ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Σάββατο, 12 Ιουλίου 2014

ΚΥ­ΡΙ­Α­ΚΗ ΤΩΝ ΑΓ. ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Δ΄ ΟΙΚ. ΣΥΝΟΔΟΥ
                      
Τό ἀ­πο­στο­λι­κό ἀ­νά­γνω­σμα πού ἀ­κού­σα­με σή­με­ρα, ἀ­γα­πη­τοί μου, εἶ­ναι δα­νει­σμέ­νο ἀ­πό τήν ἐ­πι­στο­λή τοῦ Ἀ­πο­στό­λου Παύ­λου πρός τόν μα­θη­τή του Τί­το καί ἀ­πο­τε­λεῖ μέ­ρος τῆς μι­ᾶς ἐκ τῶν τρι­ῶν ποι­μα­ντι­κῶν ἐ­πι­στο­λῶν τοῦ Ἀ­πο­στό­λου τῶν Ἐ­θνῶν.

Πνευ­μα­τι­κές συμ­βου­λές καί ὑ­πο­θῆ­κες ζω­ῆς ἀ­πευ­θύ­νει ὁ Ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος πρός τό πνευ­μα­τι­κό του τέ­κνο, ἀλ­λά καί πρός τούς πι­στούς τῆς χρι­στι­α­νι­κῆς κοι­νό­τη­τας τῆς Κρή­της. Συ­γκε­κρι­μέ­νος λό­γος γί­νε­ται γι­ά τά κα­λά ἔρ­γα τοῦ Χρι­στι­α­νοῦ, τήν ἀ­ξί­α τους, ἀλ­λά καί τήν θέ­ση πού πρέ­πει νέ ἔ­χουν μέ­σα στήν κοι­νω­νι­κή τους ἀ­να­στρο­φή. «Μαν­θα­νέ­τω­σαν δὲ οἱ ἡ­μέ­τε­ροι κα­λῶν ἔρ­γων προ­ΐ­στα­σθαι».

 Ἕ­να ἀ­πό τά κυ­ρί­αρ­χα ζη­τή­μα­τα στή ζω­ή τοῦ πι­στοῦ καί κύ­ρι­ο μέ­λη­μα εἶ­ναι καί τά κα­λά ἔρ­γα, τά ὁ­ποῖ­α χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νται δί­και­α ἀ­πό σύγ­χρο­νο Θε­ο­λό­γο ὡς εἰ­σι­τή­ρι­ο τῆς δι­α­δρο­μῆς πού ὀ­νο­μά­ζε­ται ζω­ή.

Ἡ γνώ­ση, ἡ πί­στη καί ἡ ὀρ­θή ὁ­ρι­ο­θέ­τη­σή μας μέ­σα στήν Ἐκ­κλη­σί­α εἶ­ναι πρά­γμα­τι ἀ­να­γκαῖ­α γι­ά τόν κά­θε πι­στό Χρι­στι­α­νό, ἀλ­λά τό κυ­ρί­αρ­χο καί αὐ­τό πού μᾶς κα­τα­ξι­ώ­νει ὡς πι­στούς δού­λους τοῦ Θε­οῦ εἶ­ναι τά κα­λά ἔρ­γα. Εἶ­ναι τό στί­γμα καί ἡ ταυ­τό­τη­τα τοῦ κα­θε­νός μέ­σα στόν Ὀρ­θό­δο­ξο χῶ­ρο.

Καί ποι­ά εἶ­ναι τά κα­λά ἔρ­γα καί ἡ δι­α­φο­ρά τους ἀ­πό τά «κα­λά ἔρ­γα» τοῦ κό­σμου καί πῶς αὐ­τά πρέ­πει νά ἐ­πι­τε­λοῦ­νται καί κυ­ρί­ως ἀ­πό ποῦ πη­γά­ζουν;

Εἶ­ναι θε­με­λι­ώ­δη ἐ­ρω­τή­μα­τα πού ἀ­παι­τοῦν ἀ­πά­ντη­ση το­πο­θε­τη­μέ­νη στήν σω­στή ὀρ­θό­δο­ξη βά­ση, ἀ­φοῦ ἡ σύγ­χρο­νη κοι­νω­νί­α πολ­λές ἔν­νοι­ες τίς ἔ­χει δι­α­στρέ­ψει καί πα­ρα­χα­ρά­ξει ἤ ἀ­κό­μη τίς ἔ­χει ἐ­ξο­στρα­κί­σει ἀ­πό τήν πρα­γμα­τι­κή ἔν­νοι­α τῆς ζω­ῆς.

Στό κα­τά Ματ­θαῖ­ον Εὐ­αγ­γέ­λι­ο ὁ Κύ­ρι­ος τα­λα­νί­ζει τούς Γραμ­μα­τεῖς καί τούς Φα­ρι­σαί­ους πού φαι­νο­με­νι­κά πράτ­τουν κα­λά ἔρ­γα, ἀλ­λά στήν οὐ­σί­α τούς λεί­πει ἡ δι­και­ο­σύ­νη, ἡ εὐ­σπλαγ­χί­α καί ἡ πι­στό­τη­τα. Ἐ­πι­τε­λοῦν ὑ­πο­κρι­τι­κά κα­λά ἔρ­γα γι­ά τόν ἔ­παι­νο τῶν ἀν­θρώ­πων καί ἔ­τσι ἔρ­χο­νται σέ ἀ­ντί­θε­ση μέ τόν λό­γο τοῦ Κυ­ρί­ου πού δι­δά­σκει νά γί­νε­ται ἡ ἐ­λε­η­μο­σύ­νη κρυ­φά. Οἱ πρα­γμα­τι­κοί Χρι­στι­α­νοί ἐ­πι­τε­λοῦν τίς ἀ­γα­θο­ερ­γί­ες, ἀ­πο­βλέ­πο­ντες στήν εὐ­α­ρέ­στη­ση ἐ­νώ­πι­ον τοῦ Θε­οῦ καί ὄ­χι στόν ἀν­θρώ­πι­νο ἔ­παι­νο.

Ὁ Ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος χα­ρα­κτη­ρί­ζει τά κα­λά ἔρ­γα ὡς καρ­πό τῆς πί­στε­ως καί τῆς ἀ­γά­πης πρός τόν Θε­ό. Καί γι­ά ἕ­ναν ἄν­θρω­πο πού πι­στεύ­ει καί ἀ­γα­πᾶ τόν Θε­ό εἶ­ναι ἀ­δι­α­νό­η­το νά μήν δι­α­κα­τέ­χε­ται ἀ­πό εὐ­σπλαγ­χνί­α, φι­λα­δελ­φί­α καί ἀ­γά­πη πρός τόν συ­νάν­θρω­πο. Ἡ φι­λαν­θρω­πί­α εἶ­ναι ξε­χεί­λι­σμα καρ­δι­ᾶς καί φυ­σι­κό ἐ­πα­κό­λου­θο τῆς πνευ­μα­τι­κῆς ζω­ῆς μέ­σα στήν Ἐκ­κλη­σί­α.

Ἡ ἐ­γω­ϊ­στι­κή προ­βο­λή τοῦ προ­σώ­που μέ­σα ἀ­πό τήν ἐ­πι­τέ­λε­ση κα­λῶν ἔρ­γων δέν ἔ­χει θέ­ση μέ­σα στήν Ἐκ­κλη­σί­α καί ὅ­που αὐ­τό συμ­βαί­νει σί­γου­ρα δέν ἔ­χει τήν εὐ­λο­γί­α τοῦ Θε­οῦ καί σέ καμ­μι­ά πε­ρί­πτω­ση δέν σχε­τί­ζε­ται μέ τό πα­ρά­δει­γμα καί τούς λό­γους τοῦ Χρι­στοῦ.

Τό δέν­δρο ἀ­να­γνω­ρί­ζε­ται ἀ­πό τούς καρ­πούς. Καρ­ποί πού προ­έρ­χο­νται ἀ­πό κί­νη­τρα αὐ­το­προ­βο­λῆς, ψευ­το­φι­λαν­θρω­πί­ας καί μα­ται­ο­δο­ξί­ας εἶ­ναι τοὐ­λά­χι­στον ἄ­γευ­στοι καί στυ­φοί καί σί­γου­ρα θά ἔ­χουν τό τέ­λος τῆς «ἀ­κάρ­που καί ξη­ραν­θεί­σης συ­κῆς».

Ἕ­νας ἄλ­λος λό­γος τοῦ Ἀ­πο­στό­λου Παύ­λου μᾶς ὑ­πεν­θυ­μί­ζει ὅ­τι τά ἔρ­γα εἶ­ναι αὐ­τά πού θά μᾶς συ­νο­δεύ­σουν μπρο­στά στόν ἀ­δέ­κα­στο Κρι­τή: «Ὅ­λοι μας», λέ­γει, «θά φα­νε­ρω­θοῦ­με μπρο­στά στό βῆ­μα τοῦ Χρι­στοῦ, κου­βα­λώ­ντας ὁ κα­θέ­νας τίς πρά­ξεις του, εἴ­τε κα­λές, εἴ­τε κα­κές». Αὐ­τό εἶ­ναι καί ἡ ἀ­πά­ντη­ση πρός ὅ­σους πι­στεύ­ουν ὅ­τι ἡ ζω­ή στα­μα­τᾶ στόν τά­φο και ἑ­πο­μέ­νως ση­μα­σί­α ἔ­χει τό πῶς θά πε­ρά­σου­με κα­λύ­τε­ρα σ᾿ αὐ­τή τή ζω­ή.

Οἱ ἀ­γα­θές πρά­ξεις χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νται ὡς ὁ κα­λός φί­λος πού μᾶς συ­νο­δεύ­ει ὥς τήν ἔ­σχα­τη στι­γμή, ἀλ­λά καί στήν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα. Σάν ἔλ­θη ἡ ὥ­ρα τοῦ θα­νά­του, ποι­ός θά μᾶς συ­νο­δεύ­ση; Οἱ φί­λοι πού λέ­νε ὅ­τι μᾶς ἀ­γα­ποῦν; Ἕ­να «ἀ­ντί­ο» θά μᾶς ποῦν καί θά φύ­γουν. Οἱ συγ­γε­νεῖς; Τό ἴ­δι­ο θά κά­νουν κι ἐ­κεῖ­νοι. Τά χρή­μα­τα καί ὅ­λα τά ὑ­λι­κά ἀ­γα­θά; Αὐ­τά θά πε­ρά­σουν σ᾿ ἄλ­λα χέ­ρι­α. Σ᾿ ἐ­μᾶς, ἀ­πό ὅ­λα τά ὑ­λι­κά, θά μεί­νη μό­νο τό σά­βα­νο γι­ά νά τυ­λί­ξη τό νε­κρό κι ἄ­ψυ­χο σῶ­μα. Οἱ κα­λές πρά­ξεις θά εἶ­ναι ὁ συ­νο­δός στό αἰ­ώ­νι­ο τα­ξί­δι, ἀλ­λά καί ὁ συ­νή­γο­ρος κα­τά τήν ἡ­μέ­ρα τῆς Κρί­σε­ως.
Ὅ­ταν ὑ­πάρ­χη ὁ­μί­χλη, ὁ ἥ­λι­ος καί οἱ κο­ρυ­φές τῶν βου­νῶν σκε­πά­ζο­νται. Ὁ ἥ­λι­ος εἶ­ναι ὁ Χρι­στός. Ὡς κο­ρυ­φή πα­ρο­μοι­ά­ζε­ται ἡ πί­στη μας, ἡ Ὀρ­θο­δο­ξί­α. Ὅ­ταν κρύ­βε­ται αὐ­τό τό θέ­α­μα ἀ­πό τήν ὁ­μί­χλη τῶν πα­θῶν μας, αἰ­τί­α εἴ­μα­στε μό­νο ἐ­μεῖς, ἡ σκο­τει­νή μας δι­ά­θε­ση καί ἡ ἁ­μαρ­τω­λή μας δι­α­γω­γή. Κι ὁ κα­λύ­τε­ρος τρό­πος γι­ά νά κα­θα­ρί­ση τό το­πί­ο καί νά φα­νῆ ὅ­λη αὐ­τή ἡ ἐ­ξαί­σι­α ὀ­μορ­φι­ά εἶ­ναι νά κα­θα­ρί­σου­με καί νά λάμ­ψου­με τόν ἐ­σω­τε­ρι­κό μας ἄν­θρω­πο. Ἔ­τσι καί στούς ἀν­θρώ­πους θά με­τα­λα­μπα­δεύ­σου­με κά­ποι­ο­α ἀ­κτί­να φω­τός καί θ᾿ ἀ­ξι­ω­θοῦ­με νά με­τά­σχου­με στό θεῖ­ο καί ἄ­κτι­στο φῶς. Α­ΜΗΝ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου