ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Σάββατο, 22 Οκτωβρίου 2016

ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ΄ ΛΟΥΚΑ

(Λκ. 8, 26-39)

Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μᾶς διδάσκουν ὅτι ἂν καὶ οἱ ἐ­πι­βου­λὲς τῶν δαι­μό­νων κα­τὰ τῶν ἀν­θρώ­πων εἶ­ναι πολ­λές, ὅ­μως, ἡ βο­ή­θει­α τοῦ Θε­οῦ εἶ­ναι ἰσχυρότερη τῆς κα­κό­τη­τάς τους καὶ ἔτσι ἀ­ναι­ρεῖ τὰ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα τοῦ μί­σους τους.

Πράγματι, τὸ μῖ­σος τῶν δαι­μό­νων τα­λαι­πω­ρεῖ τοὺς ἀν­θρώ­πους ἤ­δη ἀ­πὸ τὸν και­ρὸ τοῦ Πα­ρα­δεί­σου. Ἀφ᾽ ὅ­του ὁ Σα­τα­νᾶς ἑ­κου­σί­ως καὶ ἐ­λεύ­θε­ρα ἀ­πο­στά­τη­σε ἀ­πὸ τὸν Θε­ό, δι­α­κα­τέ­χε­ται πρω­τί­στως ἀ­πὸ μῖ­σος γιὰ τὸν Δη­μι­ουρ­γό του.
Ἐ­πει­δή, ὅ­μως, ἀ­δυ­να­τεῖ γιὰ μί­α κα­τὰ μέ­τω­πο πο­λε­μι­κὴ ἐ­ναν­τί­ον τοῦ Θε­οῦ, με­θο­δεύ­ει ἀλ­λι­ῶς τὸν ἀ­γῶνα του καὶ ἐ­πι­ζη­τεῖ νὰ πλήξει τὸν ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Ταυ­τό­χρο­να, προ­σπα­θεῖ νὰ ἀ­μαυ­ρώ­σει τὴν τι­μὴ καὶ τὴν ὑ­πό­λη­ψη τοῦ Θεοῦ στὰ μά­τια τῶν ἀν­θρώ­πων, ἀρ­χῆς γε­νο­μέ­νης ἀ­πὸ τὴν κα­κό­βου­λη συμ­βου­λὴ πρὸς τοὺς πρω­το­πλά­στους, τοὺς ὁ­ποί­ους οὐ­σι­α­στι­κὰ νου­θέ­τη­σε νὰ ἀν­τι­τα­χθοῦν στὸν Θε­ό.

Ἀ­κο­λού­θως, τὴν πα­ρα­κο­ὴ τῶν ἀν­θρώ­πων στὸ θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ, δι­α­δέ­χθη­κε ἡ εἰ­δω­λο­λα­τρί­α, ὅ­που ἀν­τὶ νὰ λα­τρεύ­ε­ται ὁ Θε­ὸς ὡς Θε­ός, προ­σκυ­νοῦν­ταν καὶ λα­τρευ­όν­του­σαν τὰ κτί­σμα­τα. Αὐ­τὴ ἦ­ταν ὄν­τως νί­κη τοῦ ἀν­τί­θε­ου δαί­μο­να, ὅ­που μέ­σα ἀ­πὸ τὴ λα­τρεί­α τῶν πά­σης φύ­σε­ως εἰ­δώ­λων, προ­σκυ­νεῖ­το ὁ ἴ­διος ἀ­πὸ τοὺς ἀν­θρώ­πους ὡς Θε­ός.

Ἐκτὸς ἀπὸ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὴν ἐπίδραση, ὁ δαί­μο­νας, γιὰ δι­ά­φο­ρους λό­γους, εἰ­σέρχεται στὸν ἄν­θρω­πο, τα­λαι­πω­ρῶν­τας τον ἀφάνταστα καὶ ἐ­ξευ­τε­λί­ζον­τάς τον. Τοῦ­το ἀ­κρι­βῶς εἶ­ναι ποὺ πε­ρι­γρά­φε­ται καὶ στὴ ση­με­ρι­νὴ εὐ­αγ­γε­λι­κὴ πε­ρι­κο­πή. 

Εἰ­σερ­χό­με­νος ὁ Χρι­στός «εἰς τὴν χώ­ραν τῶν Γα­δα­ρη­νῶν», ἔρ­χε­ται πρό­σω­πο μὲ πρό­σω­πο μὲ ἕ­να τα­λαί­πω­ρο δαι­μο­νι­σμέ­νο. Ὁ ἄν­δρας, ὁ ὁ­ποῖ­ος γιὰ πολ­λὰ χρό­νι­α ἀ­πο­τε­λοῦ­σε κα­τοι­κη­τή­ρι­ο δαι­μό­νων, βρι­σκό­ταν σὲ μί­α ἄ­θλι­α κα­τά­στα­ση, πα­ρά­λο­γος καὶ ἔ­ξω φρε­νῶν: «ἱ­μά­τι­ον οὐκ ἐ­νε­δι­δύ­σκε­το», γρά­φει ὁ εὐ­αγ­γε­λι­στὴς Λου­κᾶς, «καὶ ἐν οἰ­κί­ᾳ οὐκ ἔ­με­νεν, ἀλλ᾽ ἐν τοῖς μνή­μα­σιν». Ζοῦ­σε δηλαδὴ γυμνός, μα­κρι­ὰ ἀ­πὸ τοὺς ἄλ­λους ἀν­θρώ­πους καὶ μέ­σα στὰ μνή­μα­τα, ἴ­διος μὲ ζων­τα­νὸ νε­κρό. Ἡ ἐ­πή­ρει­α τῶν δαι­μό­νων ἦ­ταν τέ­τοια ποὺ ὁ βα­σα­νι­σμέ­νος αὐτὸς ἄν­θρω­πος πε­ρι­φε­ρό­ταν ἀ­πὸ τὴν πό­λη στὴν ἔ­ρη­μο καὶ ἀ­πὸ ἐ­κεῖ στὰ μνή­μα­τα. Ἔ­σπα­γε ἀ­κό­μα καὶ τὶς ἁ­λυ­σί­δες μὲ τὶς ὁ­ποῖ­ες τὸν ἔ­δε­ναν, ἀ­πο­δει­κνύ­ον­τας τὸν ἑ­αυ­τό του ἰ­δι­αί­τε­ρα ἐ­πι­κίν­δυ­νο γιὰ τοὺς ὑ­πό­λοι­πους ἀν­θρώ­πους. Τέ­τοιου με­γέ­θους ἦ­ταν ἡ συμ­φο­ρά του, ἀλ­λὰ καὶ τό­σο με­γά­λη ἡ ἀ­πό­δει­ξη τῆς ἀ­παν­θρω­πί­ας τοῦ ἀρ­χέ­κα­κου ἐ­χθροῦ τοῦ ἀν­θρώ­που.

Κα­τα­νο­ῶν­τας ὁ δαί­μο­νας, κα­τὰ σο­φὴ οἰ­κο­νο­μί­α Θε­οῦ, ποιὸν εἶ­χε μπρο­στά του, τα­ράσ­σε­ται καὶ δι­α­μαρ­τύ­ρε­ται καὶ τρέ­μει γιὰ τὴν ἐ­πι­κεί­με­νη τι­μω­ρί­α: «τί ἐ­μοὶ καὶ σοί, Ἰ­η­σοῦ, υἱ­ὲ τοῦ Θε­οῦ τοῦ ὑ­ψί­στου;», λέ­ει μὲ δυ­να­τὴ φω­νή, «δέ­ο­μαί σου, μὴ μὲ βα­σα­νί­σῃς». Στὴν ἐ­ρώ­τη­ση τοῦ Χρι­στοῦ γιὰ τὸ ὄ­νο­μά του ἀ­ναγ­κά­ζε­ται νὰ ἀ­παν­τή­σει καὶ νὰ ὁ­μο­λο­γή­σει τὸν ἀ­ριθ­μὸ τῶν δαι­μό­νων ποὺ βρί­σκον­ταν μέ­σα στὸν δυ­στυ­χι­σμέ­νο ἄν­θρω­πο. Ἡ λε­γε­ῶ­να τῶν δαι­μό­νων δει­λι­ά­ζον­τας, δέ­ε­ται νὰ μὴ βα­σα­νι­σθεῖ καὶ προ­κρί­νει, ἀν­τὶ τῆς ἀ­βύσ­σου, δη­λα­δὴ τῆς ἑ­τοι­μα­σμέ­νης γιὰ αὐτοὺς τι­μω­ρί­ας, τὴν εἴ­σο­δο στὴν ἀ­γέ­λη τῶν χοί­ρων.

Ἡ ἐν λό­γῳ πα­ρά­κλη­ση τῶν δαι­μό­νων, δη­λα­δὴ νὰ τοὺς ἐ­πι­τρέ­ψει ὁ Χρι­στὸς τὴν εἴ­σο­δό τους στὴν ἀ­γέ­λη τῶν χοί­ρων, ἀ­πο­δει­κνύ­ει τὴν ἀ­δυ­να­μί­α τους. Πα­ράλ­λη­λα, ἐκ τοῦ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τος, τὸ ὅ­τι δη­λα­δὴ εἰ­σῆλ­θαν στοὺς χοί­ρους καὶ ἀ­μέ­σως τοὺς ἔ­ρι­ξαν ἀ­πὸ τὸν κρη­μνὸ στὴ λί­μνη καὶ τοὺς ἀ­πέ­πνι­ξαν, δει­κνύ­ει καὶ τὴν κα­κό­τη­τά τους, ἀ­φοῦ δὲν φεί­δον­ται οὐ­δε­νὸς προ­σώ­που ἢ πράγ­μα­τος, τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας τοῦ Θε­οῦ. Τί­πο­τα ἀ­πὸ τὴ δη­μι­ουρ­γί­α δὲν θὰ ὑ­φί­στα­το ἐ­ὰν ὁ δαί­μο­νας εἶ­χε τὴν ἀ­πό­λυ­το ἐ­λευ­θε­ρί­α καὶ τὴ δύ­να­μη νὰ ἐ­νερ­γεῖ ὅ­πως ἤ­θε­λε.

Μὲ τὴν Ἐ­ναν­θρώ­πη­ση τοῦ Χρι­στοῦ, ὅμως, ἄρ­χε­ται ἡ κα­τά­πτω­ση τῆς ἐ­ξου­σί­ας τοῦ Σα­τα­νᾶ. Ἡ κα­κό­τη­τα, ἡ ἀ­παν­θρω­πί­α καὶ ἡ ἔ­χθρα τῶν δαι­μό­νων, ἀ­ναι­ροῦν­ται ἀ­πὸ τὴν ἀ­κα­τα­γώ­νι­στο ἰ­σχὺ τοῦ Κυ­ρί­ου, τὴν ἀ­γα­θό­τη­τα, τὴ φι­λαν­θρω­πί­α, τὴν κη­δε­μο­νί­α καὶ τὴν πρό­νοι­ά του. Ἡ ἔ­λευ­ση τοῦ ἀ­γα­θοῦ, ἀλ­λὰ καὶ παν­το­δύ­να­μου Θε­οῦ, ἀ­να­πλά­θει τὸ πλά­σμα του, ἐκ­μη­δε­νί­ζον­τας τὸν δαί­μο­να. Στὴν προ­κει­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, ὁ πρώ­ην δαι­μο­νι­σμέ­νος ἀ­πὸ ἀ­κοι­νώ­νη­τος, ἐ­χθρι­κὸς καὶ ἄ­γρι­ος ὑ­φί­στα­ται τὴν ἀ­νά­πλα­ση ἀ­πὸ τὸν Χρι­στό. Τώ­ρα, ἐν­δε­δυ­μέ­νος καὶ σώ­φρων, βρί­σκε­ται σὲ κοι­νω­νί­α μὲ τὸν Χρι­στὸ καὶ τοὺς ὑ­πό­λοι­πους ἀν­θρώ­πους.

Ἔτσι καὶ ἐμεῖς οἱ Χριστιανοὶ μποροῦμε νὰ παραμείνουμε ἀλώβητοι ἀπὸ τὶς ἐπιβουλὲς τῶν δαιμόνων, ὅταν ζοῦμε κοντὰ στὸν Χριστό. Τὸ νὰ μένουμε κοντὰ στὸν Χριστὸ σημαίνει νὰ ἀγωνιζόμαστε στὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν του καὶ νὰ προσπαθοῦμε νὰ ζοῦμε μὲ ταπείνωση, δεικνύοντας πρὸς τοὺς ἄλλους ἐλεημοσύνη, ὑπομονὴ καὶ φιλανθρωπία. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ μᾶς σκεπάζει ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ δὲν μᾶς βλάπτουν οὔτε μᾶς ἐνοχλοῦν οἱ ἐπιβολὲς τῶν δαιμόνων.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου