ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2015

ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ ΛΟΥΚΑ 1-11-2015

Η πα­ρα­βο­λὴ τοῦ πλου­σί­ου καὶ τοῦ φτω­χοῦ Λα­ζά­ρου μᾶς ὑ­πεν­θυ­μί­ζει τὴν ὀ­δύ­νη στὴν ὁ­ποί­α κα­τα­λή­γουν οἱ ἄ­σπλα­χνοι πλούσιοι. Κά­ποιος ἄν­θρω­πος, λέ­ει ἡ πα­ρα­βο­λή, ἦ­ταν πλού­σι­ος, καὶ φο­ροῦ­σε πα­νά­κρι­βα ἐν­δύ­μα­τα, ζῶν­τας κα­θη­με­ρι­νὰ μέ­σα σὲ λαμ­πρὴ πο­λυ­τέ­λει­α. Ὑ­πῆρ­χε ὅ­μως καὶ ἕ­νας φτω­χός, ὀ­νό­μα­τι Λά­ζα­ρος, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἦ­ταν ξα­πλω­μέ­νος κον­τὰ στὴν πύ­λη τοῦ πλου­σί­ου, ὑ­πο­σι­τι­σμέ­νος καὶ μὲ πυ­ορ­ροῦ­σες πλη­γές, ποὺ τὰ σκυ­λιὰ ἔρ­χον­ταν καὶ ἔ­γλει­φαν.

Πλῆ­ρες χά­σμα ὑ­πῆρ­χε με­τα­ξὺ τοῦ πλου­σί­ου καὶ τοῦ φτω­χοῦ Λα­ζά­ρου. Ὁ πρῶ­τος πα­ρα­χόρ­ται­νε κα­θη­με­ρι­νά, ἐ­νῶ ὁ Λά­ζα­ρος στε­ρεῖ­το καὶ τῆς ἐ­λά­χι­στης στοι­χει­ώ­δους τρο­φῆς. Ὁ πλού­σι­ος ἔ­λαμ­πε ἀ­πὸ τὴν πορ­φύ­ρα καὶ τὰ με­τα­ξω­τὰ ποὺ φο­ροῦ­σε, ἐ­νῶ ὁ Λά­ζα­ρος, πλη­γω­μέ­νος καὶ ἑλ­κω­μέ­νος, εἶ­χε τὰ ξε­σχι­σμέ­να ρά­κη του γε­μά­τα ἀ­πὸ βρω­μιὰ καὶ δυ­σω­δί­α. Ὁ πλού­σι­ος κα­θό­ταν σὲ θρό­νο πε­ρι­κυ­κλω­μέ­νος ἀ­πὸ τὸ πλῆ­θος τῶν ὑ­πη­ρε­τῶν, ἐ­νῶ ὁ Λά­ζα­ρος ἦ­ταν ξα­πλω­μέ­νος κά­τω στὸ ἔ­δα­φος μὴ ἔ­χον­τας κά­ποιον οὔ­τε γιὰ νὰ ἀ­πο­μα­κρύ­νει τὰ σκυ­λιὰ ποὺ τὸν τρι­γύ­ρι­ζαν. Κά­πο­τε ἀ­πέ­θα­νε ὁ φτω­χὸς Λά­ζα­ρος καὶ προ­φα­νῶς δὲν ἀ­ξι­ώ­θη­κε οὔ­τε τα­φῆς. Με­τα­φέρ­θη­κε ὅ­μως ἀ­πὸ τοὺς ἀγ­γέ­λου­ς ­στὸν κόλ­πο τοῦ Ἀ­βρα­άμ, στὴ χώ­ρα δη­λα­δὴ τῶν ζών­των, στὴν κα­τοι­κί­α τῶν αἰ­ώ­νι­α εὐ­φραι­νο­μέ­νων, στὸν τό­πο τῶν αἰ­ωνί­ων ἀ­γα­θῶν. Πέ­θα­νε ἔ­πει­τα καὶ ὁ πλού­σι­ος καὶ ἐ­τά­φη. Ἀλ­λά, φεῦ, βρέ­θη­κε στὸν Ἅ­δη, τὸν τό­πο τῶν βα­σά­νων. Ἀ­πὸ μα­κρυ­ὰ εἶ­δε τὸν Ἀ­βρα­ὰμ καὶ τὸν Λά­ζα­ρο σὲ κα­τά­στα­ση ἀ­να­ψυ­χῆς καὶ ἀ­νέ­σε­ως καὶ εὐ­φρο­σύ­νης. Καὶ τόλ­μη­σε νὰ ζη­τή­σει ἔ­λε­ος: «πα­τέ­ρα Ἀ­βρα­άμ», φώ­να­ξε, «ἐ­λέ­η­σόν με καὶ στεῖ­λε τὸν Λά­ζα­ρο, νὰ βυ­θί­σει τὸ ἄ­κρο τοῦ δα­κτύ­λου του στὸ νε­ρὸ καὶ νὰ δρο­σί­σει τὴ γλῶσ­σα μου· για­τὶ ὑ­πο­φέ­ρω μέ­σα σ’ αὐτὴ τὴ φλό­γα». Περιόρισε ὁ πλού­σι­ος τὴν πα­ρά­κλη­ση στὸ πο­λὺ ἐ­λά­χι­στο, για­τὶ δὲν εἶ­χε τὸ θάρ­ρος νὰ ζη­τή­σει τί­πο­τε πα­ρα­πά­νω, ὄν­τας αὐ­το­κα­τά­κρι­τος γιὰ τὴν ἀ­σπλα­χνί­α ποὺ ἐ­πέ­δει­ξε στὴν ἐ­πί­γει­α ζω­ή του.
Δὲν ἱ­κα­νο­ποι­εῖ­ται ὅ­μως τὸ αἴ­τη­μά του: «τέ­κνο», τοῦ λέ­ει ὁ Ἀ­βρα­άμ, «θυ­μή­σου ὅ­τι σὺ ἀ­πο­λάμ­βα­νες τὰ ἀ­γα­θά σου στὴ ζω­ή, καὶ ὁ Λά­ζα­ρος ὁ­μοί­ως τὰ κα­κά· τώ­ρα ὅ­μως αὐ­τὸς ἀ­να­ψύ­χε­ται καὶ εὐ­φραί­νε­ται καὶ σὺ ὑ­πο­φέ­ρεις». Μὲ αὐ­τή του τὴν ἀ­πάν­τη­ση δεί­χνει ὁ Ἀ­βρα­ὰμ ὅ­τι αὐ­τὸς ποὺ στὴν ἐ­πί­γει­ο ζω­ὴ μέ­νει προ­σκολ­λη­μέ­νος στὶς ἡ­δο­νὲς καὶ τὶς ἀ­πο­λαύ­σεις καὶ κά­νει κα­τά­χρη­ση τῶν χρη­μά­των καὶ τοῦ πλού­του του, δὲν θὰ λά­βει μι­σθό· για­τὶ ἀν­τὶ γιὰ μι­σθὸ ἔ­χει τὴν ἐ­πί­γει­ο εὐ­πο­ρί­α καὶ κα­λο­πέ­ρα­ση. Κα­τὰ τὸν ἴ­διο τρό­πο, καὶ ἐ­κεῖ­νος ποὺ ἐ­πὶ τῆς γῆς κα­τα­τρύ­χε­ται ἀ­πὸ τὴ φτώ­χεια καὶ τὴν ἀ­σθέ­νει­α καὶ τὰ ὑ­πο­μέ­νει γεν­ναί­α, χω­ρὶς μεμ­ψι­μοι­ρί­ες, ἔ­χει ὡς ἀν­τα­πό­δο­ση τὴν εὐ­φρο­σύ­νη τῶν οὐ­ρα­νῶν.
Ἀλλ’ «ἐ­κτὸς ἀπ’ ὅ­λα αὐ­τά», συ­νε­χί­ζει ὁ Ἀ­βρα­άμ, «ἀ­νά­με­σα σ’ ἐ­μᾶς καὶ σὲ σᾶς ὑ­πάρ­χει με­γά­λο χά­σμα, τὸ ὁ­ποῖ­ο οὔ­τε ἐ­μεῖς οὔ­τε ἐ­σεῖς μπο­ρεῖ­τε νὰ δι­α­βεῖ­τε». Λέ­γει δη­λα­δὴ πρὸς αὐ­τὸν ὁ Ἀ­βρα­ὰμ ὅ­τι, ἐ­πει­δὴ προ­τί­μη­σες τὸν ἀ­πο­λαυ­στι­κὸ καὶ ἄ­νε­το καὶ πρό­σκαι­ρο βί­ο ἀν­τὶ γιὰ τὸν ἐγ­κρα­τῆ, τώ­ρα δί­και­α σὲ κυ­ρί­ευ­σε ὀ­δύ­νη καὶ θλί­ψη καὶ στε­νο­χώ­ρια. Ἐ­πει­δὴ ὅ­μως καὶ πρὸς τοὺς φτω­χοὺς δὲν εἶ­χες καμ­μι­ὰ κοι­νω­νί­α μὲ τὴν ἐ­λε­η­μο­σύ­νη, οὔ­τε ἔ­δω­σες τὸ πε­ρίσ­σευ­μά σου πρὸς ἀ­να­πλή­ρω­ση τοῦ ὑ­στε­ρή­μα­τος ἐ­κεί­νων, ἀλλ’ ἔ­μει­νες ἐν­τε­λῶς ἀ­κοι­νώ­νη­τος πρὸς ὅ­σους εἶ­χαν ἀ­νάγ­κη, ἀ­πο­μα­κρυ­σμέ­νος ἀ­πὸ αὐ­τοὺς ὅ­πως εἶ­ναι ἀ­πο­μα­κρυ­σμέ­νη ἀ­πὸ τὴν ἀ­ρε­τὴ ἡ κα­κί­α, γι’ αὐ­τὸ τώ­ρα ἀ­νά­με­σα σ’ ἐ­μᾶς ποὺ ἔ­χου­με ζή­σει μὲ ἀ­ρε­τὴ καὶ σ’ ἐ­σᾶς ποὺ ἔ­χε­τε ζή­σει μὲ ἀ­σπλα­χνί­α ὑ­πάρ­χει με­γά­λο καὶ ἀ­δι­ά­βα­το χά­σμα, ὥ­στε νὰ μὴν μπο­ροῦ­με πο­τὲ νὰ με­τα­βοῦ­με ὁ ἕ­νας πρὸς τὸν ἄλ­λο.
Ἡ πα­ρα­βο­λὴ τού­τη δὲν ἀ­πο­τε­λεῖ ἀ­προ­ϋ­πό­θε­τη κα­τά­κρι­ση τοῦ πλού­του. Ἄλ­λω­στε καὶ ὁ Ἀ­βρα­ὰμ ἦ­ταν πλού­σι­ος σφό­δρα, ὅ­μως δι­έ­φε­ρε ἀ­πὸ τὸν πλού­σι­ο τῆς πα­ρα­βο­λῆς. Καὶ δι­έ­φε­ρε δι­ό­τι θε­ω­ροῦ­σε ἀ­νώ­τε­ρη ἀ­πὸ τὸν πλοῦ­το τὴν ἀ­ρε­τή, τὴ φι­λο­θε­ΐ­α, τὴν εὐ­σπλαγ­χνί­α καὶ τὴ φι­λο­ξε­νί­α, γι’ αὐ­τὸ ὄ­χι μό­νο σώ­θη­κε, ἀλ­λὰ καὶ ἔ­γι­νε τό­πος τῶν σω­ζο­μέ­νων. Ἐ­πει­δὴ λοι­πὸν κα­νε­νὸς ἡ ζω­ὴ δὲν ἐ­ξαρ­τᾶ­ται ἀ­πὸ τὰ πε­ρισ­σεύ­μα­τα τῶν ὑ­παρ­χόν­των του, ὅ­ποιος ἔ­χει κά­τι ποὺ τοῦ πε­ρισ­σεύ­ει ἂς τὸ δί­νει σὲ ἐ­κεί­νους ποὺ δὲν ἔ­χουν, εἰ­σα­γό­με­νος μὲ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο στὸν κλῆ­ρο τοῦ πα­τέ­ρα τῶν σω­ζο­μέ­νων, τοῦ Ἀ­βρα­άμ, ἐ­νῶ οἱ φτω­χοὶ ἂς μι­μοῦν­ται τὴν καρ­τε­ρί­α τοῦ Λα­ζά­ρου, κερ­δί­ζον­τας μὲ τὴν ὑ­πο­μο­νὴ καὶ τὴν τα­πεί­νω­ση τὴν εἴ­σο­δο στὴ βα­σι­λεί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν, ὅ­που ἐ­πι­κρα­τεῖ χα­ρὰ καὶ ἀ­πό­λαυ­ση καὶ θυ­μη­δί­α ἔν­θε­η καὶ ἀ­τε­λεί­ω­τη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου