ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΡΑΚΛΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΡΑΚΛΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 13 Αυγούστου 2016

«Λύτρωσαι ἡμᾶς ἀπό πάσης ἀνάγκης καί θλίψεως Σέ γάρ ἔχομεν ἁμαρτωλοί προστασίαν, σέ κεκτήμεθα ἐν πειρασμοῖς σωτηρίαν»

Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί,

Ἀτενίζοντας τὴν εἰκόνα τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, ἔτσι ὅπως ἡ ἐκκλησιαστικὴ παράδοση ἐξιστορεῖ καὶ φιλοτεχνεῖ, αἰσθανόμαστε πὼς εἴμαστε παρόντες, ὄχι ἁπλὰ σὲ μία ἐξόδιο ἀκολουθία, ἀλλὰ σὲ μία μεγάλη Ἑορτὴ καὶ Πανήγυρη. Δυνάμεις ἀγγελικές, ὁ χορὸς τῶν ἐνδόξων Ἀποστόλων, Πατέρες ἀποστολικοί, Ὑμνογράφοι ἐκκλησιαστικοί, πιστοί, μὰ καὶ δύσπιστοι, πλαισιώνουν τὸ σεπτὸ σκήνωμα τῆς Παναγίας Παρθένου. Καὶ στὸ κέντρο τῆς ἱερᾶς εἰκόνος ὁ ἴδιος ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, κρατώντας στὰ χέρια του τὴν ψυχὴ τῆς Μητρός Του. Ναί, βρισκόμαστε ἐνώπιον μίας σπουδαίας Ἑορτῆς, τῆς Ἑορτῆς τῆς «ἑνότητος».
«Ἡ πηγή τῆς ζωῆς ἐν μνημείῳ τίθεται»

Μέσα στήν καρδιά τοῦ καλοκαιριοῦ, στό γιορτάσι τῆς ζωῆς, παράδοξο θαῦμα ἡ Κοίμηση τῆς Θεοτόκου. «Ἡ πηγή τῆς ζωῆς ἐν μνημείῳ τίθεται». Ἕνα μυστήριο, πού κεντᾶ τήν καλοκαιρινή μας καθημερινότητα μέ τήν προοπτική τῆς αἰωνιότητας. Ἕνας θάνατος, πού γεμίζει τήν οἰκουμένη καί τίς καρδιές μας μέ τή χαρά τῆς ἀθανασίας. Κοιμήθηκε ἡ Παναγιά μας σήμερα, καί θαρρεῖς πώς ἡ κάθε θλίψη μεταμορφώθηκε σέ ἀγαλλίαση, καί ἡ ἐλπίδα ζωήρεψε καί πλημμύρισε τίς ψυχές μας.
Η Παναγία Θεοτόκος «θησαυρός σωτηρίας» και «πηγή αφθαρσίας»

ΩΔΗ Ζ΄

Γ΄ Τροπάριον

«Θησαυρὸν σωτηρίας, καὶ πηγὴν ἀφθαρσίας,

τὴν σὲ κυήσασαν, καὶ πύργον ἀσφαλείας, καὶ θύραν μετανοίας,

τοῖς κραυγάζουσιν ἔδειξας· ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν Θεός, εὐλογητός εἶ».

Τὸ ρῆμα τῆς προτάσεως εἶναι τὸ «ἔδειξας», ποὺ σημαίνει ἀνέδειξες, ἀπέδειξες. Ὁ ποιητὴς τοῦ Κανόνος ἀπευθύνεται στὸν Χριστὸ καὶ τοῦ λέει: «ἔδειξας τὴν σὲ κυήσασαν», δηλαδή, ἀνέδειξες αὐτὴν ποὺ σὲ κυοφόρησε, αὐτὴν ποὺ σὲ γέννησε, τὴν Παναγία Μητέρα σου…, καὶ στὴ συνέχεια ἀναφέρει τέσσερα χαρακτηριστικά:

Πέμπτη 11 Αυγούστου 2016

Άπνοο Σκήνος… Το Θεομητορικό Νεκροκρέβατο

του Αρχιμ. Παλαμά, Ηγουμένου της Ι.Μονής Θεοτόκου Καλλίπετρας, Σκήτεως Βεροίας.

Σήμερα την Παρθένο, του μόνου Παρθένου Κυρίου Μητέρα, προπέμπει των Παρθένων ο Χορός και άπασα η στρατευομένη Εκκλησία του Χριστού, προς τα Ουράνια…

Θεοτόκε Κόρη, ἡ χαρά ἡ ἡμῶν,

Θεοτόκε τό ἡμέτερον κήρυγμα,

Θεοτόκε ποῦ ἀπαίρεις ἀφ’ἡμῶν;

(Εγκώμια Κοιμήσεως Θεοτόκου, στάση Ά)

Στη θρηνούσα πανήγυρη, στην έλλειψη της σωματικής παρουσίας της Παναγίας, το πλήθος των Χριστιανών θα αναφωνεί ανά τους αιώνες «Θεοτόκε πού απαίρεις αφ’ ημών;». Την προ ολίγου μεθ’ ημών, βλέπει των κηδευτών η πανυ-ευλαβής ομήγυρις… βλέπει την Θεομήτορα να απέρχεται προς τα ουράνια και τα αιώνια και νιώθει ορφανίας την θλίψη και αποχωρισμού την οδύνη! Κατατίθεται η Σεμνή σε τάφο και λίθος καλύπτει την ερατεινή της μορφή! Και ο σύμπας κόσμος κλαυθμηρώς κηδεύει την Θεού Λόγου Μητέρα και ορατή παρουσία του Χριστού επί της γης!
Να μιμηθούμε την Παναγία στην αρετή της αγνότητας

Η ΑΓΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ 

Του π. Συμεών Κραγιόπουλου (†)

Ο Θεός μετά την πτώση του ανθρώπου, ακριβώς διότι αγαπά τον άνθρωπο και θέλει τη σωτηρία του, αποφασίζει να σώσει τον άνθρωπο. Και για να γίνει αυτό, το δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, ο Υιός του Θεού, γίνεται άνθρωπος.
Η Παναγία Θεοτόκος «θησαυρός σωτηρίας» και «πηγή αφθαρσίας»

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ 

Γράφει ο Αρχιμ. Επιφάνιος κ. Χατζηγιάγκου

ΩΔΗ Ζ΄

Γ΄ Τροπάριον

«Θησαυρόν σωτηρίας, και πηγήν αφθαρσίας,

την σε κυήσασαν, και πύργον ασφαλείας, και θύραν μετανοίας,

τοις κραυγάζουσιν έδειξας· ο των Πατέρων ημών Θεός, ευλογητός ει».

Το ρήμα της προτάσεως είναι το «έδειξας», που σημαίνει ανέδειξες, απέδειξες. Ο ποιητής του Κανόνος απευθύνεται στον Χριστό και του λέει: «έδειξας την σε κυήσασαν», δηλαδή, ανέδειξες αυτήν που σε κυοφόρησε, αυτήν που σε γέννησε, την Παναγία Μητέρα σου…, και στη συνέχεια αναφέρει τέσσερα χαρακτηριστικά:
«Τὸ συμφέρον τῆς αἰτήσεως»

τοῦ Ἀρχιμανδρίτου Ἰγνατίου Σαξαμπάνη, προϊσταμένου τοῦ ἱεροῦ ναοῦ Ἁγίου Ἀρτεμίου Ἀθηνῶν

«Οὐδεὶς προστρέχων ἐπὶ σοὶ κατῃσχυμένος ἀπὸ σοῦ ἐκπορεύεται, ἁγνὴ Παρθένε Θεοτόκε· ἀλλ’ αἰτεῖται τὴν χάριν καὶ λαμβάνει τὸ δώρημα πρὸς τὸ συμφέρον τῆς αἰτήσεως».

Κάθε στιγμὴ στὴ ζωὴ τοῦ χριστιανοῦ εἶναι στιγμὴ συνάντησης καὶ κοινωνίας μὲ τὸ ἱερὸ πρόσωπο τῆς «τιμιωτέρας τῶν Χερουβὶμ καὶ ἐνδοξοτέρας ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφὶμ» Παναγίας Μητέρας τοῦ Χριστοῦ καὶ ὁλοκλήρου τοῦ κόσμου.

Πέμπτη 4 Αυγούστου 2016

Τήν ἐν πρεσβείαις ἀκοίμητον Θεοτόκον.


Μετά τήν ἀνάληψη τοῦ Κυρίου, ἡ Παναγία πήγαινε καθημερινά στό ὄρος τῶν ἐλαιῶν καί ἐκεῖ προσευχόταν. Σήμερα στόν τόπο ἐκεῖνο ὑπάρχει μία μικρή Ἐκκλησία. Μάλιστα κάτω ἀπό τήν ἁγία Τράπεζα δείχνουν τό σημεῖο, πού στεκόταν ἡ Παναγία κατά τήν ὥρα τῆς προσευχῆς, μέ τό ἑξῆς θαυμαστό: Ἡ πέτρα πάνω στήν ὁποία στεκόταν ἡ Παναγία καί προσευχόταν φαγώθηκε ἀπό τίς πολλές μετάνοιες, πού ἔκαμνε!
Το νόημα των Παρακλήσεων προς την Παναγία μας

α. Γιατί παρακαλοῦμε τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο
β. Πότε εἰσακούεται ἡ παράκλησή μας;
γ. Πότε δέν εἰσακούεται ἡ παράκλησή μας;
δ. Πῶς εὐχαριστοῦμε τήν Παναγία;

α. Γιατί παρακαλοῦμε τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο
Οἱ παρακλήσεις πρός τή Θεοτόκο ἀναφέρουν τίς ἐπικλήσεις τῶν πιστῶν μέ δεήσεις καί ἱκεσίες πρός τήν Παναγία γιά νά λάβουν τή βοήθειά Της στούς καιρούς τῶν πειρασμῶν, τῶν πόνων, τῶν θλίψεων καί κάθε εἴδους προστασία ἀπό τό θεῖο πρόσωπό Της. Καί τονίζεται χαρακτηριστικά: “Δέξαι παρακλήσεις ἀναξίων σῶν ἱκετῶν”.
Παράκλησις στόν Δεκαπενταύγουστο 2011

Κάθε θεομητορική ἑορτή ἔχει τήν χάρη της καί τίς χαρές της. Ὅμως ὁ μήνας Αὔγουστος ἔχει ἰδιαίτερες χαρές γιά ὅλη τήν Ἐκκλησία, ἐφόσον ὁλόκληρος εἶναι ἀφιερωμένος στήν Παναγία, σ᾿ αὐτήν πού ἐδόξασε τό ἀνθρώπινο γένος. Πῶς τό ἐδόξασε; ποιά δόξα προσέφερε; Δώρησε τήν σάρκα της γιά νά γεννηθεῖ, γιά νά ἔρθει στόν κόσμο τό δεύτερο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ.

Τρίτη 13 Αυγούστου 2013

"ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΕ, ΣΩΣΟΝ ΗΜΑΣ"
Ο μήνας Αύγουστος είναι ο μήνας της Υπεραγίας Θεοτόκου, της Παναγίας μας. Αν καθ' όλο το έτος έχουμε συχνές και πυκνές αναφορές για τη Μητέρα του Κυρίου, εκεί που αποκορυφώνεται η δοξολογική, τιμητική και ικετευτική αναφορά μας σ' Εκείνη, είναι κατά τον μήνα αυτό, λόγω της εορτής της Κοιμήσεώς της και της με αυτήν κατά την παράδοση της Εκκλησίας μας συνδεδεμένης μεταστάσεώς της. Αιτία γι' αυτό είναι ότι η Κοίμηση και η μετάσταση της Θεοτόκου επιστεγάζουν την όλη αγιασμένη επί γης πορεία της, που σημαίνει ότι το κάθε γεγονός της ζωής της Παναγίας θεωρείται ως αναβαθμός, που οδηγεί στην αγκαλιά του Τριαδικού Θεού. Με άλλα λόγια, με την Κοίμηση της Θεοτόκου κατανοούμε οι πιστοί ότι τίποτε δεν υπήρξε τυχαίο στη ζωή της – άλλωστε, υπάρχει τίποτε τυχαίο; - αλλά όλα συμπλέκονταν από τη Θεία Χάρη, η οποία συνεργαζόταν με την ελεύθερη βούλησή της, ώστε να φθάσει να γίνει η Παναγία αυτό που δηλώνει η προσωνυμία της: Παν-αγία. Υπεράνω δηλαδή οποιουδήποτε αγίου, είτε ανθρώπου είτε αγγέλου. «Θεός μετά Θεόν» κατά μία μάλιστα πατερική έκφραση. Γι' αυτό και ψάλλει αδιάκοπα η Εκκλησία μας: «Την τιμιωτέραν των Χερουβείμ και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφείμ». Από αυτό καταλαβαίνουμε και γιατί η νηστεία για την Παναγία, γιατί οι καθημερινές ικεσίες μας με τους παρακλητικούς κανόνες, γιατί οι γονυκλισίες.
Ιδιαιτέρως θα σταθούμε στους παρακλητικούς κανόνες, μεγάλο και μικρό, που αποτελούν μακάριο εντρύφημα κάθε πιστού, παρηγοριά κι ελπίδα του σ' όλες τις περιστάσεις της ζωής του, μάλιστα τότε που αντιμετωπίζει διαφόρων ειδών πειρασμούς. Και τούτο γιατί οι βασικές προϋποθέσεις στις οποίες στηρίζονται και οι δύο κανόνες, είναι αφενός το γεγονός ότι ως άνθρωποι χειμαζόμαστε ευρισκόμενοι μέσα σ' αυτόν τον ταλαίπωρο κόσμο με τους πολυποίκιλους πειρασμούς και τις παγίδες του, αφετέρου υπάρχει η ελπίδα και η παρηγοριά, η καταφυγή και η δύναμη, που είναι η παρουσία της Παναγίας στη ζωή μας.
Και ως προς την πρώτη προϋπόθεση: Δεν υπάρχει, πιστεύουμε, άνθρωπος επί γης, που να μη δοκιμάζει πειρασμούς, εξωτερικούς και εσωτερικούς. Είναι τέτοια η ανθρώπινη φύση και τέτοια η κοινωνία και ο κόσμος μας, που τούτο θεωρείται αδύνατο. «Πειραστήριον» χαρακτηρίζει ο λόγος του Θεού τη ζωή του ανθρώπου, «κοιλάδα πένθους και δακρύων». Αλλά και σύνολη η εμπειρία του ανθρώπου, όπου γης, ανεξάρτητα από θρησκεία και ιδεολογία, επιβεβαιώνει το γεγονός. Γιατί άραγε; Πλαστήκαμε για να πάσχουμε; Βεβαίως όχι. Ο Θεός, κατά την πίστη μας, μας δημιούργησε έτσι, ώστε να είμαστε μέτοχοι της ζωής Του, δηλαδή να ζούμε ευτυχισμένοι, με την προοπτική μάλιστα της απόλυτης, μέσα στα κτιστά όρια, ευτυχίας, εφόσον τέλος μάς έταξε την ομοίωσή μας με Αυτόν. Η κακή χρήση όμως της ελευθερίας μας μάς οδήγησε στην απομάκρυνση από Εκείνον, την πηγή της χαράς και της μακαριότητας, κι έτσι κλήρος μας έγινε αυτό που επιλέξαμε: η φθορά και ο θάνατος, με τα συνοδεύοντα αυτά στοιχεία, της θλίψης και των δακρύων των πειρασμών. Λέει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος κάπου: «Όπου δεν υπάρχει πληγή, δεν χρειάζεται νυστέρι. Στον Αδάμ πριν από την παράβαση δεν υπήρχαν δάκρυα, όπως ακριβώς και στους δικαίους, μετά την ανάσταση των νεκρών, εφόσον θα έχει καταργηθεί η αμαρτία και θα έχει εξαφανιστεί η οδύνη, η λύπη και ο στεναγμός». Όλοι λοιπόν πάσχουμε εξωτερικά και εσωτερικά. Εξωτερικά: με τις διάφορες αρρώστιες, τους πόνους, τις δοκιμασίες της ζωής, εσωτερικά: με τα διάφορα πάθη και τις αδυναμίες μας.
Ποιοι πειρασμοί θεωρούνται βαρύτεροι; Συνήθως ο πολύς κόσμος θεωρεί ότι οι εξωτερικοί πειρασμοί είναι οι χειρότεροι, αυτοί που μόνον μπορούν να δημιουργήσουν ουσιαστικά προβλήματα. Πολλές φορές μάλιστα δεν δίνει σημασία καν στους εσωτερικούς. «Την υγεία μας να 'χουμε και τίποτε άλλο» ακούμε καθημερινά γύρω μας και σε όλους τους τόνους. Ενώ η καθημερινή ζωή αποκαλύπτει ότι οι γονείς ρίχνουν όλο το βάρος τους για τη διασφάλιση των εξωτερικών συνθηκών των παιδιών τους και της σωματικής υγείας τους, μηδαμινά δε, αν μη τι και καθόλου, δεν φροντίζουν για την εσωτερική ακεραιότητά τους.
Κι όμως! Οι εσωτερικοί πειρασμοί, που πηγάζουν πρωτίστως από τα πάθη και τις αδυναμίες μας, έχουν την άμεση προτεραιότητα, γιατί αυτοί διακυβεύουν την πίστη και την αγάπη μας στον Θεό και τον συνάνθρωπο, που σημαίνει ότι από την καλή ή κακή αντιμετώπισή τους εξαρτάται το αιώνιο μέλλον μας. Ενώ οι άλλοι, οι εξωτερικοί πειρασμοί, θα έπρεπε να έρχονται σε δεύτερη μοίρα ενδιαφέροντος, δεδομένου ότι αυτοί πολλές φορές θεωρούνται ευλογία Θεού. Πώς; Θεωρούμενοι ως αφορμή και πρόκληση προς απόκτηση μεγαλύτερης υπομονής και πίστεως, άρα προς μείζονα αγιασμό μας. «Πάσαν χαράν ηγήσασθε, αδελφοί μου» γράφει ο αδελφόθεος Ιάκωβος, «όταν πειρασμοίς περιπέσητε ποικίλοις, ειδότες ότι το δοκίμιον υμών της πίστεως κατεργάζεται υπομονήν. Η δε υπομονή έργον τέλειον εχέτω, ίνα ήτε τέλειοι και ολόκληροι, εν μηδενί λειπόμενοι» (1, 2-4).
Παρ' όλα αυτά όμως! Η Εκκλησία μας συγκαταβαίνει στις αδυναμίες μας και στους διαφόρους πειρασμούς μας και μας προτρέπει να προστρέχουμε στην Υπεραγία Θεοτόκο, ιδίως μέσα από τις παρακλήσεις, ώστε να λαβαίνουμε την ίαση για όλα τα παθήματά μας, εξωτερικά και εσωτερικά. Κι ακριβώς αυτή η προτροπή της Εκκλησίας στηρίζεται στη δεύτερη προϋπόθεση των παρακλητικών κανόνων που είδαμε: την πίστη ότι η Παναγία βρίσκεται κοντά μας, δίπλα μας, έτοιμη να εισακούσει κάθε αίτημα που είναι για το συμφέρον μας, διότι έχει τη δύναμη να μας παράσχει τη χάρη που της ζητάμε. «Πολύ ισχύει δέησις Μητρός προς ευμένειαν Δεσπότου». Αυτό συμβαίνει διότι η Παναγία είναι η μητέρα του Κυρίου μας, αυτή δηλαδή από την οποία προσέλαβε, με τη θέλησή της, την ανθρώπινη φύση ο Θεός μας, συνεπώς έκτοτε δεν μπορεί να γίνει αναφορά στον Χριστό χωρίς να γίνει αναφορά και στην Παναγία Μητέρα Του. Με άλλα λόγια, όπου Χριστός, εκεί και Παναγία, κι όπου Παναγία, εκεί και Χριστός. Προσφυγή άρα στην Παναγία σημαίνει ισχυρή προσφυγή και προς τον Χριστό, γι' αυτό και άπειρα τα θαύματα από τις παρακλήσεις στη Θεοτόκο, τόσο τα μεγάλα και τρανταχτά, όσο και τα μικρά και καθημερινά, που τα γνωρίζει μόνον η πιστή ψυχή του απλού ανθρώπου.
Κατανοούμε έτσι γιατί οι διάφοροι αιρετικοί, και στο παρελθόν και στο παρόν, υποτιμούν την Παναγία. Μη έχοντας ορθή γνώση του Χριστού, λόγω ελλείψεως της χάρης του Θεού μέσα τους, κατ' ανάγκην διαστρεβλώνουν και τη θέση της Μητέρας Του. Δηλαδή, κριτήριο ορθοδοξίας θεωρείται μεταξύ των άλλων και η στάση μας έναντι της Παναγίας. Ας ρωτήσουμε οποιοδήποτε αιρετικό, ιδίως τους Προτεστάντες και τους παναιρετικούς Γιεχωβάδες, τι φρονούν για την Παναγία. Η απάντησή τους θα μας γεμίσει μαύρη απελπισία. «Αισχρόν εστι και λέγειν». Κι όπως χρειάζεται Πνεύμα Θεού για να δει κανείς ορθά τον Χριστό – «ουδείς δύναται ειπείν Κύριον Ιησούν ει μη εν Πνεύματι Αγίω» (Α΄Κορ. 12, 3) – κατά τον ίδιο τρόπο απαιτείται Πνεύμα Θεού για να δει κανείς ορθά και την Παναγία. Είναι τόσο φανερή η αλήθεια αυτή, όταν διαβάζουμε στο Ευαγγέλιο τα σχετικά με την επίσκεψη της Μαριάμ, μητέρας του Κυρίου, στην εξαδέλφη της Ελισάβετ μετά τον Ευαγγελισμό. «Επλήσθη», γράφει ο ευαγγελιστής, «Πνεύματος Αγίου η Ελισάβετ και ανεφώνησε φωνή μεγάλη και είπε: Ευλογημένη συ εν γυναιξί...» (Λουκ. 1, 41-42).
Η Παναγία μας λοιπόν έχει τη δύναμη να μας βοηθήσει σε όλα μας τα προβλήματα, λόγω της σχέσεώς της με τον Κύριο και Υιό της. Δεν έχουμε παρά να προστρέχουμε συνεχώς σ' Αυτήν – και όχι μόνον με τις παρακλήσεις – με την πεποίθηση ότι η βοήθειά της αποτελεί και χαρά, αλλά και ανάγκη της. Χαρά, γιατί είναι γεμάτη αγάπη για τα παιδιά της – κι είμαστε ως μέλη Χριστού βαπτισμένα, παιδιά κι εμείς της Παναγίας – ανάγκη της δε, γιατί ως εξαίρετο μέλος και Αυτή του ίδιου μυστικού σώματος του Χριστού, νιώθει προσωπικά ως δικά της όλα τα προβλήματα και τις αγωνίες των άλλων μελών του σώματος.

"ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΕ, ΣΩΣΟΝ ΗΜΑΣ" (2)
«Ἐξ ἀμετρήτων ἀναγκῶν καὶ θλίψεων, καὶ ἐξ ἐχθρῶν δυσμενῶν, καὶσυμφορῶν βίου, λυτρωθεὶς Πανάχραντε, τῇ κραταιᾷ δυνάμει σου, ἀνυμνῶμεγαλύνω, τὴν ἄμετρόν σου συμπάθειαν, καὶ τὴν εἰς ἐμέ σου παράκλησιν».
Λυτρώθηκα, Πανάχραντε Θεοτόκε, με την ισχυρή σου δύναμη, από αμέτρητες ανάγκες και θλίψεις κι από εχθρούς που με επιβουλεύονται, κι από συμφορές του βίου, γι' αυτό υμνολογώ και δοξολογώ την άπειρη συμπάθεια και αγάπη Σου και την παρηγοριά κι ενίσχυση που δίνεις σ' εμένα.
Ο υμνογράφος, βασιλιάς της αυτοκρατορίας της Νικαίας, Θεόδωρος Β΄ ο Λάσκαρις, ποιητής του Μεγάλου λεγομένου Παρακλητικού Κανόνος, νιώθει την ανάγκη να απευθυνθεί δοξολογικά προς την Υπεραγία Θεοτόκο: να υμνήσει και να δοξολογήσει την αγάπη της και την ενίσχυσή που του παρέσχε, διότι προφανώς στις δύσκολες περιστάσεις του βίου του – τις ανάγκες, τις θλίψεις, τις συμφορές – απευθύνθηκε προς Εκείνην και βρήκε την ανταπόκριση. Από την άποψη αυτή ο υμνογράφος όχι μόνον δείχνει την πίστη του προς την Παναγία, αλλά την ορθή πίστη του, η οποία κυρίως φανερώνεται, όταν ο άνθρωπος έχει πάρει αυτό που ζητά από τον Θεό και τους αγίους. Κινείται στο ίδιο μήκος κύματος, θα λέγαμε, με τον θεραπευμένο λεπρό από το θαύμα που επιτέλεσε ο Κύριος με τους δέκα λεπρούς, τον οποίο επαίνεσε Εκείνος, όταν υπήρξε ο μόνος που επέστρεψε, προκειμένου να αποδώσει αίνον τω Θεώ. «Ουχί οι δέκα εκαθαρίσθησαν; Οι δε εννέα πού;» Ο Θεός χαίρεται να προσφέρει τη χάρη Του και να ευεργετεί τους ανθρώπους, πολλαπλασιάζει όμως τη χάρη Του αυτή, όταν βλέπει ότι και ο άνθρωπος ανταποκρίνεται και στέκεται ευγνώμονα απέναντί Του. Όχι γιατί ο Ίδιος έχει ανάγκη αυτήν την ευγνωμοσύνη, αλλά γιατί με τη στάση του αυτή ο άνθρωπος ολοκληρώνεται και πλησιάζει περισσότερο Εκείνον.
Είναι βεβαίως ευνόητο και γνωστό ότι απευθυνόμενος ο πιστός στην Παναγία, στην πραγματικότητα απευθύνεται προς τον Κύριο Ιησού Χριστό, ο Οποίος παρέχει τη χάρη της μεσιτείας στους αγίους, και κυρίως στην Παναγία Μητέρα Του – «πολύ ισχύει δέησις Μητρός προς ευμένειαν Δεσπότου» - όπως και ότι λαμβάνοντας «την κραταιάν δύναμιν» Εκείνης, την παντοδύναμη ενέργεια του Θεού δέχεται. Θα προσθέταμε, μάλιστα, ότι ο Κύριος αρέσκεται στο να «υποχωρεί» στους αγίους Του, κατεξοχήν, όπως είπαμε, στη Μητέρα Του, ώστε με την «πίεση» εκείνων να δίνει τη θεραπευτική ενέργειά Του και σ' εμάς που είμαστε ανάξιοι. Το περιστατικό με την Παναγία την Παραμυθία της Μονής Βατοπαιδίου, εν προκειμένω, κατά το οποίο ο Χριστός έσωσε τους μοναχούς, έστω και αμελείς, από την επιδρομή των ληστών, επειδή Τον παρεκάλεσε η Παναγία Μητέρα Του, είναι κατεξοχήν ενδεικτικό.

"ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΕ, ΣΩΣΟΝ ΗΜΑΣ" (3)
«Θελητήν του ελέους, ον εγέννησας, μήτερ αγνή, δυσώπησον...»
Παρακάλεσε, Αγνή Μητέρα, τον Χριστό που γέννησες και που είναι θελητής του ελέους...»
Απευθυνόμαστε και πάλι στην Παναγία να γίνει η μεσίτριά μας προς τον Υιό και Θεό της: να παρακαλέσει Εκείνον για χάρη μας – «και Σε μεσίτριαν έχω προς τον φιλάνθρωπον Θεόν» - διότι εμείς, λόγω των πταισμάτων και των μολυσμάτων της ψυχής μας, δεν έχουμε παρρησία ενώπιόν Του, ώστε ο Χριστός προς χάρη πια Εκείνης να μας δώσει την ίαση της ψυχής και του σώματος. Ο ύμνος όμως χρησιμοποιεί μία φράση που νομίζουμε είναι από τις πιο ωραίες και κατανυκτικές των παρακλητικών κανόνων: ο Κύριος είναι ο «θελητής του ελέους». Δηλαδή όχι μόνον έχει έλεος: αγάπη και συμπάθεια και συγχωρητικότητα για όλους τους ανθρώπους και μάλιστα τους πιστούς σε Αυτόν, με την έννοια ότι οι πιστοί βλέπουν αυτό το έλεος και το αποδέχονται, με αποτέλεσμα να πολλαπλασιάζεται στη ζωή τους, αλλά θ έ λ ε ι και να το έχει. Θέλουμε να πούμε ότι το έλεος του Χριστού σε μας δεν είναι μία προσφορά και ένα άνοιγμα «αφ' υψηλού», όπως ενός πλούσιου σε έναν φτωχό για παράδειγμα, που του δίνει πολλές φορές για να τον «ξεφορτωθεί» ή από οίκτο, αλλά είναι μία προσφορά, ένα δόσιμο που κατανοείται ως «ανάγκη» του Χριστού, δηλαδή είναι προσφορά χαράς, πού δεν μπορεί να μην υπάρχει.
Αιτία γι' αυτό είναι το γεγονός ότι «ο Θεός αγάπη εστί», η αγάπη δηλαδή συνιστά, όπως λένε οι θεολόγοι, τον τρόπο ύπαρξής Του και δεν είναι απλώς ένα από τα πολλά χαρακτηριστικά Του. Έτσι ο Θεός δεν μπορεί να μην αγαπά, η αγάπη είναι οφειλή στα πλάσματά Του, γεγονός που σημαίνει ότι είτε Τον θέλουμε είτε δεν Τον θέλουμε, η θετική στάση Του απέναντί μας είναι δεδομένη. Αν ο ίδιος ο Κύριος εντέλλεται να αγαπάμε και τους εχθρούς μας, αν ο απόστολος Παύλος μάς τονίζει ότι «μηδενί μηδέν οφείλετε ει μη το αγαπάν αλλήλους», δηλαδή οφείλουμε, χρωστάμε την αγάπη μας σε κάθε άνθρωπο, ανεξάρτητα από τι είναι αυτός, πόσο περισσότερο ισχύει τούτο για Εκείνον, που είναι η πηγή της αγάπης; Μπροστά σ' αυτόν τον Θεό μας η μόνη στάση βεβαίως είναι η δοξολογία μας και τα δάκρυά μας.

"ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΕ, ΣΩΣΟΝ ΗΜΑΣ" (4)
«Ἀπορήσας ἐκ πάντων, ὀδυνηρῶς κράζω σοι· πρόφθασον θερμὴ προστασία, καὶσὴν βοήθειαν, δός μοι τῷ δούλῳ σου, τῷ ταπεινῷ καὶ ἀθλίῳ, τῷ τὴν σὴν ἀντίληψινἐπιζητοῦντι θερμῶς».
Σε όλα βρήκα αδιέξοδο, γι' αυτό με οδύνη σου φωνάζω: πρόφθασε, (Παναγία), Συ που είσαι η θερμή προστασία, και δώσε τη βοήθειά σου σ' εμένα το δούλο σου, που είμαι ταπεινός και άθλιος και που επιζητώ με ζήλο τη δική σου ενίσχυση.
Ο υμνογράφος δεν έχει γράψει απλώς ένα ποίημα, για να δοκιμάσει ίσως τις δυνάμεις του και στον τομέα αυτό της εκκλησιαστικής ποίησης και για να δώσει διέξοδο σε κάποιες ανησυχίες ή σε κάποιες εξάρσεις των συναισθημάτων του, μέσα στις πολυποίκιλες υποχρεώσεις του ως βασιλιά. Το ποίημά του, καθώς σφραγίστηκε από την αποδοχή του εκκλησιαστικού σώματος, φαίνεται ότι ξέφυγε από τα στενά όρια ενός ατομικού πονήματος και εξυψώθηκε σε σύμβολο έκφρασης πανανθρώπινων αισθημάτων. Εν προκειμένω, στους παραπάνω στίχους – και όχι μόνο σ' αυτούς - ο τόνος είναι δραματικός, γιατί ο ποιητής, εκ προσώπου συνόλου του πιστού λαού, αποτυπώνει μία μεγάλη αλήθεια: ο άνθρωπος όπου κι αν στραφεί στον κόσμο τούτο, για να βρει τη χαρά και το νόημα της ζωής, χωρίς Χριστό, προσκρούει σε αδιέξοδο. Είτε άνθρωποι είτε χρήματα είτε διασκεδάσεις είτε οτιδήποτε άλλο, στο τέλος όλα αυτά αφήνουν τη στυφή γεύση του ανικανοποίητου της καρδιάς. Ο υμνογράφος λοιπόν γίνεται εκφραστής αυτής της αλγούσας και οδυνωμένης καρδιάς του ανθρώπου, που παντού συναντά το αδιέξοδο. «Απορήσας εκ πάντων οδυνηρώς κράζω σοι...».
Θα τολμούσαμε να παρομοιάσουμε την κατάσταση αυτή με εκείνη που βίωσε ο πρωτόπλαστος Αδάμ, όταν έχασε, λόγω εμμονής στην αμαρτία, τη σχέση με την πηγή της ζωής, τον Θεό. Στράφηκε τότε, μέσα στην εναγώνια αναζήτησή του να βρει τη ζωή, στη γυναίκα του. Και νομίζοντας ότι βρήκε αυτήν τη ζωή στο πρόσωπό της, της δίνει το όνομα: Ζωή, «Εύα». Αντί του Θεού, ο άνθρωπος. Κι αυτό βεβαίως ήταν η απαρχή των αδιεξόδων του.
Ο υμνογράφος όμως είναι πιστός και ζει τη σωτηρία που έφερε ο Χριστός. Ξέρει ότι μόνον Εκείνος γεμίζει την καρδιά του ανθρώπου, γιατί είναι ο Πατέρας και ο Δημιουργός Του. Σαν τον απόστολο Πέτρο κι εκείνος ομολογεί: «Κύριε, προς τίνα απελευσόμεθα; Συ ρήματα ζωής αιωνίου έχεις». Γι' αυτό και η τραγικότητα της φωνής του μεταβάλλεται σε κραυγή ανακούφισης, δηλαδή όταν στο αδιέξοδο έχει βρει τη διέξοδο και τη λύση: Επικαλείται Εκείνον που είναι η σωτηρία, αλλά μέσω της Παναγίας Μητέρας Του. Οι αμαρτίες του, που τον κάνουν να νιώθει ταπεινός και άθλιος, του θέτουν εμπόδιο, ώστε να ριχτεί άμεσα στην αγκαλιά του Χριστού. Η λύση γι' αυτόν είναι η μεσιτεία της Παναγίας. Υπερβολή ίσως και πιθανόν μία έμμεση «υποβάθμιση» της αγάπης του Χριστού στον άνθρωπο. Διότι ο Χριστός είναι «ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου» από απειρία αγάπης προς αυτόν. Αλλά είπαμε: ο Κύριος χαίρεται πάντοτε να βλέπει αυτό που «αντανακλά» τον δικό Του τρόπο ζωής και το δικό Του ήθος: την ταπείνωση. Κι αυτό φανερώνει ο υμνογράφος, όταν «διστάζει» να στραφεί άμεσα στον Κύριο και Θεό του, πραγματοποιώντας το όμως με άλλον τρόπο: μέσω της Θεοτόκου!

"ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΕ, ΣΩΣΟΝ ΗΜΑΣ" (6)
«Ικετεύω, Παρθένε,...της αθυμίας την ζάλην, διασκεδάσαι μου...»
Πλησιάζοντας την αποκορύφωση των θεομητορικών εορτών, την Κοίμηση της Θεοτόκου, επιμένουμε οι πιστοί να απευθυνόμαστε παρακλητικά στην Παναγία Μητέρα του Κυρίου μας. Διότι, όπως λέει και ο ποιητής, «δεν έχουν τέλος τα πάθια του κόσμου». Κι αυτά τα «πάθια» μας καταθέτουμε σε Εκείνην, που αφενός τα πέρασε και ξέρει τι σημαίνουν, και αφετέρου μπορεί να μας ενισχύσει και να μας παρηγορήσει. Στο προκείμενο τροπάριο από την τρίτη ωδή του μικρού παρακλητικού κανόνα, ο υμνογράφος επισημαίνει κάτι πολύ σημαντικό που συχνά, ενώ το βιώνουμε ως κάτι το αρνητικό, δεν το κατανοούμε, αγνοώντας επομένως την αιτία του και τη δυνατότητα υπέρβασής του: την αθυμία. Η αθυμία είναι εκείνη η αρνητική πνευματική κατάσταση, η οποία δημιουργεί μία έλλειψη διάθεσης για οτιδήποτε πνευματικό, μία «ακεφιά» που λέμε, γεγονός που κάνει τον άνθρωπο που τον διακατέχει να μη θέλει να προσευχηθεί, να μη θέλει τον εκκλησιασμό, να μη θέλει να μελετήσει τον λόγο του Θεού, να «σέρνεται» κυριολεκτικά σε ό,τι συνιστά βίωση της πνευματικής ζωής. Και δεν είναι τυχαίο που ο ποιητής την κατάσταση αυτή την περιγράφει ως κατάσταση ζάλης: ο άνθρωπος παραπατάει, βρίσκεται σε μία σύγχυση, αδυνατεί να δει καθαρά τον εαυτό του και τον γύρω του κόσμο.
Ποια η αιτία για τη δυσάρεστη πνευματική αυτή κατάσταση; Και οι άγιοί μας, αλλά και η ίδια η εμπειρία μας το επισημαίνουν: η χαλάρωση στην πνευματική μας ζωή, δηλαδή η εμπλοκή μας στα πράγματα του κόσμου τούτου, που μας κάνουν να χάνουμε την προτεραιότητα της ζωής: τη βασιλεία του Θεού, κατά τον λόγο του Κυρίου: «ζητείτε πρώτον την βασιλεία του Θεού και την δικαιοσύνην Αυτού...». Κι είναι μία πραγματικότητα που πρέπει να την έχουμε πάντοτε κατά νου: όταν χάνω τη στενή σχέση με τον Χριστό, όταν δηλαδή τα λόγια Του δεν αποτελούν τον βασικό άξονα της ζωής μου, θα πρέπει να γνωρίζω ότι θα έρθει το αποτέλεσμα: η ακηδία, η αθυμία, η θλίψη και η στενοχωρία. «Θλίψις και στενοχωρία παντί τω εργαζομένω το κακόν». Διότι βεβαίως η ανατροπή των προτεραιοτήτων, δηλαδή να θέτω ως πρώτα αυτά που πρέπει να είναι δεύτερα: τα πράγματα και οι επιδιώξεις αυτού του κόσμου, πιστοποιούν την αμαρτία μου και δεν είναι χωρίς πληρωμή. Ό,τι επιλέγω στη ζωή μου, το αντίστοιχο και θα εισπράξω. Κι ίσως αυτό θα πρέπει να επισημαίνουμε και στους ανθρώπους με τους οποίους συναναστρεφόμαστε και πιθανόν η ζωή τους να μην είναι σύμφωνη με το θέλημα του Θεού: όχι να τους ελέγχουμε αυστηρά, όχι να δυσανασχετούμε και να οργιζόμαστε, αλλά με ταπεινό και ησύχιο τρόπο, και βεβαίως πάντοτε με αγάπη και σεβασμό, να τους λέμε: Πρόσεξε, αδελφέ, μην οδηγηθείς σε αθυμία. Σαν τον όσιο Ποιμένα που λέει το Γεροντικό, που όταν είδε κάποιο αδελφό να αμαρτάνει, ενώ είχε την εξουσία να τον ελέγξει, εκείνος το μόνο που του είπε, ήταν ακριβώς αυτό. Κι αυτό συνέτισε τον αδελφό.
Η υπέρβαση της αθυμίας λοιπόν είναι μονόδρομος: η τήρηση του θελήματος του Θεού, η προσπάθεια να βάζουμε τον εαυτό μας στις άγιες εντολές του Κυρίου, κατεξοχήν δε στην εντολή της αγάπης. Δεν υπάρχει άνθρωπος που προσπάθησε να ζήσει την αγάπη και να μην ένιωσε αυτό που την ακολουθεί: τη χαρά και την ευτυχία. Όπως το σημειώνει ο απόστολος Παύλος, όταν καταγράφει τον καρπό της παρουσίας του αγίου Πνεύματος στη ζωή του ανθρώπου: «Ο δε καρπός του Πνεύματός εστιν αγάπη, χαρά, ειρήνη...». Από την άποψη αυτή, όταν στρέφομαι στην Παναγία μας για να της ζητήσω να μου διασκορπίσει τη ζάλη της αθυμίας, στην πραγματικότητα της ζητώ τη δύναμη να μπορώ να συγχωρώ τον συνάνθρωπό μου, να μπορώ να τον αγαπώ με όλη την ένταση της καρδιάς μου.

"ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΕ, ΣΩΣΟΝ ΗΜΑΣ" (7)
«Ου σιωπήσω του βοάν τρανώτατα τα μεγαλεία τα σα»
«Η σιωπή είναι η γλώσσα του μέλλοντος αιώνος» λέει κάπου στα Ασκητικά του ο μέγας Ισαάκ ο Σύρος. Η σιωπή πάντοτε επαινέθηκε, και στους αρχαίους χρόνους με το πασίγνωστο «κρείττον το σιγάν του λαλείν», καλύτερη η σιωπή από την ομιλία, και στα πλαίσια του χριστιανισμού, ιδίως από τους ασκητικούς διδασκάλους, ως η αρετή που φανερώνει, όταν δεν είναι βεβαίως καρπός εγωισμού και πείσματος, τη στροφή του ανθρώπου προς τον Θεό, η οποία τον απορροφά τόσο στη θεία αγάπη, που δεν του αφήνει περιθώριο για κενά και ανούσια λόγια. Η αποτίμηση μάλιστα του αγίου Ιωάννη της Κλίμακος περί της σιωπής, ως κρυφής πνευματικής ανάβασης και αφανούς προκοπής, είναι, νομίζουμε, κλασική. Παρ' όλα αυτά. Υπεράνω της σιωπής βρίσκεται ασφαλώς η αγάπη, η οποία ρυθμίζει τελικώς τον άνθρωπο στο αν θα μιλά ή θα σιωπά, διότι του δίνει τον φωτισμό της διάκρισης. «Μίλα δια τον Θεόν, σιώπα δια τον Θεόν» ακούμε από τους αγίους αββάδες στο Γεροντικό (όσιος Ποιμήν). Και δικαιολογημένα: η αγάπη είναι η βασίλισσα των αρετών, ο σκοπός της ύπαρξής τους, διότι πηγάζει από τον Θεό και φανερώνει τη λυτρωτική παρουσία Του.
Κάτω από την οπτική αυτή κατανοούμε και τον υμνογράφο, ο οποίος ομολογεί στο τροπάριο: «Ου σιωπήσω του βοάν τρανώτατα τα μεγαλεία τα σα». Δεν θα σιωπήσω, προκειμένου να φωνάζω πολύ δυνατά, για να φανερώνω τα δικά Σου μεγαλεία, (Παναγία). Προφανώς είναι τέτοια η αγάπη του προς την Παναγία από τη χάρη Της, την οποία δέχτηκε κι αυτός και οι άλλοι πιστοί που γνωρίζει, είναι τέτοια τα χαρμόσυνα συναισθήματα που τον έχουν κατακλύσει, από αυτήν την ενέργεια της αγάπης της – προέκταση βεβαίως της αγάπης του Χριστού – ώστε νιώθει ότι δεν μπορεί να τα αποσιωπήσει ή να τα καταπιέσει. Όπως συμβαίνει πάντοτε που, όταν νιώθουμε μία πολύ μεγάλη χαρά από ένα εξαιρετικό γεγονός, θέλουμε να το διαλαλήσουμε και να το μοιραστούμε με άλλους – «μοιρασμένη χαρά, διπλή χαρά» λέει ο λαός μας – έτσι και με τον ποιητή: διαλαλεί τη χαρά του μπροστά στο μέγεθος της χάρης της Παναγίας, μπροστά στην αγάπη της, μπροστά στις ευεργεσίες τις οποίες απηύλασε. Γι' αυτό «δοξάζει, υμνολογεί και μεγαλύνει» την προς αυτόν και όλο τον κόσμο συμπάθεια της Παναγίας.
Να διαλαλούμε την αγάπη του Θεού, της Παναγίας, των αγίων απέναντί μας. Αλλά κι εδώ θέλει προσοχή και διάκριση. Αυτό το «διαλάλημα» και η κραυγή μας ίσως πρέπει πρωτίστως να είναι έκφραση της αγιασμένης ζωής μας και λιγότερο των λόγων μας. Όταν πράγματι αγαπάμε την Παναγία μας κι έχουμε δεχτεί τις ευεργεσίες της, τούτο φαίνεται από την ίδια την ύπαρξή μας, κατά το «καρδίας ευφραινομένης πρόσωπον θάλλει», γεγονός που σημαίνει ότι και σιωπώντας κραυγάζουμε και μαρτυρούμε την αγάπη αυτή. Τότε βεβαίως και ο όποιος λόγος μας όχι μόνο παίρνει τη μορφή της δοξολογίας και του ύμνου, αλλά γίνεται και εξαιρετικά πειστικός.

῾ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΕ, ΣΩΣΟΝ ΗΜΑΣ' (8)
῾ευεργέτην τεκούσα, τον των καλών αίτιον...᾽
Ευεργέτες συνήθως ονομάζουμε εκείνους που έχουν κάνει σπουδαία έργα για τον τόπο τους ή την πατρίδα τους, που πρόσφεραν από την προσωπική τους περιουσία για το κοινό καλό, και αυτήν την προσφορά τους βεβαίως αναγνωρίζουμε όσοι τη δεχτήκαμε, νιώθοντας, το λιγότερο, ευγνωμοσύνη απέναντί τους. Έτσι η προσφορά στο κοινωνικό σύνολο αποτελεί το βασικό γνώρισμα του κάθε ευεργέτη. Βεβαίως, η αποτίμηση της προσφοράς τους στηρίζεται σ᾽ αυτό που έκαναν, στο έργο τους, ενώ αγνοούμε τα βαθύτερα κίνητρά τους. Μπορεί κάποιος να προσέφερε από πραγματική αγάπη στον συνάνθρωπο ή στην πατρίδα, μπορεί όμως να κινήθηκε από μία κενοδοξία, τύπου ῾να ακουστεί το όνομά μου και να γραφεί αυτό σε κάποια πινακίδα῾. Ό,τι και να ᾽ναι όμως, η προσφορά τους ισχύει, ενώ ο Θεός θα είναι Εκείνος που θα ελέγξει τα όποια κίνητρά τους.
Ο υμνογράφος με το παραπάνω τροπάριο μάς υποδεικνύει τον μεγαλύτερο ευεργέτη που πέρασε ποτέ από την ανθρωπότητα, ο Οποίος δεν μας ευεργέτησε απλώς με μία ή περισσότερες προσφορές, αλλά μας έδωσε ολόκληρη τη ζωή Του, θυσιάστηκε για μας και μας λύτρωσε από τον χειρότερο εφιάλτη του ανθρωπίνου γένους, την αμαρτία και τον θάνατο. Διότι πράγματι ο μεγαλύτερος εχθρός του ανθρώπου, ο μεγαλύτερος τύραννος είναι πάντοτε ο θάνατος και το αίτιό του, η αμαρτία. Ο Χριστός λοιπόν που μας λύτρωσε από αυτά – και μαζί με αυτά και από τον διάβολο που παρακινεί διαρκώς στην αμαρτία – και μάλιστα διαχρονικά, για όλες τις εποχές όσο θα υπάρχει κόσμος, είναι όντως ο μεγαλύτερος ευεργέτης, για τον Οποίο όμως έχουμε βεβαιωμένα και τα κίνητρά Του: την άπειρη σε εμάς αγάπη Του. Ὁύτω γαρ ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον, ώστε τον Υιόν αυτού τον μονογενή έδωκε, ίνα πας ο πιστεύων εις αυτόν μη απόληται, αλλ᾽έχη ζωήν αιώνιον᾽. Ο λόγος του Θεού κάνοντας τη γενική εκτίμηση της ζωής του Χριστού στον κόσμο επισημαίνει: ῾Διήλθεν ευεργετών και ιώμενος πάντας᾽. Διαρκώς ευεργετούσε και θεράπευε τους πάντες.
Ο υμνογράφος έτσι, προβάλλοντας τον Χριστό ως τον ευεργέτη της ανθρωπότητας, προβάλλει ταυτοχρόνως και την Παναγία, ως ευεργέτιδά μας. Διότι ακριβώς γέννησε τον κατεξοχήν ευεργέτη και μπορεί με τη δύναμη της μεσιτείας της να διοχετεύει τις ευεργεσίες Του και σε εμάς. Η παράθεση όμως της φράσης ῾τον των καλών αίτιον᾽, δηλ. ο Χριστός ειναι ευεργέτης, ο Οποίος είναι ο αίτιος για κάθε καλό, προσδίδει στην έννοια της ευεργεσίας ένα ξεχωριστό βάθος: μας ανάγει, όπως είπαμε, στην πηγή της ευεργεσίας, που σημαίνει ότι πραγματικός ευεργέτης είναι εκείνος που από την καρδιά του, από μέσα του γεννά το καλό κι αυτό απλώνεται ως κοινό καλό για όλους. Κι αυτό είναι το παρήγορο, αλλά και η ευθύνη για όλους τους χριστιανούς. Διότι μπορεί να μην έχουμε χρήματα ή διάφορα υλικά πράγματα να προσφέρουμε, όπως οι γνωστοί ευεργέτες, ώστε και εμείς να χαρακτηριστούμε αντιστοίχως, όμως μπορούμε – κι είμαστε υποχρεωμένοι γι᾽ αυτό – να κάνουμε πάντοτε το καλό, ως έκφραση της αγαπώσας καρδιάς μας. Το παραμικρό τότε που θα προσφέρουμε, θεωρείται ότι είναι ευεργεσία, το δε σημαντικότερο είναι ότι με τον ίδιο τρόπο, ως ευεργεσία, θα το εκλάβει και ο Κύριός μας.

῾ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΕ, ΣΩΣΟΝ ΗΜΑΣ' (9)
῾μη με παρίδης τον άσωτον, ελπίς απηλπισμένων...᾽
Μη παραβλέψεις, Παναγία, εμένα τον άσωτο, Συ που είσαι η ελπίδα των απελπισμένων...
Είναι γνωστό ότι η αμαρτία, ως η άρνηση του ανθρώπου να βρίσκεται εν υπακοή προς τον Θεό, είναι η χειρότερη δυνατή επιλογή στη ζωή του, αφού τον οδήγησε, ήδη απαρχής σχεδόν της δημουργίας του, στη λεγόμενη πτώση του, με αποτέλεσμα τον πνευματικό πρώτα, κι έπειτα τον σωματικό θάνατο: ῾διά της αμαρτίας ο θάνατος᾽ κατά τον λόγο της Γραφής, με την έννοια ότι τον απομάκρυνε από τον Θεό, την πηγή της ζωής. Ο άνθρωπος έκτοτε βρέθηκε μέσα στη σκοτεινιά των παθών του, γενόμενος έρμαιο αυτών, αλλά και του ανθρωποκτόνου διαβόλου, του οποίου η χαρά είναι να προτρέπει τον άνθρωπο στην αμαρτία, ώστε να βιώνει διαρκώς τη δυστυχία της αποκοπής του από τον Θεό. Κι αυτή η αποκοπή από τον Θεό βεβαίως έχει ως άμεσο αποτέλεσμα και την αποκοπή από τον συνάνθρωπο, αλλά κι από τον ίδιο τον εαυτό του, που σημαίνει ότι η αμαρτία κάνει τον άνθρωπο να χάνει αυτό που λέμε την ταυτότητά του. Και ναι μεν ο Θεός μας ενανθρώπησε στο πρόσωπο του Χριστού και σήκωσε τις αμαρτίες μας, επαναφέροντάς μας και πάλι στην αρχική, κι ακόμη περισσότερο, κατάστασή μας, όμως δυστυχώς συνεχίζουμε να αμαρτάνουμε και να ζούμε την τραγωδία της διαστροφής μας αυτής.
Κι όμως! Υπάρχει κατάσταση χειρότερη και από την ίδια την αμαρτία, όσο περίεργο και παράδοξο κι αν ακούγεται τούτο. Κι αυτή η κατάσταση δεν είναι άλλη από την απελπισία. Η πατερική μας παράδοση διαρκώς τονίζει ότι βεβαίως η αμαρτία έχει τις τραγικές διαστάσεις που ακροθιγώς θίξαμε, όμως υπάρχει το αντίδοτο, που λέγεται μετάνοια. Με τη μετάνοια, η οποία υποκινείται από τον ίδιο τον Θεό στον καλοπροαίρετο άνθρωπο, αυτός φτάνει σε σημεία υπέρβασης της πτώσεώς του, και ζώντας τη μετάνοια αυτή ως ανοδική πορεία μέσα στην Εκκλησία, αγιάζεται και θεώνεται. Ο άσωτος της παραβολής είναι το διαρκές πρότυπο της αληθινής μετανοίας ως επιστροφής στον Θεό. Η απελπισία όμως κάνει τον άνθρωπο να μη θέλει ούτε και τη μετάνοια. Είναι μία παραίτηση από όλα, δείγμα της κυριαρχίας του πονηρού στην ψυχή του ανθρώπου, και συνεπώς συνιστά την επιβεβαίωση της απιστίας του. Η απελπισία ταυτίζεται εν προκειμένω με την αμετανοησία – ο απελπισμένος δεν αφήνει χώρο στο Πνεύμα του Θεού – και συνεπώς συνιστά τη βλασφημία του αγίου Πνεύματος. ῾Ο διάβολος, λένε οι άγιοι, δεν χαίρεται τόσο, όταν αμαρτάνουμε, όσο όταν απελπιζόμαστε᾽.
Σ᾽ αυτήν την κατάσταση, ή καλύτερα στην τάση προς αυτήν την κατάσταση, η μόνη ελπίδα είναι, κατά τον υμνογράφο, η Παναγία. Μπορεί ο άνθρωπος να έχει διαγράψει τα πάντα, όμως εκείνη, λόγω του πλήθους της ευσπλαγχνίας της, ρίχνει ευμενές βλέμμα στον άνθρωπο αυτόν και πρεσβεύει υπέρ αυτού στον Υιό και Θεό της. Αν η αγάπη της συναντήσει κάποιο ῾υπόστρωμα᾽ καλό – γι᾽ αυτό εξηγήσαμε την απελπισία ως τάση προς αυτήν - τότε η χάρη του Θεού, υποκινημένη από τη δύναμη προσευχής της Παναγίας, λειτουργεί ως ανασήκωμα του ανθρώπου. Με την έννοια αυτή η Παναγία γίνεται ῾ελπίς απηλπισμένων᾽. Είναι περιττό και πάλι να πούμε ότι ο Χριστός είναι Εκείνος που δίνει τη χάρη αυτή και στην Παναγία Μητέρα Του, διότι στην πραγματικότητα η πηγή του ελέους και όλων των ελπίδων είναι Εκείνος.

῾ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΕ, ΣΩΣΟΝ ΗΜΑΣ' (10)
«...και πλατυσμόν εν ταις θλίψεσιν, Κόρη»
Ας φανταστούμε τη θλίψη κάποιου που κλείνεται στη φυλακή: βρίσκεται υπό περιορισμό, οι κινήσεις του είναι ελεγχόμενες, έχει χάσει το μεγαλύτερο δώρο που ο Θεός έχει δώσει στον άνθρωπο, την ελευθερία. Κι ας φανταστούμε ακόμη περισσότερο τη στενοχώρια του εγκλεισμού του στην απομόνωση. Πρόκειται για ένα είδος σύνθλιψης της ανθρώπινης ύπαρξης, ένα είδος κόλασης. Κάτι παρόμοιο βεβαίως συμβαίνει και με τις θλίψεις που περνά ο άνθρωπος στη ζωή αυτή: τον περιορίζουν ψυχικά, τον κάνουν να μην μπορεί με άνεση να αναπνεύσει τον αέρα της ελευθερίας. Δεν είναι τυχαίο ότι όταν θλιβόμαστε, λέμε ότι βρισκόμαστε σε στενοχώρια. Σαν να είμαστε ακριβώς σ' ένα στενό χώρο.
Κι ας φανταστούμε τώρα ότι υπάρχει κάποιος ο οποίος μας παίρνει από τον περιορισμό και τον εγκλεισμό του στενού χώρου, είτε τον φυσικό είτε τον ψυχικό, και μας οδηγεί σε ένα άπλωμα, σε μία πλατεία, όπου εκεί έχουμε τη δυνατότητα να κινηθούμε ελεύθερα, με άνεση, να νιώσουμε ότι είμαστε πράγματι ελεύθεροι.
Κάπως έτσι είναι το σκεπτικό του υμνογράφου, όταν υμνεί μεταξύ των άλλων την Παναγία ως εκείνην που αποτελεί τον πλατυσμό του αθρώπου στίς θλίψεις του: η Παναγία από τη στενοχωρία της καρδιάς, μας μεταφέρει στην πλατεία της άνεσης. Για τον υμνογράφο βεβαίως και για όλη τη χριστιανική πίστη, η θλίψη και η στενοχωρία προκαλούνται ναι μεν από τις δύσκολες συνθήκες της ζωής αυτής, κυρίως όμως από τις αμαρτίες μας. Η αμαρτία είναι εκείνη που πάντοτε φέρνει τον άνθρωπο σε μία τέτοια δύσκολη ψυχική κατάσταση. «Θλίψις και στενοχωρία παντί τω εργαζομένω το κακόν». Είναι πάντοτε το τίμημα που εισπάττει ο άνθρωπος, όταν χαλαρώνει πνευματικά και δεν θέτει ως κέντρο και άξονα της ζωής του το θέλημα του Θεού. Η Παναγία μας λοιπόν, ως Μητέρα του ενανθρωπήσαντος Θεού μας και Μεγάλη Μάνα δική μας, έχει τη δυνατότητα μεταβολής της θλίψεώς μας και απαλλαγής μας από αυτήν, διότι ακριβώς με τη μεσιτεία της στον Κύριο μάς παρέχει τη χάρη Του και τις ευεργεσίες Του, συνεπώς η χάρη Εκείνου λειτουργεί ως θεραπεία της στενότητάς μας αυτής.
Μη ξεχνάμε όμως ότι συνήθως ο πλατυσμός αυτός και η μεταβολή των θλίψεων δεν σημαίνει πάντοτε και απαλλαγή μας από τις θλίψεις. Οι θλίψεις θα παραμένουν πάντοτε το βασικό γνώρισμα του πεσμένου στην αμαρτία κόσμου, που σημαίνει ότι όσο υπάρχει κόσμος η θλίψις θα υφίσταται και αυτή. Η πλήρης απαλλαγή θα έρθει με τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου μας, όπου τα πάντα θα υποταχτούν σε Εκείνον και η χαρά Του θα γίνει χαρά και όλων των μετανοημένων ανθρώπων. Όμως με τον Κύριο και με την Παναγία Μητέρα Του, οι θλίψεις στον κόσμο τούτο μεταβάλλονται, ο άνθρωπος δηλαδή απαλλάσσεται από αυτές, με την έννοια ότι τις βλέπει και τις βιώνει με διαφορετικό βλέμμα από ό,τι πριν. Χωρίς Χριστό και χωρίς πίστη η θλίψη είναι πάντοτε θλίψη και στενοχώρια. Με τον Χριστό, με την Παναγία, η θλίψη αντιμετωπίζεται ως μέσον προαγωγής του ανθρώπου, ως παιδαγωγία που του δίνει ώθηση για πνευματική άνοδο. «Δια πολλών θλίψεων δει ημάς εισελθείν εις την βασιλείαν των Ουρανών».
Και το πιό σημαντικό είναι ότι κάτω από την οπτική αυτή, η θλίψη χάνει την «έκτασή» της: μικραίνει στις διαστάσεις της, τίθεται κάτω από τον έλεγχο του ανθρώπου, τη βλέπει ο άνθρωπος κυριολεκτικά «στα μέτρα του». Ας θυμηθούμε μεταξύ πολλών άλλων το περιστατικό με την αγία Μαρίνα: στη φυλακή ευρισκομένη αντιμετωπίζει έναν τρομακτικό δράκοντα, ένα τεράστιο φίδι, που το παρουσίαζε ο διάβολος. Στον τρόμο της η αγία ρίχνεται στην προσευχή και βλέπει το φίδι με τη δύναμη πια του Χριστού. Και πώς το βλέπει; Ως ένα μικρό μαύρο σκυλί, που το έπιασε από τις τρίχες του και το εξολόθρευσε αμέσως. Να βλέπουμε τις στενοχώριες και τα «βουνά» των θλίψεών μας εν Χριστώ: ο όγκος τους από τον παραμορφωτικό φακό των παθών μας θα μειωθεί στο ελάχιστο. Γιατί θα έχουμε «φορέσει» τα γυαλιά της πίστεως, που μας δίνουν την αληθινή όραση του κόσμου.

ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ (6)
῾Εὐχαρίστως βοῶ σοι, χαῖρε, Μητροπάρθενε· χαῖρε, Θεόνυμφε· χαῖρε θεία σκέπη· χαῖρε, ὅπλον καὶ τεῖχος ἀπόρθητον· χαῖρε, προστασία, καὶ βοηθὲ καὶ σωτηρία, τῶν εἰς σὲ προστρεχόντων ἐκ πίστεως'.
῾Χαῖρε, θρόνε, πυρίμορφε Κυρίου, χαῖρε, θεία καὶ μανναδόχε στάμνε· χαῖρε, χρυσῆ λυχνία, λαμπὰς ἄσβεστε· χαῖρε, τῶν παρθένων δόξα καὶ μητέρων ὡράϊσμα καὶ κλέος'.
Δύο τροπάρια τοῦ Μεγάλου Παρακλητικοῦ Κανόνα εἶναι μοναδικά σέ σχέση μέ ὅλα τά ἄλλα τοῦ ἴδιου Κανόνα (στόν Μικρό ἐλλείπουν παντελῶς): εἶναι χαιρετισμοί κατά τόν τύπο τῆς ἀκολουθίας τοῦ ᾽Ακαθίστου ῞Υμνου. Πρόκειται καταρχάς γιά τόν πρῶτο ὕμνο τῆς ε´ ὠδῆς, κατά τόν ὁποῖο ὁ βασιλιάς ὑμνογράφος ἔχοντας νιώσει τήν εὐεργετική ἐπίδραση τῆς ἀγάπης καί τῆς πρόνοιας τῆς Παναγίας Μητέρας στήν ζωή του τήν χαιρετίζει μέ δυνατή φωνή: Χαῖρε Σύ Μητροπάρθενε καί Θεόνυμφε πού εἶσαι θεϊκή σκέπη, ὅπλο καί ἀπόρθητο τεῖχος, προστασία καί βοηθός καί σωτηρία ὅλων αὐτῶν πού προστρέχουν σέ Σένα μέ πίστη. Κι ἔπειτα γιά τό ῾καί νῦν᾽ τῆς η´ ὠδῆς, κατά τό ὁποῖο ὁ ἴδιος τήν βλέπει καί τήν χαιρετίζει ὡς τήν ἐκπλήρωση προφητειῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὡς τόν πυρίμορφο θρόνο τοῦ Κυρίου δηλαδή, ὡς τήν θεία στάμνα πού δέχτηκε στήν γαστέρα της τό μάννα-Χριστό, ὡς τήν χρυσή λυχνία καί τήν ἄσβεστη λαμπάδα, ὡς τήν δόξα τῶν παρθένων τέλος καί τήν ὀμορφιά καί τό κλέος τῶν μητέρων.
Εἶναι εὐνόητο ὅτι οἱ δύο ὕμνοι, μολονότι σέ διαφορετικές ὠδές, συμπληρώνουν ὁ ἕνας τόν ἄλλον: ἡ Παναγία, κατά τόν ὑμνογράφο, εἶναι ἡ σκέπη καί ἡ καταφυγή μας, τό ὅπλο καί ἡ σωτηρία μας, συνεπῶς ἔχουμε μία ζωντανή σχέση μαζί της δεχόμενοι τίς εὐεργετικές ἐπεμβάσεις της, διότι εἶναι αὐτή πού καθώς προαναγγέλθηκε ἤδη ἀπό τούς προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ὡς τό πρόσωπο στό ὁποῖο θά ἐπαναυόταν ὁ Θεός ὡς ἄνθρωπος, ὡς ἐκείνη πού θά δεχόταν τόν Κύριο στήν μήτρα της καί θά γινόταν ἡ δίοδος γιά νά ἔλθει Αὐτός στόν κόσμο σάν ἕνας ἀπό ἐμᾶς, τῆς δόθηκε ἡ δύναμη νά μεσιτεύει ἀποφασιστικά γιά τούς ἀνθρώπους καί νά ἐπιβλέπει ῾ἐν εὐμενείᾳ᾽ ἐπάνω τους. ῾Η μόνη προϋπόθεση πού ἀπαιτεῖται βεβαίως καί ἐπαναλαμβάνει ῾εὐκαίρως ἀκαίρως᾽ ὁ ὑμνογράφος εἶναι ἡ ἐκ μέρους μας προσφερομένη πίστη. Χωρίς πίστη, χωρίς τήν ἀποδοχή ὅτι πράγματι ἡ Παναγία εἶναι ἡ Μητέρα τοῦ Κυρίου καί δική μας Μητέρα, δέν μπορεῖ κανείς νά νιώσει τήν γεμάτη ἀγάπη καί στοργή παρουσία της. Σάν τόν ἀόμματο ἄνθρωπο πού ἀδυνατεῖ νά δεῖ τόν ἥλιο καί τίς ὀμορφιές πού ἀναδύονται ἀπό τό φῶς του.
Κι ἀσφαλῶς δέν πρέπει νά μᾶς παραξενεύει τό γεγονός τῆς συνύπαρξης τῶν χαιρετισμῶν μέ τίς Παρακλήσεις. ᾽Εξηγήσαμε κι ἀλλοῦ ὅτι ἡ σωστή θεώρηση τῶν Παρακλήσεων ὡς ἱκετευτικῶν ἀναφορῶν μας πρός τήν Παναγία (καί δι᾽ αὐτῆς βεβαίως πρός τόν Κύριο) προκειμένου νά μᾶς σώσει ἀπό τίς διάφορες συμφορές καί τούς πειρασμούς τοῦ βίου περιλαμβάνει ἐκτός τῶν ἱκεσιῶν καί τίς εὐχαριστίες γιά τίς θαυμαστές ἀπαντήσεις της, συνεπῶς καί τίς δοξολογίες τοῦ ἁγίου ὀνόματός της. ῾Ικεσία, εὐχαριστία, δοξολογία εἶναι πάντοτε τό τρίπτυχο κάθε ὀρθῆς προσευχῆς πρός τόν Κύριο καί τούς ἁγίους Του κι αὐτό διαπιστώνουμε ἀδιάκοπα σέ κάθε προσευχή καί ἀκολουθία τῆς ᾽Εκκλησίας μας. Τό γνωρίζουμε λοιπόν, τό περιμένουμε καί τό χαιρόμαστε ὅταν ἀκοῦμε νά ἀνακυκλώνεται ἐν ᾽Εκκλησίᾳ τό ῾παρακαλῶ σε, Παρθένε᾽, τό ῾εὐχαρίστως βοῶ σοι᾽, τό ῾δοξάζω σε καί ἀνυμνῶ καί γεραίρω᾽. Μ᾽ ἕναν λόγο οἱ Παρακλήσεις στήν Παναγία μας μᾶς κάνουν νά πέφτουμε στά γόνατα μέ ὀδυνηρά δάκρυα ἱκεσίας, νά ὑψώνουμε τά χέρια σ᾽ αὐτήν μέ εὐχαριστία δεχόμενοι τίς εὐεργεσίες της, νά κραυγάζουμε δοξολογικά τό ὄνομά της, προσφέροντάς της τά δάκρυα ὄχι πιά τῆς ὀδύνης μας ἀλλά τῆς χαρᾶς μας γιά τήν σωτηρία μας.