ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Σάββατο, 27 Οκτωβρίου 2018

Κυριακή Ζʼ Λουκά: Η δύναμη του Θεού και η πίστη του ανθρώπου (Αγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

(Λουκ. η’ 41-56)

Όταν οι ακτίνες του ήλιου πέφτουν σ’ ένα βράχο, τον κάνουν να λάμπει. Όταν η φλόγα αγγίξει ένα άκαφτο κερί, το ανάβει. Όταν ο μαγνήτης αγγίξει ένα μεταλλικό αντικείμενο, το μαγνητίζει. Όταν το ηλεκτροφόρο καλώδιο αγγίξει ένα συνηθισμένο σύρμα, και τα δυο τους ηλεκτρίζονται.
Όλες αυτές οι φυσικές ενέργειες δεν είναι παρά εικόνες ή πνευματικά φαινόμενα. Όλα όσα συμβαίνουν στον εξωτερικό κόσμο, είναι απλά η εικόνα όσων γίνονται στον εσωτερικό. Ολόκληρη η εφήμερη φύση είναι σαν ένα όνειρο, σε σχέση με την εσωτερική πραγματικότητα, σαν ένα παραμύθι, όταν μιλάμε με όρους αιώνιας ζωής.
Κυριακή Ζ’ Λουκά: Ομιλία για τη θυγατέρα του Αρχισυναγώγου και για την αιμορροούσα (Επισκόπου Θεοφάνους Κεραμέως)

Σήμερα το ιερό Ευαγγέλιο μας (Λουκ. η’ 41-56) περιέγραψε διπλή ιστορία θαυμάτων. Και μάλλον αυτό είναι το κατά πολύ πιο παραδοξότατο των μεγάλων θαυμάτων, από όσα προηγήθηκαν. Από το να θεραπευθεί ο κωφάλαλος, ή ο παράλυτος, ή ο τυφλός, ή ο μανιακός, είναι πιο θαυμαστό το να ξαναζήσει αυτός που πέθανε. Και τώρα θαυματουργεί ο Κύριος, κάνοντας αρχή από την ανάσταση της θυγατέρας του Ιαείρου και παίρνει αυτήν την παρθένο από τον θάνατο απαρχή (πρώτη λεία) και αρχίζοντας έτσι να αιχμαλωτίζει τον άδη, το κάνει αυτό περισσότερο στη συνέχεια, γιατί η είσοδος του θανάτου στον κόσμο έγινε από την παρθένο Εύα. Αλλά, ανοίγοντας το ιερό βιβλίο του Ευαγγελίου, ας ακούσουμε τα ίδια τα λόγια του: «Εκείνο τον καιρό, πλησίασε τον Ιησού κάποιος άνθρωπος που τον έλεγαν Ιάειρο και ήταν άρχοντας της Συναγωγής. Αυτός έπεσε στα πόδια του Ιησού και Τον παρακαλούσε να πάει στο σπίτι του, γιατί είχε μια μοναχοκόρη δώδεκα χρόνων, που ήταν ετοιμοθάνατη» (Λουκ. η’ 41-42).
Κυριακή ζ' Λουκά - Ομιλία του Αγίου Ιωάννου Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως του Χρυσοστόμου.
Ομιλία του Αγίου Ιωάννου Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως του Χρυσοστόμου, περί της αναστάσεως της θυγατρός του Ιαείρου, και περί της αιμορροούσης.

Το έργον επρόφθασε τους λόγους, και οι Φαρισαίοι απεστομώθησαν ακόμη περισσότερο. Διότι ήταν αρχισυνάγωγος αυτός που ήλθε, και το πένθος βαρύ. Το παιδί μονογενές και στο άνθος της ηλικίας του, μόλις δώδεκα ετών. Και το ανέστησε δια μιάς. Εάν δε ο Λουκάς λέγει ότι ήλθαν και είπαν «μη σκύλλε, μη ταλαιπωρείς τον διδάσκαλον’ τέθνηκε γαρ», θα απαντήσωμε τούτο, ότι το «άρτι ετελεύτησε» το είπεν εκείνος στοχαζόμενος τον χρόνο της οδοιπορίας ή για να επαυξήσει την συμφορά. Συνηθίζουν, όσοι παρακαλούν, να μεγαλοποιούν με τα λόγια την συμφορά τους, και να προσθέτουν κάτι επιπλέον ώστε να προσελκύσουν περισσότερο τους ικετευομένους. Κοίτα όμως την απλοϊκότητά του. Δύο πράγματα απαιτεί από τον Χριστόν, και να έλθει ο ίδιος, και να βάλει το χέρι του επάνω. Πράγμα που σημαίνει ότι η μικρή ανέπνεε ακόμη όταν την άφησε. Το ίδιο απαιτούσε και εκείνος ο Σύρος Νεεμάν από τον Προφήτην.
 Ἡ μυστικὴ ἐπαφὴ μὲ τὸν Χριστὸ. Κυριακὴ Ζ΄ Λουκᾶ (Λουκ. 8,41-56). (†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Καντιώτης

Ἡ μυστικὴ ἐπαφὴ μὲ τὸν Χριστὸ.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Καντιώτης

Μόλις, ἀγαπητοί μου, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς εἶχε ἐπιστρέψει διωγμένος ἀπὸ τὴ χώρα τῶν Γαδαρηνῶν, καὶ σπεύδει σὲ νέο καθῆκον. Διαρκὴς εὐεργεσία ἡ ζωή του. Ὁ Χριστὸς καθ᾿ ὁδόν.
Ἡ μονάκριβη κόρη τοῦ ἀρχισυναγώγου τῆς Καπερναοὺμ Ἰαείρου εἶνε στὰ πρόθυρα τοῦ θανάτου.
Ὁ δυστυχισμένος πατέρας πέφτει στὰ πόδια του καὶ παρακαλεῖ, καὶ ὁ μοναδικὸς Ἰατρὸς καλεῖται ἐπειγόντως.
 Η πίστη Νικά. Κυριακή Ζ΄ Λουκά. Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης

«Ἡ πίστις σου σέσωκέ σε… Μὴ φοβοῦ· μόνον πίστευε» (Λουκ. 8,48,50)

Χωρὶς Θεό, ἀγαπητοί μου, δὲ ζῇ ὁ ἄνθρω­πος. Καὶ γι᾽ αὐτὸ δὲν ὑπάρχει ἔθνος καὶ λαὸς ποὺ νὰ μὴ πιστεύῃ στὸ Θεό.
Ὑπάρχουν πολλὲς θρησκεῖες. Ἀλλ᾽ ἐὰν μὲ ρωτήσετε, ποιά ἀπ᾽ ὅλες εἶνε ἡ ἀληθινή, ποιά ἀνταποκρίνεται στὶς πνευματικὲς ἀνάγκες τοῦ ἀνθρώπου, ἀπαντῶ· ἡ θρησκεία ποὺ ἔχου­με ἐ­μεῖς, ἡ Ὀρ­θόδοξος Ἐκκλησία.
ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ΄ΛΟΥΚΑ

Λουκ. 8, 41-56

Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΚΟΡΗΣ ΤΟΥ ΙΑΕΙΡΟΥ

1. Φορτώνεις τόν πόνο σου στόν Χριστό;

            Σήμερα τό Εὐαγγέλιο μᾶς μίλησε γιά δύο πονεμένους ἀνθρώπους. Ἔχει λοιπόν ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον, γιατί ὅλοι μας στή ζωή μας εἴμαστε ἀρκετά πονεμένοι. Ὁ ἕνας γιατί ὁ θάνατος πῆρε προσφιλή του πόσωπα. Ὁ ἄλλος γιατί μιά ἀρρώστια ἀνίατη κάνει νά ὑποφέρει αὐτός ἤ κάποιος δικός του. Καταλαβαίνουμε τόν πόνο τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν ἐπειδή καί ἐμεῖς ἔχουμε πονέσει καί γι' αὐτό τούς κατανοοῦμε.
ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ΄ ΛΟΥΚΑ

Ἡ Κλειδαριά εἶναι ἀπὸ μέσα!...
Μητροπολίτου Νικαίας Γεωργίου Παυλίδου


Κυριακή Z’ Λουκά: Ερμηνεία του Ευαγγελίου και Ομιλία περί του ότι ουδέν τω Θεώ ευπρόσδεκτον, εάν μη και την ψυχήν αυτώ αφιερώσωμεν, και περί του πώς γίνεται η τοιαύτη αφιέρωσις (Αρχιεπίσκοπος Αστραχάν και Σταυρουπόλεως Νικηφόρος Θεοτόκης)

Η ιατρεία της αιμορροούσης και η εκ νεκρών ανάσταση της του Ιαείρου θυγατρός. (Λουκ. η’ 41-56)

– Πολλοί είτε εξ απλότητος είτε εκ πονηρίας ονομάζουσι θαύματα και εκείνα, όσα πράγματι και αληθεία ουκ εισί θαύματα, αλλ’ έργα της φύσεως σπάνια και δύσκολα. Το αληθές θαύμά εστιν έργον ουχί της φύσεως, αλλά της του Θεού δυνάμεως.

– Ποιά είναι τα αναγκαία για να εισακουστεί η δέησή μας προς τον Θεό;

– Γιατί ο Ιησούς, στην περίπτωση της αιμορροούσης, ρωτά ποιός Τον ακούμπησε ενώ γνωρίζει τα πάντα;
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Δύο θαύματα πίστεως

Εὐαγγελικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 28 Ὀκτωβρίου 2018, Ζ΄ Λουκᾶ (Λκ. η΄ 41-56)

1. ΕΥΕΡΓΕΤΙΚΟΣ Ο ΠΟΝΟΣ

Στὴν Καπερναοὺμ ὁ ἀρχισυνάγωγος Ἰάειρος περνοῦσε φοβερὴ δοκιμασία, ζοῦσε τραγικὲς στιγμές. Ἡ μονάκριβη δωδεκάχρονη κόρη του κινδύνευε νὰ πεθάνῃ ἀπὸ στιγμὴ σὲ στιγμή. Κι αὐτὸς τριγυρνοῦσε στοὺς δρόμους τῆς Καπερναοὺμ γιὰ νὰ βρῇ τὸν ἰατρὸ τοῦ κόσμου, τὸν Ἰησοῦ Χριστό. 

Μόλις Τὸν ἀντίκρυσε, ἔπεσε γονατιστὸς στὰ πόδια του καὶ Τὸν θερμοπαρακαλοῦ-σε νὰ ἔλθῃ στὸ σπίτι του, νὰ γιατρέψῃ τὴν ἑτοιμοθάνατη κόρη του.

Πῶς ὅμως αὐτὸς ὁ ἄρχοντας, ὁ ἀρχισυνάγωγος, ποὺ εἶχε τόσο μεγάλη θρησκευτικὴ καὶ κοινωνικὴ θέσι, ταπεινώνεται τόσο πολὺ καὶ πέφτει γονατιστὸς μπροστὰ στὸν Κύριο; Δὲν σκέφθηκε τὸ ἀξίωμά του; Δὲν ντράπηκε τὰ πλήθη τοῦ λαοῦ ποὺ ἦταν τριγύρω καὶ τὸν ἔβλεπαν; Δὲν φοβήθηκε τοὺς Φαρισαίους; Δὲν ὑπολόγισε τίποτε ἀπ’ ὅλα αὐτά! Ἕνα τὸν ἔνοιαζε, ἡ σωτηρία τῆς κόρης του. Ἦταν συντετριμμένος ἀπὸ τὴν συμφορὰ ποὺ τὸν βρῆκε. Ὁ πόνος καὶ ἡ θλῖψι τὸν ταπείνωσε πολύ, τὸν ἔκαμε νὰ πέσῃ σὰν δοῦλος στὰ πόδια τοῦ Κυρίου καὶ νὰ Τὸν προσκυνήσῃ ὡς ἄρχοντα ἀνώτερον ἀπ’ αὐτόν.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Ἡ ἔμψυχη κιβωτός τοῦ Θεοῦ

Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 28 Όκτωβρίου 2018, τῆς Ἁγίας Σκέπης τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου (τῆς Ἑορτῆς: Ἑβρ. θ΄ 1-7)

«Σκηνὴ ἡ λεγομένη Ἅγια Ἁγίων… ἔχουσα… τὴν κιβωτὸν τῆς διαθήκης»

Ἡ ἑορτὴ τῆς Ἁγίας Σκέπης τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου εἶναι μιὰ ξεχωριστὴ Θεομητορικὴ ἑορτή. Τελεῖται εἰς ἀνάμνησιν τοῦ ὁράματος ποὺ εἶδε ὁ ὅσιος Ἀνδρέας ὁ διὰ Χριστὸν σαλὸς κατὰ τὴ διάρκεια ἀγρυπνίας στὸν Ναὸ τῆς Παναγίας τῶν Βλαχερνῶν στὴν Κωνσταν­τινούπολη. Εἶδε δηλαδὴ τὴν Παναγία νὰ ἁπλώνει πάνω ἀπὸ τὸν λαὸ τὸ ἱερὸ Μαφόριό της, τὸ πέπλο μὲ τὸ ὁποῖο σκέπαζε τὴν κεφαλή της, εἰς ἔνδειξιν τῆς προστασίας της πρὸς τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ. Οἱ Χριστιανοὶ πολλὲς φορὲς ἔζησαν τὴ θαυμαστὴ αὐτὴ προστασία, αὐτὴ ὅμως ἔγινε ἰδιαίτερα αἰσθητὴ κατὰ τὸ Ἔπος τοῦ ᾿40. Γι᾿ αὐτὸ ἡ ἑορτὴ τῆς Ἁγίας Σκέπης μὲ ἀπόφαση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου μετατέθηκε ἀπὸ τὴν 1η Ὀκτωβρίου, κατὰ τὴν ὁποία ἦταν καθιερωμένο κανονικὰ νὰ ἑορτάζεται, στὴν 28η τοῦ ἰδίου μηνός.

Στὸ σημερινὸ ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα, ποὺ εἶναι τῆς ἑορτῆς, ἀκούσαμε τὴν περιγραφὴ τῆς Σκηνῆς τοῦ Μαρτυρίου, ποὺ ὅριζε τὸν χῶρο Λατρείας τῶν Ἰσραηλιτῶν, πρὶν κτισθεῖ ὁ Ναὸς τῶν Ἱεροσολύμων. Ἡ ἴδια ἡ Σκηνὴ ἀλλὰ καὶ ὅ,τι ὑπῆρχε σ᾿ αὐτήν, προεικόνιζε καὶ τὴν Παναγία. Τὸ ἱερότερο δὲ ἀπὸ τὰ ἀντικείμενά της ἦταν ἡ Κιβωτὸς τῆς Διαθήκης.

Πῶς ὅμως ἡ Κιβωτὸς προεικόνιζε τὴ Θεοτόκο; Τὴν προεικόνιζε καὶ ἡ ἴδια αὐτὴ καθεαυτή, καὶ λόγῳ τῆς θείας προστασίας ποὺ χάριζε.

1. Ἡ Θεοτόκος ὡς Κιβωτὸς

Ἡ Κιβωτὸς τῆς Διαθήκης ἦταν ἕνα κιβώτιο κατασκευασμένο ἀπὸ ἐκλεκτὸ ξύ­­λο. Ἐξωτερικὰ καὶ ἐσωτερικὰ ἦταν ἐπενδυμένη μὲ καθαρὸ χρυσάφι1.

Μέσα στὴν Κιβωτὸ φυλάσσονταν οἱ πέτρινες πλάκες μὲ τὶς δέκα ἐντολές, τὶς ὁποῖες εἶχε παραλάβει ὁ Μωυσῆς ἀπὸ τὸν Θεὸ στὸ ὄρος Σινᾶ· μία χρυσὴ στάμνα ποὺ περιεῖχε τὸ μάννα· καὶ τὸ ραβδὶ τοῦ Ἀαρὼν ποὺ θαυματουργικὰ εἶχε βλαστήσει.

Ἡ Παναγία προεικονίζεται ἀπὸ τὴν Κιβωτὸ τῆς Διαθήκης, διότι εἶχε ἐξαιρε­τικὴ ἀρετή, ποὺ συμβολίζεται μὲ τὸ ἐξ­αίρετο ξύλο ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἦταν κατασκευασμένη ἡ Κιβωτός. Λόγῳ ἀκριβῶς αὐτῆς τῆς ἀρετῆς της τὴν ἐπεσκίασε τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ὅπως τότε οἱ τεχνίτες ἐπένδυσαν τὴν Κιβωτὸ μὲ χρυσάφι. Ἔτσι, ἡ Παναγία ἀξιώθηκε νὰ χωρέσει τὸν ἄπειρο Δημιουργό της μέσα στὴν πάναγνη κοιλία της – κυοφόρησε καὶ γέννησε τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, Ἐκεῖνον ποὺ ἔδωσε τὸν Νόμο καὶ τὶς δέκα ἐντολές, καὶ ὁ Ὁποῖος εἶναι τὸ ἀληθινὸ μάννα, ὁ οὐράνιος Ἄρτος τῆς ζωῆς. Ἔγινε ἡ Παν­αγία Θεο­τόκος. Ἔγινε Μητέρα χωρὶς νὰ παύσει νὰ εἶναι παρθένος, ὅπως καὶ ἡ ράβδος τοῦ Ἀαρὼν βλάστησε, ἂν καὶ ἦταν ἕνα ξερὸ ξύλο. Οἱ ἀντιστοιχίες σὲ ὅλα τὰ παραπάνω μεταξὺ τῆς Κιβωτοῦ καὶ τῆς Θεοτόκου εἶναι προφανεῖς.

2. Ἡ θαυμαστὴ προστασία της

Ἐπανειλημμένως ὁ Θεὸς ἔδειξε μέσῳ τῆς Κιβωτοῦ τὴν προστασία Του στὸν περιούσιο λαό Του. Ὅταν οἱ ἱερεῖς ποὺ τὴν μετέφεραν, μπῆκαν στὸν Ἰορδάνη ποταμό, τότε μὲ θαυμαστὸ τρόπο στα­μάτησαν τὰ νερὰ τὴν πρὸς τὰ κάτω ροή τους, καὶ ἔτσι μπόρεσε νὰ διαβεῖ τὸν ποταμὸ τὸ ἑνάμισι περίπου ἑκατομμύριο τῶν Ἰσραηλιτῶν. Αὐτὴν ἐπίσης περιέφεραν γύρω ἀπὸ τὰ τείχη τῆς Ἱεριχοῦς κατ᾿ ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ, μὲ θαυμαστὸ ἀποτέλεσμα νὰ γκρεμιστοῦν τὰ τείχη της2.

Ἀντίστοιχα καὶ πολὺ περισσότερο, ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος εἵλκυσε καὶ ἑλκύει τὰ θαυμαστὰ ἐλέη τοῦ Θεοῦ στὴν προσ­ωπική μας ζωὴ καὶ στὴν ἐθνική μας ἱστορία. Τὸ ἔθνος μας μεγαλούργησε ὑπὸ τὴ Σκέπη της, μάλιστα τότε, στὸ Ἔπος τοῦ ᾿40, στὰ ἠπειρωτικὰ βουνά: Ὁ ὑποδεέστερος σὲ ἀριθμὸ καὶ ἐξοπλισμὸ ἑλληνικὸς στρατὸς κατετρόπωσε τὸν ἰταλικὸ σὲ ὅλο τὸ μέτωπο.

Οἱ τότε ἐλεύθεροι λαοὶ ἐγκωμίαζαν τοὺς Ἕλληνες γιὰ τὸν πρωτοφανὴ θρίαμβό τους, καὶ οἱ ἴδιοι οἱ μαχητὲς ἀπέδιδαν τὴ νίκη τους στὴν Ὑπέρμαχο Στρατηγό. Τὸ ἔθνος μας ὁλόκληρο καὶ ἰδίως οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ οἱ στρατιῶτες μας ζοῦσαν μιὰ ἔξαρση εὐλάβειας πρὸς τὸ πρόσωπό της καὶ ἀπολάμβαναν συν­εχῶς τὴν προστασία της. Ἔχουν καταγραφεῖ ἀρκετὲς περιπτώσεις ὀφθαλμοφανοῦς παρουσίας της καὶ πολὺ περισσότερες θαυμαστῆς καὶ σωτήριας προστασίας της.

Ὡστόσο πρέπει νὰ ὑπογραμμίσουμε ὅτι, ὅταν οἱ Ἰσραηλίτες ἀποστατοῦσαν ἀπὸ τὸν Θεό, ἔχαναν τὴν προστασία Του. Συνέβη κάποτε νὰ συνάψουν πόλεμο μὲ τοὺς Φιλισταίους. Τότε οἱ γιοὶ τοῦ ἀρχιερέα Ἠλὶ πῆραν τὴν Κιβωτὸ τῆς Διαθήκης στὸ πεδίο τῆς μάχης, ὥστε νὰ ἔχουν, ὅπως νόμιζαν, τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Ἐπειδὴ ὅμως ἦταν ἀσεβεῖς, οἱ μὲν ἴδιοι σκοτώθηκαν, οἱ δὲ Ἰσραηλίτες ὑπέστησαν πανωλεθρία καὶ ἡ Κιβωτὸς ἔπεσε στὰ χέρια τῶν Φιλισταίων3!

Παρόμοια κι ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες λόγῳ τῶν πολλῶν ἁμαρτημάτων μας κάποιες φορὲς δὲν ἀπολαμβάνουμε τὴ ­Σκέπη τῆς Θεοτόκου. Μήπως παραμονὲς τῆς Κοιμήσεώς της τοῦ 1922 δὲν ἦταν ὅταν κατέρρευσε τὸ ἑλληνικὸ μέτωπο μὲ ἀ­ποτέλεσμα τὴ φρικτὴ Μικρασιατικὴ Καταστροφή;

***

Σήμερα, ἡμέρα τῆς μεγάλης μας ἐ­θνικῆς ἑορτῆς, γιορτάζουμε καὶ τὴ Σκέπη τῆς πιὸ στοργικῆς Μάνας τοῦ κόσμου, τῆς Μητέρας ὅλων τῶν ἀνθρώπων, καὶ ἰδίως τῶν πιστῶν. Νὰ τὴν εὐχαριστήσουμε γιὰ τὴ θαυμαστὴ προστασία της, γιὰ τὴν ἁγία Σκέπη της. Καὶ νὰ τῆς δώσουμε τὴν πιὸ μεγάλη χαρὰ μὲ τὸ νὰ ζοῦμε ὅπως Ἐκείνη, μὲ ὑπακοὴ στὸ θέλημα τοῦ Υἱοῦ της. Τότε θὰ βρισκόμαστε κάτω ἀπὸ τὰ φτερὰ τῆς στοργῆς της καὶ θὰ ἀπολαμβάνουμε συνεχῶς τὰ δῶρα τῆς ἀγάπης της.

1. Βλ. Ἐξ. κε´ [25] 9-21.
2. Βλ. Ἰησ. Ν. γ´ 14 κ.ἑ., ς´ 1-21.
3. Βλ. Α´ Βασ. β´ 12-17, δ´ 1-11.

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΡΟΝΑΞΙΑΣ

«ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ»

Κυριακή Ζ’ Λουκά (Λουκ. η΄ 41 – 56)

28-10-2018

Δύο θαύματα του Κυρίου μάς περιγράφει στη σημερινή ευαγγελική περικοπή ο ευαγγελιστής Λουκάς αδελφοί μου, αυτό της ιάσεως της αιμορροούσης γυναικός το οποίο μας δείχνει περίτρανα την δύναμη της πίστεως προς τον Θεό και αυτό της αναστάσεως της θυγατρός του Ιαείρου το οποίο αποτελεί και το κεντρικό θέμα της σημερινής ομιλίας.

Μόλις επέστρεψε ο Κύριος στην Καπερναούμ τον υποθέχθηκαν πλήθη ανθρώπων και ανάμεσα τους ο αρχισυνάγωγος Ιάειρος ο οποίος ήταν στεναχωρημένος επειδή η δωδεκάχρονη μονάκριβη κόρη του ήταν βαριά ασθενής και ετοιμοθάνατη και παρακαλούσε τον Κύριό μας να έλθει στο σπίτι του για να την θεραπεύσει αφού σ’ εκείνον είχε εναποθέσει όλες τις ελπίδες του.
ΚΥΡΙΑΚΗ 28 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2018 – Ζ΄ ΛΟΥΚΑ 

 (Λουκ. η΄ 41-56) (Γαλ. στ΄ 11-18)

Η πίστη ως τόλμη

«Και παραχρήμα έστη η ρύσις του αίματος»

Πολλοί ήταν οι άνθρωποι που έτρεχαν κοντά στον Χριστό για να τον δουν, να τον ακούσουν και να δεχθούν κάποια ευεργετική δωρεά Του. Αρκετοί πίστευαν ότι και με ένα άγγιγμα στα ενδύματά Του, θα γίνονταν δέκτες της ευλογίας Του. Και πραγματικά «όσοι αν ήπτοντο αυτού εσώζοντο». Το βλέπουμε και στην αιμορροούσα γυναίκα του σημερινού Ευαγγελίου. Η δυστυχισμένη εκείνη ύπαρξη υπέφερε δώδεκα  ολόκληρα χρόνια και η επιστήμη ακόμα ύψωνε τα χέρια. Οι γιατροί δεν μπορούσαν να την θεραπεύσουν. Μόνο μια ελπίδα απέμενε. Ο παντοδύναμος Ιησούς για τον οποίο τόσα πολλά ακούγονταν, ότι δηλαδή θαυματουργούσε και πρόσφερε ζωή στους ανθρώπους. Έτσι, λοιπόν, όταν ο Κύριος επισκέφθηκε τον τόπο της, αυτή δεν παρέλειψε να αδράξει την ευκαιρία. Αποφάσισε να τον πλησιάσει. Αυτή τολμούσε, αλλά το πλήθος του κόσμου που τον είχε κυκλώσει και συμπορευόταν μαζί Του, δεν της επέτρεπε να πλησιάσει πιο κοντά. Φάνταζε αδύνατο να μπορέσει να του μιλήσει.
ΤΟ ΘΕΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 28 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ

ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ΄ ΛΟΥΚΑ

(Λουκ. η΄ 41-56)

28 Ὀκτωβρίου 2018

«Θάρσει θύγατερ» (Λουκ. η΄ 48).

Κυριακὴ Ζ΄ Λουκᾶ, ἡ σημερινὴ Κυριακή, Χριστιανοί μου, ὅπως ὀνομάζεται στὴ γλώσσα τῆς Ἐκκλησίας μας. Ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς, ὁ ἰατρός, μᾶς διηγεῖται δύο θαύματα τοῦ Κυρίου, σὲ δύο διαφορετικὰ πρόσωπα. Τὸ πρῶτο εἶναι τῆς αἱμορροούσας γυναίκας καὶ τὸ δεύτερο ἡ ἀνάσταση τῆς κόρης τοῦ Ἰαείρου.

Ἂς σταθοῦμε, ὅμως, στὸ θάρρος τῆς αἱμορροούσας γυναίκας. Ἡ γυναίκα αὐτὴ, ἂν καὶ εἶχε περάσει 12 χρόνια, βασανιζόμενη ἀπὸ τὴν ἀρρώστια, εἶχε θάρρος. Ἕνα θάρρος, ποὺ τῆς τὸ ἐνέπνεε ἡ πίστη της στὸν Χριστό. Καὶ μόνο τὸ γεγονὸς, ὅτι στὴν ἀσφυκτικὴ ἐκείνη κοσμοσυρροή, χωρὶς νὰ χάσει τὸ θάρρος της, ἀπὸ τὴν ἀντιμετώπιση τοῦ πλήθους, κατώρθωσε νὰ πλησιάσει τὸ Χριστό, μαρτυρεῖ τὸ θάρρος της. Εἶχε βαθιὰ πίστη μέσα της, ὅτι ἂν, ἔστω, ἄγγιζε ἁπλὰ τὸ ἔνδυμα τοῦ Χριστοῦ, θὰ θεραπευόταν ἡ ρύσις τοῦ αἵματος.

Κυριακή 28 Ὀκτωβρίου 2018
7η Κυριακή τοῦ Λουκᾶ
Εἰς τὴν φωτοφόρον Σκέπην τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου
Κυριακή 28 Ὀκτωβρίου 2018 (Ζ’ ΛΟΥΚΑ) (Λουκ. η’ 41-56)

Στήν Καπερναούμ ὁ ἀρχισυνάγωγος Ἰάειρος τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελικοῦ ἀναγνώσματος περνοῦσε φοβερή δοκιμασία, ζοῦσε τραγικές στιγμές. Ἡ μονάκριβη δωδεκάχρονη κόρη του κινδύνευε νά πεθάνει ἀπό στιγμή σέ στιγμή. Κι αὐτός τριγυρνοῦσε στούς δρόμους τῆς Καπερναούμ, γιά νά βρεῖ τόνμέγα ἰατρό, τόν Ἰησοῦ Χριστό.

Μόλις τόν ἀντίκρυσε, ἔπεσε γονατιστός στά πόδια του καί τόν θερμοπαρακαλοῦσε νά ἔλθει στό σπίτι του, νά γιατρέψει τήν ἑτοιμοθάνατη κόρη του.
ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ΄ ΛΟΥΚΑ

(Λκ. 8, 41-56)

Σύμφωνα μὲ τὴ διδασκαλία τοῦ ἀποστόλου Παύλου, ἡ ζω­ὴ τοῦ χρι­στια­νοῦ ἀποτελεῖ πρᾶγ­μα πα­ρά­δο­ξο: «Χρι­στῷ συ­νε­σταύ­ρω­μαι», γράφει, «ζῶ δὲ οὐ­κέ­τι ἐ­γώ, ζῇ δὲ ἐν ἐ­μοὶ Χρι­στός». Χαρακτηριστικὸ τοῦ χριστιανοῦ εἶναι ἡ διὰ τοῦ βαπτίσματος πνευματικὴ γέννηση. Χαρακτηριστικὸ αὐτῆς τῆς γέννησης εἶναι τὸ νὰ ζεῖ κανεὶς μὲ ἀγάπη καὶ ταπείνωση.

Αὐ­τὸ ἀκριβῶς διαπιστώνουμε καὶ στὸ ση­με­ρι­νὸ εὐ­αγ­γε­λι­κὸ ἀ­νά­γνω­σμα. Ὁ ἴ­διος ὁ Χρι­στός, ὁ ὁ­ποῖ­ος, κα­θὸ νέ­ος Ἀ­δὰμ καὶ πρό­τυ­πο καὶ πα­ρά­δειγ­μα τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τας, προ­σφέ­ρει καὶ τὸ μέ­τρο ποὺ ὀ­φεί­λου­με νὰ τη­ροῦ­με, ὥ­στε νὰ δι­και­ο­λο­γεῖ­ται καὶ ἡ προ­σω­νυ­μί­α τοῦ χρι­στια­νοῦ στὸ πρό­σω­πό μας. Ὁ Χρι­στός, με­τὰ τὸ θαῦ­μα τῆς θε­ρα­πεί­ας τοῦ δαι­μο­νι­σμέ­νου στὴ χώ­ρα τῶν Γα­δα­ρη­νῶν, πο­ρευ­ό­ταν στὸ σπί­τι τοῦ ἀρ­χι­συ­νά­γω­γου Ἰ­ά­ει­ρου, ὥ­στε νὰ θε­ρα­πεύ­σει τὴ δω­δε­κά­χρο­νη ἑ­τοι­μο­θά­να­τη θυ­γα­τέ­ρα του. Ἐ­νῷ βρι­σκό­ταν καθ᾽ ὁ­δὸν ἀ­κο­λου­θού­με­νος ἀ­πὸ πλή­θη ἀν­θρώ­πων, τὰ ὁ­ποῖ­α «συ­νέ­πνι­γον αὐ­τόν», κά­ποια γυ­ναί­κα, ἡ ὁ­ποί­α ὑ­πέ­φε­ρε ἀ­πὸ αἱ­μορ­ρα­γί­α γιὰ δώ­δε­κα χρό­νι­α, κα­τά­φε­ρε νὰ τὸν πλη­σι­ά­σει καὶ δι­α­κρι­τι­κὰ νὰ ἀγ­γί­ξει τὴν ἄ­κρη τῶν ἐν­δυ­μά­των του. Ἡ γυ­νὴ βέ­βαι­α θε­ρα­πεύ­τη­κε: «καὶ πα­ρα­χρῆ­μα ἔ­στη ἡ ρύ­σις τοῦ αἵ­μα­τος αὐ­τῆς», ὅ­μως, ἡ ἐ­νέρ­γει­ά της δὲν δι­έ­λα­θε τῆς προ­σο­χῆς τοῦ Κυ­ρί­ου, ὁ ὁ­ποῖ­ος ρώ­τη­σε ποιὸς τὸν εἶ­χε ἀγ­γί­ξει.
ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ΄ΛΟΥΚΑ
Απόστολος: Γαλ. στ΄11-18
Ευαγγέλιο: Λουκ. η΄ 41-56
28 Οκτωβρίου 2018
«Τις ο αψάμενός μου; ήψατό μου τις… Εγώ γαρ έγνων δυνάμιν εξελθούσαν απ’ εμού» (Λουκ. η΄ 45-46)
Ασθένεια και θάνατος είναι χωρίς αμφιβολία δυο από τα σοβαρότερα προβλήματα του ανθρώπου. Μπροστά τους νιώθει ανίσχυρος ο άνθρωπος αφού, ούτε το αξίωμα ή η κοινωνική του θέση, αλλά ούτε και η οικονομική του κατάσταση μπορούν να τον βοηθήσουν για να τα ξεπεράσει. Το μαρτυρεί το σημερινό ευαγγέλιο και το επιβεβαιώνει διαχρονικά η καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Έτσι, βλέπουμε σήμερα από τη μία, τον αρχισυνάγωγο Ιάειρο να αδυνατεί να βοηθήσει τη δωδεκάχρονη κόρη του που είναι στα πρόθυρα του θανάτου. Από την άλλη βλέπουμε την αιμορροούσα γυναίκα που, ενώ για δώδεκα χρόνια ξόδεψε όλη της την περιουσία στους γιατρούς, εντούτοις κανένας δεν μπόρεσε να την κάνει καλά.
ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ΄ ΛΟΥΚΑ – 28 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2018

Λκ. η΄, 41-56

Γιά δύο θαύματα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ μᾶς λέει τό σημερινό εὐαγγέλιο, ἀγαπητοί ἀδελφοί. Τό ἕνα εἶναι ἡ θεραπεία μίας γυναίκας ἀπό ἀρρώστια πού τή βασάνιζε δώδεκα χρόνια. Τό ἄλλο εἶναι ἡ ἀνάσταση ἑνός κοριτσιοῦ. Καί τά δύο εἶναι θαύματα τῆς ἀγάπης, πού μᾶς ἔχει ὁ Ἰησοῦς Χριστός, καί τῆς θεϊκῆς του παντοδυναμίας.

Τί θά εἴχαμε, ἀλήθεια, νά ποῦμε ἐμεῖς σήμερα καί γιά τά δύο, γιά μία θεραπεία καί μία ἀνάσταση; Ἔγινε τόσο ἀγωνιώδης ἡ ζωή μας, εἶναι τέτοιοι οἱ ρυθμοί τοῦ βίου μας, πού δέ μένει καιρός νά σκεφτοῦμε καί νά μιλήσουμε γιά τέτοια πράγματα. Ὁ κόσμος χάνεται! Δουλειά, τρέξιμο, ἀγκομαχητό…! Τρέχουν καί βιάζονται οἱ ἄνθρωποι. Ὁ ἕνας πέφτει πάνω στόν ἄλλο στόν δρόμο, γιά νά προσπεράσει. Χρησιμοποιοῦν ὅλα τά μέσα συγκοινωνίας καί ἐπικοινωνίας, γιά νά προλάβουν τίς δουλειές τους, ὅσοι φυσικά ἔχουν. Γιατί ὅσοι δέν ἔχουν, ὁδηγοῦνται σέ κατάθλιψη καί συχνά σέ ἀπόγνωση. Λόγια λοιπόν θά λέμε; Γιά θαύματα θά μιλοῦμε τώρα;
ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ «ΟΙ ΑΛΛΟΙ»

Χιλιάδες λαοῦ ἀκολουθοῦσαν τόν Χριστό, καθώς πορευόταν πρός τό σπίτι, ὅπου τόν εἶχε καλέσει ὁ ἀρχισυνάγωγος Ἰάειρος γιά νά θεραπεύσει τή βαριά ἀσθενοῦσα, μονάκριβη κόρη του. Καί μάλιστα «συνέπνιγον αὐτόν», δηλαδή εἶχαν κολλήσει ἐπάνώ του, ὥστε νά δημιουργεῖται ἕνα κινούμενο ἀνθρώπινο τεῖχος. Μοναδική εὐλογία νά μπορεῖς ν’ ἀκουμπήσεις τόν ἴδιο τόν Χριστό. Κι ὅμως, οἱ ὄχλοι συνωθοῦνται ἀσυγκίνητοι, κυριευμένοι ἀπό ἐπιπόλαιη περιέργεια νά δοῦν τόν Χριστό νά θαυματουργεῖ, χωρίς νά τούς ἀγγίζει τίποτε βαθύτερο, ἀδιάφοροι γιά ὁτιδήποτε πνευματικό.

Σάββατο, 20 Οκτωβρίου 2018

Κυριακή Εʼ Ματθαίου: Η θεραπεία του δαιμονισμένου (Αγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

(Ματθ. η’ 28-34, θ’ 1)

Οι άνθρωποι είναι άδικοι με το Θεό, γι’ αυτό και εξοργίζονται μαζί Του. Ποιός έχει το δικαίωμα όμως να εξοργιστεί εναντίον οποιουδήποτε και μάλιστα εναντίον του Θεού;

Οι άθεοι κλείνουν το στόμα τους και σκέφτονται: «Ας μην αναφέρουμε το όνομα του Θεού, ώστε να εξαφανιστεί απ’ αυτόν τον κόσμο». Ανόητοι άνθρω­ποι! Τα στόματά σας είναι μια μικρή μειονότητα στο εύρος του κόσμου. Έχετε δει η ακούσει πώς δίνει φωνή στο ποτάμι ένα φράγμα; Αν δεν ήταν το φράγμα, το ποτάμι δε θ’ ακουγόταν, θα ήταν μουγγό. Το φράγμα όμως άνοιξε το λαρύγγι του και κάθε μικρή σταγόνα απέκτησε γλώσσα.
Κυριακή Στ΄ Λουκᾶ (Λουκ. η΄, 26-39)

Θεοφυλάκτου Ἀρχιεπισκόπου Βουλγαρίας

Περὶ τοῦ Λεγεώνος, κεφάλαιον Η΄

«Καὶ ἔφτασαν μὲ τὸ πλοῖο στὴν περιοχὴ τῶν Γαδαρηνῶν, ποὺ εἶναι ἀπέναντι στὴ Γαλιλαία. Βγῆκε στὴ στεριὰ ὁ Ἰησοῦς καὶ τὸν συνάντησε κάποιος ἀπὸ τὴν πόλη, ποὺ εἶχε δαιμόνια ἀπὸ πολλὰ χρόνια. Ροῦχα δὲν ἔβαζε οὔτε ἔμενε στὸ σπίτι ἀλλὰ στὰ μνήματα. Ὅταν εἶδε τὸν Ἰησοῦ ἔβγαλε κραυγὴ καὶ πέφτοντας στὰ πόδια του τοῦ εἶπε σὲ ψηλὸ τόνο· Τί ἔχεις μαζί μου Ἰησοῦ, Γιὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ Ἀνωτάτου; Μὴ μὲ βασανίσης σὲ παρακαλῶ».  Γιατὶ εἶχε διατάξει τὸ ἀκάθαρτο πνεῦμα νὰ βγῆ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο. Ἀπὸ πολλὰ χρόνια τὸν εἶχε κυριέψει καὶ τὸν ἔδεναν μ’ ἁλυσίδες καὶ τὸν κρατοῦσαν μὲ χειροπέδες, ἔσπαζε ὅμως αὐτὸς τὰ δεσμὰ καὶ τὸν ἔσερνε ὁ δαίμονας στὶς ἐρημιές.
ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΓΑΔΑΡΗΝΟΙ

Θ. Θεοφυλάκτου

Ο Χριστός συναντάται με έναν δαιμονισμένο

Στα Γάδαρα μας μεταφέρει ο Ευαγγελιστής Λουκάς, για να παρακολουθήσουμε ένα συγκλονιστικό γεγονός, το οποίο σημειώνεται έξω από την πόλη, κοντά στο κοιμητήριο. Ο Κύριός μας, έχοντας μαζί του τους μαθητές, ύστερα από σκληρή δοκιμασία που πέρασαν στην θάλασσα με το πλοιάριό τους, ανεβαίνουν και ανηφορίζουν προς την περιοχή των Γαδαρηνών. Αλλά ενώ πλησίαζαν στην πόλη, εκεί ακριβώς μπροστά στο κοιμητήριο, συναντούν έναν άνθρωπο. Ταλαίπωρο άνθρωπο. Είναι γυμνός, αχτένιστος και αγριωπός. Είναι ένας δυστυχισμένος άνθρωπος. Ένας άνθρωπος δαιμονισμένος. Σπίτι του ήταν τα μνήματα, κι ανάμεσα στους νεκρούς ζούσε κι αυτός, περιφέροντας το πληγωμένο από τις αλυσίδες σώμα του, με τις οποίες τον έδεναν συχνά.
Κυριακή ΣΤ' Λουκά: Ομιλία περί της θεραπείας του δαιμονιζομένου των Γαδαρινών (Αγ. Γρηγόριος ο Παλαμάς)

Ομιλία του Αγίου Γρηγορίου Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης του Παλαμά, περί του: «Εξελθόντι τω Ιησού εις την γην υπήντησεν αυτώ ανήρ τις εκ της πόλεως ος είχεν δαιμόνια εκ χρόνων ικανών»

«Ο ων εκ του Θεού τα ρήματα του Θεού ακούει», λέγει ο Κύριος. Δηλαδή υπακούει στις εντολές του Θεού, και μετατρέπει τους λόγους σε έργα, ζει και πολιτεύεται κατά Χριστόν, εκτελεί το θέλημα του Ουρανίου Πατρός, και γίνεται «κληρονόμος μεν Θεού, συγκληρονόμος δε Χριστού». Όποιος όμως παρακούει τον Θεό, διαπράττει την αμαρτίαν, και επιδίδεται σ’ αυτήν αμετανοήτως. Είναι δούλος της αμαρτίας και ουκ έστιν εκ του Θεού, αλλά εκ του πονηρού», αφού με την κακήν προαίρεση μεταπλάσσει την φύση την οποίαν έλαβεν από τον Θεόν, και την εξομοιώνει με τον πατέρα της απωλείας. Γι’ αυτό και ο Κύριος έλεγε στους Ιουδαίους, «υμείς εκ του πατρός υμών του διαβόλου εστέ, και τας επιθυμίας αυτού θέλετε ποιείν».
Χάρτης καί Βράχος 
Κυριακή Κ. επιστολών - Απόστολος Κυριακῆς Στ΄ Λουκᾶ

 «Γνωρίζω δέ ὑμίν, ἀδελφοί, τό Εὐαγγέλιον τό εὐαγγελισθέν ὑπ’ ἐμοῦ, ὅτι οὐκ ἔστιν κατά ἄνθρωπον»
Εἶναι μία πολύ σοβαρά ὁμολογία καί δήλωσις τά λόγια αὐτά τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ἀγαπητοί. Περιώδευεν ὁ πτερωτός Ἀπόστολος ὅλον τόν κόσμον καί ἐκάλει τούς ἀνθρώπους νά πλησιάσουν τόν Χριστόν, νά πιστεύσουν εἰς τήν νέαν θρησκείαν. Τούς ἐδίδασκε τό Εὐαγγέλιον, πού ἦτο καί ἡ βάσις τοῦ Χριστιανισμοῦ, καί ζητοῦσε τήν πιστήν ἐφαρμογήν του.
Δία νά ἔχουν, λοιπόν, ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην εἰς ὅσα τούς ἐδίδασκε, προβαίνει εἰς τήν σημερινήν, σοβαρᾶν δήλωσιν. «Θέλω, τούς λέγει, νά σᾶς γνωστοποιήσω ὅτι τό Εὐαγγέλιον τό ὁποῖον σᾶς ἐκήρυξα, δέν εἶναι ἐπινόημα ἀνθρώπου. Δέν τό παρέλαβα ἀπό ἄνθρωπον, ἀλλά κατ’ εὐθείαν δί’ ἀποκαλύψεως τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ».
Ἐποχὴ δαιμονικὴ - βλασφημία Κυριακὴ ΣΤ΄ Λουκᾶ (Λουκ. 8,26-39)

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Καντιώτης
Ἕνας ἅγιος, ἀγαπητοί μου, ἀπὸ τοὺς πιὸ μεγάλους διδασκάλους τῆς ἁγίας μας Ἐκκλησίας, ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος, τοῦ ὁποίου ἀναξίως φέρω τὸ ὄνομα, εἶπε ὅτι τὸ Εὐαγγέλιο εἶνε πνευματικὸς καθρέφτης.
Ὅπως στὸν καθρέφτη βλέπουμε τὴ μορφή μας καὶ εὐπρεπιζόμαστε, ἔτσι στὸ Εὐαγγέλιο βλέπουμε ὄχι τὸν ὁρατὸ ἄνθρωπο, ἀλλὰ τὸν ἀόρατο ἑαυτό μας, τὶς κα κίες καὶ τὰ πάθη μας, γιὰ νὰ τὰ διορθώνου με. Κι ὅπως δὲν ὑπάρχει σπίτι, ἀκόμα καὶ τὸ πιὸ φτωχό, χωρὶς καθρέφτη, ἔτσι δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ οἰκογένεια χωρὶς Εὐαγγέλιο.
Κυριακή ΣΤ’ Λουκά: Ερμηνεία του Ευαγγελίου και Ομιλία περί αχαριστίας (Αρχιεπίσκοπος Αστραχάν και Σταυρουπόλεως Νικηφόρος Θεοτόκης)

(Λουκ. η’ 27-39)

– Τί δηλώνουν τα λόγια "Εκ χρόνων ικανών" και το "Δέομαί σου, μη με βασανίσης";

– Γιατί το δαιμόνιο οδηγούσε τον δαιμονιζόμενο στις ερημιές;

– Γιατί ο Ιησούς ρώτησε για το όνομα του δαιμονίου; Δε γνώριζε;

– Γιατί ο ένας ευαγγελιστής ομιλεί για λίμνη ενώ ο άλλος για θάλλασα;

– Γιατί οι παριστάμενοι, με την εκδίωξη των δαιμονίων, εφοβήθησαν;

– Γιατί ζήτησαν από τον Ιησούν να φύγει, ενώ ο ιαθείς άνθρωπος Τον παρακαλούσε να μείνει μαζί του;

– Γιατί ο Ιησούς είπε: "διηγού ὀσα εποίησέ σοι ο Θεός" και όχι "όσα εποίησά σοι εγώ";

– Ο ευεργέτης χρέος έχει να μην ζητή αμοιβή παρά του ευεργετηθέντος και ο ευεργετηθείς χρέος έχει να αγωνίζεται να ανταμείψη την ευεργεσία.

– Με ποιούς τρόπους οι άνθρωποι φαίνονται αχάριστοι προς τους ευεργέτες τους; Ποιά είναι η χειρότερη τάξη των αχαρίστων και ποιά είναι η αμαρτία τους; (αμαρτάνουν κατά της φύσεως, κατά του ορθού λόγου και κατά του Θεού).

– Ο Θεός έχει ανάγκη την ευχαριστία των ευεργετηθέντων και οργίζεται κατά των αχαρίστων; Εάν όχι, γιατί ζητεί την ευχαριστία και αγανακτεί με την αχαριστία;

– Με ποιό τρόπο οι άνθρωποι γίνονται αχάριστοι προς τον Θεό;

– Μήπως ο ασθενής, ο φτωχός, ο δυστυχής, δεν χρωστούν ευχαριστίας ανταπόδοση στον Θεό, γιατί δεν έλαβαν καμία ευεργεσία; 
Αποστολικό ανάγνωσμα Κυριακής ΚΑ΄: Ομιλία περί του ότι η αρετή εστι κατά φύσιν, παρά φύσιν δε η κακία (Αρχιεπίσκοπος Αστραχάν και Σταυρουπόλεως Νικηφόρος Θεοτόκης)

(Προς Γαλάτας Παύλου Επιστολή, β’ κεφ., 16-20)

Τα μεν σαρκικά πάθη είναι κατά φύσιν, η δε νέκρωσις αυτών και η αρετή είναι πράγματα υπέρ φύσιν; Αποδείξεις για το αντίθετο.

Η αμαρτία έσπειρε στον άνθρωπο την διάθση και την κλίση εις το κακό.

Έχει ο άνθρωπος κατά φύσιν της αρετής τα σπέρματα.

Ο νόμος του Θεού είναι γεγραμμένος στις καρδιές των ανθρώπων;

Εάν η φύσις διδάσκει και οδηγεί προς την αποστροφήν από της κακίας, και προς την κατόρθωση της αρετής, ποιά είναι η χρησιμότητα των θείων νόμων;

Η αρετή αντιφέρεται στα ιδιώματα της φύσεως;
Αποστολικό ανάγνωσμα KΑ’ Κυριακής: Ερμηνεία εις την προς Γαλάτας επιστολήν του Παύλου (Αρχιεπίσκοπος Αστραχάν και Σταυρουπόλεως Νικηφόρος Θεοτόκης)

(Γαλ. 2, 16-20)

– Πώς ενώ ο Θεός παραδίδει το νόμο Του στους ανθρώπους, ο Απ. Παύλος λέει ότι δεν δικαιώνεται ο άνθρωπος από τα έργα του Νόμου;

– Αφού όμως τα έργα του νόμου δεν δικαιώνουν τον άνθρωπο αλλά μόνον η πίστις στον Χριστόν, πώς οι προ νόμου δίκαιοι εδικαιώθησαν;

– Μπορεί όμως μόνο η πίστις στον Ιησούν Χριστόν χωρίς αγαθά έργα να σώσει τον άνθρωπο;

– Μπορεί να δικαιωθεί ο άνθρωπος που πιστεύει στον Χριστόν αλλά αμαρτάνει;
Μαρτυρία στόν σύγχρονο κόσμο

Εὐαγγελικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 21 Ὀκτωβρίου 2018, Στ΄ Λουκᾶ (Λκ. η΄ 27-39)

«Ὑπόστρεφε εἰς τὸν οἶκόν σου καὶ διηγοῦ ὅσα ἐποίησέ σοι ὁ Θεὸς»

Ὁ Κύριος Ἰησοῦς μὲ τὴν παντοδύναμη ἐξουσία του ἐλευθέρωσε τὸν ταλαίπωρο δαιμονισμένο τῶν Γαδαρηνῶν ἀπὸ τὴν τυραννικὴ κυριαρχία τῶν πονηρῶν πνευμάτων. Τώρα ὁ πρώην δαιμονισμένος κάθεται ἤρεμος καὶ γαλήνιος δίπλα στὸ μεγάλο του Εὐεργέτη. Δὲν θέλει νὰ Τὸν ἀποχωριστεῖ, ἐπιθυμεῖ νὰ Τὸν ἀκολουθεῖ παντοῦ, ὅμως ὁ Κύριος τοῦ ὑποδεικνύει κάτι διαφορετικό: «Ὑπόστρεφε εἰς τὸν οἶκόν σου καὶ διηγοῦ ὅσα ἐποίησέ σοι ὁ Θεός», τοῦ λέει. Νὰ ἐπιστρέψεις πίσω στὸ σπίτι σου καὶ νὰ διηγεῖσαι ὅσα θαυμαστὰ σοῦ ἔκανε ὁ Θεός. Αὐτὸ εἶναι τὸ δικό σου χρέος: νὰ μιλᾶς γιὰ τὸ θαῦμα ποὺ ἔζησες· νὰ δίνεις τὴ δική σου μαρτυρία γιὰ τὴν παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ.

Παρόμοιο καὶ τὸ δικό μας χρέος. Νὰ δίνουμε μαρτυρία πίστεως μέσα στὸν ἀλλοπρόσαλλο κόσμο μας. Ἂς δοῦμε λοιπὸν πιὸ συγκεκριμένα: Ποιὰ εἶναι ἡ μαρτυρία ποὺ καλούμαστε νὰ δίνουμε γύρω μας καὶ κατὰ πόσο εἶναι ἐφικτὸ νὰ ἀνταποκριθοῦμε στὸ χρέος μας αὐτό;

1. Η ΔΙΚΗ ΜΑΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑ
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Ὁ ἐν Χριστῷ ἄνθρωπος

Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 21 Ὀκτωβρίου 2018, κα΄ ἐπιστολῶν (Γαλ. β΄ 16-20)

«Ζῶ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστὸς»

Ἐμεῖς οἱ πρώην Ἰουδαῖοι, λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὸ σημερινὸ ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα, ἐπειδὴ διαπιστώσαμε ὅτι δὲν μπορούσαμε νὰ σωθοῦμε τηρώντας τὶς τυπικὲς διατάξεις τοῦ Μωσαϊκοῦ νόμου, πιστέψαμε στὸν Χριστὸ καὶ βρήκαμε τὴ σωτηρία μας σ᾿ Αὐτόν. Κι ἐγὼ ὁ ἴδιος, τονίζει, πιστεύοντας στὸν Χριστὸ σταυρώθηκα μαζί Του μὲ τὸ ἅγιο Βάπτισμα. Γι᾿ αὐτὸ καὶ δὲν ζῶ πλέον ἐγώ, δηλαδὴ ὁ παλαιὸς ἄνθρωπος, ἀλλὰ ζεῖ μέσα μου ὁ Χριστός: «Ζῶ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός».

Ἂς δοῦμε ὅμως τί σημαίνει ὁ παράδοξος καὶ μυστηριώδης αὐτὸς λόγος καὶ πῶς μποροῦμε νὰ τὸν ζήσουμε κι ἐμεῖς.

1. Ζεῖ μέσα του ὁ Χριστὸς
Κυριακή ΣΤ΄ Λουκά - Ο Διάβολος. (Μητροπολίτου Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως Ιερεμία)

IEΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΓΟΡΤΥΝΟΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΕΩΣ

ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ´ ΛΟΥΚΑ

Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ

1. Γνωστό εἶναι τό σημερινό Εὐαγγέλιο, ἀδελφοί χριστιανοί, γιατί τό ἀκοῦμε καί ἄλλη φορά τό χρόνο, τήν περίοδο τοῦ Ματθαίου. Καί ἄλλη φορά σᾶς μίλησα πάνω στήν σημερινή εὐαγγελική περικοπή καί δέν θέλω νά σᾶς λέγω τά ἴδια, ἄν καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος λέγει ὅτι τό νά ἐπαναλαμβάνει τά ἴδια στούς χριστιανούς δέν τοῦ εἶναι βαρετό, γιατί αὐτό γίνεται γιά τήν ἀσφάλειά τους, γιά τήν σταθερότητά τους δηλαδή στήν πίστη. Τό θέμα γιά τό ὁποῖο θά σᾶς μιλήσω σήμερα θά εἶναι γιά τόν καταραμένο τόν Διάβολο, γιά τόν Σατανᾶ, ὅπως λέγεται διαφορετικά. Καί προτίμησα αὐτό τό θέμα, γιατί γι᾽ αὐτόν καί γιά λεγεώνα δαιμόνων, μιλοῦσε τό σημερινό ἅγιο Εὐαγγέλιο, πού εἶχαν καταλάβει τόν ἄνθρωπο τῆς χώρας τῶν Γαδαρηνῶν καί τόν ἔκαναν δυστυχισμένο.
ΤΟ ΘΕΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 21 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ’ ΛΟΥΚΑ

(Λουκ. η’ 27-39)

«...ὅτι φόβῳ μεγάλῳ συνείχοντο» (Λουκ. η΄ 37)

Ὁ Χριστός μας, Χριστιανοί μου, βρίσκεται στὴ χώρα τῶν Γαδαρηνῶν. Βλέπουμε τοὺς κατοίκους τῆς περιοχῆς νὰ τοὺς ἔχει καταβάλει μεγάλος φόβος. Ποιὸς ἦταν ὁ λόγος τοῦ φόβου αὐτοῦ; Γιατί τρόμαξαν ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ Κυρίου;

Ὁ Κύριος εἶχε ἔλθει στὸν κόσμο καὶ διέθετε ὅλες τὶς ἡμέρες καὶ ὧρες τῆς ζωῆς Του, γιὰ τὴν ἐξυπηρέτηση ὅλου του κόσμου, γιὰ τὴν ἐξυπηρέτηση ὅσων εἶχαν ἀνάγκη τῆς Χάρης Του, τῆς εὐεργετικῆς παρουσίας Του, τῶν θαυμάτων Του. Ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς, στὸ βιβλίο τῶν Πράξεων, μᾶς πληροφορεῖ, ὅτι «διῆλθεν εὐεργετῶν καὶ ἰώμενος πάντας». Τὰ θαύματα τοῦ Κυρίου εἶναι ἀναρίθμητα. Χιλιάδες ἀσθενεῖς, ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη τῆς Παλαιστίνης καὶ τῶν ἄλλων περιοχῶν, ἔτρεχαν πλησίον τοῦ Κυρίου καὶ λάμβαναν τὴν θεραπεία ἀπὸ κάθε εἴδους ἀσθένεια, ἀπολάμβαναν τὴν ἄπειρη ἀγάπη καὶ τὶς δωρεές Του καὶ, μὲ βαθειὰ εὐλάβεια, Τὸν ἀκολουθοῦσαν παντοῦ. Κι ὅμως οἱ Γαδαρηνοὶ, μόλις Τὸν ἀντίκρυσαν, κυριεύθηκαν ἀπὸ φόβο μεγάλο• «φόβῳ μεγάλῳ συνείχοντο». Γιατί ὅμως τοὺς κατέλαβε αὐτὸς ὁ φόβος;
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΡΟΝΑΞΙΑΣ

«ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ»

Κυριακή ΣΤ’ Λουκά (Λουκ. η΄ 27-39)

21-10-2018

Ένα ακόμη θαύμα του Κυρίου, μας περιέγραψε στη σημερινή ευαγγελική περικοπή αδελφοί μου ο ευαγγελιστής Λουκάς. Όταν ο Κύριος έφτασε στη πόλη των Γεργεσηνών συνάντησε έναν άνθρωπο δαιμονισμένο, ο οποίος ήταν δυστυχής, γυμνός και καταπληγωμένος, γυρνούσε σαν αγρίμι στα βουνά και κοιμόταν όχι σε σπίτι αλλά στα μνήματα. Τα δαιμόνια αμέσως αναγνώρισαν στο πρόσωπο του Χριστού τον Θεό και από εκείνη την ώρα έπαψαν να εξουσιάζουν τον Γαδαρηνό και έγιναν παρακλητικοί, ζητώντας του να τους επιτρέψει να εισέλθουν σε μια αγέλη χοίρων. Στις παρακλήσεις αυτές των δαιμόνων συγκατατίθεται ο Κύριός μας και ευθύς οι χοίροι έπεσαν με ορμή στον γκρεμό και σκοτώθηκαν.
ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ΄ ΛΟΥΚΑ – 21 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2018
 Οκτώβριος 15th, 2018  imsk.gr
ΚΥΡΙΑΚΗ  ΣΤ´  ΛΟΥΚΑ

(Λκ. η΄ 27-39)

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί,

Τὸ μεγαλύτερο γεγονὸς τῆς ἀνθρωπίνης ἱστορίας εἶναι ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ εἶναι τὸ πιὸ παράδοξο καὶ τὸ πιὸ συγκλονιστικὸ γεγονὸς. Ὁ τέλειος Θεὸς ἔγινε καὶ τέλειος ἄνθρωπος. Αὐτὸ εἶναι καὶ τὸ θεμέλιο τῆς Ὀρθόξου Πίστεώς μας.

Γιατὶ ὅμως ὁ Χριστὸς ἦλθε στὸν κόσμο; Τὶ ἦταν ἐκεῖνο ποὺ τὸν παρακίνησε καὶ ποιὸς ἦταν ὁ σκοπός του; Ἡ ἀπάντηση εἶναι γνωστὴ καὶ βρίσκεται μέσα στὴ γραπτὴ καὶ προφορικὴ Ἱερὴ Παράδοση. Ὁ Χριστὸς ἦλθε στὸν κόσμο μας ἀπὸ ἀπερίγραπτη ἀγάπη γιὰ τὰ πλάσματά του. Ἦλθε γιὰ νὰ λυτρώση τὸν κόσμο καὶ τὸν ἄνθωπο. Ἀπὸ ποιὸν; Ἀπὸ τὸν χειρότερο δικτάτορα, τὸν πιὸ ἀπάνθρωπο δυνάστη, τὸν διάβολο.
ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ «ΙΔΙΟΤΕΛΕΙΑ ΚΑΙ ΣΥΜΦΕΡΟΝ»

Μέ πλοιάριο περνοῦν ὁ Χριστός καί οἱ Μαθητές του στή χώρα τῶν Γαδαρηνῶν, στήν ἀπέναντι ὄχθη τῆς Γαλιλαίας. Πρῶτος πού τούς ὑποδέχεται, ἕνας ταλαίπωρος ἄνθρωπος, καταβασανισμένος ἀπό τήν κυριαρχία τῶν δαιμονίων. Ἀναγνωρίζοντας τά δαιμόνια τόν Θεάνθρωπο, ρίχνουν τόν δαιμονισμένο ἱκετευτικά στά πόδια του. Κι ὁ Χριστός, ἀφοῦ πρῶτα ρωτᾶ τόν ἄνθρωπο γιά τό ὄνομά του καί λάβει τήν ἀπάντηση «λεγεών», γιά νά κατανοήσουν οἱ μαθητές του, ἀλλά καί οἱ διαχρονικοί μελετητές τοῦ Εὐαγγελίου του, τό πλῆθος τῶν δαιμονίων, διατάσσει νά διαφύγουν πρός μία ἀγέλη χοίρων πού ἔβοσκε ἐκεῖ δίπλα. Τήν ὁδήγησαν στόν γκρεμό καί τήν κατέπνιξαν στήν ἀποκάτω λίμνη, ἀποδεικνύοντας ὅτι ἔργο τοῦ δαίμονα εἶναι ἡ καταστροφή.
ΝΙΚΗ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΕΧΘΡΟΥ

ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ ́ ΛΟΥΚΑ (Λουκ. Η ́ 26-39)

Ὑπάρχουν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἀρνοῦνται πεισματικά τήν ὕπαρξη τοῦ διαβόλου, ὑποστηρίζοντες ὅτι μέ τόν ὅρο ''διάβολος'', ἁπλῶς προσωποποιεῖται τό κακό. Ἡ Εὐαγγελική ὅμως περικοπή, πού θά ἀναγνωστεῖ τήν Κυριακή στούς Ἱερούς μας Ναούς, καταδεικνύει τό ἐντελῶς ἀντίθετο.
Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, συνεχίζοντας τήν κοσμοσωτήρια πορεία Του, ἔφθασε καί στή χώρα τῶν Γαδαρινῶν. Ἐκεῖ γίνεται μία δραματική συνάντησις, πού τελικῶς καί νομοτελειακῶς, θριαμβεύει ὁ «Υἱός τοῦ Θεοῦ». Συναντᾶ καί θεραπεύει ἕνα δαιμονισμένο ἄνθρωπο.
Ἡ ταλαίπωρη αὐτή ψυχή, «ἐκ χρόνων ἱκανῶν», βασανιζόταν ἀπό τήν κακία τοῦ πλήθους τῶν δαιμόνων, πού εἶχαν κατασκηνώσει μέσα στήν ὕπαρξή της. Μόνον ὅποιος ἔχει συναντήσει παρόμοια περίπτωση δαιμονιζομένου ἀνθρώπου, μπορεῖ νά αἰσθανθεῖ κάπως τήν φρίκη τῆς καταστάσεως αὐτῆς.
Κυριακή 21 Ὀκτωβρίου 2018 (ΣΤ’ ΛΟΥΚΑ) (Λουκ. η’ 27-39)

Ὁ δαιμονισμένος τῆς χώρας τῶν Γαδαρηνῶν τοῦ σημερινοῦ Εὐαγγελίου ἦταν πραγματικά ἀξιολύπητος. Εἶχε μέσα του χιλιάδες δαιμόνια, στρατό ὁλόκληρο, καί τριγυρνοῦσε χωρίς σπίτι καί ροῦχα στά μνημεῖα τῆς πόλης. Συχνά τόν ἔδεναν μέ ἁλυσίδες, γιά νά μήν κάνει κανένα κακό στούς ἀνθρώπους. Ἀλλά αὐτός τίς ἔσπαζε καί συρόταν βίαια ἀπό τό διάβολο στίς ἐρημιές. Ὅλα τά χαρακτηριστικά τοῦ δαιμονισμένου αὐτοῦ μᾶς δείχνουν ξεκάθαρα πῶς παραμορφώνουν οἱ δαίμονες τόν ἄνθρωπο, ὅταν τόν κυριεύσουν. Τόν ἀπομονώνουν ἀπό τούς ἀνθρώπους, τόν ὠθοῦν νά ἀρέσκεται νά ζεῖ σέ τόπους φρίκης καί θανάτου. Τόν κάνουν θηρίο ἀνήμερο, φοβερό καί τρομερό στούς ἀνθρώπους.
ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ΄ ΛΟΥΚΑ

(Λκ. 8, 26-39)

Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μᾶς διδάσκουν ὅτι ἂν καὶ οἱ ἐ­πι­βου­λὲς τῶν δαι­μό­νων κα­τὰ τῶν ἀν­θρώ­πων εἶ­ναι πολ­λές, ὅ­μως, ἡ βο­ή­θει­α τοῦ Θε­οῦ εἶ­ναι ἰσχυρότερη τῆς κα­κό­τη­τάς τους καὶ ἔτσι ἀ­ναι­ρεῖ τὰ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα τοῦ μί­σους τους.

Πράγματι, τὸ μῖ­σος τῶν δαι­μό­νων τα­λαι­πω­ρεῖ τοὺς ἀν­θρώ­πους ἤ­δη ἀ­πὸ τὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας. Ἀφ᾽ ὅ­του ὁ Σα­τα­νᾶς, ἑ­κου­σί­ως καὶ ἐ­λεύ­θε­ρα ἀ­πο­στά­τη­σε ἀ­πὸ τὸν Θε­ό, δι­α­κα­τέ­χε­ται πρω­τί­στως ἀ­πὸ μῖ­σος γιὰ τὸν Δη­μι­ουρ­γό του. Ἐ­πει­δή, ὅ­μως, ἀ­δυ­να­τεῖ γιὰ μί­α κα­τὰ μέ­τω­πο πο­λε­μι­κὴ ἐ­ναν­τί­ον τοῦ Θε­οῦ, με­θο­δεύ­ει ἀλ­λι­ῶς τὸν ἀ­γῶνα του καὶ ἐ­πι­ζη­τεῖ νὰ πλήξει τὸν ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Ταυ­τό­χρο­να, προ­σπα­θεῖ νὰ ἀ­μαυ­ρώ­σει τὴν τι­μὴ καὶ τὴν ὑ­πό­λη­ψη τοῦ Θεοῦ στὰ μά­τια τῶν ἀν­θρώ­πων, ἀρ­χῆς γε­νο­μέ­νης ἀ­πὸ τὴν κα­κό­βου­λη συμ­βου­λὴ πρὸς τοὺς πρω­το­πλά­στους, τοὺς ὁ­ποί­ους οὐ­σι­α­στι­κὰ νου­θέ­τη­σε νὰ ἀν­τι­τα­χθοῦν στὸν Θε­ό.
ΚΥΡΙΑΚΗ 21 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2018 – ΣΤ΄ ΛΟΥΚΑ 

 (Λουκ. η΄ 26-39) (Γαλ. β΄ 16-20)

Πρόσωπο και κοινωνία

«ιματισμένον και σωφρονούντα»

Σε μια τραγική πτυχή στη ζωή του ανθρώπου αναφέρεται η σημερινή ευαγγελική περικοπή με την προβολή του θαύματος του δαιμονισμένου των Γαδαρηνών. Μεταγγίζει συνάμα το πιο ελπιδοφόρο μήνυμα ζωής και μάλιστα με απελευθερωτικό χαρακτήρα.

Η τραγικότητα εστιάζεται στο θέμα της κυριαρχίας του Σατανά, η οποία αποτυπώνει μια ολική ακαταστασία στην καθημερινή ζωή του ανθρώπου που έχει να κάνει με τον εγκλωβισμό του στα δεσμά της δουλείας και του θανάτου.

Σάββατο, 13 Οκτωβρίου 2018

Κυριακή Δ΄ Λουκᾶ. Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου

Ὑπόμνημα εἰς τὸν Ἅγιον Εὐαγγελιστὴν Ματθαῖον, ὁμιλία μδ΄
Κυριακή Δ΄ Λουκᾶ (Λουκ. 4-15)

 Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου
  
α. Αὐτὸ ποὺ ἔλεγα προηγούμενα ὅτι, ὅταν λείπη ἡ ἀρετὴ εἶναι ὅλα περιττά, ἀποδεικνύεται τώρα πλουσιώτατα. Ἐγὼ ἔλεγα ὅτι καὶ ἡ ἡλικία καὶ ἡ ἰδιοσυγκρασία, καὶ ἡ κατοικία στὴν ἔρημο καὶ τὰ παρόμοια δὲν ὠφελοῦν, ὅταν λείπη ἡ ἀγαθὴ προαίρεση.  Αὐτὸ γίνεται ὁλοφάνερο ἀπὸ δῶ. Ἐνῶ μιλοῦσε στὸν κόσμο, τοῦ εἶπε κάποιος ὅτι ἡ μητέρα σου καὶ τ’ ἀδέλφια σου σ’ ἀναζητοῦν.  Κι αὐτὸς εἶπε·  Ποιά εἶναι ἡ μητέρα μου καὶ ποιὰ  τ’ ἀδέλφια μου;  Αὐτὰ τὰ ἔλεγε ὄχι ἐπειδὴ ντρεπόταν τὴ μητέρα,  οὔτε γιατὶ ἀρνιόταν ἐκείνην, ποὺ  τὸν εἶχε γεννήσει -ἄν ντρεπόταν δὲ θὰ γεννιόταν ἀπ’ αὐτήν. Ἤθελε νὰ φανερώση, ὅτι σὲ τίποτα δὲν τὴν ὠφελοῦσε αὐτό, ἄν δὲν κάνη  ὅλα ὅσα πρέπει.  Κι αὐτὸ ποὺ ἔκαμε ἦταν περιττὴ φιλοδοξία·  ἤθελε  νὰ δείξη στὸν κόσμο ὅτι ἔχει στὸ χέρι τὸ παιδί καὶ τὸ διατάζει·  δὲν ὑποψιαζόταν  ἀκόμα τίποτα γι’ αὐτὸν σπουδαῖο·
 Κυριακή Δ’ Λουκά – Λόγος στο ευαγγέλιο που λέγει «βγήκε ο σπορέας να σπείρει τον σπόρο του» (Αγ. Γρηγόριος Παλαμάς)

Βγήκε ο Κύριος να σπείρει τον σπόρο του. Πού; Στις καρδιές των ανθρώπων γιατί αυτές είναι τα χωράφια που δέχονται τα πνευματικά σπέρματα. Από αυτές άλλες μοιάζουν με δρόμο, καταπατημένες κατά κάποιο τρόπο και καταπιεσμένες από τους πονηρούς λογισμούς και τα πάθη και από τους επόπτες αυτών, τους πονηρότατους δαίμονες, άλλες μοιάζουν με πετρώδη γη, όσες από μικροψυχία και πώρωση δεν μπορούν να συγκρατήσουν μέχρι το τέλος τα σπέρματα της διδασκαλίας και να καρποφορήσουν με αυτά καρπούς προς αιώνια ζωή, και άλλες μοιάζουν με γεμάτο από αγκάθια έδαφος, επειδή το ενδιαφέρον τους συγκεντρώνεται στα κτήματα και τον πλούτο και τις πρόσκαιρες απολαύσεις και στα προερχόμενα από αυτές.
Κυριακή Δ’ Λουκά: Διδαχή εις την παραβολήν του Σπορέως (Αγ. Κοσμάς ο Αιτωλός)

Ομιλία του Αγίου νέου Ιερομάρτυρος και Ισαποστόλου Κοσμά του Αιτωλού, εις την παραβολήν του Σπορέως

Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός και Θεός, αδελφοί μου, έχει πολλά και διάφορα ονόματα. Λέγεται Θεός, λέγεται Υιός Θεού, λέγεται και υιός ανθρώπου, λέγεται και σοφία, λέγεται και ζωή, λέγεται και ανάστασις΄ και ανάμεσα εις τα άλλα λέγεται και γεωργός, επειδή σπείρει τον σπόρον. Όπως ο ίδιος είπεν εις την παραβολήν του αγίου και ιερού Ευαγγελίου:
ήταν ένας γεωργός και εβγήκεν από το σπίτι του, επήρε σπόρον και επήγε να σπείρη εις τα χωράφια του. Και εκεί που έσπερνε δεν έπεσεν εις ένα μέρος ο σπόρος εκείνος. Άλλος έπεσεν εις την στράταν, άλλος εις την πέτραν, άλλος εις τα ακάνθια και άλλος εις την καλήν γην.
Κυριακή Δ’ Λουκά: Ομιλία περί της ορωμένης ακαρπίας του θείου λόγου (Αρχιεπίσκοπος Αστραχάν και Σταυρουπόλεως Νικηφόρος Θεοτόκης)

(Λουκ. η’ 5 – 15)

– Tί ήταν αυτό που έκανε τους ακροατές του λόγου των Αποστόλων να πιστεύουν κατά χιλιάδες, όταν μάλιστα προέτρεπαν τους ακροατές τους να αθετήσουν την πατροπαράδοτη πίστη τους και να πιστεύσουν εις τον Χριστόν; Όταν δίδασκαν αυτούς να υποταχθούν σε άλλο νόμο τον ευαγγελικό, ο οποίος ήταν ενάντιος στα ήθη τους και τις συνήθειές τους; Τί ήταν αυτό που τους έκανε να καταφρονούν τις ηδονές της σαρκός, την τρυφήν και την ανάπαυσιν και να τρέχουν στους διωγμούς, στους αγώνες, στους κινδύνους, ακόμα και στον θάνατο;

– Μήπως η αιτία ήταν τα θαύματα που έβλεπαν. Εάν ναι τότε γιατί δεν πίστευαν όλοι; Και γιατί πίστευαν και πολλοί που δεν είδαν θαύματα;

– Γιατί σήμερα δεν καρποφορεί ο λόγος του Θεού; Μήπως γιατί τα έργα του ιεροκήρυκα είναι ανάξια του κηρύγματος και ενάντια της διδασκαλίας του; Είναι η αγιωσύνη του ιεροκύρηκα το αίτιο και η κακία αυτού το εμπόδιο της καρποφορίας του κηρύγματος; Θα πρέπει να μας ενδιαφέρει εάν ο ιεροκήρυκας διδάσκει τα ορθά δόγματα και όχι αιρετικά φρονήματα ή να εξετάζουμε τον βίο του;

– Ποιά είναι τα τρία αίτια της ακαρπίας του λόγου και ποιές οι τάξεις των ακροατών;

– Ποιά διάθεση πρέπει να έχει ο ακροατής όταν ακούει τον λόγο του Θεού;

– Εάν απειθούμε στον λόγον του Θεού και ουδεμία εξ αυτού λαμβάνουμε ωφέλεια, ουδεμία ελπίδα σωτηρίας έχουμε. 

Κυριακή Δ’ Λουκά: Ερμηνεία του Ευαγγελίου (Αρχιεπίσκοπος Αστραχάν και Σταυρουπόλεως Νικηφόρος Θεοτόκης)

Η παραβολή του Σπορέως

(Λουκ. η’, 5-15)

Ποιος είναι ο σπορεύς και γεωργός του λόγου;
Τι συμβαίνει αν προσπαθήσει κανείς να καλλιεργήσει την αρετή χωρίς να ξεριζώσει την αμαρτία;
Γιατί ο Χριστός μιλούσε με παραβολές;
Ποιοι είναι οι “παρά την οδόν ακούοντες”;
Ποιοι ανήκουν στη δεύτερη κατηγορία των ακροατών του λόγου του Θεού;
Ποια είναι τα “αγκάθια” που συμπνίγουν το λόγο του Θεού;
Ποιων ανθρώπων οι καρδιές ονομάζονται “καλή γη”;
Μπορεί κάποιος που έχει ακοή να μην ακούει;
 Ὁ μεγαλύτερος θησαυρός
«Ὁ σπόρος ἐστὶν ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ».
Κυριακή Δ΄ Λουκᾶ (Λουκ. η΄ 4-15)

(†) ἐπισκόπου Γεωργίου Παυλίδου Μητροπολίτου Νικαίας

Πολὺ παραστατικὴ καὶ διδακτικώτατη ἡ σημερινὴ Παραβολή, ἀγαπητὲ ἀναγνῶστα. Καὶ ἐπίκαιρη.  Διότι ἡ ἐποχή, ποὺ διατρέχομεν, εἶναι περίοδος σπορᾶς. Σπορεύς, ἐξήγησεν ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, εἶναι ὁ αἰώνιος Δημιουργὸς καὶ Τροφοδότης.  Σπόρος, ὁ θεῖος καὶ σωτήριος λόγος Του. Χωράφι, εἰς τὸ ὁποῖον σπείρεται, εἶναι αἱ ψυχαὶ τῶν ἀνθρώπων.  Καὶ εἶναι λοιπηρόν, ὅτι δὲν εἶναι ὅλαι αἱ ψυχαὶ κατάλληλοι.
Ομιλία στο ευαγγέλιο της Δ΄ Κυριακής Λουκά, του μακαριστού Μητροπολίτου Νικοπόλεως π. Μελετίου Καλαμαρά

Η Παραβολή του Σπορέως

(Λουκ. 8, 5- 15)

Ὁ σπόρος καί τό χωράφι

            Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, μᾶς λέει ὁ Χριστός στό ἅγιο εὐαγγέλιο, εἶναι ἕνας σπόρος. Δέν ἀρκεῖ νά ἔχει κανείς τό σπόρο στήν ἀποθήκη του. Πρέπει νά τόν βάλει στή γῆ, νά φυτρώσει, νά βλαστήσει. Νά κάνει λουλούδια, νά κάνει φύλλα, νά μεγαλώσει, νά κάνει καρπούς.

            Νά δρέψει τούς καρπούς· νά χορτάσει μέ τούς καρπούς τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ.
Ἡ καλλιέργεια τῆς ψυχῆς μας
ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 9, 2018
Εὐαγγελικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 14 Ὀκτωβρίου 2018, Δ΄ Λουκᾶ (Λκ. η΄ 5-15)

«Τὸ δὲ ἐν τῇ καλῇ γῇ, οὗτοί εἰσιν οἵτινες… ἀκούσαντες τὸν λόγον κατέχουσι καὶ καρποφοροῦσιν ἐν ὑπομονῇ»

Κατὰ τὴ σημερινὴ ἡμέρα, ἑορτὴ τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συν­όδου, ἔχει καθορισθεῖ ὡς εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα ἡ πολὺ γνωστὴ ἀλλὰ καὶ διδακτικὴ «Παραβολὴ τοῦ σπορέως». Ἡ παραβολὴ ὅπου ὁ Κύριος Ἰησοῦς παρομοιάζει τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ μὲ τὸ σπόρο. Σὰν τὸ σπόρο καὶ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ σπείρεται πλουσιοπάροχα στὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων.

Δὲν καρποφορεῖ ὅμως παντοῦ καὶ πάν­τα. Σύμφωνα μὲ τὴν παραβολή, μόνο ὁ σπόρος ὁ ὁποῖος ἔπεσε σὲ καλὴ γῆ καρποφόρησε.

Γι’ αὐτὴ τὴν καλὴ γῆ θὰ κάνουμε λό­γο σήμερα. Γιὰ τὴν ψυχὴ δηλαδὴ τοῦ ἀν­θρώπου ὁ ὁποῖος ἀκούει μὲ προσοχὴ καὶ συν­αίσθηση τὰ θεῖα λόγια καὶ ἀγωνίζε­ται νὰ τὰ ἐφαρμόσει στὴ ζωή του.

1. ΣΥΝΑΙΣΘΗΣΗ ΚΑΙ ΠΡΟΣΟΧΗ
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Καρποφόρα μέλη τῆς Ἐκκλησίας
ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 9, 2018
Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 14 Ὀκτωβρίου 2018, τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ζ΄ Οἰκ. Συνόδου (Τίτ. γ΄ 8-15)

«Μανθανέτωσαν καὶ οἱ ἡμέτεροι καλῶν ἔργων προΐστασθαι…, ἵνα μὴ ὦσιν ἄκαρποι»

Τιμοῦμε τὴ σημερινὴ Κυριακὴ τοὺς ἅγιους Πατέρες τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συν­όδου, οἱ ὁποῖοι συνῆλθαν στὴ Νίκαια τὸ 787 μ.Χ. Στὴ Σύνοδο αὐτὴν καταδίκασαν τὴν πλάνη τῆς Εἰκονομαχίας καὶ διατύπωσαν αὐθεντικὰ τὴν Ὀρθόδοξη πίστη σχετικὰ μὲ τὶς ἱερὲς εἰκόνες. Στὸ ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα ποὺ ἀκούσαμε, τὸ ὁποῖο ἔχει ἐπιλεγεῖ πρὸς τιμήν τους, ὁ ἀπόστολος Παῦλος προτρέπει τὸν ἀπόστολο Τίτο νὰ κατευοδώσει δύο ἐργάτες τοῦ Εὐαγγελίου, τὸν Ζηνᾶ τὸν νομικὸ καὶ τὸν Ἀπολλώ, μὲ καθετὶ ἀναγκαῖο γιὰ τὸ ταξίδι τους· καὶ προσθέτει: Μὲ τὴν εὐκαιρία αὐτὴν ἂς μαθαίνουν καὶ οἱ δικοί μας «καλῶν ἔργων προΐστασθαι», νὰ πρωτοστατοῦν σὲ καλὰ ἔργα καὶ νὰ συντρέχουν τοὺς ἀδελφοὺς στὶς ἀπαραίτητες ἀνάγκες τους, γιὰ νὰ μὴ στεροῦνται ἀπὸ πνευματικοὺς καρπούς.
Ἂς δοῦμε ἀναλυτικότερα τί σημαίνει αὐτὸς ὁ λόγος, «καλῶν ἔργων προΐστασθαι», καὶ πόσο σημαντικὸ εἶναι νὰ τὸν ἐφαρμόζουμε ὅλοι οἱ πιστοί.

1. Πρωτοβουλία στὰ καλὰ ἔργα
ΚΥΡΙΑΚΗ 14 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2018 – Δ΄ ΛΟΥΚΑ 

 (Λουκ. η΄ 5-15) (Τιτ. γ΄ 8-15)

Καρποφορία του πνεύματος

«Εξήλθεν ο σπείρων του σπείραι τον σπόρον  αυτού»

 Η διήγηση της παραβολής του Καλού Σπορέως είναι από τις πιο διδακτικές που πηγάζουν από το ιερό ευαγγέλιο. Ξεδιπλώνει ενώπιό μας ζωντανές εικόνες από την αγροτική ζωή και αναδεικνύει μέσα απ’ αυτές βαθιά μηνύματα και νοήματα. Αποκαλύπτονται από το περιεχόμενό της σπουδαίες πνευματικές αλήθειες, απόλυτα συμβατές με τις υπαρξιακές αναζητήσεις του ανθρώπου, που παραπέμπουν στην αιώνια αλήθεια του Κυρίου.

Στο επίκεντρο της θαυμάσιας αυτής παραβολικής διήγησης βρίσκεται το πρόσωπο του Χριστού. Κινείται δε στους πιο κάτω βασικούς άξονες:

α. Ο Θεός είναι ο γεωργός κι εμείς το χωράφι του.
Κυριακή 14 Ὀκτωβρίου 2018 (Δ’ΛΟΥΚΑ) (Λουκ. η’ 5-15)

Στήν Παραβολή τοῦ σπορέως, τήν ὁποία παρακολουθήσαμε στό σημερινό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα,ἕνας  γεωργός  βγῆκε νά σπείρει τό χωράφι του καί ἀντίκρυσε τέσσερις διαφορετικές περιοχές. Τό δρόμο, πού τόν πατοῦσαν οἱ περαστικοί, τό πετρῶδες ἔδαφος πού δέν εἶχε καθόλου ὑγρασία, τό ἔδαφος μέ τά ἀγκάθια,καί τέλος τήν εὔφορη γῆ πού ἔφερε καρπούς πολλούς. Τά τέσσερα αὐτά διαφορετικά ἐδάφη συμβολίζουν ἀντίστοιχα τέσσερα πνευματικά ἐδάφη στίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων.
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΡΟΝΑΞΙΑΣ

«ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ»

Κυριακή Δ΄ Λουκά (Σπορέως)

14-10-2018

Πολλές φορές αδελφοί μου, ο Χριστός μίλησε με παραβολές προς τους μαθητές του και προς τον λαό ο οποίος τον ακολουθούσε, προκειμένου να διδάξει τις αλήθειες περί της Βασιλείας του Θεού.

Έτσι στην σημερινή ευαγγελική περικοπή μάς μίλησε για ένα γεωργό ο οποίος πήγε στο χωράφι του για να σπείρει τον σπόρο του, και άλλοι σπόροι έπεσαν στο δρόμο και καταπατήθηκαν από τους διαβάτες και τους κατέφαγαν τα πουλιά του ουρανού, άλλοι έπεσαν σε πετρώδες έδαφος και αφού φύτρωσαν, επειδή δεν είχαν υγρασία ξεράθηκαν, άλλοι πάλι έπεσαν σε σπόρους αγκαθιών και όταν βλάστησαν τους έπνιξαν τα αγκάθια, και άλλοι έπεσαν στην εύφορη γη, την αγαθή γη και έκαναν καρπό εκατό φορές περισσότερο.
ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΛΟΥΚΑ (ΣΠΟΡΕΩΣ) (Λκ. 8, 5-15)
Αναρτήθηκε στις 25/09/2018

Στὸ ση­με­ρι­νὸ εὐ­αγ­γε­λι­κὸ ἀ­νά­γνω­σμα ἀκούσαμε τὴν παραβολὴ τοῦ σπορέως. Ὁ Χρι­στός, ὡς σπο­ρέ­ας, σπεί­ρει τὸν ἴ­διό του τὸν λό­γο στοὺς ἀν­θρώ­πους καὶ οἱ ἄν­θρω­ποι, ἐ­λεύ­θε­ρα, δι­α­κρί­νουν τοὺς ἑ­αυ­τούς τους σὲ τέσ­σε­ρεις κα­τη­γο­ρί­ες. Αὐ­τὲς οἱ κα­τη­γο­ρί­ες προ­κύ­πτουν ἀ­πὸ τὴ δι­α­φο­ρε­τι­κὴ δε­κτι­κό­τη­τα ὡς πρὸς τὴν ἀ­πο­δο­χὴ τοῦ λό­γου τοῦ Θε­οῦ. Συγ­κε­κρι­μέ­να, στὴν πρώ­τη κα­τη­γο­ρί­α ἀνῆκουν αὐ­τοὶ ποὺ ἔ­χουν τὴν καρ­δί­α τους τό­σο σκλη­ρή, ὅ­σο σκλη­ρὴ εἶ­ναι καὶ μί­α ὁ­δός. Ἕ­νας δρό­μος χω­μά­τι­νος ὅ­ταν πα­τεῖ­ται δι­αρ­κῶς γί­νε­ται τό­σο σκλη­ρός, ὡ­σὰν νὰ εἶ­ναι στρω­μέ­νος μὲ ἄ­σφαλ­το. Καὶ στὴν ἄ­σφαλ­το δὲν βλα­στά­νει ὁ­τι­δή­πο­τε. Οἱ σπό­ροι ποὺ ρί­χνον­ται σὲ αὐ­τὴν δὲν μπο­ροῦν νὰ βλα­στή­σουν καὶ κα­τα­στρέ­φον­ται. Ἔ­τσι αὐ­τοὶ οἱ ἄν­θρω­ποι μὲ τὴ σκλη­ρὴ καρ­δί­α δὲν ἀ­πο­δέ­χον­ται τὸν λό­γο τοῦ Θε­οῦ καὶ μέ­νουν ἄ­καρ­ποι.
ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΛΟΥΚΑ – 14 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2018

Λουκ. η΄, 5-15

 Ἡ παραβολή τοῦ σπορέα, πού ἀκούσαμε πρίν ἀπό λίγο στήν εὐαγγελική περικοπή, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, εἶναι ἡ πρώτη σέ μία σειρά παραβολῶν, πού ὅλες μαζί λέγονται παραβολές τῆς βασιλείας, γιατί κεντρικό τους θέμα εἶναι ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Μέ τήν παραβολή αὐτή ἡ Ἐκκλησία προβάλλει τό ἔργο τοῦ σπορέα – Χριστοῦ κι ἐπιπλέον θυμίζει στούς πιστούς τήν ἀνάγκη τῆς καρποφορίας, πού εἶναι τό ἀποτέλεσμα τοῦ κηρυκτικοῦ ἀλλά καί τοῦ ἁγιαστικοῦ ἔργου της.
ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ «ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΚΑΡΠΟΦΟΡΙΑΣ»

Ὁ σπόρος πού ἀναφέρει ὁ Χριστός στή σημερινή παραβολή ἔπεσε σὲ διάφορα μέρη. Γι’ αὐτὸ καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ἦταν διαφορετικό. Ἔπεσε στὸ δρόμο καὶ τὸν πάτησαν οἱ διαβάτες, τὸν ἔφαγαν τὰ πουλιά. Ἔπεσε σὲ μιὰ περιοχὴ πετρώδη, πῆγε λίγο νὰ φυτρώσει, ὅμως σύντομα μαράζωσε, ξεράθηκε, γιατὶ δὲν εἶχε ὑγρασία. Ἔπεσε σὲ μέρος γεμᾶτο ἀγκάθια καὶ μόλις βλάστησε, τὸν ἔπνιξαν. Εὐτυχῶς ὅμως ἕνα μέρος τοῦ σπόρου ἔπεσε σὲ γῆ μαλακή, φρεσκοσκαμμένη καὶ εὔφορη. Ἀναπτύχθηκε καὶ ἔφερε καρπὸ πολύ, ἑκατὸ φορὲς περισσότερο. «Ὁ σπόρος ἐστὶν ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ», ἐξήγησε ὁ Κύριος στοὺς μαθητές Του. Καὶ ἡ γῆ εἶναι οἱ ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων.
ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΛΟΥΚΑ
Απόστολος: Γαλ. β΄ 16 - 20
Ευαγγέλιον: Λουκα η' 4 – 15
14 Οκτωβρίου 2018
«Ἐξῆλθεν ὁ σπείρων τόν σπόρον αὐτοῦ»
Περίοδος σποράς, αγαπητοί μου αδελφοί, είναι για τους περισσότερους, ο Οκτώβριος. Ο κάθε συνετός γεωργός έχει ετοιμάσει τον καθαρό σπόρο και έχει επιλέξει, έχει καλλιεργήσει τα κατάλληλα χωράφια, για να έχει τόση σοδειά όση για να εξασφαλισθεί αυτός και η οικογένειά του. Όταν όμως ο Κύριος αναπτύσσει την παραβολή αυτή, αναφέρεται στην διδασκαλία Του και την διαφορετική αποδοχή της από τους ακροατές Του. Αποδέχεται λοιπόν, να αναλάβει τη θέση του σπορέως-γεωργού, της θείας διδασκαλίας. Αντιπαραβάλλει τέσσερις μορφές χωραφιών διαφορετικής γεωργικής αξίας, με αντίστοιχους τύπους ανθρώπων με την διαφορετική ψυχική δεκτικότητα τους στον λόγο Του.

Σάββατο, 6 Οκτωβρίου 2018

Κυριακή Γ’ Λουκά: Το θαύμα της νεκρανάστασης (Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

(Λουκ. ζ’ 11-16)

Πολλοί είναι οι άνθρωποι που αυτοτιτλοφορούνται «Σωτήρες της ανθρωπότητας». Ποιος απ’ όλους τους όμως θα μπορούσε να φανταστεί πως θα ήταν δυνατό να σώσει ανθρώπους από το θάνατο; Στην ιστορία έχουμε δει πολλούς καταχτητές. Κανένας τους όμως δε νίκησε το θάνατο. Στη γη γνωρίσαμε πολλούς βασιλιάδες που είχαν εκατομμύρια υποτελείς. Κανένας τους όμως δεν μπόρεσε να μετρήσει στους υποτελείς του και τους νεκρούς μαζί με τους ζωντανούς.

Κανένας, εκτός από τον μοναδικό Ένα, τον Κύριο Ιησού Χριστό, Εκείνον που μαζί Του δεν μπορεί να συγκριθεί κανένας. Δεν είναι μόνο ο Νέος Άνθρωπος. Είναι ο Νέος Κόσμος, ο Δημιουργός Του. Όργωσε τον αγρό ζώντων και νεκρών κι έσπειρε και στους δυό τον καινούργιο σπόρο της ζωής. Οι νεκροί μπροστά Του είναι όπως κι οι ζωντανοί, οι ζωντανοί όπως οι νεκροί. Ο θάνατος δεν είναι εμπόδιο στη βασιλεία Του. Παραμέρισε το εμπόδιο αυτό κι άνοιξε τη βασιλεία Του στην ιστορία, από τον Αδάμ και την Εύα ως τον τελευταίο άνθρωπο που θα γεννηθεί στη γη. Κοίταξε τη ζωή και το θάνατο του ανθρώπου με διαφορετικό τρόπο απ’ ότι βλέπουμε εμείς οι θνητοί. Κοίταξε και είδε πως η ζωή δεν τελειώνει με το σωματικό θάνατο, πως η πραγματικότητα του θανάτου για μερικούς ανθρώπους έρχεται πριν από το σωματικό τους θάνατο. Πολλούς ζωντανούς τούς βλέπει στον τάφο, πολλούς νεκρούς σε σώματα ζωντανά. «Μη φοβηθήτε από των αποκτεννόντων το σώμα, την δε ψυχήν μη δυναμένων αποκτείναι» (Ματθ. ι’ 28), είπε ο ίδιος στους αποστόλους Του. Ο σωματικός θάνατος δεν συνεπάγεται και τον ψυχικό θάνατο. Αυτός προκαλείται μόνο από τη θανάσιμη αμαρτία πριν ή και κατά το σωματικό θάνατο, ξέχωρα απ’ αυτόν.

Με την πνευματική ματιά Του ο Κύριος διαπερνά το χρόνο όπως η αστραπή τα σύννεφα. Οι ζωντανές ψυχές τόσο εκείνων που πέθαναν προ πολλού όσο και αυτών που δε γεννήθηκαν ακόμα εμφανίζονται μπροστά Του. Ο προφήτης Ιεζεκιήλ είδε σε όραμα μια πεδιάδα γεμάτη οστά νεκρών και δεν μπορούσε να κατανοήσει αν τα οστά αυτά θα μπορούσαν να αναζωογονηθούν, ωσότου του το αποκάλυψε ο Κύριος. «Υιέ ανθρώπου, ει ζήσεται τα οστέα ταύτα;», τον ρώτησε ο Κύριος, «και είπα· Κύριε Κύριε, συ επίστη ταύτα» (Ιεζ. λζ’ 3). Ο Χριστός δεν έβλεπε νεκρά οστά, αλλά τα ζωντανά πνεύματα που είχαν μέσα τους. Το σώμα και τα οστά του ανθρώπου δεν είναι παρά το περίβλημα κι ο εξοπλισμός της ψυχής. Το περίβλημα αυτό γερνάει και γίνεται σαν φθαρμένο ρούχο. Ο Θεός όμως θα το ανακαινίσει και θα ξαναντύσει με αυτό την ψυχή που αναχώρησε.

Ο Χριστός ήρθε για ν’ απαλλάξει τον άνθρωπο από τον αρχαίο φόβο, αλλά και να δημιουργήσει έναν καινούργιο φόβο σ’ αυτούς που αμαρτάνουν. Ο αρχαίος φόβος του ανθρώπου ήταν ο σωματικός θάνατος. Ο καινούργιος φόβος είναι ο πνευματικός θάνατος. Και τον φόβο αυτόν ο Χριστός τον ενίσχυσε, τον έκανε πιο δυνατό. Ο φόβος του σωματικού θανάτου οδηγεί τον άνθρωπο στην αναζήτηση βοήθειας απ’ αυτόν τον κόσμο. Οι άνθρωποι εγκαθίστανται σ’ αυτόν τον κόσμο, σκορπίζονται σ’ αυτόν και πιάνονται απ’ αυτόν, μόνο και μόνο για να σιγουρέψουν τη μεγαλύτερη δυνατή διαμονή για το σώμα τους, να διανύσουν ένα ταξίδι όσο μεγαλύτερο και αβασάνιστο γίνεται. Ο Κύριος όμως λέει σ’ εκείνον που ήταν πλούσιος ολικά αλλά φτωχός πνευματικά: «Άφρον, ταύτη τη νυκτί την ψυχήν σου απαιτούσιν από σου· α δε ητοίμασας τίνι έσται;» (Λουκ. ιβ’ 20). Τον άνθρωπο που φροντίζει για το σώμα του αλλά αδιαφορεί για την ψυχή του, ο Κύριος τον αποκαλεί άφρονα, ανόητο. «Ουκ εν τω περισσεύειν τινί η ζωή αυτού έστιν εκ των υπαρχόντων αυτού» (Λουκ. ιβ’ 15), είπε επίσης ο Κύριος. Σε τι συνίσταται λοιπόν η ζωή του ανθρώπου; Στην εξάρτησή του από το Θεό, που ζωοποιεί την ψυχή με το λόγο Του και μαζί με την ψυχή ζωοποιεί και το σώμα.

Με το λόγο Του ο Κύριος ανάστησε κι ανασταίνει ψυχές αμαρτωλές, ψυχές που πέθαναν πριν από το σωματικό θάνατο. Υποσχέθηκε πως θ’ αναστήσει τα νεκρά σώματα εκείνων που έχουν ήδη αποβιώσει. Με την άφεση των αμαρτιών, με τα ζωοποιά λόγια Του και με τα τίμια δώρα, το πάναγνο Σώμα και το Αίμα Του, ανέστησε κι ανασταίνει και σήμερα ακόμα νεκρούς. Και θα το κάνει αυτό ως τη συντέλεια του κόσμου. Μας το επιβεβαίωσε αυτό όχι μόνο με λόγια αλλά και με έργα, αφού ανάστησε αρκετούς στη διάρκεια της επίγειας ζωής Του, καθώς και με την Ανάστασή Του. «Αμήν λέγω υμίν ότι έρχεται ώρα, και νυν έστιν, ότε οι νεκροί ακούσονται της φωνής του υιού του Θεού, και οι ακούσαντες ζήσονται» (Ιωάν. ε’ 25). Πολλοί νεκροί άκουσαν τη φωνή του Υιού του Θεού και αναστήθηκαν. Ένα τέτοιο παράδειγμα έχουμε από το σημερινό ευαγγέλιο.

***

Εκείνον τον καιρό ο Ιησούς «επορεύετο εις πόλιν καλουμένην Ναΐν και συνεπορεύοντο αυτώ οι μαθηταί αυτού ικανοί και όχλος πολύς» (Λουκ. ζ’ 11). Το περιστατικό αυτό έγινε λίγο μετά τη θαυματουργική θεραπεία του δούλου του Ρωμαίου εκατόνταρχου στην Καπερναούμ. Ο Κύριος είχε σφοδρή επιθυμία και βιαζόταν να κάνει όσο το δυνατό περισσότερα καλά έργα και να δώσει έτσι υπέροχο παράδειγμα στους πιστούς Του. Μ’ αυτόν το σκοπό ξεκίνησε από την Καπερναούμ με κατεύθυνση το όρος Θαβώρ. Εκεί, πέρα από το όρος, στις πλαγιές του όρους Ερμών, βρίσκεται ως τις μέρες μας η Ναΐν, που κάποτε ήταν οχυρωμένη πόλη. Ο Κύριος ταξίδευε με τη συνοδεία πολλών μαθητών και πλήθους λαού. Είχαν δει όλοι τους πολλά θαύματα στην Καπερναούμ κι έλπιζαν να δουν και ν’ ακούσουν περισσότερα, γιατί τα θαύματα του Χριστού δεν είχαν ακουστεί ως τότε στον Ισραήλ, ενώ τα λόγια Του ήταν σαν ποτάμια που έρρεαν μέλι και γάλα.

«Ως δε ήγγισε τη πύλη της πόλεως, και ιδού εξεκομίζετο τεθνηκώς υιός μονογενής τη μητρί αυτού, και αυτή ην χήρα, και όχλος της πόλεως ικανός ην συν αυτή» (Λουκ. ζ’ 12). Ο Κύριος μόλις είχε προσεγγίσει την πύλη της πόλης μαζί με το πλήθος που τον ακολουθούσε, όταν συνάντησε μια πομπή να βγαίνει από την πόλη, συνοδεύοντας ένα νεκρό παιδί. Έτσι συναντήθηκαν ο Κύριος με το δούλο. Ο χορηγός της ζωής συνάντησε το νεκρό. Ο νεκρός ήταν ένα νεαρό παιδί, όπως βλέπουμε από τη διήγηση, ότι ο Κύριος τον παρέδωσε στη μητέρα του, αφού τον επανέφερε στη ζωή. Η μητέρα του παιδιού πρέπει να προερχόταν από πλούσια κι επιφανή οικογένεια, όπως φαίνεται από το μεγάλο πλήθος που την συνόδευε στην κηδεία.

«Και ιδών αυτήν ο Κύριος εσπλαγχνίσθη επ’ αυτή και είπεν αυτή· μη κλαίε» (Λουκ. ζ’ 13). Το μεγάλο πλήθος που συνόδευε τη χήρα φαίνεται πως τό ‘κανε για χάρη της, λόγω της κοινωνικής της θέσης, αλλά και για το ισχυρό χτύπημα που δέχτηκε με το θάνατο του μοναχογιού της. Η θλίψη των ανθρώπων γύρω της πρέπει να ήταν πολύ μεγάλη. Κι αυτό πρέπει να έκανε μεγαλύτερη τη θλίψη της μητέρας και αύξησε τα δάκρυα απόγνωσης και τον οδυρμό της. Αν κι αναζητούμε άλλους για να μοιραστούν τη θλίψη μας, όταν ο θάνατος αποσπά βίαια κάποιον δικό μας άνθρωπο, η συμμετοχή τους συνεισφέρει πολύ λίγο στο να μειώσει τη θλίψη και τον πόνο μας. Όταν η αδυναμία παρηγορεί την αδυναμία, τότε κι η παρηγοριά θά ‘ναι αδύναμη. Όλοι όσοι παραστέκονται σ’ ένα νεκρό σώμα, κυριεύονται από ένα περίεργο συναίσθημα που δύσκολα εξωτερικεύεται. Κι αυτό είναι η ντροπή. Οι άνθρωποι όχι μόνο φοβούνται το θάνατο, αλλά και ντρέπονται γι’ αυτό. Η ντροπή αυτή είναι απόδειξη – πολύ μεγαλύτερη από το φόβο – πως ο θάνατος είναι συνέπεια της αμαρτίας του ανθρώπου. Όπως ο άρρωστος άνθρωπος ντρέπεται ν’ αποκαλύψει στο γιατρό τις κρυφές πληγές του, έτσι κι όσοι έχουν συνείδηση ντρέπονται τη θνητότητά τους. Η ντροπή αυτή για το θάνατο μας οδηγεί στην απόδειξη της αθάνατης καταγωγής μας και του αθάνατου προορισμού μας. Τα ζώα όταν πεθαίνουν κρύβονται μακριά, σα να νιώθουν ντροπή που είναι θνητά. Φανταστείτε πόση είναι η ντροπή εκείνων που είναι πνευματικά καλλιεργημένοι!

Σε τι χρησιμεύουν όλα τα κλάματα και τα μοιρολόγια μας, όλη η ματαιότητά μας, όλες οι τιμές και οι δόξες μας, την ώρα που νιώθουμε ότι κομματιάζεται το επίγειο δοχείο όπου κατοικήσαμε όσο ζούσαμε; Μας κατέχει ντροπή τόσο για το εύθραυστο του δοχείου μας όσο και για την άφρονα ματαιότητα με την οποία γεμίσαμε τη ζωή μας. Σε τι χρησιμεύει να το κρύβουμε; Η ντροπή μας κατέχει λόγω της βρωμιάς που γεμίσαμε το γήινο σαρκίο μας και που εξέρχεται μετά το θάνατό μας, όχι μόνο προς τη γη αλλά και προς τον ουρανό. Η ουσία του πνεύματος δεν αναδίδει ούτε άρωμα ούτε δυσοσμία στο σώμα μας. Ανάλογα με την ποιότητά μας ως ανθρώπων και με τα υλικά που έχουμε σωρεύσει μέσα μας όσο ζούμε, αναδίδουμε το άρωμα του ουρανού ή τη βρωμιά της αμαρτίας.

Ο Κύριος έχει αγάπη και ανοχή γι’ αυτούς που βρίσκονται σε απόγνωση. Αυτό το διαπιστώνουμε συχνά στις αδυναμίες των ανθρώπων. «Ιδών δε τους όχλους εσπλαγχνίσθη περί αυτών, ότι ήσαν εκλελυμένοι και ερριμένοι ως πρόβατα μη έχοντα ποιμένα» (Ματθ. θ’ 36). Όταν τα πρόβατα βλέπουν τον ποιμένα δεν λιποψυχούν, ούτε και σκορπίζονται. Αν οι άνθρωποι είχαν το Θεό πάντα μπροστά στα μάτια τους δε θα λιποψυχούσαν, ούτε και θα σκορπίζονταν. Μερικοί όμως τον βλέπουν, άλλοι τον αναζητούν για να τον δουν, ενώ άλλοι είναι τυφλοί ή εμπαίζουν εκείνους που ψάχνουν για να τον δουν. Έτσι οι άνθρωποι λιποψυχούν, διασκορπίζονται, γίνεται ο καθένας οδηγός στον εαυτό του κι ακολουθεί το δικό του δρόμο.

Αν οι άνθρωποι είχαν έστω και το μισό φόβο για τον πανταχού παρόντα Θεό, απ’ αυτόν που έχουν για το θάνατο, δε θα φοβούνταν τον τελευταίο. Και μάλιστα δε θα γνώριζαν το θάνατο σ’ αυτόν τον κόσμο. Στην περίπτωσή μας ο Κύριος ένιωσε ιδιαίτερη συμπάθεια για τη θλιμμένη μητέρα και γι’ αυτό της είπε: μη κλαίε. Κοίταξε βαθιά μέσα στην ψυχή της και διάβασε όλα όσα γίνονταν εκεί. Ο σύζυγός της είχε πεθάνει, δεν είχε σύντροφο. Τώρα πέθανε κι ο μοναχογιός της και βρέθηκε ολομόναχη. Πού ήταν ο ζωντανός Θεός; Μπορεί να νιώθει μόνος του κανείς όταν έχει συντροφιά το Θεό; Μπορεί ο αληθινός άνθρωπος να βρει καλλίτερη συντροφιά, πιο εγκάρδια, από τη συντροφιά του Θεού; Δεν είναι πιο κοντά μας ο Θεός ακόμα κι από τον πατέρα και τη μητέρα μας, από τους αδελφούς και τις αδελφές μας, από τους γιους και τις θυγατέρες μας; Μας δίνει παιδιά κι ύστερα μας τα παίρνει, μα δε μας εγκαταλείπει. Το μάτι Του δεν κουράζεται να μας παρακολουθεί, ούτε κι η αγάπη Του για μας έχει αλλοιωθεί. Όλη η δυσοσμία του θανάτου μας βοηθάει να προσκολληθούμε περισσότερο στο Θεό, τον ζώντα Θεό.

Μη κλαίε! Ο Κύριος προσπαθεί να παρηγορήσει την απαρηγόρητη μητέρα. Αυτό το λέει Εκείνος που δε σκέφτεται, όπως πολλοί από μας, πως η ψυχή του νεκρού αγοριού κατεβαίνει στον τάφο, μαζί με το νεκρό σώμα του. Το λέει Εκείνος που γνωρίζει αυτά που αφορούν στην ψυχή του νεκρού αγοριού, που κρατά την ψυχή αυτή στη δική Του εξουσία. Κι εμείς παρηγορούμε αυτούς που θρηνούν με τα ίδια λόγια, αν κι οι καρδιές μας είναι γεμάτες δάκρυα.

Εκτός από τη συμπάθειά μας όμως νιώθουμε αδύναμοι να προσθέσουμε οτιδήποτε άλλο σ’ εκείνους που θρηνούν. Η δύναμη του θανάτου έχει τόσο πολύ ξεπεράσει τη δύναμή μας, ώστε σερνόμαστε σαν έντομα στη σκιά του. Και καθώς γεμίζουμε τον τάφο και σκεπάζουμε το νεκρό με χώμα, νιώθουμε πως ενταφιάζουμε μαζί κι ένα μέρος από τον εαυτό μας μέσα στο νεκρικό σκοτάδι του τάφου.

Ο Κύριος δεν είπε μη κλαίε στη γυναίκα για να δείξει πως δεν πρέπει να κλαίμε για τους νεκρούς. Ο ίδιος δάκρυσε για το Λάζαρο (βλ. Ιωάν. ια’ 35). Θρήνησε προκαταβολικά γι’ αυτούς που θα υπόφεραν με την πτώση της Ιερουσαλήμ (βλ. Λουκ. ιθ’ 41-44). Τέλος μακάρισε αυτούς που πενθούν, «ότι αυτοί παρακληθήσονται» (Ματθ. ε’ 4). Τίποτα δεν ηρεμεί και δεν καθαρίζει τόσο, όσο τα δάκρυα.

Στην ορθόδοξη μεθοδολογία της σωτηρίας, τα δάκρυα είναι ανάμεσα στα πρώτα μέσα κάθαρσης της ψυχής, της καρδιάς και του νου. Όχι μόνο πρέπει να κλαίμε για τους νεκρούς, αλλά και για τους ζωντανούς και ιδιαίτερα για τον εαυτό μας, όπως συνέστησε ο Κύριος στις γυναίκες της Ιερουσαλήμ: «Θυγατέρες Ιερουσαλήμ, μη κλαίετε επ’ εμέ, πλην εφ’ εαυτάς κλαίετε και επί τα τέκνα υμών» (Λουκ. κγ’ 28).

Υπάρχει όμως μια διαφορά από δάκρυα σε δάκρυα. Ο απόστολος Παύλος συμβουλεύει τους Θεσσαλονικείς: «ίνα μη λυπήσθε καθώς και οι λοιποί οι μη έχοντες ελπίδα» (Α’ Θεσσ. δ’ 13). Δεν πρέπει να θλιβόμαστε όπως οι ειδωλολάτρες κι οι άθεοι, που κλαίνε τους νεκρούς τους σα να χάθηκαν εντελώς. Οι χριστιανοί δεν πρέπει να κλαίνε τους νεκρούς σαν χαμένους αλλά σαν αμαρτωλούς. Η θλίψη τους επομένως πρέπει να συνοδεύεται με προσευχές στο Θεό για να συχωρήσει τις αμαρτίες του αποβιώσαντα και να τον ελεήσει, να τον οδηγήσει στην ουράνια βασιλεία Του.

Ο χριστιανός πρέπει να κλαίει και να θρηνεί επίσης για τον εαυτό του, για τις αμαρτίες του. Κι όσο πιο συχνά το κάνει αυτό τόσο καλύτερα. Όχι να συμπεριφέρεται σαν κι’ αυτούς που δεν πιστεύουν στο Θεό και δεν ελπίζουν στο έλεός Του και στην αιώνια ζωή.

Όταν τα δάκρυα έχουν το χριστιανικό αυτό νόημα κι αυτή τη χρήση, τότε γιατί ο Κύριος είπε στη μητέρα του νεκρού αγοριού μη κλαίε; Εδώ είναι άλλη περίπτωση. Η γυναίκα έκλαιγε σαν κι αυτούς που δεν έχουν ελπίδα. Δεν έκλαιγε για τις αμαρτίες του παιδιού της ούτε και για τις δικές της. Έκλαιγε για τη σωματική απώλεια, για το χαμό και την ολοκληρωτική εξαφάνιση του παιδιού, για τον αιώνιο αποχωρισμό της απ’ αυτό. Εκεί όμως βρισκόταν ο Υιός του Θεού, ο Κύριος ζώντων και νεκρών. Δεν είχε λοιπόν λόγο να κλαίει μπροστά Του, όπως δεν έχει λόγο και να νηστεύει κανείς όταν ο Κύριος είναι παρών. Όταν οι Φαρισσαίοι κατηγόρησαν τον Κύριο πως οι μαθητές Του δε νήστευαν, όπως ο Ιωάννης, τους απάντησε: «Μη δύνασθε τους υιούς του νυμφώνος, εν ω ο νυμφίος μετ’ αυτών εστι, ποιήσαι νηστεύειν;» (Λουκ. ε’ 34). Με τον ίδιο τρόπο λοιπόν, μπορεί να θρηνεί κάποιος όταν βρίσκεται μαζί του ο Ζωοδότης, που στη βασιλεία Του δεν υπάρχουν νεκροί, αλλ’ όλοι είναι ζωντανοί;

Η θλιμμένη χήρα όμως δε γνώριζε ούτε το Χριστό ούτε τη δύναμη του Θεού. Θρηνούσε το μοναχογιό της χωρίς ελπίδα, όπως όλοι οι Ιουδαίοι τότε, που είτε δεν είχαν ολότελα πίστη στην ανάσταση των νεκρών είτε την είχαν χάσει.

Σ’ αυτήν την ανώφελη λόγω άγνοιας θλίψη της, ο Κύριος ανταποκρίθηκε με τα λόγια: Μη κλαίε! Δεν της είπε να μην κλάψει με την έννοια που το κάνουν πολλοί σήμερα, που εννοούν: «Μην κλαίς! Τα δάκρυά σου δε θα τον φέρουν πίσω. Αυτή είναι η μοίρα. Όλοι τον ίδιο δρόμο θ’ ακολουθήσουμε». Αυτή που δίνουμε εμείς είναι μια απαρηγόρητη παρηγοριά. Δεν παρηγορεί κανέναν, είτε την δίνει κανείς είτε την παίρνει. Άλλο πράγμα σκεφτόταν ο Χριστός όταν έλεγε μη κλαίε. Ήθελε να πει: Μην κλαίς, γιατί Εγώ είμαι εδώ. Είμαι ο ποιμένας όλων των προβάτων. Κανένα πρόβατο δεν μπορεί να κρυφτεί από Εμένα, δε γίνεται να μη γνωρίζω που βρίσκεται. Ο γιος δεν πέθανε με τον τρόπο που νομίζεις εσύ. Μόνο η ψυχή του έφυγε από το σώμα. Εγώ έχω εξουσία στην ψυχή του, όπως και στο σώμα του. Λόγω της θλίψης σου, που προέρχεται από άγνοια και απιστία τόσο τη δική σου όσο κι εκείνων που βρίσκονται γύρω σου, θα ενώσω ξανά την ψυχή του παιδιού με το σώμα του και θα τον ξαναφέρω στη ζωή. Και θα το κάνω αυτό όχι τόσο για δική του χάρη όσο για σένα και για τους δικούς σου, για να πιστέψετε πως ο Θεός είναι ζωντανός και παρακολουθεί όλους τους ανθρώπους. Για να βεβαιωθείτε πως Εγώ είμαι ο Μεσσίας που ήρθε, ο Σωτήρας του κόσμου».

Μ’ αυτήν την έννοια είπε στη μητέρα ο Κύριος μη κλαίε! Και μετά απ’ αυτό προχώρησε στο έργο.

«Και προσελθών ήψατο της σορού, οι δε βαστάζοντες έστησαν, και είπε· νεανίσκε, σοι λέγω, εγέρθητι» (Λουκ. ζ’ 14). Το άγγιγμα των νεκρών ή των πραγμάτων που βρίσκονταν κοντά του απαγορευόταν από τους Ιουδαίους, γιατί λογαριαζόταν ακάθαρτο. Η καθιέρωση αυτή είχε νόημα τότε που ο Θεός και η ανθρώπινη ζωή ήταν περισσότερο σεβαστά στον Ισραήλ από οτιδήποτε άλλο. Όταν όμως η πραγματική ευλάβεια προς το Θεό μειώθηκε, όπως κι ο σεβασμός για την ανθρώπινη ζωή, τότε πολλές εντολές, ανάμεσά τους κι αυτή για το άγγιγμα των νεκρών, έγιναν δεισιδαιμονίες και κέρδισαν προτεραιότητα από τις μέγιστες εντολές του Θεού. Σ’ αυτήν την περίπτωση, για παράδειγμα, ανήκαν η περιτομή και η αργία του Σαββάτου. Το πνεύμα των εντολών αυτών χάθηκε και στη θέση του έμεινε το πνεύμα μιας θεοποίησης της βερμπαλιστικής μορφής του Νόμου.

Ο Χριστός αποκατέστησε το πνεύμα και τη ζωή των νόμων αυτών. Οι καρδιές των αρχόντων του λαού όμως, των τηρητών του Νόμου, είχαν τόσο πολύ σκοτιστεί και σκληρυνθεί, ώστε αναζητούσαν να θανατώσουν το Χριστό επειδή θεράπευε τους αρρώστους το Σάββατο. Γι’ αυτούς η τήρηση της αργίας του Σαββάτου άξιζε περισσότερο από τον άνθρωπο, περισσότερο κι από τον ίδιο τον Υιό του Θεού. Ο Κύριος δεν αντιδρούσε στην οργή των πρεσβυτέρων. Συνέχισε ν’ αξιοποιεί κάθε ευκαιρία για να τονίσει πως η ανθρώπινη ζωή και η σωτηρία της ψυχής αξίζουν περισσότερο από τις νεκρές παραδόσεις και τα έθιμα. Το ίδιο προσπάθησε να κάνει και στη συγκεκριμένη περίπτωση. Παραβίασε το Νόμο και άγγιξε το φέρετρο όπου κείτονταν το νεκρό παιδί. Το θαύμα της νεκρανάστασης που έκανε ο Χριστός σ’ αυτήν την περίπτωση όμως ήταν τόσο αποστομωτικό, ώστε οι απορημένοι Ιουδαίοι πρεσβύτεροι δεν τόλμησαν ν’ ανοίξουν το στόμα τους και να διαμαρτυρηθούν.

Νεανίσκε, σοι λέγω, εγέρθητι! Ο Κύριος έδωσε την εντολή στο νεκρό παιδί στο όνομά Του, είπε σοι λέγω, όχι όπως οι προφήτες Ηλίας και Ελισαίος, που προσευχήθηκαν στο Θεό και του ζήτησαν ν’ αναστήσει τους νεκρούς. Εκείνοι ήταν δούλοι του Θεού, ο Ιησούς όμως ήταν ο μονογενής Υιός Του. Με τη θεϊκή εξουσία που είχε ο Κύριος έδωσε εντολή στο παιδί να σηκωθεί και να ξαναγυρίσει στη ζωή. Σοι λέγω! Με τα λόγια αυτά που δεν είχε χρησιμοποιήσει ο Κύριος σε άλλη περίπτωση ανάστασης νεκρού, ήθελε να δείξει και να ξεκαθαρίσει πως έκανε το έργο αυτό μόνο με τη δική Του δύναμη. Ήθελε να δείξει μ’ αυτό το θαύμα πως έχει εξουσία και στους νεκρούς, όπως στους ζωντανούς. Το θαύμα αυτό δεν έγινε με την πίστη της μητέρας του παιδιού, όπως στην περίπτωση της ανάστασης της κόρης του Ιαείρου. Αλλά και κανένας στην πομπή της κηδείας δεν περίμενε να δει τέτοιο μεγάλο θαύμα, όπως και στην περίπτωση της Ανάστασης του Λαζάρου. Όχι, το θαύμα αυτό δεν έγινε λόγω της δικής της πίστης ούτε κι από την αναμονή κάποιων, αλλ’ αποκλειστικά από το δυναμικό λόγο του Κυρίου Ιησού.

«Και ανεκάθισεν ο νεκρός και ήρξατο λαλείν, και έδωκεν αυτόν τη μητρί αυτού» (Λουκ. ζ’ 15). Το πλάσμα άκουσε τη φωνή του Δημιουργού και υπάκουσε την εντολή Του. Η ίδια θεϊκή δύναμη που παλιά έδωσε πνοή ζωής στον πηλό κι από τον πηλό έγινε ο άνθρωπος, τώρα έδινε πνοή και ξανάφερνε στη ζωή στο νεκρό παιδί. Έκανε πάλι το αίμα να κυκλοφορεί, τα μάτια να βλέπουν, τ’ αυτιά ν’ ακούν, τη γλώσσα να μιλάει, τα κόκκαλα και το σώμα να κινούνται. Εκεί που βρισκόταν η ψυχή του νεκρού παιδιού άκουσε τη φωνή του Κυρίου Της και γύρισε αμέσως στο σώμα της, υπακούοντας στην εντολή Του.

Ο υποτελής άκουσε τη φωνή του Βασιλιά κι ανταποκρίθηκε. Το παιδί ανακάθησε στο φέρετρο και ήρξατο λαλείν. Γιατί άρχισε αμέσως να μιλάει; Για να μη νομίσουν οι άνθρωποι πως αυτό ήταν κάποιο μαγικό δράμα ή πως κάποιο φάντασμα μπήκε στο σώμα του νεκρού παιδιού και τον ανασήκωσε στο φέρετρο. Έπρεπε ν’ ακούσουν όλοι τα λόγια του αναστημένου παιδιού, ώστε να μη μείνει η παραμικρή αμφιβολία πως ήταν πραγματικά το ίδιο το παιδί κι όχι κάποιος άλλος μέσα του.

Για τον ίδιο λόγο ο Κύριος πήρε το παιδί από το φέρετρο και έδωκεν αυτόν τη μητρί αυτού, το παρέδωσε στη μητέρα του. Όταν η μητέρα κατάλαβε τι έγινε και πήρε το παιδί στην αγκαλιά της, τότε απαλλάχτηκαν κι εκείνοι που ήταν στην πομπή από το φόβο και την αμφιβολία. Ο Χριστός πήρε από το χέρι το παιδί και το έδωσε στη μητέρα του για να της δείξει πως της το έδινε χάρισμα τώρα, όπως κι όταν το γεννούσε. Η ζωή είναι δώρο του Θεού. Ο Θεός δίνει ζωή σε κάθε άνθρωπο με το δικό Του χέρι. Δε διστάζει να πάρει κάθε πλασμένο άνθρωπο χωριστά από το χέρι και να τον στείλει σ’ αυτήν την επίγεια, την πρόσκαιρη ζωή. Ο Κύριος λοιπόν πήρε και το παιδί που ανάστησε και το έδωσε στη μητέρα του για να της δείξει πως δεν της είπε μη κλαίε μάταια. Όταν της το είπε αυτό είχε κατά νου να την παρηγορήσει, όχι μόνο με τα λόγια αυτά, που η θλιμμένη μητέρα θα τα είχε ακούσει ίσως κι από πολλούς γνωστούς της, αλλά και με μια πράξη που είχε σαν αποτέλεσμα μια απρόβλεπτη και τέλεια παρηγοριά.

Τελικά ο Κύριος το έκανε αυτό για να διδάξει και μας πως, όταν κάνουμε ένα καλό έργο, πρέπει να το κάνουμε όσο μπορούμε προσωπικά, προσεχτικά και με την καρδιά μας, όχι μέσω άλλων, απρόσεχτα και βαριεστημένα. Προσέξτε πόση αγάπη και στοργή υπάρχει σε κάθε λέξη και κάθε κίνηση του Κυρίου μας! Σ’ αυτήν την περίπτωση, όπως και σ’ όσες ανάλογες προηγήθηκαν ή ακολούθησαν, δείχνει πως όχι μόνο είναι τέλειο κάθε χάρισμα και δώρο του Θεού, αλλά κι ο τρόπος που τα δίνει είναι επίσης τέλειος.

«Έλαβε δε φόβος πάντας και εδόξαζον τον Θεόν, λέγοντες ότι προφήτης μέγας εγήγερται εν ημίν, και ότι επεσκέψατο ο Θεός τον λαόν αυτού» (Λουκ. ζ’ 16). Με την προσεχτική συμπεριφορά Του προς το παιδί και τη μητέρα του ο Κύριος κατόρθωσε να διώξει το φόβο για τέρατα και μαγείες, ο φόβος όμως εξακολουθούσε να υπάρχει μέσα τους. Αλλά ο φόβος αυτός ήταν καλός, γιατί ήταν φόβος Θεού και προκαλούσε τη δοξολογία στο Θεό. Ο λαός ονόμασε το Χριστό μεγάλο προφήτη που ο Θεός είχε υποσχεθεί από παλιά πως θα στείλει στον Ισραήλ (βλ. Δευτ. ιη’ 18). Ο λαός δεν μπορούσε να κατανοήσει ακόμα πως ο Χριστός ήταν Υιός του Θεού. Ήταν καλό όμως που το πνεύμα τους, που ήταν σκοτισμένο και καταπιεσμένο από ξένους κατακτητές, μπορούσε να βλέπει το Χριστό ως μεγάλο προφήτη. Αν οι πρεσβύτεροι του λαού στην Ιερουσαλήμ, που είχαν δει τα πολυάριθμα θαύματα του Χριστού, είχαν φτάσει σ’ αυτό το σημείο κατανόησης που είχαν οι απλοί αυτοί άνθρωποι, θα είχαν γλιτώσει από τα φοβερά εγκλήματα της καταδίκης και του θανάτου του Υιού του Θεού. Ο καθένας όμως ενεργεί όπως εκείνος θεωρεί φυσικό, ακολουθεί το δικό του πνεύμα και τη δική του καρδιά. Ο Χριστός επανέφερε το νεκρό στη ζωή, ενώ οι Ιουδαίοι πρεσβύτεροι αφαίρεσαν τη ζωή από τον Ζώντα. Εκείνος αγαπούσε τον άνθρωπο, αυτοί ήταν δολοφόνοι των ανθρώπων – και του Θεού.

Εκείνος ήταν θαυματουργός καλών έργων, αυτοί ήταν εκτελεστές εγκλημάτων. Στο τέλος όμως οι κακούργοι πρεσβύτεροι δεν μπόρεσαν να πάρουν άλλη ζωή, εκτός από τη δική τους. Όλοι οι προφήτες που είχαν θανατωθεί, ζούσαν παντοτινά με το Θεό και με ανθρώπους, ενώ οι φονευτές κρύβονταν σαν φίδια στη σκιά των προφητών αυτών από γενιά σε γενιά και δέχονταν από κάθε γενιά την κατάκριση και το ανάθεμα. Έτσι λοιπόν, με το θάνατο του Χριστού δεν σκότωσαν Εκείνον, αλλά τον εαυτό τους.

***

Εκείνος που ανάστησε τόσο εύκολα εκ νεκρών άλλους, ανάστησε και τον εαυτό Του. Φανερώθηκε στον ουρανό και στη γη ως μέγιστο Φως, που όσο φαίνεται πως σβήνει, μετά αστράφτει και λάμπει πολύ περισσότερο. Σ’ αυτό το φως ζούμε όλοι, αναπνέουμε και ευφραινόμαστε. Το Φως αυτό θ’ αποκαλυφθεί και πάλι και μάλιστα σύντομα, σε νεκρούς και ζωντανούς. Αυτό θα γίνει όταν ο Κύριος Ιησούς έρθει στη συντέλεια του κόσμου και της ιστορίας για ν’ αναστήσει τους νεκρούς από τους τάφους και να κρίνει όλους τους ανθρώπους, άντρες και γυναίκες, που έζησαν στη γη από τον Αδάμ ως το τέλος του κόσμου. Τότε θ’ αποδειχτεί για μια ακόμα φορά και μάλιστα στην πληρότητά της, η αλήθεια των λόγων του Σωτήρα μας: «Αμήν λέγω υμίν ότι έρχεται ώρα, και νυν εστιν, ότε οι νεκροί ακούσονται της φωνής του υιού του Θεού, και οι ακούσαντες ζήσονται» (Ιωάν. ε’ 25). Το θαύμα της ανάστασης του υιού της χήρας στη Ναΐν έγινε τόσο από αγάπη για τη θλιμμένη μάνα, όσο και για να ενισχύσει την πίστη στην έσχατη και καθολική ανάσταση, στο Θαύμα των θαυμάτων, στην κρίση των κρίσεων, στη χαρά κάθε χαράς.

Δόξα και αίνος στον Κύριο Ιησού Χριστό, μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.


(Απόσπασμα από το βιβλίο «ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟ Β’ – ΟΜΙΛΙΕΣ Ε’ Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς», Επιμέλεια – Μετάφραση: Πέτρος Μπότσης, Αθήνα 2013)
Κυριακή Γ' Λουκά: Λόγος εις την ανάστασιν του υιού της χήρας. Ιωάννου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως του Ξιφιλίνου

Ομιλία του Ιωάννου, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως του Ξιφιλίνου, περί της αναστάσεως του υιού της χήρας.

Το μέγα μυστήριον της Αναστάσεως το διδασκόμεθα από τον Σωτήρα μας και Θεόν τόσον με λόγια, όσον και με τα ίδια του τα έργα. Και στα παραγγέλματα και στις διδαχές και στις θαυματουργίες του, ο Κύριος αρχίζει από τα κατώτερα, και προχωρεί προς τα μεγαλύτερα.

Σαν με κάποια σκαλοπάτια ανεβαίνει από τα χαμηλότερα στα υψηλότερα, και σιγά-σιγά ανυψώνει το ανθρώπινον γένος στην δόξα και την γνώση και την έννοιαν της Θεότητός του.
Κυριακή Γ΄Λουκᾶ. Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ

Κυριακή Γ΄ Λουκᾶ (Λουκ. ζ΄11-16)
Εἰς τὸ τῆς τρίτης Κυριακῆς τοῦ Λουκᾶ Εὐαγγέλιον ὑπόθεσιν ἔχον τὸν ὑπὸ τοῦ Κυρίου ἐγερθέντα τῆς χήρας παῖδα. Ὁμιλία μβ΄.
Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς 

Παρουσιάζοντας ὁ μέγας Παῦλος τὴ θεϊκότητα καὶ τὴν ὠφελιμότητα τῆς πίστεως καὶ ἀναφέροντας τὰ ἔργα της καὶ τοὺς ἄθλους καὶ τοὺς καρποὺς καὶ τὴ δύναμή της, ἀρχίζει ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν ἀρχὴ τῶν αἰώνων, ἀπὸ τοὺς ὁποίους τίποτα δὲν ὑπάρχει ἀρχαιότερο.  Μὲ τὴν πίστη, λέει, κατανοοῦμε ὅτι ἀποτελέστηκαν οἱ αἰῶνες μὲ τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, ὥστε νὰ δημιουργηθοῦν τὰ ὁρατὰ ἀπὸ ἀόρατα καὶ τελειώνει στὴ μελλοντική, παναθρώπινη ἀνάσταση καὶ τὴν τελείωση τῶν ἁγίων, ποὺ θὰ συμβῆ τότε, ἀπὸ τὴν ὁποία τίποτα δὲν εἶναι τελειότερο. Κι ἐνῶ κάμει τὸν κατάλογο ἐκείνων ποὺ θαυμάστηκαν γιὰ τὴν πίστη τους καὶ μὲ τὸ παράδειγμά τους δίνουν μαρτυρία γι’ αὐτὴν, προσθέτει καὶ τοῦτο·  Ἐξ αἰτίας τῆς πίστης τους ξαναπῆραν γυναῖκες μὲ ἀνάσταση τοὺς νεκρούς τους.
 Κουράγιο! «Μὴ κλαῖε»!
Κυριακή Γ΄Λουκᾶ (Λουκ. ζ΄11-16)

 (†) ἐπισκόπου Γεωργίου Παυλίδου Μητροπολίτου Νικαίας

Μὲ πόνον ποὺ σπαράσσει τὴν καρδιά· μὲ ἐρειπωμένες ὅλες τὶς ἐλπίδες της· μὲ γονατισμένην τὴν ψυχὴν ἀπὸ τὸ ἀπροσδόκητο κτύπημα, ἡ χήρα μητέρα τῆς Ναΐν ὁδηγεῖ, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, τὸ μόνο της παιδὶ εἰς τὸν τάφον.
Κόσμος πολὺς συνοδεύει τὴν πένθιμον αὐτὴν συνοδείαν. Αἴφνης ἐμφανίζεται μία ὁμὰς ἀγνώστων, ποὺ εἰσέρχονται εἰς τὴν πόλιν. Εἶναι ὁ Κύριος μὲ τοὺς μαθητάς Του.
Μὲ κίνησιν ἡγεμονικὴν σταματᾷ τὴν συνοδείαν.  Τὰ δάκρυα καὶ οἱ στεναγμοὶ τῆς μητέρας συγκινοῦν τὴν παναγίαν ψυχήν Του.  Γυρίζει πρὸς τὸ μέρος της καὶ μὲ συμπάθειαν, γεμάτην ἀπὸ θείαν μεγαλοπρέπειαν, τῆς ἀπευθύνει δύο λέξεις· «Μὴ κλαῖτε»!  Στρέφεται ἔπειτα πρὸς τὸν νεκρόν.
Μία προσταγὴ ἀκούεται, ποὺ ἀνατρέπει νόμους καὶ δημιουργεῖ θαῦμα: «Νεανίσκε, σοὶ λέγω, ἐγέρθητι». Ὁ νεκρὸς ἀνοίγει τὰ κλεισμένα μάτια του, ἀνακάθεται καὶ ἡ μετέρα του τὸν ἀγκαλιάζει μὲ ὅλην τὴν μητρικὴν της ἀγάπην, δοξάζοντας τὸν Θεόν.
 Κυριακή Γ΄ Λουκά - Έπαινος χηρών, του μακαριτού Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου

«Καὶ αὕτη ἦν χήρα»(Λουκ. 7,12)

Ἀδελφοί, ἡ γῆ αὐτὴ ποὺ πατοῦμε εἶνε ποτισμένη μὲ δάκρυα, εἶνε «κοιλὰς κλαυθμῶνος»(Ψαλμ. 83,7). Ὁ Ἰώβ, ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ βασανισμένους ἀνθρώπους, λέει· Ὅπως τὰ πουλιὰ εἶνε πλασμένα νὰ πετοῦν στὸν ἀέρα, ἔτσι κι ὁ ἄνθρωπος εἶνε πλασμένος γιὰ τὸ δάκρυ καὶ τὸν πόνο (βλ. Ἰὼβ 5,7) . Κι ὁ ἀπόστολος Παῦλος πέρασε τὴζωή του μέσα στὴ θλῖψι, ἐν τούτοις εἶχε ἐσωτερικὴ χαρὰ καὶ ἔλεγε·«Χαίρω ἐν τοῖς παθήμασί μου»(Κολ. 1,24) καὶ «καυχήσομαι ἐν ταῖς ἀσθενείαις μου»(Β΄ Κορ. 12,9,5). Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς λίγο πρὶν τὸν φρικτὸ Γολγο θᾶ προειδοποίησε, ὅτι ὅσοι πιστεύουν σ᾿ αὐτὸν θὰ ὑποφέρουν· «Ἐν τῷ κόσμῳ θλῖψιν ἕξετε· ἀλλὰ θαρσεῖτε, ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον»(Ἰω. 16,33).