ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2017

ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΑ ΦΩΤΑ

(Μθ. 4, 12-17)

Τὸ ἁ­μάρ­τη­μα τῶν προ­πα­τό­ρων Ἀ­δὰμ καὶ Εὔας κλη­ρο­δό­τη­σε στὴν ἀν­θρω­πί­νη φύ­ση τὴ ρο­πὴ πρὸς τὸ κα­κό. Ἔ­τσι εἶ­ναι εὔ­κο­λη ἡ δι­ο­λί­σθη­ση καὶ ἡ πτώ­ση στὴν ἁ­μαρ­τί­α. Ἄλ­λο τό­σο εὔ­κο­λη ὅ­μως εἶ­ναι καὶ ἡ ἐ­πα­νόρ­θω­ση καὶ ἡ ἀ­πο­κά­θαρ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που δι­ὰ τῆς με­τα­νοί­ας. Γι᾽ αὐ­τὸ καὶ ὁ Χρι­στὸς ἄρ­χι­σε τὸ κή­ρυγ­μά του ὄ­χι κα­τα­δι­κά­ζον­τας τὸν ἁ­μαρ­τω­λό, ἢ ζη­τῶν­τας τὴν ἀ­να­μαρ­τη­σί­α, ἀλ­λὰ προ­σκα­λῶν­τας σὲ με­τά­νοι­α: «Με­τα­νο­εῖ­τε» εἶ­πε, «ἤγ­γι­κε γὰρ ἡ βα­σι­λεί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν».


Ἡ με­τά­νοι­α θε­ρα­πεύ­ει τὰ πα­ρα­πτώ­μα­τα, ἐ­ξα­φα­νί­ζει τὶς πα­ρα­νο­μί­ες, δί­νει παρ­ρη­σί­α μπρο­στὰ στὸν Θε­ό, ἀ­πο­τε­λεῖ ὅ­πλο κα­τὰ τοῦ δια­βό­λου, ἐλ­πί­δα σω­τη­ρί­ας, ἀ­ναί­ρε­ση τῆς ἀ­πελ­πι­σί­ας. Αὐ­τὴ ἀ­νοί­γει στὸν ἄν­θρω­πο τὸν οὐ­ρα­νό. Αὐ­τὴ τὸν ὁ­δη­γεῖ στὸν πα­ρά­δει­σο. Εἶ­ναι λοι­πὸν κα­νεὶς ἁ­μαρ­τω­λός; Ἂς μὴν ἀ­πελ­πί­ζε­ται. Ἀ­κό­μα καὶ ἂν ἁ­μαρ­τά­νει κά­θε μέ­ρα, κά­θε μέ­ρα νὰ με­τα­νο­εῖ. Ἂς κά­νου­με ὅ,­τι ἀ­κρι­βῶς καὶ μὲ τὰ σπί­τια τὰ πα­λιὰ ποὺ εἶ­ναι ἑ­τοι­μόρ­ρο­πα˙ ἀ­φαι­ροῦ­με τὰ πα­λαι­ὰ καὶ σά­πια ὑ­λι­κὰ καὶ τὰ ἀν­τι­κα­θι­στοῦ­με μὲ και­νούρ­για˙ καὶ δὲν λη­σμο­νοῦ­με δι­αρ­κῶς νὰ τὰ πε­ρι­ποι­ού­μα­στε. Ἄρα, ἔ­γι­νε κά­ποιος πα­λαι­ὸς ἀ­πὸ τὴν ἁ­μαρ­τί­α; Ἂς γί­νει πά­λι και­νούρ­γιος μὲ τὴ με­τά­νοι­α. Ὁ ἱ­ε­ρὸς Χρυ­σό­στο­μος μᾶς συμ­βου­λεύ­ει ὡς ἑ­ξῆς: «Ἁ­μάρ­τη­σες; Με­τα­νό­η­σον. Μὴν ἐ­πι­δεί­ξεις ρα­θυ­μί­α ὥ­στε τὸ πά­θος νὰ κα­τα­στεῖ ἀ­νί­α­το. Ὅ­πως τὸ σκό­τος ἐ­ξα­φα­νί­ζε­ται μὲ τὴν ἐμ­φά­νι­ση τοῦ φω­τός, ἔ­τσι καὶ ἡ ἁ­μαρ­τί­α ἀ­φα­νί­ζε­ται, ὅ­ταν ὁ ἄν­θρω­πος ἐ­πι­λέ­ξει τὴ με­τά­νοι­α».

Στὴ με­τά­νοι­α ἂς μὴν ὑ­πάρ­χει ντρο­πή. Ντρο­πὴ νὰ ὑ­πάρ­χει μό­νο ὅ­ταν ἐ­πι­τε­λεῖ­ται ἡ ἁ­μαρ­τί­α. Ὄ­χι τὸ ἀν­τί­θε­το, δη­λα­δὴ στὴν ἁ­μαρ­τί­α παρ­ρη­σί­α, καὶ στὴ με­τά­νοι­α ντρο­πή. Στὴν ὀρθόδοξη ἐκκλησιαστικὴ πα­ρά­δο­ση ἡ ἁ­μαρ­τί­α εἶ­ναι τραῦ­μα, ἡ με­τά­νοι­α φάρ­μα­κο. Ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς γιὰ τὰ σώ­μα­τα ὑ­πάρ­χουν τραύματα καὶ φάρ­μα­κα, τὸ ἴ­διο καὶ γιὰ τὴν ψυ­χή˙ ὑ­πάρ­χουν τὰ ἁ­μαρ­τή­μα­τα καὶ ἡ με­τά­νοι­α. Ἡ ἁ­μαρ­τί­α μέ­σα της ἔ­χει τὴ ντρο­πή, ἡ με­τά­νοι­α ἔ­χει τὸ θάρ­ρος καὶ τὴν παρ­ρη­σί­α. Στὸ τραῦ­μα ὑ­πάρ­χει μό­λυν­ση, ὑ­πάρ­χει ἡ ντρο­πή. Στὴ με­τά­νοι­α ὑ­πάρ­χει παρ­ρη­σί­α˙ αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ φάρ­μα­κο ποὺ κα­θα­ρί­ζει αὐ­τὸ ποὺ ἔ­χει μο­λυν­θεῖ.

Ὁ διά­βο­λος ὅ­μως ἀν­τέ­στρε­ψε τὰ πράγ­μα­τα καὶ τὴ στιγ­μὴ τῆς ἁ­μαρ­τί­ας ἐμ­πο­δί­ζει τὸν ἄν­θρω­πο νὰ αἰ­σθαν­θεῖ ντρο­πή, καὶ τὸν ἀ­φή­νει ἔ­τσι ἐ­κτε­θει­μέ­νο ἀ­πέ­ναν­τι στὴν ἁ­μαρ­τί­α, για­τὶ γνω­ρί­ζει ὅ­τι, ἂν νιώ­σει ὁ ἄν­θρω­πος ντρο­πή, θὰ φύ­γει μα­κρι­ὰ ἀ­πὸ τὴν ἁ­μαρ­τί­α. Τὴ στιγ­μὴ πά­λι τῆς με­τά­νοι­ας κά­νει τὸν ἄν­θρω­πο νὰ αἰ­σθά­νε­ται ντρο­πή, δι­ό­τι γνω­ρί­ζει ὅ­τι αὐ­τὸς ποὺ αἰ­σθά­νε­ται ντρο­πή, δὲν φθά­νει στὴ με­τά­νοι­α. Δι­πλὸ ἄ­ρα εἶ­ναι τὸ κα­κὸ ποὺ κά­νει˙ ἀ­φε­νὸς ἕλ­κει στὴν ἁ­μαρ­τί­α καὶ ἀ­φε­τέ­ρου ἀ­πο­μα­κρύ­νει ἀ­πὸ τὴ με­τά­νοι­α.

Ὁ φι­λάν­θρω­πος Θε­ὸς τὸ μό­νο ποὺ ζη­τᾶ ἀ­πὸ ἐ­μᾶς εἶ­ναι ἡ με­τά­νοι­ά μας, ἡ ὁ­μο­λο­γί­α τοῦ σφάλ­μα­τός μας˙ καὶ τό­τε ὄ­χι μό­νο δὲν τι­μω­ρεῖ, ἀλ­λὰ καὶ μᾶς δι­και­ώ­νει. Καὶ ἂς μὴν πεῖ κα­νεὶς πὼς ἔ­χει πολ­λὲς ἁ­μαρ­τί­ες. Ἡ δύ­να­μη τοῦ Κυ­ρί­ου ἐ­ξα­λεί­φει ὅλα τὰ ἁ­μαρ­τή­μα­τα, δὲν ἀ­φή­νει ση­μά­δι οὔ­τε ἐ­πι­τρέ­πει νὰ πα­ρα­μεί­νει κά­ποιο ἴ­χνος ἐ­πά­νω στὴν ψυ­χή, ἀλ­λὰ μα­ζὶ μὲ τὴν πνευ­μα­τι­κὴ ὑ­γεί­α χα­ρί­ζει καὶ τὴν ὀ­μορ­φιά. Μα­ζὶ μὲ τὴν ἀ­παλ­λα­γὴ ἀ­πὸ τὴν τι­μω­ρί­α δί­νει καὶ τὴ δι­και­ο­σύ­νη καὶ ἐ­κεῖ­νον ποὺ ἁ­μάρ­τη­σε τὸν κα­θι­στᾶ ἴ­σο μὲ αὐ­τὸν ποὺ δὲν ἁ­μάρ­τη­σε. Καὶ τοῦ­το δι­ό­τι ἀ­φαι­ρεῖ τὸ ἁ­μάρ­τη­μα καὶ κά­νει ὄ­χι μό­νο νὰ μὴν ὑ­πάρ­χει πιά, ἀλ­λὰ καὶ νὰ μὴν ἔ­χει ὑ­πάρ­ξει οὔ­τε καὶ στὸ πα­ρελ­θόν. Mὲ αὐ­τὸ τὸν τρό­πο ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὰ τὸ ἐ­ξα­λεί­φει. Δὲν ὑ­πάρ­χει πλέ­ον οὐ­λή, δὲν ὑ­πάρ­χει ση­μά­δι, δὲν ὑ­πάρ­χει ἴ­χνος ποὺ νὰ θυ­μί­ζει τὸ τραῦ­μα, δὲν ὑ­πάρ­χει τὸ πα­ρα­μι­κρὸ ποὺ νὰ φα­νε­ρώ­νει πὼς ὑ­πῆρ­ξε πλη­γή.

Ἔ­χου­με ἑ­πο­μέ­νως στὰ χέ­ρια μας ἕ­να σπου­δαῖ­ο καὶ πανίσχυρο φάρ­μα­κο, τὴ με­τά­νοι­α. Δὲν ὑ­πάρ­χει ἁ­μάρ­τη­μα ποὺ νὰ μπο­ρεῖ νὰ τὴ νι­κή­σει, οὔ­τε πα­ρά­βα­ση τοῦ νό­μου ποὺ νὰ μπο­ρεῖ νὰ ὑ­πε­ρι­σχύ­σει πά­νω ἀπὸ τὴ δι­κή της δύ­να­μη. Ὅ­λα θε­ρα­πεύ­ον­ται ὅ­ταν σκύ­ψου­με τὸ κε­φά­λι καὶ ζη­τή­σου­με συγ­χώ­ρε­ση. Γιὰ τοῦ­το ἂς δο­ξο­λο­γή­σου­με τὸν Κύ­ρι­ο ποὺ μὲ τὴν ἄ­φα­το φι­λαν­θρω­πί­α του δὲν μᾶς ἐγ­κα­τα­λεί­πει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου