ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Σάββατο, 28 Νοεμβρίου 2015

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΓ΄ ΛΟΥΚΑ

(Λκ. 18, 18-27)

Τὸ νὰ κα­τέχει κανεὶς ὑ­λι­κὰ ἀ­γα­θὰ δὲν εἶ­ναι πρᾶγμα κακό. Ἄλλωστε ἡ ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας ἔχει ἄπειρα παραδείγματα πλουσίων, οἱ ὁποῖοι ὄχι μόνο δὲν κατακρίνονται γιὰ τὴν οἰκονομική τους ἐπιφάνεια, ἀλλὰ ἀντιθέτως ἐπαινοῦνται γιὰ τὸν τρόπο ποὺ διαχειρίστηκαν τὸν πλοῦτο τους. Τὸ κα­κὸ ξε­κι­νᾶ ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ ποὺ ὁ ἄν­θρω­πος γί­νε­ται πλε­ο­νέ­κτης˙ θέλει νὰ ἀποκτήσει ὅλο καὶ περισσότερα καὶ κλεί­νει τὰ σπλά­χνα του στὸν συ­νάν­θρω­πό του ποὺ ἔχει ἀνάγκη. Ὁ ἴ­διος ὁ Χρι­στὸς πέ­ρα­σε τὴν ἐ­πί­γει­ο ζω­ή του χω­ρὶς νὰ ἔ­χει «ποῦ τὴν κε­φα­λὴν κλί­νῃ» καὶ σὲ πλεῖ­στες πε­ρι­πτώ­σεις κα­τέ­κρι­νε ἔν­το­να τὴν προ­σκόλ­λη­ση πρὸς τὸν ἐ­πί­γει­ο πλοῦ­το. Καὶ τοῦ­το ὄ­χι χω­ρὶς λό­γο: ὅ­ταν ὁ ἄν­θρω­πος ἀ­πε­λευ­θε­ρω­θεῖ ἀ­πὸ τὴν προ­σκόλ­λη­σή του στὸν πλοῦ­το τό­τε γλυ­τώ­νει καὶ ἀ­πὸ τὴ δου­λεί­α τοῦ κό­σμου καὶ τὴν ἐ­ξου­σί­α τοῦ πο­νη­ροῦ. Ἡ χρι­στια­νι­κὴ ζω­ή, κα­θὸ ζω­ὴ ἐ­λευ­θε­ρί­ας, ἀ­παι­τεῖ ἀ­πο­δέ­σμευ­ση ἀ­πὸ τὴ δυ­να­στεί­α τοῦ πλού­του, ποὺ κα­τα­δυ­να­στεύ­ει τὸν ἄν­θρω­πο καὶ τὸν ὑ­πο­τάσ­σει στὸ χρῆ­μα, ἐμ­πο­δί­ζον­τάς τον ταυ­τό­χρο­να νὰ ση­κώ­σει τὸ κε­φά­λι του στὸν οὐ­ρα­νό.


Στὸ ση­με­ρι­νὸ Εὐ­αγ­γέλιο ἕνας ἄρχοντας πλη­σί­α­σε τὸν Χρι­στὸ καὶ τὸν ρώ­τη­σε μὲ ποιὸ τρό­πο θὰ κλη­ρο­νο­μοῦ­σε τὴν αἰ­ώ­νι­α ζω­ή. Ἀ­σφα­λῶς τὸ ἐ­ρώ­τη­μα ἔ­κρυ­βε τὴν ἐ­σω­τε­ρι­κή του ἀ­νη­συ­χί­α. Ἡ ἀν­τί­δρα­σή του, ὅ­μως, με­τὰ τὴν ἀ­πάν­τη­ση τοῦ Χρι­στοῦ ἀ­πο­δει­κνύ­ει καὶ τὴν προ­σκόλ­λη­ση ποὺ εἶ­χε στὴν περιουσία του. Γι᾽ αὐ­τὸ καὶ ὅ­ταν ἄ­κου­σε τὸν Χρι­στὸ νὰ τοῦ λέ­ει πὼς ἐ­φό­σον ἐ­πι­ζη­τεῖ τὴν τε­λει­ό­τη­τα καὶ τὴ βα­σι­λεί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν, πρέ­πει νὰ δώ­σει ὅ­λη τὴν πε­ρι­ου­σί­α του στοὺς φτω­χοὺς καὶ νὰ τὸν ἀ­κο­λου­θή­σει, ἀ­μέ­σως ἄλ­λα­ξε δι­ά­θε­ση, ἔ­γι­νε πε­ρί­λυ­πος καὶ ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε. Ἡ προσκόλληση στὴ με­γά­λη του, προ­φα­νῶς, πε­ρι­ου­σί­α, δὲν τοῦ ἐ­πέ­τρε­ψε νὰ πα­ρα­μεί­νει κον­τὰ στὸν Χρι­στό. Ἔ­τσι ἔ­φυ­γε ἀ­πὸ κον­τά του.

Ἡ κα­το­χὴ ὑ­λι­κοῦ πλού­του καὶ ἡ προ­σκόλ­λη­ση σὲ αὐ­τὸν αἰχ­μα­λω­τί­ζει τὸν ἄν­θρω­πο. Ἑ­πο­μέ­νως, ἕ­νας τέ­τοιος ἄν­θρω­πος, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ καρ­δί­α εἶ­ναι δο­σμέ­νη στὸν πλοῦ­το καὶ ὄ­χι στὸν Χρι­στό, ἐμ­πο­δί­ζε­ται ἀ­πὸ μό­νος του νὰ εἰ­σέλ­θει στὴ βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ. Γι᾽ αὐ­τὸ καὶ ὁ Χρι­στός, με­τὰ τὴν ἀ­πο­χώ­ρη­ση τοῦ πλού­σι­ου νέ­ου, κά­νει τὴν τρα­γι­κὴ δι­α­πί­στω­ση «πὼς δυ­σκό­λως οἱ τὰ χρή­μα­τα ἔ­χον­τες εἰ­σε­λεύ­σον­ται εἰς τὴν βα­σι­λεί­αν τοῦ Θε­οῦ!». Δὲν λέ­ει ὅ­τι εἶ­ναι ἀ­δύ­να­τον νὰ σω­θοῦν καὶ οἱ πλού­σι­οι, ἀλ­λὰ ὅ­τι εἶ­ναι πο­λὺ δύ­σκο­λο, ὅ­σο δύ­σκο­λο εἶ­ναι γιὰ ἕ­να χον­τρὸ σχοι­νὶ νὰ χω­ρέ­σει ἀ­πὸ τὴν τρῦ­πα μί­ας βε­λό­νας. Γίνεται, ὅμως, εὔκολο ὅταν οἱ πλούσιοι παῦσουν νὰ εἶναι προσκολλημένοι στὸ χρῆμα καὶ τὸ χρησιμοποιήσουν ὀρθά, ὅ­πως ἁρ­μό­ζει στοὺς βα­πτι­σμέ­νους καὶ ἀ­να­γεν­νη­μέ­νους ἀν­θρώ­πους.  

Ὁ πό­θος τῆς βα­σι­λεί­ας τῶν οὐ­ρα­νῶν καὶ ἡ ἀ­γά­πη τοῦ Χρι­στοῦ, ἡ ὁ­ποί­α πρέ­πει νὰ χα­ρα­κτη­ρί­ζει κά­θε χριστιανό, ὁ­δη­γεῖ στὴν ἀ­παλ­λα­γὴ ἀ­πὸ τὸ βά­ρος τοῦ πλού­του ὄ­χι πε­τῶν­τας, ἀλ­λὰ χρη­σι­μο­ποι­ῶν­τας αὐτὸν ὡς μέ­σο γιὰ τὴν ὑ­πη­ρε­σί­α τοῦ ἐμ­πε­ρί­στα­του συ­ναν­θρώ­που. Οἱ Χρι­στια­νοὶ κα­λοῦν­ται νὰ ἔ­χουν πραγ­μα­τι­κὴ αὐ­τάρ­κει­α στὰ ὑ­λι­κὰ πράγ­μα­τα, ἡ ὁ­ποί­α δὲν εἶ­ναι τί­πο­τα ἄλ­λο πα­ρὰ ἡ ὀ­λι­γάρ­κει­α. Ὁ πλοῦ­τος καὶ ὁ πλε­ο­να­σμὸς πρέ­πει νὰ ἐ­πι­ζη­τοῦν­ται μό­νο στὰ πνευ­μα­τι­κὰ καὶ ὄ­χι στὰ ὑ­λι­κὰ πράγ­μα­τα. Ὅ­ταν, ὅ­μως, ὁ πλοῦ­τος μέ­νει κλειδωμένος στὶς ἀποθῆκες καὶ τὶς τράπεζες καὶ δὲν χρησιμοποιεῖται φιλάνθρωπα, τό­τε ἀ­πο­δει­κνύ­ει τὸν κά­το­χό του ὡς ἄν­θρω­πο ποὺ φέ­ρει μά­ται­α τὸ ὄ­νο­μα τοῦ Χρι­στια­νοῦ. Ὁ Μ. Βα­σί­λει­ος γρά­φει ὅ­τι ὁ ἀ­γα­πῶν τὸν πλη­σί­ον του, ὅ­πως τὸν ἑ­αυ­τό του, δὲν θέ­λει νὰ ἔ­χει πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νον. Ὅ­ταν ὅ­μως ἀρ­χί­σει νὰ μα­ζεύ­ει καὶ νὰ αὐ­ξά­νει τὴν πε­ρι­ου­σί­α του, στρέ­φον­τας τὴν καρ­δί­α του σὲ αὐ­τή, τό­τε δεί­χνει ὅ­τι τοῦ λεί­πει ἡ ἀ­γά­πη τοῦ Χρι­στοῦ. Ἔ­τσι ἐ­νῷ ὁ χρι­στια­νὸς πρέ­πει νὰ εἶ­ναι δοῦ­λος τοῦ Χρι­στοῦ, κα­ταν­τᾶ δοῦ­λος τοῦ χρή­μα­τος.

Ἐν προκειμένῳ εἶναι πολὺ χαρακτηριστικὴ ἡ ὑπόδειξη καὶ ἡ συμβουλὴ τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ: «Μᾶς ἐχάρισεν ὁ Θεὸς τὸν πλοῦτον; Ἔχομεν χρέος νὰ τρώγωμεν καὶ νὰ πίνωμεν τὸ ἀρκετόν μας, τὰ ρουχαλάκια μας τὰ ἀρκετὰ καὶ τὰ ἐπίλοιπα νὰ τὰ ξοδιάζωμεν εἰς τοῦς πτωχοὺς διὰ τὴν ψυχήν μας. Καὶ δὲν μᾶς ἔδωκεν ὁ Θεὸς τὸν πλοῦτον διὰ νὰ πολυτρώγωμεν καὶ νὰ κάνωμεν πολύτιμα φορέματα καὶ παλάτια ὑψηλά, νὰ χορεύουν τὰ ποντίκια αὔριο καὶ οἱ πτωχοὶ νὰ ἀποθαίνουν ἀπὸ τὴν πεῖναν. Αὐτὸ εἶναι τὸ χρέος μας, ἀδελφοί μου, ἔτσι τὸ ἐξεύρετε. Ἀπὸ τὴν σήμερον καὶ ὕστερα ἔτσι νὰ κάμνετε ἂν θέλετε νὰ σωθῆτε». 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου