ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΡΟΝΑΞΙΑΣ
«ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ»
30 Νοεμβρίου 2025
Στὴν ἀρχὴ τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Ἰωάννη, παρακολουθοῦμε μιὰ συγκινητικὴ καὶ καθοριστικὴ στιγμή: τὴν πρώτη συνάντηση τῶν πρώτων μαθητῶν μὲ τὸν Ἰησοῦ. Ἕνα βλέμμα, ἕνα ἐρώτημα, καὶ μιὰ σαφὴς πρόσκληση. Οἱ φράσεις ποὺ ξεχωρίζουν καὶ βγαίνουν ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Κυρίου εἶναι δύο: «Τί ζητεῖτε»; «ἔρχεσθε καὶ ἴδετε».
Σ’ αὐτὲς τὶς φράσεις ἀποκαλύπτεται ὁλόκληρη ἡ δυναμικὴ τῆς μαθητείας, ἡ ὁποία προϋποθέτει τὴν ἐσωτερικὴ ἀναζήτηση καὶ ὁδηγεῖ στὴν ἀποκάλυψη τοῦ Χριστοῦ καὶ στὴ μετοχὴ στὴ ζωή Του.
Ἡ ἱστορία ἀρχίζει μὲ τὸν Βαπτιστὴ Ἰωάννη καὶ δύο ἀπὸ τοὺς μαθητές του. Βλέπει τὸν Ἰησοῦ νὰ περνᾶ, καὶ λέει: «Ἴδε ὁ Ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ.» Παρατηροῦμε πὼς δὲν λέει οὔτε «ὁ διδάσκαλος», οὔτε «ὁ θαυματουργός», ἀλλὰ ὁ Ἀμνός. Δὲν τὸν ἀποκαλεῖ, δηλαδὴ μὲ ὄνομα δυνάμεως ἀλλὰ θυσίας. Ἤδη ἀπὸ τὴν πρώτη τούτη στιγμὴ γίνεται ξεκάθαρο ὅτι ὁ Μεσσίας δὲν νικᾶ μὲ βία ἀλλὰ μὲ τὴ θυσία Του.
Καὶ οἱ δύο μαθητὲς τοῦ Ἰωάννη τὸν ἀκοῦν καὶ ἀκολουθοῦν τὸν Ἰησοῦ. Μὰ ὁ Ἰησοῦς στρέφει καὶ τοὺς ρωτᾶ: «Τί ζητᾶτε;» Αὐτὰ εἶναι τὰ πρῶτα καταγεγραμμένα λόγια τοῦ Χριστοῦ στὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Ἰωάννη. Δὲν εἶναι δήλωση ἢ ἐντολὴ ἢ ὁποιαδήποτε ἄλλη διδασκαλία, εἶναι ἕνα ἐρώτημα ἁπλὸ καὶ καταλυτικό. Καὶ δὲν εἶναι μόνο γιὰ τοὺς δύο ἐκείνους μαθητὲς ἀλλὰ γιὰ ὅσους θέλουν νὰ τρέξουν πίσω ἀπὸ τὸν Ἰησοῦ.
«Τί ζητᾶς»; ρωτᾶ καὶ ἐκείνους καὶ ὅλους μας. Δὲν ρωτᾶ «τί ξέρεις;» ἢ «τί πιστεύεις;» ἀλλὰ «ποιά ἐπιθυμία σὲ φέρνει κοντά μου;» Εἶναι καταρχὴν μιὰ πρόσκληση γιὰ ἐνδοσκόπηση. Ὁ Κύριος δὲν ἐνδιαφέρεται γιὰ τὸ ἂν τὸν ἀκολουθοῦμε τυπικὰ καὶ ἐξωτερικά, ὅσο κι ἂν εἴμαστε συνεπεῖς, ἀλλά θέλει ἐμεῖς πρῶτα νὰ γνωρίζουμε τὶ ἀκριβῶς ψάχνουμε ὅταν τὸν πλησιάζουμε καὶ τὸν ὁμολογοῦμε.
Γιατὶ θέλουμε νὰ ἔχουμε σχέση μαζί Του; Ἐπειδὴ κάνει θαύματα; Ἐπειδὴ μᾶς δίνει ἀσφάλεια; Ἐπειδὴ ἀναζητᾶμε τὴν ἀλήθεια; Ποιό εἶναι τὸ κίνητρό μας; Ἡ ἐρώτηση "Τί ζητεῖτε;" ἔρχεται νὰ φωτίσει αὐτό τὸ κίνητρο, νὰ μᾶς βάλει σὲ πορεία αὐτογνωσίας. Ἀργότερα ὁ Κύριος θὰ πεῖ αὐτὸ ποὺ πρέπει νὰ εἶναι ἡ προτεραιότητά μας: «Ζητεῖτε πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» (Ματθ. 6:33).
Εἶναι, ἑπομένως, ἕνα ἐρώτημα ποὺ μᾶς προστατεύει ἀπὸ τὸ ψέμα καὶ τὴν ὑποκρισία. Τί ζητᾶμε στ᾿ ἀλήθεια ὅταν ἐρχόμαστε στὴν ἐκκλησία ἢ ὅταν προσευχόμαστε; Τί ζητᾶμε ὅταν ὁμολογοῦμε ὅτι εἴμαστε πιστοὶ χριστιανοί; Ζητᾶμε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ἢ μήπως ἀσφάλεια, θαύματα, ἐπιτυχία καὶ τὴ λύση τῶν προβλημάτων μας;
Οἱ μαθητὲς δὲν ἀπαντοῦν εὐθέως, ἴσως γιατὶ δὲν ξέρουν πῶς νὰ ἀπαντήσουν, ἴσως γιατὶ δὲν ἔχουν ξεκαθαρίσει μέσα τους κάποια πράγματα, λέγουν ὅμως κάτι πολὺ χαρακτηριστικό, ποὺ δείχνει ὅτι ἡ ἁπλὴ καρδιά τους διψᾶ γιὰ ἀληθινὴ σχέση καὶ κοινωνία: «Διδάσκαλε, ποῦ μένεις»; Δὲν ζητοῦν κάποιο θαῦμα ἢ μιὰ ὑπέροχη διδασκαλία, ἀλλὰ ζητοῦν τὴν ἐγγύτητα καὶ τὴν παρουσία Του. Θέλουν ὄχι ἁπλῶς νὰ μάθουν, ἀλλὰ νὰ τὸν γνωρίσουν, νὰ βρεθοῦν στὸν χῶρο του, νὰ ζήσουν μαζί Του.
Τοῦτο εἶναι τὸ πνεῦμα τοῦ ἀληθινοῦ μαθητῆ. Καὶ ὁ Ἰησοῦς ἀπαντᾶ σὲ ὅλους μας: «ἔρχεσθε καὶ ἴδετε». Ἐλᾶτε, καὶ ἀφοῦ ἔλθετε, θὰ δεῖτε. Μποροῦμε νὰ διαβάζουμε, νὰ συζητᾶμε διανοητικά, ἡ οὐσιαστικὴ ὅμως σχέση μὲ τὸν Χριστὸ εἶναι προσωπικὴ ἐμπειρία, καὶ ὁ λόγος Του εἶναι κάλεσμα γιὰ συμμετοχὴ στὴ ζωή Του. Σοῦ λέει "ἔλα κοντά μου, καὶ θὰ δεῖς". Πρέπει νὰ πᾶμε στὸν τόπο ποὺ μένει. Μαζὶ μὲ τὴν ἄγνοιά μας, τὰ ἐρωτήματά μας, τὴν κόπωσή μας, τὴν ἀγωνία μας, ἀλλὰ πρὸ πάντων μὲ τὴν ἐπιθυμία νὰ τὸν γνωρίζουμε πραγματικά.
«Ἦλθον οὖν καὶ εἶδον ποῦ μένει καὶ παρ᾿ αὐτῷ ἔμειναν τὴν ἡμέραν ἐκείνην». Πρέπει ὄχι ἁπλῶς νὰ δοῦμε ποῦ μένει, ἀλλὰ καὶ νὰ μείνουμε κοντά Του, ὅπως ἔκαναν οἱ μαθητές ἐκεῖνοι. Κι ἀφοῦ τώρα δὲν ἔχει συγκεκριμένο σπίτι ἐπὶ γῆς, νὰ πᾶμε καὶ νὰ μείνουμε στὴν ἐκκλησία, στὸ μυστικὸ Σῶμα Του, στὰ μυστήριά Του, μέσα στὰ ὁποῖα μᾶς ἀποκαλύπτεται καὶ μᾶς κάνει μετόχους τῆς αἰώνιας ζωῆς Του.
π. Ε.Κ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου