ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΑΝΔΡΕΟΥ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΚΛΗΤΟΥ
30-11-2025
«Ἐπί τῷ Kυρίῳ πέποιθα...εὐθύτητας εἶδε τό πρόσωπον αὐτοῦ» (Ψαλμ. ι΄,1,7).
Ὁ Προφητάναξ Δαβίδ, ἀγαπητοί ἀδελφοί, ἀναφωνεῖ: «Ἐπάνω στόν Κύριο ἔχω στηρίξει τήν πεποίθησή μου...γιατί ὁ Κύριος εἶναι δίκαιος καί ἀγαπᾶ τίς δικαιοσύνες, τό δέ πρόσωπόν Του τό ἔστρεψε στούς εὐθεῖς ἀνθρώπους». Εἶναι σπουδαῖο πρᾶγμα νά γνωρίζουμε τίς δίκαιες καί σωστές διαθέσεις τοῦ Θεοῦ. Αὐτό τό ἔζησαν οἱ Προφῆτες καί οἱ Δίκαιοι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Στήν Καινή Διαθήκη οἱ Ἀπόστολοι εἶχαν ἀκριβές πρότυπό τους τή ζωή τοῦ Κυρίου, τήν γεμάτη ταπείνωση, ἀγάπη καί θυσία. Ἔτσι, σήμερα καί ἐμεῖς εἴμαστε πάνοπλοι εἰς τό νά ἀμυνώμαστε στίς προκλήσεις τῶν «φίλων» καί τῶν ἐχθρῶν.
Στή σημερινή ἀποστολική περικοπή (Α΄ Κορ. 4,9-16) ὁ Ἀπόστολος Παῦλος σημειώνει μέ ὅλη του τήν εἰλικρίνεια καί ἁπλότητα τά παθήματα, τούς ἐξευτελισμούς, τίς περιπέτειες, τίς δοκιμασίες πού ὑπέστησαν οἱ Ἀπόστολοι καί ἰδιαιτέρως ὁ ἴδιος ἀπό τούς ἀρνητές τῆς χριστιανικῆς πίστεως καί ζητεῖ ἀπό τούς Κορινθίους μέ ὅλο τό δικαίωμα πού ἔχει, ὡς πνευματικός τους πατέρας, νά τόν μιμηθοῦν.
Αὐτό ἀφορᾶ καί ἐμᾶς. «Παρακαλῶ ὑμᾶς, μιμηταί μου γίνεσθε».
Ὁ θεῖος Ἀπόστολος περιγράφει τίς ἀφάνταστες ταλαιπωρίες καί περιπέτειες γιά τή διάδοση τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων «καί πεινῶμεν καί διψῶμεν καί κολαφιζόμεθα...». Νά ἕνα σημεῖο ἄξιο προσοχῆς καί μίμησης. Ἄραγε ἐμεῖς κάνουμε θυσίες στίς δυσκολίες τῶν συνανθρώπων μας; Ὅταν, κυρίως, ἡ ψυχή τους εἶναι βυθισμένη στό σκοτάδι τῆς ἀγνοίας καί τῆς ἁμαρτίας καί ζοῦν χωρίς Θεό, αἰσθανόμαστε τήν ἀνάγκη νά τούς βοηθήσουμε; Οἱ Ἀπόστολοι ἀντιμετώπιζαν τίς περιπέτειές τους μέ ὑπομονή καί ἀνοχή «Λοιδορούμενοι εὐλογοῦμεν, διωκόμενοι ἀνεχόμεθα, βλασφημούμενοι παρακαλοῦμεν». Μᾶς βρίζουν οἱ ἄλλοι, λέγει ὁ Ἀπόστολος, ἐμεῖς εὐχόμαστε ἀγαθά γι’ αὐτούς πού μᾶς βρίζουν. Μᾶς καταδιώκουν;
Ἐμεῖς δείχνουμε ἀνοχή καί ὑπομονή. Μᾶς συκοφαντοῦν; Ἐμεῖς ἀπευθύνομε λόγια καλωσύνης. Τί μεγάλη καρδιά εἶχαν οἱ θεῖοι Ἀπόστολοι. Καί, ὅμως, τέτοιοι πρέπει νά γίνουμε καί ἐμεῖς. Μπορεῖ οἱ ἄλλοι νά θέλουν τό κακό μας, νά διασύρουν τήν ὑπόληψή μας. Ἐμεῖς πρέπει νά ἀντιγράψουμε τούς Ἀποστόλους. Θά ἀμυνθοῦμε βέβαια. Θά διαλύσουμε τίς συκοφαντίες. Θά διαφυλάξουμε τόν ἑαυτό μας καί τό κῦρος μας. Ἀλλά αὐτά θά γίνουν μέ ἠρεμία, μέ καλωσύνη, μέ πραότητα καί συγχωρητικότητα. Δέν θά ἀνταποδώσουμε τά ἴδια. Δέν θά τούς ἐκδικηθοῦμε. Ἐμεῖς στήν καρδιά τους θά ἀντιτάξουμε τήν καλωσύνη μας. «Μηδενί κακόν ἀντί κακοῦ ἀποδίδοντες» (Ρωμ. 12,17).
Θά νικοῦμε μέ τήν ἀγάπη μας: «Μή νικῶ ὑπό τοῦ κακοῦ, ἀλλά νίκα ἐν τῷ ἀγαθῷ τό κακόν» (Ρωμ. 13,21). Διότι καί τό θέλημα τοῦ Θεοῦ ἐκτελοῦμε καί τήν ψυχική γαλήνη ἐξασφαλίζουμε.
Σήμερα, δυστυχῶς, ὑπάρχουν ἄνθρωποι πού εἶναι πρόθυμοι νά εἰρωνευθοῦν τήν Ἐκκλησία, τόν Κλῆρο, τούς πιστούς. Τό ἴδιο ὑπῆρχε καί στήν ἐποχή τῶν Ἀποστόλων. Καί, ὅμως, δέν ὑπελόγισαν τά σχόλια τοῦ κόσμου. Δέν ἐγκατέλειψαν τόν ἀγῶνα τους! Ἤξεραν ὅτι ἡ χριστιανική τους πίστη ἀξίζει ὅσο δέν ἀξίζει ὁ κόσμος ὅλος. Κράτησαν γερά τόν θησαυρό τους.
Ἄς μιμηθοῦμε καί ἐμεῖς τούς θείους Ἀποστόλους. Εἶναι ἐνδεχόμενο μερικοί νά μᾶς χαρακτηρίσουν ὡς ὀπισθοδρομικούς, καθυστερημένους, ἀκοινώνητους «μωρούς», διότι δέν ἀκολουθοῦμε τό νέο πνεῦμα, διότι πηγαίνουμε στήν Ἐκκλησία, διότι ἐξομολογούμαστε, διότι εἴμαστε σεμνοί καί ἠθικοί, διότι θέλουμε νά εἴμαστε καλοί οἰκογενειάρχες, διότι δέν καταπατοῦμε τίς ἀρχές τῆς ἀρετῆς, διότι δέν πετοῦμε στό δρόμο τήν τιμή μας. Ἄς μήν παρασυρθοῦμε ἀπό τίς εἰρωνεῖες καί τούς ἐμπαιγμούς τῶν δυστυχισμένων αὐτῶν δεσμωτῶν τοῦ κακοῦ. Πράγματι, ὑπῆρξαν ἱερές προσωπικότητες οἱ Ἀπόστολοι, ἅγιες, πλήρεις καί ἀκέραιες. Μέ τίς ἱεραποστολικές περιοδεῖες τους, μέ τή διδασκαλία τους ἀναδείχθηκαν πνευματικοί ἀναμορφωτές τῶν ἐθνῶν, γιατί μέσα τους πλημμύριζε ἡ ἀγάπη πρός τόν Κύριό τους, τόν Χριστό. Αὐτή ἡ ἀγάπη τούς ἐνίσχυε εἰς τό νά ἀγαπήσουν καί τούς ἀνθρώπους, χωρίς κανένα δισταγμό «κήρυξαν στά ἔθνη» Χριστό.
Καταξιώθηκαν, ἁγίασαν, θεμελίωσαν τήν Ἐκκλησία.
Μιά τέτοια ἱερή προσωπικότητα ὑπῆρξε καί ὁ Ἀπόστολος Ἀνδρέας, τοῦ ὁποίου σήμερα ἑορτάζουμε τήν σεβάσμια μνήμη.
Ὀνομάστηκε Πρωτόκλητος, ἐπειδή κλήθηκε ἀπό τόν Κύριο πρῶτος στήν ὁμάδα τῶν μαθητῶν. Γεννήθηκε στή Βησθαϊδά τῆς Γαλιλαίας.
Ἦταν ἀδελφός τοῦ Πέτρου. Σάν ἁπλοϊκοί ψαράδες καί εὐσεβεῖς Ἰσραηλῖτες παρακολουθοῦσαν τά κηρύγματα Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ καί ἦταν μαθητές του. Κάποια ἡμέρα ὁ Τίμιος Πρόδρομος ἔδειξε τόν Ἰησοῦ στίς ὄχθες τοῦ Ἰορδάνη λέγοντάς τους: «Ἴδε ὁ ἀμνός τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου». Ἀμέσως ἀκολούθησαν τόν Ἰησοῦ μέ βαθειά συγκίνηση. Ὁ Ἀνδρέας παρέμεινε ἄγαμος. Ἀξιώθηκε πρῶτος νά γνωρίσει τόν Κύριο καί θά ἀναφωνίσει στόν ἀδελφό του «εὑρήκαμεν τόν Μεσσίαν» (Ἰω. 1,42). Ἀκολούθησε ἡ κλήση στό ἀποστολικό ἀξίωμα «καί λέγει πρός αὐτούς (ὁ Ἰησοῦς). Ἀκολουθῆστε με καί θά σᾶς κάμω ἱκανούς νά ψαρεύετε ἀντί ψαριῶν, ἀνθρώπους, τούς ὁποίους μέ τό δίκτυο τοῦ κηρύγματος θά ἑλκύετε στήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν» (Ματθ. 4,19). Ἀργότερα ὁ Ἀπόστολος Φίλιππος μαζί μέ τόν Ἀπόστολο Ἀνδρέα ἔρχονται στόν Ἰησοῦ καί Τοῦ λένε ὅτι μερικοί Ἕλληνες θέλουν νά Τόν δοῦν. Καί ἡ ἀπάντηση τοῦ Κυρίου: «ἐλήλυθεν ἡ ὥρα (ἦλθε ἡ ὥρα) ἵνα δοξασθῇ ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου» (Ἰω. 12,23).
Μετά τήν ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, ὁ Ἀνδρέας εἶναι ἀκόμα στήν Ἱερουσαλήμ.
Θά πληροφορηθεῖ τόν λιθοβολισμό τοῦ Στεφάνου καί τήν κλήση τοῦ Παύλου, καί τόν διωγμό τῶν πρώτων χριστιανῶν.
Ὁ Κύριος συνεργοῦσε καί ἐπιβεβαίωνε μέ θαύματα τό ἔργο καί τό κήρυγμα τῶν διαδόχων του Ἀποστόλων (Μάρκ. 16,20). Ὁ Ἀπόστολος Ἀνδρέας θά ξεκινήσει τίς περιοδεῖες του- τίς γεμάτες δοκιμασίες- στόν Εὔξεινο Πόντο, Νίκαια, Τραπεζοῦντα, Βυζάντιο, ἱδρύοντας τήν Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως, διά νά καταλήξει, διά τῆς Θράκης, Μακεδονίας καί Θεσσαλίας, στήν Πάτρα ὅπου καί θά μαρτυρήσει μέ σταυρικό θάνατο καυχόμενος γιά τήν θυσία τοῦ Κυρίου του, ὑπομένοντας καί συγχωρῶντας τούς διῶκτες του.
Ἀδελφοί μου,
ἄς ἀγωνιζόμαστε τόν καλόν ἀγῶνα καί ὁλοένα καί περισσότερο θά ἐπαληθεύεται στή ζωή μας τό σημερινό «μιμηταί μου γίνεσθε» τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ΑΜΗΝ!
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου