ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Σάββατο, 5 Δεκεμβρίου 2015

ΚΥΡΙΑΚΗ Ι΄ ΛΟΥΚΑ 6-12-2015

Ενῷ ὁ Κύ­ρι­ος δί­δα­σκε ἐν ἡ­μέ­ρᾳ Σαβ­βά­του σὲ μί­α Συ­να­γω­γή, ἐμ­φα­νί­στη­κε μί­α ὄν­τως τα­λαί­πω­ρη γυ­ναί­κα, ἡ ὁ­ποί­α γιὰ δε­κα­ο­κτὼ χρό­νι­α καὶ ἀ­πὸ συ­νερ­γί­α τοῦ Σα­τα­νᾶ, βρι­σκό­ταν σὲ μί­α ἄ­θλι­α καὶ ἐ­λε­ει­νὴ κα­τά­στα­ση. Ἦ­ταν συγ­κύ­πτου­σα, δη­λα­δὴ συ­νε­χῶς σκυ­φτή, ἀ­δυ­να­τῶν­τας νὰ ση­κώ­σει πρὸς τὰ ἄ­νω τὸ κε­φά­λι της. Ὁ φι­λάν­θρω­πος Κύ­ρι­ος τὴ λυ­πή­θη­κε καὶ ἀ­φοῦ τὴν προ­σέγ­γι­σε, ἔ­βα­λε πά­νω της τὰ χέ­ρια του, καὶ αὐ­τὴ ἀμέσως ἔ­γι­νε κα­λά. Τό­τε, τό­σο ἡ πρώ­ην τα­λαί­πω­ρη γυ­ναί­κα, ὅ­σο καὶ ὁ παριστάμενος λα­ός, ποὺ εἶ­δε τὸ θαῦ­μα, δό­ξα­σαν τὸν Θε­ό.

Ὁ ἀρ­χι­συ­νά­γω­γος, ὅ­μως, με­τὰ τὴ θε­ρα­πεί­α τῆς συγ­κύ­πτου­σας ἀ­πὸ τὸν Κύ­ρι­ο, ἀν­τέ­δρα­σε, ἐ­πι­κα­λού­με­νος τὴν τή­ρη­ση τῆς ἀρ­γί­ας τοῦ Σαβ­βά­του. Μὲ ἀ­γα­νά­κτη­ση εἶ­πε στοὺς πα­ρευ­ρι­σκο­μέ­νους νὰ μὴν προ­σέρ­χον­ται πρὸς θε­ρα­πεί­α τὸ Σάβ­βα­το, ἀλ­λὰ τὶς ὑ­πό­λοι­πες ἕξι ἡ­μέ­ρες τῆς ἑ­βδο­μά­δας: «ἓξ ἡ­μέ­ραι εἰ­σίν, ἐν αἷς δεῖ ἐρ­γά­ζε­σθαι˙ ἐν ταύ­ταις οὖν ἐρ­χό­με­νοι θε­ρα­πεύ­ε­σθαι, καὶ μὴ τῇ ἡ­μέ­ρᾳ τοῦ Σαβ­βά­του». Αὐτό τὸ ἔ­κα­νε ὄ­χι ἐ­ξαι­τί­ας τοῦ ζή­λου ποὺ εἶ­χε γιὰ τὸν πα­τρῶ­ο Νό­μο, ἀλ­λὰ δι­ό­τι ἦ­ταν ἕ­νας ὑ­πο­κρι­τής, πλή­ρης φθό­νου.
Ὁ φθό­νος εἶ­ναι ἕ­να ζοφερό πνευματικό νό­ση­μα, εἶ­ναι πάν­το­τε καὶ δι­α­χρο­νι­κὰ τέ­κνο τῆς κα­κό­τη­τας τοῦ Σα­τα­νᾶ καὶ ἀν­τι­μά­χε­ται καὶ ἀμ­φι­σβη­τεῖ τό­σο τὸν ἴ­διο τὸν Θε­ό, ὅ­σο καὶ τὰ ἔρ­γα του. Ὅ­ταν ἐμ­φα­νι­στεῖ στὴν ψυ­χή, τὴν τυ­φλώ­νει καὶ τὴν ἐ­ξα­σθε­νεῖ, ὅ­πως ἡ σκου­ριὰ τὸν σί­δη­ρο, καὶ κά­νει τὸν ἄν­θρω­πο νὰ μὴν μπο­ρεῖ νὰ ἐ­νερ­γή­σει λο­γι­κὰ καὶ νὰ μὴν βλέ­πει καὶ νὰ σκέφτεται τί­πο­τε ἄλ­λο πα­ρὰ μό­νο τί κα­κὸ νὰ πεῖ καὶ νὰ κά­νει. Σύμφωνα μὲ ὅσα λέ­ει ὁ Μ. Βα­σί­λει­ος ὁ φθό­νος προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὴ ζή­λει­α, γεν­νᾶ τὸ μῖσος καὶ με­τα­φρά­ζε­ται σὲ λύ­πη γιὰ τὴν εὐ­τυ­χί­α τοῦ ἄλ­λου. Ἔ­τσι ἐκ­δι­ώ­κε­ται ἡ ἀ­γά­πη καὶ ὁ ἄν­θρω­πος ἀν­τι­με­τω­πί­ζει τοὺς πάν­τες, ἀ­κό­μα καὶ τοὺς εὐ­ερ­γέ­τες του, ὡς ἐ­χθρούς. Ὁ φθο­νε­ρὸς λυ­πᾶ­ται γιὰ τὰ κα­λὰ γιὰ τὶς ἀ­ρε­τὲς καὶ τὴν εὐ­τυ­χί­α τοῦ πλη­σί­ον, ὑ­πο­φέ­ρει γιὰ τὶς ὅ­ποιες ἐ­πι­τυ­χί­ες ἔ­χει ὁ συ­νάν­θρω­πός του. Στε­νοχω­ρι­έ­ται καὶ πλη­γώ­νε­ται ἀ­πὸ ὅ­λους. Ἔ­χει κά­ποιος κα­λὴ ὑ­γεί­α; Αὐ­τὸ πλη­γώ­νει τὸν φθο­νε­ρό. Εἶ­ναι κά­ποιος πι­ὸ ὡ­ραῖ­ος καὶ πι­ὸ ὄ­μορ­φος; Εἶ­ναι πλού­σι­ος, ἔ­χει κοι­νω­νι­κὴ ἐ­πι­φά­νει­α; Αὐτά εἶ­ναι πλη­γὲς καὶ τραύ­μα­τα στὴν ψυ­χὴ τοῦ φθονεροῦ. Τὸ μό­νο ποὺ ἀ­να­κου­φί­ζει τὸν φθο­νε­ρὸ εἶ­ναι ἡ δυ­στυ­χί­α τοῦ συ­ναν­θρώ­που του, τὸν ὁ­ποῖ­ο φθο­νεῖ. Ὅ­ταν λοι­πὸν κά­ποιος χαί­ρε­ται, κατὰ τὸν Μ. Βασίλειο, ὁ φθονερὸς δὲν χαί­ρε­ται μα­ζί του, ὅ­ταν, ὅ­μως, ὑ­πο­φέρει τό­τε συμ­πά­σχει μα­ζί του καὶ τὸν εὐ­σπλα­χνί­ζε­ται γιὰ αὐ­τὸ ποὺ ἔ­πα­θε. Χα­ρὰ τοῦ φθο­νε­ροῦ λοι­πὸν εἶ­ναι νὰ δεῖ, τὸν ἐ­πι­τυ­χη­μέ­νο νὰ ἐκ­πί­πτει σὲ ἐ­λε­ει­νό, τὸν εὐ­τυ­χι­σμέ­νο ἄν­θρω­πο νὰ γί­νε­ται δυ­στυ­χὴς καὶ τὸν χα­ρού­με­νο νὰ δα­κρύζ­ει καὶ νὰ πεν­θεῖ. Ἡ κα­τά­στα­ση τοῦ φθό­νου εἶ­ναι ἐ­ναν­τί­ω­ση στὸν Θε­ὸ τῆς ἀ­γά­πης, σὲ αὐ­τὸν ποὺ μᾶς ἔ­δω­σε τὴν ἐν­το­λὴ νὰ ἀ­γα­πᾶ­με ὄ­χι μό­νο ὅ­σους -γιὰ ὁποι­ον­δή­πο­τε λό­γο- μᾶς ἐ­πη­ρε­ά­ζουν καὶ μᾶς ἐ­νο­χλοῦν, ἀλ­λὰ ἀ­κό­μα καὶ τοὺς ἐ­χθρούς μας. Ἀντ᾽ αὐ­τοῦ ὁ φθονερός, ὄ­χι μό­νο τοὺς ἐ­χθρούς του δὲν ἀ­γα­πᾶ, ἀλ­λὰ ἀ­κό­μα καὶ τοὺς φί­λους καὶ ἀ­δελ­φοὺς καὶ εὐ­ερ­γέ­τες του φθο­νεῖ καὶ ἐ­πι­βου­λεύ­εται γιὰ τὴν εὐ­τυ­χί­α ἢ τὴν ἐ­πι­τυ­χί­α τους. Ὁ φθο­νε­ρὸς ἄν­θρω­πος ἔ­χει ἔλ­λειμ­μα ἀ­γά­πης καὶ ἄ­ρα μέ­νει ἐ­κτὸς τῆς ὄν­τως ἀ­γά­πης τοῦ Χρι­στοῦ. Στὴ Βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ δὲν πᾶ­νε ὅ­σοι μι­σοῦν καὶ φθο­νοῦν τὸν ἄλ­λο, ἀλ­λὰ αὐ­τοὶ ποὺ ἀ­γα­ποῦν καὶ χαί­ρον­ται γιὰ τὸ κα­λό, τὸ ἀ­γα­θὸ καὶ τὴ δό­ξα τοῦ συ­ναν­θρώ­που τους. Ἂς μὴν λη­σμο­νοῦ­με πὼς ὁ θά­να­τος γιὰ ἐ­μᾶς τοὺς ἀν­θρώ­πους ἐκ­πή­γα­σε -­σὰν ἀ­πὸ πη­γή- ἀ­πὸ τὸν φθό­νο τοῦ δια­βό­λου, καθὼς ἐ­πί­σης ἡ ἔκ­πτω­ση ἀ­πὸ τὰ πνευ­μα­τι­κὰ ἀ­γα­θὰ καὶ ἡ ἀ­πο­ξέ­νω­ση ἀ­πὸ τὸν Θε­ό. Ἄ­ρα ἐ­φό­σον πο­θοῦ­με τὴ Βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ ἂς ἀ­κού­σου­με τὸν Ἀ­πό­στο­λο Παῦ­λο, ὁ ὁ­ποῖ­ος μᾶς συμ­βου­λεύ­ει: «μὴ γι­νώ­με­θα κε­νό­δο­ξοι, ἀλ­λή­λους προ­κα­λού­με­νοι, ἀλ­λή­λοις φθο­νοῦν­τες», καὶ ταυ­τό­χρο­να μᾶς ζη­τᾶ νὰ γί­νου­με «ἀλ­λή­λους χρη­στοί, εὔ­σπλα­χνοι», συγ­χω­ροῦν­τες ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λο «κα­θὼς καὶ ὁ Θε­ὸς ἐν Χρι­στῷ ἐ­χα­ρί­σα­το ἡ­μῖν».
Ὁ φθόνος λοιπὸν παραλογίζει καὶ ἐξευτελίζει τὸν ἄνθρωπο. Εἶναι μία ἀσθένεια ποὺ ὅταν μᾶς κυριεύσει, μᾶς κάνει ἀνεξέλεγκτους. Κάποτε ὁδηγεῖ καὶ σὲ πράξεις ἀποτρόπαιες καὶ ἐγκληματικές. Πάντοτε ὅμως ἀναστατώνει καὶ συχνὰ διαλύει τὶς ἀνθρώπινες σχέσεις. Γίνεται τεῖχος ἀκόμη κι ἀνάμεσα σὲ συγγενεῖς. Διαλύει οἰκογένειες, φιλίες, καταστρέφει ψυχές. Γι’αὐτό ὅταν βλέπουμε μέσα στὴν ψυχή μας τὸ παραμικρὸ ἴχνος ζήλειας, μὴν τὸ ἀφήνουμε νὰ ἐξελιχθεῖ. Ἀλλὰ νὰ προστρέχουμε στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ τὸ καταπολεμήσουμε ἀμέσως, πρὶν νὰ εἶναι πολὺ ἀργά. Ἀμήν.-

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου