ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Σάββατο, 7 Νοεμβρίου 2015

ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ΄ ΛΟΥΚΑ 8-11-2015
Η ζω­ὴ τοῦ Χρι­στια­νοῦ εἶ­ναι συ­νύ­παρ­ξη μὲ τὸν Χρι­στό. Εἶ­ναι συμ­πό­ρευ­ση μὲ τὸν Χρι­στό. Εἶ­ναι ἡ συ­νει­δη­τὴ τή­ρη­ση τοῦ θε­λή­μα­τος τοῦ Χρι­στοῦ. Εἶ­ναι πο­ρεί­α ἀ­νη­φορι­κὴ καὶ ἰ­δι­αί­τε­ρα δύ­σκο­λη. Εἶ­ναι σταυ­ρὸς καὶ κα­θη­με­ρι­νὸς θά­να­τος καὶ μαρ­τύ­ρι­ο ὑ­πὲρ τῆς ἀ­λη­θεί­ας. Εἶ­ναι συμ­πε­ρι­φο­ρὰ ἀ­συ­νή­θι­στη, ἀλ­λὰ καὶ πα­ρά­λο­γη γιὰ τὰ δε­δο­μέ­να τοῦ ἁ­μαρ­τω­λοῦ κό­σμου. Τε­λι­κά, ἡ ζω­ὴ τοῦ Χρι­στια­νοῦ δὲν εἶ­ναι ἁ­πλὴ βι­ο­λο­γι­κὴ ἐ­πι­βί­ω­ση, ἀλ­λὰ ὑ­πέρ­βα­σή της, πρᾶγ­μα πα­ρά­δο­ξο. Πα­ρά­δο­ξο, πλὴν ὅ­μως ἀ­λη­θι­νό, κα­τὰ πῶς μαρ­τυ­ρεῖ καὶ ὁ Ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος: «Χρι­στῷ συ­νε­σταύ­ρω­μαι· ζῶ δὲ οὐ­κέ­τι ἐ­γώ, ζῇ δὲ ἐν ἐ­μοὶ Χρι­στός· ὃ δὲ νῦν ζῶ ἐν σαρ­κί, ἐν πί­στει ζῶ τῇ τοῦ υἱ­οῦ τοῦ Θε­οῦ τοῦ ἀ­γα­πή­σαν­τός με καὶ πα­ρα­δόν­τος ἑ­αυ­τὸν ὑ­πὲρ ἐ­μοῦ».

Αὐ­τὴ τὴν ἀ­συ­νή­θι­στη συμ­πε­ρι­φο­ρὰ πα­ρα­τη­ροῦ­με καὶ στὸ ση­με­ρι­νὸ εὐ­αγ­γε­λι­κὸ ἀ­νά­γνω­σμα. Τὴν ἐ­πι­δει­κνύ­ει ὁ ἴ­διος ὁ Χρι­στός, ὁ ὁ­ποῖ­ος, κα­θὸτι νέ­ος Ἀ­δὰμ καὶ πρό­τυ­πο καὶ πα­ρά­δειγ­μα τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τας, προ­σφέ­ρει καὶ τὸ μέ­τρο ποὺ ὀ­φεί­λου­με νὰ τη­ροῦ­με, ὥ­στε νὰ δι­και­ο­λο­γεῖ­ται καὶ ἡ προ­σω­νυ­μί­α τοῦ Χρι­στια­νοῦ στὸ πρό­σω­πό μας. Ὁ Χρι­στός, με­τὰ τὸ θαῦ­μα τῆς θε­ρα­πεί­ας τοῦ δαι­μο­νι­σμέ­νου στὴ χώ­ρα τῶν Γα­δα­ρη­νῶν, πο­ρευ­ό­ταν στὸ σπί­τι τοῦ ἀρ­χι­συ­νά­γω­γου Ἰ­ά­ει­ρου, ὥ­στε νὰ θε­ρα­πεύ­σει τὴ δω­δε­κά­χρο­νη ἑ­τοι­μο­θά­να­τη θυ­γα­τέ­ρα του. Ἐ­νῶ βρι­σκό­ταν καθ᾽ ὁ­δὸν ἀ­κο­λου­θού­με­νος ἀ­πὸ πλή­θη ἀν­θρώ­πων, τὰ ὁ­ποῖ­α «συ­νέ­πνι­γον αὐ­τόν», κά­ποια γυ­ναί­κα, ἡ ὁ­ποί­α ὑ­πέ­φε­ρε ἀ­πὸ αἱ­μορ­ρα­γί­α γιὰ δώ­δε­κα χρό­νι­α, κα­τά­φε­ρε νὰ τὸν πλη­σι­ά­σει καὶ δι­α­κρι­τι­κὰ νὰ ἀγ­γί­ξει τὴν ἄ­κρη τῶν ἐν­δυ­μά­των του. Ἡ γυ­ναίκα βέ­βαι­α θε­ρα­πεύ­τη­κε: «καὶ πα­ρα­χρῆ­μα ἔ­στη ἡ ρύ­σις τοῦ αἵ­μα­τος αὐ­τῆς», ὅ­μως, ἡ ἐ­νέρ­γει­ά της δὲν δι­έ­λα­θε τῆς προ­σο­χῆς τοῦ Κυ­ρί­ου, ὁ ὁ­ποῖ­ος ρώ­τη­σε ποιὸς τὸν εἶ­χε ἀγ­γί­ξει.Τὸ ἐ­ρώ­τη­μα τοῦ Χρι­στοῦ ξε­νί­ζει κά­πως. Ἀ­φοῦ αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ πάν­των Κύ­ρι­ος, γνώ­στης ἀ­κό­μα καὶ τῶν μύ­χι­ων λο­γι­σμῶν τῶν πλα­σμά­των του, για­τί κά­νει αὐ­τὴ τὴν ἐ­ρώ­τη­ση; Ἕ­νας λό­γος ἦ­ταν γιὰ νὰ πυ­ρο­δο­τή­σει τὴν ὁ­μο­λο­γί­α τῆς πί­στης τῆς γυ­ναί­κας πρὸς τὸ πρόσωπό του. Προ­φα­νῶς, ὅ­μως, καὶ δι­ό­τι ἤ­θε­λε νὰ δι­δά­ξει καὶ νὰ πα­ρα­δειγ­μα­τί­σει ὅ­λους τοὺς ὑ­πό­λοι­πους. Καὶ ὁ συγ­κε­κρι­μέ­νος πα­ρα­δειγ­μα­τι­σμὸς θὰ προ­έ­κυ­πτε ἀ­πὸ τὴ δι­κή του τα­πεί­νω­ση. Με­τὰ τὴν ἐ­ρώ­τη­ση, καὶ ἀ­φοῦ κα­νέ­νας δὲν πα­ρα­δε­χό­ταν ὅ­τι τὸν ἄγ­γι­ξε, ὁ Πέ­τρος «καὶ οἱ σὺν αὐ­τῷ», μὲ πολ­λὴ ὁρ­μη­τι­κό­τη­τα καὶ κα­θό­λου δι­ά­κρι­ση, τοῦ εἶ­παν: «ἐ­πι­στά­τα, οἱ ὄ­χλοι συ­νέ­χου­σί σε καὶ ἀ­πο­θλί­βου­σι, καὶ λέ­γεις τίς ὁ ἁ­ψά­με­νός μου;». Μὲ ἄλ­λα λό­γι­α, τοῦ ἐ­πι­σή­μα­ναν τὸ ἄ­το­πο τῆς ἐ­ρώ­τη­σής του: «τό­σος κό­σμος σὲ πε­ρι­βάλ­λει ἀ­σφυ­κτι­κὰ καὶ ὁ ἕ­νας σπρώ­χνει τὸν ἄλ­λο καὶ σὲ πι­έ­ζουν καὶ σὲ ἀγ­γί­ζουν ἀ­πὸ παν­τοῦ καὶ ἐ­σὺ ρω­τᾶς ποιὸς σὲ ἄγ­γι­ξε; Λί­γο πα­ρά­ξε­νο τὸ ἐ­ρώ­τη­μά σου!».
Ὄν­τως πα­ρά­ξε­νο -ἐκ πρώ­της ὄ­ψε­ως- τὸ ἐ­ρώ­τη­μα τοῦ Χρι­στοῦ. Πα­ρό­λα αὐ­τά, ὅ­μως, ἦ­ταν ὁ δι­δά­σκα­λος τῶν δώ­δε­κα. Ἦ­ταν δη­λα­δὴ ἕ­να πρό­σω­πο ποὺ θὰ ἔ­πρε­πε -του­λά­χι­στον οἱ ἴ­διοι οἱ μα­θη­τές του- νὰ τὸ βλέ­πουν μὲ πε­ρισ­σό­τε­ρο σε­βα­σμὸ καὶ νὰ σι­ω­ποῦν, ἀ­φή­νον­τας ἀ­σχο­λί­α­στες τὶς ἐ­νέρ­γει­ες καὶ τοὺς λό­γους του. Ὅ­μως, δὲν τὸ ἔ­κα­ναν. Ἔ­δει­ξαν ὁρ­μη­τι­κό­τη­τα καί, κα­τὰ κά­ποιο τρό­πο, ἀ­σέ­βει­α στὸ πρό­σω­πο τοῦ δι­δα­σκά­λου τους. Πῶς, ὅ­μως, ὁ Κύ­ρι­ος ἀν­τέ­δρα­σε; Τοὺς ἐπιτίμησε; Τοὺς θύ­μω­σε; Πλη­γώ­θη­κε ὁ ἴ­διος; Δυ­σα­να­σχέ­τη­σε; Τὸ πῆ­ρε κα­τά­καρ­δα, θε­ω­ρῶν­τας ὅ­τι οἱ μα­θη­τὲς δὲν τὸν σέ­βον­ται; Κά­θε ἄλ­λο! Χω­ρὶς ἀλ­λα­γὴ τοῦ ἐ­σω­τε­ρι­κοῦ του κό­σμου καὶ χω­ρὶς ἀ­να­στά­τω­ση, ἁ­πλὰ τοὺς δι­ευ­κρί­νι­σε τί ἐν­νο­οῦ­σε. Αὐ­τὸ ἀ­κρι­βῶς εἶ­ναι ἡ τα­πεί­νω­ση. Τὸ νὰ μὴν με­τρᾶ κα­νεὶς τὸν ἑ­αυ­τό του καὶ νὰ δέ­χε­ται καὶ ἀρ­νη­τι­κὰ σχό­λι­α καὶ χα­ρα­κτη­ρι­σμούς, ἀλ­λὰ καὶ ἀμ­φι­σβη­τή­σεις τῆς «σο­φί­ας» του καὶ κρι­τι­κὴ τῆς στά­σης του καὶ πα­ρό­λα αὐ­τὰ νὰ μὴν ἀν­τι­δρᾶ, νὰ μὴν βρί­ζει καὶ νὰ μὴν δυ­σα­να­σχε­τεῖ, θε­ω­ρῶν­τας ὅ­τι τὸν ἐ­ξευ­τε­λί­ζουν.
Δυ­στυ­χῶς ἡ ση­με­ρι­νὴ ἐ­πο­χὴ δι­α­κρί­νε­ται ἀ­κρι­βῶς γιὰ τὴν ἀν­τί­θε­τη το­πο­θέ­τη­σή της. Οἱ ἄν­θρω­ποι δὲν δέ­χον­ται κου­βέν­τα ἀ­πὸ κα­νέ­να, δὲν ἀ­νέ­χον­ται κρι­τι­κὴ σὲ ὅ,­τι κά­νουν καὶ λέ­νε. Ἡ προ­βο­λὴ τοῦ ἑ­αυ­τοῦ καὶ ἡ ἀ­νά­δει­ξη τοῦ προ­σω­πι­κοῦ μας ἀ­λά­θη­του ἔ­χουν κα­θι­ε­ρω­θεῖ ὡς τὰ ἰ­δε­ώ­δη τῆς ἐ­πο­χῆς. Ὁ κά­θε ἕ­νας εἶ­ναι μι­κρὸς ἀ­λάν­θα­στος θε­ὸς καὶ ἀλοίμονο σὲ αὐ­τὸν ποὺ θὰ τὸν ἐ­λέγ­ξει! Καὶ ἔ­τσι πο­ρευ­ό­μα­στε στὴ ζω­ή μας, γε­μά­τοι ἐ­γω­ϊσμὸ καὶ αὐ­τάρ­κει­α, χω­ρὶς νὰ ἐ­πι­κα­λού­μα­στε τὴ συμ­βου­λὴ τῶν ἁ­γί­ων καὶ τῶν πνευ­μα­τι­κῶν ἀν­θρώ­πων, κά­νον­τας τὸ ἕ­να λά­θος με­τὰ τὸ ἄλ­λο. Ἐ­πι­μέ­νου­με, ὅ­μως, ὅ­τι εἴ­μα­στε πι­στοὶ Χρι­στια­νοὶ καὶ αὐτό εἷναι ἡ τραγική εἰρωνεία μας. Γι’ αὐτό ἄς κάνουμε την αὐτοκριτική μας για να συναισθανόμαστε πῶς πορευόμαστε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου