ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Σάββατο, 31 Ιανουαρίου 2015

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ

(Β’ Τιμ. 3, 10-15)

Οἱ ἔ­σχα­τοι και­ροί, στοὺς ὁ­ποί­ους ζοῦ­με, δι­α­κρί­νον­ται ἀ­πὸ τὸ ὅ­τι με­γά­λη με­ρί­δα ἀν­θρώ­πων ἐ­πι­λέ­γουν νὰ ζήσουν κλει­σμέ­νοι στὸν ἑ­αυ­τό τους, μὴ λαμ­βά­νον­τες ὑ­πό­ψη τὸν λό­γο τοῦ Θε­οῦ. Ἀ­πευ­θυ­νό­με­νος ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος στὸν μα­θη­τή του Τι­μό­θε­ο δί­νει τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ αὐ­τῶν τῶν ἀν­θρώ­πων καὶ λέ­ει ὅ­τι εἶ­ναι: «φί­λαυ­τοι, φι­λάρ­γυ­ροι, ἀ­λα­ζό­νες, ὑ­πε­ρή­φα­νοι, βλά­σφη­μοι, γο­νεύ­σιν ἀ­πει­θεῖς, ἀ­χά­ρι­στοι, ἀ­νό­σι­οι, ἄ­στορ­γοι, ἄ­σπον­δοι, διά­βο­λοι, ἀ­κρα­τεῖς, ἀ­νή­με­ροι, ἀ­φι­λά­γα­θοι, προ­δό­ται, προ­πε­τεῖς, τε­τυ­φω­μέ­νοι, φι­λή­δο­νοι μᾶλ­λον ἢ φι­λό­θε­οι».
Οἱ ἄν­θρω­ποι αὐ­τοί, οἱ φί­λαυ­τοι καὶ φι­λή­δο­νοι, θέ­τουν σὲ δεύ­τε­ρη μοῖρα τὴν ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ καὶ ἔ­τσι γί­νον­ται ἀ­χά­ρι­στοι πρὸς αὐ­τόν. Ὁ ἀ­χά­ρι­στος, ὅ­μως, πρὸς τὸν Θε­ό, θὰ εἶ­ναι τέ­τοιος καὶ πρὸς τοὺς συ­ναν­θρώ­πους του. Τοὺς ἐ­πι­βου­λεύ­ε­ται, τοὺς ἐκ­με­ταλ­λεύ­ε­ται, τοὺς ἀν­τι­με­τω­πί­ζει χω­ρὶς στορ­γὴ καὶ τοὺς δι­α­βάλ­λει συ­νε­χῶς, προ­σπα­θῶν­τας νὰ κα­λύ­ψει τὴ δι­κή του ἀ­νε­πάρ­κει­α μέ­σα ἀ­πὸ τὸν ἐ­ξευ­τε­λι­σμὸ τῆς ὑ­πό­λη­ψης τοῦ συ­ναν­θρώ­που του.

Οἱ φί­λαυ­τοι καὶ ἀ­φι­λάν­θρω­ποι ἄν­θρω­ποι δι­α­κη­ρύσ­σουν τὴν πί­στη τους στὸν Θε­ό, ὅ­μως, ἡ ζω­ὴ καὶ τὰ ἔρ­γα τους μαρ­τυ­ροῦν γιὰ τὸ ἀν­τί­θε­το. Ὁ­μο­λο­γοῦν ὅ­τι εἶ­ναι Χρι­στια­νοί, ὅ­τι γνω­ρί­ζουν τὰ πε­ρὶ τοῦ χρι­στι­α­νι­σμοῦ, ἔ­χουν δη­λα­δή «μόρ­φω­σιν εὐ­σε­βεί­ας», ἀλ­λὰ κα­τὰ πα­ρά­δο­ξο τρό­πο δὲν ζοῦν σύμφωνα μὲ τὶς ἐν­το­λὲς τοῦ Χρι­στοῦ. Ἄ­ρα, μπο­ρεῖ νὰ χα­ρα­κτη­ρι­στοῦν, ὄ­χι ὡς ἀ­λη­θι­νοὶ μα­θη­τὲς τοῦ τα­πει­νοῦ Χρι­στοῦ, ἀλ­λὰ ὡς κατ᾽ ἐ­πί­φα­ση Χρι­στια­νοί. Ὄν­τως, πῶς μπο­ρεῖ ὁ φι­λάρ­γυ­ρος, ὁ φί­λαυ­τος, ὁ προ­πε­τής, ὁ ἀ­φι­λάν­θρω­πος, ὁ ἀ­νή­θι­κος, νὰ εἶ­ναι πράγ­μα­τι πι­στός; Ἀ­φοῦ δὲν κά­νει ὅ­σα ἁρ­μό­ζουν στοὺς ἀ­να­γεν­νη­μέ­νους ἀν­θρώ­πους, ἀλ­λὰ ζεῖ προ­σκολ­λη­μέ­νος στὴν πλά­νη τοῦ κό­σμου, τό­τε ἡ πί­στη του εἶ­ναι ἁ­πλὴ γνώ­ση καὶ θε­ω­ρί­α, εἶ­ναι ὡ­σὰν τὸ νε­κρὸ καὶ ἄ­ψυ­χο σῶ­μα, ἀ­πὸ τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­που­σι­ά­ζει ἡ ζω­ή. Καὶ οἱ δαί­μο­νες στὸ κά­τω κά­τω -κα­τὰ τὸν ἅ­γι­ο Ἰ­ά­κω­βο τὸν Ἀ­δελ­φό­θε­ο- πι­στεύ­ουν ὀρ­θά, ὅ­μως, δὲν ζοῦν κα­τὰ τὰ προ­στάγ­μα­τα τοῦ ἀ­γα­θοῦ Θε­οῦ˙ γι᾽ αὐ­τὸ δὲν ὠ­φε­λοῦν­ται ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴ θε­ω­ρη­τι­κὴ γνώ­ση καὶ δὲν σώ­ζον­ται.

Ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος, με­τὰ τὴν ἀ­να­φο­ρὰ στὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ αὐ­τῶν τῶν ἀν­θρώ­πων, προ­τρέ­πει τὸν Τι­μό­θε­ο νὰ ἀ­πο­μα­κρυν­θεῖ ἀ­πὸ κον­τά τους. Οἱ ἄν­θρω­ποι τοῦ­τοι εἶ­ναι κά­κι­στα πα­ρα­δείγ­μα­τα γιὰ τοὺς ἄλ­λους. Μὲ τὰ λό­γι­α τους ἑλ­κύ­ουν κά­ποιον, ἀλ­λὰ μὲ τὶς πρά­ξεις τους τὸν σκαν­δα­λί­ζουν καὶ τὸν ἀ­πω­θοῦν. Ἡ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ὅ­μως, ποὺ συ­νε­πά­γε­ται ἡ πί­στη στὸν Χρι­στὸ εἶ­ναι ἐν­τε­λῶς δι­α­φο­ρε­τι­κή. Ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος γιὰ νὰ δι­δά­ξει τὴν ἐν Χρι­στῷ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα δὲν μέ­νει στὴ θε­ω­ρί­α, ἀλ­λὰ προ­σφέ­ρει ὡς ὑ­πό­δειγ­μα τὸν ἴ­διο τὸν ἑ­αυ­τό του, λέ­γον­τας στὸν Τι­μό­θε­ο: «Σὺ δὲ πα­ρη­κο­λού­θη­κάς μου τῇ δι­δα­σκα­λί­ᾳ, τῇ ἀ­γω­γῇ, τῇ προ­θέ­σει, τῇ πί­στει, τῇ μα­κρο­θυ­μί­ᾳ, τῇ ἀ­γά­πῃ, τῇ ὑ­πο­μο­νῇ, τοῖς δι­ωγ­μοῖς, τοῖς πα­θή­μα­σιν, οἷά μοι ἐ­γέ­νον­το ἐν Ἀν­τι­ο­χεί­ᾳ, ἐν Ἰ­κο­νί­ῳ, ἐν Λύ­στροις, οἵους διω­γμοὺς ὑ­πή­νεγ­κα». Ἡ πί­στη ἦ­ταν στὸν ἀπόστολο Παῦ­λο πα­ράλ­λη­λη μὲ τὴ μαρ­τυ­ρί­α ὑ­πὲρ τοῦ Χρι­στοῦ. Ἡ δὲ μαρ­τυ­ρί­α δὲν ἦ­ταν τί­πο­τα ἄλ­λο ἀ­πὸ τὴ δι­κή του ζω­ή, τὴν ἀ­γά­πη, τὴ μα­κρο­θυ­μί­α, τοὺς διω­γμοὺς καὶ τὰ πα­θή­μα­τα ὑ­πὲρ τοῦ Χρι­στοῦ.

Βέ­βαι­α ὁ Χρι­στὸς δὲν ἀ­φή­νει κα­νέ­να νὰ πει­ρα­στεῖ καὶ νὰ ὑ­πο­φέ­ρει πέ­ραν τῶν δυ­νά­με­ών του. Γι᾽ αὐ­τὸ καὶ ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος δι­α­βε­βαι­ώ­νει τὸν Τι­μό­θε­ο ὅ­τι ὁ Χρι­στὸς τὸν ἐ­νί­σχυ­ε καὶ τὸν λύ­τρω­νε: «καὶ ἐκ πάν­των με ἐρ­ρύ­σα­το ὁ Κύ­ρι­ος». Ταυ­τό­χρο­να, ὅ­μως, προ­ε­τοι­μά­ζει τὸν μα­θη­τή του γιὰ τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τοῦ χρι­στι­α­νι­σμοῦ, λέ­γον­τάς του ὅ­τι «πάν­τες οἱ θέ­λον­τες εὐ­σε­βῶς ζῆν ἐν Χρι­στῷ Ἰ­η­σοῦ δι­ω­χθή­σον­ται». Ὄν­τως, οἱ ἀ­λη­θι­νοὶ μα­θη­τὲς τοῦ Χρι­στοῦ, οἱ πι­στοί, δὲν ἀ­νή­κουν σὲ αὐ­τὸ τὸν κό­σμο καὶ δὲν ζοῦν ὅ­πως οἱ λοι­ποὶ ἄν­θρω­ποι. Ἡ ζω­ή τους εἶ­ναι μί­α συ­νε­χὴς δο­κι­μα­σί­α: «Πει­ρα­τή­ρι­ον ὁ βί­ος τοῦ ἀν­θρώ­που ἐ­πὶ τῆς γῆς», κα­τὰ τὸν Ἰ­ώβ. Οἱ χρι­στια­νοὶ ἔ­χουν θλί­ψη σὲ αὐ­τὸ τὸν κό­σμο καὶ δι­έρ­χον­ται ἀ­πὸ τὴ στε­νὴ ὁ­δὸ γιὰ νὰ φτά­σουν στὸν προ­ο­ρι­σμό τους, δη­λα­δὴ στὴν ἀ­τε­λεύ­τη­τη μα­κα­ρι­ό­τη­τα τῆς βα­σι­λεί­ας τοῦ Θε­οῦ.

Ὁ Χρι­στια­νός, ἐν­τασ­σό­με­νος στὸ σῶ­μα τοῦ Χρι­στοῦ, τὴν Ἐκ­κλη­σί­α, δὲν νο­εῖ­ται νὰ εἶ­ναι φί­λαυ­τος καὶ ἀ­φι­λάν­θρω­πος, ἀλ­λὰ μό­νο φι­λό­θε­ος. Ἡ ζω­ὴ τοῦ Χρι­στια­νοῦ μοιά­ζει μὲ τὴν ἀν­τί­στοι­χη ἑ­νὸς ἀ­θλη­τῆ, ὁ ὁ­ποῖ­ος κα­τε­βαί­νει στὸν στί­βο γιὰ νὰ ἀ­γω­νι­στεῖ. Στὸν ἀ­γῶνα δὲν χω­ρᾶ οὔ­τε δει­λί­α οὔ­τε δι­σταγ­μός, πα­ρὰ μό­νο με­τρᾶ ἡ προ­σπά­θει­α γιὰ τὸν τερ­μα­τι­σμό. Καὶ βέ­βαι­α εἶ­ναι ἐν­τε­λῶς ἄ­κομ­ψο νὰ ἐγ­κα­τα­λεί­ψει ὁ ἀ­θλη­τὴς τὸν ἀ­γῶ­να, δι­ό­τι τό­τε ἀ­πο­τυγ­χά­νει τοῦ σκο­ποῦ του. Ὅ,­τι ζη­τοῦ­σε νὰ πε­τύ­χει μὲ τὴν ἄ­σκη­ση καὶ τὶς στε­ρή­σεις τὸ χά­νει σὲ μί­α στιγ­μή, δι­ό­τι δει­λι­ά­ζει μπρὸς στὸν κό­πο καὶ ἐ­πι­λέ­γει τὴν ἀ­νά­παυ­ση. Ἡ ἀ­νά­παυ­ση ἀ­να­μέ­νει τὸν ἀ­θλη­τὴ μό­νο στὸ τέρ­μα τοῦ δρό­μου.

Τὸ ἴ­διο ἀ­κρι­βῶς ἰ­σχύ­ει καὶ γιὰ τὸν Χρι­στια­νό, ὁ ὁ­ποῖ­ος ὀ­φεί­λει νὰ δι­α­τρέ­ξει τὸ στά­δι­ο τοῦ βί­ου ὀρ­θὰ καὶ μὲ γεν­ναι­ό­τη­τα˙ νὰ μὴν δει­λι­ά­σει στὴν τή­ρη­ση τῶν ἐν­το­λῶν τοῦ Θε­οῦ, ἀλ­λὰ νὰ ἀ­γω­νι­στεῖ, μι­μού­με­νος τὴν τα­πεί­νω­ση τοῦ Τε­λώ­νη καὶ ὄ­χι τὴν ἀ­πό­νοι­α καὶ τὴν αὐ­το­δι­καί­ω­ση τοῦ Φα­ρι­σαί­ου, καὶ τοι­ου­το­τρό­πως νὰ ἀ­πο­φύ­γει τὸ πνευ­μα­τι­κὸ ναυ­ά­γι­ο καὶ νὰ δι­α­σω­θεῖ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου