ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Σάββατο, 6 Οκτωβρίου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ ΛΟΥΚΑ

(Λκ. 7, 11-16)

Στὸ ση­με­ρι­νὸ εὐ­αγ­γε­λι­κὸ ἀ­νά­γνω­σμα ὁ Χριστός, ὡς ὁ κύ­ρι­ος τῆς ζω­ῆς καὶ τοῦ θα­νά­του, ἐ­πι­δει­κνύ­ον­τας σπλά­χνα οἰ­κτιρ­μῶν καὶ ἄ­φα­τη φι­λαν­θρω­πί­α, ἀ­πο­δί­δει πί­σω στὴ μη­τέ­ρα του τὸν πε­θα­μέ­νο μο­νο­γε­νῆ υἱ­ό της.

Σύμ­φω­να μὲ τὸν Εὐ­αγ­γε­λι­στὴ Λου­κᾶ, ὁ Κύ­ρι­ος, ἐ­νῷ πο­ρευ­ό­ταν πρὸς τὴν πό­λη Να­ΐν, συ­ναν­τᾶ μί­α πομ­πὴ ἀν­θρώ­πων, ποὺ ἐ­ξερ­χό­ταν τῆς πύ­λης τῆς πό­λης καὶ ὁ­δη­γοῦ­σε στὴν τε­λευ­ταί­α του κα­τοι­κί­α τὸν μο­νο­γε­νῆ υἱ­ὸ μιᾶς τα­λαί­πω­ρης χή­ρας. Ἡ γυ­ναί­κα ἦ­ταν ἀ­πελ­πι­σμέ­νη καὶ θρη­νοῦ­σε γο­ε­ρῶς, ἀ­φοῦ ὁ υἱ­ός της ἦ­ταν ὅ,­τι τῆς ἀ­πέ­μει­νε καὶ τώ­ρα ἀ­ναγ­κά­ζε­ται νὰ τὸν προ­πέμ­ψει στὸν τά­φο πρό­ω­ρα. Ὁ Κύ­ρι­ος, ὁ ἀ­γα­θός, ὁ φι­λάν­θρω­πος καὶ εὔ­σπλα­χνος Θε­ός, πλη­σί­α­σε καὶ τῆς εἶ­πε· «μὴν κλαῖς». Αὐ­τὸ ἴ­σως νὰ φά­νη­κε πα­ρά­ξε­νο στὴ χή­ρα, δε­δο­μέ­νου ὅ­τι δὲν τὸν γνώ­ρι­ζε, δὲν πί­στευ­ε σὲ αὐ­τὸν καὶ βέ­βαι­α δὲν τὸν ἐ­πι­κα­λέ­στη­κε, ὥ­στε νὰ ἀ­να­μέ­νει τὴ θε­ρα­πεί­α τοῦ πό­νου της. Ὅ­μως, ὁ σπλα­χνι­κὸς Θε­ός, ὁ πα­τὴρ τῶν ὀρ­φα­νῶν καὶ προ­στά­της τῶν χη­ρῶν, συ­νέ­δρα­με τὴ γυ­ναί­κα καὶ με­τέ­στρε­ψε τὸν πό­νο της σὲ εὐ­φρο­σύ­νη.


Ἀ­φοῦ λοι­πὸν πλη­σί­α­σε ὁ Χρι­στός, ἄγ­γι­ξε τὴ σο­ρὸ καὶ δι­έ­τα­ξε τὸν νε­κρὸ νὰ ἐ­γερ­θεῖ: «νε­α­νί­σκε, σοὶ λέ­γω, ἐ­γέρ­θη­τι». Ὁ Χρι­στὸς εἶ­ναι ὁ κύ­ρι­ος τῆς ζω­ῆς καὶ τοῦ θα­νά­του, ὁ παν­το­δύ­να­μος Θε­ός, ὁ ὁ­ποῖ­ος δι­ὰ μό­νου τοῦ λό­γου του ἀ­να­σταί­νει τοὺς νε­κρούς· ὅ­πως κα­τὰ τὴ δη­μι­ουρ­γί­α θέ­λει καὶ πλά­θει τὸν Ἀ­δάμ, ἔ­τσι καὶ τώ­ρα θέ­λει καὶ δύ­να­ται νὰ ζω­ο­ποι­ή­σει τὸν νε­κρὸ νε­α­νί­α. Καὶ πράγ­μα­τι, ὁ νε­κρὸς ἀ­κού­ει καὶ ὑ­πα­κού­ει στὸν δημιουργὸ Κύριο. Ἐ­γεί­ρε­ται ὁ νε­κρὸς νε­α­νί­ας καὶ ὁ­μι­λεῖ: «καὶ ἀ­νε­κά­θι­σεν ὁ νε­κρὸς καὶ ἤρ­ξα­το λα­λεῖν». Τὸ ὅ­τι δὲ ὁ νε­κρὸς νε­α­νί­ας, ἀ­φοῦ ἀ­να­κά­θι­σε, ἄρ­χι­σε νὰ ὁ­μι­λεῖ, ἀ­πο­τε­λεῖ, σύμ­φω­να μὲ τοὺς Πα­τέ­ρες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, δεῖγ­μα τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας τῆς ἀ­νά­στα­σής του. Μὲ τὸν ἴ­διο τρό­πο βε­βαι­ώ­θη­καν καὶ οἱ ὑ­πό­λοι­πες ἀ­να­στά­σεις ποὺ ἀ­να­φέ­ρον­ται στὰ Εὐ­αγ­γέλι­α, δηλαδὴ ἡ ἀ­νά­στα­ση τῆς κό­ρης τοῦ Ἰ­α­εί­ρου, αὐ­τὴ τοῦ Λα­ζά­ρου καὶ βέ­βαι­α ἡ ἀ­νά­στα­ση τοῦ ἰ­δί­ου τοῦ Κυ­ρί­ου. Οἱ ἀναστάσεις ἦταν ἀληθινές, δὲν ἦ­ταν φαν­τα­σί­α. Ἦταν ἀ­να­ζώ­ω­ση τοῦ σώ­μα­τος καὶ ἕ­νω­σή του μὲ τὴν ψυ­χή, ὁ δὲ ἀ­να­στη­θεὶς δὲν ἦ­ταν φάν­τα­σμα, ἀλ­λὰ ὁ ἴ­διος, ὁ μό­λις πρὶν νε­κρός. Ἔ­τσι γνω­ρί­ζε­ται καὶ πι­στεύ­ε­ται ἡ ἀ­νά­στα­ση ὡς πραγ­μα­τι­κὴ καὶ δὲν θεωρεῖται ὡς φαν­τα­σί­α, καὶ ταυ­τό­χρο­να πι­στο­ποι­εῖ­ται καὶ ἡ δι­κή μας κοι­νὴ ἀ­νά­στα­ση. Δὲν ἔ­χου­με δη­λα­δὴ μό­νο τὶς προ­φη­τι­κὲς δη­λώ­σεις γιὰ τὴν ἀ­νά­στα­ση τῶν νε­κρῶν, ἀλ­λὰ βλέ­που­με κι­ό­λας αὐ­τὴ τὴν ἀ­νά­στα­ση, ὡς ἁ­πτὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, στὰ ἔρ­γα τοῦ Κυ­ρί­ου.  

Πέ­ραν τού­του, οἱ Πα­τέ­ρες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας βλέ­πουν καὶ ἐ­πι­ση­μαί­νουν στὸ θαῦ­μα τῆς ἀ­νά­στα­σης τοῦ νε­α­νί­α καὶ κάτι ἄλλο. Ὁ Κύ­ρι­ος προ­χω­ρεῖ στὴν ἀ­νά­στα­ση τοῦ νε­α­νί­α, δι­ό­τι σπλα­χνί­ζε­ται τὴν ἀ­πελ­πι­σμέ­νη χή­ρα. Αὐ­τή, ἔ­χον­τας ἐ­πί­γνω­ση τῆς κα­τά­στα­σής της, ἔ­κλαι­ε καὶ θρη­νοῦ­σε, πρᾶγ­μα ποὺ ἕλ­κυ­σε τὴ φι­λαν­θρω­πί­α τοῦ Θε­οῦ, ὥ­στε νὰ τῆς ἀ­πο­δώ­σει πί­σω αὐ­τὸ ποὺ ἔ­χα­σε. Ἑρ­μη­νεύ­ον­τας λοι­πὸν οἱ Πα­τέ­ρες τὴν εὐ­αγ­γε­λι­κὴ δι­ή­γη­ση, τὴ θε­ω­ροῦν ἀ­νά­λο­γη μὲ τὴν ψυ­χι­κὴ κα­τά­στα­ση τοῦ ἀν­θρω­πί­νου γέ­νους. Συγ­κε­κρι­μέ­να, λέ­νε ὅ­τι ἡ ἀ­νά­στα­ση τοῦ υἱ­οῦ τῆς χή­ρας ἀν­τι­στοι­χεῖ στὴ δική μας ἀ­να­καί­νι­ση. Δι­ὰ τῆς ἁ­μαρ­τί­ας ὁ ἄν­θρω­πος στε­ρή­θη­κε τῆς κοι­νω­νί­ας τοῦ Θε­οῦ καὶ ὁ νοῦς σκο­τί­στη­κε ἀ­πὸ τὰ πά­θη. Ἔ­τσι ἡ ψυ­χὴ ἀ­πώ­λε­σε πλέ­ον τὴν ἱ­κα­νό­τη­τα καὶ δυ­να­τό­τη­τα νὰ σκέ­φτε­ται καὶ νὰ ἐ­νερ­γεῖ ὀρ­θὰ καὶ σύμ­φω­να μὲ τὸ ἀ­γα­θὸ θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ. Ἀ­πὸ τὴν κα­τά­στα­ση αὐ­τὴ λυ­τρώ­νει μό­νο ἡ ἐ­πι­στρο­φὴ στὸν ἀ­γα­θὸ καὶ παν­το­δύ­να­μο Θε­ό. 

Ἔ­τσι λοι­πὸν τὸ ζη­τού­με­νο γιὰ ἐ­μᾶς τοὺς Χρι­στια­νοὺς εἶ­ναι κα­τὰ πρῶ­τον νὰ ἀντιληφθοῦμε τὰ σφάλματά μας, τὰ ὁ­ποῖ­α σκο­τί­ζουν τὸν νοῦ μας καὶ μᾶς κρατοῦν μα­κρυ­ὰ ἀπὸ τὴν ἐπίγνωση τοῦ Θε­οῦ. Ἀκολούθως νὰ με­τα­νο­ή­σου­με, νὰ λυπηθοῦμε γιὰ αὐ­τὴ τὴν κα­τά­στα­ση καὶ τέ­λος νὰ θε­λή­σου­με, ἀλλὰ καὶ νὰ ζη­τή­σου­με ἐν τα­πει­νώ­σει ἀ­πὸ τὸν Θε­ὸ τὴ θε­ρα­πεί­α μας, δηλαδὴ τὴ διόρθωσή μας. Τό­τε ὁ Κύ­ρι­ος θὰ μᾶς προ­σεγ­γί­σει καὶ θὰ μᾶς πα­ρη­γο­ρή­σει, μὲ ἀποτέλεσμα καὶ τὴ δική μας ἀναζώωση, τὴν ἀναγέννησή μας δηλαδὴ μέσα στοὺς κόλπους τοῦ ἀγαθοῦ Θεοῦ, ὅπου μιμούμενοι τὴν ἀγάπη του ζοῦμε μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους κατὰ τρόπο φιλάνθρωπο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου