ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2015

Το Μυστήριον της Θεοτόκου

«Εἴσελθε εἰς τά ἄδυτα, καί γνῶθι μυστήρια, καί ἑτοιμάζου γενέσθαι τοῦ Ἰησοῦ οἰκητήριον, τερπνόν καί ὡραῖον» (ἑσπέριον στιχηρόν προσόμιον ἑορτῆς), προτρέπεται ἡ Ἁγία Ἄννα, σάν σήμερα, τήν θυγατέρα της Μαρίαν, τήν Παναγίαν μας.

Οἱ χοϊκοί ἄνθρωποι πολλές φορές προσπαθοῦμε νά καταλάβουμε τί εἶναι τό μυστήριον τῆς Θεοτόκου, νά δώσουμε τίς δικές μας ἑρμηνεῖες, λησμονοῦντες τό: «ψαυέτω μηδαμῶς χείρ ἀμυήτων». Καταλαμβανόμεθα ἀπό δέος, φόβο, ἀλλά συγχρόνως καί χαρά, καί τά χείλη μας ἁπλῶς ψελλίζουν καί «ἀναμέλπουν» πρός αὐτήν τό «Χαῖρε τοῦ Ἀγγέλου». 


Τό μυστήριο τῆς Παναγίας «κατανοούμενον, ἄφραστόν ἐστι πῶς, καί θεωρούμενον ἄληπτον, ἐστώς γάρ παρατρέχει, καί ληφθέν διαφεύγει, καί φανέντι μικρόν ἀποκρύπτεται» καί, διά τοῦτο, «πίστις ἡγείσθω μόνη καί μή ἀπόδειξις τοῦ φρικτοῦ τούτου μυστηρίου», ψάλλει Ἰωάννης ὁ Μαυρόπους. 

Ὁ ἱερός ἄμβων σήμερα θά προσπαθήσῃ «πηλίνῃ γλώσσῃ καί χοϊκοῖς ῥερυπωμένοις ἀνθρωπίνοις χείλεσι» νά «ψηλαφήσῃ» μαζί σας, πατέρες καί ἀδελφοί, μέ εὐχαριστηρίους καί δοξολογικούς ὕμνους μόνο, τό «ἀπόρρητον» καί αὐτοῖς τοῖς «ἀγγέλοις ἄγνωστον μυστήριον» τοῦτο τῆς Θεοτόκου.

Τό μυστήριο δηλαδή τῆς «εἰσόδου» τῆς Παναγίας μας εἰς τά Ἅγια τῶν Ἁγίων καί συγχρόνως τό τῆς «ἐξόδου» της ἐκ τοῦ κόσμου τούτου, μέ τήν ἐπισήμανσι τῆς ἰδιαιτέρας ἱερᾶς καί σωτηριώδους σπουδαιότητος ἀμφοτέρων, καί τῆς εἰσόδου καί τῆς ἐξόδου Της, καί εἰς τήν καρδίαν καί εἰς τό κέντρον τῆς ἀνθρωπότητος.

Ὁ Θεός «ηὐλόγησε τάς εἰσόδους καί τάς ἐξόδους» τῆς Θεοτόκου καί αἱ «πορεῖαι Αὐτοῦ ἐν αὐτῇ ἀνεδείχθησαν». Ποία, ὅμως, καί τί εἶναι ἡ Θεοτόκος διά τόν κάθε Ὀρθόδοξον πιστόν: Εἶναι ἡ «φαεινή λαμπάς», ἡ «ἀρίζηλος δόξα», ἡ «ἀνωτέρα πάντων τῶν ποιημάτων τῆς ὁρατῆς καί ἀοράτου κτίσεως», ἡ «ὑψηλοτέρα τῶν οὐρανῶν καί ἡ καθαροτέρα λαμπηδόνων ἡλιακῶν». Εἶναι ἡ «τεκοῦσα Θεόν καί Σωτῆρα τοῦ παντός»∙ τῶν πιστῶν της ἡ «ἐν κινδυνοις προστασία∙ ἡ ἐν συμφοραῖς ἀνάψυξις∙ ἡ ἐν περιστάσεσι βοήθεια∙ ἡ ἐν νόσοις παντοδαπαῖς ἰαματόβρυτος πηγή∙ ἡ θεραπεία παθῶν∙ ἡ διώκουσα πᾶσαν βλάβην» (Ἰωάννης ὁ Εὐχαϊτῶν). Εἶναι ἀκόμη «τῆς καρδίας μας τό ἀγαλλίαμα καί τό κραταίωμα∙ τό καύχημα καί τό φῶς∙ ἡ θυμηδία μας∙ ἡ δόξα καί τό ἐγκαλλώπισμά μας∙ (εἶναι) ζωή, πνοή, γλυκύτης, ἡδονή, εὐφροσύνη καί χαρά καί τρυφῆς ἡ ἀπόλαυσις» (πρβλ. Θεοτοκάριον, Ἦχος πλ. δ΄, Σαββάτῳ ἑσπέρας, ὠδή δ΄). Αὐτή εἶναι ἡ Θεοτόκος καί τό μυστήριόν Της.

Ὁ ἱερός ὑμνωδός ψάλλει: «Σήμερον τῆς ἀτεκνίας δεσμά διαλύονται∙ τοῦ Ἰωακείμ γάρ καί τῆς Ἄννης εἰσακούων ὁ Θεός, παρ᾽ ἐλπίδα τεκεῖν αὐτούς σαφῶς ὑπισχνεῖται θεόπαιδα». Σάν χθές, ὁ δημιουργήσας τόν Ἀδάμ καί τήν Εὔαν «κατ᾽ εἰκόνα καί ὁμοίωσίν Του» Κύριός μας, ὑπόσχεται εἰς τούς δύο Θεοπάτορας, τήν εἴσοδον εἰς τόν κόσμον ἐκείνης, τήν ὁποίαν προεκήρυξαν οἱ προφῆται, καί ἡ ὁποία θά φέρῃ τήν σωτηρίαν, δηλαδή τήν «εἴσοδον» καί πάλιν τῆς ἀνθρωπότητος εἰς τήν «ἀρχαίαν δόξαν», διά τήν ὁποίαν ἐδημιουργήθη καί τήν ὁποίαν ἔχασε σέ μιά συγκεκριμένη χρονική στιγμή, διότι παρήκουσε τήν θείαν ἐντολήν, καθ᾽ ὅτι «πᾶσα παράβασις καί παρακοή εὑρίσκει πάντοτε ἔνδικον μισθαποδοσίαν» (πρβλ. Ἑβρ. 2, 2).

Ἡ πρώτη, λοιπόν, εἴσοδος τῆς Θεοτόκου εἰς τόν φθαρτόν τοῦτον κόσμον ὑπῆρξε μιά εὐλογία, ἕνα ὑπερφυσικό γεγονός, πού προῆλθεν ἀπό τήν ἁγία σύλληψι μιᾶς ἀεί προσευχομένης καί δεομένης στείρας γυναικός διά τήν ἀπόκτησιν παιδιοῦ, ἡ ὁποία τό ἤθελε ὄχι διά νά τό χαρῇ ἡ ἰδία, ἀλλά διά νά τό ἀφιερώσῃ εἰς τόν Δοτῆρα του, τόν Θεόν, καί νά τό προσφέρῃ ἀμέσως σχεδόν εἰς τά Ἅγια τῶν Ἁγίων, ὡς «κατοικητήριον» ὁλοκλήρου τῆς Θεότητος καί ὁλοκλήρου τῆς ἀνθρωπότητος. 

Ἡ πρώτη εἴσοδος τῆς Θεοτόκου εἰς τόν κόσμον, μᾶς ἀποκαλύπτει ἀφ᾽ ἑνός μέν τήν δύναμι καί τό ἀποτέλεσμα τῆς προσευχῆς, ἀφ᾽ ἑτέρου δέ τό θαῦμα τοῦ Θεοῦ. 

Θαῦμα, ἦταν καί ἐκεῖνο πού ζήσαμε τό 2003, ὅταν σφοδρά τρομοκρατική ἐπίθεσις στήν περιοχή αὐτή, τήν παραμονή τῆς σημερινῆς ἑορτῆς, κατέστρεψε μέρος τοῦ Ναοῦ αὐτοῦ τῆς Παναγίας τοῦ ἱστορικοῦ Πέρα, τῆς Ζωγραφειώτισσας Παναγίας, ἀλλά σώθηκαν οἱ πιστοί πού θά προσήρχοντο τήν ἑπομένη στόν Ναό νά προσκυνήσουν τήν Χάρι Της.

Τό μυστήριο τῆς Θεοτόκου, τό μυστήριο τῆς χαρᾶς, θά τολμούσαμε νά ποῦμε, ἐξελίσσεται κατά τήν ἀποκαλυφθεῖσα στόν Ἀρχάγγελο Γαβριήλ «προαιωνία θεία βουλή»: «Ἡ γέννησίς σου, Θεοτόκε, χαράν ἐμήνυσε πάσῃ τῇ οἰκουμένη». Ἡ γέννησις κάθε παιδιοῦ φέρνει χαρά στούς γονεῖς του, ἁπλῶς καί μόνον διότι «ἐγεννήθη ἄνθρωπος εἰς τόν κόσμον», ἡ ὁποία διασκεδάζει τόν πόνο τῆς μάνας, τῆς κάθε μητέρας μας (πρβλ. Ἰωάν. 16, 21).

Ἡ χαρά ὅμως αὐτή, στήν περίπτωσι τῆς Παναγίας μας, δέν περιορίζεται μόνον εἰς συγκεκριμένους ἀνθρώπους, ὅπως εἰς τούς γονεῖς καί τούς συγγενεῖς καί φίλους κάθε παιδιοῦ, ἀλλά «μηνύεται» ἀμέσως σέ ὅλη τήν οἰκουμένη, διότι ἡ γέννησις αὐτή προωρίσθη νά χωρέσῃ μέσα στά σπλάγχνα της «τόν ἀχώρητον παντί» καί μαζί Του ὅλη τήν δημιουργία Του∙ καί νά γίνῃ Μητέρα, καύχημα, στήριγμα, ἴασις, σωτηρία, ἀκαταίσχυντος μεσίτρια ὅλων μας πρός τόν Υἱό Της καί Κύριό μας. 

Κατά ἀτελῆ, «πήλινο» παραλληλισμό, θά λέγαμε ὅτι ἡ Μητέρα μας αὐτή Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως, εἶναι πρότυπο τῆς παναχράντου Παρθένου, ἡ ὁποία, σάν τήν «ἀεί πονεμένη Παναγία», εἶναι «ἀεί ἐσταυρωμένη». Χωρεῖ ὅμως ἡ Ἐκκλησία τῶν τοῦ Χριστοῦ πενήτων, ὅλη τήν οἰκουμένη, τήν γεννᾷ καθημερινά πνευματικῶς μέ τήν Θεία Λειτουργία καί τήν σώζει μέ τήν μετάληψι τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ.

Διά τοῦτο καί ὀνομάζεται καί εἶναι Μήτηρ Ἐκκλησία. 

Τό μήνυμα αὐτό τῆς θείας χαρᾶς, πού μᾶς ἔφερε μέ τήν γέννησί Της ἡ Παναγία, γεμίζει τήν οἰκουμένη. Διότι καταπίνει καί διασκεδάζει τήν φθορά τῶν ἀνθρωπίνων «βουλῶν» καί προγραμματισμῶν, τήν τῶν «ῥεόντων ἄστατον φοράν», καί τά καθιστᾷ μιά διαρκῆ ἀπαρχή «ἄλλης βιοτῆς», διά νά ὑμνοῦμεν οἱ ἄνθρωποι μόνο τόν Αἴτιο αὐτῆς τῆς θεϊκῆς χαρᾶς. Ὄχι τῆς ἐπιπλάστου καί παροδικῆς, τήν ὁποίαν ὅπως ὁ «ἄφρων πλούσιος» τῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς «ἀναζητοῦμε οἱ ἄνθρωποι πότε ἐδῶ καί πότε ἐκεῖ». Τό διαχρονικό, ὅμως, ἐρωτηματικό τοῦ ποιητοῦ παραμένει ἀναπάντητο: «εἰπέτε μου, ποῦ κατοικεῖ;». Τήν ἀπάντησι μᾶς τήν δίδει μόνον ἡ Παναγία μας, ἡ ὁποία ἔρχεται καί μᾶς φέρνει τήν ἀτελεύτητο Χαρά, ἐκείνη πού δέν γνωρίζει «πόνο, λύπη, στεναγμό», ἀνθρωπίνους πειρασμικάς καταστάσεις καί δοκιμασίας καί ἀτελείας.

Συνεχίζεται, ὅμως, ἡ ἐκπλήρωσις τῆς θείας βουλῆς στόν κόσμο μας: «Σήμερον τῆς εὐδοκίας Θεοῦ τό προοίμιον καί τῆς τῶν ἀνθρώπων σωτηρίας ἡ προκήρυξις, ἐν Ναῷ τοῦ Θεοῦ τρανῶς ἡ Παρθένος δείκνυται...». 

Μετά τήν εἴσοδό της στόν ἀνθρώπινο χωροχρόνο, ὁ Θεός εὐλογεῖ καί τήν δευτέρα μεγάλη —θά μπορούσαμε νά ποῦμε— εἴσοδο τῆς Θεοτόκου εἰς τόν Ναό.

Καί ἦταν ἡ εἴσοδος εἰς τά Ἅγια τῶν Ἁγίων, ὄχι εἰς τόν νομικόν μόνον Ναόν, ἀλλά εἴσοδος στήν καρδιά τῆς ἀνθρωπότητος. Ἦταν ἡ εἴσοδος αὐτή μιά προετοιμασία, μιά φυγή ἐκ τοῦ ματαίου κόσμου, τῆς «πολυταράχου τῶν ἡδονῶν θαλάσσης», διά νά ἑνωθῇ νοερά μετά τοῦ Θεοῦ, κατά τόν θεόπτη Ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ. Ἦταν, στήν πραγματικότητα, μιά ἑκουσία παράδοσις καί μιά ἠθελημένη φυγή, τήν ὁποία θά ἀκολουθήσῃ ἀργότερα «τό νέφος τῶν μαρτύρων καί τῶν δικαίων», τῶν ἀσκητῶν καί τῶν μοναχῶν, μέ κορυφαῖον τόν διώκτην Χριστοῦ, Ἀπόστολον Παῦλον, ὁ ὁποῖος ἀμέσως μετά τήν συνάντησίν του μέ τόν ζῶντα Κύριον καί τήν βάπτισίν του ὑπό τοῦ Ἀνανίου ἀπεσύρθη «εἰς τό ἱερόν προσεύξασθαι». 

Ἡ προσευχή, ἡ μόνωσις καί ἡ ἡσυχία εἶναι ὁ φυσικός χῶρος, μέσα στόν ὁποῖο ἐπιτυγχάνεται ὁ ἁγιασμός καί ἡ θέωσις τοῦ ἀνθρώπου. Διά τοῦτο ἡ Εἴσοδος τῆς Θεοτόκου εἰς τόν Ναό τοῦ Θεοῦ ἀποτελεῖ τήν ἄνθησι τῆς «κορυφαίας ἀρετῆς τῆς ἀφιερώσεως», δηλαδή τῆς παραδόσεώς μας ἐκεῖ πού ἀνήκουμε∙ ἐκεῖ πού πρέπει νά ἀνήκῃ ἡ ψυχή μας καί ὁ νοῦς καί ὁ λογισμός καί ἡ διάνοιά μας, ὅλα δηλαδή τά πνευματικά χαρίσματα πού ἐδώρησε στόν κάθε ἄνθρωπο, κατά «τά ἀνεξιχνιάστα κρίματά Του», ὁ Θεός.

Ἡ Εἴσοδος τῆς Θεοτόκου ἐσήμανε εἰς τήν ἀνθρωπότητα τήν κατάργησι τῆς νομικῆς ἀρχιερωσύνης τοῦ «ἀρχαίου Ἰσραήλ» καί τήν εἴσοδο τοῦ Χριστοῦ διά τῆς νέας ἱερωσύνης, τῆς νέας βασιλείας, εἰς τόν κόσμον, διά νά «ἰάσῃ ψυχήν καί σῶμα» τοῦ «ῥερυπωμένου ἀνθρώπου» διά τῆς ὄντως σωτηρίας. Εἰς τήν Παναγίαν, διά τῆς εἰσόδου Της εἰς τόν Ναόν, σκηνώνει «τῆς μελλούσης ζωῆς ἡ ἀπόλαυσις» (στιχηρόν τοῦ ὄρθρου τῆς Κοιμήσεως). Ἀκολουθεῖ μιά πρόσκαιρος ἔξοδος τῆς Παναγίας ἐκ τοῦ Ναοῦ, διά νά τεθῇ ὑπό τήν «προστασίαν» τοῦ «φύλακός» της καί ἁπλῶς ἀνθρωπίνως «μνήστορος» Ἰωσήφ. 

Ἡ πρώτη αὐτή εἴσοδος τῆς Θεοτόκου στόν Ναό καί ἡ πρώτη προσωρινή ἔξοδός της ἦταν μιά προϋπόθεσις καί μιά ἑτοιμασία διά μίαν μεγαλυτέραν Εἴσοδον, τόν Εὐαγγελισμόν τοῦ Ἀρχαγγελου: «Σήμερον τῆς σωτηρίας ἡμῶν τό κεφάλαιον καί τοῦ ἀπ᾽ αἰῶνος μυστηρίου ἡ φανέρωσις∙ ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, Υἱός τῆς Παρθένου γίνεται». Δηλαδή ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, ὁ ἴδιος ὁ Θεός, γίνεται καί «υἱός τοῦ ἀνθρώπου», λαμβάνει σάρκα καί γίνεται Θεάνθρωπος, ἀχωρίστως καί ἀσυγχύτως. Καί τοῦτο «ἐπειδή δι᾽ ἀνθρώπου», τοῦ πρώτου Ἀδάμ, «ἡ ἁμαρτία εἰσῆλθεν εἰς τόν κόσμον, ηὐδόκησεν ὁ μονογενής Υἱός τοῦ Θεοῦ ..... γενόμενος ὑπό νόμον, κατακρῖναι τήν ἁμαρτίαν ἐν τῇ σαρκί αὐτοῦ», διά νά μᾶς ζωοποιήσῃ, «ἐμπολιτευσάμενος τῷ κόσμῳ τούτῳ καί δούς (ἡμῖν) προστάγματα σωτηρίας» (πρβλ. εὐχήν Θείας Λειτουργίας τοῦ Μεγάλου Βασιλείου).

Ἡ θεία πορεία τῆς Παναγίας μας μέσα στόν κόσμο μας καί τό μυστήριό της συνεχίζεται: ἀκολουθεῖ ἡ ὑπ᾽ Αὐτῆς Γέννησις τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ ἀσήμως «ἐν σπηλαίῳ καί φάτνῃ ἀλόγων», ἡ φυγή τοῦ καταδιωκομένου ὑπό τῆς ἀνθρωπίνης μοχθηρίας Θείου Βρέφους στήν Αἴγυπτο, πρός ἀποφυγήν τοῦ ἀνθρωπίνου πειρασμοῦ καί τῆς φονικῆς πολεμοχαροῦς ροπῆς τῶν ἀνθρώπων πρός τόν συνάνθρωπο∙ κάτι δηλαδή σάν τά φονικά γεγονότα πού συμβαίνουν στόν κόσμο μας καί σήμερα καί μᾶς ὁδηγοῦν ἀπό τόπου εἰς τόπον, πρόσφυγας, ἀνεστίους, πλάνητας, νεκρούς, θύματα πάσης μορφῆς καί φύσεως τρομοκρατῶν∙ καί, τέλος, ἡ ὑπ᾽ αὐτῆς παράδοσις τοῦ «Ἡλίου τῆς Δικαιοσύνης» εἰς τάς ἀγκάλας τοῦ προσδοκῶντος τήν ἐπαγγελίαν γέροντος δικαίου Συμεών, διά νά ἀναφωνήσῃ οὗτος ἔκπληκτος τό: «Νῦν ἀπολύεις τόν δοῦλόν Σου, Δέσποτα, κατά τό ῥῆμά Σου, ἐν εἰρήνῃ, ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τό σωτήριόν σου, ὅ ἡτοίμασας κατά πρόσωπον πάντων τῶν λαῶν, φῶς εἰς ἀποκάλυψιν ἐθνῶν καί δόξαν λαοῦ Σου Ἰσραήλ» (Λουκ. 2, 29-32). 

Ἐλάχιστες εἶναι αἱ πληροφορίες, διά τήν ζωήν τῆς Θεοτόκου καί μετά τόν εὐαγγελισμόν τοῦ Ἀρχαγγέλου καί μετά τήν Γέννησιν τοῦ Θεανθρωπου.

Οἱ ἱεροί εὐαγγελισταί καί ἀπόστολοι ὀλίγας φράσεις διασώζουν εἰς τήν Καινήν Διαθήκην διά τήν Παναγίαν, περιοριζόμενοι εἰς τό πρόσωπον καί εἰς τήν θαυματουργικήν διαδρομήν τοῦ Κυρίου εἰς τόν κόσμον μας διά τῆς ἀπολύτου καί ἀνδιοτελοῦς ἀγάπης καί τῆς κενωτικῆς θυσίας Του «ὑπέρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς καί σωτηρίας». Ἡ Παναγία καθ᾽ ὅλη αὐτή τήν Κυριακή πορεία, σιωπᾷ∙ καί κρύπτει διά τῆς σιωπῆς Της ἐντός Της τόν Χριστόν καί μόνον.

Τά γεγονότα τῆς ἐπιγείου ζωῆς Της μένουν μυστικά καί ἀκατάληπτα. Συγχρόνως, ὅμως, μέ μυστικό καί ἀπόρρητο τρόπο, ἀποκαλύπτονται ὑπό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δημοσιεύονται καί γίνονται κτῆμα ὅλης τῆς οἰκουμένης. Γίνονται αἱ πλέον χαρμόσυνοι καί κορυφαῖαι ἑορταί τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅπως ἡ σημερινή, καί ἔτσι ἐκπληροῦται καί ἐπαληθεύεται εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων ἡ ἰδική Της προσωπική προφητεία: «ἰδού γάρ ἀπό τοῦ νῦν μακαριοῦσί με πᾶσαι αἱ γενεαί» (Λουκ. 1, 48). 

Βιώνει ἡ Παναγία μας —σιωπῶσα πάντοτε καί μένουσα στό περιθώριο, τοῦ μυστηρίου τῆς Θείας Οἰκονομίας,μ θά λέγαμε, ὅπως καί οἱ φυσικές μητέρες μας πού σιωπηλά πάντοτε καυχῶνται μέ τήν χαρά τοῦ παιδιοῦ των καί λυποῦνται μέ τίς στενοχώριές του— βιώνει ἡ Θεοτόκος ὅλο τό μυστήριο τῆς σαρκί παρουσίας τοῦ Κυρίου μας ἐπί τῆς γῆς, θλίβεται, πονᾶ, παραδίδεται ὑπό τοῦ ἐσταυρωμένου Κυρίου εἰς τόν ἐπιστήθιον Ἰωάννην∙ διατηρεῖ, ὅμως, πάντα «ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῆς» (Λουκ. 2, 51). Μέχρι καί τῆς ἰδικῆς Της «ὥρας», τοῦ ἰδικοῦ Της «αἰωνίου σήμερα»: «μεθίσταται πρός τήν Ζωήν, Μήτηρ ὑπάρχουσα τῆς Ζωῆς», ὄχι ὅμως διά νά ἐγκαταλείψῃ τόν κόσμον∙ νά μᾶς ἐγκαταλείψῃ, ἀλλά διά νά συνεχίσῃ μέ τίς πρεσβεῖες Της νά σηματοδοτῇ θαυματουργικά κάθε μέρα τήν ζωή μας, ὅπως σήμερα, καί νά «λυτροῦται ἐκ θανάτου τάς ψυχάς μας» (πρβλ. Κοντάκιον Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου).

Δύο κυρίως εἴσοδοι καί δύο ἔξοδοι νοηματοδοτοῦν καί σφραγίζουν τό μυστήριο τῆς Θεοτόκου.

Ὁμοίως καί τήν προσωπική ζωή τοῦ καθενός μας τήν σηματοδοτοῦν ἐπίσης μία κυρίως εἴσοδος εἰς τόν κόσμον αὐτόν, διά νά ζήσωμεν ὅλην τήν φθοράν, τούς πειρασμούς, τήν λύπην καί τόν πόνον, τάς δοκιμασίας, τάς ἀδικίας, τάς συκοφαντίας τῶν συνανθρώπων μας, καταστάσεις ὅμως πᾶσαι ὑπερνικώμεναι ὑπό τοῦ «κατά Χριστόν» καί «κατά Χάριν ζῆν»∙ καί μία ἔξοδος, ὅταν ὁ φύλαξ Ἄγγελός μας παίρνει τήν ἐντολήν νά μᾶς μεταφέρῃ «ἀπό τῶν λυπηροτέρων ἐπί τά χρηστότερα καί θυμηδέστερα.....» (Εὐχή Ἁγίας Πεντηκοστῆς).

Οἱ πλέον σημαντικοί σταθμοί τῆς ζωῆς μας εἶναι ἡ εἴσοδός μας εἰς τόν κόσμον καί ἡ ἔξοδός μας ἐξ αὐτοῦ, διά νά μεταβῶμεν πρός τόν «βάθει σοφίας κυβερνῶντα τήν ζωήν μας καί τά πάντα πρός τό συμφέρον μας οἰκονομοῦντα» Κύριον, τόν «δεσπόζοντα τῆς ζωῆς καί κυριεύοντα τοῦ θανάτου», τόν καί πάλιν ἐρχόμενον μετά δόξης διά νά μᾶς κρίνῃ, διότι μόνον εἰς Ἐκεῖνον ἐδόθη παρά τοῦ Θεοῦ Πατρός «ἡ ἐξουσία τοῦ κρίσιν ποιεῖν, ὅτι υἱός ἀνθρώπου ἐστίν» (πρβλ. Ἰωάν. 5, 27). Ἡμεῖς, εἰς τόν Κύριόν μας, τόν «δεσμεύοντα ἐν ἀσθενείᾳ καί ἀπολύοντα ἐν δυναστείᾳ», «χάριν ἐπί πᾶσιν ὁμολογοῦμεν, ἐπί ταῖς εἰσόδοις ἡμῶν εἰς τόν κόσμον τοῦτον καί ταῖς ἐξόδοις», αἱ ὁποῖαι εἴσοδοι καί ἔξοδοί μας «τῆς ἀναστάσεως καί τῆς ἀκηράτου ζωῆς τάς ἐπαγγελίας προμνηστεύονται» (Εὐχή Ἁγίας Πεντηκοστῆς).

Παναγιώτατε,

Ἡμεῖς ἐδῶ, οἱ Ὀρθόδοξοι Ρωμηοί τῆς Πόλεως τῆς Θεοτόκου, τῆς Ὑπερμάχου Στρατηγοῦ μας, τῆς Φανεωμένης, τῆς Παμμακαρίστου, τῶν Φυλακισμένων, τῆς Λυπημένης, ἔχουμε τήν Παναγία πάντοτε δική μας, συμπορευομένη μαζί μας, ἀνά τούς πειρασμικούς αἰῶνας πού διῆλθαν οἱ πατέρες καί πρόγονοί μας —καί διερχόμεθα ὑπό ἄλλην μορφήν πειρασμούς καί ἡμεῖς σήμερα.

Ἐκείνη, ὅμως, ὡς στοργική Μητέρα, οὐδέποτε μᾶς ἐγκατέλιπε, ἔστω καί ἄν συρρικνωθήκαμε, -καί «ἐξ οἰκείων ἀμαρτιῶν» καί ἀδυναμιῶν καί ἀτελειῶν-, σέ μικρό «λῆμμα», πάντοτε ὅμως «ἐκλεκτό». Καί τήν τελευταία ἀκόμη στιγμή τῆς ἀντοχῆς τοῦ πειρασμοῦ, μᾶς ἐπροστάτευσε μέ τό διαρκές θαῦμα Της, σάν τό ψηλαφητό ἐκεῖνο πού ζήσαμε τό 2003. Μᾶς ἐπροστάτευσε καί μᾶς προστατεύει ὡς «λαόν περιούσιόν της, ὡς βασίλειον ἱεράτευμα, ὡς ἔθνος ἅγιόν Της» (Εὐχή Θ. Λειτουργίας Μεγάλου Βασιλειου).

Εἶναι ἡ προστασία μας καί ἡ καταφυγή μας, αὐτή ἡ εἰσερχομένη εἰς τόν Ναόν τοῦ Θεοῦ σήμερα ὡς «χαρά καί λύτρωσις», ὡς «τριετίζουσα δάμαλις», διά νά ἐκλάμψῃ ἡ χάρις καί ἡ ἀλήθεια. Διότι, «Εἰ ἡμεῖς ἀπιστοῦμεν», ὡς ἀδύναμοι καί χοϊκοί ἄνθρωποι, «ἐκεῖνος (ὁ Κύριός μας) πιστός μένει· ἀρνήσασθαι ἑαυτόν οὐ δύναται» (πρβλ. Β΄ Τιμ. 2, 13).

Ἡ Πόλις τῆς Θεοτόκου, ἡ δική μας Πόλις, εἰς τήν ὁποίαν ἑδρεύει ἡ Μητέρα μας Ἐκκλησία ἀπό αἰώνων, διακονοῦσα τά ὅσια καί τά ἱερά «τῆς ἀπό περάτων ἕως περάτων τῆς οἰκουμένης» Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἔχει νά παρουσιάσῃ ὡς καρπόν ἁγιότητος ἑκατοντάδας γνωστῶν, ἐπωνύμων καί ἀνωνύμων, Ἁγίων καί Πατέρων∙ ἔχει Ναούς καί ἱερά νά παρουσιάσῃ, τόν Ἱερόν τοῦτον Καθεδρικόν Ναόν, τούς μικρούς Ναούς τῆς περιφερείας καί τούς «ἐν τῷ κέντρῳ» πάντοτε δεσπόζοντας, τῆς Ἁγίας Τριάδος τοῦ Πέρα καί τῆς Ἁγίας Τριάδος Χαλκηδόνος∙ καθώς κάποτε καί τούς Ναούς τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας, τῆς τοῦ Θεοῦ Εἰρήνης καί τῆς τοῦ Θεοῦ Δυνάμεως, τῶν διά τοῦ μυστηρίου τῆς Θεοτόκου ἀποκαλυφθεισῶν καί ἀποκαλυπτομένων καθ᾽ ἡμέραν καί εἰς τήν ζωήν τοῦ καθενός μας σοφίας καί εἰρήνης καί δυνάμεως Θεοῦ.

Ἐνώπιον τοῦ ἐκτυλισσομένου, λοιπόν, ἐνώπιόν μας «πολυμερῶς καί πολυτρόπως» (Ἑβρ. 1, 1) Μυστηρίου τῆς «ἐμψύχου κιβωτοῦ τοῦ Θεοῦ», τῆς Θεοτόκου, ἀδυνατοῦντες οἱ Ὀρθόδοξοι πιστοί νά τό προσψαύσωμεν εἰς βάθος καί πλάτος ὡς «ἀμύητοι», ἁπλῶς «θαρροῦντες» ὡς ποτέ οἱ «ταραγμένοι» εἰς τήν θάλασσαν τῆς Τιβεριάδος μαθηταί, ὅτι Ἐρχόμενος «εἰς τά ἴδια» καί κατά τά ἐν ὄψει Χριστούγεννα, «ἔστω καί ἄν ἡμεῖς δέν τόν παραλαμβάνομεν» (πρβλ. Ἰωάν. 1, 11), «ὁ Χριστός εἶναι τό πᾶν» (Ἅγιος Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης): Χριστός γεννᾶται, λοιπόν!

Τόν δοξάζουμε καί Τόν εὐχαριστοῦμε καί ἡμεῖς, καί ἐν τῇ προσμονῇ τῆς Γεννήσεως «ἱκετεύομεν οἱ δοῦλοι (τῆς Θεοτόκου) καί κλίνομεν ἐνώπιόν Της γόνυ καρδίας καί νοός καί λογισμοῦ καί διανοίας ἡμῶν, δεόμενοι καί σήμερον καί εἰς τόν αἰῶνα, ὁμοῦ μετά πάντων τῶν προαναπαυσαμένων κτιτότων τοῦ Ναοῦ τούτου καί μετά πάντων πατέρων καί προγόνων μας, τῶν εἰσελθόντων εἰς τόν κόσμον τῶν πειρασμῶν καί ἐξελθόντων εἰς τήν χαράν τοῦ Κυρίου: «Κλῖνον τό οὖς, Ἁγνή, καί σῶσον τούς θλίψεσι βυθιζομένους ἡμᾶς» καί συντήρησον πάσης πειρασμικῆς καταστάσεως «τήν Πόλιν Σου, τήν Μητέρα μας Ἐκκλησία, τόν Ὀρθοδοξον λαόν Σου, τό ὅπου γῆς Γένος μας» (τροπάριον Ἀκαθίστου), ὅτι «ὄντως ἀνωτέρα πάντων ὑπάρχεις, Παρθένε Ἁγνή» (Μεγαλυνάριον ἑορτῆς τῶν Εἰσοδίων) «καί ἐν ταῖς χερσί Σου, Παρθένε, οἱ κλῆροι των ψυχῶν μας» καί τῆς ζωῆς μας (Ποίημα Ἁγίου Ἰωάννου Εὐχαϊτῶν).

Ἀμήν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου