ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΟΜΙΚΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΟΜΙΚΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 2 Φεβρουαρίου 2024

 2024 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 4 - ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (Ματθ. 22, 35-46)

†ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ

(Διασκευή ομιλίας στο Πνευματικό Κέντρο Πρέβεζας, στις 12/12/1983)

Σημείον αντιλεγόμενον

Στο σημερινό Ευαγγέλιο, ακούσαμε τον Δαυΐδ, να διακηρύττει εμπνεόμενος από το Άγιο Πνεύμα, ότι ο κατά σάρκα απόγονός του ο Χριστός είναι Κύριός του. Δηλαδή Θεός του.

Η ομολογία αυτή του Δαυΐδ αξίζει να προσεχθεί ιδιαίτερα.

Για ποίο λόγο;

Ο Χριστός είναι το μεγαλύτερο μυστήριο του κόσμου.

 ΦΩΝΗ ΚΥΡΙΟΥ

ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΔΙΑΚΟΝΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Η ΣΠΟΥΔΑΙΟΤΕΡΗ ΕΝΤΟΛΗ

Στή σημερινή εὐαγγελική περικοπή ἕνας νομοδιδάσκαλος, θέλοντας νά φέρει τόν Χριστό σέ δύσκολη θέση, τόν ρωτᾶ· «Διδάσκαλε, ποιά εἶναι ἡ πιό μεγάλη ἐντολή τοῦ μωσαϊκοῦ νόμου»; Ἡ ἀπάντηση τοῦ Χριστοῦ ἄμεση· «Νά ἀγαπᾶς τόν Κύριο καί Θεό σου μέ ὅλη τήν καρδιά, μέ ὅλη τήν ψυχή σου καί μέ ὅλο τόν νοῦ σου. Αὐτή εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἐντολή. Ἡ δεύτερη, τό ἴδιο σπουδαία μέ τήν πρώτη, εἶναι νά ἀγαπήσεις τόν πλησίον σου, ὅπως τόν ἑαυτό σου». Ἡ ἀγάπη εἶναι τό πρῶτο στοιχεῖο πού καθιστᾶ τόν ἄνθρωπο ὄν κοινωνικό καί τόν ξεχωρίζει ἀπό τήν ὑπόλοιπη δημιουργία. Ἄν ὁ ἄνθρωπος δέν ἀγαπᾶ, τότε γίνεται ἐγωκεντρικός καί ἀντί γιά αἰσθήματα, ἔχει ἔνστικτα γιά νά τροφοδοτεῖ τά πάθη πού δημιουργοῦν.

Κυριαρχεῖ ἡ ἀγάπη;

 Φανέρωση θείας δυνάμεως 

Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 4 Φεβρουαρίου 2024, ΙΕ΄ Κυριακῆς (Β΄ Κορ. δ΄ 6-15)

ΦΑΝΕΡΩΣΗ ΘΕΙΑΣ ΔΥΝΑΜΕΩΣ

«Ἐν παντὶ θλιβόμενοι ἀλλ᾿ οὐ στενοχωρούμενοι»

Θὰ περιμέναμε ἴσως ἡ ζωὴ τῶν Χριστι­ανῶν νὰ μὴν ἔχει δυσκολίες, κινδύνους καὶ πειρασμούς, ἀλλὰ χαρές, εὐκολίες καὶ ἀνέσεις. Ἀφοῦ ἔχουμε προστάτη μας τὸν παντοδύναμο Θεό, πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ ζωή μας νὰ μὴν πλέει μέσα στὴν εὐτυχία; Κι ὅμως ἡ ἀποστολικὴ περικοπὴ ποὺ ἀκούσαμε σήμερα μᾶς διαψεύδει. Μᾶς ἐπισημαίνει ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὅτι ἡ ζωὴ τῶν ἁγίων Ἀποστόλων ἦταν γεμάτη μὲ ταλαιπωρίες καὶ δυσκολίες. Ἦταν «θλιβόμενοι ἀλλ᾿ οὐ στενοχωρούμενοι». Οἱ δυσ­κολίες αὐτὲς δὲν τοὺς κατέβαλλαν ἐσωτερικά. Ἂς δοῦμε λοιπὸν σήμερα ὅτι ἡ ζωὴ τῶν Χριστιανῶν ἔχει θλίψεις καὶ δοκιμασίες, ἀλλὰ καὶ ὅτι μέσα ἀπὸ αὐτὲς φανερώνεται τελικὰ ἡ δύναμη τοῦ Χριστοῦ.

1. Ἡ τεθλιμμένη ὁδὸς

 Κυριακή 4η Φεβρουαρίου 2024

Κυριακή ΙΕ΄ Ματθαίου.

(Ματθ. 22, 35 – 46).

«ἀγαπήσεις...» (Ματθ. 22, 37 καί 39).

Ἡ ἁπλότητα εἶναι γνώρισμα τοῦ Θεοῦ. Ἡ συνθετότητα εἶναι γνώρισμα τοῦ ἀνθρώπου πού ζεῖ στήν ἁμαρτία. Στό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα τῆς ἡμέρας βλέπουμε ἕναν νομικό νά προσποιεῖται ἄγνοια τοῦ νόμου, γιά νά κάνει τόν Χριστό νά φανεῖ παράνομος. Ὁ Θεάνθρωπος Σωτήρας ὅλους ὅσους προσπάθησαν νά Τόν μικρύνουν τούς ἀντιμετώπισε μέ ἀρχοντιά, μεγαλοπρεπή ἁπλότητα καί σοφία.

 Κυριακή ΙΕ’ Ματθαίου, Ευαγγ. Ανάγνωσμα: Μτθ κβ’ 35-46 (04-02-2024)

Θεοδώρου Χατζηζαχαρία, θεολόγου

Η ευαγγελική περικοπή της Κυριακής ΙΕ’ Ματθαίου είναι παρμένη από το 22ο (εικοστό δεύτερο) κεφάλαιο του κατά Ματθαίον ευαγγελίου στίχους 35 έως 46. Στη συγκεκριμένη περικοπή περιγράφεται το γεγονός της συνάντησης του Ιησού με νομοδιδάσκαλο του Μωσαϊκού Νόμου ο οποίος προσπαθούσε να παγιδεύσει τον Ιησού μέσα από τα λεγόμενά του. Το συμβάν αυτό χρονικά τοποθετείται μετά την θριαμβευτική είσοδό Του στην πόλη των Ιεροσολύμων και λίγο πριν από το Θείο Πάθος. Ο νομοδιδάσκαλος ρωτά τον Ιησού για το ποια εντολή θεωρεί ως την πιο μεγάλη σε σημασία, μέσα από το Νόμο. Ο Ιησούς αποκρίνεται και του λέει ότι η πιο μεγάλη εντολή όσον αφορά το μέγεθος της σημασίας του νοήματός της είναι η εξής εντολή:

 Κυριακή ΙΕ’ Επιστολών, Αποστ. Aνάγνωσμα: Β’ Κορ. δ΄ 6-15 (04-02-2024)

Ξένιας Παντελή, θεολόγου

Στο συγκεκριμένο αποστολικό ανάγνωσμα γίνεται λόγος για τις επερχόμενες  θλίψεις  και το θάνατο που έχει να αντιμετωπίσει στη ζωή του ο άνθρωπος. Ο απόστολος Παύλος τονίζει ότι οι θλίψεις δεν πρέπει να μας ρίχνουν κάτω, δεν πρέπει να χάνουμε τον αγώνα της ζωής. Μέσα από το σκοτάδι θα λάμψει το φως και έτσι θα γνωρίσουμε τη δόξα  στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Στις δύσκολες στιγμές της ζωής μας δεν πρέπει να απελπιζόμαστε ακόμα κι αν βρισκόμαστε σε αδιέξοδο  έστω κι αν ακόμα μας καταδιώκουν οι θλίψεις και οι πειρασμοί της ζωής. Ο Θεός όμως ποτέ δεν μας εγκαταλείπει.

 ΚΥΡΙΑΚΗ 4 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2024

ΙΕ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

(Ματθ. κβ΄ 35-46) (Β΄ Κορ. δ΄ 6 – 15)

Αγάπης θησαύρισμα

«Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εν όλη τη καρδία σου και εν όλη τη ψυχή σου και εν όλη τη διανοία σου»

Η πεμπτουσία της χριστιανικής διδασκαλίας αναδεικνύεται στην προοπτική της εντολής της αγάπης, η οποία δεν περιορίζεται σε μια αφηρημένη και ξεθωριασμένη έννοια, αλλά αποκτά βαθύτερες υπαρξιακές διαστάσεις και εκφράζεται μάλιστα σε διπλή κατεύθυνση, προς τον Θεό και προς τον συνάνθρωπο. Σ’ αυτή ακριβώς την έκφραση σφραγίζεται και η αυθεντικότητά της μέσα από τα νάματα της ευαγγελικής αλήθειας και ανοίγεται στους ορίζοντες της σωτηρίας του ανθρώπου.

 ΤΟ ΘΕΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΙΕ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ (04.02.2024)

Κυριακή ΙΕ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

« Ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου

καί ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου καί ἐξ ὅλης τῆς δυνάμεώς σου» (Δευτ. στ΄, 5).

Εἴμαστε δημιουργήματα τῆς θείας ἀγάπης. Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ μᾶς ἔφερε ἀπό τήν ἀνυπαρξία στήν ὕπαρξη. Συνέχει τόν κόσμο. Προνοεῖ καί φροντίζει γι’ αὐτόν. Ἡ ἴδια ἀνέκφραστη ἀγάπη ἔκανε τόν Θεό νά στείλει στόν κόσμο τόν Μονογενῆ Υἱό Του γιά νά μᾶς ἐλευθερώσει ἀπό τά δεσμά τῆς ἁμαρτίας καί νά μᾶς χαρίσει ἐκ νέου τή δυνατότητα, πού ἐξαιτίας μας εἴχαμε χάσει, νά ζήσουμε αἰώνια κοντά Του. «Ἐν τούτῳ ἐφανερώθη ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐν ἡμῖν», γράφει ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης «ὅτι τόν υἱόν αὐτοῦ τόν μονογενῆ ἀπέσταλκεν ὁ Θεός εἰς τόν κόσμον ἵνα ζήσωμεν δι’αὐτοῦ» (Α’Ἰωάν. 4,9). Στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἀνταποκρίνεται καί ὁ ἄνθρωπος μέ τή δική του ἀγάπη.

 ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (ΝΟΜΙΚΟΥ)

Απόστολος: Β’ Κορ. δ, 6-15

Ευαγγέλιον: Ματθ. κβ’, 35-46

4 Φεβρουαρίου 2024

Δεκάτη πέμπτη Κυριακή του Ματθαίου σήμερα αγαπητοί μου και στην ευαγγελική περικοπή ο Ευαγγελιστής Ματθαίος μας δίνει, μέσα από ένα ερώτημα ενός Νομικού, δηλαδή γνώστη του Νόμου, την εξήγηση σε δύο ερωτήματα, που υπέβαλε στον Χριστό όχι γιατί επιθυμούσε πράγματι να διδαχθεί, αλλά για να Τον παγιδέψει. Παρόλα αυτά ο Χριστός βρήκε την αφομρή να προβάλει και να διδάξει την πιο σημαντική αρετή, την αγάπη προς τον πλησίον Άλλωστε, το γεγονός που μας περιγράφει σήμερα ο Ματθαίος συνέβη μετά τη θριαμβευτική είσοδο του Ιησού στα Ιεροσόλυμα και λίγο πριν από το Πάθος Του.

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΗΣ 4-2-2024  «ΑΓΑΠΗ: Η ΑΣΦΑΛΗΣ ΟΔΟΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ»

 «ΑΓΑΠΗ: Η ΑΣΦΑΛΗΣ ΟΔΟΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ»

            Στὸν νομοδιδάσκαλο συνομιλητή του, πού ἐρωτᾶ τόν Χριστό, ποιά εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἐντολή τοῦ νόμου, ὁ Χριστός ἀπαντᾶ: «Ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐν ὅλῃ τῇ καρδία σου καὶ ἐν ὅλῃ τῇ ψυχῇ σου καὶ ἐν ὅλη τῇ διανοίᾳ σου» καὶ «τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν». Σ' αὐτὲς τὶς δύο ἐντολές,  «ὅλος ὁ νόμος καὶ οἱ προφῆτες κρέμανται».

 Κυριακή ΙΕ’ Ματθαίου

Λόγος περί αγάπης (Αγ. Θεόληπτος Μητροπολίτης Φιλαδέλφειας (Α) και (Γ) και Αγ. Νεκτάριος Επίσκοπος Πενταπόλεως (Β))

(Ματθ. κβ’ 35-46)

«Ο δε Ιησούς έφη αυτώ· αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εν όλη τη καρδία σου… και τον πλησίον σου ως εαυτόν»

Α. Θέλω αδελφοί να συνθέσω τον ύμνον τής αγάπης. Και πάλι δεν ημπορώ να παραστήσω με λόγια την ευπρέπειάν της· διότι αυτή, η ωραιοτέρα από όλες τις αρετές, ως κεφαλή των καλών που είναι, γίνεται καταλη­πτή με έργα και εμπειρίαν. Γι’ αυτό και την θαυμασίαν αυτήν αγάπη γνωρίζουν ακριβώς εκείνοι, που ηξιώθησαν να περιπα­τήσουν την οδόν αυτής. Διότι άλλοι μεν έχουν την αγάπη στο στόμα και ομιλούν περί αυτής, ενώ άλλοι έχοντας αποκτήσει αυτήν στην καρδία τους την δημοσιεύουν με τα άριστα έργα τους. Αυτοί είναι πολύ ανώτεροι από τους προηγουμένους. Αλλά, αν και το μεγαλείον τής αγάπης υπερβαίνει τις δυνατότητες των λόγων μου, όμως με συντομία θα την εξυμνήσωμε, ώστε πολλοί να γίνουν ερασταί της.

Τρίτη 22 Ιανουαρίου 2013

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (5/9/2010)

Απόστολος: Β΄ Κορ. δ΄, 6-15.
Οι διαστάσεις της αγάπης
Δεν είναι λίγες οι φορές που ο Κύριός μάς ομίλησε περί της αγάπης, αγαπητοί μου αδελφοί. Άλλωστε είναι ο μόνος που θα μπορούσε να το κάνει με τρόπο γνήσιο και αυθεντικό, αφού ο Χριστός είναι η προσωποποίηση της αγάπης, η αυτοαγάπη. Στο σημερινό Ευαγγελικό ανάγνωσμα, όμως, προκαλείται από τους Φαρισαίους, οι οποίοι θέλουν να δοκιμάσουν τις γνώσεις Του στο νόμο της Παλαιάς Διαθήκης, προκειμένου να Τον παγιδεύσουν και επαναλαμβάνει τις δύο διαστάσεις της αγάπης, τις οποίες η πρόνοια του Θεού είχε αποκαλύψει στο λαό Του, διά του Μωυσέως. Πρόκειται για την αγάπη προς τον Θεό, με όλη τη δύναμη της ψυχής και της διανοίας και για την αγάπη προς τον κάθε συνάνθρωπο, που είναι εικόνα του Θεού.
Η αγάπη στέκεται στη κορυφή της Χριστιανικής ζωής διότι είναι Θεοειδής αρετή, ταυτισμένη με την ίδια τη Θεϊκή ουσία και φύση. Η ύπαρξη του Θεού είναι καρπός αγάπης. Οι ενέργειες του Θεού είναι καρπός αγάπης. Η ενανθρώπιση του Κυρίου είναι έργο αγάπης. Η αποκάλυψη της αλήθειας, διά του ιερού Ευαγγελίου, είναι καρπός αγάπης. Η Σταυρική θυσία είναι καρπός αγάπης. Η δημιουργία της Εκκλησίας είναι απόδειξη της άπειρης αγάπης του Θεού προς τον άνθρωπο. Γι' αυτό και ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος την θεωρεί ανώτερη και από αυτό ακόμα το μαρτύριο, καθώς «χωρίς το μαρτύριο, η αγάπη σώζει. Χωρίς την αγάπη, όμως, το μαρτύριο δεν ωφελεί σε τίποτα»
Ας δούμε, όμως, εκτενέστερα τις δύο διαστάσεις της αγάπης. Η αγάπη προς τον Θεό δεν είναι αφηρημένη υπόθεση, ούτε κοινότυπο φιλοσοφικό ιδεολόγημα. Είναι προϊόν έμπρακτης αφοσίωσης στο θέλημά Του, δρομολόγησης της ζωής μας στους δρόμους της διδασκαλίας Του και πιστής τήρησης των εντολών του. Χωρίς αυτά ο άνθρωπος δεν μπορεί να προκόψει σε καμία αρετή, πόσο μάλλον στην αγάπη. Αποδεικνύεται στη ζωή της μετανοίας, η οποία γκρεμίζει τα τείχη της αμαρτίας που διασπούν και καταστρέφουν τη σχέση του ανθρώπου με τον Θεό και αποκαθιστά την κοινωνία της αγάπης. Καταγράφεται στη βίωση της Μυστηριακής ζωής και κυρίως του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας. Εκεί συντελείται, με την χάρη του Αγίου Πνεύματος, η απόλυτη ένωση, η πραγματική κοινωνία, η κάθοδος του Θεού και η άνοδος του ανθρώπου για να συναντηθούν στο σημείο της απόλυτης αγάπης, το κοινό Ποτήριο.
Η αγάπη, όμως, προς τον Θεό προϋποτίθεται για να επιτευχθεί η δεύτερη διάστασή της, η αγάπη προς τους ανθρώπους. Μια αγάπη που δε διαθέτει κοσμικά κριτήρια, αλλά πνευματικά, για αυτό και δεν ταυτίζεται με το γεγονός της φιλίας, όπως νομίζουν οι πολλοί. Ο Άγιος Διάδοχος διδάσκει ότι «όταν κανείς αρχίσει να αισθάνεται την αγάπη του Θεού και να πλημμυρίζει η ψυχή του από αυτήν, τότε αρχίζει να αγαπά και τον πλησίον του με τρόπον πνευματικόν. Διότι μόνον αυτή είναι η πνευματική αγάπη περί της οποίας αναφέρουν όλαι αι ιεραί Γραφαί. Διότι η άλλη, η φιλία, που συνδέει μόνον εξωτερικώς τους ανθρώπους, ευκολότατα διαλύεται από ασήμαντον, συνήθως, αφορμήν. Αυτό συμβαίνει διότι ο σύνδεσμος της εξωτερικής φιλίας δεν είναι πνευματικός, αλλ' υλικός, κοσμικός και, ως εκ τούτου, εύθραυστος»
Στην εποχή μας, στην οποία τα κοινωνικά προβλήματα οξύνονται και οι ανθρώπινες ανάγκες διογκώνονται, η αγαπητική προσέγγιση των συνανθρώπων μας είναι περισσότερο επιτακτική από ποτέ. Οι κάθε είδους ανθρώπινες πληγές έχουν ανάγκη γιατρειάς, φροντίδας και επούλωσης. Η κοσμική αντίληψη της αγάπης, όμως, η οποία διακρίνεται για την ιδιοτέλεια, το συμφέρον και την ανταπόδοση, προκειμένου να εκδηλωθεί, δε μπορεί ν' αποτελέσει λύση στο πρόβλημα. «Η κατά Χριστόν αγάπη είναι πάντα το λάδι στις πληγές... Η Χριστιανική αγάπη γνωρίζει να τολμά, να θυσιάζεται, να χαίρεται, να υπομένει. Οι κυριευμένοι από την κοσμική αγάπη θέλουν μόνο να τους αγαπούν, φροντίζουν και προσέχουν κι όταν δε συμβαίνει αυτό αγχώνονται. Οι πιστοί της Χριστιανικής αγάπης, ομοιούμενοι με τον Θεό, την αυτοαγάπη, αγαπούν τον συνάνθρωπο και τον εαυτό τους σωστά και καταστρέφουν τον ιστό του άγχους, αφού στον Θεό δεν υπάρχει άγχος»
Μόνο με την αγάπη, λοιπόν, αδελφοί, στην κάθετη και οριζόντια διάστασή της, καταξιώνεται και νοηματοδοτείται η Χριστιανική μας ζωή. Μόνο με αυτήν γινόμαστε όντως άνθρωποι και μιμητές Ιησού Χριστού. ΑΜΗΝ!
Αρχιμ. Ε.Ο.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
Β΄ Κορ. 4, 6 – 15
Ἀδελφοί, ὁ Θεὸς ὁ εἰπὼν ἐκ σκότους φῶς λάμψαι, ὃς ἔλαμψεν ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν πρὸς φωτισμὸν τῆς γνώσεως τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ ἐν προσώπῳ Ἰησοῦ Χριστοῦ. 7 Ἔχομεν δὲ τὸν θησαυρὸν τοῦτον ἐν ὀστρακίνοις σκεύεσιν, ἵνα ἡ ὑπερβολὴ τῆς δυνάμεως ᾖ τοῦ Θεοῦ καὶ μὴ ἐξ ἡμῶν, 8 ἐν παντὶ θλιβόμενοι ἀλλ' οὐ στενοχωρούμε-νοι, ἀπορούμενοι ἀλλ' οὐκ ἐξαπο-ρούμενοι, 9 διωκόμενοι ἀλλ' οὐκ ἐγκαταλειπόμενοι, καταβαλλόμενοι ἀλλ' οὐκ ἀπολλύμενοι, 10 πάντοτε τὴν νέκρωσιν τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματι περιφέροντες, ἵνα καὶ ἡ ζωὴ τοῦ Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματι ἡμῶν φανερωθῇ. 11 ἀεὶ γὰρ ἡμεῖς οἱ ζῶντες εἰς θάνατον παραδιδόμεθα διὰ Ἰησοῦν, ἵνα καὶ ἡ ζωὴ τοῦ Ἰησοῦ φανερωθῇ ἐν τῇ θνητῇ σαρκὶ ἡμῶν. 12 ὥστε ὁ μὲν θάνατος ἐν ἡμῖν ἐνεργεῖται, ἡ δὲ ζωὴ ἐν ὑμῖν. 13 ἔχοντες δὲ τὸ αὐτὸ πνεῦμα τῆς πίστεως κατὰ τὸ γεγραμμένον, ἐπίστευσα, διὸ ἐλάλησα, καὶ ἡμεῖς πιστεύομεν, διὸ καὶ λαλοῦμεν, 14 εἰδότες ὅτι ὁ ἐγείρας τὸν Κύριον Ἰησοῦν καὶ ἡμᾶς διὰ Ἰησοῦ ἐγερεῖ καὶ παραστήσει σὺν ὑμῖν. 15 τὰ γὰρ πάντα δι' ὑμᾶς, ἵνα ἡ χάρις πλεονάσασα διὰ τῶν πλειόνων τὴν εὐχαριστίαν περισσεύσῃ εἰς τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ 
Μτ. 22, 35 – 46
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, νομικός τις προσῆλθε τῷ Ἰησοῦ, πειράζων ατόν κα λέγων· 36 Διδάσκαλε, ποία ντολ μεγάλη ν τ νόμ; 37 δ ησος φη ατ· γαπήσεις Κύριον τν Θεόν σου ν λ τ καρδίᾳ σου κα ν λ τ ψυχ σου κα ν λ τ διανοίᾳ σου· 38 ατη στ πρώτη κα μεγάλη ντολή. 39 δευτέρα δ μοία ατ· γαπήσεις τν πλησίον σου ς σεαυτόν. 40 ν ταύταις τας δυσν ντολας λος νόμος κα ο προφται κρέμανται. 41 Συνηγμένων δ τν Φαρισαίων πηρώτησεν ατος ησος 42 λέγων· Τί μν δοκε περ το Χριστο; τίνος υἱός στι; λέγουσιν ατ· Το Δαυδ. 43 λέγει ατος· Πς ον Δαυδ ν Πνεύματι Κύριον καλε ατν λέγων, 44 επεν Κύριος τ Κυρίῳ μου, κάθου κ δεξιν μου ως ν θ τος χθρούς σου ποπόδιον τν ποδν σου; 45 ε ον Δαυδ καλε ατν Κύριον, πς υἱὸς ατο στι; 46 κα οδες δύνατο ατ ποκριθναι λόγον, οδ τόλμησέ τις π' κείνης τς μέρας περωτσαι ατν οκέτι.


Δέκατη πέμπτη Κυριακή του ευαγγελιστή Ματθαίου, σήμερα, αγαπητοί μου αδελφοί, και ακούσαμε στην ευαγγελική περικοπή έναν διάλογο του Ιησού με κάποιον νομικό. Προσήλθε αυτός ο νομικός, ένας άνθρωπος με μοναδική ενασχόλησή του την ερμηνεία του νόμου, με διάθεση να πειράξει τον Χριστό και τον ρώτησε˙ ποιά εντολη είναι η μεγαλύτερη ανάμεσα στις εντολές του νόμου; Ο Ιησούς τότε του απάντησε˙ η εντολή της αγάπης. Και στη συνέχεια περιγράφει ο Κύριός μας στο ευαγγέλιο τα ποιοτικά χαρακτηριστικά αυτής της αγάπης. Η αγάπη αυτή εκτείνεται προς δύο κατευθύνσεις. Η μία κατεύθυνση είναι αγάπη προς τον Θεό και η άλλη αγάπη προς τον πλησίον. Μια αγάπη, που έχει το σχήμα του σταυρού. Ο κάθετος άξονας συμβολίζει την αγάπη προς τον Θεό, ενώ το άνοιγμα των χεριών του Κυρίου πάνω στο σταυρό στον οριζόντιο άξονα συμβολίζει την αγάπη προς τον συνάνθρωπο. Όσον αφορά την αγάπη προς τον Θεό, η οποία είναι η πρώτη και μεγαλύτερη εντολή, πρέπει να είναι αγάπη με όλη μας την καρδιά, με όλη μας την ψυχή και με όλη μας τη διάνοια. Μια αγάπη που θα εμπνέει τη ζωή και τον αγώνα μας, ώστε να είναι αρεστά στον ουράνιο πατέρα μας. Μια αγάπη που θα καίει την καρδιά μας, ώστε να μην μπορούμε να ζήσουμε μακριά από τον Θεό. Αυτή την αγάπη είχαν οι μάρτυρες της Εκκλησίας, οι οποίοι θυσίαζαν την ίδια τη ζωή τους, προκειμένου να μη χωριστούν από τον Θεό. Και στο σημείο αυτό τίθεται το ερώτημα ποια είναι η δική μας αγάπη προς τον Θεό. Μήπως η αγάπη μας είναι χλιαρή ή ανύπαρκτη; Μήπως είναι ιδιοτελής; Μήπως είμαστε κοντά στον Θεό επειδή φοβόμαστε την κόλαση; Αν ναι τότε η αγάπη μας είναι σε πολύ πρώϊμο στάδιο και χρειάζεται καλλιέργεια, ώστε να φτάσουμε στο σημείο ἐν ὅλῃ τῇ καρδίᾳ καὶ ἐν ὅλῃ τῇ ψυχῇ καὶ ἐν ὅλῃ τῇ διανοίᾳ να αγαπήσουμε τον Θεό. Και αν αυτό μας φαίνεται δύσκολο ή ακατόρθωτο ας το εναποθέσουμε προσευχητικά στη δική Του άμετρη αγάπη. Τότε ο πανάγαθος Θεός θα μας χαρίσει ως καρπό του Πνεύματος την αγάπη αυτή. Και με τον τρόπο αυτό περνάμε στη δεύτερη εντολή, ωστόσο το ίδιο σπουδαία με την πρώτη. Να αγαπάμε τον πλησίον ως σεαυτόν. Να αγαπάμε τον πλησίον σαν τον εαυτό μας, ή σύμφωνα με μία άλλη ερμηνεία ως εαυτό μας. Αν σκεφτούμε ότι η Εκκλησία είναι το Σώμα του Χριστού με κεφαλή τον Ίδιο και μέλη του εμάς τους πιστούς, τότε ο πλησίον είναι μέλος του δικού μας σώματος και οφείλουμε να το φροντίζουμε με την ίδια επιμέλεια, όση δείχνουμε για τα δικά μας μέλη. Και στο σημείο αυτό τίθεται το ίδιο ερώτημα με παραπάνω˙ αγαπάμε τον πλησίον ως σεαυτόν; Είμαστε έτοιμοι να τον περιποιηθούμε, να τον ταΐσουμε, να τον ντύσουμε, να τον γιατρέψουμε, όπως θα κάναμε για τον εαυτό μας; Αν όχι, τότε η αγάπη μας έχει μεγάλα περιθώρια βελτίωσης. Και επειδή δεν είναι εύκολο πράγμα η επίτευξη της αγάπης αυτής η λύση είναι και πάλι να προσφύγουμε στο έλεος και την αγάπη του Θεού. Γιατί θα πρέπει να κατανοήσουμε ότι χωρίς αγάπη δεν μπορούμε να σωθούμε. Για αυτό ακριβώς λέει ο Ιησούς ότι σε αυτές τις δύο εντολές κρέμεται ολόκληρος ο νόμος και η διδασκαλία των προφητών. Όλες οι αμαρτίες έχουν τη ρίζα τους στη μη τήρηση αυτών των εντολών. Γιατί, για παράδειγμα, δεν είναι δυνατό να αγαπάς τον Θεό και να τον υβρίζεις ή να αγαπάς τον συνάνθρωπο και να τον φονεύεις. Αντίθετα, η απαρχή και η ρίζα όλων των αρετών είναι η αγάπη. Γι’ αυτό έλεγε και ο μακάριος Παύλος ότι η αγάπη είναι ανώτερη από όλες τις αρετές, οι οποίες χωρίς αυτήν δεν έχουν καμιά αξία. Άλλωστε, ο σκοπός του χριστιανού δεν είναι μια ζωή εφαρμογής και τήρησης εντολών, ηθικών διατάξεων και απαγορεύσεων ούτε πάλι η απόκτηση των αρετών ως αυτοσκοπός. Όποιος βαδίζει στη ζωή του με αυτόν τον τρόπο δεν διαφέρει από τον νομικό της ευαγγελικής μας περικοπής. Ζει με το νομικίστικο, με το δικανικό τρόπο της δυτικής χριστιανωσύνης, που θεωρεί ότι ο Θεός με μια ακριβοδίκαιη πλάστιγγα θα ζυγίσει τα πάθη και τις αρετές μας και ανάλογα με το που θα γείρει θα πάει στον παράδεισο ή στην κόλαση. Ευτυχώς αυτό το πράγμα δεν ισχύει. Ο Θεός την ένδοξη και φοβερή εκείνη ημέρα θα μας ζητήσει λόγο μόνο για την αγάπη μας, όπως ακούμε στην παραβολή της τελικής κρίσης. Επομένως, ας ελευθερωθούμε από αυτό το νομικό πνεύμα και τον φόβο της κόλασης, και ας αγωνιστούμε τον αγώνα τον καλό και ευλογημένο ως απόρροια της αγάπης μας προς τον Θεό και τον πλησίον. Τότε θα αποκαλυφθεί μια άλλη ζωή, όπως ακριβώς την περιέγραψε ο απόστολος Παύλος στην Β΄ Προς Κορινθίους, στο αποστολικό ανάγνωσμα που ακούσαμε σήμερα με τα παρακάτω λόγια σε ελεύθερη μετάφραση˙ ο Θεός, που είπε να λάμψει φως μέσα από το σκοτάδι, θα λάμψει μέσα στις καρδιές μας και θα μας φωτίσει να γνωρίσουμε τη δόξα Του στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Αν και μας πιέζουν από παντού δεν θα καταβαλλόμαστε. Θα βρισκόμαστε σε αδιέξοδο αλλά δεν θα απελπιζόμαστε. Θα μας καταδιώκουν όμως ο Θεός δεν θα μας εγκαταλείπει. Θα μας ρίχνουν κάτω αλλά ο αγώνας θα συνεχίζεται. Θα υποφέρουμε σωματικά μετέχοντας στον θάνατο του Ιησού, για να φανερωθεί στο πρόσωπό μας η ζωή του αναστημένου Ιησού. Θα μπορούμε να εκθέτουμε συνεχώς τον εαυτό μας στο θάνατο για χάρη του Ιησού, ώστε να φανερωθεί στο θνητό σώμα μας η ζωή Του. Έτσι, ενώ μας απειλεί συνεχώς ο θάνατος, θα κερδίζουμε τη ζωή. Θα κηρύττουμε, επειδή πιστεύουμε στον Θεό. Γιατί γνωρίζουμε ότι ο Θεός, που ανέστησε τον Κύριο Ιησού, θα αναστήσει και εμάς διά του Ιησού και θα μας παρουσιάσει μπροστά Του. Όλα γίνονται για εμάς. Έτσι, όσο πιο πολλοί δεχτούν τη χάρη τόσο πιο μεγάλη θα είναι η ευχαριστία και η δοξολογία προς τον Θεό.

Το μυστικό της αιωνιότητος. (Κυριακή ΙΕ΄Ματθαίου)

«Τί ποιήσας ζωήν αίώνιον κληρονομήσω;».
Ό νομικός ζητάει το όχημα για τη μεγάλη πτήση στο διάστημα, για την κατάκτηση του Ουρανού. Και ό Κύριος του υπογραμμίζει, πώς δεν θα κατάκτηση τον Ουρανό, εάν προηγουμένως δεν κατάκτηση τη γη. Το ουράνιο όχημα δεν απογειώνεται παρά μονάχα από γήινο διάδρομο. Την ανυψωτική δύναμη την τροφοδοτεί μονάχα ή φλόγα και το πύρωμα της αγάπης. Αν ατενίζεις τον ουρανό χωρίς να κοιτάζεις και τη γή, μεταθέτεις και δεν λύνεις το πρόβλημα. Του λοιπού δεν υπάρχει πρόβλημα άλλης ζωής, άλλα αυτής εδώ της ζωής. Το εισιτήριο του ουρανού εκδίδεται στη γή.Ό κίνδυνος καιροφυλακτεί σε κάθε μας βήμα. Να ποθούμε τον Ουρανό και να λησμονούμε τη γη. Να παίρνουμε λανθασμένο δρόμο, πού δεν βγάζει πουθενά. Γιατί ξεχνάμε το μυστικό, πού μας αποκάλυψε ό ίδιος ό Θεός, πού έγινε άνθρωπος για τούς ανθρώπους. Και το μυστικό αυτό μας λέει, πώς θα αγαπήσεις τον πλησίον σου, για να έχεις ζωή αιώνια.
'Αλλά ποιος είναι αυτός ό πλησί ον, πού αντί να τον ευεργετήσουμε μας ευεργετεί; Ή μάλλον αυτός, πού τον ευεργετούμε με το τίποτα και μας ανταποδίδει το πάν; Αυτός πού τού προσφέρουμε το προσωρινό και μας εξασφαλίζει το αιώνιο; Του δίνουμε κάτι από τη γη και μας προσφέρει ολόκληρο τον Ουρανό;
Ποιος είναι ό πλησίον; Είναι αυτός πού βρίσκεται κοντά μας, έρχεται αυθόρμητα ή απάντηση. Ποιος όμως είναι κοντά μας; Ή τοπική απόσταση αρκεί; Αυτός πού είναι κοντά μας τοπικά, σωματικά είναι και ψυχικά; Ό γείτονας μας, ό συνάδελφος μας, ό συνεργάτης μας, ό συμμαθητής μας, ό αδελφός μας, είναι κοντά μας. Είναι όμως και μέσα στην καρδιά μας; Αν δεν είναι κοντά στην καρδιά μας, όσο πλησίον κι αν βρίσκεται, θα στέκεται πολύ μακριά μας.
Αυτό μας τονίζει ιδιαίτερα ό Κύριος με την παραβολή του Καλού Σαμαρείτη. Όλοι οι άνθρωποι πρέπει να γίνουν πλησίον μας. Όλες οι αποστάσεις πρέπει να εκμηδενισθούν. Και το ανυπέρβλητο παράδειγμα μας το έδωσε ό ίδιος, αφού εκμηδένισε την άπειρη απόσταση, πού μας χώριζε. «"Εκλινεν ουρανούς και κατέβη», για να γίνει πλησίον μας.Ποιά, αλήθεια, απόσταση χώριζε τον Θεό από τον άνθρωπο; Και ή απόσταση αυτή είχε γίνει αγεφύρωτη από την αμαρτία. Και ό Θεός κατάργησε αύτη την απόσταση. Και ήλθε ανάμεσα μας. Κάτι ασύλληπτο. Ήλθε μέσα μας με το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας.
Ό Θεός καταργεί τις αποστάσεις και έρχεται μέσα μας! Και μείς δυσκολευόμαστε να πλησιάσουμε τούς συνανθρώπους μας και να καταργήσουμε τις αποστάσεις, πού ό νοσηρός εγωισμός μας δημιουργεί.Ποιος άλλος δημιουργεί τις αποστάσεις; Τοπικιστικές είναι αυτές; Φυλετικές; Κοινωνικές δι αφορές λέγονται; Χάσμα γενεών χαρακτηρίζονται; Φύλου και ηλικίας; Όλες έχουν μια και μόνη αιτία, τον εγωισμό. Την απουσία, δηλαδή, της αγάπης.
Μπήκε ή αγάπη; Καταργήθηκαν αμέσως οι διαφορές και οι απο στάσεις. Ακριβώς γιατί ή αγάπη πλησιάζει τις καρδιές. Και όταν πλησιάζουν οι καρδιές, πέφτουν οι διαφορές και εξαφανίζονται οι αποστάσεις. Τότε πλησίον δεν είναι μονάχα οι κοντινοί, αλλά και οι μακρινοί. Όλη ή γη γίνεται μια γειτονιά, μια οικογένεια, ένα σπίτι. Γινόμαστε όλοι αδελφοί. Είμαστε όλοι αδελφοί.Αυτό θα πει πλησίον και αυτό θα πει αγάπη. Να αγαπάς σημαίνει να κάνεις πλησίον τον κάθε άνθρωπο είτε στη γειτονιά σου ζει είτε στην άλλη άκρη του κόσμου κατοικεί.
Ό νομικός έθεσε στον Ιησού ένα μεταφυσικό πρόβλημα και περίμενε μια ανάλογη απάντηση. Ό Κύριος τον προσγειώνει. Τού δίνει μια ανθρώπινη, στην κυριο λεξία, απάντηση και τού λύνει το πρόβλημα. Ό δρόμος, πού οδηγεί στον Θεό, περνάει από τον άνθρωπο. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος από τον δρόμο της αγάπης. Δεν υπάρχει άλλος νόμος από την εντολή της αγάπης. Όταν εφαρμόζεται ό νόμος της αγάπης, της αγάπης τού Χριστού, τότε όλα τακτοποιούνται. Γιατί ή αγάπη αυτή είναι «πλήρωμα νόμου».
_ Κάτι περισσότερο. Ή αγάπη είναι μίμηση Θεού. Ό Θεός είναι αγάπη. Και ό άνθρωπος, πού αγαπάει, προχωρεί από το «κατ' εικόνα» στο «καθ όμοίωσιν Θεού», για το όποιο είναι δημιουργημένος. Ό άνθρωπος γίνεται αληθινός άνθρωπος, γιατί γίνεται «κοινωνός θείας φύσεως». Έτσι, όχι απλώς εξανθρωπίζεται , θεώνεται. Ζει κιόλας την αιωνιότητα.
«ΖΩΗ» 12/08/2010

Το μεγαλείο της αγάπης (Κυριακή ΙΕ' Ματθαίου )

«Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου….. Και αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν»
Η αγάπη με τη διπλή της διάσταση, δηλαδή προς τον Θεό και προς τον συνάνθρωπο, συνιστά την ουσία της διδασκαλίας του Κυρίου μας. Αυτή ακριβώς η αγάπη, η γνήσια και η ειλικρινής, που δεν έχει να κάνει με προσωπεία και σκοπιμότητες, αποκαλύπτεται στην πιο αυθεντική της μορφή γιατί θεμελιώνεται στη σταυρωμένη αγάπη του Χριστού. Το Σώμα Του, δηλαδή η Εκκλησία, με κέντρο το μήνυμα και την εντολή της ανιδιοτελούς αγάπης, απεγκλωβίστηκε από τα γρανάζια μιας στείρας καθηκοντολογίας και αποκαλύπτεται στον κόσμο ως το πλήρωμα της ζωής.
Ακούσαμε σήμερα τον ευαγγελιστή Ματθαίο να μας λέει ότι κάποιος νομικός πλησίασε τον Ιησού για να Τον «πειράξει», θέτοντας ένα ερώτημα που είχε σχέση με την αξιολόγηση των εντολών. Οι προθέσεις βέβαια του νομικού δεν ήταν και τόσο καθαρές. Ωστόσο, δόθηκε η αφορμή στον Κύριο για να προβάλει και να διδάξει την αγάπη ως δυνατότητα ζωής και σωτηρίας του ανθρώπου. Ως τη βάση της κοινωνίας των προσώπων και γενικότερα της πνευματικής ζωής.
Η δυναμική της
Η αγάπη, σύμφωνα με τη ρήση του Κυρίου «αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου… και αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν», διακρίνεται από ένα άνοιγμα. Δεν είναι μονοσήμαντη και μονοδιάστατη, αλλά ολοκληρώνεται με μια δυναμική προς τον ουρανό και προς τον κόσμο. Είναι σημαντικό να προσέξουμε ένα σημείο, το οποίο δεν είναι και τόσο λεπτομέρεια αλλά η ουσία των πραγμάτων. Η αγάπη προς τον Θεό δεν είναι αποτέλεσμα οποιασδήποτε πίεσης των διαθέσεων του ανθρώπου ή οποιασδήποτε συναισθηματικής υπέρβασης ή ακόμα προσωπικών ικανοτήτων του. Είναι αποτέλεσμα της Χάριτος του Θεού, όταν ο άνθρωπος αφήνει ανοικτή την καρδιά του στη δική Του θεία παρουσία. Η αγάπη προς τον Θεό είναι δυνατή και εφικτή, επειδή «αυτός πρώτος ηγάπησεν ημάς», σύμφωνα με τον απόστολο Ιωάννη. Είναι η αγάπη του Θεού που μας ικανώνει να Τον αγαπήσουμε. Και όταν ο άνθρωπος αγαπά πραγματικά τον Θεό, σύμφωνα με τη σοφία των πατέρων της Εκκλησίας μας, δεν μπορεί παρά να αγαπά ειλικρινά και το συνάνθρωπό του. Στο πρόσωπο ακριβώς των συνανθρώπων μας, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, θα πρέπει να βλέπουμε την εικόνα του Θεού. Και πάλι ο Ιωάννης είναι πολύ σαφής στην τοποθέτησή του: «εάν τίς είπη ότι αγαπώ τον Θεόν… όν ουχ εώρακε και μισή τον αδελφόν αυτού ον εώρακε» είναι «ψεύστης». Η αγάπη του αδελφού είναι καρπός της αγάπης προς τον Θεό και η αγάπη του αδελφού και του πλησίον είναι προϋπόθεση της αγάπης μας προς τον Θεό.
Δεν είναι άλλωστε τυχαίο το γεγονός ότι ο ευαγγελιστής Λουκάς, αμέσως μετά την απάντηση του Ιησού προς το νομικό συζητητή Του και την πρόταξη της αγάπης, ως της πρώτης και ύψιστης εντολής που εμπεριέχει στη δυναμική της και όλες τις άλλες, προχώρησε στη διήγηση της παραβολής του Καλού Σαμαρείτη για να δώσει ακριβώς το στίγμα της έννοιας του πλησίον μας προς τον οποίο θα πρέπει να κατευθύνουμε πάντοτε την αγάπη μας. Η αγάπη δεν είναι μια αόριστη και αφηρημένη έννοια, όπως κατάντησε δυστυχώς σήμερα, αλλά κατευθύνεται προς τα συγκεκριμένα πρόσωπα που είναι δίπλα μας, βρίσκονται ανάμεσά μας.
Τα χαρακτηριστικά της
Η αγάπη για να είναι αληθινή και ανόθευτη θα πρέπει να έχει κάποια χαρακτηριστικά, τα οποία ακριβώς καθορίζουν και την ποιότητά της. Τα χαρακτηριστικά αυτά βγαίνουν τόσο από τους στίχους της σημερινής ευαγγελικής περικοπής όσο και μέσα από άλλες συζητήσεις που είχε ο Ιησούς κυρίως με τους φαρισαίους.
Πρώτα, η αγάπη τότε μόνο είναι γνήσια και ειλικρινής όταν είναι ολοκληρωτική. Δηλαδή να αναδύεται ως αυθεντική έκφραση εκ βάθους καρδίας, από όλη την ψυχή και από όλη τη διάνοια του ανθρώπου. Ο Θεός ζητά το ολοκληρωτικό δόσιμο μας στην αγάπη Του. Και ακριβώς είναι εδώ που θα πρέπει να προσέξουμε ότι αυτό το ολοκληρωτικό δόσιμο εμπεριέχει και το στοιχείο της ελευθερίας, αφού ο άνθρωπος δεν θα δεσμεύεται από οποιεσδήποτε άλλες εξαρτήσεις, οι οποίες τον καθιστούν διχασμένη και διασπασμένη προσωπικότητα. ΄Οπως ο Θεός μας αγάπησε ελεύθερα και αβίαστα έτσι κι εμείς θα πρέπει να του ανταποδίδουμε τη δική μας αγάπη. Είναι εδώ που δεν χωρούν οποιοιδήποτε συμβιβασμοί, υπολογισμοί ή και ωφελιμιστικές προσεγγίσεις, στοιχεία που όχι μόνο νοθεύουν την αγάπη αλλά και στραγγαλίζουν την πνευματική ζωή.
Έπειτα, σε καμιά περίπτωση δεν θα πρέπει να παραγνωρίζουμε την οριζόντια κατεύθυνση της αγάπης. Το «αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν» βρίσκεται στην ίδια διάσταση σπουδαιότητας με το «αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου…». Δεν νοείται αγάπη προς τον Θεό όταν απουσιάζει η αγάπη προς το συνάνθρωπο. Δεν μπορεί κάποιος να ισχυρίζεται ότι αγαπά ή πιστεύει στον Θεό όταν τον αφήνει αδιάφορο και ψυχρό η παρουσία του πονεμένου συνανθρώπου του.
Και ένα άλλο ακόμα στοιχείο εξίσου σημαντικό. Το «ως σεαυτόν» δεν αφήνει περιθώρια η αγάπη μας να μην είναι γνήσια και αυθεντική, ειλικρινής και ανιδιοτελής.
Αυτή τη σταυρόσχημη αγάπη, στην κάθετη και οριζόντια της μορφή και έκφραση, εκδήλωσαν με τον πιο ζωντανό τρόπο και όλες εκείνες οι άγιες μορφές που οικοδομούν το πνευματικό στερέωμα της Εκκλησίας μας και το λαμπρύνουν με το άγιο και ευλογημένο παράδειγμά τους. Τέτοιες μορφές είναι και οι άγιοι Αβδαίος, Ραϊδος και Μεδίμνος αλλά και η μεγάλη προφητική μορφή του Ζαχαρία, τους οποίος τιμά σήμερα η Εκκλησία μας. Του τιμά γιατί με την καρποφόρα από αγάπη ζωή τους δείχνουν το δρόμο που θα πρέπει να ακολουθεί κάθε πιστός, ο οποίος θέλει να εναρμονίζει τη ζωή του με τις επιταγές του ευαγγελικού λόγου. Η αγάπη, το θεόσδοτο αυτό μέγεθος ζωής, ας πλημμυρίζει την ύπαρξή μας και ας αποτελεί το ευλογημένο κριτήριο που θα μας καθιστά χριστοειδείς και θεοειδείς υπάρξεις. Γένοιτο.
Εκκλησία Κύπρου - Χριστάκης Ευσταθίου (Θεολόγος)
ΚΥΡΙΑΚΗ  ΙΕ΄  ΜΑΤΘΑΙΟΥ
(Μτθ. κβ΄ 35-46)
Μέσα στὶς ποικίλες ἀλλαγὲς ποὺ συντελοῦνται στὸν κόσμο, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, μέσα στὶς ἀναζητήσεις τοῦ ἀνθρώπου, στὴν ἀγωνία του γιὰ τὸ τέλος ὑπάρχει πάντα ἕνας σταθερὸς κανόνας, μιὰ ἐντολὴ γιὰ τὸ πῶς καὶ μέχρι ποῦ θὰ βαδίσουμε, πῶς θὰ κατακτήσουμε τὴν εὐτυχία, ὑπάρχει πάντα ἕνα ἐσωτερικὸ κριτήριο, τὸ ὁποῖο μᾶς δίνει τὴν ασθηση ὅτι σωστὰ πράξαμε καὶ ἀναπαύει τὴ συνείδησή μας. Μ’ αὐτὲς τὶς σκέψεις, ἀλλὰ καὶ μὲ διάθεση νὰ  «πειράξῃ»  τὸν Ἰησοῦ, πλησίασε ὁ νομικὸς, καθὼς μᾶς πληροφορεῖ ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος στὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα, καὶ  ζήτησε νὰ μάθει τὴ μεγαλύτερη, καὶ  σπουδαιότερη  ἐντολὴ τοῦ νόμου.
«Ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐν ὅλῃ τῇ καρδίᾳ σου καὶ ἐν ὅλῃ τῇ ψυχῇ σου καὶ ἐν ὅλῃ τῇ διανοίᾳ σου», ἡ πρώτη καὶ μεγάλη ἐντολὴ καὶ κοντὰ σ’ αὐτήν, πρώτη επίσης, «ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν». Στὴν ἀπάντηση τοῦ Χριστοῦ πρὸς τὸ νομοδιδάσκαλο συνοψίζεται ὁλόκληρη ἡ Παλαιὰ Διαθήκη, ἀφοῦ πάνω στὶς δυὸ αὐτὲς ἐντολὲς βασίζεται «ὅλος ὁ νόμος καὶ οἱ προφῆτες». Ἡ ἀγάπη ποὺ κατευθύνεται καὶ πρὸς τὸ Θεὸ καὶ πρὸς τοὺς ἀνθρώπους ἀποτέλεσε τὴν οὐσία ὄχι μόνο τῆς παλιᾶς διαθήκης ποὺ έχει συνάψει ο Θεός με τὸ λαό του, ἀλλὰ καὶ τῆς νέας ποὺ θεμελιώνεται μὲ τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Μὲ ὁλόκληρη τὴ ζωή Του πάνω στὴ γῆ καὶ κυρίως  μὲ τὴ σταυρικὴ Του θυσία, ὁ Θεάνθρωπος έδειξε καὶ ἀπέδειξε ὅτι εἶναι Θεὸς ἀγάπης. Αὐτὴ τὴν ἀγάπη τὴν ὀνόμασε «καινὴ», καινούργια, καὶ αὐτὴν ζήτησε καὶ συνεχῶς ζητάει ἀπ’ ὅλους μας: «ἐντολὴν καινὴν δίδωμι ὑμῖν ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους, καθὼς ἠγάπησα ὑμᾶς ἵνα καὶ ὑμεῖς ἀγαπᾶτε ἀλλήλους». Φυσικὰ ἡ ἐντολὴ τοῦ Κυρίου ποτὲ δὲν εἶναι μιὰ ἁπλὴ ἐντολή, ἀλλὰ μαζὶ καὶ διδασκαλία ποὺ σφραγίζεται μὲ τὴ ζωή Του, καὶ ἡ ἐντολή τῆς ἀγάπης σφραγίστηκε καὶ βεβαιώθηκε στὸ Σταυρὸ. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος μᾶς δίδαξε λοιπόν τὴν ἀγάπη, γι αὐτὸ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γράφει: «αὐτοὶ γὰρ ὑμεῖς θεοδίδακτοί ἐστε εἰς τὸ ἀγαπᾶν ἀλλήλους», καὶ προτρέπει τὸ  ἴδιο καὶ σὲ μᾶς, νὰ βαδίζουμε τὸ δρόμο τῆς ἀγάπης: «περιπατεῖτε ἐν ἀγάπῃ καθὼς καὶ ὁ Χριστὸς ἠγάπησεν ἡμᾶς».
Κατά τὸ παράδειγμα λοιπόν τοῦ Χριστοῦ ἡ ἀγάπη δὲν εἶναι ἕνα ἁπλὸ συναίσθημα ἤ ἐκδήλωση συμπάθειας πρὸς ἕνα πρόσωπο ἤ κάποιο πράγμα. Εἶναι ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ὑπάρχει ὁ Τριαδικός Θεός καὶ τὸν ὁποῖο μᾶς φανέρωσε ὁ Χριστός. Εἶναι ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο καλεῖ ὁ Θεός καὶ τὸν ἄνθρωπο νὰ ὑπάρχει, σὲ σχέση καὶ κοινωνία μὲ τὸ Θεὸ, μὲ τὸν κόσμο καὶ μὲ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους. Ἡ ἀγάπη, ὅπως μᾶς λέει στὸ σημερινό Εὐαγγέλιο ὁ Χριστός, τότε μόνο εἶναι ἀληθινή, ὅταν εἶναι ὁλοκληρωτική, δοσμένη μὲ ὅλη τὴν καρδιὰ, μὲ ὅλη τὴν ψυχή, μὲ ὅλη τὴ διάνοια τοῦ ἀνθρώπου. Οἱ ἄνθρωποι θέλουν τὸ Θεὸ καὶ τὶς ἐντολές του, ἀλλὰ ὄχι πάντα καὶ ὄχι σὲ βάρος τῶν ὑλικῶν τους ἐπιδιώξεων. Ἐνδιαφέρονται καὶ ἀγωνίζονται γιὰ διάφορα πράγματα, καὶ γιὰ νὰ ἔχουν ἤρεμη καὶ τὴ συνείδησή τους ἀσχολοῦνται καὶ μὲ τὸ Θεό. Ὁ Θεὸς ὅμως ζητάει τὴν ὁλοκληρωτικὴ ἀγάπη τοῦ ἀνθρώπου, αὐτὴ ποὺ  βγαίνει ἀπ’ ὅλη τὴν ὕπαρξή του, τὴ σκέψη του καὶ τὴν καρδιά του. Χωρὶς μιὰ τέτοια στάση στὴ ζωή, οἱ ὁποιεσδήποτε φαινομενικὰ θετικὲς δραστηριότητες τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἄσχετες πρὸς τὸ Θεὸ καὶ πρὸς τὴν Ἐκκλησία. Αὐτή ἡ ὁλοκληρωτική ἀγάπη πρὸς τὸ Θεό ὅπως μᾶς δίδαξε μὲ τὸ λόγο του ἀλλά καὶ μὲ τὴ ζωή του ὁ Χριστός συμπληρώνεται ἀπό τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον, ὁλοκληρωτική κι αυτή.
  «Ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτὸν». Στὴν Ἐκκλησία δὲν νοεῖται ἀγάπη πρὸς τὸ Θεὸ ὅταν ἀπουσιάζει ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν συνάνθρωπο, ὅταν στρέφουμε τὴ ματιά μας μακριὰ ἀπὸ τὴ δυστυχία, ὅταν κλείνουμε τὰ αὐτιά μας στὸν πόνο τοῦ διπλανοῦ μας. Ψεύτη καὶ ὑποκριτὴ χαρακτηρίζει ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ἐκεῖνον ποὺ λέει ὅτι ἀγαπάει τὸν Θεό, ἀλλὰ μισεῖ τὸν ἀδελφό του. «Ἄν κάποιος πεῖ  ‘ἀγαπῶ τὸ Θεὸ’, μισεῖ ὅμως τὸν ἀδελφό του, εἶναι ψεύτης. Γιατὶ πραγματικά, αὐτὸς ποὺ δὲν ἀγαπᾶ τὸν ἀδελφό του, τὸν ὁποῖο βλέπει, πῶς μπορεῖ νὰ ἀγαπάει τὸ Θεὸ, τὸν ὁποῖο δὲ βλέπει; Αὐτό μας λέει ὁ Χριστὸς: Ὅποιος ἀγαπάει τὸ Θεὸ δεν μπορεί νὰ μην ἀγαπάει τὸν ἀδελφό του.» Ἡ Ἐκκλησία στὸ συνάνθρωπο, ὅποιος κι ἄν εἶναι αὐτὸς καὶ σὲ ὁποιαδήποτε ἠθικὴ ἤ κοινωνικὴ κατάσταση κι ἄν βρίσκεται, βλέπει τὸ πρόσωπο μὲ τὸ ὁποῖο ἔρχεται σὲ κοινωνία, βλέπει τὸν ἀδελφό, τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ποὺ σὰν μέτοχο τῆς χάρης καὶ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, τοῦ ὀφείλουμε, ὄχι τὴ συμπάθεια καὶ τὴ συμπόνοια μας, ἀλλὰ ὅτι ἀκριβῶς καὶ στὸν ἑαυτό μας· τὴν ἀγάπη δηλαδή ἐκείνη ποὺ δὲν ἔχει ὅρια, ποὺ φτάνει στὸ Θεό  καὶ ἀγγίζει τὴ δημιουργία, καὶ τὴ θυσία τοῦ Σταυροῦ, ποὺ μεταμορφώνεται καὶ ἁγιάζεται ἀπό τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ποὺ γνωρίζεται ἀπό τἠ θυσία καὶ ἀπό τὴ διάθεση γιά θυσία. «Ἐν τούτῳ ἐγνώκαμεν τὴν ἀγάπην, ὅτι ἐκεῖνος ὑπὲρ ἡμῶν τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἔθηκε», ἀπ’ αὐτὸ γνωρίσαμε τὴν ἀγάπη, ἀπὸ τὸ ὅτι Ἐκεῖνος πρόσφερε τὴ ζωή του γιὰ χάρη μας, λέει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος καὶ συμπληρώνει ὅτι ὀφείλουμε κι ἐμεῖς νὰ προσφέρουμε τὴ ζωή μας γιὰ χάρη τῶν ἀδελφῶν μας, «καὶ ἡμεῖς ὀφείλομεν ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν τὰς ψυχὰς τιθέναι».
Ἡ ἀγάπη πρὸς τὸ Θεό καὶ πρὸς τὸν ἄνθρωπο εἶναι ἡ ἀγάπη αὐτὴ ὅπως τὴ νοιώθουμε κι ὅπως μᾶς λείπει τὶς στιγμὲς ἐκεῖνες, τὶς λίγες τῆς ζωῆς μας, ποὺ ἀπογυμνώνουμε τὸν ἑαυτό μας, ποὺ ἀφήνουμε κάθε στήριγμα στὴ γῆ, ποὺ ἀναλογιζόμαστε πῶς θ’ ἀντικρύσουμε τὸ Θεὸ. Καὶ θυμώμαστε τότε αὐτὸ ποὺ λέει ἡ Γραφή, ὅτι ἡ ἀγάπη εἶναι «κραταιὰ ὥσπερ θάνατος». Ποὺ σημαίνει ὅτι μαζί μὲ τὴν ἐξουσία τοῦ θανάτου ποὺ κυριαρχεῖ πάνω μας, κυριαρχεῖ καὶ μιὰ ἄλλη δύναμη, αὐτὴ ποὺ μᾶς ἔδωσε ὁ Θεὸς νὰ νικήσουμε τὸ θάνατο καὶ εἶναι ἡ ἀγάπη. Ἡ ἀγάπη ποὺ εἶναι δωρεὰ τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ προσωπικὸ ἐπίτευγμα, ποὺ ὅσο περισσότερο ταπεινώνουμε τὸν ἑαυτό μας, τόσο τὴν κερδίζουμε κι ἄλλο τόσο μᾶς κερδίζει, ποὺ φωτίζει τὸν  ὁρίζοντά μας, κάνοντάς μας νὰ βλέπουμε τὰ πράγματα στὴ θέση τους, μέσα στὴν   Ἀλήθεια του Θεοῦ.
Στὸν ἄνθρωπο ποὺ, εἴτε ἀπὸ πρόφαση, ὅπως ὁ σημερινὸς νομοδιδάσκαλος, εἴτε ἀπὸ πραγματικὴ ἀγωνία γιὰ τὴ ζωή, ψάχνει καὶ ἀγωνίζεται γιὰ τὴν καταξίωση τῆς πίστης καὶ τῶν ἔργων του, ὑπάρχει πάντα ἡ μεγάλη ἐντολὴ καὶ ἡ κλήση τῆς ἀγάπης, ὅπως τὴ σάρκωσε ὁ Χριστὸς καὶ ἡ Ἐκκλησία τὴν διακηρύσσει, ὅπως τὴν ἔζησαν καὶ τὴ ζοῦν οἱ ἅγιοι. Καὶ σ’ ὅλους ἐμᾶς ποὺ θαρροῦμε πὼς βρισκόμαστε στὰ χνάρια τους, ὑπάρχουν πάντα τὰ λόγια τοῦ Ἀποστόλου Παύλου γιὰ νὰ μᾶς δείχνουν τὸ δρόμο καὶ ταυτόχρονα  νὰ ἐλέγχουν τὴν ὑποκρισία μας: «Ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπάει ἔχει μακροθυμία, ἔχει καὶ καλοσύνη· ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπάει δὲ ζηλοφθονεῖ· ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπάει δὲν κομπάζει οὔτε περηφανεύεται· εἶναι εὐπρεπής, δὲν εἶναι ἐγωιστὴς οὔτε εὐερέθιστος· ξεχνάει τὸ κακὸ ποὺ τοῦ ἔχουν κάνει. Δὲ χαίρεται γιὰ τὴν ἀδικία  πού γίνεται, ἀλλὰ μετέχει στὴ χαρὰ γιὰ τὸ σωστὸ. Ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπάει, ὅλα τὰ ἀνέχεται, σὲ ὅλα ἐμπιστεύεται, γιὰ ὅλα ἐλπίζει, ὅλα τὰ ὑπομένει. Ἡ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει.» Ἀμήν.

ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΙΕ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ -π. Ιωήλ Κωνστάνταρος

(Β΄ Κορ. Δ΄ 6-15)

Έχει λεχθεί, και είναι φυσικά αλήθεια μεγάλη, ότι όσο περισσότερο κανείς αγωνίζεται για την αγάπη και την δόξα του Χριστού, τόσο και περισσότερο θα δέχεται τα πεπυρωμένα βέλη του πονηρού και τους ποικίλους πειρασμούς των αθέων και πλανεμένων ανθρώπων.
Αυτή ακριβώς την κατάσταση μας περιγράφει ο μεγάλος απόστολος των εθνών ο Παύλος, αναφερόμενος σε συγκλονιστικά προσωπικά στοιχεία του αγώνα και της δράσεώς του. Ολόκληρη η αποστολική περικοπή είναι μια συγκλονιστική μαρτυρία που την παρακολουθεί κανείς με κομμένη την ανάσα... «εν παντί θλιβόμενοι αλλ’ ου στενοχωρούμενοι, απορούμενοι αλλ’ ουκ εξαπορούμενοι...» (Β΄ Κορ. Δ΄ 8) δηλ. Συμβαίνει να θλιβόμαστε σε κάθε τόπο και σε κάθε περίσταση και όμως οι εξωτερικές αυτές δυσκολίες, δεν μας δημιουργούν αδιέξοδο και αγωνιώδη στενοχώρια. Φθάνουμε σε απορία, χωρίς όμως και να απελπιζόμαστε ή να αποστερηθούμε ποτέ μέσον και πόρο σωτηρίας.
Φυσικά τα όσα αναφέρει στην περικοπή αυτή ο θεόπνευστος Απόστολος, δεν ισχύουν μόνο για τους Αποστόλους (κυρίως βέβαια γι’ αυτούς ισχύουν), ισχύουν, θα πρέπει να ισχύουν και ειδικώς για τους εργάτες του Ευαγγελίου, αλλά και γενικώς για τους αυθεντικούς πιστούς χριστιανούς, διαχρονικώς. Έχουν εφαρμογή και μάλιστα απόλυτη οι λόγοι αυτοί, στους πιστούς που αγωνίζονται συνειδητά εναντίον του διαβόλου, του μακράν του Θεού κόσμου, και κυρίως εναντίον της προσωπικής τους αμαρτητικής ροπής, στηριζόμενοι στην ακράδαντη Ορθόδοξη Χριστιανική μας πίστη.
Αυτή είναι η πραγματικότητα αδελφοί μου. Βεβαίως τούτο σε καμμία των περιπτώσεων δεν θα πρέπει να μας καταβάλει. Όλως αντιθέτως, θα πρέπει να μας αναπτερώνει τον θείο ζήλο για αγώνες ιερούς. Αγώνες που έχουν άμεση σχέση τόσο με τα άγια Δόγματα, όσο και με αυτό το ήθος της μητέρας μας Εκκλησίας.
Τονίζουμε την διάσταση του πνευματικού αγώνα που είναι ανάγκη να φέρουμε όλα τα τέκνα της Ορθοδοξίας, διότι σε κάθε εποχή, κυρίως όμως στη δική μας εποχή της αποστασίας, ακούγονται, ακόμα και από στόματα που άλλα θα ανέμενε να ακούσει κανείς, ακούγονται το ολιγότερον παράδοξα κηρύγματα, περί δήθεν ενός «ήρεμου» και «αθόρυβου» Χριστιανισμού!
Έφθασε μάλιστα κάποιος να εκφράσει την άποψη ότι, το πνεύμα της συγκεκριμένης αποστολικής περικοπής, δεν μπορεί να ισχύει σήμερα. Και τούτο διότι οι καιροί είναι διαφορετικοί και σήμερα δεν διώκονται οι εργάτες του Ευαγγελίου, αφού επισήμως η πολιτεία δέχεται ή έστω ανέχεται την Εκκλησία, μέσα στα πλαίσια της δημοκρατίας και γενικώς της διαφορετικότητας και του οικουμενισμού!
Αλλ’ ω αφελέστατε άνθρωπε, που έριξες τον υψηλό πήχη του Ευαγγελίου στα πολιτικά και μικροκομματικά συμφέροντα και στα απαίσια βάραθρα του επάρατου οικουμενισμού...
Τούτο μόνο τονίζουμε. Ας δοκιμάσει κανείς να ελέγξει τον Καίσαρα και την αυλή του... Ας δοκιμάσει η Εκκλησιαστική διοίκηση να ελέγξει επισήμως τις αρχές και τις εξουσίες στο θέμα των φοβερών εκτρώσεων. Ας τολμήσουν οι ταγοί μας να ρίξουν τον δίκαιο αφορισμό σε όσους εγκληματίες ψήφισαν μέσα στην κόλαση που λέγεται Βουλή των Ελλήνων, την γενοκτονία του Έθνους μας. Ας δοκιμάσουν να ελέγξουν επισήμως, και βάσει του Νόμου του Θεού, τους διεστραμμένους στην ψυχή και στο σώμα τύπους, που με τις θεωρίες τους και τις πράξεις τους υποβιβάζουν την εικόνα του Θεού στο επίπεδο όχι απλώς των ζώων, αλλά στον πυθμένα του υποκτήνους. Ας τολμήσουν, όσοι υμνούν την ανοχή και τη δημοκρατικότητα του Καίσαρος, να έρθουν σε ανοιχτή ρήξη με τους αντιχριστιανικούς νόμους... Να συνεχίσουμε; Ας αποφασίσουν κάποιοι κληρικοί και μάλιστα μοναστικές αδελφότητες να ελέγξουν τους φορείς της παναιρέσεως του οικουμενισμού, και τότε θα διαπιστώσουν για τα καλά το μίσος του διαβόλου και των οργάνων του από την κορυφή έως και την βάση του Πολιτικού, Πολιτιακού και οποιουδήποτε άλλου φορέως και συστήματος, που απεργάζεται τον αφανισμό της Ορθοδοξίας και του Ελληνισμού.
Το ότι λοιπόν όλα φαίνονται ότι «βαίνουν καλώς», τούτο δεν σημαίνει ότι το κράτος έγινε χριστιανικό (αν είναι ποτέ δυνατόν), τούτο δηλώνει, δυστυχώς, ότι χάσαμε τον αποστολικό ζήλο και την πατερική απλότητα. Αυτή είναι η πραγματικότητα φίλοι μου. Αλλά πώς να μην έχουν έτσι τα πράγματα, αφού εμείς σήμερα έχουμε την «διάκριση» και δεν ολισθαίνουμε σε «ακραίους» και «άκριτους» αγώνες, τους οποίους ξεκινούσαν και τελείωναν οι γνήσιοι διάδοχοι των αποστόλων, οι Στουδίτες, οι Μάρκοι Ευγενικοί, και γενικώς όλοι όσοι ζούσαν και ανέπνεαν μέσα στην ευλογημένη ατμόσφαιρα της αμωμήτου πίστεώς μας, προσφέροντας τελικώς και αυτό το αίμα τους!
Αλλ’ αδελφοί μου, «στώμεν καλώς», ο καιρός του «βολέματος» και του «εφησυχασμού» πρέπει να περάσει ανεπιστρεπτί, διότι «οι καιροί ου μενετοί».
Είθε να αισθανθούμε ότι δεν είναι δυνατόν να έχουμε στη συνείδηση μας τον παπικό ή προτεσταντικό, γλυκανάλατο τρόπο «χριστιανικής ζωής». Είναι ανάγκη και μάλιστα απόλυτη, ως απόγονοι των αγίων Αποστόλων και πάντων των αγίων, να γνωρίσουμε και να ζήσουμε την αυθεντική, ασυμβίβαστη, αγωνιστική και κυρίως ομολογιακή Ορθοδοξία μας.
Αυτό τελικά είναι και το μεγάλο μήνυμα του Αποστόλου που πρέπει να συλλάβουμε και να εφαρμόσουμε.
Αμήν.

Κυριακή ΙΕ' Ματθαίου κήρυγμα επί του Ευαγγελίου (Ματ. κβ', 35-46)

Μεταξύ των προσώπων τα οποία συνομίλησαν με το Χριστό ήταν και ένας νομικός. Αυτός ο νομικός, με διάθεση να πειράξει τον Κύριο, τον ρώτησε ποια είναι μεγάλη εντολή στο Μωσαϊκό Νόμο. Ο Κύριος τότε του είπε, « Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εν όλη τη καρδία σου και εν όλη τη ψυχή σου και εν όλη τη διανοία σου· αύτη εστί πρώτη και μεγάλη εντολή. δευτέρα δε ομοία αυτή· αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν. εν ταύταις ταίς δυσίν εντολαίς όλος ο νόμος και οι προφήται κρέμανται ». Ας επαναλάβουμε αυτά τα λόγια του Κυρίου με σημερινά λόγια. Να αγαπάς Κύριον τον Θεόν σου με όλη την καρδιά σου και με όλη την ψυχή σου και με όλη τη διάνοιά σου. Αυτή είναι πρώτη και μεγάλη εντολή. Δευτέρα δε εντολή όμοια με αυτή είναι, να αγαπάς τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου. Επάνω στις δύο αυτές εντολές όλος ο νόμος και οι προφήτες στηρίζονται. Οι εντολές αυτές φανερώνουν τα καθήκοντα, τα οποία έχουν οι άνθρωποι στη ζωή τους. Το πρώτο καθήκον είναι η αγάπη προς το Θεό, τον Οποίον κάθε άνθρωπος οφείλει να αγαπά και να σέβεται. Ο σεβασμός αυτός δε σημαίνει ότι πρέπει κανείς να πειθαρχεί μηχανικά στο θέλημα του Θεού, αλλά να πειθαρχεί κινούμενος από αγάπη και πίστη. Τα καθήκοντα του ανθρώπου προς το Θεό μεταφράζονται μέσω των εντολών τις οποίες πρέπει να εφαρμόζει κάθε πιστός στη ζωή του.

Αλλά γιατί ο άνθρωπος πρέπει να αγαπάει το Θεό; Πρέπει να τον αγαπάει, γιατί ο Θεός είναι ο Ουράνιος Πατέρας. Είναι παντοδύναμος, πάνσοφος, πανάγαθος, και ταυτίζεται με την αγάπη, όπως λέει ο Ιωάννης ο μαθητής της αγάπης, ότι ο Θεός αγάπη εστί. Η αγάπη του Θεού προς τον άνθρωπο εκδηλώνεται με πολλούς και ποικίλους τρόπους. Αυτός τρέφει τα σύμπαντα και προνοεί για τα πάντα και κυβερνά τον κόσμο. Αυτός από την πολλή Του αγάπη έστειλε τον Υιό Του στην γη, σωτήρα του κόσμου. Αυτός ανατέλλει τον Ήλιο επί πονηρούς και αγαθούς και βρέχει επί δικαίους και αδίκους.

Αλλά όποιος αγαπάει το Θεό πρέπει να αγαπάει και τον πλησίον Του, γιατί αυτή η δεύτερη εντολή, όπως είπε ο Κύριος, είναι όμοια με την πρώτη. Έτσι έρχονται και τα καθήκοντα προς τον πλησίον. Αυτό σημαίνει ότι όπως αγαπάει ο άνθρωπος το Θεό, έτσι οφείλει να αγαπάει και κάθε άνθρωπο στη ζωή του, γιατί πλησίον είναι ο κάθε άνθρωπος ακόμα και ο εχθρός του. Η αγάπη προς τον συνάνθρωπο πρέπει να είναι έμπρακτη, δηλαδή να εκδηλώνεται με κατάλληλα έργα με τα οποία θα ευεργετείται ο πλησίον. Η έμπρακτη αγάπη είναι η αληθινή μορφή αγάπης. Αν κανείς λέει ότι αγαπάει τον πλησίον του και, ενώ μπορεί να τον βοηθήσει, τον αφήνει αβοήθητο, δεν είναι συνεπής με τα καθήκοντά του προς τον πλησίον.

Ας τονίσουμε επίσης ότι δεν πρέπει• να φιλονικούμε με τους συνανθρώπους μας, με κίνδυνο να τους κάνουμε εχθρούς, αλλά έχουμε καθήκον να λύνουμε τις διαφορές μας συμβιβαστικά, έστω και αν πρόκειται να ζημιωθούμε σε κάτι. Όποιος συμπεριφέρεται έτσι, δηλαδή με αγάπη και επιείκεια, δεν πρέπει να αμφιβάλλει ότι ο Κύριος, και στον κόσμο αυτό θα τον προστατεύει, και κατά την ημέρα της κρίσεως θα τον έχει στα δεξιά Του.

Η αγάπη λοιπόν προς τον πλησίον είναι αναγκαία και δεν μπορεί κανείς να λέει ότι αγαπάει το Θεό, αν δεν αγαπάει τον πλησίον του. Σύμφωνα με τον Ευαγγελιστή Ιωάννη, πώς μπορεί να αγαπάει κάποιος το Θεό που δεν τον βλέπει, όταν δεν αγαπάει τον πλησίον του που βλέπει; Βεβαίως, όταν ο άνθρωπος βοηθάει τον πλησίον του, δεν πρέπει να το παίρνει επάνω του ότι. κάνει κάτι σπουδαίο, γιατί αυτό είναι το καθήκον του. Έτσι θα κρατάει την ταπεινοφροσύνη που είναι απαραίτητη για να οικοδομηθεί το οικοδόμημα των άλλων αρετών. Από την ταπείνωση λοιπόν στην αγάπη προς το Θεό και τον πλησίον, είναι ο νοητός δρόμος που έχουμε μπροστά μας να διανύσουμε. Αμήν.

Κυριακή ΙΕ' Ματθαίου

Ματθ. 22, 35-46


Δύο ερωτήματα, μεταξύ του Χριστού και των Εβραίων, μας παρουσιάζει σήμερα ο ευαγγελιστής Ματθαίος. Στην πρώτη περίπτωση, ένας νομικός, δηλαδή ένας ερμηνευτής του Μωσαϊκού νόμου, ρωτάει τον Ιησού ποιά είναι η μεγαλύτερη εντολή του Νόμου, κι Εκείνος του απαντά: “να αγαπήσεις τον Κύριο και Θεό σου με όλη την καρδιά σου και με όλη την ψυχή σου και με όλη τη διάνοιά σου. Αυτή είναι η πρώτη και μεγάλη εντολή. Δεύτερη και όμοια με την πρώτη, να αγαπήσεις τον πλησίον σου σαν τον ίδιο σου τον εαυτό. Σε αυτές τις δύο εντολές στηρίζεται όλος ο νόμος και οι προφήτες”. Στη συνέχεια, συγκεντρώθηκαν οι Φαρισαίοι και ο Ιησούς τους ρωτά: “τί πιστεύετε για τον χριστό; τίνος υιός είναι;” Εκείνοι απάντησαν του Δαβίδ. “Πώς όμως”, τους ρωτά πάλι, “ο Δαβίδ, φωτισμένος από το Άγιο Πνεύμα, τον αποκαλεί Κύριο, λέγοντας: είπε ο Κύριος στον Κύριό μου, κάθισε στα δεξιά μου, μέχρι να υποτάξω στα πόδια σου τους εχθρούς σου; Αν ο Δαβίδ τον αποκαλεί Κύριο, πώς γίνεται να είναι γιος του;” Κανείς δεν μπόρεσε να απαντήσει στο ερώτημα του Χριστού, και από εκείνη την ημέρα κανείς δεν τόλμησε πλέον να του θέσει ερωτήματα.
Ο λόγος για τον οποίο οι “σοφοί” των Εβραίων, οι γραμματείς, οι φαρισαίοι και οι νομοδιδάσκαλοι έθεταν ερωτήματα στον Χριστό, δεν ήταν γιατί ήθελαν πράγματι να διδαχθούν, αλλά για να Τον παγιδέψουν, όπως σε άλλο σημείο μας αναφέρουν οι Ευαγγελιστές. Άλλωστε, το γεγονός που μας περιγράφει σήμερα ο Ματθαίος συνέβη μετά τη θριαμβευτική είσοδο του Ιησού στα Ιεροσόλυμα και λίγο πριν από το Πάθος Του. Με τον τρόπο αυτό επιστεγάζεται και κατακλείεται θα λέγαμε η δημόσια διδασκαλία και δράση του Χριστού, και δεν είναι τυχαίο που με την περικοπή αυτή κλείνει και ο κύκλος των Κυριακών του Ματθαίου, που αρχίζει την Κυριακή των Αγίων Πάντων και καταλήγει λίγο πριν την Ύψωση του Τιμίου Σταυρού. Όλες οι περικοπές που ακούσαμε αυτή την περίοδο περιγράφουν διάφορα θαύματα του Ιησού, με τα οποία από τη μια μεριά φανερώνει ότι είναι όντως Υιός του Θεού, και από την άλλη εκδηλώνει έμπρακτα την άπειρη αγάπη Του για τον άνθρωπο.
Αυτά είναι και τα μηνύματα της σημερινής περικοπής. Η μεγαλύτερη εντολή του Θεού δεν είναι άλλη από την αγάπη προς τον Θεό και από την αγάπη προς τον πλησίον, δηλαδή προς κάθε συνάνθρωπό μας. Στην ουσία δεν αποτελούν δύο ξεχωριστές εντολές, αλλά τις δύο όψεις της μιας αγάπης, όχι όπως συχνά εσφαλμένα την εννοούμε ως άνθρωποι, αλλά όπως μας την δίδαξε ο ίδιος ο Χριστός. Γι αυτό και ο ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος θα μας πει ότι δεν γίνεται να αγαπάμε τον Θεό και να μην αγαπάμε τον συνάνθρωπο: “εκείνος που θα πει ότι αγαπώ τον Θεό, αλλά μισεί τον πλησίον του, είναι ψεύτης. Γιατί εκείνος που δεν αγαπά τον αδελφό του τον οποίο βλέπει, δεν μπορεί να αγαπήσει τον Θεό, τον οποίο δεν βλέπει” (Α' Ιω. 4, 20). Είναι επομένως φυσικό να τονίζει σήμερα ο Χριστός ότι σε αυτή την εντολή του Θεού είναι θεμελιωμένος ο Νόμος και οι προφήτες. Και δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι σε αυτή την εντολή της αγάπης είναι θεμελιωμένο το σωτήριο έργο της Θείας Οικονομίας αλλά και η ίδια η Εκκλησία, η οποία είναι το σώμα του Χριστού.
Εκείνο πάλι που δεν μπόρεσαν οι φαρισαίοι να εξηγήσουν, είναι τόσο προφανές, για όσους γνωρίζουν στοιχειωδώς τα Ευαγγέλια. Ο Ιησούς Χριστός είναι ο σαρκωθείς Υιός και Λόγος του Θεού, ο οποίος κατά την ανθρώπινη γενεαλογία Του είναι απόγονος του Δαβίδ. Έτσι, παρόλο που θεωρείται υιός του Δαβίδ, ο Προφήτης τον αποκαλεί Κύριο αναγνωρίζοντας την Θεότητά Του. Μάλιστα, με την διπλή αναφορά σε Κύριο, υποδεικνύεται και η τριαδικότητα του Θεού: Κύριος ο Πατήρ ο επουράνιος, κατά την συχνή επίκληση της Παλαιάς Διαθήκης, Κύριος ο Υιός, ο οποίος έγινε άνθρωπος “εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου”, Κύριον και ο Άγιον Πνεύμα και ζωοποιόν, κατά την έκφραση του Συμβόλου της Πίστεως.
Αυτές οι δύο μεγάλες αλήθειες, η θεότητα δηλαδή του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και η συμπύκνωση όλης της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης στην θεμελιώδη εντολή της αγάπης, αποτελούν για τον καθένα μας το σημείο αφετηρίας αλλά και αναφοράς της πνευματικής μας ζωής. Αν τα λησμονήσουμε, τότε η ζωή μας θα παραπαίει στο σκοτάδι του ψεύδους. Αν τα ενστερνιστούμε, τότε όχι μόνο η προσωπική μας ζωή θα μεταμορφωθεί, ασφαλώς μέσα από αγώνα πνευματικό, αλλά και ολόκληρος ο κόσμος.

Read more: http://xerouveim.blogspot.com/2010/08/5-9-2010.html#ixzz2IhsfcC6N
ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (3/2/2013)

Απόστολος: Β΄ Κορ. δ΄, 6 – 15. 
Προηγείται η πίστη
Απευθυνόμενος, για δεύτερη φορά, στους Κορινθίους ο Απόστολος Παύλος, αγαπητοί μου αδελφοί, αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στην ανθρώπινη αδυναμία, που διακρίνει τα πρόσωπα των Αποστόλων, κατά την άσκηση του ιεραποστολικού τους έργου. Η αδυναμία, όμως, αυτή καλύπτεται από την υπερβολική δύναμη του Θεού, η οποία εμπνέει τους ανθρώπους Του, ώστε η δράση τους να αντέχει στις δοκιμασίες και στην πολεμική του κόσμου και ν’ αποδεικνύεται σωτήρια για τον λαό Του.
Ο Παύλος επισημαίνει ότι στο Αποστολικό τους έργο τα όργανα του Θεού συχνά πιέζονται από κοσμικές δυνάμεις, αλλά δε φθάνουν σε αδιέξοδο. Ενίοτε βρίσκονται σε αμηχανία, αλλά ποτέ σε απελπισία. Πολλές φορές διώκονται από τους εχθρούς του Χριστού, αλλά η Χάρις του Θεού δεν τους εγκαταλείπει. Καταβάλλονται, συχνά, ως άνθρωποι, αλλά δε χάνονται. Φέρουν στο σώμα τους τον θάνατο του Χριστού, για να φανερώσουν, έτσι, τη ζωή του Χριστού στον κόσμο.
Η περιγραφή του Αποστόλου καταλήγει σε μια μεγάλη αλήθεια, η οποία, τελικά, είναι η μυστική δύναμη, ο κινητήριος μοχλός, που ενεργοποιεί και ισχυροποιεί τις όποιες δυνάμεις τους, καθιστώντας τον λόγο τους ανίκητο και καταλυτικό. Η δύναμη αυτή είναι η πίστη. «Πρώτα πιστεύσαμε, γι’ αυτό λαλούμε και διδάσκουμε τον λόγο του Θεού στους ανθρώπους»1 Προϋπόθεση απαραίτητη και αναμφισβήτητη για την επιτυχία του ιεραποστολικού έργου είναι η πίστη. Η αλήθεια αυτή αφορά όλους όσοι, μέσα στην Εκκλησία, αναλαμβάνουν το έργο της ιεραποστολής, της κατήχησης, του ευαγγελισμού των ανθρώπων, κληρικούς και λαϊκούς. Πρώτα η πίστη και μετά ο λόγος. Προηγείται η πίστη και έπεται η διδασκαλία.
Ο λόγος του Αποστόλου Παύλου είναι διδακτικός, αλλά και ελεγκτικός. Προφανώς είχε ενώπιόν του την εικόνα των Φαρισαίων, οι οποίοι δίδασκαν με περισσή κομπορρημοσύνη τον νόμο του Θεού, οι ίδιοι, όμως, ζούσαν με τρόπο αντιστρόφως ανάλογο προς τους λόγους τους. Γι’ αυτό και ο Κύριος, στηλιτεύοντας την κατεστημένη ανακολουθία τους, απέρριψε, μετά βδελυγμίας, την θρησκευτική τους υποκρισία. Η Αποστολική αυτή διδαχή έχει εφαρμογή όλες τις εποχές και στη δική μας. Εκείνος που θα αναλάβει να διδάξει την ηθική
1 Β΄ Κορ. 4,13
καθαρότητα, πρέπει πρώτα ο ίδιος να είναι καθαρός. Όποιος αναλάβει να φωτίσει τα σκοτάδια του κόσμου, πρέπει πρωτίστως ο ίδιος να έχει φωτιστεί με τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος. Εκείνος που αποφασίζει να διδάξει στους ανθρώπους τον λόγο του Θεού, πρέπει ο ίδιος να είναι μέτοχος και κάτοχος αυτού του λόγου. Όποιος κηρύττει τις αρετές, οφείλει να βιώνει τις αρετές. Όποιος στηλιτεύει την αμαρτία, οφείλει να ζει εν μετανοία. Αλλά για να συμβούν όλα αυτά, πρέπει να προηγείται η πίστη στον Θεό. Εκείνη είναι που χρωματίζει τις αρετές, που νοηματοδοτεί τις διδαχές. Εκείνη χαρίζει το φως, εκείνη γίνεται το όχημα που απομακρύνει από την αιχμαλωσία της αμαρτίας.
Αυτή η πίστη δεν είναι συνήθεια, που πρέπει να ακολουθήσουμε, ούτε παράδοση, που πρέπει να συνεχίσουμε. Δεν έχει την παραμικρή σχέση με τα εξωτερικά σχήματα της ευσέβειας, που συχνά προβάλλουμε, αλλά συνιστά την ουσία της προσωπικής σχέσης μας με τον Θεό. Επίσης, «δεν είναι ιδεολόγημα, που πρέπει να υποστηρίξουμε, ούτε σκέψη, που πρέπει να κατανοήσουμε, ούτε άποψη, που πρέπει να παραδεχτούμε. Η πίστη δεν είναι συναίσθημα, ούτε ηθικός κανόνας με τον οποίο πρέπει να συμμορφωθούμε, ούτε βίωμα που ψυχολογικά επιβάλαμε στον εαυτό μας, ούτε πάλι στόχος που κατακτάται με ανθρώπινες προσπάθειες. Η πίστη είναι χάρις και ζωή και αλήθεια, που προσφέρεται, αναδύεται και αποκαλύπτεται. Είναι κάτι που δίνει ο Θεός· κάτι που φανερώνει ο Θεός»2 Αυτή την πίστη ας αγωνιστούμε να αποκτήσουμε, αδελφοί μου, ούτως ώστε οι λόγοι και τα κατά Θεόν έργα μας να αποκαλύπτουν τον Χριστό γύρω μας και να οδηγούν εαυτούς και αλλήλους σε δρόμους αλήθειας και σωτηρίας. ΑΜΗΝ!
Αρχιμ. Ε.Ο.
2 Νικόλαος, Μητροπολίτης Μεσογαίας & Λαυρεωτικής, «Άνθρωπος μεθόριος», σελ. 129