ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2017

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ΄ ΛΟΥΚΑ

(Λκ. 17, 12-19)

Ἡ ση­με­ρι­νὴ εὐ­αγ­γε­λι­κὴ πε­ρι­κο­πὴ ὁ­μι­λεῖ γιὰ τὴ θε­ρα­πεί­α τῶν δέ­κα λε­πρῶν ἀ­πὸ τὸν Χρι­στό. Οἱ λε­προὶ συ­νάν­τη­σαν τὸν Κύ­ρι­ο ἐ­νῶ αὐ­τὸς εἰ­σερ­χό­ταν σὲ μί­α κώ­μη καὶ τοῦ ζή­τη­σαν νὰ τοὺς θε­ρα­πεύ­σει. Ὁ Χρι­στὸς ὄν­τως τοὺς θε­ρα­πεύ­ει. Ἀ­πὸ τοὺς θε­ρα­πευ­θέν­τες ὅ­μως μό­νο ἕ­νας ἐ­πι­στρέ­φει γιὰ νὰ εὐ­χα­ρι­στή­σει τὸν Κύ­ρι­ο. Οἱ ὑ­πό­λοι­ποι ἐν­νέ­α μένουν μακρυὰ ἀπὸ τὸν Κύριο καὶ ἀ­πο­δει­κνύ­ον­ται ἀ­γνώ­μο­νες.


Ἡ ἀ­γνω­μο­σύ­νη καὶ ἡ ἀ­χα­ρι­στί­α, λέ­νε οἱ Πα­τέ­ρες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, εἶ­ναι πο­λὺ με­γά­λη ἁ­μαρ­τί­α. Ὁ ἀ­χά­ρι­στος ἄν­θρω­πος ἀ­πο­δει­κνύ­ει ὄ­χι μό­νο τὸν ἐ­γω­ι­σμό του, ἀλ­λὰ καὶ πό­σο ἐ­πι­λή­σμο­νας εἶ­ναι τῶν εὐ­ερ­γε­σι­ῶν τοῦ Θε­οῦ. Ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς ἰ­δι­ό­τη­τα τῆς φω­τιᾶς εἶ­ναι νὰ θερ­μαί­νει καὶ τοῦ ἡ­λί­ου νὰ φω­τί­ζει ἔ­τσι καὶ τοῦ Θε­οῦ ἰ­δι­ό­τη­τα εἶ­ναι νὰ εὐ­ερ­γε­τεῖ. Καὶ εἶ­ναι τό­σες πολ­λὲς οἱ εὐ­ερ­γε­σί­ες του πρὸς τὸν ἄν­θρω­πο ποὺ δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ ἀ­ριθ­μη­θοῦν˙ ὅ­πως ἀ­δυ­να­τοῦ­με νὰ ἀ­ριθ­μή­σου­με τὰ ἄ­στρα τοῦ οὐ­ρα­νοῦ, κα­τὰ τὸν ἴ­διο τρό­πο δὲν μπο­ροῦ­με νὰ ἀ­ριθ­μή­σου­με καὶ τὶς ἄ­πει­ρες εὐ­ερ­γε­σί­ες τοῦ Θε­οῦ στὸν ἄν­θρω­πο. Μᾶς δη­μι­ούρ­γη­σε ἀ­πὸ ἀ­γά­πη καὶ γιὰ νὰ με­τέ­χου­με τῆς ἀ­γά­πης του, μᾶς κα­τέ­στη­σε βα­σι­λιά­δες τῆς κτί­σε­ως, καὶ ὅ­ταν αὐ­το­βού­λως ἀ­πο­μα­κρυν­θή­κα­με ἀ­πὸ αὐ­τὸν δὲν μᾶς ἐγ­κα­τέ­λει­ψε. Δὲν ἔ­πα­ψε νὰ ἐ­πι­τε­χνᾶ­ται τρό­πους γιὰ νὰ μᾶς φέ­ρει ξα­νὰ κον­τά του. Μᾶς ἔ­δω­σε τὸν ἄ­γρα­φο φυ­σι­κὸ νό­μο στὶς καρ­δί­ες μας, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐ­λέγ­χει καὶ κρί­νει τὶς πρά­ξεις μας, μᾶς ἔ­δω­σε ἔ­πει­τα τὸν Νό­μο, τοὺς προ­φῆ­τες, τοὺς πα­τρι­άρ­χες, μᾶς δί­δα­ξε καὶ μᾶς νου­θέ­τη­σε καὶ τέ­λος ἀ­πέ­στει­λε τὸν ἴ­διο τὸν μο­νο­γε­νῆ Υἱ­ό του, «ὑ­πὲρ τῆς τοῦ κό­σμου ζω­ῆς». Ὕ­στε­ρα, ἐ­ξαι­τί­ας τῆς ἴ­διας καὶ με­γά­λης καὶ ἀ­ξι­ο­θαύ­μα­στης αὐ­τῆς φι­λο­τι­μί­ας του, μᾶς χά­ρι­σε τοὺς Ἀ­πο­στό­λους, τοὺς Εὐ­αγ­γε­λι­στές, τὰ χα­ρί­σμα­τα τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, μᾶς ἔ­δω­σε τὴ δω­ρε­ὰ τοῦ βα­πτί­σμα­τος καὶ τὴν ὁ­δὸ τῆς με­τα­νοί­ας, συγ­χω­ρῶν­τας ὅ­λα μας τὰ ἁ­μαρ­τή­μα­τα.

Καὶ ἀ­πὸ ἐ­μᾶς τί ἀ­να­μέ­νει; Ἀ­να­μέ­νει μό­νο τὴν ἀ­να­γνώ­ρι­ση τῆς εὐ­ερ­γε­σί­ας καὶ τῆς ἀ­γά­πης του πρὸς ἐ­μᾶς, ἐ­νῶ τὸ μό­νο εὐ­χα­ρι­στή­ρι­ο δῶ­ρο ποὺ πε­ρι­μέ­νει εἶ­ναι ἡ προ­σπά­θει­α νὰ μι­μη­θοῦ­με τὴν ἀ­γά­πη καὶ τὴ φι­λαν­θρω­πί­α καὶ τὴ δι­κιά του εὐ­ερ­γε­σί­α πρὸς ἐ­μᾶς. Νὰ γί­νου­με πλού­σι­οι, ὄ­χι σὲ πε­ρι­ου­σί­α,  ἀλ­λὰ σὲ ἀ­ρε­τή. Νὰ μὴν ἀ­να­ζη­τοῦ­με μό­νο τὰ ὑ­λι­κά, ἀλ­λὰ καὶ τὴν εὐ­σέ­βει­α. Νὰ πλου­τί­σου­με σὲ ἀ­γά­πη, σὲ κα­λω­σύ­νη, σὲ συγ­χω­ρη­τι­κό­τη­τα καὶ σὲ εὐ­ερ­γε­σί­α ἔ­ναν­τι τοῦ πλη­σί­ον. Ἡ δυ­να­τό­τη­τα τῆς εὐ­ερ­γε­σί­ας εἶ­ναι τὸ πι­ὸ θε­ϊ­κὸ πρᾶγ­μα ποὺ ἔ­χου­με˙ νὰ μπο­ροῦ­με δη­λα­δὴ νὰ γί­νου­με θε­οὶ χω­ρὶς μά­λι­στα νὰ κο­πι­ά­σου­με σχεδὸν κα­θό­λου.

Πο­λὺ πα­ρα­στα­τι­κά, μὲ ἁ­πλό­τη­τα καὶ θε­ο­λο­γι­κὸ βά­θος, ὁ ἅ­γι­ος Κο­σμᾶς ὁ Αἰ­τω­λὸς μᾶς νου­θε­τεῖ καὶ μᾶς λέ­ει πὼς ἔ­χου­με χρέ­ος νὰ ἀ­γα­ποῦ­με τὸν Θε­ό μας, δι­ό­τι μᾶς χά­ρι­σε τό­ση γῆ με­γά­λη ἐ­δῶ νὰ κα­τοι­κοῦ­με πρό­σκαι­ρα, τό­σες χι­λιά­δες φυ­τά, βρύ­σες, πο­τα­μούς, θάλασ­σες, ἀ­έ­ρα, ἡ­μέ­ρα, νύ­χτα, οὐ­ρα­νό, ἥ­λι­ο. Ὅ­λα αὐ­τὰ γιὰ ποιὸν τὰ ἔ­κα­νε, παρὰ γιὰ ἐ­μᾶς; Τί μᾶς χρω­στοῦ­σε; Τί­πο­τε. Ὅ­λα χά­ρι­σμα. Μᾶς ἔ­κα­νε ἀν­θρώ­πους, δὲν μᾶς ἔ­κα­νε ζῶ­α. Μᾶς ἔ­κα­νε εὐ­σε­βεῖς ὀρ­θό­δο­ξους χρι­στια­νούς, καὶ ὄ­χι ἀ­σε­βεῖς αἱ­ρε­τι­κούς. Ἂν καὶ ἁ­μαρ­τά­νου­με χι­λιά­δες φο­ρὲς καθ᾽ ἑ­κά­στη ὥ­ρα, μᾶς εὐ­σπλα­χνί­ζε­ται, ὡ­σὰν πα­τέ­ρας, καὶ δὲν μᾶς τι­μω­ρεῖ, ἀλ­λὰ πε­ρι­μέ­νει τὴ με­τά­νοι­ά μας μὲ τὶς ἀγ­κά­λες του ἀ­νοι­κτές, πό­τε νὰ με­τα­νο­ή­σουμε, νὰ παύ­σου­με ἀ­πὸ τὰ κα­κά, καὶ νὰ κά­νου­με τὰ κα­λά, νὰ ἐ­ξο­μο­λο­γη­θοῦ­με, νὰ δι­ορ­θω­θοῦ­με, νὰ μᾶς ἐ­ναγ­κα­λι­σθεῖ, νὰ μᾶς βά­λει στὸν πα­ρά­δει­σο γιὰ νὰ χαι­ρό­μαστε πάν­το­τε.

Τώ­ρα λοι­πόν -συ­νε­χί­ζει ὁ ἅ­γι­ος Κο­σμᾶς- τέ­τοιο γλυ­κύ­τα­το Θε­ὸ καὶ Δε­σπό­τη δὲν πρέ­πει καὶ ἐ­μεῖς νὰ τὸν ἀ­γα­ποῦ­με, καὶ ἂν τύ­χει ἀ­νάγ­κη, νὰ χύ­σου­με καὶ τὸ αἷ­μα μας χι­λιά­δες φο­ρὲς γιὰ τὴν ἀ­γά­πη του, κα­θὼς τὸ ἔ­χυ­σε καὶ ἐ­κεῖ­νος γιὰ τὴν ἀ­γά­πη τὴ δι­κιά μας; Ἕ­νας ἄν­θρω­πος σὲ φω­νά­ζει καὶ σὲ κα­λεῖ στὸν οἶ­κο του καὶ θέ­λει νὰ σὲ φι­λεύ­σει ἕ­να πο­τή­ρι κρα­σί, καὶ πάν­το­τε σὲ ὅ­λη σου τὴ ζω­ὴ τὸν ντρέ­πε­σαι καὶ τὸν τι­μᾶς, καὶ τὸν Θε­ὸ δὲν πρέ­πει νὰ τι­μᾶς καὶ νὰ ντρέ­πε­σαι, ὁ ὁ­ποῖ­ος σοῦ χά­ρι­σε τό­σα κα­λὰ καὶ σταυ­ρώ­θη­κε γιὰ τὴν ἀ­γά­πη σου; Ποιὸς πα­τέ­ρας σταυ­ρώ­θη­κε πο­τὲ γιὰ τὰ παι­διά του; Ἀλ­λὰ ὁ γλυ­κύ­τα­τός μας Ἰ­η­σοῦς Χρι­στὸς ἔ­χυ­σε τὸ αἷ­μα του καὶ μᾶς ἐ­λευ­θέ­ρω­σε ἀ­πὸ τὰ χέ­ρια τοῦ δια­βό­λου. Τώ­ρα δὲν πρέ­πει καὶ ἐ­μεῖς νὰ ἀ­γα­ποῦ­με τὸν Χρι­στό μας; Ἐ­μεῖς ὅ­μως τί κά­νου­με; Τὸν ἀ­γα­ποῦ­με ἢ τὸν ὑ­βρί­ζου­με κα­θη­με­ρι­νὰ μὲ τὶς ἁ­μαρ­τί­ες ποὺ κά­νου­με;

Ἂς ἀ­γα­πή­σου­με ἑ­πο­μέ­νως τὸν ποι­η­τὴ καὶ πλά­στη μας καὶ ἂς μὴν εἴ­μα­στε ἐ­πι­λή­σμο­νες τῶν ἀ­πεί­ρων του εὐ­ερ­γε­σι­ῶν πρὸς ἐ­μᾶς. Ἂς δεί­ξου­με εὐ­γνω­μο­σύ­νη ἔμ­πρα­κτη ἀ­κο­λου­θῶν­τας τὸν δρό­μο τῆς ἀ­ρε­τῆς.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου