ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2015

ΚΥΡΙΑΚΗ Θ΄ ΛΟΥΚΑ

(Λκ. 12, 16-21)

Ἡ θάλασσα, μᾶς διδάσκει μὲ παραστατικὸ τρόπο ὁ Μ. Βασίλειος, γνωρίζει τὰ ὅριά της, ὁ πλεονέκτης, ὅμως, ὑπερβαίνει τοὺς ὅρους τῆς αὐτάρκειας καὶ τοῦ ἀναγκαίου καὶ ἀγωνίζεται νὰ ἀποκτήσει ὅλο καὶ περισσότερα πράγματα.


Ὁ Κύ­ρι­ος, θέ­λον­τας νὰ δι­δά­ξει πό­σο ὀ­λέ­θρι­ο καὶ κα­τα­στρο­φι­κὸ εἶ­ναι τὸ πά­θος τῆς πλε­ο­νε­ξί­ας καὶ μὲ ἀ­φορ­μὴ τὸ αἴ­τη­μα κά­ποιου ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ἄκουγαν τὴ διδαχή του, ὥ­στε νὰ ἐ­πέμ­βει καὶ νὰ δι­ευ­θε­τή­σει τὴν κλη­ρο­νο­μι­κὴ δι­α­φο­ρὰ ποὺ εἶ­χε μὲ τὸν ἀ­δελ­φό του, λέ­ει τὴν πα­ρα­βο­λὴ τοῦ ἄ­φρο­νος πλου­σί­ου.

Τὸ πρῶ­το του σχό­λι­ο, στὸ αἴ­τη­μα τοῦ ἀ­κρο­α­τῆ του, ἀ­φο­ροῦ­σε στὴ δι­ά­κρι­ση τῶν ἐ­πι­γεί­ων θη­σαυ­ρῶν ἀ­πὸ τὰ οὐ­ρά­νι­α ἀ­γα­θά: «ἄν­θρω­πε», τοῦ λέ­ει, «εἶναι μήπως δουλειὰ δική μου νὰ δικάζω τὶς οἰκονομικές σας διαφορές;». Ὁ Χρι­στὸς προ­βαί­νει σὲ αὐ­τὴ τὴ δι­ευ­κρί­νηση, δι­ό­τι δὲν Ἐ­ναν­θρώ­πη­σε, ὥ­στε νὰ δι­ευ­θε­τεῖ τὶς ὑ­λι­κὲς δι­α­φο­ρὲς τῶν ἀν­θρώ­πων. Ἡ σω­τη­ρί­α τοῦ κό­σμου δὲν σχε­τί­ζε­ται μὲ τὴν ἔλ­λει­ψη ἢ τὸ πλε­ό­να­σμα ἐ­πί­γει­ων ἀ­γα­θῶν, ἀλ­λὰ μὲ τὴν κοινωνία τῶν ἀνθρώπων μὲ τὸν Θε­ό. Πα­ράλ­λη­λα, οὔ­τε ἡ ποι­ό­τη­τα τῆς ζω­ῆς τοῦ ἀν­θρώ­που ἐ­ξαρ­τᾶ­ται ἢ με­τρᾶ­ται ἀ­πὸ τὸ πλῆ­θος τῶν πε­ρι­ου­σι­α­κῶν του στοι­χεί­ων. Αὐ­τὸ ποὺ ὄν­τως με­τρᾶ εἶ­ναι ἡ εὐ­σέ­βει­α καὶ ἡ ἀ­ρε­τὴ τοῦ ἀν­θρώ­που καὶ κατ᾿ ἐπέκταση ἡ σχέ­ση του μὲ τὸν Χρι­στὸ καὶ δι᾿ αὐτοῦ μὲ ὅλο τὸν Θεό.

Ὁ πλού­σι­ος τῆς πα­ρα­βο­λῆς ἦ­ταν δυ­στυ­χι­σμέ­νος, δι­ό­τι νό­μι­ζε ὅ­τι θὰ εὐ­τυ­χή­σει μὲ τὰ πλού­τη. Ἀ­δυ­να­τοῦ­σε νὰ κα­τα­λά­βει ὅ­τι αὐ­τὰ δὲν κά­νουν τὸν ἄν­θρω­πο εὐ­τυ­χι­σμέ­νο. Θέ­λον­τας νὰ κρα­τή­σει ὅ­λη τὴν πλού­σι­α σο­δειὰ γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του καὶ μὴ μπο­ρῶν­τας νὰ τὸ κα­τορ­θώ­σει, λό­γῳ ἔλ­λει­ψης ἀ­πο­θη­κευ­τι­κοῦ χώ­ρου, βυ­θι­ζό­ταν σὲ ἐ­να­γώ­νι­ες καὶ ἀ­πελ­πι­σμέ­νες σκέ­ψεις: «καὶ δι­ε­λο­γί­ζε­το ἐν ἐ­αυ­τῷ λέ­γων˙ τί ποι­ή­σω, ὅ­τι οὐκ ἔ­χω ποῦ συ­νά­ξω τοὺς καρ­πούς μου;». Πα­ρὰ τὸ ὅ­τι βρί­σκει τὴ λύ­ση: «τοῦ­το ποι­ή­σω», λέ­ει, δη­λα­δὴ νὰ οἰ­κο­δο­μή­σει με­γα­λύ­τε­ρες ἀ­πο­θῆ­κες, τὰ πράγ­μα­τα δὲν ἐ­ξε­λίσ­σον­ται ὅ­πως τὰ πε­ρί­με­νε. Τὸ ἴ­διο βρά­δυ, προ­τοῦ ὑ­λο­ποι­ή­σει ὅ­σα ἔ­τρε­φαν καὶ ἐ­νί­σχυ­αν τὴν πλε­ο­νε­ξί­α του, πε­θαί­νει αἰφ­νί­δι­α, ἀ­πο­δει­κνυ­ό­με­νος ὡς ἄ­φρο­νας. Ὅ­λα ὅ­σα ἑ­τοί­μα­σε δὲν πρό­κει­ται νὰ τὸν συν­τη­ρή­σουν καὶ νὰ τοῦ χο­ρη­γή­σουν τὴν εὐ­τυ­χί­α, «εἰς ἔ­τη πολ­λά», ὅ­πως νό­μι­ζε, ἀλ­λὰ μᾶλ­λον θὰ πε­ρά­σουν σὲ ξέ­να χέ­ρια, δι­ό­τι αὐ­τὸς χά­νει πλέ­ον τὴν κυ­ρι­ό­τη­τα ἐπ᾽ αὐ­τῶν. Ἐ­ξοῦ καὶ ὁ χα­ρα­κτη­ρι­σμός του ὡς ἄ­φρο­να. 

Ἡ εὐ­αγ­γε­λι­κὴ πα­ρα­βο­λὴ δὲν ἀ­φο­ρᾶ καὶ δὲν δι­δά­σκει τὴν κα­θο­λι­κὴ κα­τα­δί­κη τοῦ πλού­του καὶ οὔ­τε συν­δέ­ει τὰ ὑ­λι­κὰ ἀ­γα­θὰ μὲ τὴν ἁ­μαρ­τί­α. Τὸ λά­θος τοῦ ἐν λό­γῳ πλου­σί­ου βρί­σκε­ται στὴν πλεονεξία του καὶ στὴν προ­σκόλ­λη­σή του στὰ ὑλικὰ ἀγαθά. Τοῦ­το φαί­νε­ται ξε­κά­θα­ρα καὶ στὴν κα­τά­λη­ξη τοῦ ἄλ­λου πλου­σί­ου ἀ­πὸ τὴν πα­ρα­βο­λὴ τοῦ φτω­χοῦ Λα­ζά­ρου. Αὐ­τὸς κα­τέ­λη­ξε στὴν κό­λα­ση, ὄ­χι δι­ό­τι ἦ­ταν πλού­σι­ος, ἀλ­λὰ δι­ό­τι χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε τὸν πλοῦ­το του μό­νο πρὸς ἴ­διο ὄ­φε­λος, ἀ­γνο­ῶν­τας τὸν πλη­σί­ον του καὶ θε­ω­ρῶν­τας ὅ­τι πρό­κει­ται νὰ εὐ­φραί­νε­ται αἰ­ω­νί­ως. Ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ στη­ρί­ζε­ται στὸ μέ­γε­θος τῆς πε­ρι­ου­σί­ας του, ἐπιθυμῶντας νὰ τὸ ἐπεκείνει ἀκόμη πιὸ πολύ, ξε­χνῶν­τας τὸν Θε­ὸ καὶ τοὺς ἐμπερίστατους συ­ναν­θρώ­πους του, ὁ­μοι­ά­ζει κα­τὰ πάν­τα μὲ τὸν ἄ­φρο­να πλού­σι­ο τῆς ἐν λό­γῳ πα­ρα­βο­λῆς.

Συνεπῶς, ἡ φρον­τί­δα γιὰ τὴ δί­χως ὅ­ρι­α συγ­κέν­τρω­ση ὑ­λι­κῶν ἀ­γα­θῶν, σημαίνει τὴν πλεονεξία, ἡ ὁποία μὲ τὴ σειρά της ἀ­πο­σπᾶ τὴν προ­σο­χὴ τοῦ ἀν­θρώ­που καὶ προ­ση­λώ­νει τὸν νοῦ του στὴ μα­ται­ό­τη­τα τῆς ἐ­πί­γει­ας αὐ­τάρ­κει­ας. Ἡ θεραπεία αὐτῆς τῆς κατάστασης εἶναι νὰ στραφεῖ κανεὶς μὲ ἐμπιστοσύνη στὸν Θεὸ καὶ νὰ προσφέρει ἀπὸ τὰ πολλὰ ποὺ κατέχει σὲ ὅσους ἔχουν ἀνάγκη, στοὺς φτωχούς, τοὺς ἀσθενεῖς, τοὺς ταλαιπωρημένους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου