ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Παρασκευή 15 Απριλίου 2022

Κυριακή των Βαΐων

Γεώργιος Δορμπαράκης

Την Κυριακή των Βαΐων η Εκκλησία μας εορτάζει τη θριαμβευτική είσοδο του Ι. Χριστού στα Ιεροσόλυμα. Πολύς κόσμος είχε μαζευτεί στην πόλη, όχι μόνο για να δουν τον Χριστό, αλλά και το φίλο Του Λάζαρο, που τον είχε αναστήσει πριν από λίγες ημέρες. Κρατώντας στα χέρια κλαδιά από φοίνικες, ρίχνοντας κάτω τα ρούχα τους Τον επευφημούσαν κατά την είσοδό Του, καθισμένο πάνω σε πουλάρι και προπορευόμενο των μαθητών Του, με τα λόγια: «Ὡσαννὰ τῷ Υἱῷ Δαυΐδ. Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου»! Η πόλη πράγματι σείστηκε από τον παλμό και το πλήθος των συγκεντρωμένων, μεγάλων και μικρών, ανδρών, γυναικών και παιδιών. Αλλά το γεγονός αυτό δημιουργεί και προβλήματα και απορίες, δύο από τις οποίες θα δούμε και θα σχολιάσουμε.

Κυριακή των Βαΐων

1. Το πλήθος που σήμερα επευφημεί τον Κύριο και Τον δοξολογεί, το ίδιο σε λίγες ημέρες θα καταφέρεται εναντίον Του και θα κραυγάζει μανιασμένο, καθοδηγούμενο βεβαίως από τους αρχιερείς των Ιουδαίων και τους εγκαθέτους τους : «ἆρον, ἆρον, σταύρωσον Αὐτόν!» Κι αυτό θα πει: δεν μπορεί κανείς να έχει μεγάλη εμπιστοσύνη στις εκδηλώσεις του πλήθους. Το πλήθος εύκολα παρασύρεται, γινόμενο όχλος, όταν ευρεθούν κάποιοι επιτήδειοι λαοπλάνοι. Κι αυτό γιατί δυστυχώς γνώρισμα του πλήθους – όχλου είναι η ακρισία. Οι πολλοί, μαζεμένοι και φανατισμένοι συνήθως, δεν θέτουν σε λειτουργία τον νου και το μυαλό τους. Αφήνονται στους λίγους που έχουν σκοπό την καθοδήγησή τους και που γνωρίζουν πολύ καλά να εξάπτουν τα συναισθήματα και τις πιο σκοτεινές παρορμήσεις τους. Γι’ αυτό και ο Κύριος δεν έδωσε -και δεν έδινε γενικότερα- ιδιαίτερη σημασία στις εκδηλώσεις αυτές θριάμβου του πλήθους απέναντί Του. «Οὐκ ἐπίστευεν ἑαυτόν αὐτοῖς, διὰ τὸ Αὐτὸν γινώσκειν πάντα. Αὐτὸς γὰρ ἐγίνωσκε τί ἦν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῶν»!

2. Το πλήθος που ζητωκραύγαζε τον Χριστό, αποθέωνε κάποιον που η αληθινή εικόνα Του δεν ήταν αυτή που είχε κατά νου εκείνο. Τι θέλουμε να πούμε; Οι Ιουδαίοι των δύο κυρίως τελευταίων αιώνων προ Χριστού, επομένως και όλοι οι συγκεντρωμένοι, ακόμη και οι ίδιοι οι μαθητές του Χριστού, προσδοκούσαν έναν Μεσσία που θα ερχόταν ως θριαμβευτής, ως βασιλιάς δυνατός, κατεβαίνοντας από τους ουρανούς και φέρνοντας μαζί του δυνάμεις και πλούτη πολλά, διώχνοντας μάλιστα και τις ξενικές δυνάμεις κατοχής, εν προκειμένω τους Ρωμαίους. Τις προφητείες των προφητών της Παλαιάς Διαθήκης, ιδίως του Ησαΐα, περί του Μεσσία ως «τοῦ πάσχοντος δούλου τοῦ Θεοῦ», ως εκείνου που θα υφίστατο δεινά από τους ανθρώπους, τις είχαν ξεχάσει, μάλλον τις είχαν διαστρεβλώσει. Ένας Μεσσίας πάσχων εθεωρείτο πιά ως σκάνδαλο και ως βλασφημία. Αντέβαινε προφανώς και στη λογική της παντοδυναμίας του Θεού. Έπρεπε κανείς να αλλάξει ριζικά, να μετανοήσει, να μπει στο χώρο της χάρης της κλήσεως του Χριστού, για να Τον δει όπως πράγματι είναι: ως τον Υιό του Θεού που έγινε άνθρωπος και «ἔδει παθεῖν» προκειμένου να σώσει την πεσμένη στην αμαρτία ανθρωπότητα. Ένας Θεός αδύναμος και πάνω στον Σταυρό δεν μπορεί να σταθεί στην λογική του όποιου ανθρώπου, ακόμη και του Ιουδαίου. Θα παραμένει πάντοτε «Ἰουδαίοις μὲν σκάνδαλον, Ἕλλησι δὲ μωρία».

3. Τα παραπάνω σημεία που πράγματι προβληματίζουν λειτουργούν παραδειγματικά και σε μας.

Το πρώτο: Κριτήριο πάντοτε στη ζωή μας δεν πρέπει να έχουμε τη γνώμη των πολλών, όταν μάλιστα αυτοί οι πολλοί κινούνται στο επίπεδο του όχλου, διότι δυστυχώς τις περισσότερες φορές ακολουθούν «τὴν πλατεῖαν ὁδόν, τὴν ἀπάγουσαν εἰς τὴν ἀπώλειαν». Ο Θεός και το άγιο θέλημά Του είναι το ρυθμιστικό στοιχείο της ζωής του Χριστιανού, όταν μάλιστα αυτό το θέλημά Του είναι γνωστό και από την πρώτη αποκάλυψη του Θεού, στο χώρο της Π. Διαθήκης, πολύ περισσότερο όμως μετά τον ερχομό του Ιησού Χριστού, του ενανθρωπήσαντος Θεού μας. «Συνιέντες τί τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου» μας προτρέπει ο απ. Παύλος, ακολουθώντας βεβαίως αυτό που ο ίδιος ο Κύριος έλεγε: «γενηθήτω τὸ θέλημά Σου» και «Μακάριοι οἱ ἀκούοντες τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ φυλάσσοντες αὐτόν». Στην περίπτωση αυτή ο Χριστιανός γίνεται αληθώς ακόλουθος του Χριστού, κι αυτό θα πει ότι είναι έτοιμος να συγκρουστεί με τον πεσμένο στην αμαρτία και υποταγμένο στο διάβολο κόσμο, συνεπώς θα πρέπει να είναι έτοιμος και να ανέβει μαζί με Εκείνον στον σταυρό. «Εἰ ἐμὲ ἐδίωξαν, καὶ ὑμᾶς διώξουσι». «Πάντες οἱ θέλοντες εὐσεβῶς ζῆν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ διωχθήσονται».

Το δεύτερο: Θα πρέπει πάντοτε να προβληματιζόμαστε, αν η εικόνα του Ιησού Χριστού που έχουμε εμείς πια οι Χριστιανοί είναι πράγματι αυτή που φανέρωσε ο Ιησούς Χριστός. Και τούτο γιατί πολύ συχνά η εικόνα αυτή διαστρεβλώνεται από δικές μας απόψεις. Δεν είναι λίγες δυστυχώς οι φορές που το προσωπικό μας στοιχείο είναι αυτό που έχει την προτεραιότητα, κάτι που το βλέπουμε κάθε φορά στην τραγική ιστορία των αιρέσεων. Οι διάφοροι αιρετικοί ανά τους αιώνες αυτό ακριβώς έκαναν: έθεταν υπό τη δική της κρίση αυτό που ο λόγος του Θεού αποκάλυπτε. Κι αντί να κρίνονται από το λόγο του Θεού, έκριναν εκείνοι αυτόν. Έτσι τον διαστρέβλωναν, οπότε ο Χριστός ήταν για εκείνους περισσότερο μια ιδέα του μυαλού τους και όχι η ιστορική πραγματικότητα. Ο αρειανισμός, ο νεστοριανισμός, ο μονοφυσιτισμός, ακόμη οι εικονομάχοι είναι κλασικά δείγματα ιστορικών αποκλίσεων από την αλήθεια του προσώπου του Χριστού.

Τι είναι αυτό που διαφυλάσσει την αλήθεια του Χριστού και μας κρατάει επομένως «ανοιχτούς» στην πραγματικότητα της σχέσης Του; Μόνον η Εκκλησία και η παραμονή εν τη Εκκλησία. Εκείνη ως το ζωντανό σώμα Του κρατάει ανόθευτη την εικόνα Του και μας Τον προσφέρει όπως φανερώθηκε. Κι αυτό σημαίνει: κάθε φορά πρέπει να επιβεβαιώνουμε τη χριστιανοσύνη μας με το βαθμό της εκκλησιαστικότητάς μας. Η ζωή στην Εκκλησία, η ένταξή μας στο ρυθμό της μέσα από τις άγιες ακολουθίες της και η μίμηση των κατεξοχήν εκκλησιαστικών ανθρώπων, των αγίων, είναι εκείνο που πρέπει ν’ αποτελεί τη διαρκή έγνοια μας. Τελικά, δεν αρκεί -δεν χρειάζεται καθόλου- να ζητωκραυγάζουμε (για) τον Χριστό, αλλά να έχουμε την αγωνία να αφουγκραζόμαστε την αλήθεια της ζωής Του. Κι αυτό παραπέμπει σ’ ένα εντελώς διαφορετικό ύφος και ήθος: παραπέμπει σε απόφαση θανάτου του εγωισμού μας, για να μετάσχουμε στο Σταυρό Του, που θα πει να αναστηθούμε και μαζί Του, ήδη από το εδώ και το τώρα.


Γεώργιος Δορμπαράκης, Του Πάθους και της Ανάστασης, 1η έκδ., Αθήνα, Αρχονταρίκι, 2014.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου