­λοῦ­σαν θερ­μά τόν Κύ­ρι­ο. Καί ὁ Θε­ός, πού ἐκ­πλη­ρώ­νει τό θέ­λη­μα ὅ­σων Τόν ἐ­πι­κα­λοῦν­ται μέ πί­στη, τούς χά­ρι­σε ὡς καρ­πό προ­σευ­χῆς κο­ρίτ­σι, πού κα­θώς γεν­νή­θη­κε ἡ­μέ­ρα Πα­ρα­σκευ­ή, ἀλ­λά καί ἀ­πό εὐ­λά­βει­α πρός τό πά­θος τοῦ Χρι­στοῦ μας, τό ὀ­νό­μα­σαν Πα­ρα­σκευ­ή.

Ἤ­δη ἀ­πό τήν παι­δι­κή της ἡ­λι­κί­α δέν ἀ­γά­πη­σε τά θο­ρυ­βώ­δη παι­γνί­δι­α ἀλ­λά περ­νοῦ­σε τόν και­ρό της εἴ­τε στήν Ἐκ­κλη­σί­α πα­ρα­κο­λου­θών­τας τίς ἱ­ε­ρές Ἀ­κο­λου­θί­ες εἴ­τε στό σπί­τι μέ τό νά με­λε­τᾶ τόν λό­γο τοῦ Θε­οῦ. Νά το­νί­σου­με αὐ­τό πού λέ­νε καί σύγ­χρο­νοι με­γά­λοι Γέ­ρον­τες καί φαί­νε­ται στούς βί­ους πολ­λῶν ἁ­γί­ων, τό πό­σο δη­λα­δή σπου­δαῖ­ο ρό­λο δι­α­δρα­μα­τί­ζει ἡ ἁ­γί­α ζω­ή τῶν γο­νέ­ων καί ἡ προ­σευ­χή τους, καί μά­λι­στα ὅ­ταν κυ­ο­φο­ρεῖ­ται ἕ­να παι­δί, στό νά γί­νει ἄν­θρω­πος ἁ­γι­ό­τη­τας τό τέ­κνο τους, ἤ­δη «ἐκ κοι­λί­ας μη­τρός αὐ­τοῦ».

Ὅ­ταν ἦ­ταν εἴ­κο­σι ἐ­τῶν ἡ Πα­ρα­σκευ­ή, ἐ­κοι­μή­θη­σαν ἐν Κυ­ρί­ῳ  οἱ γο­νεῖς της. Τό­τε μοί­ρα­σε τά πλού­τη της στούς πτω­χούς καί ἀ­πο­σύρ­θη­κε σέ γυ­ναι­κεῖ­ο μο­να­στή­ρι, ὅ­που ἐν­δύ­θη­κε τό μο­να­χι­κό σχῆ­μα. Με­τά ἀ­πό κά­ποι­ο δι­ά­στη­μα ἐ­νά­ρε­της μο­να­χι­κῆς ζω­ῆς, ζή­τη­σε εὐ­λο­γί­α ἀ­πό τήν ἡ­γου­μέ­νη της καί ἄρ­χι­σε νά πε­ρι­ο­δεύ­ει πό­λεις καί χω­ρι­ά στήν Ἰ­τα­λί­α, σάν ἄλ­λος ἀ­πό­στο­λος, ἐ­πι­στρέ­φον­τας σέ θε­ο­γνω­σί­α πλῆ­θος εἰ­δω­λο­λα­τρῶν. Βλέ­πον­τας οἱ Ἑ­βραῖ­οι νά ἐ­ξα­πλώ­νε­ται μέ τό κή­ρυγ­μα τῆς ἁ­γί­ας σ᾽ ἐ­κεῖ­να τά μέ­ρη ἡ πί­στη τοῦ Χρι­στοῦ, τήν φθό­νη­σαν, καί τήν κα­τάγ­γει­λαν στό νέ­ο αὐ­το­κρά­το­ρα Ἀν­τω­νί­νο τόν Εὐ­σε­βῆ (138-161).

Λέ­ει ὁ σο­φός Σο­λο­μών στίς Πα­ροι­μί­ες του (31,10): Ποι­ός μπο­ρεῖ νά βρεῖ ἀν­δρεία γυ­ναί­κα; Ἡ ἀν­δρεί­α γυ­ναί­κα εἶ­ναι πο­λυ­τι­μό­τε­ρη ἀ­πό τούς πο­λυ­τε­λεῖς λι­́­θους. «Γυ­ναῖ­κα ἀ­ν­δρεί­αν τίς εὑ­ρή­σει; τι­μι­ω­τέ­ρα δέ ἐ­στι λί­θων πο­λυ­τε­λῶν ἡ τοι­αύ­τη». Κι ὅ­μως ἡ ἁ­γί­α Πα­ρα­σκευ­ή κα­τα­δει­κνύ­ει τό­ση ἀν­δρεί­α, ὥ­στε ν᾽ ἀ­πορ­ρί­πτει τό ἀ­σθε­νές τῆς φύσε­ώς της ἀλ­λά καί τῆς ἡ­λι­κί­ας. Ὁ­μο­λο­γεῖ μέ θάρ­ρος τήν πί­στη της στό Χρι­στό, χω­ρίς νά ὑ­πο­λο­γι­́­ζει κα­μί­α ἐ­πί­πτω­ση. Ἀρ­νεῖ­ται τίς κο­λα­κεῖ­ες τοῦ αὐ­το­κρά­το­ρα καί δέ­χε­ται φρι­κτά βα­σα­νι­στή­ρι­α χω­ρίς νά ὑ­πο­κύ­ψει. Δυ­να­μω­μέ­νη ἀ­πό τή Χά­ρη τοῦ Θε­οῦ, κα­θό­λου δέν δει­λί­α­σε, ἀλ­λά μέ ἀν­δρεί­α ἤ­λεγ­ξε τόν τύ­ραν­νο καί ἀρ­νή­θη­κε τίς ἀνήθικες προ­τά­σεις του. Γε­μά­τος θυ­μό αὐ­τός, ἄρ­χι­σε τά βα­σα­νι­στή­ρι­α, πού ἀ­να­τρι­χι­ά­ζει κα­νείς ἀ­κό­μη καί νά τά ἀ­να­φέ­ρει.

Τὰ βα­σα­νι­στή­ρι­α τῆς Ἁ­γί­ας συ­νε­χί­σθη­καν τήν ἑ­πό­με­νη: Τήν ἔ­ρι­ξαν σ᾽ ἕ­να κα­ζά­νι, ὅ­που ἔ­και­γαν μέ­σα λά­δι καί πίσ­σα. Ἀλλ᾽ ἡ δρό­σος τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος τή δι­α­φύ­λα­ξε καί πά­λι ἀ­βλα­βή, σέ ση­μεῖ­ο πού ἀ­πό­ρη­σε ὁ Ἀν­τω­νῖ­νος καί νό­μι­σε πώς δέν ἔ­καιγ­αν τά φλο­γι­σμέ­να ἐ­κεῖ­να ὑ­λι­κά μέσ᾽ τό κα­ζά­νι.  Γι᾽ αὐ­τό, πλη­σί­α­σε καί εἶ­πε στήν Ἁ­γί­α νά τόν ραν­τί­σει μ᾽ αὐ­τά στό πρό­σω­πο. Καί ὅ­ταν τό ἔκανε ἡ Ἁ­γί­α, ἀ­μέ­σως τυ­φλώ­θη­κε! Ἄρ­χι­σε τό­τε μέ­σα σέ φρι­κτούς πό­νους νά φω­νά­ζει καί νά ἱ­κε­τεύ­ει τήν Ἁ­γί­α νά τόν θε­ρα­πεύ­σει καί νά πι­στεύ­σει στόν Θεό πού κή­ρυτ­τε. Γε­μά­τη ἀ­νε­ξι­κα­κί­α ἡ Πα­ρα­σκευ­ή καί μι­μού­με­νη τόν ἐ­σταυ­ρω­μέ­νο Ἰ­η­σοῦ, πού προ­σευ­χό­ταν γιά τούς σταυ­ρω­τές Του, εὐ­χή­θη­κε γι­ά τόν ἀ­σε­βή τύ­ραν­νο, πού ἀ­μέ­σως θε­ρα­πεύ­θη­κε καί πί­στε­ψε στόν Χρι­στό καί βα­πτί­στη­κε μα­ζί μέ ὅ­λη τή φρου­ρά του. Γι᾽ αὐ­τό καί ἐ­πω­νο­μά­σθη­κε ὁ Εὐ­σε­βής (Antoninus Pius).

Ἐ­λεύ­θε­ρη πι­ά ἡ Ἁ­γί­α, ἀ­φέ­θη­κε νά κη­ρύτ­τει τόν Χρι­στό καί σ᾽ ἄλ­λες πε­ρι­ο­χές, μέ­χρι πού ξα­να­συ­νε­λή­φθη ἀ­πό τόν δι­οι­κη­τή μι­ᾶς πό­λης, ὀ­νό­μα­τι Ἀ­σκλη­πι­ό. Πα­ρα­δό­θη­κε ξα­νά καί σέ ἄλ­λα φρι­κτά μαρ­τύ­ρι­α, ἀ­πό τά ὁ­ποῖ­α δι­α­φυ­λά­χθη­κε καί πά­λι ἀ­βλα­βής μέ τή Χά­ρη τοῦ Θε­οῦ καί τέ­λος ὑ­πέ­στη τόν διά ξί­φους θά­να­το, λαμ­βά­νον­τας ἀ­πό τόν στε­φο­δό­τη Χρι­στό τά ἀ­μά­ραν­τα στε­φά­νι­α τῆς παρ­θε­νί­ας, τῆς ὁ­μο­λο­γί­ας καί τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου. Ἐ­ξαι­ρέ­τως ἔ­λα­βε τήν ἰ­δι­αί­τε­ρη χά­ρη νά θε­ρα­πεύ­ει ὀ­φθαλ­μι­κές πα­θή­σεις.

Πρό­τυ­πο ἀν­δρεί­ας ἡ ἁ­γί­α Πα­ρα­σκευ­ή. Ὑ­πε­ρέ­βη τά ὅ­ρι­α τῆς γυ­ναι­κεί­ας εὐ­αί­σθη­της φύ­σης της γι­ά νά κα­τα­δεί­ξει σέ μᾶς πό­σο ὑ­πο­λει­πό­μα­στε σέ ἀν­δρι­κό φρό­νη­μα. Πολ­λά ἔ­χει νά δι­δά­ξει ἡ στά­ση της σέ μᾶς. Σή­με­ρα πού δέν κα­λού­μα­στε νά ὑ­πο­στοῦ­με βα­σα­νι­στή­ρι­α, του­λά­χι­στον ὅ­πως αὐ­τά τῶν πρώ­των χρό­νων. Ὡ­στό­σο, ὁ Πα­ροι­μι­α­στής ἑ­στι­ά­ζει στά χα­ρί­σμα­τα πού μπο­ρεῖ νά φέ­ρoυν οἱ θε­ο­φο­βού­με­νες γυ­ναῖκες καί ὅ­ταν συγ­κεν­τρώ­νουν αὐ­τά τά χα­ρί­σμα­τα, τό­τε εἶ­ναι «πολυτιμότερες λί­θων πο­λυ­τε­λῶν»: Νά μήν δι­α­βά­λουν, νά εἶ­ναι σώ­φρο­νες, ἀ­γνές, φι­λό­τε­κνες, φί­λαν­δρες, νά ὑ­πο­τάσ­σον­ται στούς ἄν­δρες τους γι­ά νά μήν βλα­σφη­μεῖ­ται τό ὄ­νο­μα τοῦ Θε­οῦ ἀ­πό τυ­χόν δυ­στρο­πί­α τους. Στήν ἀν­δρεί­α γυ­ναί­κα στη­ρί­ζε­ται μέ σι­γου­ρι­ά ἡ καρ­δι­ά τοῦ ἄν­δρα της. Πρίν ἀ­πό τήν πτώ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που ἀ­πό τόν Πα­ρά­δει­σο, ἡ γυ­ναί­κα στη­ρι­ζό­ταν στόν σύν­τρο­φό της ὡς ἡ πι­ό ἀ­δύ­να­μη, πού ἔ­χει ἀ­νάγ­κη ἀ­πό τήν κη­δε­μο­νί­α καί τήν συμ­πα­ρά­στα­ση.

Με­τά τή θα­να­τη­φό­ρο πτώ­ση τῶν πα­ρα­βα­τῶν πρω­το­πλά­στων ὅ­μως κα­τά τή δό­ση τῶν ἐ­πι­τι­μί­ων ἀ­πό τόν Θε­ό εἶ­πε στή γυ­ναί­κα ὅ­τι θά ἐ­ξαρ­τᾶ­ται πλέ­ον ἀ­πό τόν ἄν­δρα, γι­α­τί αὐ­τός εἶ­ναι πού θά κυριαρχήσει καί θά εἶ­ναι ὁ κυ­ρί­αρ­χός της. Αὐ­τή ἡ φρά­ση χα­ρα­κτή­ρι­σε τήν ἱ­στο­ρί­α τοῦ ἀν­θρω­πί­νου γέ­νους, μέ­χρις ὅ­του ὁ ἴ­δι­ος ὁ Κύ­ρι­ος χά­ρι­σε πά­λι τήν ἰ­σο­τι­μί­α τῶν δύ­ο φύ­λων. Στήν προ­χρι­στι­α­νι­κή, λοι­πόν, ἐ­πο­χή τό νά συγ­κεν­τρώ­νει ἡ γυ­ναί­κα τό­σα πολ­λά χα­ρί­σμα­τα ἦ­ταν κά­τι πραγ­μα­τι­κά σπά­νι­ο πού ξε­περ­νοῦ­σε τή φύ­ση της, σέ μι­α ἐ­πο­χή μά­λι­στα πού ἡ προ­σευ­χή τοῦ ραβ­βί­νου ἦ­ταν: «σέ εὐ­χα­ρι­στῶ, Θε­έ μου, πού γεν­νή­θη­κα ἄν­δρας καί ὄ­χι γυ­ναί­κα!». Γυ­ναί­κα πού στέ­κε­ται μέ ἀν­δρεῖ­ο φρό­νη­μα στίς δυ­σκο­λί­ες τῆς ζω­ῆς εἶ­ναι τό στε­φά­νι καί τό κα­μά­ρι τοῦ ἄν­δρα της, ὅ­πως ἡ Ρα­χήλ καί ἡ Ρα­άβ πού ὑ­πε­ρα­σπί­στη­καν τούς συμ­πα­τρι­ῶ­τες τους μέ κίν­δυ­νο τῆς ζω­ῆς τους.

Πλέ­ον ἡ ἠ­θι­κή τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου κα­λεῖ στά ἴ­δι­α πνευ­μα­τι­κά ἀ­γω­νί­σμα­τα ἄν­δρες καί γυ­ναῖ­κες. Ἄν ἐ­ξαι­ρέ­σου­με κά­ποι­ους ρό­λους πού προ­σι­δι­ά­ζουν ἀ­πο­κλει­στι­κά στά δύ­ο φύ­λα, ὅ­πως ἡ εἰ­δι­κή ἱ­ε­ρω­σύ­νη γιά τούς ἄν­δρες καί ἡ τε­κνο­γο­νί­α γιά τίς γυ­ναῖ­κες, ὅ­λα τά ἄλ­λα εἶ­ναι κοι­νά. Ὅ­λοι οἱ χρι­στι­α­νοί κα­λοῦν­ται νά φτά­σουν «εἰς ἄν­δρα τέ­λει­ον, εἰς οἰ­κο­δο­μήν τοῦ πλη­ρώ­μα­τος τοῦ Χρι­στοῦ». Κα­λού­μα­στε νά γί­νου­με ὅ­λοι ἀν­δρεῖ­οι, κα­λού­μα­στε σέ πνευ­μα­τι­κή ἐ­γρή­γορ­ση καί ἡ ὑ­πε­ρά­σπι­ση τῶν ἀ­δυ­νά­των γίνεται κοι­νό ἀ­γώ­νι­σμα, καί τῶν ἀν­δρῶν καί τῶν γυ­ναι­κῶν. «Γρη­γο­ρεῖ­τε, στή­κε­τε ἐν τῇ πί­στει, ἀν­δρί­ζε­σθε», κα­λεῖ ὁ ἀ­πό­στο­λος τῶν Ἐ­θνῶν Παῦ­λος. Σί­γου­ρα δι­α­χρο­νι­κό στή­ριγ­μα, ἀ­δελ­φοί μου, σέ αὐ­τή μας τή στά­ση ἀ­πο­τε­λεῖ ἡ ἀν­δρεί­α συμ­πε­ρι­φο­ρά τῆς ἁ­γί­ας μας μεγαλομάρτυρος Πα­ρα­σκευ­ῆς, τῆς ὁ­ποί­ας τή μνή­μη ἑ­ορ­τά­ζου­με ἀλ­λά καί κα­λού­μα­στε νά ζή­σου­με ταυ­τό­χρο­να στήν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τά μας. Ἄς τό εὐ­χη­θοῦ­με. Γέ­νοι­το.  

π.Ν.Δ.

ΠΗΓΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου