ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Παρασκευή, 6 Νοεμβρίου 2015

ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ΄ ΛΟΥΚΑ

(Λκ. 8, 41-56)

Σύμφωνα μὲ τὴ διδασκαλία τοῦ ἀποστόλου Παύλου, ἡ ζω­ὴ τοῦ χρι­στια­νοῦ ἀποτελεῖ πρᾶγ­μα πα­ρά­δο­ξο: «Χρι­στῷ συ­νε­σταύ­ρω­μαι», γράφει, «ζῶ δὲ οὐ­κέ­τι ἐ­γώ, ζῇ δὲ ἐν ἐ­μοὶ Χρι­στός». Χαρακτηριστικὸ τοῦ χριστιανοῦ εἶναι ἡ διὰ τοῦ βαπτίσματος πνευματικὴ γέννηση. Χαρακτηριστικὸ αὐτῆς τῆς γέννησης εἶναι τὸ νὰ ζεῖ κανεὶς μὲ ἀγάπη καὶ ταπείνωση.


Αὐ­τὸ ἀκριβῶς διαπιστώνουμε καὶ στὸ ση­με­ρι­νὸ εὐ­αγ­γε­λι­κὸ ἀ­νά­γνω­σμα. Ὁ ἴ­διος ὁ Χρι­στός, ὁ ὁ­ποῖ­ος, κα­θὸ νέ­ος Ἀ­δὰμ καὶ πρό­τυ­πο καὶ πα­ρά­δειγ­μα τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τας, προ­σφέ­ρει καὶ τὸ μέ­τρο ποὺ ὀ­φεί­λου­με νὰ τη­ροῦ­με, ὥ­στε νὰ δι­και­ο­λο­γεῖ­ται καὶ ἡ προ­σω­νυ­μί­α τοῦ χρι­στια­νοῦ στὸ πρό­σω­πό μας. Ὁ Χρι­στός, με­τὰ τὸ θαῦ­μα τῆς θε­ρα­πεί­ας τοῦ δαι­μο­νι­σμέ­νου στὴ χώ­ρα τῶν Γα­δα­ρη­νῶν, πο­ρευ­ό­ταν στὸ σπί­τι τοῦ ἀρ­χι­συ­νά­γω­γου Ἰ­ά­ει­ρου, ὥ­στε νὰ θε­ρα­πεύ­σει τὴ δω­δε­κά­χρο­νη ἑ­τοι­μο­θά­να­τη θυ­γα­τέ­ρα του. Ἐ­νῷ βρι­σκό­ταν καθ᾽ ὁ­δὸν ἀ­κο­λου­θού­με­νος ἀ­πὸ πλή­θη ἀν­θρώ­πων, τὰ ὁ­ποῖ­α «συ­νέ­πνι­γον αὐ­τόν», κά­ποια γυ­ναί­κα, ἡ ὁ­ποί­α ὑ­πέ­φε­ρε ἀ­πὸ αἱ­μορ­ρα­γί­α γιὰ δώ­δε­κα χρό­νι­α, κα­τά­φε­ρε νὰ τὸν πλη­σι­ά­σει καὶ δι­α­κρι­τι­κὰ νὰ ἀγ­γί­ξει τὴν ἄ­κρη τῶν ἐν­δυ­μά­των του. Ἡ γυ­νὴ βέ­βαι­α θε­ρα­πεύ­τη­κε: «καὶ πα­ρα­χρῆ­μα ἔ­στη ἡ ρύ­σις τοῦ αἵ­μα­τος αὐ­τῆς», ὅ­μως, ἡ ἐ­νέρ­γει­ά της δὲν δι­έ­λα­θε τῆς προ­σο­χῆς τοῦ Κυ­ρί­ου, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐ­ρώ­τη­σε ποιὸς τὸν εἶ­χε ἀγ­γί­ξει.

Τὸ ἐ­ρώ­τη­μα τοῦ Χρι­στοῦ ξε­νί­ζει κά­πως. Ἀ­φοῦ αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ πάν­των Κύ­ρι­ος, γνώ­στης ἀ­κό­μα καὶ τῶν μύ­χι­ων λο­γι­σμῶν τῶν πλα­σμά­των του, για­τί κά­νει αὐ­τὴ τὴν ἐ­ρώ­τη­ση; Ἕ­νας λό­γος ἦ­ταν γιὰ νὰ πυ­ρο­δο­τή­σει τὴν ὁ­μο­λο­γί­α τῆς πί­στης τῆς γυ­ναί­κας πρὸς τὸ πρόσωπό του. Προ­φα­νῶς, ὅ­μως, καὶ δι­ό­τι ἤ­θε­λε νὰ δι­δά­ξει καὶ νὰ πα­ρα­δειγ­μα­τί­σει ὅ­λους τοὺς ὑ­πό­λοι­πους. Καὶ ὁ συγ­κε­κρι­μέ­νος πα­ρα­δειγ­μα­τι­σμὸς θὰ προ­έ­κυ­πτε ἀ­πὸ τὴ δι­κή του τα­πεί­νω­ση. Με­τὰ τὴν ἐ­ρώ­τη­ση, καὶ ἀ­φοῦ κα­νέ­νας δὲν πα­ρα­δε­χό­ταν ὅ­τι τὸν ἄγ­γι­ξε, ὁ Πέ­τρος «καὶ οἱ σὺν αὐ­τῷ», μὲ πολ­λὴ ὁρ­μη­τι­κό­τη­τα καὶ κα­θό­λου δι­ά­κρι­ση, τοῦ εἶ­παν: «ἐ­πι­στά­τα, οἱ ὄ­χλοι συ­νέ­χου­σί σε καὶ ἀ­πο­θλί­βου­σι, καὶ λέ­γεις τίς ὁ ἁ­ψά­με­νός μου;». Μὲ ἄλ­λα λό­γι­α, τοῦ ἐ­πι­σή­μα­ναν τὸ ἄ­το­πο τῆς ἐ­ρώ­τη­σής του: «τό­σος κό­σμος σὲ πε­ρι­βάλ­λει ἀ­σφυ­κτι­κὰ καὶ ὁ ἕ­νας σπρώ­χνει τὸν ἄλ­λο καὶ σὲ πι­έ­ζουν καὶ σὲ ἀγ­γί­ζουν ἀ­πὸ παν­τοῦ καὶ ἐ­σὺ ρω­τᾶς ποιὸς σὲ ἄγ­γι­ξε; Λί­γο πα­ρά­ξε­νο τὸ ἐ­ρώ­τη­μά σου!».

Ὄν­τως πα­ρά­ξε­νο -ἐκ πρώ­της ὄ­ψε­ως- τὸ ἐ­ρώ­τη­μα τοῦ Χρι­στοῦ. Πα­ρό­λα αὐ­τά, ὅ­μως, ἦ­ταν ὁ δι­δά­σκα­λος τῶν δώ­δε­κα. Ἦ­ταν δη­λα­δὴ ἕ­να πρό­σω­πο ποὺ θὰ ἔ­πρε­πε -του­λά­χι­στον οἱ ἴ­διοι οἱ μα­θη­τές του- νὰ τὸ βλέ­πουν μὲ πε­ρισ­σό­τε­ρο σε­βα­σμὸ καὶ νὰ σι­ω­ποῦν, ἀ­φή­νον­τας ἀ­σχο­λί­α­στες τὶς ἐ­νέρ­γει­ες καὶ τοὺς λό­γους του. Ὅ­μως, δὲν τὸ ἔ­κα­ναν. Ἔ­δει­ξαν ὁρ­μη­τι­κό­τη­τα καί, κα­τὰ κά­ποιο τρό­πο, ἀ­σέ­βει­α στὸ πρό­σω­πο τοῦ δι­δα­σκά­λου τους. Πῶς, ὅ­μως, ὁ Κύ­ρι­ος ἀν­τέ­δρα­σε; Τοὺς ἐπιτίμησε; Τοὺς θύ­μω­σε; Πλη­γώ­θη­κε ὁ ἴ­διος; Δυ­σα­να­σχέ­τη­σε; Τὸ πῆ­ρε κα­τά­καρ­δα, θε­ω­ρών­τας ὅ­τι οἱ μα­θη­τὲς δὲν τὸν σέ­βον­ται; Κά­θε ἄλ­λο! Χω­ρὶς ἀλ­λα­γὴ τοῦ ἐ­σω­τε­ρι­κοῦ του κό­σμου καὶ χω­ρὶς ἀ­να­στά­τω­ση, ἁ­πλὰ τοὺς δι­ευ­κρί­νι­σε τί ἐν­νο­οῦ­σε.

Αὐ­τὸ ἀ­κρι­βῶς εἶ­ναι ἡ τα­πεί­νω­ση. Τὸ νὰ μὴν με­τρᾶ κα­νεὶς τὸν ἑ­αυ­τό του καὶ νὰ δέ­χε­ται καὶ ἀρ­νη­τι­κὰ σχό­λι­α καὶ χα­ρα­κτη­ρι­σμούς, ἀλ­λὰ καὶ ἀμ­φι­σβη­τή­σεις τῆς γνώσης καὶ τῶν ἀποφάσεών του καὶ κρι­τι­κὴ τῆς στά­σης του καὶ πα­ρό­λα αὐ­τὰ νὰ μὴν ἀν­τι­δρᾶ, νὰ μὴν βρί­ζει καὶ νὰ μὴν δυ­σα­να­σχε­τεῖ, θε­ω­ρών­τας ὅ­τι τὸν ἐ­ξευ­τε­λί­ζουν.

Δυ­στυ­χῶς ἡ ση­με­ρι­νὴ ἐ­πο­χὴ δι­α­κρί­νε­ται ἀ­κρι­βῶς γιὰ τὸ ἀν­τί­θε­το. Οἱ ἄν­θρω­ποι δὲν ση­κώ­νουν μύ­γα στὸ σπα­θί τους, δὲν δέ­χον­ται κου­βέν­τα ἀ­πὸ κα­νέ­να, δὲν ἀ­νέ­χον­ται ἔστω καὶ καλόπιστη κρι­τι­κὴ σὲ ὅ,­τι κά­νουν καὶ λέ­νε. Ἡ προ­βο­λὴ τοῦ ἑ­αυ­τοῦ καὶ ἡ ἀ­νά­δει­ξη τοῦ προ­σω­πι­κοῦ ἀ­λά­θη­του ἔ­χουν κα­θι­ε­ρω­θεῖ ὡς τὰ ἰ­δε­ώ­δη τῆς ἐ­πο­χῆς. Ὁ κά­θε ἕ­νας εἶ­ναι μι­κρὸς ἀ­λάν­θα­στος θε­ὸς καὶ ἀλλοίμονο σὲ αὐ­τὸν ποὺ θὰ τὸν ἐ­λέγ­ξει! Καὶ ἔ­τσι πο­ρεύονται οἱ ἄνθρωποι στὴ ζω­ή τους, μὲ ἐ­γω­ϊσμὸ καὶ αὐ­τάρ­κει­α, χω­ρὶς νὰ θεωροῦν ὅτι χρειάζονται τὴ συμ­βου­λὴ τῶν ἁ­γί­ων καὶ τῶν πνευ­μα­τι­κῶν ἀν­θρώ­πων.

Ἡ ζωὴ τοῦ χριστιανοῦ ὅμως δὲν πρέπει νὰ εἶναι τέτοια. Ἂς προσπαθήσουμε λοιπὸν ὡς χριστιανοὶ ποὺ εἴμαστε νὰ ἐπιλέξουμε τὴ θεάρεστη ταπείνωση. Νὰ ζήσουμε δηλαδὴ ὅπως ἁρμόζει στοὺς πιστοὺς ἀνθρώπους, μιμούμενοι τὸν δεσπότη Χριστό, τὸν ταπεινό, τὸν φιλάνθρωπο καὶ ἐλεήμονα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου