ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΑΝΔΡΕΑ (30-11-2025)
ΓΡΑΠΤΟΝ ΘΕΙΟΝ ΚΗΡΥΓΜΑ
Στή σημερινή Ἀποστολική περικοπή, ἀγαπητοί μου, παρουσιάζεται τό μαρτυρικό στεφάνι, πού φέρει ἡ Ἐκκλησία τῶν πρώτων αἰώνων. Προβάλλεται ἡ Ἐκκλησία τῶν κατακομβῶν καί τῶν σπηλαίων, ἡ Ἐκκλησία τοῦ ἀμφιθεάτρου καί τῆς πυρᾶς. Γράφει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος πρός τούς Κορινθίους «ὅτι θέατρον ἐγενήθημεν τῷ κόσμῳ καὶ ὡς περικαθάρματα τοῦ κόσμου, πάντων περίψημα ἕως ἄρτι», δηλ. οἱ Ἀπόστολοι ἔγιναν θέαμα γιά τόν κόσμο καί κατάντησαν σάν τά σκουπίδια ὅλου τοῦ κόσμου καί θεωροῦνται τά ἀποβράσματα τῆς κοινωνίας. Καί προσθέτει τά βάσανα πού περνοῦν, τήν πείνα καί τή δίψα, τούς ξυλοδαρμούς καί τίς περιπλανήσεις, τούς ἐμπαιγμούς, τούς διωγμούς καί τίς συκοφαντίες.
Ὁ Χριστιανισμός εἶναι ἀλήθεια ὅτι, μπαίνοντας στόν κόσμο ὡς κάτι ξένο καί θεῖο, ἀντιμετώπισε τήν ἀντιπαλότητα καί τήν ἀποστροφή ὁλόκληρου τοῦ κόσμου καί τά μέλη του, ὅπως ἀναφέρεται στήν Ἐπιστολή πρός Διόγνητον, κείμενο τοῦ 2ου – 3ου αἰ., «ὑπὸ Ἰουδαίων ὡς ἀλλόφυλοι πολεμοῦνται καὶ ὑπὸ Ἑλλήνων διώκονται». Μιά αἰτία δίωξής του ἀπό τόν κόσμο ἦταν τό ὅτι οἱ Χριστιανοί, συνεπεῖς στήν κλήση τους καί θέλοντας νά εἶναι «ἅγιοι», διήγαγαν τό βίο τους μέ αὐστηρότητα, χωρίς νά ἔρχονται σέ στενή ἐπαφή μέ τόν κόσμο, ἔτσι ὥστε, ἀδίκως καί συκοφαντικῶς, νά κατηγοροῦνται ὡς «μισητές τοῦ ἀνθρώπινου γένους».
Ἡ πίστη καί λατρεία τῶν Ἀποστόλων, ἀλλά καί τῶν ὑπολοίπων Χριστιανῶν, στόν ἀληθινό Θεό ἦταν ἐκεῖνες πού τούς ἐνίσχυαν στήν περιφρόνηση τοῦ κόσμου καί στήν καταφρόνηση τοῦ θανάτου διά τοῦ μαρτυρίου. Ἦταν φυσικό νά περιφρονοῦν ὅλες τίς ἀντιξοότητες πού περιγράφει ὁ θεῖος Ἀπόστολος, ἀλλά καί τό μαρτύριο ἀκόμη, λόγω τῆς ἀλλοκόσμου διαγωγῆς τους καί τῆς παρουσίας θείας δύναμης ἐντός ἐκείνων. Οἱ Χριστιανοί συμβιοῦν μέ τόν κόσμο, ἀλλά ἔρχονται ἀπό ἄλλον χῶρο, καί εἶναι γι’ αὐτόν ὅ,τι ἡ ψυχή γιά τό σῶμα· εἶναι ἡ ψυχή τοῦ κόσμου.
Ἀγαπητοί μου, ὁ Ἀπόστολος καλεῖ νά γίνουμε μιμητές του· «παρακαλῶ οὖν ὑμᾶς, μιμηταί μου γίνεσθε». Ἡ περιγραφή τῶν βασάνων ἐκείνου, ἀλλά καί ἐν γένει τῶν Χριστιανῶν, ἐκφράζουν τήν ὑπέροχη Εὐαγγελική διαγωγή, πού γεννᾶται ἀπό τήν ὀρθή πίστη. Ὅπως ἡ ζωή, ἔτσι καί ἡ πίστη τῶν Χριστιανῶν, περικλείει μέσα της κάτι τό μυστηριῶδες, λόγω τῆς θείας προέλευσης της.
Κάποτε μπορεῖ πάλι ἡ Ἐκκλησία νά ὁδηγηθεῖ στίς κατακόμβες καί στά σπήλαια. Ἐάν δέν εἴμαστε ἕτοιμοι, δέν θά μπορέσουμε νά ἀνταποκριθοῦμε στήν ὑψηλή κλήση μας. Μήν ξεχνοῦμε ὅτι ἐμεῖς οἱ Χριστιανοί διαφέρουμε ἀπό τόν κόσμο καί γι’ αὐτό περιφρονούμαστε καί διωκόμαστε ἀπ’ ἐκεῖνον. Ἐμεῖς, τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας, εἴμαστε οἱ «μαθητές» τοῦ Χριστοῦ (Πράξ. 6,1), οἱ «σωζόμενοι» (Πράξ. 2, 47), οἱ «τῆς ὁδοῦ» (Πράξ. 9, 1-2), οἱ «κλητοί» (Α΄ Κορ. 1, 24), οἱ «ἅγιοι» (Φιλιπ. 4, 21), οἱ «Χριστιανοί» (Πράξ. 11, 26). Ἄς πολιτευόμαστε, λοιπόν, ἀξίως τῶν ὀνομάτων πού ἔχουμε, προκειμένου νά ἀξιωθοῦμε τῆς αἰωνίου μακαριότητας. Ἀμήν.
(π.Ἱερόθεος Κρητικός)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου