ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Παρασκευή 24 Απριλίου 2015

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ
3 Μαΐου 1998

 «Δι­α­γε­νο­μέ­νου τοῦ Σαβ­βά­του Μα­ρί­α ἡ Μα­γδα­λη­νὴ καὶ Μα­ρί­α ἡ τοῦ Ἰ­α­κώ­βου καὶ Σα­λώ­μη ἠ­γό­ρα­σαν ἀ­ρώ­μα­τα ἵ­να ἐλ­θοῦ­σαι ἀ­λεί­ψω­σιν αὐ­τόν. καὶ λί­αν πρω­ῒ τῆς μι­ᾶς σαβ­βά­των ἔρ­χο­νται ἐ­πὶ τὸ μνη­μεῖ­ον, ἀ­να­τεί­λα­ντος τοῦ ἡ­λί­ου».

Ἡ Κυ­ρι­α­κή, Χρι­στι­α­νοί μου, ἡ «μί­α τῶν Σαβ­βά­των», ὅ­πως τήν ὀ­νο­μά­ζει τό ἱ­ε­ρό Εὐ­αγ­γέ­λι­ο, μέ­νει καί θά μέ­νει ρι­ζω­μέ­νη στή συ­νεί­δη­ση, στήν πί­στη καί στή ζω­ή τῶν χρι­στι­α­νι­κῶν λα­ῶν τοῦ πο­λι­τι­σμέ­νου κό­σμου, σάν τό κέ­ντρο τοῦ συμ­βα­τι­κοῦ χρό­νου καί σάν τήν ἀ­παρ­χή τοῦ ἑ­βδο­μα­δι­αί­ου κύ­κλου τῆς πνευ­μα­τι­κῆς ζω­ῆς.

Συν­δέ­θη­κε ἀ­κό­μα ἡ Κυ­ρι­α­κή μέ τήν και­νούρ­γι­α ἐ­πο­χή τοῦ κό­σμου, τοῦ και­νούρ­γι­ου κό­σμου, «τοῦ κό­σμου πού ἀ­πέ­θα­νε καί ἐ­τά­φη καί ἀ­να­στή­θη­κε σέ νέ­α ζω­ή», μι­ά ζω­ή τῆς «αἰ­ω­νί­ου ἀ­παρ­χή». Εἶ­ναι ἡ πρώ­τη ἡ­μέ­ρα τῆς «και­νῆς κτί­σε­ως» κα­τά τήν ὑ­πό­σχε­ση τοῦ Χρι­στοῦ μας.
Ἡ «μί­α τῶν Σαβ­βά­των» εἶ­ναι ἀ­κό­μα δε­μέ­νη στή συ­νεί­δη­ση τῶν πι­στῶν μέ τή φα­νέ­ρω­ση τῆς χρι­στι­α­νι­κῆς κοι­νω­νί­ας καί τήν ἵ­δρυ­ση τῆς ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῆς ζω­ῆς. Ἀ­πό τήν Κυ­ρι­α­κή ἐ­πή­γα­σαν οἱ πα­ρα­δό­σεις καί τά ἁ­γνά ἤ­θη καί τά τί­μι­α ἔ­θι­μα τοῦ λα­οῦ μας καί ἐν συ­νό­λῳ ἡ κε­χα­ρι­τω­μέ­νη καί ἀ­να­στά­σι­μη ζω­ή τῶν πι­στῶν χρι­στι­α­νῶν.
Καί εἶ­ναι ἀ­λή­θει­α πώς ἡ ἀ­φε­τη­ρι­α­κή αὐ­τή ἡ­μέ­ρα κρύ­βει μέ­σα της τήν πε­μπτου­σί­α τῆς ἀ­λη­θι­νῆς οὐ­ρα­νο­πο­λί­τι­κης βι­ο­τῆς, ὅ­πως αὐ­τή βι­ώ­θη­κε στά πρό­τυ­πα πού τήν ἱ­στο­ροῦν στό ση­με­ρι­νό Εὐ­αγ­γέ­λι­ο καί ὅ­πως ἀ­πο­κα­λύ­φτη­κε ὑ­πο­δει­γμα­τι­κά στά γε­γο­νό­τα πού τή συν­θέ­τουν καί ἐ­μπει­ρι­κά τό­τε καί δι­α­χρο­νι­κά ἔ­κτο­τε.
Πό­σες ἀ­λή­θει­α πνευ­μα­τι­κές μαρ­τυ­ρί­ες δέν μᾶς ἀ­πο­κα­λύ­πτει ἡ ἡ­μέ­ρα αὐ­τή! Ἡ ἀ­φο­σί­ω­ση τῶν Μυ­ρο­φό­ρων στόν ἀ­δί­κως πά­σχο­ντα Χρι­στό μας δεί­χνει, ὄ­χι μό­νο τήν εὐ­θυ­κρι­σί­α τους, στήν ὁ­ποί­α τίς ὁ­δή­γη­σε ἡ ἀ­λη­θι­νή καί γνή­σι­α ἀ­γά­πη, ἀλ­λά καί τό ἠ­θι­κό με­γα­λεῖ­ο τοῦ ψυ­χι­κοῦ τους κό­σμου. Ἡ ἀγ­γε­λι­κή ὀ­πτα­σί­α καί τό πα­ρά­δο­ξο ἄγ­γελ­μα τῆς Ἀ­να­στά­σε­ως εἶ­ναι στή συ­νέ­χει­α τό φα­νε­ρό ἀ­ντί­δο­το τοῦ Θε­οῦ καί τό οὐ­ρά­νι­ο δῶ­ρο Του στήν τόλ­μη καί τήν εὐ­γέ­νει­α τῶν μυ­ρο­φό­ρων ὑ­πάρ­ξε­ων. Ἡ ἀ­πά­ντη­ση πού δί­νει ὁ ἄγ­γε­λος στίς τρεῖς μυ­ρο­φό­ρες εἶ­ναι ἡ πι­ό λι­τή, ἡ πι­ό ἐ­πι­γραμ­μα­τι­κή, ἀλ­λά καί ἡ πι­ό ἀ­πο­κα­λυ­πτι­κή μαρ­τυ­ρί­α: «ἠ­γέρ­θη, οὐκ ἔ­στιν ὧ­δε· ἴ­δε ὁ τό­πος ὅ­που ἔ­θη­καν αὐ­τόν».
Μᾶς κά­νει ἐ­ντύ­πω­ση πρα­γμα­τι­κά ἡ ἀ­πέ­ριτ­τη ἀ­να­κοί­νω­ση τοῦ Ἀγ­γέ­λου. Εἶ­ναι σάν νά ἔ­λε­γε τό πι­ό ἁ­πλό καί τό πι­ό φυ­σι­κό γε­γο­νός τοῦ κό­σμου. Καί ἀ­λη­θι­νά γι­ά ὅ­ποι­ον ζεῖ κα­τά Θε­όν καί σκέ­πτε­ται τήν πα­ντο­δύ­να­μη ἐ­νέρ­γει­ά Του τό γε­γο­νός τῆς Ἀ­να­στά­σε­ως χά­νει τό στοι­χεῖ­ο τῆς πα­ρά­δο­ξης ἔκ­πλη­ξης καί ἀ­πο­κτᾶ τή δι­ά­στα­ση τῆς κα­τα­ξι­ω­μέ­νης ἀ­πό τό Θε­ό ἀν­θρω­πο­σω­τη­ρί­ας μέ­σα ἀ­πό τή θε­ο­λο­γι­κή μαρ­τυ­ρί­α καί ἀ­πο­κά­λυ­ψη. Οἱ μα­θη­τές πού ζοῦ­σαν μέ­σα στόν συ­ναι­σθη­μα­τι­κό κύ­κλο τοῦ φό­βου καί στή συ­νει­δη­σι­α­κή ἀ­πει­λή τοῦ θα­νά­του μέ­νουν ἀ­πο­μο­νω­μέ­νοι ἀ­πό τήν ἐ­μπει­ρί­α τοῦ ἀγ­γε­λι­κοῦ μη­νύ­μα­τος. Οἱ μυ­ρο­φό­ρες ὅ­μως, ἀ­λη­θι­νά ἀ­φο­σι­ω­μέ­νες στήν ἀ­λή­θει­α τῆς θε­αν­θρω­πί­νης πα­ρου­σί­ας τοῦ Χρι­στοῦ μας καί ἔ­χο­ντας τήν τέ­λει­α ἀ­γά­πη στήν καρ­δι­ά τους, πού ἐ­λευ­θε­ρώ­νει ἀ­πό τά δε­σμά τῆς ἰ­δι­ο­τέ­λει­ας, φα­νε­ρώ­νο­νται ὁ­λό­τε­λα λυ­τρω­μέ­νες ἀ­πό τό κρά­τος τοῦ φό­βου. «Ἡ τέ­λει­α ἀ­γά­πη ἔ­ξω βάλ­λει τόν φό­βον» εἶ­χε ὑ­πο­σχε­θεῖ ὁ Χρι­στός μας ὅ­ταν ζοῦ­σε στή γῆ. Τή γεν­ναι­ό­τη­τα καί εἰ­λι­κρί­νει­α τῆς ψυ­χῆς τι­μᾶ ὁ Θε­ός, μέ τό νά κα­τα­ξι­ώ­νει τίς μυ­ρο­φό­ρες γυ­ναῖ­κες νά δε­χθοῦν αὐ­τές πρῶ­τες τό «φαι­δρὸν τῆς Ἀ­να­στά­σε­ως κή­ρυ­γμα». Αὐ­τή τή γεν­ναι­ό­τη­τα τῶν κα­θα­ρῶν ψυ­χῶν, στίς ὁ­ποῖ­ες ὁ φό­βος καί ἡ ἀ­τολ­μί­α δέν βρί­σκει θέ­ση νά θρο­νι­α­στεῖ μέ­σα τους, αὐ­τές τίς γυ­ναι­κεῖ­ες ὑ­πάρ­ξεις κα­τα­ξι­ώ­νει ὁ Κύ­ρι­ος νά γί­νουν καί οἱ πρῶ­τοι κή­ρυ­κες τῆς Ἀ­να­στά­σε­ως καί τοῦ «κε­νοῦ μνη­μεί­ου».
Ὅ­λα αὐ­τά, Χρι­στι­α­νοί μου, ἔ­γι­ναν στούς Ἀ­πο­στό­λους καί στήν πρώ­τη Ἐκ­κλη­σί­α ση­μά­δι­α ζω­ῆς καί ὑ­πο­δεί­γμα­τα πί­στε­ως. Τήν Κυ­ρι­α­κή μα­ζεύ­ο­νταν οἱ Χρι­στι­α­νοί γι­ά νά μυ­στα­γω­γη­θοῦν στό γε­γο­νός τῆς Θεί­ας Κοι­νω­νί­ας, νά λά­βουν μέ­ρος στό μυ­στή­ρι­ο τῆς σω­τη­ρί­ας, τε­λώ­ντας τήν Θεί­α Εὐ­χα­ρι­στί­α. Τό­τε ἄ­κου­γαν τό κή­ρυ­γμα τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου καί πρό­σφε­ραν τήν εὐ­γνω­μο­σύ­νη τους πρός τόν Θε­ό καί Κύ­ρι­ο, μέ­σῳ τῆς ἔ­μπρα­κτης ἀ­γά­πης πρός τούς ἀ­δελ­φούς των Χρι­στι­α­νούς.
Στήν Τρω­ά­δα ὁ Ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος μι­ά Κυ­ρι­α­κή πα­ρα­τεί­νει τό λό­γο τῆς οἰ­κο­δο­μῆς τῶν πνευ­μα­τι­κά δι­ψα­σμέ­νων ψυ­χῶν ὥς τά με­σά­νυ­χτα. Στούς Κο­ριν­θί­ους προ­τρέ­πει ὁ ἴ­δι­ος Ἀ­πό­στο­λος νά μήν ξε­χνοῦν τό χρέ­ος τῆς ἀ­γά­πης καί κά­θε Κυ­ρι­α­κή στή Θεί­α Λει­τουρ­γί­α νά μα­ζεύ­ουν χρή­μα­τα γι­ά τούς ἐν­δε­εῖς. «Ἐν τῇ Κυ­ρι­α­κή ἡ­μέ­ρᾳ» ὁ Εὐ­αγ­γε­λι­στής Ἰ­ω­άν­νης στήν Πά­τμο δέ­χε­ται τήν Ἀ­πο­κά­λυ­ψη τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ. Τήν ἡ­μέ­ρα αὐ­τή προ­φη­τεύ­ει ὁ ψαλ­μω­δός «ἐ­ποί­η­σεν ὁ Κύ­ρι­ος» καί μᾶς προ­σκα­λεῖ σέ ἀ­γαλ­λί­α­ση καί εὐ­φρο­σύ­νη πνευ­μα­τι­κή, γι­α­τί, τι­μώ­ντας την ὅ­πως τό θέ­λη­σε ὁ Θε­ός, μπο­ροῦ­με καί δι­και­ού­με­θα ἀ­λη­θι­νά νά χαι­ρό­με­θα τόν κό­σμο τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας καί τῆς ζω­ῆς τῆς ἐν Χρι­στῷ ἀ­να­δη­μι­ουρ­γί­ας.
Δυ­στυ­χῶς ὅ­μως, Χρι­στι­α­νοί μου, στίς μέ­ρες μας δέν θά πρέ­πει νά εἴ­μα­στε εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νοι ἀ­πό τόν τρό­πο μέ τόν ὁ­ποῖ­ο οἱ ἄν­θρω­ποι αἰ­σθά­νο­νται καί τι­μοῦν τήν «μί­αν Σαβ­βά­των». Πολ­λοί, ὄ­χι μό­νο δέν «ἁ­γι­ά­ζουν» τήν ζω­ή τους, ἀλ­λά οὔ­τε καί τήν χαί­ρο­νται. Σκο­τώ­νο­νται ἕ­ξι ἡ­μέ­ρες στή σκλη­ρή ἐρ­γα­σί­α κσί δέν ξέ­ρουν νά ἐ­κτι­μή­σουν τήν εὐ­και­ρί­α τῆς σω­μα­τι­κῆς ἀ­να­παύ­σε­ως, πού τούς πα­ρέ­χει ἡ Κυ­ρι­α­κή. Καί ἄλ­λοι κυ­νη­γοῦν τή χα­ρά σέ ἀμ­φί­βο­λους δρό­μους ψυ­χα­γω­γί­ας καί παι­χνι­δι­οῦ, χω­ρίς νά αἰ­σθά­νο­νται τό με­γά­λο κα­κό τοῦ και­ροῦ μας πού εἶ­ναι ἡ δι­ά­σπα­ση τῆς πα­τρο­πα­ρά­δο­της οἰ­κο­γε­νει­α­κῆς χα­ρᾶς τοῦ λα­οῦ μας.
Τί κρῖ­μα, Χρι­στι­α­νοί μου, οἱ κα­μπά­νες τῆς Κυ­ρι­α­κῆς νά κα­λοῦν τούς ἀν­θρώ­πους στή χα­ρά τῆς Ἀ­να­στά­σε­ως καί ἐ­κεῖ­νοι νά φεύ­γουν τα­ξι­δεύ­ο­ντας σέ βου­νά καί λα­γκά­δι­α, χω­ρίς τήν ὑ­πο­ψί­α τῆς ἀ­σέ­βει­ας καί ἀ­χα­ρι­στί­ας πρός τόν Θε­όν καί χω­ρίς τήν ἐ­πί­γνω­ση τῆς πνευ­μα­τι­κῆς ἀ­φα­σί­ας πού τούς δέρ­νει καί τῆς τρα­γω­δί­ας τοῦ κιν­δύ­νου πού τούς ἀ­πει­λεῖ. Γι­ά κά­τι ἄλ­λο, Χρι­στι­α­νοί μου, γι­ά κά­τι κα­λύ­τε­ρο ἀ­πό τήν ἐκ­δρο­μή καί τό πο­δό­σφαι­ρο ξη­με­ρώ­νει ἡ «μί­α τῶν Σαβ­βά­των».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου