ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2015

ΚΥΡΙΑΚΗ Θ΄ ΛΟΥΚΑ 22-11-2015

Ο Κύ­ρι­ος θέ­λον­τας νὰ δι­δά­ξει τὸ πό­σο ὀ­λέ­θρι­ο καὶ κα­τα­στρο­φι­κὸ εἶ­ναι τὸ πά­θος τῆς πλε­ο­νε­ξί­ας καὶ μὲ ἀ­φορ­μὴ τὸ αἴ­τη­μα κά­ποιου «ἐκ τοῦ ὄ­χλου», ὥ­στε νὰ ἐ­πέμ­βει καὶ νὰ δι­ευ­θε­τή­σει τὴν κλη­ρο­νο­μι­κὴ δι­α­φο­ρὰ ποὺ εἶ­χε μὲ τὸν ἀ­δελ­φό του, λέ­ει τὴν πα­ρα­βο­λὴ τοῦ ἄ­φρο­νος πλου­σί­ου.
Τὸ πρῶ­τo του σχό­λι­ο, στὸ αἴ­τη­μα τοῦ ἀ­κρο­α­τῆ του, ἀ­φο­ροῦ­σε στὴ δι­ά­κρι­ση τῶν ἐ­πι­γεί­ων θη­σαυ­ρῶν ἀ­πὸ τὰ οὐ­ρά­νι­α ἀ­γα­θά: «ἄν­θρω­πε», τοῦ λέ­ει, «τίςμὲκα­τέ­στη­σεδι­κα­στὴνἢμε­ρι­στὴνἐφ᾽ὑ­μᾶς;». Ὁ Χρι­στὸς προ­βαί­νει σὲ αὐ­τὴ τὴ δι­ευ­κρί­νη­ση, δι­ό­τι δὲν Ἐ­ναν­θρώ­πη­σε, ὥ­στε νὰ δι­ευ­θε­τεῖ τὶς ὑ­λι­κὲς δι­α­φο­ρὲς τῶν ἀν­θρώ­πων. Ἡ σω­τη­ρί­α τοῦ κό­σμου δὲν σχε­τί­ζε­ται μὲ τὴν ἔλ­λει­ψη ἢ τὸ πλε­ό­να­σμα ἐ­πί­γει­ων ἀ­γα­θῶν, ἀλ­λὰ μὲ τὴν ἐμ­πι­στο­σύ­νη ποὺ κά­ποιος δεί­χνει στὶς ἐ­παγ­γε­λί­ες τοῦ Θε­οῦ. Πα­ράλ­λη­λα, οὔ­τε ἡ ποι­ό­τη­τα τῆς ζω­ῆς τοῦ ἀν­θρώ­που ἐ­ξαρ­τᾶ­ται ἢ με­τρᾶ­ται ἀ­πὸ τὸ πλῆ­θος τῶν πε­ρι­ου­σι­α­κῶν του στοι­χεί­ων: «οὐκ ἐν τῷ πε­ρισ­σεύ­ειν τι­νὶ ἡ ζω­ὴ αὐ­τοῦ ἐ­στιν ἐκ τῶν ὑ­παρ­χόν­των αὐ­τοῦ». Αὐ­τὸ ποὺ ὄν­τως με­τρᾶ εἶ­ναι ἡ σχέ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὸν Χρι­στὸ καὶ κατ᾽ ἐ­πέ­κτα­ση ἡ εὐ­σέ­βει­α καὶ ἡ ἀ­ρε­τή του.

Ὁ πλού­σι­ος τῆς πα­ρα­βο­λῆς ἦ­ταν δυ­στυ­χι­σμέ­νος, δι­ό­τι νό­μι­ζε ὅ­τι θὰ εὐ­τυ­χή­σει μὲ τὰ πλού­τη. Ἀ­δυ­να­τοῦ­σε νὰ κα­τα­λά­βει ὅ­τι αὐ­τὰ δὲν κά­νουν τὸν ἄν­θρω­πο εὐ­τυ­χι­σμέ­νο. Θέ­λον­τας νὰ κρα­τή­σει ὅ­λη τὴν πλού­σι­α σο­δειὰ γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του καὶ μὴ μπο­ρῶν­τας νὰ τὸ κα­τορ­θώ­σει, λό­γῳ ἔλ­λει­ψης ἀ­πο­θη­κευ­τι­κοῦ χώ­ρου, βυ­θι­ζό­ταν σὲ ἐ­να­γώ­νι­ες καὶ ἀ­πελ­πι­σμέ­νες σκέ­ψεις: «καὶ δι­ε­λο­γί­ζε­το ἐν ἐ­αυ­τῷ λέ­γων˙ τί ποι­ή­σω, ὅ­τι οὐκ ἔ­χω ποῦ συ­νά­ξω τοὺς καρ­πούς μου;». Πα­ρὰ τὸ ὅ­τι βρί­σκει τὴ λύ­ση: «τοῦ­το ποι­ή­σω», λέ­ει, δη­λα­δὴ νὰ οἰ­κο­δο­μή­σει με­γα­λύ­τε­ρες ἀ­πο­θῆ­κες, τὰ πράγ­μα­τα δὲν ἐ­ξε­λίσ­σον­ται ὅ­πως τὰ πε­ρί­με­νε. Τὸ ἴ­διο βρά­δυ, προ­τοῦ ὑ­λο­ποι­ή­σει ὅ­σα ἔ­τρε­φαν καὶ ἐ­νί­σχυ­αν τὴν πλε­ο­νε­ξί­α του, πε­θαί­νει αἰφ­νί­δι­α, ἀ­πο­δει­κνυ­ό­με­νος ὡς ἄ­φρο­νας: «ἄ­φρον, ταύ­τῃ τῇ νυ­κτὶ τὴν ψυ­χήν σου ἀ­παι­τοῦ­σιν ἀ­πὸ σοῦ». Ὅ­λα ὅ­σα ἑ­τοί­μα­σε δὲν πρό­κει­ται νὰ τὸν συν­τη­ρή­σουν καὶ νὰ τοῦ χο­ρη­γή­σουν τὴν εὐ­τυ­χί­α, «εἰς ἔ­τη πολ­λά», ὅ­πως νό­μι­ζε, ἀλ­λὰ μᾶλ­λον θὰ πε­ρά­σουν σὲ ξέ­να χέ­ρια, δι­ό­τι αὐ­τὸς χά­νει πλέ­ον τὴν κυ­ρι­ό­τη­τα ἐπ᾽ αὐ­τῶν. Ἐ­ξοῦ καὶ ὁ χα­ρα­κτη­ρι­σμός του ὡς ἄ­φρο­να.
Ἡ εὐ­αγ­γε­λι­κὴ πα­ρα­βο­λὴ δὲν ἀ­φο­ρᾶ καὶ δὲν δι­δά­σκει τὴν κα­θο­λι­κὴ κα­τα­δί­κη τοῦ πλού­του καὶ οὔ­τε συν­δέ­ει τὰ ὑ­λι­κὰ ἀ­γα­θὰ μὲ τὴν ἁ­μαρ­τί­α. Τὸ λά­θος τοῦ ἐν λό­γῳ πλου­σί­ου βρί­σκε­ται στὴν ὑ­πε­ρή­φα­νη καὶ ἰ­δι­ο­τε­λῆ χρή­ση τῶν ὑ­λι­κῶν ἀ­γα­θῶν, κα­θὼς καὶ στὴν προ­σκόλ­λη­ση σὲ αὐ­τά. Τοῦ­το φαί­νε­ται ξε­κά­θα­ρα καὶ στὴν κα­τά­λη­ξη τοῦ ἄλ­λου πλου­σί­ου ἀ­πὸ τὴν πα­ρα­βο­λὴ τοῦ φτω­χοῦ Λα­ζά­ρου. Αὐ­τὸς κα­τέ­λη­ξε στὴν κό­λα­ση, ὄ­χι δι­ό­τι ἦ­ταν πλού­σι­ος, ἀλ­λὰ δι­ό­τι χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε τὸν πλοῦ­το του μό­νο πρὸς ἴ­διο ὄ­φε­λος, ἀ­γνο­ῶν­τας τὸν πλη­σί­ον του καὶ θε­ω­ρῶν­τας ὅ­τι πρό­κει­ται νὰ εὐ­φραί­νε­ται αἰ­ω­νί­ως. Ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ στη­ρί­ζε­ται στὴν ὑ­λι­κή του δύ­να­μη καὶ στὸ μέ­γε­θος τῆς πε­ρι­ου­σί­ας του, ξε­χνῶν­τας τὸν Θε­ὸ καὶ τοὺς ἔ­χον­τας ἀ­νάγ­κη συ­ναν­θρώ­πους του, ὁ­μοι­ά­ζει κα­τὰ πάν­τα μὲ τὸν ἄ­φρο­να πλού­σι­ο τῆς ἐν λό­γῳ πα­ρα­βο­λῆς.
Ἄ­φρων εἶ­ναι ὁ ἄν­θρω­πος, ὁ ὁ­ποῖ­ος δὲν πι­στεύ­ει στὸν Θε­ό, τὸν χο­ρη­γὸ τῆς ζω­ῆς καὶ ζεῖ ὡς εἰ­δω­λο­λά­τρης. Δι­ό­τι εἶ­ναι δί­χως ἄλ­λο εἰ­δω­λο­λά­τρης αὐ­τὸς ποὺ στη­ρί­ζει τὶς ἐλ­πί­δες του στὰ ὑ­λι­κά του ἀ­γα­θὰ καὶ στὶς δι­κές του δυ­νά­μεις, λη­σμο­νῶν­τας ὅ­τι κά­ποια στιγ­μὴ θὰ πε­θά­νει. Ὅ­ποιος τὸ ἀ­γνο­εῖ αὐ­τὸ καὶ δὲν ἐ­πα­γρυ­πνεῖ, θὰ αἰφ­νι­δι­α­στεῖ. Θὰ αἰφ­νι­δι­α­στεῖ ὡς ὁ οἰ­κο­δε­σπό­της, στὸ σπί­τι τοῦ ὁ­ποί­ου εἰ­σέρ­χε­ται κλέ­πτης καὶ τοῦ ἀ­φαι­ρεῖ ἅ­παν­τα τὰ ὑ­πάρ­χον­τά του καὶ ὡς ὁ ἀ­σύ­νε­τος δοῦ­λος, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐ­πω­φε­λού­με­νος ἀ­πὸ τὴν κα­θυ­στέ­ρη­ση ἐ­πα­νό­δου τοῦ κυ­ρί­ου του, συμ­πε­ρι­φέ­ρε­ται ἀ­πρε­πῶς καὶ ἐ­ξου­σι­α­στι­κὰ στοὺς συν­δού­λους του˙ ὅ­μως «ἥ­ξει ὁ κύ­ρι­ος τοῦ δού­λου ἐ­κεί­νου ἐν ἡ­μέ­ρᾳ ᾗ οὐ προσ­δο­κᾷ καὶ ἐν ὥ­ρᾳ ᾗ οὐ γι­νώ­σκει, καὶ δι­χο­το­μή­σει αὐ­τόν, καὶ τὸ μέ­ρος αὐ­τοῦ με­τὰ τῶν ἀ­πί­στων θή­σει». Ἡ φρον­τί­δα γιὰ τὴ δί­χως ὅ­ρι­α συγ­κέν­τρω­ση ὑ­λι­κῶν ἀ­γα­θῶν ἀ­πο­σπᾶ τὴν προ­σο­χὴ τοῦ ἀν­θρώ­που καὶ προ­ση­λώ­νει τὸν νοῦ του στὴ μα­ται­ό­τη­τα τῆς ἐ­πί­γει­ας αὐ­τάρ­κει­ας. Αὐ­τὴ ἡ στά­ση τῆς μὴ κα­τα­φυ­γῆς στὴν πρό­νοι­α τοῦ Θε­οῦ εἶ­ναι ὄν­τως ἀ­φρο­σύ­νη, πνευ­μα­τι­κὸς θά­να­τος. Ἕ­νας, ὅ­μως, τέ­τοιος θά­να­τος εἶ­ναι τρα­γι­κός. Καὶ εἶ­ναι τρα­γι­κὸς δι­ό­τι ἐ­πέρ­χε­ται ὅ­ταν κα­νεὶς ἀρ­νη­θεῖ τὴν βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ καὶ πα­ρα­δο­θεῖ στὶς ἐ­πί­γει­ες ἀ­πο­λαύ­σεις.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου