ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Σάββατο, 26 Δεκεμβρίου 2015

ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΙΝ

(Μθ. 2, 13-23)

Ὅ­λα ὅ­σα ἀ­φο­ροῦν τὸν Δε­σπό­τη Χρι­στὸ εἶ­ναι θαυ­μα­στὰ καὶ πα­ρά­δο­ξα καὶ κα­τα­δει­κνύ­ουν τὴν ἰ­σχύ του. Μὲ μό­νο τὸν λό­γο καὶ τὴ θέ­λη­σή του δη­μι­ούρ­γη­σε τὰ πάν­τα ἐκ τοῦ μὴ ὄν­τος, τὸν οὐ­ρα­νὸ καὶ τὴ γῆ καὶ ὅ­λα ὅ­σα πε­ρι­έ­χον­ται στὴ συμ­παν­τι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Ἀ­πὸ τοὺς φω­τό­μορ­φους ἀγ­γέ­λους, τὶς ἄ­υλες πνευ­μα­τι­κὲς δυ­νά­μεις, τὸν ἐν­τυ­πω­σι­α­κὸ ὑ­λι­κὸ κό­σμο τῶν πλα­νη­τῶν καὶ τῶν ἀ­στέ­ρων, τὸν κατ’ εἰ­κό­να καὶ καθ’ ὁ­μοί­ω­σιν αὐ­τοῦ ἄν­θρω­πο, τὰ πλή­θη τῶν πε­τει­νῶν, τῶν ἐ­να­λί­ων καὶ τῶν χερ­σαί­ων πλα­σμά­των, μέ­χρι τὰ τα­πει­νὰ καὶ ἐ­φή­με­ρα ἄν­θη, τὰ πάν­τα λαμ­βά­νουν τὸ εἶ­ναι τους καὶ δι­α­κρα­τοῦν­ται στὴν ὕ­παρ­ξη, χά­ρη στὴ δύ­να­μη καὶ σο­φί­α τοῦ Κτί­στη. Ὅ­λα τοῦ­τα δὲν κά­νουν τί­πο­τε ἄλ­λο ἀ­πὸ τοῦ νὰ δι­α­λα­λοῦν τὴν ἰ­σχὺ καὶ τὸ με­γα­λεῖ­ο του Θε­οῦ.


Τὸ πλέ­ον θαυ­μα­στὸ ὅ­μως, τὸ ἄ­γνω­στο καὶ κε­κρυμ­μέ­νο μυ­στή­ρι­ο μυ­στη­ρί­ων, εἶ­ναι ἡ Ἐ­ναν­θρώ­πη­ση τοῦ ἴ­διου τοῦ Θε­οῦ. Αὐ­τὴ εἶ­ναι πα­ρά­δο­ξη δι­ό­τι συν­τε­λεῖ­ται μὲ τέ­τοιο τρό­πο ποὺ οἱ νό­μοι τῆς φύ­σε­ως νι­κῶν­ται. Ὁ Λό­γος τοῦ Θε­οῦ συλ­λαμ­βά­νε­ται στὴν ἄ­σπι­λη καὶ παρ­θε­νι­κὴ γα­στέ­ρα τῆς Πα­να­γί­ας, τὴν ὁ­ποί­α τὸ Ἅ­γι­ο Πνεῦ­μα πλάτ­τει σὲ να­ὸ τοῦ Ὑ­ψί­στου Θε­οῦ. Ἡ τα­πει­νὴ κό­ρη Μα­ρι­ὰμ γί­νε­ται μη­τέ­ρα τοῦ Υἱ­οῦ τοῦ Θε­οῦ καὶ ἡ παρ­θε­νί­α της φυ­λάτ­τε­ται καὶ ἡ ἀ­φθαρ­σί­α της οὐ­δό­λως πα­ρα­βλά­πτε­ται. Ἡ ἀ­λό­χευ­τος γα­στὴρ της τί­κτει χω­ρὶς νὰ προ­η­γη­θεῖ μί­ξη μετ’ ἀν­δρός. Ὁ Θε­ὸς τα­πει­νώ­νε­ται, κε­νώ­νον­τας τὸν ἑ­αυ­τό του καὶ οἰ­κο­νο­μῶν­τας τὸ μυ­στή­ρι­ο τῆς σω­τη­ρί­ας τῶν ἀν­θρώ­πων. Ἡ Ἐ­ναν­θρώ­πη­ση εἶ­ναι ἡ γέν­νη­ση τοῦ Υἱ­οῦ τοῦ Θε­οῦ ἐκ παρ­θέ­νου καὶ ἡ ἐ­πι­δη­μί­α του ἐ­πὶ τῆς γῆς. Ὁ ὑ­περ­φυ­ὴς τό­κος, ὁ ὁ­ποῖ­ος πα­ρα­μέ­νει ἀ­νερ­μή­νευ­το μυ­στή­ρι­ο, δὲν ἐ­λάτ­τω­σε τὴ θε­ό­τη­τα τοῦ Χρι­στοῦ οὔ­τε καὶ ἀλ­λοί­ω­σε τὴν ἄ­κτι­στό του φύ­ση οὔ­τε μεί­ω­σε τὴ θε­ϊ­κή του δύ­να­μη οὔ­τε χώ­ρι­σε τὸν Υἱ­ὸ ἀ­πὸ τὴν ὑ­πό­λοι­πη Τρι­ά­δα. Ἀντ’ αὐ­τοῦ ὅ­μως ἡ γέν­νη­ση σχη­μά­τι­σε σὲ κτι­στὴ μορ­φὴ τὸν κτί­στη τῶν ἁ­πάν­των καὶ ἡ σάρ­κω­ση εἶ­χε ὡς ἀ­πο­τέ­λε­σμα ὁ κό­σμος νὰ χω­ρέ­σει τὸν ἀ­χώ­ρη­το. Ὁ ἄ­ναρ­χος ἄρ­χε­ται, χω­ρὶς ἡ Τρι­ά­δα νὰ ὑ­πο­στεῖ ἀλ­λοί­ω­ση. Ὁ Υἱ­ὸς ἑ­νώ­νε­ται ἀ­σύγ­χυ­τα μὲ τὴν ἀν­θρώ­πι­νη σάρ­κα καὶ πα­ρα­μέ­νον­τας Υἱ­ὸς τοῦ Θε­οῦ γί­νε­ται καὶ υἱ­ὸς τοῦ ἀν­θρώ­που. Ὁ Ἐ­ναν­θρω­πή­σας Θε­ὸς γί­νε­ται κα­τὰ πάν­τα ὅ­μοι­ος μὲ ἐ­μᾶς, πλὴν ἁ­μαρ­τί­ας, γιὰ νὰ λύ­σει τὴν κα­τά­ρα καὶ νὰ μᾶς ἐ­λευ­θε­ρώ­σει ἀ­πὸ τὴν ἁ­μαρ­τί­α καὶ τὸν θά­να­το. Ὁ σαρ­κω­θεὶς Θε­ὸς νέ­κρω­σε τὸν θά­να­το δι­ὰ τοῦ τά­φου του καὶ προ­σέ­φε­ρε στὴν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση δό­ξα μέ­σα ἀ­πὸ τὴ δι­κή του ἀ­τι­μί­α.

Ὁ Δε­σπό­της Χρι­στὸς ἀ­πο­τε­λεῖ τὸν δεύ­τε­ρο Ἀ­δάμ, δι­ό­τι καὶ ὁ πρῶ­τος Ἀ­δὰμ ἦ­ταν τύ­πος, κα­τὰ σάρ­κα, τοῦ Χρι­στοῦ. Ὁ δοῦ­λος, δη­λα­δὴ ὁ Ἀ­δάμ, ἦ­ταν ἀρ­χὴ τῆς ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σης, ὁ Δε­σπό­της ἀρ­χὴ τῆς ἀ­τε­λεύ­τη­της ζω­ῆς. Τὸν Ἀ­δὰμ πλα­στούρ­γη­σαν οἱ χεῖ­ρες τοῦ Θε­οῦ, ὁ Υἱ­ὸς σαρ­κώ­θη­κε μὲ τὸν τρό­πο ποὺ μό­νο αὐ­τὸς γνω­ρί­ζει. Ὁ Ἀ­δὰμ ἔ­γι­νε κατ’ εἰ­κό­να Θε­οῦ, ἐ­νῷ ὁ Χρι­στὸς εἶ­ναι ἡ ἄ­κτι­στη εἰ­κό­να τοῦ Θε­οῦ. Ὁ Ἀ­δὰμ ἐμ­ψυ­χώ­θη­κε δι­ὰ τοῦ θεί­ου ἐμ­φυ­σή­μα­τος, ὁ Δε­σπό­της ἐμ­φα­νί­στη­κε ὑ­πὸ μορ­φὴ δού­λου. Ὁ Ἀ­δὰμ εἶ­χε ὡς ἐν­δι­αί­τη­μα τὸν πα­ρά­δει­σο καὶ ὁ Δε­σπό­της τὸν οὐ­ρα­νὸ ὡς θρό­νο. Ὁ Ἀ­δὰμ ἦ­ταν ἡ κο­ρω­νί­δα τῆς κτί­σε­ως, ὅ­μως ὁ Χρι­στὸς εἶ­ναι ἡ κε­φα­λὴ τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Ὁ Ἀ­δὰμ πῆ­ρε καὶ ἔ­φα­γε ἀ­πὸ τὸν ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­νο καρ­πὸ καὶ εἰ­σή­γα­γε στὸν κό­σμο τὸν θά­να­το. Ὁ Δε­σπό­της Χρι­στὸς ἅ­πλω­σε τὰ χέ­ρια του στὸν Σταυ­ρὸ καὶ λύ­τρω­σε τὸν κό­σμο. Ὁ Ἀ­δὰμ πα­ρα­κού­ον­τας τὴν ἐν­το­λὴ τοῦ Θε­οῦ ἐκ­πί­πτει τῆς δό­ξας τοῦ πα­ρα­δεί­σου, πα­ρα­σύ­ρον­τας στὴ φθο­ρὰ ὅ­λο τὸ ἀν­θρώ­πι­νο γέ­νος. Ὁ Ἐ­ναν­θρω­πή­σας Υἱ­ός, ὑ­πα­κού­ον­τας στὸν Πα­τέ­ρα, γί­νε­ται τὸ ἀρ­χέ­τυ­πο καὶ ἡ νέ­α μή­τρα τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τας γιὰ τὴν και­νὴ ζω­ὴ καὶ τὴν ἐ­πα­να­γω­γὴ τῶν πάν­των στὴν ἀρ­χι­κή τους δό­ξα.

Ὁ Δε­σπό­της Χρι­στὸς ἐξ οὐ­ρα­νῶν ἐ­πε­δή­μη­σε στὴ γῆ καὶ σαρ­κω­θεὶς ἐξ ἀ­πει­ράν­δρου κό­ρης προ­σέ­φε­ρε στὸν κό­σμο τὴ σω­τη­ρί­α. Τοῦ­το εἶ­ναι ἀ­φορ­μὴ πα­νη­γύ­ρε­ως. Τοῦ­το ἀ­πο­τε­λεῖ τὴν ὀμορφιὰ τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, τοῦ­το φαι­δρύ­νει τὴ ζω­ή μας, τοῦ­το με­τα­βάλ­λει τὸ λυ­πη­ρὸ τῆς ἐ­πι­μό­χθου ζω­ῆς εἰς ἡ­δο­νὴ ἄ­φα­το. Τοῦ­το ση­μαί­νει τὴν ἀ­να­το­λὴ τῆς ζω­ῆς, τοῦ­το εἶ­ναι χα­ρᾶς πνευ­μα­τι­κῆς γε­ώρ­γι­ο. Τέ­τοιες ὀ­φεί­λουν νὰ εἶ­ναι οἱ δι­κές μας, οἱ χρι­στια­νι­κὲς πα­νη­γύ­ρεις, θεῖ­ες καὶ πα­ρά­δο­ξες. Τοι­ου­το­τρό­πως γί­νον­ται ὄν­τως πη­γὲς καὶ θη­σαυ­ροὶ σω­τη­ρί­ας. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου