ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Σάββατο 8 Φεβρουαρίου 2014

  ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΣΤΑΓΩΝ ΚΑΙ ΜΕΤΕΩΡΩΝ


ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ

(24 Φεβρουαρίου 2002)

Μέ τή χά­ρη καί τή βο­ή­θει­α τοῦ Θε­οῦ, φθά­σα­με καί φέ­τος στήν ἀρ­χή τοῦ Τρι­ω­δί­ου. Ἄ­νοι­ξε σή­με­ρα ἡ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή πε­ρί­ο­δος πού μᾶς κα­λεῖ σέ προ­ε­τοι­μα­σί­α γι­ά νά εἰ­σέλ­θου­με ἕ­τοι­μοι στό στά­δι­ο τῶν πνευ­μα­τι­κῶν ἀ­γώ­νων, τήν Με­γά­λη Τεσ­σα­ρα­κο­στή.

Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας μέ τίς Εὐ­αγ­γε­λι­κές Πε­ρι­κο­πές αὐ­τῆς τῆς πε­ρι­ό­δου μᾶς δί­νει τά ἐ­φό­δι­α πού θά χρει­α­στοῦ­με γι­ά νά δι­α­νύ­σου­με ἐ­πι­τυ­χῶς «τό στά­δι­ο τῶν ἀ­ρε­τῶν» τῆς Σα­ρα­κο­στῆς πού ἀ­νοί­γει γι­ά ὅ­σους θέ­λουν νά ἀ­θλη­θοῦν, ὅ­πως ψάλ­λου­με.

Ἡ ση­με­ρι­νή Πε­ρι­κο­πή τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου μᾶς πα­ρου­σι­ά­ζει τήν πα­ρα­βο­λή τοῦ Κυ­ρί­ου γι­ά τόν Τε­λώ­νη καί τόν Φα­ρι­σαῖ­ο καί εἶ­ναι, ὅ­πως γρά­φει ὁ Ἅ­γι­ος Ἀν­δρέ­ας Κρή­της, «σάν προ­ά­σκη­ση καί προ­ε­τοι­μα­σί­α γι­ά ὅ­σους θέ­λουν νά κα­τα­κτή­σουν τήν ἱ­ε­ρή τα­πεί­νω­ση -πού εἶ­ναι ἡ βά­ση ὅ­λων τῶν ἀ­ρε­τῶν- καί νά ἀ­πο­φύ­γουν τήν θε­ο­μί­ση­τη ἀ­λα­ζο­νεί­α πού ἐ­κτρέ­πει τόν ἄν­θρω­πο ἀπ᾿ ὅ­λες τίς φι­λό­χρι­στες ἀ­ρε­τές». Ἡ τα­πεί­νω­ση εἶ­ναι ἡ τρο­φή τῶν ἀ­ρε­τῶν τῆς χρι­στι­α­νι­κῆς ὀ­μορ­φι­ᾶς, ἡ βά­ση τῆς εὐ­σέ­βει­ας, ἡ ἀρ­χή καί τό τέ­λος. Αὐ­τή κά­νει τόν Τε­λώ­νη κή­ρυ­κα τοῦ Πνεύ­μα­τος, ἐ­νῶ ἡ ἀ­λα­ζο­νεί­α με­τα­βάλ­λει τόν Φα­ρι­σαῖ­ο σέ «ἄ­δει­ο τε­νε­κέ πού κά­νει θό­ρυ­βο».

Ἀ­νέ­βη­καν, λοι­πόν, ὁ Τε­λώ­νης καί ὁ Φα­ρι­σαῖ­ος στό Να­ό. Ὅ­μως ὁ Τε­λώ­νης ἀ­νέ­βη­κε, ἐ­νῶ ἡ ψυ­χή του κα­τέ­βαι­νε μέ τήν τα­πεί­νω­ση, ὁ Φα­ρι­σαῖ­ος κα­τέ­βη­κε, ἐ­πει­δή ἡ ψυ­χή του ψή­λω­νε ἀ­πό πε­ρη­φά­νει­α. Ὁ ἕ­νας ἔ­κα­νε τήν ἀ­νά­βα­ση τοῦ Δαυ­ΐδ μέ τή με­τά­νοι­α καί βά­δι­σε τό δρό­μο πού ὁ­δη­γεῖ στόν Πα­ρά­δει­σο. Ὁ ἄλ­λος κα­τέ­βη­κε τό δρό­μο πού ὁ­δη­γεῖ στόν Ἑ­ω­σφό­ρο, τόν ἀρ­χη­γό τῆς ὑ­πε­ρη­φά­νει­ας.

Ὁ ὑ­πε­ρή­φα­νος δέν μέ­νει μέ­σα στό κλῖ­μα τῆς ἀ­γά­πης. Κι ὅ­ποι­ος δέν μέ­νει στήν ἀ­γά­πη, δέ μέ­νει μέ­σα στόν Θε­ό, σύμ­φω­να μέ τόν Εὐ­αγ­γε­λι­στή Ἰ­ω­άν­νη. Ὅ­ποι­ος, ὅ­μως, μέ­νει μέ­σα στόν Θε­ό κι ὁ Θε­ός μέ­νει μέ­σα του καί γί­νε­ται να­ός Θε­οῦ, ὅ­πως γρά­φει ὁ Ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος.

Αὐ­τός πού δέν τα­πει­νώ­νε­ται πε­τᾶ τήν ἀ­γά­πη κι ὅ­ποι­ος δέν ἀ­γα­πά­ει πε­ρι­φρο­νεῖ. Πρα­γμα­τι­κά ἡ ὑ­πε­ρη­φά­νει­α εἶ­ναι ἀρ­χή κά­θε ἁ­μαρ­τί­ας.

Ἄς προ­σέ­ξου­με πά­λι τόν Εὐ­αγ­γε­λι­κό λό­γο: «Δύ­ο ἄν­θρω­ποι ἀ­νέ­βη­καν στό ἱ­ε­ρό νά προ­σευ­χη­θοῦν, ὁ ἕ­νας Φα­ρι­σαῖ­ος καί ὁ ἄλ­λος Τε­λώ­νης». Ὁ Κύ­ρι­ός μας βά­ζει τόν Φα­ρι­σαῖ­ο πα­ρά­δει­γμα καί πρό­τυ­πο τῶν ἀν­θρώ­πων πού δι­και­ο­λο­γοῦν τόν ἑ­αυ­τό τους καί ἐ­ξου­θε­νώ­νουν ὅ­σους ἁ­μαρ­τά­νουν, δεῖ­γμα τῶν ὑ­πε­ρή­φα­νων. Τόν Τε­λώ­νη τόν προ­βάλ­λει ὡς πα­ρά­δει­γμα τῶν ἀν­θρώ­πων πού ἁ­μαρ­τά­νουν καί κά­νουν τήν προ­σευ­χή καί τήν ἐ­ξο­μο­λό­γη­σή τους μέ καρ­δι­ά γε­μά­τη συ­ντρι­βή. Μᾶς δι­δά­σκει ἔ­τσι νά μι­σοῦ­με τήν ὑ­πε­ρη­φά­νει­α καί νά ἀ­γα­ποῦ­με τήν τα­πεί­νω­ση πού εἶ­ναι «τό ἔν­δυ­μα τῆς Θε­ό­τη­τος». Αὐ­τή ντύ­θη­κε ὁ Χρι­στός μέ τήν Ἐ­ναν­θρώ­πι­σή Του, αὐ­τή πρέ­πει νά ντυ­θοῦ­με κι ἐ­μεῖς, ἄν θέ­λου­με νά εἴ­μα­στε πρα­γμα­τι­κοί μα­θη­τές Του, ἀ­λη­θι­νοί Χρι­στι­α­νοί.

Δύ­ο πρά­γμα­τα ζη­τοῦ­νται ἀπ᾿ ὅ­λους μας: Νά κα­τα­δι­κά­ζου­με τά ἁ­μαρ­τή­μα­τά μας καί νά συγ­χω­ροῦ­με τά ἁ­μαρ­τή­μα­τα τῶν ἄλ­λων. Γι­α­τί, ὅ­ποι­ος βλέ­πει τά ἁ­μαρ­τή­μα­τά του γί­νε­ται πι­ό συγ­χω­ρη­τι­κός ἀ­πέ­να­ντι στούς ἄλ­λους. Κι ὅ­ποι­ος κα­τα­κρί­νει τούς ἄλ­λους, κα­τα­κρί­νει καί κα­τα­δι­κά­ζει τόν ἑ­αυ­τό του, ἔ­στω κι ἄν ἔ­χει πολ­λές ἀ­ρε­τές. Εἶ­ναι πρα­γμα­τι­κά με­γά­λο πρᾶ­γμα, ἀ­δελ­φοί μου, νά μήν κα­τα­κρί­νεις τούς ἄλ­λους, ἀλ­λά τόν ἑ­αυ­τό σου. Ἐ­μεῖς, ὅ­μως, πα­ρα­βλέ­πο­ντας τά δι­κά μας ἁ­μαρ­τή­μα­τα, τούς ἄλ­λους πι­ό πο­λύ κα­τα­κρί­νου­με καί τούς ἄλ­λους ἐ­ξε­τά­ζου­με. Καί δέν κα­τα­λα­βαί­νου­με ὅ­τι, ὅ­ταν κα­τα­κρί­νου­με τούς ἄλ­λους, γι­νό­μα­στε ἔ­νο­χοι καί εἴ­μα­στε ἄ­ξι­οι γι­ά τήν ἴ­δι­α τι­μω­ρί­α καί κό­λα­ση μ᾿ αὐ­τόν πού κα­τα­κρί­νου­με. «Μέ ὅ­ποι­ο μέ­τρο κρί­νε­τε, θά κρι­θῆ­τε», λέ­ει ὁ Χρι­στός. Ὅ­ποι­ος πορ­νεύ­ει πα­ρα­βαί­νει ἐ­ντο­λή, τό ἴ­δι­ο κι αὐ­τός πού κρί­νει τόν πορ­νεύ­ο­ντα. Καί οἱ δύ­ο, λοι­πόν, πα­ρα­βαί­νουν θεί­α ἐ­ντο­λή καί ὅ­ποι­ος πορ­νεύ­ει καί  ὅ­ποι­ος κρί­νει.

Ἄς στρέ­ψου­με, λοι­πόν, τήν ἐ­να­σχό­λη­σή μας μέ τούς ἄλ­λους στόν ἑ­αυ­τό μας. Κι ἄν δοῦ­με κά­ποι­ους νά ἁ­μαρ­τά­νουν, ἄς ἔ­χου­με μπρο­στά στά μά­τι­α μας τά δι­κά μας ἁ­μαρ­τή­μα­τα κι ἄς τά λο­γα­ρι­ά­ζου­με χει­ρό­τε­ρα ἀ­πό τῶν ἄλ­λων. Γι­α­τί, ὅ­ποι­ος ἁ­μάρ­τη­σε, ἴ­σως με­τά­νοι­ω­σε κα­τά τήν ὥ­ρα τῆς ἁ­μαρ­τί­ας, ἐ­νῶ ἐ­μεῖς, ἐ­ξε­τά­ζο­ντας καί κα­τα­κρί­νο­ντας τούς ἄλ­λους, μέ­νου­με πά­ντα ἀ­δι­όρ­θω­τοι.

Κα­λή με­τά­νοι­α, ἀ­δελ­φοί μου. ΚΑ­ΛΟ ΤΡΙ­Ω­ΔΙ­Ο!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου