ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2016

ΚΥΡΙΑΚΗ Ι΄ ΛΟΥΚΑ

(Λκ. 13, 10-17)

Ὁ Χρι­στός, κά­ποιο Σάβ­βα­το, ἐ­νῶ δί­δα­σκε σὲ μί­α Συ­να­γω­γή, συ­νάν­τη­σε μί­α γυ­ναί­κα, ἡ ὁ­ποί­α γιὰ δε­κα­ο­κτὼ ὁ­λό­κλη­ρα χρό­νι­α καὶ ἀ­πὸ ἐ­πε­νέρ­γει­α τοῦ Σα­τα­νᾶ, ὅ­πως λέ­γει ὁ Εὐ­αγ­γε­λι­στὴς Λου­κᾶς, βρι­σκό­ταν σὲ μί­α ἄ­θλι­α κα­τά­στα­ση. Ἦ­ταν συγ­κύ­πτου­σα, ἦταν δη­λα­δὴ συ­νε­χῶς σκυ­φτή, καὶ ἀ­δυ­να­τοῦ­σε νὰ ση­κώ­σει πρὸς τὰ ἄ­νω τὸ κε­φά­λι της, ἀ­πο­τε­λών­τας ἔτσι ἕ­να ἐ­λε­ει­νὸ θέ­α­μα. Ὁ φι­λάν­θρω­πος Κύ­ρι­ος τὴ λυ­πή­θη­κε καὶ ἀ­φοῦ τὴν προ­σέγ­γι­σε, ἔ­βα­λε πά­νω της τὰ χέ­ρια του καὶ τῆς εἶπε: «γύναι, ἀπολέλυσαι τῆς ἀσθενείας σου», μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα αὐ­τὴ ἀ­μέ­σως νὰ γί­νει κα­λά. Τό­τε, τό­σο ἡ πρώ­ην ἀ­σθε­νής, ὅ­σο καὶ ὁ λα­ός, ποὺ εἶ­δε τὸ θαῦ­μα, δό­ξα­σαν τὸν Θε­ό.


Τὸ θαῦ­μα καὶ ἡ ἐν­θου­σι­α­στι­κὴ δο­ξο­λο­γί­α τῆς γυ­ναί­κας καὶ τοῦ λα­οῦ πρὸς τὸ πρό­σω­πο τοῦ Κυ­ρί­ου, ἐ­νό­χλη­σε τὸν ἀρ­χι­συ­νά­γω­γο. Αὐ­τός, ὑ­πο­κρι­τι­κὰ φε­ρό­με­νος, εἶ­πε στοὺς πα­ρευ­ρι­σκο­μέ­νους νὰ μὴν ἔρ­χον­ται πρὸς θε­ρα­πεί­α τὸ Σάβ­βα­το, ἀλ­λὰ τὶς ὑ­πό­λοι­πες ἕξι ἡ­μέ­ρες τῆς ἑ­βδο­μά­δας. Ὁ ἀρ­χι­συ­νά­γω­γος ἀ­να­γνω­ρί­ζει τὴν ἐ­ξου­σί­α τοῦ Χρι­στοῦ νὰ θε­ρα­πεύ­ει, βλέ­πει τὰ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα τῆς δυ­νά­με­ώς του, ἀλ­λὰ πα­ρό­λα αὐ­τὰ μέ­νει δέ­σμι­ος τοῦ φθό­νου του. Δὲν εἶ­χε ζῆ­λο γιὰ τὸν Νό­μο τοῦ Θε­οῦ. Ψέ­μα­τα ἔ­λε­γε ὅ­ταν ζη­τοῦ­σε μὲ ἀ­γα­νά­κτη­ση ἀ­πὸ τὸν κό­σμο νὰ σε­βα­στεῖ τὸ Σάβ­βα­το. Τὸ πρό­βλη­μα τοῦ ἀρ­χι­συ­νά­γω­γου ἦ­ταν ἄλ­λο. Δι­α­κα­τε­χό­ταν ἀ­πὸ φθό­νο γιὰ τὸν ἴ­διο τὸν Χρι­στὸ καὶ τὰ ἔρ­γα του.

Ὁ ἀρ­χι­συ­νά­γω­γος δὲν εἶ­χε ἐ­σω­τε­ρι­κὴ ποι­ό­τη­τα, ἀλ­λὰ ἦ­ταν πλή­ρης φθό­νου. Τὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ τῶν φθο­νε­ρῶν ἀν­θρώ­πων εἶ­ναι νὰ δι­ε­γεί­ρον­ται καὶ νὰ ἀν­τι­δροῦν στὴν εὐ­τυ­χί­α καὶ τὴν ἐ­πι­τυ­χί­α τοῦ ἄλ­λου, θε­ω­ρών­τας ὅ­τι τοῦ­το συ­νε­πά­γε­ται τὴ δι­κή τους δυ­στυ­χί­α. Δὲν μπο­ροῦν νὰ ἀ­νε­χθοῦν τὰ κα­λὰ ποὺ ἔ­χουν οἱ ἄλ­λοι καὶ κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ βασανίζονται ἀ­πὸ τὴ ζή­λει­α τους. Οἱ φθο­νε­ροὶ ἄν­θρω­ποι δὲν βλέ­πουν τί­πο­τα κα­λὸ στοὺς ἄλ­λους, πα­ρὰ μό­νο ψά­χνουν εὐ­και­ρί­α νὰ πια­στοῦν ἀ­πὸ τὸ πα­ρα­μι­κρὸ γιὰ νὰ τοὺς κα­τη­γο­ρή­σουν.

Τοῦτο ἀκριβῶς ἔ­κα­νε καὶ ὁ ἀρ­χι­συ­νά­γω­γος. Δὲν ἀ­μφισβήτησε τὴν ἐ­ξου­σί­α τοῦ Χρι­στοῦ, πρᾶγμα ποὺ φαίνεται ἀπὸ τὸ ὅτι ζή­τη­σε ἀ­πὸ τοὺς πα­ρευ­ρι­σκό­με­νους νὰ ἐ­πι­λέ­γουν γιὰ τὴ θε­ρα­πεί­α τους τὶς ἄλ­λες μέ­ρες καὶ ὄ­χι τὸ Σάβ­βα­το. Ἔμεινε, ὅμως, στοὺς τύ­πους. Δὲν ἔ­πρε­πε, εἶ­πε, ὁ Χρι­στὸς νὰ θε­ρα­πεύ­σει τὸ Σάβ­βα­το, δι­ό­τι ἔ­τσι κα­τα­λύ­ει τὸν Νό­μο. Ὁ φθό­νος τοῦ ἀν­δρὸς ἦ­ταν ὄν­τως πο­λὺ με­γά­λος˙ ὁ­μί­λη­σε καὶ ἀν­τέ­δρα­σε μό­νο καὶ μό­νο γιὰ αὐ­τὸ ποὺ ἔ­βλε­πε καὶ ἔ­κρι­νε ὅ­τι ἔ­πλητ­τε τὴ δι­κή του φή­μη.

Ὁ φθό­νος εἶ­ναι πο­λὺ με­γά­λο κα­κό. Οἱ φθο­νε­ροὶ εὐ­χα­ρι­στοῦν­ται μὲ τὶς δυ­στυ­χί­ες τῶν ἄλ­λων καὶ γί­νον­ται κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ θη­ρί­α ὅ­ταν δοῦν κά­ποιο νὰ εὐ­η­με­ρεῖ. Μι­μοῦν­ται τὸν διά­βο­λο, ὁ ὁ­ποῖ­ος δὲν χαί­ρει πα­ρὰ μό­νο μὲ τὴ δυ­στυ­χί­α τῶν ἀν­θρώ­πων. Βλά­πτον­ται, ὅ­μως, πε­ρισ­σό­τε­ρο οἱ ἴ­διοι, πα­ρὰ ὁ φθο­νού­με­νος. Ὁ φθό­νος λει­τουρ­γεῖ στὶς καρ­δί­ες τους ὡς δη­λη­τή­ρι­ο ποὺ τοὺς κα­τα­τρώ­ει τὰ σω­θι­κὰ καὶ τοὺς βα­σα­νί­ζει τὶς ψυ­χές. Μπο­ρεῖ νὰ ὑ­πάρ­ξει χει­ρό­τε­ρο πά­θος ἀ­πὸ αὐ­τό; Στὰ Εὐ­αγ­γέ­λι­α ἀ­να­φέ­ρε­ται ὅ­τι οἱ πόρ­νες καὶ οἱ τε­λῶ­νες, δη­λα­δὴ οἱ κλέ­φτες, θὰ πᾶ­νε πρῶ­τοι ἀ­πὸ ὅ­λους στὴ βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ, ὅ­μως, οἱ ὑ­πο­κρι­τὲς καὶ οἱ φθο­νε­ροί, ὅ­πως ὁ ἀρ­χι­συ­νά­γω­γος, οἱ φα­ρι­σαῖ­οι καὶ ὅλοι οἱ ὅμοιοί τους, θὰ κατακριθοῦν.

Ἂς ἀ­φή­σου­με, λοι­πόν, τὸν φθό­νο ἀ­πὸ τὴν καρ­διά μας, γιὰ νὰ μὴν ὁμοιάσουμε στὸν διάβολο, ὁ ὁποῖος πρῶτος φθόνησε καὶ τὸν Θεὸ καὶ τὸν ἄνθρωπο. Ἂς ἀ­γα­πή­σου­με τοὺς ἀν­θρώ­πους ἢ του­λά­χι­στον ἂς τοὺς ἀ­νε­χθοῦ­με καὶ ἂς μὴν ἀν­τι­δροῦ­με στὶς ἐ­πι­τυ­χί­ες τους. Ἂς μὴν ζη­λεύ­ου­με τὴν εὐ­τυ­χί­α τους. Ἂς μὴν θέ­λου­με νὰ εἴ­μα­στε ἐ­μεῖς οἱ πρῶ­τοι καὶ οἱ ἔν­δο­ξοι. Δὲν μᾶς ἔ­δω­σε ἐν­το­λὴ ὁ Θε­ὸς νὰ ἀ­γα­πᾶ­με ἀ­κό­μα καὶ τοὺς ἐ­χθρούς μας καὶ βέ­βαι­α ὅ­σους γιὰ ὁ­ποι­ον­δή­πο­τε λό­γο μᾶς ἐ­πη­ρε­ά­ζουν καὶ μᾶς ἐ­νο­χλοῦν; Τὸ κά­νου­με αὐ­τό; Ἢ ἀντ’ αὐ­τοῦ, ὄ­χι μό­νο τοὺς ἐ­χθρούς μας δὲν ἀ­γα­ποῦ­με, ἀλ­λὰ ἀ­κό­μα καὶ τοὺς φί­λους καὶ ἀ­δελ­φοὺς καὶ εὐ­ερ­γέ­τες μας φθο­νοῦ­με; Μή­πως ὅ­ταν δοῦ­με καὶ ἀν­τι­λη­φθοῦ­με τὸ ἐ­λά­χι­στο χά­ρι­σμα ἢ προ­τέ­ρη­μα στοὺς ἄλ­λους, ἀ­μέ­σως γι­νό­μα­στε «ἀρ­χι­συ­νά­γω­γοι», δηλαδὴ φθο­νε­ροί, καὶ πα­σχί­ζου­με νὰ ἀ­φα­νί­σου­με αὐ­τὸ τὸ κα­λὸ μὲ τὶς κα­τη­γο­ρί­ες μας;

Νὰ θυ­μό­μα­στε ὅ­τι ὁ φθο­νε­ρὸς ἄν­θρω­πος, αὐ­τὸς ποὺ δὲν ἀ­γα­πᾶ, διώχνει μακρυά του τὴν ἀ­γά­πη τοῦ Χρι­στοῦ. Στὴ Βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ δὲν πᾶ­νε ὅ­σοι μι­σοῦν καὶ φθο­νοῦν τὸν ἄλ­λο, ἀλ­λὰ αὐ­τοὶ ποὺ ἀ­γα­ποῦν καὶ χαί­ρον­ται γιὰ τὸ κα­λό, τὸ ἀ­γα­θὸ καὶ τὴ δό­ξα τοῦ συ­ναν­θρώ­που τους. Ἄ­ρα ὅ­σοι πο­θοῦ­με τὴ Βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ πρέ­πει νὰ ἀ­γω­νι­στοῦ­με νὰ με­τα­νο­ή­σου­με καὶ νὰ ἀ­πο­βά­λου­με τὸ ὀ­λέ­θρι­ο πά­θος τοῦ φθό­νου ἀ­πὸ τὴν καρ­διά μας.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου