ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΡΟΦΗΤΟΥ ΗΛΙΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΡΟΦΗΤΟΥ ΗΛΙΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 18 Ιουλίου 2025

 Κυριακή 20η Ἰουλίου 2025

Κυριακή ΣΤ΄ Ματθαίου.

(Ματθ. 9, 1 – 8).

«οἱ ὄχλοι ἐθαύμασαν καί ἐδόξασαν τόν Θεόν τόν δόντα ἐξουσίαν τοιαύτην τοῖς ἀνθρώποις» (Ματθ. 9, 8).

Ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία σήμερα τιμάει τόν πυρφόρο προφήτη Ἠλία. Τόν ἄνθρωπο πού στάθηκε μόνος ἀπέναντι στίς ἀρχές καί στίς ἐξουσίες τῆς ἐποχῆς του, γιά νά πολεμήσει τήν εἰδωλολατρία καί νά κατευθύνει τούς ἀνθρώπους στόν ἀληθινό Θεό.

Μέ τήν ἐξουσία πού τοῦ ἔδωσε ὁ Θεός ἔδρασε πολύ δυναμικά. Διέλαθε τοῦ θανάτου μέχρι τήν ἐποχή τῶν ἐσχάτων, κατά τήν ὁποία θά παραδώσει τόν ἑαυτό του στό μαρτύριο χάριν τῆς ἀληθείας. Στόν προφήτη Ἠλία ταιριάζει ἀπόλυτα αὐτό πού ἀκούσαμε στό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα τῆς σημερινῆς Κυριακῆς νά λένε οἱ ἄνθρωποι γιά τόν Χριστό: «οἱ ὄχλοι ἐθαύμασαν καί ἐδόξασαν τόν Θεόν τόν δόντα ἐξουσίαν τοιαύτην τοῖς ἀνθρώποις». Αὐτό τό εἶπαν γιά τόν Χριστό, διότι θεράπευσε τόν παράλυτο τῆς Καπερναούμ, ἀφοῦ πρῶτα τοῦ ἔσβησε τίς ἁμαρτίες.

 ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

20 Ἰουλίου 2025

ΤΟΥ ΠΡΟΦΗΤΟΥ ΗΛΙΟΥ

«Ἠλία...μακάριοι οἱ ἰδόντες σε καί  οἱ ἐν ἀγαπήσει κεκοσμημένοι» (Σοφ. Σειράχ 48,11).

Μέ αὐτά τά λόγια, ἀγαπητοί ἀδελφοί, ἐξυμνεῖ ὁ σοφός Σειράχ τόν σήμερα ἑορταζόμενο Ἅγιο Προφήτη μας: «Ὦ Ἠλία, πόσο δοξάσθηκες, μέ τά θαυματουργικά σου ἔργα! Σύ μέ τό λόγο τοῦ Ὑψίστου ἀνέστησες νεκρόν. Σύ καθῄρεσες καί ὁδήγησες βασιλεῖς στή καταστροφή. Σύ ἄκουσες ἀπό τό Θεό στό ὄρος Σινᾶ συγκλονιστικές ἀποκαλύψεις καί στό ὄρος Χωρήβ δίκαιες ἀποφάσεις τοῦ Θεοῦ. Σύ ἀνελήφθης μέ πύρινο ἅρμα. Σύ ἔχεις προορισθεῖ ἀπό τό Θεό νά ἐλέγξεις τούς ἀσεβεῖς στούς ἐσχάτους καιρούς. Μακάριοι εἶναι ἐκεῖνοι πού σέ εἶδαν, οἱ στολισμένοι μέ τίς ἀρετές καί ἐμεῖς ἀσφαλῶς καί βεβαίως θά ζήσουμε τότε, ὅταν στή Δευτέρα Παρουσία ἐμφανισθείς» (4-11).(Κεφ. ).

ΚΥΡΙΑΚΗ 20 ΙΟΥΛΙΟΥ 2025, Η ΠΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΚΑΙ Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΗΛΙΑΣ

Ἡ Παλαιὰ Διαθήκη, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί,  εἶναι τὸ πρῶτο μέρος τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Εἶναι μία σειρὰ βιβλίων, στὰ ὁποῖα βλέπουμε σὲ ὅλες τὶς στιγμές τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς τὴν Ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ. Ὄχημα τῆς ἀποκάλυψης ὁ λαὸς τοῦ Ἰσραήλ. Εἶναι διάφοροι οἱ τρόποι τῆς Ἀποκάλυψης. Δεσπόζει ἡ ἔννοια τῆς διαθήκης, τῆς συμφωνίας τὴν ὁποία ἔκανε ὁ Θεὸς μὲ τὸν ἄνθρωπο στὸ πρόσωπο τοῦ Ἀβραὰμ καὶ κατ’ ἐπέκταση μὲ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα ὅτι ὅταν θὰ ἔρθει τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου θὰ δώσει τὴν λύση στὸ μεγαλύτερο ὑπαρξιακὸ πρόβλημα ποὺ οἱ ἄνθρωποι ἀντιμετωπίζουμε: αὐτὸ τῆς ὑπέρβασης τοῦ θανάτου. Πιστεύουμε στὴν ὕπαρξη ποὺ εἶναι διφυής: σῶμα καὶ ψυχή. Πιστεύουμε στὴν κατὰ χάριν ἀθανασία τῆς ψυχῆς καὶ τὴν συνέχεια τῆς κοινωνίας μας μὲ τὸ Θεὸ καὶ τὸν πλησίον στην αἰωνιότητα.

Ἡ Παλαιά Διαθήκη καί τά δύο προβλήματα τῆς ζωῆς

Παρασκευή 19 Ιουλίου 2019

Ὁμιλία στὸν Προφήτη Ἠλία τὸν Θεσβίτη

Ὁ ἔνδοξος προφήτης Ἠλίας ὁ Θεσβίτης, ὁ πύρινος αὐτὸς προφήτης, ὅπως τὸν ἀποκαλοῦν οἱ ἅγιοι πατέρες, ὁ ἄγγελος ἐν σώματι, ὅπως τὸ ψάλλουμε στὸ ὡραιότατο ἀπολυτίκιό του («ὁ ἔνσαρκος ἄγγελος»), ὁ παρθένος τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, γεννήθηκε στὴν πόλη Θέσβη τῆς Γαλαάδ, ἐξ οὗ καὶ ἐπονομάσθηκε Θεσβίτης.

Δευτέρα 20 Ιουλίου 2015

Ο ζηλωτής και πυρίπνους
Του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Καστορίας κ.κ. Σεραφείμ
Με σεβασμό στεκόμαστε μπροστά σε μια μεγάλη προσωπικότητα της Παλαιάς Διαθήκης, που είναι ο Προφήτης Ηλίας. Ομοιάζει η μορφή του με το θεόπτη Μωυσή και με τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο:
- Με τον Προφήτη Μωυσή, γιατί και οι δυο είδαν το Θεό στο όρος Σινά, αλλά και βρέθηκαν μαζί στο γεγονός της φρικτής Μεταμορφώσεως. Και τα δυο πρόσωπα «εκαίοντο υπό μεγάλου ζήλου» για τη διατήρηση του Θείου Νόμου στον Ισραήλ.

Σάββατο 19 Ιουλίου 2014

Ομιλία Μητρ. Αντινόης κ. Παντελεήμονος στον Προφήτη Ηλία

Σεβ. Μητροπολίτης  Αντινόης κ.κ. ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ


ΣΤΟΝ ΠΡΟΦΗΤΗ ΗΛΙΑ ΤΟΝ ΘΕΣΒΙΤΗ
20 Ιουλίου

Ένας από τους μεγαλύτερους Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης υπήρξε ο Προφήτης Ηλίας.  Έζησε και προφήτευσε στις μέρες των βασιλέων Αχαάβ (873-854 π.Χ.) και Οζία (854-853 π. Χ.) (Γ΄ Βασιλειών 17:1- Δ΄ Βασιλειών 2:18). Ο ζήλος του για την αληθινή πίστη στον ένα και μόνον Θεό του Ισραήλ τον οδήγησε να αντισταθεί στην πονηρά βασίλισσα Ιεζάβελ, που εγκατέλειψε τον αληθινό Θεό και διάταξε τους Ισραηλίτες να λατρεύσουν και να προσκυνήσουν τον ψευδή θεό Βάαλ (Γ΄ Βασιλειών 16:29-33).

Παρασκευή 18 Ιουλίου 2014

 Εις τον Προφήτη Ἠλία +Μητροπολίτης Σερβιών και Κοζάνης Διονύσιος

Μέσα στὴ χορεία τῶν Προφητῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ξεχωριστὴ εἶναι ἡ θέση τοῦ προφήτη Ἠλία, τοῦ ὁποίου σήμερα ἡ Ἐκκλησία γιορτάζει καὶ τιμᾶ τὴν ἱερὴ μνήμη. Στὴν Καινὴ Διαθήκη τὸ ὄνομα τοῦ προφήτη Ἠλία ἀναφέρεται πολλὲς φορὲς ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Ἰησοῦ Χριστό. Ὁ Ζαχαρίας, ὁ πατέρας τοῦ Προδρόμου, εἶπε πὼς ὁ Ἰωάννης θὰ ἐρχόταν «ἐν πνεύματι καὶ δυνάμει Ἡλιοῦ», θὰ εἶχε δηλαδὴ τὰ γνωρίσματα καὶ τὸ ζῆλο τοῦ προφήτη Ἠλία, θὰ ἦταν ὁ ἴδιος ὁ προφήτης Ἠλίας, ὅπως ὁ λαὸς τὸν περίμενε νὰ ξανάρθει. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὅταν ἔδωσε μαρτυρία γιὰ τὸν πρόδρομο Ἰωάννη κι ἔπλεξε τὸ ἐγκώμιό του, εἶπε πὼς αὐτὸς ἦταν ὁ Ἠλίας «Ἂν θέλετε, νὰ τὸ παραδεχθεῖτε, αὐτὸς εἶναι ὁ Ἠλίας, ποὺ ἔμελλε νὰ ἔλθει».

Τὸ πιὸ σπουδαῖο εἶναι ὅτι οἱ μαθητὲς ἐπάνω στὸ βουνό, κατὰ τὴ θεία Μεταμόρφωση, εἶδαν τοὺς δύο Προφῆτες, τὸν Μωϋσῆ καὶ τὸν Ἠλία, νὰ συνομιλοῦν μὲ τὸν Ἰησοῦ Χριστό. Ὅλα αὐτὰ φανερώνουν τὴν ξεχωριστὴ θέση τοῦ προφήτη Ἠλία ἀνάμεσα στοὺς Προφῆτες καὶ μέσα στὴ συνείδηση τοῦ λαοῦ. Ἀκόμα καὶ στὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀκούοντας τὴ διδασκαλία καὶ βλέποντας τὰ θαύματά του, ἔβλεπαν τὸν προφήτη Ἠλία, ποὺ εἶχε ξανάρθει. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ρώτησε• «Τίνα με λέγουσιν οἱ ἄνθρωποι εἶναι;». Κι οἱ μαθητὲς εἶπαν· «Ἰωάννην τὸν βαφτιστήν, ἄλλοι δὲ Ἠλίαν…».

Ὁ προφήτης Ἠλίας ἦταν ἀπὸ τὴ Θέσβη, μία πόλη πέρα ἀπὸ τὸν Ἰορδάνη, γι’ αὐτὸ καὶ λέγεται θεσβίτης. Προφήτεψε στὰ χρόνια τοῦ βασιλέα Ἀχαάβ, ποὺ βασίλεψε στὰ 873-854, πρὶν ἀπὸ τὴ γέννηση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὁ Ἀχαὰβ καὶ μάλιστα ἡ γυναίκα του Ἰεζάβελ ἦσαν ἄνθρωποι ἀσεβεῖς κι ἐναντίον τους ἦταν ὁ πόλεμος τοῦ προφήτη Ἠλία. Ἡ Ἰεζάβελ, ποὺ δὲν ἦταν ἰσραηλίτισσα καὶ γινόταν αἰτία νὰ νοθεύεται ἡ πίστη ἀπὸ εἰδωλολατρικὰ ἔθιμα, αὐτὴ λοιπὸν κυνήγησε πολὺ τὸν προφήτη Ἠλία, γι’ αὐτὸ κι ἐκεῖνος ἀναγκαζόταν διαρκῶς νὰ φεύγει καὶ νὰ κρύβεται. Ἡ Ἰεζάβελ κυνηγοῦσε τὸν προφήτη Ἠλία ὅπως ἡ Ἡρωδιάδα τὸν Ἰωάννη τὸν Πρόδρομο.

Πρῶτο μεγάλο σημεῖο, ποὺ ἔδωσε ὁ προφήτης Ἠλίας, ἦταν ποὺ προσευχήθηκε καὶ δὲν ἔβρεξε γιὰ τριάμισι χρόνια. Σ’ αὐτὸ τὸ διάστημα ὁ Προφήτης κρυβόταν σὲ μία σπηλιὰ σ’ ἕνα χείμαρρο πέρ’ ἀπὸ τὸν Ἰορδάνη. Ἐκεῖ ὑπῆρχε λίγο νερό, κι ἕνας κόρακας τοῦ πήγαινε τροφὴ κάθε πρωί. Ὅταν στέρεψε τὸ νερό, ἔφυγε ὁ Προφήτης καὶ πῆγε στὰ Σάρεπτα τῆς Σιδωνίας· ὅλα αὐτὰ μὲ ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖ φιλοξενήθηκε σὲ μιὰ χήρα γυναίκα, ποὺ εἶχε λίγο ἀλεύρι καὶ λίγο λάδι, κι ὅμως ἔτρωγαν ὅλο τὸν καιρὸ καὶ δὲν ἔλειψαν. Ἡ χήρα γυναίκα εἶχε ἕνα παιδὶ κι ἔτυχε νὰ ἀρρωστήσει καὶ νὰ πεθάνει. Τότε ὁ Προφήτης προσευχήθηκε κι ἀνάστησε τὸ παιδί.

Δεύτερο μεγάλο σημεῖο, ποὺ ἔδειξε ὁ Προφήτης Ἠλίας, ἦταν ποὺ προσευχήθηκε κι ἦλθε φωτιὰ ἀπὸ τὸν οὐρανό. Μὲ προσταγὴ τοῦ βασιλέα Ἀχαάβ, μαζεύτηκαν τετρακόσιοι εἰδωλολάτρες ψευτοιερεῖς, ποὺ τοὺς προστάτευε ἡ Ἰεζάβελ. Τότε ὁ προφήτης Ἠλίας τοὺς προκάλεσε σ’ ἕνα διαγωνισμό. Τοὺς εἶπε κι ἔβαλαν πάνω στὸ θυσιαστήριο τὰ ξύλα καὶ τὸ σφάγιο γιὰ θυσία, καὶ ἄρχισαν νὰ τρέχουν γύρω καὶ νὰ φωνάζουν ὅλη τὴν ἡμέρα τὸν ψεύτικο θεὸ Βάαλ, γιὰ νὰ ρίξει φωτιά· «καὶ οὐκ ἦν φωνὴ καὶ οὐκ ἦν ἀκρόασις». Τότε ὁ Προφήτης τοὺς εἶπε• «Κάνετε πέρα! Τώρα θὰ κάνω ἐγὼ τὴ θυσία μου». Ἔκανε δικό του θυσιαστήριο, ἔβαλε κι ἔβρεξαν καλὰ τρεῖς φορὲς τὰ ξύλα μὲ νερὸ κι ὕστερα προσευχήθηκε. Ἔπεσε τότε φωτιὰ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ κι ἀναποδογύρισε κι ἔκαψε ὁλόκληρο τὸ θυσιαστήριο.

Ὕστερα ἀπ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο, ὁ λαὸς ἔπιασε τοὺς τετρακόσιους ψευτοϊερεῖς, κι ὁ προφήτης Ἠλίας τοὺς τιμώρησε αὐστηρά. Ἡ Ἰεζάβελ, ἀγριεμένη, κυνήγησε τὸν Προφήτη, κι ἐκεῖνος ἔφυγε ψηλὰ στὸ Χωρήβ, ἐκεῖ ποὺ πρὶν πεντακόσια χρόνια ὁ Μωϋσῆς ἄκουσε τὴ φωνὴ τοῦ Θεοῦ κι εἶδε τὴ βάτο νὰ φλέγεται καὶ νὰ μὴν καίγεται. Ἐκεῖ ὁ προφήτης Ἠλίας κρυβόταν σὲ μιὰ σπηλιά, κι ὁ Θεὸς τὸν δίδαξε ἕνα σπουδαῖο μάθημα. Τοῦ εἶπε• «Ἀνέβα ψηλὰ στὴν κορυφή, καὶ θὰ δεῖς τὸ Θεό. Θὰ περάσει δυνατὸς ἀέρας· θὰ γίνει σεισμός· θὰ δεῖς φωτιὰ καὶ θὰ περάσει ἕνα ἀνάλαφρο καὶ δροσερὸ ἀεράκι. Ὁ Θεὸς δὲν θὰ εἶναι οὔτε στὴ θύελλα οὔτε στὸ σεισμὸ οὔτε στὴ φωτιά, ἀλλὰ στὸ ἀνάλαφρο ἀεράκι». Ὁ Προφήτης Ἠλίας ὑπῆρξε ὁ ἄνθρωπος, ποὺ φλεγότανε ὁλόκληρος ἀπὸ θεῖο ζῆλο. Ἡ ζωὴ του πύρινη κι ὁ θάνατός του ἀνάληψη στὸν οὐρανὸ «ἐπὶ πύρινου ἅρματος». Ἀμήν.
 ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (ΤΟΥ ΠΡΟΦΗΤΟΥ ΗΛΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΣΒΙΤΟΥ)

῾᾽Ηλίας ἄνθρωπος ἦν ὁμοιοπαθής ἡμῖν...᾽ (᾽Ιακ. 5, 17)


«Ο Ηλίας ήταν υιός του Σωβάκ, από τη Θίσβη, Αραβική γη, από τη φυλή Ααρών, που κατοικούσε στη Γαλαάδ, διότι η Θίσβη ήταν περιοχή δοσμένη στους ιερείς. Κι όταν τον γέννησε η μητέρα του, ο πατέρας του Σωβάκ είδε ότι άνδρες στα λευκά ντυμένοι τού μιλούσαν, κι ότι μέσα στη φωτιά τον σπαργάνωναν και του έδιναν να φάει φλόγα φωτιάς. Πήγε τότε στα Ιεροσόλυμα και το είπε στους ιερείς, κι ο χρηματισμός που του δόθηκε ήταν: Μη δειλιάσεις, άνθρωπε, διότι το παιδί θα κατοικεί μέσα το φως, ο λόγος του θα είναι νόμος, και η ζωή του σύμφωνη με τον Θεό, ενώ ο ζήλος του θα ευαρεστεί τον Κύριο. Θα κρίνει δε τον Ισραήλ με ρομφαία και φωτιά. Ο Ηλίας λοιπόν προφήτευσε εικοσιπέντε χρόνια και έζησε 816 χρόνια πριν την έλευση του Χριστού. Αυτός είναι που κατέβασε τρεις φορές φωτιά από τον ουρανό, και κράτησε με τον λόγο του τη βροχή, και ανάστησε νεκρούς και κατάφλεξε πολλούς, και στο όρος Χωρήβ είδε τον Θεό, όσο ήταν δυνατό να δει ο άνθρωπος. Αυτός είναι επίσης που έσχισε με τη μηλωτή του τον Ιορδάνη, κι αναλήφθηκε στους ουρανούς με άρμα πυρός και στάθηκε μαζί με τον Μωϋσή δίπλα στον Χριστό, κατά τη Μεταμόρφωσή Του».


    
Για τον προφήτη Ηλία δεν μπορεί κανείς να μιλήσει εύκολα. Διότι συνιστά όχι έναν απλώς από τους πολλούς προφήτες, τους σταλμένους από τον Θεό να κηρύξουν μετάνοια και να προαναγγείλουν την έλευσή Του, αλλά, θα λέγαμε, τη συμπυκνωμένη, στο ανώτερο δυνατό σημείο, προφητική παρουσία, την «κρηπίδα των προφητών» κατά το απολυτίκιό του, εκείνον που έζησε μ’ έναν ασκητικό και ενάρετο τέτοιο τρόπο, που έκανε τον Κύριο Ιησού Χριστό να τονίσει την αγιότητά του, καθώς την είδε ν’ αντανακλάται στο πρόσωπο του μεγαλυτέρου των προφητών Ιωάννη του Προδρόμου. Ο ίδιος δηλαδή ο Χριστός είπε ότι ο Ιωάννης ο Πρόδρομος είναι η συνέχεια και η παρουσία του Ηλία, ως προς το προφητικό χάρισμα που είχε, και εγκωμίασε τη μεγαλοσύνη του Ιωάννη, συνεπώς και του «προκατόχου» του Ηλία.


    
Όμως, ο προφήτης Ηλίας, μέσα στη μεγαλοσύνη του, λόγω της χάρης του Θεού, αποτελεί και μία «αποτυχία», η οποία για όλο το ανθρώπινο γένος λειτούργησε ως η εξαιρετικότερη ευλογία. Θέλουμε να πούμε ότι ο Ηλίας με τον ζήλο του για τον νόμο του Θεού, ζήλο που ήταν κυριολεκτικά φωτιά, ήθελε διαμιάς, άμεσα να κάνει τους ανθρώπους της εποχής του να μετανοήσουν και να στραφούν προς τον Θεό. Η ζηλωτική αυτή επιθυμία του έβλεπε ότι δεν ευοδωνόταν – οι πολλοί αντιδρούσαν με την επιμονή στο δικό τους αμαρτωλό θέλημα, το οποίο ενισχυόταν και με την απειλητική παρουσία και την ενίσχυση της ειδωλολάτρισσας βασίλισσας Ιεζάβελ – γι’ αυτό και θλιβόταν και «αρρώσταινε», κάνοντάς τον να τα «βάζει» και με τον Θεό, που ανεχόταν με αγάπη τον λαό Του, προσδοκώντας μέσα στο βάθος του χρόνου τη μετάνοια. Για τον προφήτη, η επέμβαση του Θεού θα έπρεπε να γίνει με τρόπο που θα φόβιζε τον λαό: με απειλές και με τιμωρίες, κυριολεκτικά «με φωτιά και με τσεκούρι». Ο οίκος του κοντακίου της εορτής είναι κατεξοχήν ενδεικτικός επ’ αυτού: «Την πολλήν των ανθρώπων ανομίαν, Θεού δε την άμετρον φιλανθρωπίαν, θεασάμενος ο προφήτης Ηλίας, εταράττετο θυμούμενος, και λόγους ασπλαγχνίας προς τον εύσπλαγχνον εκίνησεν: Οργίσθητι, βοήσας, επί τους αθετήσαντάς σε, Κριτά δικαιότατε. Αλλά τα σπλάγχνα του αγαθού, ουδόλως παρεκίνησε προς το τιμωρήσασθαι τους αυτούς αθετήσαντας. Αεί γάρ την μετάνοιαν πάντων αναμένει, ο μόνος φιλάνθρωπος». Δηλαδή: Βλέποντας ο προφήτης Ηλίας από τη μια την πολλή ανομία των ανθρώπων και από την άλλη την άμετρη φιλανθρωπία του Θεού ταρασσόταν και θύμωνε, γι' αυτό και κίνησε λόγους ασπλαχνίας προς τον εύσπλαγχνο Θεό φωνάζοντας: Δείξε την οργή Σου, Κριτή Δικαιότατε. Αλλά καθόλου δεν παρακίνησε τα σπλάχνα αγάπης του αγαθού ώστε να τιμωρήσει αυτούς που τον είχαν παρακούσει. Διότι πάντοτε ο μόνος φιλάνθρωπος περιμένει τη μετάνοια όλων.

    
Έτσι στο πρόσωπο του Ηλία βλέπουμε, όπως είπαμε, την ευλογημένη για μας «αποτυχία» του. Ο προφήτης είναι η ανθρώπινη πρόταση σωτηρίας, που, ευτυχώς, απέτυχε: όποιος δεν μετανοεί και δεν υπακούει στον Θεό, να τιμωρείται, να καταφλέγεται – πρόταση που την είδαμε να επαναλαμβάνεται κατά καιρούς στα πρόσωπα των διαφόρων ιεροεξεταστών. Το θέλημα του Θεού όμως, η «καρδιά» του Θεού πατέρα, λειτουργεί με άλλον τρόπο: μέσα στα πλαίσια της άπειρης αγάπης Του, που Τον κίνησε να έλθει σ’ εμάς, να μας σώσει, «τιμωρώντας» τον εαυτό Του και αίροντας τις δικές μας αμαρτίες. Η πρόταση του Θεού ήταν πράγματι…θεϊκή, ανώτερη από κάθε ανθρώπινη πρόβλεψη και φαντασία. Και τι έγινε λοιπόν; Ο άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος, ο οποίος ασχολήθηκε βαθυστόχαστα και με την περίπτωση του προφήτη Ηλία, βάζει τον ίδιο τον Χριστό να διαλέγεται με τον προφήτη και να του λέει ότι δεν σώζονται έτσι οι άνθρωποι. Με τις δικές του ενέργειες, θα κατέστρεφε όλο το ανθρώπινο γένος. Η παρουσία του προφήτη – λέει ο Χριστός, κατά τον ιερό Χρυσόστομο- θα έκαιγε τους ανθρώπους, όπως η φωτιά κατακαίει τα καλάμια. Γι’ αυτό και «ου δύναται πυρ συνοικείν καλάμη». Έτσι, για να συνεχίσουμε την ερμηνεία του αγίου Χρυσοστόμου, ο Χριστός λέει στον προφήτη: θα σε πάρω και θα κατέβω ο ίδιος. Η ανάληψη του προφήτη Ηλία αποτελεί δηλαδή και την επιβεβαίωση της αγιότητάς του, αλλά και τη «σφραγίδα» της αποτυχίας του. Το περιστατικό μάλιστα από την Παλαιά Διαθήκη, όπου Κύριος ο Θεός εμφανίζεται στον προφήτη όχι μέσα στον δυνατό άνεμο, όχι μέσα στον μεγάλο σεισμό, όχι στην απειλητική φωτιά, αλλά μέσα από την απαλή αύρα δροσιάς, είναι ακριβώς μέσα στο σκεπτικό που περιγράψαμε. Με άλλα λόγια, αν θέλουμε να βοηθήσουμε και τον εαυτό μας και τους άλλους, η μόνη στάση μας είναι η στάση της αγάπης και του διακριτικού σεβασμού. Οι απειλές και οι τιμωρίες είναι η αποτυχία κάθε φορά της ανθρώπινης πρότασης.
 ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ – ΠΡΟΦΗΤΟΥ ΗΛΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΣΒΙΤΟΥ

 Κυριακή 20 Ιουλίου 2014

  Για να μιλήσουμε για τον προφήτη Ηλία είναι απόλυτη ανάγκη να ανοίξουμε την τηλεόραση της Αγίας Γραφής. Και σε ποιο κανάλι της Αγίας Γραφής προβάλλεται το πρόσωπο και το έργο του Προφήτη Ηλία; Έχουμε δύο βασικά κανάλια της Γραφής. Το ένα είναι η Παλαιά Διαθήκη και το άλλο η Καινή. Εμείς οι ορθόδοξοι χριστιανοί κάπου-καπου ανοίγουμε για λίγο την Καινή Διαθήκη. Την Παλαιά την αγνοούμε τελείως. Την έχουμε κατάκλειστη. Ας ανοίξουμε λοιπόν το πρώτο κανάλι της θεϊκής τηλεοράσεως, την Παλαιά Διαθήκη. Εκεί στο βιβλίο Γ’ Βασιλειών βλέπουμε την μεγάλη συνάντηση κι ακούμε τον σπουδαίο διάλογο. Εκεί συζητούν δύο πρόσωπα. Ο μεγαλύτερος του ουρανού με τον μεγαλύτερο της γης. Ο Θεός ο μεγάλος του ουρανού είναι όχι απλώς η μοναδική υπερδύναμη, είναι η μοναδική παντοδυναμία.

Διάλογος ανάμεσα στον Παντοδύναμο του ουρανού, τον Κύριο, και στο μεγάλο της γης. Και την εποχή εκείνη ο μεγάλος της γης δεν ήταν ο βασιλιάς του κράτους ο Αχαάβ. Ήταν ο ασκητής-προφήτης. Ο Άγιος. Αυτός είναι ο μεγάλος, αφού αυτός έχει πρόσβαση στον παντοδύναμο Θεό. Ο Άγιος μπορεί ν’ αποσπάσει την υπόσχεση από τον Παντοδύναμο σύμμαχο του για την λύση όλων των προβλημάτων. Συνήθως οι τρανοί της γης διαθέτουν κάποιο τηλέφωνο, το γνωστό ως «κόκκινο τηλέφωνο» με το οποίο μπορούν μέσω δορυφόρου να συνδεθούν αυτομάτως με όλα τα σημεία της γης. Ο Προφήτης Ηλίας είχε πάντοτε μαζί του το κινητό και μυστικό τηλέφωνο με το οποίο άνοιγε γραμμή με τον ουρανό και συνομιλούσε απευθείας με τον Θεό. Όχι συμβολικά, αλλά πραγματικά. Συχνά διαβάζουμε την φράση «Και είπε Κυριος προς Ηλιού» (Γ’ Βας.17,2) και την φράση «Και ανεβόησεν Ηλιού προς Κύριον» (Γ’ Βας.17,20)

Δεν γνωρίζω εάν εμείς με τις συναντήσεις μας και τους διαλόγους αλλά και τις ποικίλες επιτροπές επιλύουμε τα τόσα καυτά προβλήματά μας. Ένα είναι γεγονός ότι ο Προφήτης Ηλίας έλυσε το οξύτερο για την εποχή του πρόβλημα. Ήταν το οικονομικό πρόβλημα και τότε, όπως και σήμερα, το σπουδαιότερο. Έπεσε τότε πείνα παντού «Λιμός μέγας εγένετο».

Πως δημιουργήθηκε το πρόβλημα; Από την ανομβρία. Φοβερή απειλή η ανομβρία. Σε μικρή σχετικώς δόση την ζούμε κι εμείς σήμερα. Χωρίς νερό δεν έχουμε μόνο δίψα, έχουμε και πείνα. Ας μην βρέξει τρία χρόνια ο ουρανός νερό και τότε θα δούμε πως θα τραφούμε. Θα ξεραθούν τα πάντα στην γη. Ούτε σπόρος για τα σπουργίτια δεν θα υπάρχει πολύ περισσότερο ψωμί για τους ανθρώπους. Τόσο χρόνο και κάτι ακόμα κράτησε στην εποχή του Προφήτη Ηλία η ανομβρία.

Το οξύτατο πρόβλημα της ανομβρίας τότε δημιουργήθηκε από την αμαρτία και την ασέβεια.

Φανταστείτε να τρέχει μια πηγή νερό και κάποιος να βουλώσει το στόμιο της πηγής. Πηγή ανεξάντλητος η ευλογία του Θεού. Αλλά πηγαίνει συνεχώς ο άνθρωπος και την κλείνει. Στομώνει την πηγή των αγαθών με την αμαρτία του αλλά και με την αμετανοησία του. Προκαλούμε τον Θεό με τις αμαρτίες μας και έτσι στην συνέχεια προκαλούμε και προξενούμε την δυστυχία μας.

Άλλος παράγοντας χειρότερος από τον προηγούμενο που προκάλεσε τότε την ανομβρία το οξύ οικονομικό πρόβλημα. Τι είναι ασέβεια; Η άρνηση του Θεού, η περιθωριοποίηση του Θεού, η πολεμική κατά του Θεού. Αυτό το κάνουν οι ασεβείς. Αρνούνται τον Θεό, την πηγή των όλων αγαθών. Στην θέση του βάζουν κάποιον ψεύτικο Θεό, κάποιο είδωλο. Αυτό ονομάζεται διαστροφή. Η ασέβεια δηλαδή είναι διαστροφή. Κάτι τέτοιο έκανε τότε ο λαός του Ισραήλ με επικεφαλής τον ασεβή βασιλιά Αχαάβ. Αντί για τον αληθινό Θεό, λάτρευσαν τον Βάαλ, ένα ψεύτικο Θεό. Δεν το ανέχθηκε αυτό ο Προφήτης του Θεού, ο Ηλίας, πήγε κατά πρόσωπο στον βασιλιά και τον έλεγξε για την διαστροφή και την ασέβειά του.

Το οικονομικό πρόβλημα λύθηκε τότε από τον οικονομολόγο που ονομαζόταν Ηλίας. Και επειδή αυτός είχε σχέση με τον πλουσιότερο χρηματοδότη της αγάπης , τον Θεό γι’ αυτό και το έλυσε. Η καλύτερη επένδυση στη γη είναι η πίστη στον Θεό. Ο Θεός είναι «Ναι» χωρίς «αλλά», χωρίς κρατούμενα, χωρίς αμφιβολίες. Αυτός ήταν για τον Προφήτη Ηλία. Η Διαφορά μας με το Ηλία; Εμείς χάνουμε συνήθως το κλειδί με το οποίο ανοίγει η αποθήκη του Θεού. Ο Ηλίας το είχε πάντοτε μαζί του. Και το κλειδί είναι η προσευχή της πίστεως. Μ’ αυτό το κλειδί μπορούμε όποτε θέλουμε να ξεκλειδώνουμε την αστείρευτη αποθήκη της αγάπης του Θεού, όπως έκανε ο Προφήτης Ηλίας. Αμήν !
 Κυριακή ΣΤ΄ Ματθαίου - Ο Πύρινος Προφήτης (Αποστολικό Ανάγνωσμα)

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: Ιακ. ε΄ 10-20
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ: Ματθ. θ΄ 1-8
Ο ΠΥΡΙΝΟΣ ΠΡΟΦΗΤΗΣ
1. Ὑπομονὴ στὶς δυσκολίες
Πανηγυρίζει σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας τὴ μνήμη τοῦ ἁγίου ἐνδόξου προφήτου Ἠλιοὺ τοῦ Θεσβίτου. Ἀ­­­μέτρητοι οἱ ναοὶ καὶ τὰ ξωκκλήσια τὰ ἀφιερωμένα στὴ χάρη του καὶ κτισμένα στὶς βουνοκορφές, στὸ μεταίχμιο οὐρανοῦ καὶ γῆς, ὅπως κι ἐκεῖνος ἔζησε. Διότι ὁ πανένδοξος προφήτης Ἠλίας φανερώθηκε στὴ γῆ ὡς «ἔνσαρκος ἄγγελος», σταλμένος ἀπὸ τὸν Θεὸ γιὰ νὰ κηρύξει στοὺς ἀνθρώπους τὴ μετάνοια καὶ τὴ σωτηρία.

Τὸ ἀνάγνωσμα ἀπὸ τὴν ἐπιστο­λὴ τοῦ ἁγίου ἀδελφοθέου Ἰακώβου, ποὺ ἀναγινώσκεται πρὸς τι­­μὴν τοῦ Προφήτη κατὰ τὴ σημερινὴ Κυριακή, μᾶς καλεῖ νὰ ­πάρουμε ἀπὸ τὴ ζωὴ τῶν Προφητῶν μαθήματα ὑπομονῆς στὶς κακουχίες: «ὑπόδειγμα λάβετε, ἀδελ­φοί μου, τῆς κακοπαθείας καὶ τῆς μακροθυμίας τοὺς προφήτας, οἳ ἐλάλησαν τῷ ὀνόματι ­Κυρίου». Ἀδελφοί μου, λέγει, ­πάρτε ὡς παράδειγ­μα κακοπάθειας καὶ ὑπομονῆς τοὺς Προφῆτες, οἱ ὁποῖοι δὲν ἦταν τυ­χαῖ­οι ἄνθρωποι, ἀλλὰ μίλησαν ὡς ἀπεσταλμένοι τοῦ Κυ­ρίου.
Πράγματι, ἡ ζωὴ τοῦ προφήτη Ἠλία ἦταν γεμάτη περιπέτειες καὶ ταλαιπωρίες, τὶς ὁποῖες ὑπέμενε ὑποδειγματικά, χωρὶς νὰ ὑποστείλει τὴ σημαία τῆς ἀγωνιστικῆς του δράσεως. Διότι ἔζησε σὲ καιροὺς πρωτοφανοῦς ἀποστασίας γιὰ τὸν λαὸ τοῦ Ἰσραήλ, ὅταν βασιλιὰς ἦταν ὁ ἀσεβέστατος Ἀχαάβ. Κι ἐπειδὴ ὁ γενναῖος Προφήτης δὲν δίσταζε νὰ ἐλέγχει τὸν βασιλιά, καθὼς καὶ τὴν παμπόνηρη βασίλισσα Ἰεζάβελ γιὰ τὴν ἀναίδεια καὶ τὴ θρασύτητά τους ἐναντίον τοῦ Θεοῦ, καταδιώχθηκε μὲ μανία. Ἀλλὰ ὁ πανάγαθος Θεὸς πάντοτε προστάτευε τὸν πιστὸ δοῦλο Του.
Δὲν εἶναι ὅμως μόνο ὁ προφήτης Ἠλίας. Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ μᾶς βεβαιώνει ὅτι «πάντες οἱ θέλοντες εὐσεβῶς ζῆν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ διωχθήσονται» (Β΄ Τιμ. γ΄ 12)· ὅλοι ὅσοι θέλουν νὰ ζοῦν μὲ εὐσέβεια, ὅπως ἁρμόζει στοὺς πιστοὺς ποὺ εἶναι ἑνωμένοι μὲ τὸν Ἰησοῦ Χριστό, θὰ καταδιω­χθοῦν. Ἔχοντας λοιπὸν ὡς ὑπόδειγμα τοὺς Προφῆτες, ποὺ ἔμειναν σταθεροὶ καὶ ἀμετακίνητοι στὴν πίστη τους, ἂς κάνουμε ὑ­­πομονὴ ὅταν κι ἐμεῖς ἀντιμετωπίζουμε εἰρωνεῖες ἢ καὶ διώξεις γιὰ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Κύριος δὲν θὰ μᾶς ἐγκαταλείψει.
2. Ἡ δύναμη τῆς πίστεως
Ἐντυπωσιακὸ εἶναι καὶ τὸ περιστατικὸ ἀπὸ τὴ ζωὴ τοῦ ζηλωτῆ Προφήτη ποὺ μᾶς ὑπενθυμίζει τὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα: Ὁ προφήτης Ἠλίας, λέγει, «προ­σευ­χῇ προσηύξατο τοῦ μὴ βρέξαι, καὶ οὐκ ἔβρεξεν ἐπὶ τῆς γῆς ἐνιαυτοὺς τρεῖς καὶ μῆνας ἕξ»· προσευχήθηκε νὰ μὴ βρέξει, καὶ δὲν ἔβρεξε στὴ γῆ τρία χρόνια καὶ ἕξι μῆνες. Καὶ προσευχήθηκε ξανὰ ζητώντας νὰ βρέξει, καὶ ὁ οὐ­­ρανὸς ἔδωσε βροχὴ καὶ ἡ γῆ βλάστησε τὸν σπόρο ποὺ εἶχε μέσα της καὶ ἔδωσε τοὺς καρπούς της.
Ὁ ζηλωτὴς Προφήτης, γιὰ νὰ ξυπνήσει τὸν λαὸ ἀπὸ τὸν λήθαργο τῆς εὐμάρειας καὶ νὰ ἀποδείξει ποιὸς εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεὸς καὶ Κυβερνήτης τοῦ Σύμπαντος, ζήτησε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ στείλει ἀνομβρία. Καὶ ὁ Θεὸς ὄχι μόνο τὸν ἄκουσε καὶ σταμάτησε νὰ στέλνει βροχές, ἀλλὰ καὶ περίμενε ἀπὸ τὸν ἐκλεκτό του Προφήτη ἐκεῖνος νὰ πεῖ πότε νὰ σταματήσει αὐτὴ ἡ δοκιμασία. «Ὢ φιλανθρωπία Δεσπότου!», ἀναφωνεῖ ὁ ἀρχαῖος ἐκκλησιαστικὸς συγγραφεὺς Βασίλειος Σελευκείας. Παρεχώρησε ὁ Δεσπότης στὸ δοῦλο «τὰς ἡνίας τῆς κτίσεως» (PG 85, 149Α). Πόσο δυνατὴ πίστη εἶχε ὁ προφήτης Ἠλίας! Καὶ τί θερμὴ προσευχή!
Ἂς μὴ μᾶς φαίνεται ἀπίθανο αὐτὸ ποὺ συνέβη στὴ ζωὴ τοῦ προφήτη Ἠλία. Ὁ Κύριος μᾶς βεβαιώνει ὅτι κι ἐμεῖς, ἂν εἴχαμε θερμὴ πίστη, θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε στὸ βουνὸ «σήκω καὶ πήγαινε στὴ θάλασ­σα», καὶ αὐτὸ θὰ γινόταν· «καὶ πάντα ὅσα ἐὰν αἰτήσητε ἐν τῇ προσευχῇ πιστεύοντες, λήψεσθε»· ὅλα ὅσα ζητήσετε στὴν προσευχή σας μὲ πίστη στὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ, θὰ τὰ λάβετε (βλ. Ματθ. κα΄ 21-22).
3. Προφητικὴ κλήση
Μποροῦμε ὅμως ἐμεῖς νὰ συγκριθοῦμε μὲ τὸν Προφήτη;... Ἐκεῖνος εἶχε εἰδικὸ χάρισμα καὶ κλήση ἀπὸ τὸν Θεό. Ὁ ἀδελφόθεος Ἰάκωβος, γιὰ νὰ προλάβει τὴν ἔνστασή μας, σημειώνει ὅτι «Ἠλίας ἄνθρωπος ἦν ὁμοιοπαθὴς ἡμῖν». Ὁ προφήτης Ἠλίας ἦταν ἄνθρωπος ποὺ εἶχε τὴν ἴδια ἀσθενικὴ φύση μὲ μᾶς. Κι ὅμως! Πέτυχε τόσα θαυμαστὰ πράγματα μὲ τὴν πίστη του.
Ἄνθρωπος σὰν κι ἐμᾶς ἦταν ὁ προφή­της Ἠλίας, μὲ τὴν εἰδικὴ ἀποστολὴ νὰ ἐξ­αγγέλλει στὸ λαὸ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Αὐ­τὸ ἦταν τὸ ἔργο τῶν Προφητῶν. Ὡστόσο κι ἐμεῖς, ὡς χριστιανοί, ἔχουμε ­λάβει προ­φητικὴ κλήση ἀπὸ τὸν Θεό. Διότι κά­θε χριστιανὸς μετέχει στὸ προφητικὸ ἀξίωμα τοῦ Κυρίου καὶ συνεπῶς καλεῖται νὰ ἀκούει, νὰ κατανοεῖ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ τὸ ἐξαγγέλλει στοὺς ἀνθρώπους! Ἂς εἴμαστε ἄνθρωποι ἀδύναμοι καὶ ἀτελεῖς. Ὁ παντοδύναμος Κύριος μᾶς ἀναθέτει ἔργο ὑψηλὸ καὶ ἅγιο: Νὰ ­κηρύττου­με μὲ τὴ ζωὴ καὶ τὸν λόγο μας τὸ θέλη­μα τοῦ Θεοῦ. Νὰ ἀκτινοβολοῦμε φῶς μέσα στὸ σκοτάδι τοῦ κόσμου. Ἂς παρακαλοῦμε λοιπὸν τὸν πυρφόρο προφήτη Ἠλία νὰ πρεσβεύει στὸν Κύριο γιὰ νὰ πυρακτώνει τὴν καρδιά μας μὲ ἅγιο ζῆλο καὶ ­φλογερὴ πίστη, γιὰ νὰ ἀνταποκρινόμαστε στὴν προφητική μας ἀποστολὴ καὶ νὰ λάμπει ἡ ζωή μας ἀπὸ τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ. Φῶς καθοδηγητικὸ ποὺ θὰ ὁδηγεῖ ψυχὲς στὴ μετάνοια καὶ τὴ σωτηρία.
Περιοδικό “Ο ΣΩΤΗΡ”

Παρασκευή 19 Ιουλίου 2013

Ὁ Προφήτης Ἠλίας (20 Ἰουλίου) +Μητροπολίτης Σερβιών και Κοζάνης Διονύσιος

Μέσα στὴ χορεία τῶν Προφητῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ξεχωριστὴ εἶναι ἡ θέση τοῦ προφήτη Ἠλία, τοῦ ὁποίου σήμερα ἡ Ἐκκλησία γιορτάζει καὶ τιμᾶ τὴν ἱερὴ μνήμη. Στὴν Καινὴ Διαθήκη τὸ ὄνομα τοῦ προφήτη Ἠλία ἀναφέρεται πολλὲς φορὲς ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Ἰησοῦ Χριστό. Ὁ Ζαχαρίας, ὁ πατέρας τοῦ Προδρόμου, εἶπε πὼς ὁ Ἰωάννης θὰ ἐρχόταν «ἐν πνεύματι καὶ δυνάμει Ἡλιοῦ», θὰ εἶχε δηλαδὴ τὰ γνωρίσματα καὶ τὸ ζῆλο τοῦ προφήτη Ἠλία, θὰ ἦταν ὁ ἴδιος ὁ προφήτης Ἠλίας, ὅπως ὁ λαὸς τὸν περίμενε νὰ ξανάρθει. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὅταν ἔδωσε μαρτυρία γιὰ τὸν πρόδρομο Ἰωάννη κι ἔπλεξε τὸ ἐγκώμιό του, εἶπε πὼς αὐτὸς ἦταν ὁ Ἠλίας «Ἂν θέλετε, νὰ τὸ παραδεχθεῖτε, αὐτὸς εἶναι ὁ Ἠλίας, ποὺ ἔμελλε νὰ ἔλθει».

Τὸ πιὸ σπουδαῖο εἶναι ὅτι οἱ μαθητὲς ἐπάνω στὸ βουνό, κατὰ τὴ θεία Μεταμόρφωση, εἶδαν τοὺς δύο Προφῆτες, τὸν Μωϋσῆ καὶ τὸν Ἠλία, νὰ συνομιλοῦν μὲ τὸν Ἰησοῦ Χριστό. Ὅλα αὐτὰ φανερώνουν τὴν ξεχωριστὴ θέση τοῦ προφήτη Ἠλία ἀνάμεσα στοὺς Προφῆτες καὶ μέσα στὴ συνείδηση τοῦ λαοῦ. Ἀκόμα καὶ στὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀκούοντας τὴ διδασκαλία καὶ βλέποντας τὰ θαύματά του, ἔβλεπαν τὸν προφήτη Ἠλία, ποὺ εἶχε ξανάρθει. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ρώτησε• «Τίνα με λέγουσιν οἱ ἄνθρωποι εἶναι;». Κι οἱ μαθητὲς εἶπαν· «Ἰωάννην τὸν βαφτιστήν, ἄλλοι δὲ Ἠλίαν…».

Ὁ προφήτης Ἠλίας ἦταν ἀπὸ τὴ Θέσβη, μία πόλη πέρα ἀπὸ τὸν Ἰορδάνη, γι’ αὐτὸ καὶ λέγεται θεσβίτης. Προφήτεψε στὰ χρόνια τοῦ βασιλέα Ἀχαάβ, ποὺ βασίλεψε στὰ 873-854, πρὶν ἀπὸ τὴ γέννηση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὁ Ἀχαὰβ καὶ μάλιστα ἡ γυναίκα του Ἰεζάβελ ἦσαν ἄνθρωποι ἀσεβεῖς κι ἐναντίον τους ἦταν ὁ πόλεμος τοῦ προφήτη Ἠλία. Ἡ Ἰεζάβελ, ποὺ δὲν ἦταν ἰσραηλίτισσα καὶ γινόταν αἰτία νὰ νοθεύεται ἡ πίστη ἀπὸ εἰδωλολατρικὰ ἔθιμα, αὐτὴ λοιπὸν κυνήγησε πολὺ τὸν προφήτη Ἠλία, γι’ αὐτὸ κι ἐκεῖνος ἀναγκαζόταν διαρκῶς νὰ φεύγει καὶ νὰ κρύβεται. Ἡ Ἰεζάβελ κυνηγοῦσε τὸν προφήτη Ἠλία ὅπως ἡ Ἡρωδιάδα τὸν Ἰωάννη τὸν Πρόδρομο.

Πρῶτο μεγάλο σημεῖο, ποὺ ἔδωσε ὁ προφήτης Ἠλίας, ἦταν ποὺ προσευχήθηκε καὶ δὲν ἔβρεξε γιὰ τριάμισι χρόνια. Σ’ αὐτὸ τὸ διάστημα ὁ Προφήτης κρυβόταν σὲ μία σπηλιὰ σ’ ἕνα χείμαρρο πέρ’ ἀπὸ τὸν Ἰορδάνη. Ἐκεῖ ὑπῆρχε λίγο νερό, κι ἕνας κόρακας τοῦ πήγαινε τροφὴ κάθε πρωί. Ὅταν στέρεψε τὸ νερό, ἔφυγε ὁ Προφήτης καὶ πῆγε στὰ Σάρεπτα τῆς Σιδωνίας· ὅλα αὐτὰ μὲ ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖ φιλοξενήθηκε σὲ μιὰ χήρα γυναίκα, ποὺ εἶχε λίγο ἀλεύρι καὶ λίγο λάδι, κι ὅμως ἔτρωγαν ὅλο τὸν καιρὸ καὶ δὲν ἔλειψαν. Ἡ χήρα γυναίκα εἶχε ἕνα παιδὶ κι ἔτυχε νὰ ἀρρωστήσει καὶ νὰ πεθάνει. Τότε ὁ Προφήτης προσευχήθηκε κι ἀνάστησε τὸ παιδί.

Δεύτερο μεγάλο σημεῖο, ποὺ ἔδειξε ὁ Προφήτης Ἠλίας, ἦταν ποὺ προσευχήθηκε κι ἦλθε φωτιὰ ἀπὸ τὸν οὐρανό. Μὲ προσταγὴ τοῦ βασιλέα Ἀχαάβ, μαζεύτηκαν τετρακόσιοι εἰδωλολάτρες ψευτοιερεῖς, ποὺ τοὺς προστάτευε ἡ Ἰεζάβελ. Τότε ὁ προφήτης Ἠλίας τοὺς προκάλεσε σ’ ἕνα διαγωνισμό. Τοὺς εἶπε κι ἔβαλαν πάνω στὸ θυσιαστήριο τὰ ξύλα καὶ τὸ σφάγιο γιὰ θυσία, καὶ ἄρχισαν νὰ τρέχουν γύρω καὶ νὰ φωνάζουν ὅλη τὴν ἡμέρα τὸν ψεύτικο θεὸ Βάαλ, γιὰ νὰ ρίξει φωτιά· «καὶ οὐκ ἦν φωνὴ καὶ οὐκ ἦν ἀκρόασις». Τότε ὁ Προφήτης τοὺς εἶπε• «Κάνετε πέρα! Τώρα θὰ κάνω ἐγὼ τὴ θυσία μου». Ἔκανε δικό του θυσιαστήριο, ἔβαλε κι ἔβρεξαν καλὰ τρεῖς φορὲς τὰ ξύλα μὲ νερὸ κι ὕστερα προσευχήθηκε. Ἔπεσε τότε φωτιὰ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ κι ἀναποδογύρισε κι ἔκαψε ὁλόκληρο τὸ θυσιαστήριο.

Ὕστερα ἀπ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο, ὁ λαὸς ἔπιασε τοὺς τετρακόσιους ψευτοϊερεῖς, κι ὁ προφήτης Ἠλίας τοὺς τιμώρησε αὐστηρά. Ἡ Ἰεζάβελ, ἀγριεμένη, κυνήγησε τὸν Προφήτη, κι ἐκεῖνος ἔφυγε ψηλὰ στὸ Χωρήβ, ἐκεῖ ποὺ πρὶν πεντακόσια χρόνια ὁ Μωϋσῆς ἄκουσε τὴ φωνὴ τοῦ Θεοῦ κι εἶδε τὴ βάτο νὰ φλέγεται καὶ νὰ μὴν καίγεται. Ἐκεῖ ὁ προφήτης Ἠλίας κρυβόταν σὲ μιὰ σπηλιά, κι ὁ Θεὸς τὸν δίδαξε ἕνα σπουδαῖο μάθημα. Τοῦ εἶπε• «Ἀνέβα ψηλὰ στὴν κορυφή, καὶ θὰ δεῖς τὸ Θεό. Θὰ περάσει δυνατὸς ἀέρας· θὰ γίνει σεισμός· θὰ δεῖς φωτιὰ καὶ θὰ περάσει ἕνα ἀνάλαφρο καὶ δροσερὸ ἀεράκι. Ὁ Θεὸς δὲν θὰ εἶναι οὔτε στὴ θύελλα οὔτε στὸ σεισμὸ οὔτε στὴ φωτιά, ἀλλὰ στὸ ἀνάλαφρο ἀεράκι». Ὁ Προφήτης Ἠλίας ὑπῆρξε ὁ ἄνθρωπος, ποὺ φλεγότανε ὁλόκληρος ἀπὸ θεῖο ζῆλο. Ἡ ζωὴ του πύρινη κι ὁ θάνατός του ἀνάληψη στὸν οὐρανὸ «ἐπὶ πύρινου ἅρματος». Ἀμήν.

Ο άγιος και ένδοξος προφήτης Ηλίας. (Oμιλία μακαριστού Μητροπολίτου Νικοπόλεως Μελετίου)

            Ὁ ἅγιος καί ἔνδοξος προφήτης Ἠλίας τόν ὁποῖο ἤλθαμε σήμερα νά πανηγυρίσομε, εἶναι ὁ μεγαλύτερος ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Ἀδάμ μέχρι τήν ἐποχή τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἁγιώτερος, ὁ πιό ἀφοσιωμένος, ἐκεῖνος πού δοξάστηκε ἀπό τόν Θεό περισσότερο ἀπό ὅλους τούς ἄλλους προφῆτες, ἀφοῦ ἔστειλε πύρινο ἅρμα καί τόν παρέλαβε στή Βασιλεία του ζωντανό. Ἀνελήφθη στόν οὐρανό μέ τό σῶμα του χωρίς νά γευθῆ τόν ἐπίγειο σαρκικό θάνατο.
            Μιλώντας γι’ αὐτόν τόν ἐπίγειο ἀρχάγγελο, καί ὄχι ἁπλῶς ἄγγελο, τόν μεγάλο προφήτη Ἠλία, ὁ ἅγιος ἀπόστολος Ἰάκωβος, λέγει:
            «Ὑπόδειγμα λάβετε ἀδελφοί, τῆς  κακοπαθείας καί τῆς μακροθυμίας τούς προφήτας οἵ ἐλάλησαν τῷ ὀνόματι Κυρίου. Ἰδού μακαρίζομεν τούς ὑπομένοντας» (Ἰακ. 5, 10).
Διαβάστε λέγει ὁ ἀπόστολος Ἰάκωβος τήν  ἱστορία τοῦ προφήτη Ἠλία καί θά δεῖτε ὅτι ἡ ζωή του πέρασε στήν κακοπάθεια καί στήν μακροθυμία. Καί θά διαπιστώσετε ὅτι τόν δόξασε ὁ Θεός. Γι’ αὐτό καί ἐμεῖς μακαρίζομε, τιμᾶμε καί θαυμάζομε τόν προφήτη Ἠλία καί ἐκείνους πού ξέρουν νά ὑπομένουν.
Τό μυστικό τῆς ζωῆς μας εἶναι ἡ μακροθυμία καί ἡ ὑπομονή. Ὅλοι μας, ἔχομε μυαλό καί καρδιά. Σκεπτόμαστε πολλά πράγματα, δικά μας καί ξένα. Ἀλλά περισσότερο ἀπό ὅλα τό μυαλό μας καί τήν καρδιά μας, τά ἀπασχολοῦμε γιά νά σκεπτόμαστε τούς φόβους μας, τά παθήματά μας, τόν πόνο μας, τίς ταλαιπωρίες μας, τίς δυστυχίες μας καί γενικά ὅτι πικρό φαρμάκι δοκιμάζομε πού μᾶς κάνει νά σκεπτόμαστε:   «Θεέ μου, εἶναι ζωή αὐτή; Γλύκανέ μας Κύριε, λίγο τόν πόνο. Στεῖλε μας λίγο ἀπό τό ἔλεός σου. Ἔλα κοντά μας. Παιδιά σου εἴμαστε, σέ σένα πιστεύομε, μήν μᾶς ἐγκαταλείπεις, μήν μᾶς ἀφήνεις στά χέρια τοῦ διαβόλου καί τῶν κακῶν ἀνθρώπων».
Νομίζομε ὅτι σ’ αὐτό τόν πόνο, σ’ αὐτά τά αἰσθήματα ἴσως εἴμαστε –αὐτό νομίζει ὁ καθένας- ὁ πιό ἀδικημένος ἄνθρωπος τοῦ κόσμου. Γιατί τόν δικό μας πόνο, τόν βλέπομε καί τόν αἰσθανόμαστε περισσότερο ἀπό ὅλων τῶν ἄλλων.
Τῶν ἄλλων, προσπαθοῦμε νά τόν φαντασθοῦμε καί συνήθως, δέν τόν φανταζόμαστε καλά καί δέν τόν ζυγίζομε καλά. Ἐνῶ τόν δικό μας, τόν ζυγίζομε καί μάλιστα τόν ἀκριβοζυγίζομε· γιατί μᾶς πονάει.
Ὑπάρχει πόνος, πού προέρχεται ἀπό τό σῶμα.
Πονᾶ τό χέρι, τό πόδι, τά κόκκαλα, ὁτιδήποτε ἄλλο…
Μά ὑπάρχει καί ἕνας ἄλλος πόνος, πιό πικρός ἀπό αὐτόν. Πικρός καί ἀνυπόφορος. Εἶναι ὁ πόνος πού δοκιμάζομε γιά τά προβλήματα τῶν δικῶν μας. Ἕνας πατέρας γιά τά προβλήματα τῶν παιδιῶν του. Μιά μητέρα γιά τά προβλήματα ἐκείνων πού γέννησε καί πόνεσε. Εἶναι βαρύτερος, ἀσήκωτος.
Καί λέγει ὁ γονιός: «Θεέ μου, γύρισε πάνω σέ μένα ὅτι θέλεις. Νά μή μείνει τίποτε στό σῶμα μου, πού νά μήν πονάει. Μόνο πᾶρε μου αὐτό τόν πόνο τόν ψυχικό. Τήν ταλαιπωρία μου ἀπό τά παιδιά μου».
Ὅποιος δέν ἔχει νοιώσει, τί σημαίνει στοργή καί ἀγάπη πατέρα καί μητέρας, ἐκεῖνος δέν καταλαβαίνει τί λέμε αὐτή τήν στιγμή.
Ὑπάρχει ὅμως καί ἕνας ἄλλος πόνος, πού εἶναι μερικές φορές, μεγαλύτερος. Καί αὐτός εἶναι ὁ πόνος νά αἰσθάνεται ἕνας ἄνθρωπος πού ζεῖ στόν κόσμο ἀπομονωμένος.      Ἀπομονωμένος ἀπό τήν στοργή· ἀπομονωμένος ἀπό τήν ἀγάπη. Ἀπομονωμένος ἀπό τό ἐνδιαφέρον τῶν ἄλλων. Νά αἰσθάνεται καί ἐγκαταλελειμένος ἀπό τόν Θεό. Νά αἰσθάνεται ὅτι εἶναι ἰδεολογικά, μέσα σ’ αὐτή τήν ἀπεραντωσύνη τοῦ κόσμου -ἕξι δισεκατομμύρια ἄνθρωποι- ὁλομόναχος.
Εἶναι μεγάλο τό παράπονο, βαθύς ὁ πόνος. Γιατί ἡ ἀγάπη, ἡ στοργή, ἡ συμπαράσταση, τό χαμόγελο, ἡ καλωσύνη, ἁπαλύνει τά πάντα.
Ὁ ἅγιος προφήτης Ἠλίας, δοκίμαζε στό διάστημα τῆς ζωῆς του, αὐτό τόν τραγικό πόνο. Καί ἔλεγε καί τό ξανάλεγε: «Ζηλῶν, ἐζήλωκα τῷ Κυρίῳ τῷ παντοκράτορι».
Προσπάθησα νά γνωρίσω τόν ἀληθινό τόν Θεό. Νά τόν ἀγαπήσω. Νά τόν προσκυνήσω μέ ὅλη μου τήν δύναμη. Καί αἰσθάνομαι μόνος. Ὁλομόναχος. Μονώτατος. Καί νά ἦταν μόνο ἡ μοναξιά; Ἐπειδή πιστεύω στό Θεό «ζητοῦσι τήν ψυχή μου». Θέλουν νά μέ σκοτώσουν. Χιλιάδες ἄνθρωποι θέλουν τό κακό μου. Καί ζητοῦν νά μέ σκοτώσουν.
Ἐάν ἐξετάσει κανείς αὐτά πού λέει ὁ ἅγιος προφήτης Ἠλίας καί τά ὅσα γράφει ἡ Παλαιά Διαθήκη στή διήγηση τοῦ βίου του καί τῶν θαυμάτων του, καταλαβαίνει ὅτι ὁ ἅγιος προφήτης Ἠλίας πέρασε τή ζωή του μέ πόνο.
«Ὑπόδειγμα λάβετε κακοπαθείας». Ὄχι μόνο κακοπαθείας, ἀλλά καί μακροθυμίας, τούς προφήτας.    Κακοπαθοῦσε ὁ προφήτης Ἠλίας, ἀλλά ποτέ δέν ἐγόγγυζε. Ὑπέμενε καί περίμενε. Ποιόν περίμενε; Τόν Θεό.
Καί ὅπως λέμε ἐμεῖς στήν παράκληση πρός τήν Παναγία: «τήν δέησιν ἐκχεῶ πρός Κύριον…», ἔτσι καί ὁ προφήτης Ἠλίας τίς θλίψεις του, τίς ἔλεγε μόνο στό Θεό. «Τήν δέησιν του ἐξέχεε ἐνώπιον τοῦ Κυρίου». Καί ὁ Κύριος τί μᾶς λέγει;
Μᾶς λέγει πρῶτα ἀπ’  ὅλα, ἐκεῖνο πού εἶπε στόν προφήτη Ἠλία ὅταν τοῦ παραπονέθηκε.
-Ἔμεινα μόνος μου Κύριε!
-Λάθος Ἠλία, λάθος! Τά μάτια τά δικά σου, δέν βλέπουν τόσο καλά. Μήν εἶσαι τόσο ἀπαισιόδοξος καί τόσο στενόκαρδος. Δέν εἶσαι μοναχός σου. Εἶναι 7.000 ἀκόμη.
Γιά φαντασθεῖτε!  Μονώτατος ἔλεγε. Ἕνας, ὁλομόναχος.   Καί ὁ Θεός τοῦ λέγει: Εἶναι ἄλλοι 7.000. Γιά μάζεψέ τους ὅλους μαζί νά δεῖς τί εἶναι. Λαοθάλασσα, εἶναι 7.000 ἄνθρωποι. Καί εἶναι σάν καί σένα. Δυνατοί, ἀκλόνητοι, δέν τούς ἐπηρέασαν· οὔτε τά διατάγματα τοῦ Ἀχαάβ, οὔτε ἡ εἰδωλολατρεία πού πλημμύρισε, οὔτε ἡ ἁμαρτία πού καταμαγάρισε τήν οἰκουμένη. Τίποτε δέν τούς ἐπηρέασε. Στέκουν ἐπί τήν πέτραν. Τήν πέτραν τῆς πίστεως. Ἐπί τήν πέτραν τήν ἀσάλευτον. Καί μένουν ἀμετακίνητοι.
Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ πρός τόν προφήτη Ἠλία, κρύβει καί κάτι ἀκόμη γιά μᾶς. Ξέρετε τί;
Μή κοιτάζεις μόνο ἔξω, γύρω σου. Νά γυρίσεις καί νά ρίξεις ἕνα βλέμμα μέσα σου. Νά ἐξετάσεις:
Ποιό εἶναι τό ψυχικό σου περιεχόμενο;
Πῶς εἶναι ἡ ζωή σου;
Μήπως αὐτά πού σοῦ συμβαίνουν χρειάζονται, γιά νά βάλλεις μυαλό καί νά διορθωθεῖς; Μήπως ἔχεις κάνει λάθη καί γιά τά ὅσα σου συμβαίνουν φταῖς ἐσύ καί ὄχι οἱ ἄλλοι. Μήπως τό κατάντημά σου, προέρχεται ἀπό δικές σου πράξεις; Μήπως φταῖς μέ τίς ἁμαρτίες σου;
Καί εἶναι ἀνάγκη νά σέ πιάσει ὁ Θεός λίγο ἀπό τό ἀφτί, γιά νά σοῦ γυρίσει τό νοῦ, τήν καρδιά, τήν σκέψη σέ κάτι τό ἀνώτερο ἀπό τό πῶς πᾶνε τά οἰκονομικά, τό σπίτι καί ἡ ὑγεία;
Πόσο θά μᾶς ὠφελοῦσε νά κάναμε ποτέ-πότε αὐτή τήν σκέψη!
Καί τό τρίτο: Λέει ὁ Θεός στόν προφήτη Ἠλία:
-Ἄνοιξε τά μάτια σου καί κοίταξε ὄχι μόνο τό παρόν, ἀλλά τό μέλλον. Κοίταξε τό μέλλον, ὄχι ἕνα χρόνο οὔτε δέκα χρόνια μετά. Κοίταξε στό ἀπέραντο μέλλον.
Ποτέ τοῦ τό εἶπε αὐτό ὁ Θεός; Τότε πού κατέβηκε τό πύρινο ἅρμα καί τόν παρέλαβε στόν οὐρανό. Ἦταν σάν νά τοῦ ἔλεγε:
-Τώρα τί λές Ἠλία, μόνος σου εἶσαι στόν κόσμο; Δέν ὑπάρχει κανένας δίπλα σου; Μήπως Ἐκεῖνος πού ἤσουν δίπλα του, καί Κεῖνος δίπλα σου, ἀξίζει περισσότερο ἀπό ὅλο τόν κόσμο;  Γιά φαντασθεῖτε· πύρινο ἅρμα παρέλαβε τόν προφήτη Ἠλία καί ἀνέβαινε στόν οὐρανό. Πῶς ἀνέβαινε;
Θά λέγαμε ὅπως ἀνέβηκε ὁ Κύριος μας Ἰησοῦς Χριστός. «Ἐν δόξῃ». Καί βλέποντάς τον ὁ ἅγιος μαθητής του, ὁ προφήτης Ἐλισαῖος ἀπό κάτω, ἔκλαιε καί φώναζε:
-Πατέρα μου, πατέρα μου, ἅρμα τοῦ Ἰσραήλ καί ἱππεύς αὐτοῦ.
Σάν νά ἔλεγε:
-Τό ὅπλο μας, ἡ παρηγοριά μας… Γιατί σκεπτόμαστε πῶς εἴχαμε κοντά μας ἕναν τέτοιον ἄνθρωπο τόν ὁποῖο ὁ Θεός ἀγάπησε τόσο καί τόν πῆρε μέ τέτοιο τρόπο στήν αἰώνια ζωή.
Ποιός δέν θά θυσίαζε τά πάντα γιά νά φτάσει ἐκεῖ πού ἔφτασε ὁ προφήτης Ἠλίας;
Ἀλλά ἐκεῖνα πού ἔγιναν στόν προφήτη Ἠλία, μποροῦν ὅταν τό θέλομε νά γίνουν καί σέ μᾶς. Ὁ Θεός δέν εἶχε ἰδιαίτερες συμπάθειες στόν προφήτη Ἠλία. Ἀλλά εἶναι γενικά φιλάνθρωπος, οἰκτίρμων καί ἐλεήμων. Ἀνάλογα στόν καθένα μας, μέ τήν ἀγάπη πρός τόν Θεό, τήν πίστη στό Θεό, μέ τήν ἀφοσίωση στό Θεό, μέ τήν κακοπάθεια καί μέ τήν μακροθυμία.         Δηλαδή μέ τόν τρόπο πού ἀντιμετωπίζομε τήν κακοπάθεια, τήν φυσική κακοπάθεια στή ζωή μας.           Παράδειγμα: Τώρα στεκόμαστε ὄρθιοι στήν Ἐκκλησία, γιά νά παρακολουθήσομε τήν ἀκολουθία καί νά ἀκούσομε τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, πού φαινομενικά βγαίνει ἀπό τό στόμα τοῦ ἱερέως, ἀλλά στήν πραγματικότητα τό θέλομε καί τό ἐπιθυμοῦμε νά μιλάει διά μέσου τοῦ στόματος τοῦ ἱερέως, τοῦ ταπεινοῦ ἀνθρώπου, ὁ ἴδιος ὁ σωτήρας μας Ἰησοῦς Χριστός. Ὁ ὁποῖος λέγει: «Ἅπλωσα τά χέρια μου, καί ἁπλώνω τά χέρια μου, ἀπό τό πρωί μέχρι τό βράδυ. Καί παρακαλῶ τό λαό μου μέσῳ τῶν δούλων μου νά γυρίσουν κοντά μου».
Νά μιά κακοπάθεια, πού θέλει μακροθυμία. Καί γι’ αὐτή θά ἔχομε τόν μισθό τῆς κακοπάθειας καί τῆς μακροθυμίας τοῦ ἁγίου καί δικαίου προφήτη Ἠλία. Μέ τό χαμόγελο λοιπόν στήν Ἐκκλησία. Ὄχι μέ πικρή καρδιά.
Λέει ὁ προφήτης Ἠλίας: «Ζηλῶν ἐζήλωκα τῷ Κυρίῳ παντοκράτορι». Καί ζητᾶνε νά μέ σκοτώσουν. Ἔμεινα μόνος. Θεέ μου μέ ξέχασες…
Καί τί κάνει ὁ Θεός; Τοῦ λέει:
-Πές νά μήν βρέξει τριάμισυ χρόνια στή γῆ, νά δεῖς ποιός εἶναι κοντά σου καί ποιός δέν εἶναι. Καί πόσο ἀξίζει νά εἶναι κανείς κοντά στό Θεό.
Εἶπε ὁ προφήτης Ἠλίας:
-Τριάμισυ χρόνια, νά μήν βρέξει.
Καί δέν πέφτει σταγόνα. Μετά τοῦ λέει ὁ Θεός:
-Πήγαινε σ’ αὐτό τόν βασιλιά τόν Ἀχαάβ καί πές του. Νά μαζευτεῖ ὅλος ὁ κόσμος στό Καρμήλιο. Νά κάνετε θυσία. Καί νά φανεῖ τί Θεό λατρεύει ὁ καθένας.
Τούς μάζεψε ὅλους ὁ βασιλιάς στό Καρμήλιο. Ὁ προφήτης Ἠλίας καλεῖ τούς ἱερεῖς τοῦ Βάαλ καί τούς λέει:
-Δέν πιστεύετε στό Θεό. Πιστεύετε στά δαιμόνια καί στά μάγια.
Λατρεύανε τόν Δία, τήν Ἀφροδίτη, λατρεύανε τόν Βάαλ. Δηλαδή κάτι δαιμόνια τῆς πορνείας. Τῆς αἰσχρότητας.
Ὁ Ἠλίας, ἔβαλε τούς ἱερεῖς νά προσευχηθοῦν. Αἶσχος θρησκεία, αἶσχος ἱερεῖς, αἶσχος προσευχή.
Καί φυσικά μηδέν τό ἀποτέλεσμα.
-Κάνετε θυσία στό Θεό σας τούς εἶπε. Ἄν ἀνάψει μόνος του φωτιά καί κάψει τή θυσία σας, ὅλα δικά σας· καί ἐγώ μαζί σας. Ἄν ὅμως ὁ Θεός, δέν σᾶς ἀπαντήσει καί ἀκούσει ἐμένα, νά ἀκολουθήσετε ἐσεῖς τόν Θεό τοῦ Ἰσραήλ.
Φώναζαν ἀπό τό πρωί μέχρι τό μεσημέρι 850 ἱερεῖς τοῦ ψεύτικου θεοῦ Βάαλ, ἑνός δαιμονίου «καί οὐκ ἦν φωνή οὐκ ἦν ἀκρόασις». Σιωπή ἀπό τόν θεό τους.
Καί ἀντί νά ἔχουν εὐλογία ἀπό τήν προσευχή, νά τό ποῦμε ἁπλᾶ, ὁ ἀληθινός Θεός τούς ἔλεγε:
-Τέτοιοι πού εἴσαστε, τέτοια σᾶς χρειάζονται καί χειρότερα!
Δέν τόν ἄκουγαν τόν Θεό νά τούς μιλᾶ, ἀλλά τελικά κατάλαβαν τί λατρεύουν. Ἀφοῦ «οὐκ ἦν φωνή καί οὐκ ἦν ἀκρόασις».
Ὅταν κουράστηκαν νά φωνάζουν προφήτης Ἠλίας τούς ἔκανε πέρα. Πῆρε 12 πέτρες καί ἀνόρθωσε στό ὄνομα τοῦ Κυρίου ἕνα παλαιό κατεστραμένο θυσιαστήριο πού ὑπῆρχε ἐκεῖ, ἀφιερωμένο στόν Θεό τοῦ Ἰσραήλ. Ἔβαλε τήν θυσία πάνω στό θυσιαστήριο τήν κατάβρεξε τρεῖς φορές μέ κουβάδες νερό, ὥστε νά μήν ὑπάρχει δυνατότητα νά ἀνάψει ἄνθρωπος φωτιά καί εἶπε δυό ἁπλᾶ λόγια:
-Κύριε, ἐπάκουσόν μου ἐν πυρί. Ρίξε φωτιά ἀπό τόν οὐρανό καί κάψε τήν θυσία. Γιά νά ἀνοίξουν τά ἀφτιά καί οἱ καρδιές αὐτοῦ τοῦ λαοῦ, νά καταλάβει τήν ἀλήθεια καί νά σωθεῖ.
Μέ τό πού τό εἶπε, ἔπεσε φωτιά ἀπό τόν οὐρανό καί κατέκαψε ὄχι μόνο τήν θυσία καί τά ξύλα· μά καί τίς πέτρες καί τό χῶμα γύρω ἀπό τό θυσιαστήριο. Τέτοια φωτιά κατέβηκε ἀπό τόν οὐρανό.
Ὅλοι ἔπεσαν μέ τό πρόσωπο στή γῆ, καί εἶπαν:
-Δόξα σοι Κύριε, δόξα σοι Θεέ μας. Μᾶς ἀποκάλυψες τήν ἀλήθεια.
Ἔπειτα εἶπε ὁ Ἠλίας:
-Τώρα, φευγᾶτε ὅσο μπορεῖτε πιό γρήγορα γιατί ἔφτασε ἡ βροχή.
Καί ὅσο νά ξεκινήσουν, τούς ἔπιασε ἡ μπόρα. Ὁ προφήτης Ἠλίας πῆρε τό καπίστρι τοῦ ἀλόγου τοῦ βασιλιά τοῦ Ἰσραήλ, τοῦ ἀποστάτη Ἀχαάβ, πήγαινε μπροστά καί τοῦ ἔλεγε:
-Μή φοβᾶσαι βασιλιά μου. Μόνο ἕνα νά φοβᾶσαι, τόν ἀληθινό Θεό. Σταγόνα δέν θά πέσει πάνω σου.
Καί ὅπως συνέβη στά θαύματα τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνος, ἔτσι συνέβη καί τότε. Ὅπου περπάταγε ὁ προφήτης Ἠλίας μέ τόν Ἀχαάβ, κρατώντας τό καπίστρι τοῦ μουλαριοῦ του, σταγόνα δέν ἔπεσε ἐπάνω του. Γύρω τους γινόταν κατακλυσμός. Γιατί;
Γιατί ὁ Θεός εἶναι Κύριος καί τῆς φωτιᾶς καί τοῦ νεροῦ. Καί τοῦ τόπου καί τῶν πάντων. Κάνει ἐκεῖνο πού θέλει καί δείχνει τήν προστασία του, τήν ἐκτίμησή του, τήν ἀγάπη του μέ χίλιους δυό τρόπους.
Ἐμεῖς, ἔχομε χρέος νά διερωτώμαστε:
«Στέκομε καλά κοντά στό Θεό; Εἴμαστε ἄξιοι νά ἀσχοληθεῖ μέ τό ἔλεός του, μέ τήν ἀγάπη του καί μέ τήν στοργή του μαζί μας ὁ Θεός»;
Τά ἔμαθε ὅλα ἡ βασίλισσα Ἰεζάβελ ἡ γυναίκα τοῦ Ἀχαάβ. Δέν συγκινήθηκε καθόλου. Οὔτε μετάνοια ἔδειξε. Ἀλλά ὀργίσθηκε καί ἀποφάσισε νά ἐκδικηθεῖ.
-Αὔριο ὁ Ἠλίας πρέπει νά εἶναι πεθαμένος, εἶπε.
Καί ὁ Ἀχαάβ, ἀντί νά τόν σεβαστεῖ ἐστράφη πάλι ἐναντίον του.
Ὁ προφήτης Ἠλίας τό ἔμαθε καί φοβήθηκε. Αὐτός πού δέν ὑπολόγισε κανένα καί εἶχε τήν αἴσθηση ὅτι ὁ Θεός εἶναι κοντά του, φοβήθηκε τήν Ἰεζάβελ καί ἔφυγε στήν ἄλλη ἄκρη τοῦ κόσμου.
-Θεέ μου, τόσα ἔγιναν καί πάλι τήν ψυχή μου γυρεύουν. Ποῦ νά πάω;
Παίρνει τά μάτια του καί ξεκινάει γιά τό Σινά. Ἦταν τόσο ἀπογοητευμένος, πού ὅταν βρῆκε ἕνα δένδρο μέ ἀγκάθια κρύφτηκε ἐκεῖ, ξάπλωσε στόν ἴσκιο, καί κοιμήθηκε.
Μά ἄγγελος Κυρίου τόν σκουντᾶ:
-Ξύπνα Ἠλία. Ξύπνα νά φᾶς κάτι. Σοῦ ἔχω φαγητό ἕτοιμο. Μή φοβᾶσαι.
Τοῦ ἔδειχνε τό φαγητό.
-Φάε.
Καί δεύτερη φορά τό ἴδιο. Γιατί ὁ προφήτης Ἠλίας ἔλεγε:   -Δέν ἔχω ὄρεξη οὔτε βῆμα νά κάνω.
Ξαναξάπλωνε καί κοιμόταν.
Καί τόν ξύπναγε ὁ ἄγγελος:
-Φάε προφήτη μου, ἔχεις δρόμο νά κάνεις.
Ἔφαγε τρεῖς φορές, περπάτησε καί ἔφτασε στό Σινά.
Τί τόν ἤθελε ὁ Θεός στό Σινά;
Ὅταν ἔφτασε ἐκεῖ, τοῦ λέει ὁ Θεός:
-Ἠλία, τί θέλεις ἐδωπέρα;
-Νά σωθῶ. Θέλουν νά μέ σφάξουν. Μακρύτερα ἀκόμη νά πάω.
Τοῦ λέει ὁ Θεός:
-Μή φοβάσαι. Στάσου. Πρόσεξε σ’ αὐτό πού θά δεῖς.
Θά γίνει πρῶτα ἕνας φοβερός σεισμός. Μή φοβηθεῖς. Μήν τόν πάρεις στά σοβαρά. Θά πέφτουν τά ὄρη, θά τρέμει ἡ γῆ, δέν θά μένει τίποτε ὄρθιο· ἀλλά μή φοβᾶσαι. Δέν εἶναι τίποτε. Οὔτε εἶναι δουλειά τοῦ Θεοῦ αὐτός ὁ σεισμός. Τίποτε δέν εἶναι. Θά περάσει.
Μετά θά πέσει μιά φωτιά πού θά καίει τά πάντα. Ὅπως μπορεῖ ὅταν θέλει ὁ Θεός, νά στείλει φωτιά νά κάψει κάθε ἁμαρτία καί κάθε κακό. Μή φοβᾶσαι. Οὔτε σ’ αὐτή τήν φωτιά θά εἶναι ὁ Θεός.
Ἔπειτα θά φυσήξει ἕνα δροσερό ἀεράκι. Αὔρα λεπτή. Ἕνα ἐντελῶς δροσερό ἀεράκι πού κάνει τόν ἄνθρωπο νά λέει: «Ἄχ, τί ὡραῖα πού εἶναι μετά τήν ζέστη καί τόν καύσωνα». Τίποτε ἄλλο. Ἐκεῖ μέσα θά εἶμαι!
Στάθηκε ὁ προφήτης Ἠλίας μέσα σ’ ἕνα βράχο, ἔνοιωσε τόν σεισμό, εἶδε καί τήν φωτιά.
Καί μετά, ὅταν πέρασαν τά δυό μεγάλα σημεῖα, φύσηξε τό δροσερό ἀεράκι.
Βγῆκε ἀπό τόν βράχο ὁ προφήτης Ἠλίας σήκωσε τήν μηλωτή του καί σκέπασε τό πρόσωπό του, γιατί τοῦ εἶπε ὁ Θεός: «Ἐκεῖ μέσα θά εἶμαι».
Ἔλεγε ὁ προφήτης: «Εἶμαι ἄξιος ἐγώ, νά δῶ τόν Θεό»;
Καί μέ τό πρόσωπό του σκεπασμένο, στάθηκε μέσα στό δροσερό ἀεράκι. Τοῦ φώναξε ὁ Θεός:
-Ἠλία γύρισε στήν Ἱερουσαλήμ καί στή Σαμάρεια. Νά βρεῖς τόν μαθητή σου τόν Ἐλισαῖο, νά τόν εὐλογήσεις. Νά τόν χρίσεις προφήτη. Διάδοχό σου. Νά κηρύττει τήν ἀλήθεια.
Καί μετά θά πᾶς νά βρεῖς τόν Ἰηοῦ.
Νά τόν χρίσεις βασιλέα τοῦ Ἰσραήλ.
Κατόπιν θά βρεῖς τόν Ἄδερ.
Καί θά τόν χρίσεις βασιλέα τῆς Συρίας.
Ὅποιος γλυτώσει ἀπό τόν Ἐλισαῖο θά τόν τιμωρήσει ὁ Ἰηοῦ. Καί ὅποιος γλυτώσει ἀπό τόν Ἰηοῦ, θά τόν τιμωρήσει ὁ βασιλιάς τῆς Συρίας. Θά διορθωθεῖ ὁ κόσμος. Ἐγώ εἶμαι αὔρα λεπτή. Δροσιά γιά τόν κόσμο, ὄχι φωτιά, ὄχι σεισμός.
Τά ἔκανε ὅλα ὁ προφήτης Ἠλίας, ὅπως τά εἶπε ὁ Θεός. Ἔχρισε τούς τρεῖς αὐτούς ἀνθρώπους καί μετά τόν παρέλαβε ὁ Θεός στόν οὐρανό.
Καί τί ἔγινε;
Ὁ προφήτης Ἐλισαῖος σέ ὅλη του τή ζωή ἐκήρυττε. Καί ἐκεῖνο πού δέν πέτυχε ὁ Ἠλίας τό πέτυχε ὁ μαθητής του. Γύρισε ὅλος ὁ λαός στήν ἀληθινή πίστη τοῦ Χριστοῦ! Ναί, σωστά τό εἴπαμε. Πρίν ἀκόμη ἔλθει «ἐν σαρκί», μέ τήν σάρκα του, πρίν ἀκόμη γεννηθεῖ ἀπό τήν ἁγία Παρθένο.
Ὅσους δέν θέλησαν νά πιστεύσουν, ὁ ζηλωτής τῆς πίστεως βασιλιάς Ἰηοῦ, τούς ἔδιωξε. Τούς ἐτιμώρησε.
Καί ὅσοι δέν πίστευσαν οὔτε μέ τήν τιμωρία, οὔτε μέ τά ἄλλα μέτρα τοῦ ἐνάρετου καί εὐσεβοῦς βασιλιά Ἰηοῦ, ἔκανε ἐπιδρομή ὁ βασιλιάς τῆς Συρίας καί τούς ἐξολόθρευσε. Καί ἐπεκράτησε ἡ ἀληθινή πίστη, καί ἔμειναν στή γῆ τοῦ Ἰσραήλ οἱ ἐκλεκτοί τοῦ Θεοῦ, γιά νά ἑτοιμάζουν τήν ἔλευση τοῦ σωτῆρος μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Ὁ Θεός μέ τόν δικό του τρόπο, διώρθωσε τά πάντα.
Μακάρι καί σέ μᾶς, στόν καθένα μας, νά συμβεῖ αὐτό τό μεγαλεῖο τῆς πίστεως, πού συνέβη στό πρόσωπο τοῦ ἁγίου καί μεγάλου προφήτη Ἠλία.
Ὁ Θεός μέ τήν δύναμή του καί μέ τήν σοφία του, παρεμβαίνει καί ἀμείβει τήν πίστη καί τήν ὑπομονή, τήν ταπείνωση καί τήν ἀφωσίωση τῶν δούλων του.
Ἀνακουφίζει τή ζωή τους καί τήν γεμίζει μέ τήν παρουσία του καί τήν χάρη του. Μέ τό ἔλεός του, τήν ἀγάπη του καί τήν προστασία του.
Καί ἀκολουθώντας τον, νά ἀξιωθοῦμε νά ἔχομε τήν μεγάλη προστασία τοῦ Κυρίου μας. Ἀμήν.-

Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΗΛΙΑΣ ΚΑΙ Η ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ Αρχιμανδρίτης Χρυσόστομος Τελίδης

 Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΗΛΙΑΣ

Ο προφήτης Ηλίας και η λαογραφία.
          Σέ ἄλλα μέρη τῆς Μακεδονίας ἡ δοξασία γιά τήν καταδίωξη τοῦ διαβόλου ἀπό τόν προφήτη συναντᾶται παραλλαγμένη: Ὁ Ἠλίας δέν κυνηγάει τό διάβολο ἀλλά τή «λάμια», ἡ ὁποία καταστρέφει τίς καλλιέργειες τοῦ ἀνθρώπου. Οἱ χριστιανοί στή Βουλγαρία πίστευαν ὅτι ὁ ἅγιος κυνηγάει τή «λάμια» καθισμένος πάνω σέ χρυσό ἅρμα καί καταδιώκει τό δράκο πού τρώει τά γεννήματά τους στά χωράφια. Μόλις ὁ προφήτης τόν δεῖ, ρίχνει ἐναντίον του τούς κεραυνούς. Οἱ ἀστραπές μάλιστα πού δέν συνοδεύονται ἀπό βροντές δέν εἶναι κεραυνοί, ἀλλά εἶναι οἱ φλόγες πού βγαίνουν ἀπό τά ρουθούνια τῶν ἀλόγων τοῦ ἅρματος καί ἡ λάμψη τῆς χρυσῆς λόγχης του. Σέ μερικά μέρη τῆς Βουλγαρίας πιστεύουν ὅτι ὁ Ἠλίας σκοτώνει τό δράκο πού στερεῖ τήν πόλη ἤ τό χωριό ἀπό νερό καί ἀπαιτεῖ κάθε φορά ὡς ἀντάλλαγμα μία παρθένο.
           Ἡ δοξασία πού ταυτίζει τόν προφήτη  Ἠλία με μετεωρολογικά φαινόμενα ἐπικρατεῖ στούς σλαβικούς, καί ὄχι μόνο, λαούς. Παραλήφθηκε δέ ἀπό τούς  Ἕλληνες. Ἔτσι στή Σερβία θεωροῦν ὅτι κάθε ἅγιος ἔλαβε ἕνα μερίδιο ἀπό τά στοιχεῖα τῆς φύσεως καί στόν  Ἠλία δόθηκε ἡ ἀστραπή καί ὁ κεραυνός. Στή Ρουμανία διηγοῦνται πώς μέ τήν ἀστραπή καί τή βροντή κυνηγάει τό διάβολο καί κεραυνώνει τίς γάτες καί τά σκυλιά στά ὁποῖα ὁ διάβολος προσπαθεῖ νά κρυφτεῖ.

        Στην φετινή μας ανάρτηση θα επικεντρωθούμε περισσότερο στην λαογραφία γύρω από το πρόσωπο του Προφήτη Ηλία, που είναι ιδιαίτερα αγαπητό και γεμάτο με παραδόσεις και ιστορίες, τις οποίες άλλες τις δημιούργησε η αγάπη του κόσμου και η ευλάβεια του γιαυτόν και άλλες τα θαύματα, μικρά και μεγάλα που έκανε και συνεχίζει να κάνει ο Προφήτης Ηλίας κάθε που πλησιάζει η γιορτή του.
*Εικονογράφηση-αγιογράφηση.
     Δύο εἶναι οἱ πιό συνηθισμένες ἀπεικονίσεις τοῦ προφήτη Ἠλία στίς τοιχογραφίες ἤ τίς φορητές εἰκόνες. Ἡ μία, βυζαντινῆς τεχνοτροπίας, τόν ἐμφανίζει νά κάθεται μέσα σέ σπηλιά, ἐπάνω στό ὄρος Χωρήβ.  Ἔχει στραμμένη τήν κεφαλή του δεξιά στό ἄνω ἀριστερό μέρος τῆς εἰκόνας, πρός τόν κόρακα ὁ ὁποῖος τοῦ φέρνει τροφή.

   Ἡ ἄλλη, νεότερης συνήθως καί λαϊκῆς τεχνοτροπίας, εἶναι ἐμπνευσμένη ἀπό τή σχετική διήγηση τοῦ Δ΄Βασιλειῶν γιά τήν ἁρπαγή τοῦ Ἠλία μέ πύρινο ἅρμα στόν οὐρανό. Ἐνῶ τό ἅρμα μέ τόν προφήτη ὑψώνεται πρός τόν οὐρανό, αὐτός ἀφήνει νά πέσει ἀπό πάνω του ὁ μανδύας (μηλωτή) γιά νά τόν πάρει ὁ μαθητής καί διάδοχός του στό προφητικό ἀξίωμα  Ἐλισαῖος.
   Μερικές φορές ἀπεικονίζεται ὄρθιος, μαζί μέ ἄλλους προφῆτες τῆς Π. Διαθήκης, φορώντας μακρύ ἑλληνικό χιτώνα καί ἀπό πάνω τή μηλωτή, εὐλογεῖ μέ τό δεξί χέρι καί κρατᾶ μέ τό ἀριστερό εἰλητάριο.
*Λαϊκές παραδόσεις.
   Πλουσιώτατες εἶναι οἱ λαϊκές παραδόσεις καί τά ἔθιμα, ὄχι μόνο μεταξύ τῶν ὀρθοδόξων Ἑλλήνων ἀλλά καί πολλῶν βαλκανικῶν καί κεντροευρωπαϊκῶν λαῶν. Παραθέτουμε μία σύντομη ἐπιλογή, ἔχοντας ὑπόψη μας τά ὅσα ἀναφέρονται ἐκτενέστερα στό σχετικό λῆμμα τῆς «Θρησκευτικῆς καί Ἠθικῆς Ἐγκυκλοπαιδείας» (τόμος ΣΤ΄, στ. 2426):
      •  Σέ πολλές περιοχές, ἰδιαίτερα στή Θράκη καί τή Μακεδονία, τή Σερβία καί τή Γερμανία (πιό πολύ κατά τό Μεσαίωνα) ὁ προφήτης Ἠλίας ἐθεωρεῖτο κύριος τῆς βροχῆς, τῶν βροντῶν καί τῶν κεραυνῶν. Αὐτό ἐξηγεῖται ἀπό τά γεγονότα πού ἐξιστοροῦνται στήν Παλαιά Διαθήκη γιά τήν ξηρασία πού ἐπέβαλε ὁ Ἠλίας καί τό μετά τριετία ἄνοιγμα τοῦ οὐρανοῦ γιά νά ξαναπέσει βροχή. Οἱ χωρικοί μάλιστα τῆς Βόρειας Θράκης, πού ἦρθαν στήν  Ἑλλάδα τό 1923 καί ἐγκαταστάθηκαν κυρίως στή Μακεδονία, πρόσφεραν στόν ἅγιο «κουρμπάνι». Δηλαδή ἔσφαζαν 1015 κριάρια γιά νά στείλει βροχή. Κι ἐπειδή τήν ἡμέρα τῆς μνήμης τοῦ προφήτη Ἠλία (20 Ἰουλίου) δέν ἦταν ἀπαραίτητη ἡ βροχή, πρόσφεραν τό «κουρμπάνι» μεταξύ τῆς ἑορτῆς τοῦ ἁγίου Γεωργίου καί τῆς ἀνακομιδῆς τοῦ λειψάνου τοῦ ἁγίου Ἀθανασίου (2 Μαΐου). Σέ πολλά ἐπίσης μέρη γινόταν παλαιότερα καί τό ἔθιμο τῆς «Περπερούνας», σέ περιόδους μεγάλης ξηρασίας. Οἱ κοπέλες τοῦ χωριοῦ στόλιζαν ἕνα ὀρφανό κορίτσι μέ πρασινάδες (χόρτα καί κλαδιά), πήγαιναν στό ποτάμι, βρέχονταν καί μ’ ἕνα μπακίρι γεμάτο νερό γύριζαν χορεύοντας καί τραγουδώντας τήν «Περπερούνα» στό χωριό.
              Ὅταν ἀστράφτει καί βροντάει πιστεύεται ὅτι ὁ προφήτης Ἠλίας κυνηγάει τό δράκο ἤ τό διάβολο μέ τό ἅρμα του στόν οὐρανό, χρησιμοποιώντας ὡς ὅπλο τόν κεραυνό. Στή Σωζόπολη μάλιστα τῆς Θράκης πίστευαν ὅτι ὅλο τό 24ωρο «ὁ ἉιΛιᾶς τριγυρνᾶ τόν κόσμο μέ τό ἅρμα του κι ὅταν βροντᾷ καί ἀστράφτει κυνηγᾶ διαβόλους». Ἐνῶ στήν Ἀδριανούπολη, ὅτι διασχίζει τούς οὐρανούς πάνω στό ἅρμα του πού σέρνουν τέσσερα πύρινα ἄλογα. Ὅταν τά χτυποῦσε μέ τό μαστίγιο ἀκούγονταν οἱ ἀστραπές· ἀπό τό ἅρμα ἀκούγονταν οἱ βροντές καί ὅταν οἱ τροχοί του ἔβρισκαν σέ πέτρες ἀκούγονταν κεραυνοί!

      •  Ὁ προφήτης   Ἠλίας τιμᾶται στήν κορυφή λόφων, ὑψωμάτων καί βουνῶν («στά ψηλώματα»). Ἀκριβῶς γι’ αὐτό πολλές κορυφές φέρουν τό ὄνομά του καί οἱ περισσότερες ἔχουν ἐκκλησάκια ἤ εἰκονοστάσια ἀφιερωμένα σ’ αὐτόν. Ἕνα ἀπό τά γνωστότερα βρίσκεται στήν ψηλότερη κορυφή τοῦ Ταϋγέτου καί λέγεται «Ἁγιολιᾶς». Ἡ ἐξήγηση γιά τήν τιμή αὐτή «στά ψηλώματα», συνδέεται μέ διάφορες κατά περιοχές παραδόσεις τοῦ λαοῦ.  Ἔτσι,
     • Στήν Ἀχαΐα διηγοῦνται ὅτι «ὁ Ἁι Λιᾶς ἦταν ναύτης, καί ἐπειδή ἔπαθε πολλά στή θάλασσα καί πολλές φορές κόντεψε νά πνιγεῖ, βαρέθηκε τά ταξίδια καί ἀποφάσισε νά πάει σέ μέρος πού νά μή ξέρουν τί εἶναι θάλασσα καί τί εἶναι καράβια. Βάζει τό λοιπόν στόν ὦμο τό κουπί του καί βγαίνει στή στεριά. Ὅποιον συναντοῦσε τόν ρωτοῦσε τί εἶναι αὐτό πού βαστάει. Ὅσο τοῦ ἔλεγαν “κουπί” τραβοῦσε ψηλότερα, ὥσπου ἔφτασε στήν κορυφή τοῦ βουνοῦ. Ρωτάει τούς ἀνθρώπους πού βρῆκε ἐκεῖ τί εἶναι, καί τοῦ λένε “ξύλο”. Κατάλαβε λοιπόν πώς αὐτοί δέν εἶχαν δεῖ ποτέ τους κουπί καί ἔμεινε μαζί τους ἐκεῖ στά ψηλά».
    • Σύμφωνα μέ παραλλαγή τῆς παράδοσης αὐτῆς στήν Κεφαλονιά, ὁ ἅγιος «εἶναι στίς κορυφές, γιατί δέν πάτησε ποτέ στόν κάμπο, οὔτε σέ χῶμα τόν θάψανε. Γυρίζει μέ τό ἅρμα του στόν οὐρανό καί μονάχα στίς κορυφές στέκει καί ἀνασαίνει. Κι ὅταν ζοῦσε, ἔτσι τοῦ ἄρεσε νά βρίσκεται στά βουνά».

    •  Ἄλλες λαϊκές δοξασίες ἀναφέρουν ὅτι: «Ὁ Μωάμεθ κυνηγάει τόν Ἁι Λιᾶ καί στούς κάμπους τόν φτάνει, στά κορφοβούνια ὅμως δέν μπορεῖ νά τόν ἀκολουθήσει κι ὁ ἅγιος βρίσκει ἐκεῖ καταφύγιο. Γι’ αὐτό τοῦ ἔχουν τά ξωκλήσια στίς κορυφές τῶν βουνῶν» (Ἀργολίδα). «Γιά ν’ ἀποδείξει τήν πίστη του στό Θεό χτύπησε μέ τό ραβδί του τρεῖς φορές κι ἐβγῆκε νερό. Ἀπό τότε χτίζουνε τήν ἐκκλησία του στό ψηλότερο βουνό» (Κέα). «Ζεῖ καί κινεῖται ἀνάμεσά μας περιμένοντας τόν Ἀντίχριστο νά παλαίψει μαζί του» (Ναύπλιο). Ἀκόμα, οἱ μωαμεθανοί πιστεύουν ὅτι ὁ Ἠλίας καί ὁ Ἐνώχ (πού δέν πέθαναν ἀλλά ἀναλήφθηκαν στόν οὐρανό) ζοῦν γιά νά ράβουν τά ροῦχα τῶν πιστῶν πού ἔζησαν σύμφωνα μέ τό νόμο τοῦ Μωάμεθ καί θά πᾶνε στόν Παράδεισο.
   •  Ἀλλοῦ ὁ προφήτης Ἠλίας ἐρωτᾶται ἀπό τούς ἀνθρώπους γιά τό μέλλον καί τήν τύχη τους. Οἱ μαντεῖες αὐτές βασίζονται σέ παρατήρηση τοῦ σχήματος τῆς σταγόνας τοῦ λαδιοῦ ἀπέναντι στόν ἥλιο, τοῦ χρώματος τοῦ καπνοῦ ἀπό καιόμενο θυμάρι, τοῦ περιεχομένου τῶν πρώτων καρυδιῶν πού κόβουν τήν ἡμέρα τῆς γιορτῆς του κ.ἄ.

    •  Μέ τήν ἡμέρα τῆς γιορτῆς του (20  Ἰουλίου) συνδέονται καί ἄλλες δοξασίες καί ἔθιμα. Γίνονται νοσταλγικοί περίπατοι καί ἐκδρομές, λαϊκά προσκυνήματα καί πανηγύρια. Μερικοί ἀπ’ αὐτούς πού ἐπικαλοῦνται τή βοήθεια τοῦ ἁγίου γιά τή θεραπεία ἀσθενειῶν, ζώνουν τό ναό μέ λεπτό κέρινο νῆμα, μέ τό ὁποῖο ὕστερα δένουν κατά τή λειτουργία τό κεφάλι ἤ τό μέλος τοῦ σώματος πού πάσχει, μέ στάχυ, τό ὁποῖο κόβουν μετά τή Μεγάλη Εἴσοδο, «γιά νά κοπεῖ» καί ὁ πόνος. Ἤ δένουν πέτρα στόν κορμό τῆς ἐλιᾶς, γιά νά κρατήσει τόν καρπό της.
     •  Ἀρκετές ἐπίσης παροιμίες συνδέονται μέ τόν προφήτη Ἠλία, ὅπως:
*  Τ’ Ἁι Λιός, γυρίζει ὁ καιρός ἀλλιῶς.

     Ἀπού τ’ Ἁι Λιᾶ, μπαίνει τό λάδι στήν ἐλιά.
*  Τῆς Ἁγια Μαρίνας σύκα, καί τ’ Ἅι Λιός σταφύλι,

     καί τ’ Ἅγιου Παντελεήμονα γεμάτο τό μαντήλι.
*  Ἅγια Μαρίνα δός μου σύκα,
     κι Ἁι Λιᾶ ἅπλωσε καί ἔπαρε.
*  Τ’ Ἁι Πνευμάτου βάλ’ ὀρνό
     καί τ’ Ἁι Λιᾶ φάε σύκα.
*  Τ’ Ἁι Λιᾶ τό καρύδι,
    τοῦ Σωτῆρος τό σταφύλι,
    καί τῆς Παναγιᾶς τό σύκο.
     Αὐτός εἶναι ὁ βίος καί ἡ πολίτεία τοῦ ἁγίου ἐνδόξου προφήτου Ἠλιού τοῦ Θεσβίτου, τοῦ «ζηλωτοῦ καί τῶν παθῶν αὐτοκράτορος», τοῦ ὑψιπέτου καί «τῶν προφητῶν τό ἐγκαλλώπισμα», τοῦ «ἐν σώματι ἀγγέλου καί τοῦ ἀσάρκου ἀνθρώπου», «τοῦ φθαρτοῦ ἀνθρώπου» πού «ἀφθαρσίαν ἐνδέδυται», τοῦ οὐρανοδρόμου, «τοῦ ἐπόπτου ἀρρήτων μυστηρίων».
    Καί τίς μεσιτεῖες του ἄς ἐπικαλοῦνται στίς προσευχές τους οἱ πιστοί, κράζοντες μαζί μέ τόν ὑμνωδό του:
ροφῆτα καί προόπτα τῶν μεγαλουργιῶν τοῦ Θεοῦ, Ἠλία μεγαλώνυμε, ὁ τῷ φθέγματί σου στήσας τά ὑδατόρρητα νέφη, πρέσβευε ὑπέρ ἡμῶν, πρός τόν μόνον Φιλάνθρωπον".

Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΗΛΙΑΣ Ἔνας ἐπίγειος Άγγελος -Ἔνας ἐπουράνιος ἄνθρωπος Αρχιμανδρίτης Χρυσόστομος Τελίδης

Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΗΛΙΑΣ

Ἔνας ἐπίγειος Άγγελος -Ἔνας ἐπουράνιος ἄνθρωπος

Καταγωγή τοῦ προφήτου  Ἠλία

   προφήτης Ἠλίας, ἄν καί συγκαταλέγεται μεταξύ τῶν σπουδαιοτέρων 

προφητῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἐπειδή ἔζησε κατά τόν 9ο αἰώνα δέν

 ἄφησε γραπτά κείμενα. Ὅμως τά σχετικά μέ τήν καταγωγή καί τή δράση του μᾶς εἶναι γνωστά, 

ἔχουν δέ ὡς ἑξῆς:

  Πατέρας του ἦταν ὁ Σωβάκ ἀπό τήν κωμόπολη Θέσβη

 (σημερινή El  Istib) τῆς Γαλαάδ στήν 

 Ὑπεριορδανία. Ὅταν γεννήθηκε, ὁ πατέρας 

του εἶδε σέ ὀπτασία ἄντρες λευκοφορεμένους 

νά δίνουν στό βρέφος τό ὄνομα Ἠλιού

 (πού σημαίνει θεός ἤ θεῖος καί παράγεται ἀπό τό  Ἠλί, τό ὁποῖο στά ἑβραϊκά ἔχει

 τή σημασία τοῦ Θεοῦ), νά τό σπαργανώνουν μέ φωτιά καί νά τοῦ δίνουν νά

 φάει ἐπίσης φωτιά. Ἡ ὀπτασία, ὅπως τοῦ ἐξήγησαν οἱ ἱερεῖς, σήμαινε ὅτι 

«ἡ κατοίκησις τοῦ τέκνου θά εἶναι φῶς, ὁ λόγος του ἀπόφασις, ἡ ζωή του

 κατά Κύριον καί ὁ ζῆλος του θά φανῇ εὐάρεστος εἰς τόν Θεόν καί θέλει

 κρίνῃ τόν Ἰσραήλ διά πυρός καί μαχαίρας». Ἀπό τήν ἰδιαίτερη πατρίδα του ἔλαβε

 –κατά τή μετάφραση τῶν Ο΄– καί τήν προσωνυμία Θεσβίτης.

     Οἱ ἁγιογραφικές πληροφορίες γιά τόν προφήτη Ἠλία ἀναφέρουν ὅτι φοροῦσε

 ροῦχο ἀπό προβιά καί στή μέση του εἶχε δερμάτινη ζώνη (Δ΄ Βασ. α´8). 

Ζοῦσε αὐστηρή καί ἀσκητική ζωή, καί ἦταν ἀνυποχώρητος σέ θέματα γνήσιας

 λατρείας τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ δέν συμβιβαζόταν μέ τή τάση τῆς υἱοθέτησης ἀπό

 τούς Ἑβραίους εἰδωλολατρικῶν στοιχείων, πού ἦταν πολύ ἔντονη, ὅπως θά

 ἀναφερθεῖ στίς ἑπόμενες σελίδες.
    ἱερός Χρυσόστομος, σκιαγραφώντας τήν προσωπικότητα τοῦ προφήτη

 Ἠλία, ἐπισημαίνει ὅτι στόν ἅγιο συνυπῆρχαν ἀντίθετες ἰδιότητες: 

Ἦταν φτωχός ἀλλά ταυτόχρονα καί πλούσιος ἀπαίδευτος καί σοφός· 

ἐνῶ ἦταν ἀκτήμων, μποροῦσε νά φέρει βροχή ἤ ἀνομβρία, ἀφοῦ ὁ Θεός 

εἰσήκουε τήν προσευχή του.

Βίος καί δράση του

     Ἡ προφητική ἀποστολή τοῦ  Ἠλία ἀναπτύχθηκε στά χρόνια τῆς βασιλείας

 τοῦ Ἀχαάβ (873 – 854 π.Χ.) καί τοῦ διαδόχου του  Ὀχοζία. Πρόκειται γιά

 μία περίοδο πολύ ταραχώδη γιά τό μονοθεϊσμό στό  Ἰσραήλ, ὅταν εἶναι

 γνωστό ὅτι οἱ Ἑβραῖοι δοκιμάζονταν κατά καιρούς στήν πίστη τους ἀπό

 τούς εἰδωλολατρικούς γειτονικούς λαούς, ἐξ αἰτίας τῶν ἐπιδράσεων
στή θρησκεία τους.

   Ὁ Ἀχαάβ ἔλαβε ὡς γυναίκα του τήν Ἰεζάβελ, κόρη τοῦ Εὐβάαλ, βασιλιᾶ τῆς

 Τύρου (Φοινίκης).   Ἐκείνη, ἐπηρεάζοντας τό σύζυγό της, καθιέρωσε ἐπίσημα τή 

λατρεία τοῦ θεοῦ Βάαλ Melgart, προσπαθοῦσε μάλιστα νά τήν ἐπιβάλει καί ὡς κρατική. 

Γιά νά πετύχει στό στόχο της δέν δίστασε νά διατάξει τό φόνο προφητῶν καί τή 

δίωξη ὅσων πίστευαν στόν ἕνα καί μόνο ἀληθινό Θεό. Ἐπέβαλε τήν καταστροφή 

τῶν βωμῶν, ἐνῶ διέθετε τά ἀπαιτούμενα γιά νά διαδοθεῖ ἡ λατρεία τῶν εἰδωλολατρικῶν

 φοινικικῶν θεοτήτων. Στό βιβλίο Βασιλειῶν Γ΄ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης περιγράφεται 

μέ ζωηρά χρώματα τό μέγεθος τῆς ἀσέβειας τοῦ Ἀχαάβ καί τῆς  Ἰεζάβελ:

 Ὁ Ἀχαάβ ἔπραξε ὅ,τι δυσαρεστεῖ τόν Κύριο, ξεπερνώντας ὅλους τούς προκατόχους του…

 Πῆρε γιά γυναίκα του τήν Ἰεζάβελ.. καί πῆγε καί λάτρεψε τόν Βάαλ καί τόν προσκύνησε. 

 Ἔχτισε θυσιαστήριο στόν Βάαλ, στό ναό τοῦ Βάαλ, πού εἶχε ἀνεγείρει στή Σαμάρεια. 

Ὁ Ἀχαάβ κατασκεύασε ἐπίσης ξύλινη

 λατρευτική στήλη καί ἔκανε περισσότερες ἁμαρτίες ἀπ’ ὅλους τούς

 προκατόχους του βασιλιάδες τοῦ Ἰσραήλ, ἐξοργίζοντας ἔτσι τόν Κύριο,

 τόν Θεό του (Γ΄ Βασ. ιϛ´ 31-33).

     Εἶχε φτάσει πλέον ἡ στιγμή νά δράσει ὁ προφήτης  Ἠλίας. 

 Ἐμφανίζεται στό βασιλιά Ἀχαάβ καί τοῦ λέει: Ὁρκίζομαι στόν Κύριο

 πού ὑπηρετῶ, τόν ἀληθινό Θεό τοῦ Ἰσραήλ, ὅτι τά ἑπόμενα χρόνια δέν

 θά πέσει στή γῆ δροσιά οὔτε βροχή, παρά μόνο μέ προσταγή δική μου

 (Γ΄ Βασ. 17,1). Ἡ κατηγορηματική αὐτή προαγγελία τοῦ προφήτη, 

τόν ὁποῖο σεβόταν ὁ λαός καί ἑπομένως ὑπολόγιζε ὁ βασιλιάς, ἦταν

 ἑπόμενο νά ἐξαγριώσει τή βασιλική αὐλή καί ἰδιαίτερα τήν  Ἰεζάβελ. 

Γιά νά μή κινδυνέψει λοιπόν ὁ Ἠλίας, ὁ Θεός ἔλαβε πρόνοια γι’ αὐτόν.

Ἡ τριετής ἀνομβρία.

     Ὁ Κύριος εἶπε στόν Ἠλία: Φύγε ἀπό ἐδῶ καί πήγαινε πρός τά ἀνατολικά, 

νά κρυφτεῖς κοντά στό χείμαρρο Χοράθ (Χερίθ), ἀνατολικά τοῦ  Ἰορδάνη.

 Θά πίνεις νερό ἀπό τό χείμαρρο κι ἐγώ θά δώσω προσταγή στούς κόρακες

 νά φροντίζουν γιά τήν τροφή σου ἐκεῖ (Γ΄ Βασ. ιζ´ 24).

 Ὁ προφήτης συμμορφώθηκε. Ἡ τριετής ξηρασία

 (τήν ὁποία μνημονεύει καί ὁ ἱστορικός Ἰώσηπος στήν «Ἰουδαϊκή Ἀρχαιολογία»

 VII, 13,2) ἄρχισε. Ὁ προφήτης κρυβόταν στό μέρος πού τοῦ εἶχε ὑποδειχθεῖ ἀπό

 τόν Θεό. Ἐκεῖ, οἱ κόρακες τοῦ ἔφερναν ψωμί καί κρέας πρωί καί βράδυ, κι ἔπινε

 νερό ἀπό τό χείμαρρο. Μετά ὅμως ἀπό μερικές μέρες ξεράθηκε ὁ χείμαρρος

, γιατί ὑπῆρχε ἀνομβρία στή χώρα (Γ΄ Βασ. ιζ´ 67).

Φιλοξενούμενος στή Σαρεπτά.

    Τότε παίρνει καί πάλι νέα ἐντολή ἀπό τόν

 Κύριο πού τοῦ εἶπε: Σήκω, πήγαινε στή Σαρεπτά, 

στήν περιοχή τῆς Σιδώνας καί μεῖνε ἐκεῖ. 

Ἐγώ διέταξα μία χήρα νά φροντίζει γιά 

τήν τροφή σου. Ξεκίνησε ὁ Ἠλίας

 καί ὅταν ἔφτασε στήν πύλη τῆς πόλης εἶδε μία γυναίκα πού μάζευε ξύλα. 

Τῆς φώναξε καί τῆς εἶπε: Φέρε μου, σέ παρακαλῶ, λίγο νερό σ’ ἕνα κύπελο γιά νά πιῶ… 

καί φέρε μου ἐπίσης ἕνα κομμάτι ψωμί. Ἡ ἀπάντηση τῆς γυναίκας, πού ἦταν χήρα,

 εἶναι συγκλονιστική: Μά τόν ἀληθινό Θεό, τόν Θεό σου, δέν ἔχω καθόλου

 ψωμί, παρά μόνο μία χούφτα ἀλεύρι στό πιθάρι καί λίγο λάδι στό δοχεῖο. 

Ἦρθα ἐδῶ γιά νά μαζέψω λίγα ξύλα, νά πάω νά ἑτοιμάσω γιά μένα καί τό γιό μου 

ὅ,τι ἔχει ἀπομείνει, νά τό φᾶμε καί μετά νά πεθάνουμε.

     Ὁ προφήτης  Ἠλίας ἐπέμεινε. Τῆς εἶπε λοιπόν νά μήν ἀνησυχεῖ.

 Νά πάει σπίτι της καί νά κάνει αὐτό πού εἶχε στό μυαλό της. Τῆς ζήτησε ὅμως

 νά φτιάξει πρῶτα μία μικρή λαγάνα γιά κεῖνον ἀπό τό λίγο ἀλεύρι της καί νά τοῦ τή

 φέρει, ἔπειτα νά φτιάξει γιά τήν ἴδια καί τό γιό της. Γιατί ὁ Κύριος, ὁ Θεός τοῦ

  Ἰσραήλ, λέει: τό πιθάρι μέ τό ἀλεύρι δέν θ’ ἀδειάσει καί τό λάδι στό δοχεῖο δέν θά

 λιγοστέψει, ὥς τή μέρα πού ὁ Κύριος θά στείλει βροχή. Ἡ γυναίκα ἔκανε ὅπως

 τῆς εἶπε ὁ προφήτης, μέ ἀποτέλεσμα οὔτε τό ἀλεύρι οὔτε τό λάδι νά τελειώνουν

 γιά πολλές ἡμέρες (Γ΄ Βασ. ιζ´ 816).

     Σχολιάζοντας ὁ ἅγιος  Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος τήν ἀνομβρία καί τή φιλοξενία

 τῆς χήρας τῆς Σαρεπτά λέει τά ἑπόμενα (στόν Λόγο του «εἰς τόν Πέτρον τόν

 ἀπόστολον καί  Ἠλίαν τόν προφήτην», Migne, P.G. 50, § B΄Δ΄, 728-735):

 «Ὁ προφήτης Ἠλίας ἦταν τόσο αὐστηρός μέ τούς ἁμαρτάνοντες, ὥστε

 προσευχήθηκε κάποτε νά μή πέσει βροχή… Κι αὐτό τό ἔκανε κινούμενος\

 ἀπό πολύ μεγάλο ζῆλο. Διότι ἔβλεπε νά γίνονται πολλά ἄτοπα… καί ἡ

 παρεκτροπή ἦταν γενική… Μόνο ὁ Ἠλίας εἶχε ἀναμμένο τό λυχνάρι τῆς

 ἀρετῆς… Τά πάντα ἐρημώνονταν καί ἐξαφανίζονταν…, ὅλοι πέθαιναν

 ἐξαιτίας τῆς ἀβροχίας…, ἀλλά γιά τίποτα δέν τόν ἔνοιαζε τόν Ἠλία, που ἦταν 

μεθυσμένος ἀπό τόν ἱερό ζῆλο… Τί κάνεις, Ἠλία;   Ἔστω, οἱ νέοι ἁμάρτησαν·

 γιατί τιμωροῦνται τά παιδιά;  Ἔστω, ἁμάρτησαν οἱ ἄνθρωποι· γιατί μαζί 

τους πεθαίνουν καί τά ζῶα; Τόσο μεγάλη ἀσπλαχνία ἔχεις; Καθόλου δέν σέ μέλει 

γιά τούς ἀνθρώπους; Γυναίκα καί παιδί δέν ἔχεις· ἀδιαφορεῖς γι’ αὐτούς πού χάνονται.»

    Τί τοῦ λέει λοιπόν ὁ Θεός; Πήγαινε στόν χείμαρρο Χοράθ καί θά διατάξω 

κόρακα νά σοῦ φέρνει τροφή… Πῶς τρεφόταν ἀπό κόρακα; Ἀφοῦ ὁ κόρακας κατά τό

 (μωσαϊκό) νόμο εἶναι ἀκάθαρτος… Κι ὅμως ὁ Ἠλίας τρεφόταν ἀπό κόρακα, πιστεύοντας

 ὅτι τίποτα δέν εἶναι ἀκάθαρτο ἀφοῦ δημιουργήθηκε ἀπό τόν Κύριο…

 Ἔπειτα, ἐπειδή ὁ χείμαρρος ξεράθηκε…, πήγαινε, τοῦ εἶπε, στή Σαρεπτά καί 

θά διατάξω γυναίκα χήρα νά σέ διατρέφει ἐκεῖ. Αὐτό τό ἔκανε ὁ Θεός κατ’ οἰκονομίαν.

  Ἐπειδή δηλαδή ὁ Ἠλίας δέν ἤξερε τά ὅσα εἶχαν συμβεῖ… καί τή γενική συμφορά…,

 τόν στέλνει ὁ Θεός…, ὥστε ἀφοῦ δεῖ καί ὁ Ἠλίας τί εἶχε συμβεῖ, νά ζητήσει ἐπίμονα

 ἀπό τόν Κύριο νά δώσει βροχή.»… Ὁ Ἠλίας δέν εἶπε στόν Θεό· σέ ποιόν μέ στέλνεις;…

 μήπως δέν ὑπάρχουν ἄλλοι ἄνθρωποι πλουσιότεροι πού μποροῦν νά παρηγορήσουν 

τήν πείνα μου;»Δέν ξέρω πῶς νά ἐπαινέσω τή χήρα· πῶς περιφρόνησε τό γιό της 

καί ἄνοιξε τό σπίτι της νά φιλοξενήσει… Ἔσπειρε φιλοξενία ἡ χήρα καί ἀμέσως

 θέρισε τό καρπερό στάχυ τῆς φιλοξενίας. Διότι, τί τῆς εἶπε ὁ Ἠλίας; Ζεῖ ὁ Κύριος, 

τό πιθάρι μέ τ’ ἀλεύρι δέν θά ἀδειάσει καί τό δοχεῖο μέ τό λάδι δέν θά μειωθεῖ».

Ἡ ἀνάσταση τοῦ γιοῦ τῆς χήρας.

     Ὕστερα ἀπό τά γεγογονότα αὐτά ἀρρώστησε βαριά καί πέθανε ὁ γιός τῆς

 χήρας πού φιλοξενοῦσε τόν προφήτη. Τότε ἡ γυναίκα, καθώς μᾶς πληροφορεῖ

 τό βιβλίο «Βασιλειῶν Γ΄» (κεφ. ιζ´, 18-24), εἶπε στόν προφήτη  Ἠλία:

 Τί σοῦ χρωστοῦσα, ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ;  Ἦρθες στό σπίτι μου γιά νά μοῦ ὑπενθυμίσεις

 τήν ἁμαρτία μου καί νά κάνεις νά πεθάνει ὁ γιός μου; Ἐκεῖνος ὅμως τό πῆρε ἀπό 

τήν ἀγκαλιά της, τό ἀνέβασε στό ἀνώγι ὅπου ἔμενε ὁ ἴδιος καί προσευχήθηκε στόν

 Κύριο, λέγοντας: Κύριε, Θεέ μου, γιατί ἔκανες κακό στή χήρα πού μέ φιλοξενεῖ,

 ἀφήνοντας νά πεθάνει ὁ γιός της; Καί συνέχισε, παρακαλώντας νά ἐπιστρέψει ἡ

 ψυχή τοῦ παιδιοῦ αὐτοῦ μέσα του. Ὁ Κύριος ἄκουσε τήν προσευχή του καί

 ἀνέστησε τό παιδί. Τό πῆρε ὁ προφήτης Ἠλίας καί τό κατέβασε ἀπό τό ἀνώγι.

 Τό παρέδωσε στή μητέρα του λέγοντας: Νά ὁ γιός σου, εἶναι ζωντανός.

 Κι ἐκείνη τοῦ ἀπάντησε:

 Τώρα κατάλαβα ὅτι ἐσύ εἶσαι ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ καί ὅ,τι προφητεύει τό

 στόμα σου εἶναι πραγματικά λόγος Κυρίου.

Ἡ παρρησία τοῦ Ἠλία ἐνώπιον τοῦ βασιλιᾶ.

     ταν ἤδη ὁ τρίτος χρόνος τῆς φοβερῆς ξηρασίας, ὅταν ὁ Θεός μίλησε στόν

 προφήτη καί τοῦ εἶπε: Πήγαινε νά παρουσιαστεῖς στόν Ἀχαάβ, κι ἐγώ θά στείλω 

βροχή στή γῆ (Γ΄ Βασ. 18,1). Στό μεταξύ ἡ πείνα εἶχε ἐπιδεινωθεῖ στή Σαμάρεια.

 Ὅταν ἔγινε ἡ συνάντηση τοῦ Ἠλία μέ τό βασιλιά Ἀχαάβ ἐκεῖνος εἶπε στόν

 προφήτη: Ἐσύ εἶσαι πού ἀναστατώνεις τόν Ἰσραήλ; γιά νά πάρει τή γεμάτη 

παρρησία ἀπάντηση: Δέν ἀναστατώνω ἐγώ τόν Ἰσραήλ, ἀλλά ἐσύ καί ἡ οἰκογένειά

 σου, ἐπειδή ἀρνηθήκατε νά ὑπακούσετε στίς ἐντολές τοῦ Κυρίου καί λατρέψατε

 τίς θεότητες τοῦ Βάαλ (Γ΄ Βασ. ιη´ 17-18). Τόν προκάλεσε μάλιστα νά δώσει ἐντολή

 νά συγκεντρωθοῦν ὅλοι οἱ Ἰσραηλίτες στό ὄρος Κάρμηλος, μαζί μέ τούς 450

 «προφῆτες» τοῦ Βάαλ καί τούς 400 «προφῆτες» τῆς Ἀστάρτης, πού ἦταν 

προστατευόμενοι τῆς βασίλισσας  Ἰεζάβελ.
     ταν ἔγινε αὐτή ἡ συγκέντρωση λαοῦ καί «προφητῶν», ὁ Ἠλίας ἀπευθύνθηκε

 στούς  Ἰσραηλίτες καί μέ πύρινο λόγο τούς ἔλεγξε γιά τήν πίστη τους: 

 Ὥς πότε θά ἀμφιταλαντεύεστε; Ἄν ὁ Κύριος εἶναι Θεός, ἀκολουθῆστε τον·

 κι ἄν εἶναι ὁ Βάαλ, ἀκολουθῆστε ἐκεῖνον… (Γ΄ Βασ. ιη´21).

Φωτιά ἀπό τόν οὐρανό στόν βωμό τοῦ Ἠλία.

    Κι ἐνῶ ὁ λαός ἔμενε σιωπηλός, ὁ προφήτης τοῦ Θεοῦ συνέχισε: 

Ἐγώ ἀπέμεινα μόνος προφήτης τοῦ Κυρίου, ἐνῶ οἱ προφῆτες τοῦ Βάαλ

 εἶναι 450. Ἄς μᾶς φέρουν δύο μοσχάρια κι ἄς διαλέξουν τό ἕνα γιά τόν ἑαυτό τους·

 ἄς τό κομματιάσουν κι ἄς τό βάλουν πάνω στά ξύλα· φωτιά ὅμως νά μή

 βάλουν. Ἐγώ θά πάρω τό ἄλλο μοσχάρι καί θά τό βάλω πάνω στά ξύλα

 καί δέν θά βάλω φωτιά. Ἄς ἐπικαλεστοῦν αὐτοί τό ὄνομα τοῦ θεοῦ τους καί θά

 ἐπικαλεστῶ κι ἐγώ τό ὄνομα τοῦ Κυρίου. Ὅποιος θεός ἀπαντήσει μέ φωτιά,

 αὐτός θά εἶναι ὁ ἀληθινός Θεός. Καί ὁ λαός ἀπάντησε: Σωστά μίλησες (Γ΄ Βασ. ιη´ 22-24).

      συνέχεια εἶναι λίγο πολύ σέ ὅλους τούς χριστιανούς γνωστή: 

Οἱ 450 «προφῆτες» τοῦ Βάαλ προσεύχονταν στό θεό τους ἀπό τό πρωί ὥς τό

 μεσημέρι: «Βάαλ, ἄκουσέ μας», φώναζαν καί χοροπηδοῦσαν γύρω ἀπό τό 

θυσιαστήριο πού εἶχαν ἑτοιμάσει. Ἀλλά καμία φωνή καί καμία ἀπάντηση δέν 

ἔπαιρναν ἀπό τό θεό τους. Πρός τό μεσημέρι ὁ Ἠλίας ἄρχισε νά τούς περιπαίζει, 

λέγοντάς τους: Φωνάξτε πιό δυνατά, θεός εἶν’ αὐτός καί μπορεῖ νά ’ναι βυθισμένος 

σέ σκέψεις· μπορεῖ νά εἶναι κάπου ἀπασχολημένος ἤ νά ταξιδεύει. 

 Ἴσως κοιμᾶται καί πρέπει νά ξυπνήσει (Γ΄ Βασ. 18,27). Εἰς μάτην ὅμως! 

Καμία φωνή, κανένα σημάδι ὅτι ὁ θεός τους εἶχε ἀκούσει τίς ἱκεσίες τους.

      Νωρίς τό ἀπόγευμα ὁ προφήτης κάλεσε κοντά του τό λαό, πού πλησίασε

 στό θυσιαστήριο τοῦ Κυρίου τό ὁποῖο εἶχε καταστραφεῖ ἀπό τήν Ἰεζάβελ

 καί ξαναστήσει ὁ  Ἠλίας μέ 12 πέτρες, ὅσοι καί οἱ γιοί τοῦ  Ἰακώβ καί οἱ 12 

φυλές τοῦ  Ἰσραήλ. Ἔβαλε πάνω στό θυσιαστήριο ξύλα, κομμάτιασε τό

 μοσχάρι καί τό τοποθέτησε πάνω τους.  Ἔπειτα ζήτησε τέσσερις κάδους

 νερό κι ἔδωσε ἐντολή νά τό χύσουν πάνω στό ὁλοκαύτωμα καί τά ξύλα.

 Τό ἴδιο εἶπε καί ἔκαναν δεύτερη καί τρίτη φορά. Στή συνέχεια πλησίασε

 τό θυσιαστήριο καί προσευχήθηκε σέ ἐπήκοο ὅλων: Κύριε, Θεέ τοῦ  Ἀβραάμ, τοῦ 

 Ἰσαάκ καί τοῦ  Ἰακώβ, ἄς μάθουν ὅλοι σήμερα ὅτι ἐσύ εἶσαι Θεός στόν  Ἰσραήλ

 κι ἐγώ δοῦλος σου, καί ὅτι ἐγώ ἔκανα ὅλα αὐτά τά πράγματα σύμφωνα μέ τό λόγο σου.

 Ἀπάντησέ μου, Κύριε, ὥστε νά μάθει ὁ λαός σου αὐτός ὅτι ἐσύ εἶσαι ὁ Κύριος,

 ὁ Θεός, κι ὅτι ἐσύ θά ξαναφέρεις τήν καρδιά τους κοντά σου (Γ΄ Βασ. 18, 3637).

    Τότε λοιπόν ἔπεσε φωτιά ἀπό τόν οὐρανό καί ἔκαψε ἐντελῶς τά κομμάτια τοῦ 

μοσχαριοῦ, τά ξύλα, ἀκόμα καί τίς πέτρες καί τό χῶμα. Ἔκπληκτοι ὅλοι ἔσκυψαν

 τό κεφάλι καί εἶπαν: Ὁ Κύριος! Αὐτός εἶναι ὁ Θεός! Καί ὁ Ἠλίας: 

Πιάστε τούς «προφῆτες» τοῦ Βάαλ, νά μή σᾶς ξεφύγει κανείς. 

Τούς συνέλαβαν, τούς κατέβασαν στό χείμαρρο Κισών κι ἐκεῖ τούς ἐξολόθρευσε 

(Γ΄ Βασ. ιη´ 38-40).

Τό τέλος τῆς τριετοῦς ξηρασίας.

    Μετά τό γεγονός αὐτό τά σύννεφα σκοτείνιασαν τόν οὐρανό καί ξέσπασε θύελλα

 καί δυνατή βροχή (Γ΄ Βασ. ιη´, 45). Ὁ βασιλιάς ἐπιστρέφοντας στό παλάτι διηγήθηκε

 στή γυναίκα του Ἰεζάβελ ὅλα ὅσα ἔκανε ὁ προφήτης Ἠλίας καί πώς ἐξολόθρευσε

 τούς «προφῆτες» τοῦ Βάαλ.  Ἡ  Ἰεζάβελ ὀργισμένη ἔστειλε μέ ἀγγελιοφόρο 

μήνυμα στόν  Ἠλία: Νά μέ τιμωρήσουν οἱ θεοί, ἄν αὔριο τέτοια ὥρα δέν σοῦ

 κάνω ὅ,τι ἔκανες ἐσύ στούς προφῆτες (Γ΄ Βασ. ιθ´,2).


Ὁ Ἠλίας κρύβεται στό ὄρος Χωρήβ.

   ταν ὁ προφήτης πῆρε τό μήνυμα φοβήθηκε καί σηκώθηκε κι ἔφυγε γιά νά 

σώσει τή ζωή του. Στό Γ΄ Βασιλειῶν (ιθ´, 3-10) περιγράφεται μέ ἐνάργεια τό περιστατικό: 

Φεύγοντας πῆγε στή ΒέερΣεβά, πού ἀνῆκε στό βασίλειο τοῦ  Ἰούδα.  Ἄφησε ἐκεῖ 

τόν ὑπηρέτη του κι ὁ ἴδιος προχώρησε μιᾶς ἡμέρας δρόμο μέσα στήν ἔρημο. 

Ἦρθε καί κάθισε στή σκιά ἑνός σπαρτόδενδρου. Παρακαλοῦσε νά πεθάνει:

 Ἀρκετά ὥς ἐδῶ, Κύριε, ἔλεγε. Πάρε τή ζωή μου, γιατί ἐγώ δέν εἶμαι καλύτερος 

ἀπό τούς προγόνους μου.   Ὕστερα ξάπλωσε καί τόν πῆρε ὁ ὕπνος. Ἄγγελος Κυρίου 

ὅμως τόν ἄγγιξε καί τοῦ εἶπε: Σήκω καί φάγε. Γυρίζοντας ὁ  Ἠλίας τό κεφάλι

 του εἶδε μία λαγάνα ψητή σέ καυτές πέτρες καί μία κανάτα νερό. Ἀφοῦ ἔφαγε

 καί ἤπιε, ξάπλωσε καί πάλι. Ἀλλά ὁ ἄγγελος τοῦ εἶπε: Σήκω καί φάγε, γιατί ἔχεις

 ἀκόμα πολύ δρόμο μπροστά σου. Ὁ προφήτης συμμορφώθηκε. 

Καί μέ τή δύναμη ἐκείνης τῆς τροφῆς βάδισε 40 μερόνυχτα ὥς τό Χωρήβ,

 τό βουνό τοῦ Θεοῦ. Μπῆκε σέ μία σπηλιά, ὅπου πέρασε τή νύχτα. 

Τότε ὁ Κύριος τόν ρώτησε: Τί ζητᾶς ἐδῶ, Ἠλία; Καί ὁ προφήτης ἀπάντησε:

 «Ἐγώ ἀγωνίστηκα μέ μεγάλο ζῆλο γιά σένα, Κύριε, Θεέ τοῦ σύμπαντος.

 Ἀλλά οἱ Ἰσραηλίτες ἀθέτησαν τή διαθήκη σου, γκρέμισαν τά θυσιαστήριά 


σου καί κατέσφαξαν τούς προφῆτες σου· μόνον ἐγώ ἀπέμεινα καί ζητοῦν κι ἐμένα 

νά θανατώσουν».

   Ὁ Κύριος στή συνέχεια ἐμφανίστηκε στόν Ἠλία ὄχι ὡς μεγάλος καί δυνατός ἄνεμος

 πού ἔσχιζε τά βουνά καί σύντριβε τούς βράχους στό πέρασμά του· οὔτε σάν σεισμός

 ἤ φωτιά, ἀλλά ὡς ἕνας ἦχος ἀπό ἐλαφρό ἀεράκι (Γ΄ Βασ. ιθ´, 11-12).

 Καί ἔδωσε ἐντολή στόν προφήτη του νά πάει στήν Δαμασκό γιά νά χρίσει τόν

 νέο βασιλιά τῶν Συρίων, ὕστερα τόν νέο βασιλιά τοῦ Ἰσραήλ καί στήν συνέχεια

 νά χρίσει διάδοχό του προφήτη τόν Ἐλισαῖο. Πράγμα πού ἔκανε ὁ Ἠλίας.

Ἡ ἁρπαγή τοῦ προφήτου  Ἠλία στόν οὐρανό.

    φοῦ ὁ προφήτης Ἠλίας ἔζησε καί ἔδρασε κατά τό θέλημα τοῦ Κυρίου,

 ἔφτασε ὁ καιρός νά τόν πάρει ὁ Θεός στούς οὐρανούς μέσα σέ ἀνεμοστρόβιλο

 (Δ΄Βασ. β´1). Τό θαυμαστό γεγονός περιγράφεται πολύ παραστατικά στό

 2ο κεφάλαιο τοῦ βιβλίου «Βασιλειῶν Δ΄» ὡς ἑξῆς:


   Μία φορά πού ὁ Ἠλίας καί ὁ (μαθητής του) Ἐλισαῖος ἐπέστρεφαν μαζί ἀπό τά

 Γάλγαλα, εἶπε κάποια στιγμή ὁ πρῶτος στό δεύτερο: Μεῖνε ἐδῶ, γιατί ὁ Κύριος

 μέ στέλνει στή Βαιθήλ. Ὁ  Ἐλισαῖος ἀπάντησε:  Ὁρκίζομαι στόν ἀληθινό Θεό

 καί σ’ ἐσένα, ὅτι δέν θά σ’ ἀφήσω.  Ἔτσι πῆγαν μαζί στή Βαιθήλ, 

πού εἶναι ἱερός τόπος βόρεια τῆς Ἰερουσαλήμ. Ἐκεῖ βρισκόταν μία ὁμάδα προφητῶν

 πού εἶπαν στόν Ἐλισαῖο: Τό ξέρεις ὅτι σήμερα ὁ Θεός θά πάρει ἀπό κοντά

 σου τόν κύριό σου; Αὐτός ἀπάντησε πώς τό ξέρει, ἀλλά τούς παρεκάλεσε νά μή 

μιλᾶνε γι’ αὐτό.

   στερα ὁ Ἠλίας καί ὁ Ἐλισαῖος πῆγαν στήν Ἰεριχώ. Τήν ἴδια ἐρώτηση ἔκαναν

 στόν Ἐλισαῖο καί οἱ ἐκεῖ προφῆτες, πῆραν ὅμως τήν αὐτή ἀπάντηση. Κατόπιν οἱ δυό

 τους, κατά τήν ἐντολή τοῦ Κυρίου, βάδισαν πρός τόν Ἰορδάνη ποταμό, ἐνῶ τούς

 ἀκολουθοῦσαν 50 προφῆτες πού στάθηκαν σέ κάποια ἀπόσταση ἀπ’ αὐτούς.

 Τότε ὁ Ἠλίας πῆρε τό μανδύα του [τή μηλωτή], τόν δίπλωσε καί χτύπησε 

μ’ αὐτόν τά νερά. Ἐκεῖνα ἄνοιξαν στά δύο καί πέρασαν ἀνάμεσα οἱ δυό ἄντρες

 πατώντας σέ ξηρά (Δ΄ Βασ. β´ 8). Ὁ Ἠλίας εἶπε στό μαθητή του: Ζήτησέ μου

 τί θέλεις νά κάνω γιά σένα, πρίν μέ πάρει ὁ Κύριος ἀπό κοντά σου.

 Κι ὁ  Ἐλισαῖος ζήτησε νά τοῦ δώσει διπλάσιο τό προφητικό του πνεῦμα.

 Ὁ Ἠλίας τοῦ εἶπε: Δύσκολο πράγμα ζήτησες.  

Ὡστόσο ἄν μέ δεῖς τή στιγμή πού θά φεύγω ἀπό κοντά σου, τότε θά γίνει

 αὐτό πού ζήτησες· ἄν ὅμως δέν μέ δεῖς, δέν θά γίνει (Δ΄Βασ. β´10).

    Ξαφνικά, καθώς προχωροῦσαν συζητώντας, φάνηκε ἕνα ἅρμα ἀπό

 φωτιά, κι ἄλογα πύρινα τούς χώρισαν τόν ἕναν ἀπό τόν ἄλλον.

 Κι ἀνέβαινε ὁ Ἠλίας μέσα σέ ἀνεμοστρόβιλο στόν οὐρανό (στίχ. 11), 

ἐνῶ ἄφησε νά πέσει ἀπό πάνω του ὁ μανδύας (μηλωτή) πού τόν μάζεψε

 ὁ  Ἐλισαῖος. Οἱ προφῆτες πού παρακολουθοῦσαν τά γινόμενα ἀπό μακριά

, εἶπαν: Τό πνεῦμα τοῦ Ἠλία ἔμεινε στόν  Ἐλισαῖο (στίχ. 15).
    Ὁ προφήτης Ἠλίας ἔδειξε ἔνθερμο ζῆλο γιά τό νόμο τοῦ Θεοῦ 

καί γι’ αὐτό ἀναλήφθηκε στόν οὐρανό (Α΄Μακκ. β´58).

Ἐπίλογος

     Αὐτός εἶναι ὁ βίος καί ἡ πολίτεία τοῦ ἁγίου ἐνδόξου προφήτου Ἠλιού τοῦ 

Θεσβίτου, τοῦ «ζηλωτοῦ καί τῶν παθῶν αὐτοκράτορος», τοῦ ὑψιπέτου 

καί «τῶν προφητῶν τό ἐγκαλλώπισμα», τοῦ «ἐν σώματι ἀγγέλου καί τοῦ ἀσάρκου

 ἀνθρώπου», «τοῦ φθαρτοῦ ἀνθρώπου» πού «ἀφθαρσίαν ἐνδέδυται»,

 τοῦ οὐρανοδρόμου, «τοῦ ἐπόπτου ἀρρήτων μυστηρίων».
    Καί τίς μεσιτεῖες του ἄς ἐπικαλοῦνται στίς προσευχές τους οἱ πιστοί, κράζοντες 

μαζί μέ τόν ὑμνωδό του:

Προφῆτα καί προόπτα τῶν μεγαλουργιῶν τοῦ Θεοῦ, 

Ἠλία μεγαλώνυμε, ὁ τῷ φθέγματί σου στήσας τά ὑδατόρρητα 

νέφη, 

πρέσβευε ὑπέρ ἡμῶν, πρός τόν μόνον Φιλάνθρωπον.

                                        Ἀπολυτίκιον τοῦ Προφήτου  Ἠλία

Ἦχος δ´ . Ταχύ προκατάλαβε

Ὁ ἔνσαρκος ἄγγελος, τῶν Προφητῶν ἡ κρηπίς,
ὁ δεύτερος Πρόδρομος τῆς παρουσίας Χριστοῦ,Ἠλίας ὁ ἔνδοξος

,ἄνωθεν καταπέμψας, 

Ἐλισσαίῳ τὴν χάριν,νόσους ἀποδιώκει, καὶ λεπροὺς καθαρίζει·διὸ καὶ τοῖς

  τιμῶσιν αὐτὸν βρύει ἰάματα.