ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Σάββατο, 16 Νοεμβρίου 2019

«ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ»

ΚΥΡΙΑΚΗ Θ΄ ΛΟΥΚΑ

17 Νοεμβρίου 2019

Η παραβολή του άφρονος πλουσίου ολοκληρώνεται με την φράση του Χριστού, «Ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω», δηλαδή εκείνος που έχει αυτά για να ακούει, ας ακούει. Η Εκκλησία δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στις αισθήσεις του ανθρώπου. Λένε οι πατέρες της Εκκλησίας ότι οι αισθήσεις είναι οι πύλες της ψυχής και μέσα από τις αισθήσεις ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται τα μεγαλεία του Θεού. Μέσα στον Ιερό Ναό αξιοποιούνται όλες οι αισθήσεις. Η όραση με την εικονογραφία, η γεύση με την Θεία Κοινωνία, η όσφρηση με το θυμίαμα, η αφή με το σημείο του Σταυρού. Έτσι και η ακοή με τους ύμνους και τη διδασκαλία. Όλοι οι άνθρωποι έχουν αυτιά για να ακούνε, όμως δεν ωφελούνται όλοι από όσα ακούνε. Μπορεί να ακούνε δίχως να δίνουν σημασία στα λεγόμενα. Γι’ αυτό ο Χριστός επισημαίνει ότι δεν αρκεί κάποιος να έχει αυτιά να ακούει, αλλά να προσέχει και να δίνει σημασία στα νοήματα και στο περιεχόμενο εκείνων τα οποία ακούει.


Ο Χριστός με την παραβολή, μας μεταφέρει στην χώρα ενός πλουσίου όπου είχε καρποφορία και τότε ο πλούσιος σκέφθηκε να μαζέψει τους καρπούς και αφού γκρεμίσει τις παλιές αποθήκες του να χτίσει καινούριες για να χωρέσουν την άφθονη συγκομιδή. Απευθύνθηκε στον εαυτό του, είπε στην ψυχή του να απολαμβάνει όλα αυτά τα αγαθά για πολλά χρόνια. Τότε ο Θεός είπε στον πλούσιο ότι την ίδια νύχτα να περιμένει τον θάνατό του. Και αφού ο πλούσιος πρόκειται να πεθάνει, όλα αυτά που ετοίμασε για ποιόν προορίζονται; Αυτή είναι η απλή σε διήγηση, αλλά πλούσια σε νοήματα και περιεχόμενο παραβολή του άφρονος πλουσίου.

Το γεγονός ότι, δεν καρποφόρησαν μόνο τα χωράφια του πλούσιου, αλλά όλη η χώρα, δηλώνει ότι πολλοί στη χώρα αυτοί ωφελήθηκαν, αλλά μόνο αυτός αποφάσισε να αποθηκεύσει μόνο για τον εαυτό του. Η παραβολή επισημαίνει ότι ο Θεός προσφέρει τα αγαθά Του για όλους τους ανθρώπους. Ότι ανατέλλει τον ήλιο για πονηρούς και αγαθούς και βρέχει και για τους δίκαιους και για τους άδικους. Ο πλούσιος σκέφθηκε τον εαυτό του και όχι τον συνάνθρωπο.

Αφού λοιπόν πλούτισε ακόμη περισσότερο, γεννιέται η απορία, τι να κάνει το παραπάνω που απέκτησε, «τί ποιήσω;». Αντί για ευτυχία, έρχεται η απορία και πολλές φορές η αγωνία για το τι θα κάνει τα πλούτη του. Για να επέλθει δικαιοσύνη στον κόσμο, θα μπορούσε να τα «αποθηκεύσει» στα πεινασμένα στόματα και στα σπίτια των φτωχών. Όμως σκέφτεται μόνο τον εαυτό του και αποφασίζει κάτι διαφορετικό από το να τα μοιραστεί με τον συνάνθρωπο που βρίσκεται σε ανέχεια. Θα γκρεμίσει τις παλιές αποθήκες του, που δεν χωράνε τη νέα εσοδεία και θα ανοικοδομήσει καινούριες, μεγαλύτερες κι εκεί θα αποθηκεύσει τους καρπούς του. Ο πλούσιος έτσι καταδεικνύει το πρώτο του πάθος το οποίο είναι η πλεονεξία. Είχε ήδη πολλά και τώρα ακόμη περισσότερα και τα οποία τα κρατάει μόνο για τον εαυτό του.

Αφού ανεγείρει τις νέες αποθήκες και θα συνάξει εκεί όλο τον πλούτο, τότε θα μιλήσει με τον εαυτό του και θα πει στην ψυχή του ότι έχει πολλά αγαθά για πολλά χρόνια, οπότε μπορεί να ξεκουράζεται, να τρώει να πίνει και να διασκεδάζει. Ο πλούσιος δεν μιλάει με άλλον άνθρωπο. Θα μπορούσε να πει τα ίδια σε κάποιον φίλο του, να περιγράψει το πόσο θα καλοπεράσει, αλλά ούτε κι αυτό κάνει, μιλάει μόνος του, παραμιλάει. Τόσο πολύ αποξενώνεται και απομονώνεται ο υλιστής άνθρωπος, όπου ξεχνάει τον υπόλοιπο κόσμο και κλείνεται στον εαυτό του, δεν μιλάει με κανέναν άλλο παρά μόνο με την ψυχή του, με τον εαυτό του. Το τραγικό είναι ότι υπόσχεται στον εαυτό του, όχι μόνο ύλη, την οποία έχει μπροστά του και είναι κάτι υπαρκτό για εκείνη τη στιγμή, αλλά υπόσχεται και κάτι πολύ αβέβαιο και άπιαστο, για την χρονική διάρκεια, δεσμεύεται για το μέλλον, είναι σίγουρος ότι όλα αυτά θα τα απολαμβάνει στο μέλλον, για χρόνια πολλά!

Και τότε αρχίζει ο διάλογος για πρώτη φορά μέσα στην παραβολή. Του μιλάει ο Θεός. Δεν τον καλεί με το όνομά του, δεν γνωρίζουμε το όνομα του πλούσιου. Τον χαρακτηρίζει άφρονα, άμυαλο και του εξηγεί ότι το ίδιο βράδυ ζητάνε την ψυχή του, ότι θα πεθάνει. Ποιοί είναι αυτοί που ζητάνε την ψυχή του; Είναι οι δαίμονες που υποδουλώνουν την ψυχή του ανθρώπου στην ύλη και στην αμαρτία. Και αφού ζητάνε την ψυχή του, έρχεται και το ερώτημα, όλα αυτά που ετοίμασε για ποιόν προορίζονται; Εδώ παρουσιάζεται το οντολογικό ζήτημα της ζωής του ανθρώπου. Η αξιοποίηση της βιοτής του ανθρώπου. Εάν έζησε με σκοπό την πορεία προς τον Θεό ή εάν προσκολλήθηκε στην υλη του κόσμου τούτου και έγινε δούλος του υλισμού και του εγωισμού.

Το Ευαγγέλιο δεν καταδικάζει την ύλη και την χρηστικότητά της, αλλά την κατάχρηση εις βάρος του ίδιου του ανθρώπου ο οποίος υποδουλώνεται σε αυτήν και την αδικία που προξενεί με το να στερήσει τα αγαθά από τους άλλους ανθρώπους που τα έχουν ανάγκη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου