ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Σάββατο 17 Ιουλίου 2021

 18 Ιουλίου 2021 – Κυριακή πατέρων Δ΄ Οικ. Συνόδου (Ματθ. ε΄14-19)

«Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοῦ μαθηταῖς· ὑμεῖς ἐστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου».

Ὅταν μᾶς ἀπευθύνει τὸν λόγον κάποιο σεβαστὸ γιὰ μᾶς πρόσωπο, νιώθουμε μεγάλη ἱκανοποίηση καὶ χαρά, πολὺ δὲ περισσότερο, ὅταν αὐτὰ ποὺ μᾶς λέει εἶναι ἄκρως τιμητικά. Καὶ ὅταν ἕνας καλὸς δάσκαλος προσπαθεῖ νὰ ἐξηγήσει ὅσο τὸ δυνατὸ πιὸ ἀπλὰ τὸ μάθημα, γιὰ νὰ μπορέσουν νὰ τὸ καταλάβουν ὅλοι, οἱ μαθητές του πρέπει νὰ θεωροῦν τοὺς ἑαυτούς τους ἐξαιρετικὰ προνομιούχους ποὺ τὸν ἔχουν δάσκαλό τους. Ἄς βάλουμε τώρα στὴ θέση τοῦ σεβαστοῦ προσώπου τὸν Κύριον καὶ ἄς Τὸν δοῦμε νὰ ὀνομάζει ὡς ὁ δικός μας Διδάσκαλος, ἐμᾶς, τοὺς ἀτελεῖς μαθητές Του, ὡς «τὸ φῶς τοῦ κόσμου» – ἄραγε μποροῦμε νὰ καταλάβουμε, πόση τιμὴ μᾶς κάνει;

Γιατί, ὑπάρχει τίποτε ποὺ νὰ εἶναι πιὸ ὄμορφο, πιὸ ωφέλιμο, πιὸ ἐπιθυμητὸ ἀπὸ τὸ φῶς; Ὅταν ἐπικρατεῖ τὸ φῶς λιγοστεύουν οἱ κίνδυνοι, ὅλα τὰ προβλήματα γίνονται πιὸ εὔκολα, οἱ ἐπιζήμιες σκέψεις ξεκαθαρίζουν καὶ ἐξαλείφονται. Φανταστεῖτε ἕναν ἀθλητὴ στὸ ἀγώνισμα τοῦ δρόμου μετ’ ἐμποδίων νὰ τρέχει στὸ σκοτάδι, αὐτὴ θὰ ἦταν ἡ ζωή μας χωρὶς τὸ φῶς, ἕνας ἀτέλειωτος ἀγῶνας, ἄνισος πάντα εἰς βάρος μας. Μά, εἶναι γι’ αὐτὸ ποὺ μιὰ μάνα θὰ πεῖ τὸ παιδί της, «τὸ φῶς τὸ ὀφθαλμῶν» της, εἶναι γι’ αὐτὸ ποὺ ἕνας τυφλὸς δὲν ἐνδιαφέρεται γιὰ πλούτη καὶ δόξες, φτάνει νὰ μποροῦσε νὰ δεῖ γιὰ μιὰ στιγμὴ τὸ φῶς, καὶ ὅλα ὅσα ἐκεῖνο φωτίζει, προβάλλει καὶ ἀναδεικνύει, εἶναι γι’ αὐτὸ ποὺ ταυτίζουμε τὸ φῶς μὲ ὅσα εἶναι ἐλπιδοφόρα καὶ χαρούμενα.

Καὶ εἶναι γι’ αὐτὸ πού, ἡ πρώτη δημιουργικὴ πράξη τοῦ Δημιουργοῦ εἶναι τὸ φῶς, ὥστε νὰ ἀφανίσει τὸ σκοτάδι, νὰ διαλύσει τὸ κατσούφιασμα τῆς φύσης, νὰ δώσει χαρὰ στὸν κόσμο, νὰ ἀφήσει τὸν ἄνθρωπο νὰ δεῖ τὴν ὀμορφιὰ ποὺ τὸν περιβάλλει. Καὶ μὲ αὐτὰ ὑπόψη πρέπει νὰ ἀναλογιστοῦμε, πόση μεγάλη τιμὴ μᾶς κάνει ὁ δικός μας Διδάσκαλος, μὲ τὸ νὰ μᾶς ὀνομάσει «τὸ φῶς τοῦ κόσμου». Τιμὴ ἀλλὰ καὶ εὐθύνη, ἐφόσον τὸ φῶς μὲ τὸ ὁποῖο μᾶς παρομοιάζει, δὲν εἶναι ὑλικὸ ἀγαθό, ὅπως τὸ ἡλεκτρικὸ ῥεῦμα ποὺ πρέπει νὰ πληρωθεῖ σὲ κάποια ἀρχή, ἀλλὰ προέρχεται ἀπὸ τὸν Ἥλιο τῆς Δικαιοσύνης. Εἶναι ἐν τέλει «τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, το οποίο  φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον», ὄχι γιὰ νὰ τὸ κρύβει, ἤ νὰ τὸ ἀποθηκεύει, ἤ ἔστω νὰ τὸ κρατεῖ γιὰ τὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ γιὰ νὰ τὸ χρησιμοποιεῖ γιὰ νὰ «λάμπει πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ» – καὶ ἐδῶ εἶναι ποὺ ἀρχίζουν τὰ δύσκολα.

Ὡς συνήθως ὁ Ἰησοῦς, ὁ Κύριος δηλαδή, μιλᾶ παραβολικά, ἔτσι ὅταν ἀναφέρεται σὲ ‘’φῶς’’, ἐννοεῖ τὰ ἔργα ποὺ ὁ καθένας κάνει στὴ ζωή του, αὐτὴ θὰ εἶναι ἄλλωστε ἡ μοναδικὴ ὑστεροφημία του. Καὶ εἶναι γι’ αὐτὸ ποὺ τονίζει πώς, αὐτὰ τὰ ἔργα πρέπει νὰ εἶναι τὸ ἴδιο ὀφέλιμα, ὅσο εἶναι τὸ φῶς σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ σκοτάδι. Ὅπως τὸ ἴδιο ὀφέλιμα ἦταν τὰ δικά Του, ἀφοῦ ἀποστολή Του ἦταν νὰ κηρύξει μέχρι ποὺ «ὁ λαὸς ὁ καθήμενος ἐν σκότει εἶδε φῶς μέγα καὶ τοῖς καθημένοις ἐν χώρᾳ καὶ σκιᾷ θανάτου φῶς ἀνέτειλεν αὐτοῖς.» Ὁ ἴδιος θὰ αὐτοσυστηθεῖ καὶ ὡς «τὸ φῶς τοῦ κόσμου». Αὐτὸς ποὺ μὲ ἀκολουθεῖ, τόσο μὲ τὸ νὰ ὑπακούει στὶς ἐντολές Του, ὅσο καὶ μὲ τὸ νὰ κάνει τὰ ἀπαραίτητα ἔργα, «οὐ μὴ περιπατήσῃ ἐν τῇ σκοτίᾳ, ἀλλ’ ἕξει τὸ φῶς τῆς ζωῆς.» Ἡ Διδασκαλία τοῦ Ἰησοῦ εἶναι γεμάτη ἀπὸ φῶς, καὶ παράλληλα ὁδηγεῖ στὸ πραγματικὸ φῶς τῆς θείας παρουσίας – ὅπως αὐτὸ ποὺ εἶδαν «καθὼς ἠδύναντο» οἱ μαθητὲς στὴ Μεταμόρφωση, τότε ποὺ «ἔλαμψε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ὡς ὁ ἥλιος, τὰ δὲ ἱμάτια αὐτοῦ ἐγένετο λευκὰ ὡς τὸ φῶς», καὶ συνεπαρμένος ὁ Πέτρος καταφέρνει νὰ ψελλίσει μόνο, «Κύριε, καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι.»

Παράλληλα ὁ θεῖος λόγος ἀναφέρεται καὶ σὲ κάτι ἄλλο: στὴν εὐθύνη τῆς μετάδοσης αὐτοῦ τοῦ φωτὸς καὶ σὲ ἄλλους. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι ξεκάθαρος ὅτι, σκοπὸς τῆς Ἐνανθρώπησης δὲν εἶναι ἡ κατάλυση τοῦ παλαιοῦ Νόμου, ἤ αὐτὰ ποὺ θέσπισαν οἱ προφῆτες, ἀλλὰ ἡ συμπλήρωσή τους, ἡ τελειοποίησή τους, ἡ μετατροπή τους σ’ ἕνα ὄχημα ποὺ ὁδηγεῖ στὴ σωτηρία, τὴν ἀναγνώριση ὅποιου Τὸν ἀποδέχεται ὅτι θὰ εἶναι  «μεγας ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν.» Τί ἐννοεῖ; Μετὰ τὴν Ἔξοδο τοῦ λαοῦ ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο, ἐκεῖνο τὸ πρῶτο Πάσχα, ἕνας «στῦλος τοῦ πυρός», μιὰ πύρινη στήλη ποὺ ἕνωνε γῆ καὶ οὐρανό, προπορευόταν κάθε νύκτα γιὰ νὰ δείχνει τὸ δρόμο στοὺς ἑβραίους, ὥστε νὰ ἀποφεύγουν τὶς κακοτοπιές. Τὸ νέο Πάσχα, ποὺ σηματοδοτεῖται μὲ τὴν Ἀνάσταση, «Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανός τε καὶ γῆ, καὶ τὰ καταχθόνια». Γι’ αὐτὴ τὴ νέα πραγματικότητα, ἕνα «νέφος μαρτύρων» ἦταν ἔτοιμοι νὰ θυσιάσουν ἀκόμα καὶ τὴ ζωή τους. Ἦταν αὐτοὶ ποὺ ἔκαναν βίωμά τους τὸ ψαλμικό, «Κύριος φωτισμός μου καὶ σωτήρ μου· τίνα φοβηθήσομαι; Κύριος ὑπερασπιστὴς τῆς ζωῆς μου· ἀπὸ τίνος δειλιάσω;» Παράλληλα, τὴν εὐθύνη τῆς ἀναλλοίωτης διατήρησης τῆς διδασκαλίας τοῦ Χριστοῦ, τὴ φλόγα τῆς πίστης ποὺ ὁδηγᾶ στὴ σωτηρία, ἀνέλαβαν οἱ διάδοχοι τῶν πρώτων μαθητῶν, αὐτοὶ ποὺ τιμητικὰ ὀνομάζουμε ὡς Πατέρες καὶ Διδάσκαλους τῆς Ἐκκλησίας.

Μιὰ τέτοια ὁμάδα τιμᾶ σήμερα ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας, καὶ συγκεκριμένα τοὺς 650 Ἱεράρχες ποὺ συγκλήθηκαν στὴν Δ’ (Τέταρτη) Οἰκουμενικὴ Σύνοδο στὴ Χαλκηδόνα τὸ 451, γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσουν τὴν αἵρεση τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ, ποὺ μὲ πρωτεργάτη τὴν ἀρχιμανδρίτη Εὐτυχή, δίδασκε ὅτι ἡ θεία φύση τοῦ Χριστοῦ ἀποῤῥόφησε τὴν ἀνθρώπινη. Μιὰ τέτοια σκέψη ἀπέῤῥιπτε τὴν ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ, γι’ αὐτὸ καὶ στὴν ἀπόφαση τῆς Συνόδου τονίζεται πὼς οἱ δύο φύσεις Του, θεία καὶ ἀνθρώπινη, ἐνώθηκαν «ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀδιαιρέτως, ἀχωρίστως» – νά, τί παρέλαβαν, καί, τὶ παρέδωσαν οἱ Πατέρες ἐκείνοι. Μᾶς ἔδωσαν τὴν δυνατότητα νὰ ψάλλουμε, «Φῶς ἐκ φωτός, ἔλαμψε τῷ κόσμῳ Χριστὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ ἐπιφανεὶς Θεός· τοῦτον λαοὶ προσκυνήσωμεν.»

Βασικὸ στοιχεῖο τοῦ Ἰουδαϊκοῦ Ναοῦ ἦταν ἡ Ἑπτάφωτη Λυχνία, ποὺ ἔκαιγε συνέχεια μπροστὰ ἀπὸ τὸ θυσιαστήριο. Ὅμως, κι’ ἐμεῖς ἀνάβουμε λύχνους, καὶ καντῆλες, καὶ λαμπάδες, καὶ κεριά, σήμερα ὄχι τόσο γιὰ πρακτικοὺς λόγους, ὅσο γιὰ συμβολικούς, ἀφοῦ παραπέμπουν στὸ φῶς ποὺ δεχτήκαμε μὲ τὴ βάπτισή μας, ποὺ οὕτως ἤ ἄλλως ὀνομάζεται καὶ Φώτισμα. Ταυτόχρονα θυμίζουν τὸν πνευματικὸ ἀγῶνα ποὺ χρειάζεται νὰ κάνουμε καθημερινά, γιὰ νὰ παραμένουμε ἡ «πόλις ἐπάνω ὄρους κειμένη», καὶ ὁ «λύχνος ἐπὶ τὴν λυχνίαν.» Μόνο ἔτσι θὰ λάμψει καὶ τὸ δικό μας φῶς «ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων», ὅταν φωτισμένοι ἀπὸ «τὸ ἀπρόσιτον φῶς», θὰ φωτίζουμε καὶ τὸ δικό μας περιβάλλον, ὥστε νὰ φωτισθεῖ ὅλος ὁ κόσμος – ἔτσι ὅπως, τὴ νύκτα τῆς Ἀνάστασης, τὸ ἕνα κερὶ μεταδίδει στὸ ἄλλο, καὶ μέσα σὲ χρόνο μηδὲν ἡ νύκτα γίνεται μέρα, τὸ πένθος μετατρέπεται σὲ χαρά, ὁ θάνατος δὲν μετρᾶ πλέον, ἀφοῦ ὅποιος ἀκολουθεῖ τὸν Χριστόν «οὐ μὴ περιπατήσῃ ἐν τῇ σκοτίᾳ, ἀλλ’ ἕξει τὸ φῶς τῆς ζωῆς.» Καὶ ἐπειδή, ὄπως λέει ὁ Παροιμιαστής, «φῶς δικαίοις διαπαντός, φῶς δὲ ἀσεβῶν σβέννυται», ἄς κρατήσουμε αὐτὸ τὸ φῶς ἄσβηστο μὲ τὸ νὰ ἐπικυρώνουμε τὰ λόγια μὲ τὰ ἔργα. Καὶ ἄς τὸ μεταλαμπαδεύσουμε, γιὰ νὰ γίνει ὁ κόσμος πιὸ φωτεινός, πιὸ χαρούμενος, λουσμένος μέσα φως του Χριστού.

Πρωτοπρεσβύτερος Στέφανος Χρυσάνθου

ΠΗΓΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου