ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Πέμπτη 4 Αυγούστου 2022

 Μεταμόρφωση

π. Αλέξανδρος Σμέμαν

Το αιώνιο φως

Μεταμόρφωση! Τι όμορφη, τι ωραία, τι χαρούμενη λέξη! Αντηχεί στην ψυχή και στο νου με τέτοια λαμπρότητα και πανηγυρικότατα! Για αιώνες οι Ρώσοι αγάπησαν αυτό το καλοκαίρι, την αυγουστιάτικη γιορτή της Μεταμόρφωσης του Κυρίου, τότε που, κατά τα λόγια του Θεόδωρου Τιούτσεφ, «είναι σαν ολόκληρη η μέρα να γίνεται κρυστάλλινη και φεγγοβόλα».

Σε ποιο πράγμα αναφέρεται αυτή η γιορτή, ποια είναι η ουσία και η πηγή της χαράς και του φωτός της; Κατ’ αρχάς ας ακούσουμε τι λέει το Ευαγγέλιο γι’ αυτό το γεγονός. Ο Ιησούς, σύμφωνα με την αφήγηση του κατά Ματθαίον ευαγγελίου, παραλαμβάνει τὸν Πέτρον καὶ Ἰάκωβον καὶ Ἰωάννην τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ καὶ ἀναφέρει αὐτοὺς εἰς ὄρος ὕψηλὸν κατ᾿ ἰδίαν· καὶ μετεμορφώθη ἔμπροσθεν αὐτῶν, καὶ ἔλαμψε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ὡς ὁ ἥλιος, τὰ δὲ ἱμάτια αὐτοῦ ἐγένετο λευκὰ ὡς τὸ φῶς. καὶ ἰδοὺ ὤφθησαν αὐτοῖς Μωυσῆς καὶ Ἠλίας μετ᾿ αὐτοῦ συλλαλοῦντες. ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Πέτρος εἶπε τῷ Ἰησοῦ· Κύριε, καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι· εἶ θέλεις, ποιήσωμεν ὧδε τρεῖς σκηνάς… ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος ἰδοὺ νεφέλη φωτεινὴ ἐπεσκίασεν αὐτούς, καὶ ἰδοὺ φωνὴ ἐκ τῆς νεφέλης λέγουσα· οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα· αὐτοῦ ἀκούετε.

Καὶ ἀκούσαντες οἱ μαθηταὶ ἔπεσον ἐπὶ πρόσωπον αὐτῶν καὶ ἐφοβήθησαν σφόδρα καὶ προσελθὼν ὁ Ἰησοῦς ἥψατο αὐτῶν καὶ εἶπεν· ἐγέρθητε καὶ μὴ φοβεῖσθε. ἐπάραντες δὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῶν οὐδένα εἶδον εἰ μὴ τὸν Ἰησοῦν μόνον. Καὶ καταβαινόντων αὐτῶν ἀπὸ τοῦ ὄρους ἐνετείλατο αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς λέγων· μηδενὶ εἴπητε τὸ ὅραμα ἕως οὗ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ. (Ματθ. 17, 1-9).

Τι σημαίνει αύτη η ευαγγελική ιστορία; Τι θέση έχει αυτή η αινιγματική αποκάλυψη της δόξας στην επίγεια ζωή και στο έργο του Χριστού;

Λίγοι θα διαφωνήσουν πως η εικόνα του Χριστού στα ευαγγέλια είναι κατεξοχήν μια εικόνα ταπείνωσης. Ήδη κατά τη γέννησή Του δεν βρέθηκε χώρος σε κανένα από τα σπίτια της πόλης, κι έτσι γεννήθηκε έξω, σε μια σπηλιά. Μέχρι τέλους δεν είχε σπίτι, «οὐκ εἶχε ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ» (Ματθ. 8, 20), σύμφωνα με τα δικά Του λόγια. Παραγγέλλει σ’ αυτούς που θεραπεύει και βοηθά να μη μιλήσουν σε κανένα για τη βοήθεια που δέχθηκαν. Αποφεύγει κάθε τιμή και κάθε ευκαιρία που του δίνεται για να αποκτήσει φήμη. Εκουσίως μάλιστα άφησε την ασφάλεια της Γαλιλαίας, όπου δεν υπήρχε καμιά απειλή, και διάλεξε να επιστρέψει στην Ιερουσαλήμ, όπου τον περίμενε ο πόνος, η ταπείνωση της δίκης και της καταδίκης, και μια οδυνηρή και επαίσχυντη εκτέλεση. «Μάθετε ἀπ᾿ ἐμοῦ», είπε, «ὅτι πρᾷός εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ …» (Ματθ. 11, 29).

Σ’ αυτή τη ζωή ταπεινοφροσύνης και αυταπάρνησης, λίγες ήταν οι περιπτώσεις που οι κρυμμένες ακτίνες της θείας ενέργειας και δόξας φάνηκαν εξωτερικά. Δίχως εξαίρεση, μόνο πολύ λίγοι άνθρωποι έγιναν ζωντανοί μάρτυρες των περιπτώσεων εκείνων που «περιεβλήθη τὴν δόξαν», και αυτοί συνήθως δεν κατανοούσαν τη σημασία αυτών που έβλεπαν. Αυτό ακριβώς συνέβη τη νύχτα της γέννησής Του, όταν οι απλοί ποιμένες άκουσαν τον αγγελικό ύμνο, και τα νέα της μεγάλης χαράς, όπως μας λέει το ευαγγέλιο (Λουκ. 2,10). Το ίδιο συνέβη πολλά χρόνια αργότερα, την ημέρα που ο Ιησούς ήλθε στον Ιορδάνη για να δεχθεί το βάπτισμα, όταν ακούστηκε η ίδια φωνή από τον ουρανό, ενώ τα ίδια λόγια ακούστηκαν και κατά τη Μεταμόρφωση: «Οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα …» (Ματθ. 3,17). Τελικά δοξάζεται εδώ στο όρος παρουσία των τριών μαθητών. Κάθε φορά δε που αποκαλύπτεται αυτή η μυστηριώδης ουράνια δόξα, δεν προέρχεται από ανθρώπους, αλλά από πάνω, από τον ουρανό. Η Εκκλησία στο ερώτημα για τη σημασία που έχουν οι επίγειες φανερώσεις της δόξας του Χριστού απαντά όχι με εξηγήσεις αλλά με πανηγυρισμούς, εορτάζοντας αυτή τη μοναδική χαρά που σημαδεύει την ετήσια μνήμη της Μεταμορφώσεως.

Μία λέξη κυριαρχεί σ’ όλες τις ευχές, τους ύμνους και τα αναγνώσματα αυτής της εορτής. Είναι η λέξη φως. «Λάμψον καὶ ἡμῖν τοῖς ἁμαρτωλοῖς, τὸ φῶς σου τὸ ἀΐδιον». Ο κόσμος είναι ένα σκοτεινό, ψυχρό και τρομακτικό μέρος. Αυτό το σκοτάδι δεν διαλύεται από το φυσικό φως του ήλιου. Αντίθετα, το φως του ήλιου ίσως κάνει την ανθρώπινη ζωή να φαίνεται ακόμη τρομερότερη και απελπιστικότερη, καθώς η ζωή ξεχύνεται αμείλικτα και αδυσώπητα προς το θάνατο και τον αφανισμό περικυκλωμένη από πόνο και μοναξιά. Όλα είναι καταδικασμένα, όλα υποφέρουν, όλα υπόκεινται στον ακατανόητο και ανελέητο νόμο της αμαρτίας και του θανάτου. Τότε όμως εμφανίζεται πάνω στη γη, εισέρχεται στον κόσμο ένας άνθρωπος ταπεινός και άστεγος, που δεν εξασκεί καμιά εξουσία πάνω σε κανένα, και δεν διαθέτει καμιά επίγεια εξουσία. Λέει δε στους ανθρώπους πως αυτό το βασίλειο του σκότους, του κακού και του θανάτου δεν είναι η αληθινή τους ζωή· πως δεν είναι ο κόσμος που δημιούργησε ο Θεός· πως μπορεί και πρέπει να νικηθεί το κακό, ο πόνος και τελικά ο ίδιος ο θάνατος· και πως έχει σταλεί από τον Θεό, τον Πατέρα Του, για να σώσει τον άνθρωπο από την τρομακτική δουλεία στην αμαρτία και στο θάνατο.

Οι άνθρωποι έχουν ξεχάσει την αληθινή τους φύση και κλήση, τις έχουν απαρνηθεί. Πρέπει να επιστρέψουν για να δουν πως έχουν χάσει την ικανότητα να βλέπουν, και να ακούν αυτά που είναι ανίκανοι ήδη να ακούσουν. Πρέπει να ξαναπιστέψουν πως το καλό είναι ισχυρότερο από το κακό, η αγάπη ισχυρότερη από το μίσος, η ζωή ισχυρότερη από τον θάνατο. Ο Χριστός θεραπεύει, βοηθά και δίνεται σε όλους. Παρ’ όλα αυτά οι άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν, δεν ακούν, δεν πιστεύουν. Θα μπορούσε να είχε αποκαλύψει την ουράνια δόξα και δύναμή Του, και να τους υποχρεώσει να πιστέψουν. Θέλει όμως απ’ αυτούς την πίστη, την αγάπη και την αποδοχή που δίνονται ελεύθερα. Γνωρίζει πως την ώρα της έσχατης θυσίας Του, της έσχατης αυτοπροσφοράς Του, οι πάντες θα φύγουν από φόβο και θα Τον εγκαταλείψουν. Όμως ακριβώς τότε, όπως και μετά. όταν όλα θα έχουν τελειώσει, ο κόσμος θα διαθέτει ακόμη κάποια ένδειξη για την κατεύθυνση που είχε καλέσει τους ανθρώπους να πάρουν, για το τι μας προσέφερε ως δώρο, ως ζωή, ως πληρότητα νοήματος και χαράς· τώρα λοιπόν, κρυμμένος από τον κόσμο και τους ανθρώπους, αποκαλύπτει σε τρεις από τους μαθητές Του αυτή τη δόξα, αυτό το φως, αυτόν το νικητήριο εορτασμό, στον οποίο ο άνθρωπος έχει κληθεί προ αιώνων να μετάσχει.

Το θείο φως που διαπερνά όλον τον κόσμο. Το θείο φως που μεταμορφώνει τον άνθρωπο. Το θείο φως στο οποίο τα πάντα αποκτούν το έσχατο και αιώνιο νόημά τους. «Καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι», φώναξε ο απόστολος Πέτρος όταν είδε αυτό το φως και αυτή τη δόξα. Και από την ώρα εκείνη ο Χριστιανισμός, η Εκκλησία, η πίστη είναι μια συνεχής, χαρούμενη επανάληψη αυτών των λόγων, «καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι». Η πίστη όμως είναι και μια έκκληση για το αΐδιο φως, μια δίψα γι’ αυτόν το φωτισμό και γι’ αυτή τη μεταμόρφωση. Αυτό το φως συνεχίζει να λάμπει, μέσα στο σκοτάδι και στο κακό, μέσα στη μουντή γκριζάδα και στη θολή ρουτίνα αυτού του κόσμου, σαν ηλιαχτίδα που διασχίζει τα σύννεφα. Το αναγνωρίζει η ψυχή, παρηγορεί την καρδιά, μας κάνει να νιώθουμε ζωντανοί, και μας μεταμορφώνει εκ των έσω.

«Κύριε, καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι»! Ας γίνονταν δικά μας αυτά τα λόγια, ας γίνονταν απάντηση της ψυχής μας στο δώρο του θείου φωτός, ας γινόταν η προσευχή μας προσευχή για τη μεταμόρφωση, για τη νίκη του φωτός! «Λάμψον καὶ ἡμῖν τοῖς ἁμαρτωλοῖς, τὸ φῶς σου τὸ ἀΐδιον».

Η ευλογία των καρπών

Στις Ορθόδοξες εκκλησίες υπάρχει το αρχαίο έθιμο να ευλογούνται καρποί και λαχανικά την εορτή της Μεταμορφώσεως. Αυτό μας παρακινεί να αναρωτηθούμε: ποιο είναι το νόημα αυτής της αρχαίας τελετής, και τι σημαίνει γενικά η ευλογία και ο εξαγιασμός, αφού η ευλογία των καρπών κατά τη Μεταμόρφωση είναι μόνο μία από τις πολλές άλλες τέτοιες τελετές. Αν ανοίξουμε το λειτουργικό βιβλίο όπου είναι συγκεντρωμένες όλες αυτές οι τελετές, το επονομαζόμενο “Μεγάλο Ευχολόγιο”, θα βρούμε εκεί ειδικές τελετές όπως ο καθαγιασμός καινούριου σπιτιού, αγρού, κήπου, πηγαδιού. Είναι ως εάν η Εκκλησία να απευθύνεται σε ολόκληρο τον κόσμο, ως εάν το δεξί χέρι του Θεού που ευλογεί, να απλώνεται πάνω σε όλα τα πράγματα, μέσα απ’ όλες αυτές τις τελετές ευλογίας και εξαγιασμού. Γιατί από αμνημονεύτων χρόνων οι άνθρωποι ένιωσαν την ανάγκη για εξαγιασμό;

Θα πρέπει αμέσως να πούμε πως οι υποστηρικτές της αντιθρησκευτικής προπαγάνδας θεωρούν ανεπιφύλακτα όλες αυτές τις τελετές ως προλήψεις, και, κατά τη γνώμη τους, αποτελούν όλο το περιεχόμενο της θρησκείας. Ισχυρίζονται πως οι προλήψεις είναι καρπός του φόβου: ο άνθρωπος φοβάται μήπως δηλητηριαστεί, φοβάται μήπως έχει κακή σοδιά, φοβάται μήπως καεί το σπίτι του, φοβάται τους άλλους. Η θρησκεία προμηθεύει την απελευθέρωση από το φόβο: ράντισε τα φρούτα ή τον κήπο ή το σπίτι με αγιασμό και ο Θεός θα προστατέψει εσένα κι εκείνα. «Έτσι όπως βλέπετε, τα πάντα είναι χονδροειδής άγνοια, πρόληψη και …απάτη». Ωστόσο, παρουσιάζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο το θέμα, η άθεη προπαγάνδα δεν αναφέρει καμία από τις ευχές και το τυπικό που περιλαμβάνεται σ’ αυτές τις υποτιθέμενες προλήψεις. Προσπαθούν έτσι να εμφανίσουν τους ιερείς, τον κλήρο, ως μια ομάδα από απατεώνες που εκμεταλλεύονται τον φόβο και την άγνοια, χρησιμοποιώντας ακατανόητα μαγικά ξόρκια. Αν κάποιος όμως ακούσει προσεκτικά αυτές τις ευχές και δει από κοντά αυτές τις τελετές, αν μόνο για μια φορά στη ζωή του βιώσει τη χαρά που προέρχεται από την ευλογία της λαμπρής και ηλιόλουστης Μεταμόρφωσης, τότε γίνεται σαφές πως η απάτη δεν προέρχεται από την Εκκλησία, αλλά από την κακόβουλη αθεϊστική προπαγάνδα. Είναι ακριβώς αυτή η προπαγάνδα, και όχι η ευχή της Εκκλησίας, που διαπερνάται από φόβο, δυσπιστία, και ανάγκη να αρνηθεί ο,τιδήποτε το ανώτερό της, το καθαρότερο και βαθύτερο από τη δική της απλουστευτική, γήινη και υλιστική θεώρηση του κόσμου και της ζωής. Επειδή αυτό που βλέπουμε, ακούμε και ζούμε πάνω απ’ όλα σ’ αυτές τις τελετές και τις ευχές είναι η χαρά και η ευχαριστία. Αν ήταν παρών ο φόβος, δεν θα μπορούσε να υπάρξει χαρά και ευχαριστία· και αντίστροφα, αν είναι παρούσα η χαρά, δεν μπορεί να υπάρξει φόβος. Ο φόβος παράγει μιζέρια και δυσπιστία, και δεν υπάρχει τίποτε απ’ αυτά στο φως της Μεταμορφώσεως. Ποια όμως είναι η πηγή αυτής της χαράς και της ευχαριστίας;

Ένα από τα ποιήματα του Όσιπ Μάντελσταμ, αφιερωμένο στη λειτουργία, την κύρια ακολουθία της Χριστιανικής λατρείας, περιλαμβάνει αυτόν τον υπέροχο στίχο: «Πάρε στα χέρια σου ολόκληρο τον κόσμο, σαν να ήταν ένα μήλο…» Ίσως εδώ επειδή ο στίχος είναι τόσο απλός και παιδικοφανής, βλέπουμε καλύτερα απ’ ό,τι αλλού την πηγή της χαράς και της ευχαριστίας που διαπερνά τη Χριστιανική πίστη. Στο μήλο, και σε οτιδήποτε υπάρχει στον κόσμο, η πίστη βλέπει, αναγνωρίζει και αποδέχεται το δώρο του Θεού, το γεμάτο αγάπη, ομορφιά και σοφία. Η πίστη ακούει το μήλο και τον κόσμο να μιλά για την απεριόριστη αγάπη που δημιούργησε τον κόσμο και τη ζωή και που τα έδωσε σε μας ως δική μας ζωή. Ο ίδιος ο κόσμος είναι καρπός της αγάπης του Θεού για την ανθρωπότητα, και μόνο μέσα από τον κόσμο μπορούν οι άνθρωποι να αναγνωρίσουν τον Θεό και να Τον αγαπήσουν με τη σειρά τους… Και μόνο αγαπώντας αληθινά τη ζωή του, μπορεί ένας άνθρωπος να δεχθεί κατά συνέπεια τη ζωή του κόσμου, ως δώρο του Θεού. Η πτώση μας, η αμαρτία μας είναι πως παίρνουμε τα πάντα ως δεδομένα, και συνεπώς τα πάντα, ακόμη και εμείς οι άνθρωποι, γινόμαστε πεζοί, καταθλιπτικοί, κενοί. Το μήλο είναι μόνο μήλο. Το ψωμί είναι ψωμί. Ο άνθρωπος είναι ακριβώς άνθρωπος. Γνωρίζουμε το βάρος τους, την εμφάνισή τους, τις δραστηριότητές τους, ξέρουμε τα πάντα γι’ αυτούς, αλλά δεν γνωρίζουμε πλέον τους ίδιους, επειδή δεν διακρίνουμε το φως που λάμπει μέσα τους. Αιώνιο καθήκον της πίστης και της Εκκλησίας είναι να ξεπεράσει αυτή την αμαρτωλή, μονότονη εξοικείωση· να μας κάνει να θυμηθούμε για άλλη μια φορά πως έχουμε ξεχάσει τον τρόπο να βλέπουμε· να αισθανόμαστε όσα πλέον δεν αισθανόμαστε· να βιώνουμε ό,τι πλέον δεν μπορούμε να βιώσουμε. Έτσι ο Ιερέας ευλογεί το ψωμί και το κρασί, σηκώνοντας τα προς τον ουρανό, ενώ η πίστη βλέπει σ’ αυτά τον άρτο της ζωής, βλέπει θυσία και δωρεά, βλέπει κοινωνία με την αιώνια ζωή.

Έτσι την ημέρα της Μεταμορφώσεως φέρνουμε στην Εκκλησία μήλα, αχλάδια, σταφύλια, λαχανικά, και ξαφνικά η ίδια η Εκκλησία μεταμορφώνεται σ’ ένα μυστικό κήπο, σ’ αυτόν τον ευλογημένο παράδεισο απ’ όπου ξεκίνησε η ζωή του ανθρώπου και η συνάντησή του με τον Θεό. Όπως δε ακριβώς αυτός ο πρώτος άνθρωπος αγαλλίασε και ευχαρίστησε τον Θεό καθώς άνοιξε τα μάτια του για πρώτη φορά και είδε τον κόσμο, όπου τα πάντα, με το λόγο του Θεού, ήταν «καλά λίαν», έτσι και σ’ αυτή την τελετή του αγιασμού βλέπουμε τον κόσμο σαν να ήταν η πρώτη φορά, ως αντανάκλαση της σοφίας και της αγάπης του Θεού, και ευφραινόμαστε, και ευχαριστούμε. Μέσα δε από αυτή τη χαρά και την ευχαριστία η ζωή μας καθαίρεται, ανακαινίζεται και αναγεννάται. Όχι, δεν αρνούμαστε τον υλικό κόσμο, όπως ψευδώς ισχυρίζεται η αθεϊστική προπαγάνδα, ούτε τον απορρίπτουμε· αντίθετα, τον ευλογούμε και τον αγιάζουμε, επειδή σ’ αυτόν βλέπουμε και αισθανόμαστε με χαρά και ευχαριστία το δώρο του Θεού. «Οὐρανός καὶ γῆ πλήρεις τῆς δόξης Αὐτοῦ», ψάλλουμε στην εκκλησία. Η σημασία του αγιασμού είναι πως μέσω αυτού η δόξα αυτή ξεχύνεται στην αποκοιμισμένη συνείδησή μας, ανοίγει τα μάτια μας. και η ίδια η ζωή γίνεται δοξολογία, χαρά και ευχαριστία.

Τι γίνεται όμως με το κακό, με ρωτούν οι άνθρωποι. Τι γίνεται με τον πόνο και το θάνατο; Σ’ αυτό απαντούμε: αν γεμίσουμε μ’ αυτό το φως «μέχρι τα μπούνια», αν δεχθούμε με γνησιότητα αυτόν τον εξαγιασμό και αυτή την ευλογία, και τα φέρουμε μέσα μας, τότε εμείς οι ίδιοι γινόμαστε ο χώρος όπου αρχίζει η νίκη πάνω στο κακό. Και ο θάνατος θα καταποθεί από αυτή τη νίκη. επειδή ζούμε σ’ έναν κόσμο που έζησε ο Χριστός και συνεχίζει να είναι παρών εις τον αιώνα. Αν δε στον καθένα και στο καθετί σ’ αυτόν τον κόσμο διακρίνουμε Αυτόν, αγαπούμε Αυτόν, προσφερόμαστε σ’ Αυτόν· αν σ’ όλα βλέπουμε το φως της παρουσίας Του, της αγάπης και της νίκης Του, τότε τίποτε δεν μπορεί να μας χωρίσει απ’ Αυτόν.


π. Αλέξανδρος Σμέμαν, Εορτολόγιο – Ετήσιος εκκλησιαστικός κύκλος, Ακρίτας, Αθήνα 2005

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου